Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Κεφάλαιο 53- έ ε έρχεται

Κεφάλαιο 53

Στο πρώτο μίνι μάρκετ που ρωτήσαμε αν ξέρουν τον Κίραν Κάβανο μάς απάντησαν ότι είναι «μεγάλο χωριό» και δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουν τους πάντες. Όταν βγήκαμε έξω, γελάσαμε. Ήταν μεν ένα χωριό των 5.000 κατοίκων, αλλά ο ιδιοκτήτης έδειξε να νιώθει λες και μένει στο Λονδίνο. Στο δεύτερο μαγαζί που ρωτήσαμε, βιβλιοπωλείο αυτή τη φορά, μας είπαν ότι το όνομα ακούγεται γνωστό αλλά δεν ξέρουν πού μένει. Κάναμε βόλτες στο χωριό προσπαθώντας να βγάλουμε άκρη για το πού να ψάξουμε. Δεν είχαμε πολλά στοιχεία, και δε θέλαμε να ρωτήσουμε παντού, ώστε να είμαστε και λίγο διακριτικές.
«Ας κάνουμε μια τελευταία προσπάθεια σε εκείνο το μαγαζί με τα εργαλεία» προτείνει η Ντάνι επίμονα εδώ και ένα τέταρτο αλλά την αγνοώ. Τσιμπολογώ νευρικά ένα κουλούρι και σκέφτομαι ότι δεν πρόκειται να τον βρούμε. Δεν έχω καλό προαίσθημα. Και αν αυτό δεν πάει καλά, δεν ξέρω πού αλλού να ψάξω. Έχω αρχίσει να φοβάμαι. «Ξέρεις κάτι; Πάω μόνη!» λέω ξαφνικά η φίλη μου αποφασιστικά και πετιέται από το παγκάκι όπου καθόμαστε. Μάλλον βαρέθηκε να περιμένει να της απαντήσω. Περνάει το δρόμο πριν προλάβω να τη σταματήσω. Δεν ξέρω πού βρίσκει τόση ενέργεια και αισιοδοξία. Συνεχίζω να τρώω το κουλούρι μου όταν τη βλέπω να βγαίνει από το απέναντι μαγαζί χαμογελαστή. Αυτό δε μου λέει πολλά. Πάντα χαμογελάει. Περνάει το δρόμο γρήγορα, αλλά μου φαντάζει αιώνας.
«Πάμε» μου λέει και την ακολουθώ. «Η φάρμα των Κάβανο είναι τέσσερα χιλιόμετρα βορειοδυτικά. Αν δε χαθούμε, μπορεί να είμαστε τυχερές» λέει.
«Πες μου τι σου είπαν» την παρακαλώ ενώ καθόμαστε στο αμάξι. Οδηγεί αυτή πάλι.
«Δεν μου είπαν αν τον έχουν δει. Είπα ότι είμαι και καλά μια παλιά φίλη και θέλω να δω αν η οικογένεια μένει εδώ. Δεν μίλησα για τον ίδιο. Πάμε τώρα και βλέπουμε!».


Απομακρυνόμαστε από το χωριό προς τη σωστή κατεύθυνση, ελπίζω, αλλά οι αγροικίες που ταιριάζουν στην περιγραφή του ιδιοκτήτη του μαγαζιού είναι δύο. Με την Ντάνι διαλέγουμε να πάμε σε αυτή που έχει περισσότερα δέντρα. Δεν υπάρχει λόγος. Απλά τη διαλέγουμε. Παρκάρουμε απ’ έξω. Δεν υπάρχει άλλο αμάξι και αυτό μου φαίνεται παράξενο. Χτυπάμε το κουδούνι. Ανοίγει μια γριούλα. Τη ρωτάμε αν είναι η αγροικία Κάβανο. Γελάει φιλικά και μας λέει ότι είναι το δίπλα σπίτι και ότι αυτό συμβαίνει συχνά να χάνονται οι επισκέπτες τους. Την ευχαριστούμε ευγενικά και μπαίνουμε στο αμάξι. Οδηγούμε μερικά μέτρα και επιστρέφουμε στο κεντρικό δρόμο. Μπαίνουμε στο πέτρινο δρομάκι που οδηγεί στην αγροικία Κάβανο, σε απόλυτη σιωπή. Είμαστε και οι δύο παγωμένες από το άγχος. Η τελευταία ευκαιρία.

Σηκώνει το χειρόφρενο και πετιέμαι από το αμάξι χωρίς να ξέρω τι θα κάνω και τι θα πω όταν ανοίξει η πόρτα, αλλά χτυπάω το κουδούνι. Περιμένουμε. Περιμένουμε. Τελικά ανοίγει ένας κύριος γύρω στα 60. Φοράει ένα κοτλέ χακί παντελόνι και καρώ πουκάμισο. Δείχνει κουρασμένος.
«Καλησπέρα» λέω και κάνω μια παράξενη παύση. Ο άντρας γνέφει ευγενικά και περιμένει καρτερικά να μιλήσω. Δεν ξέρω τι να πω.
«Χαθήκατε; Θέλετε να πάρετε κάποιο τηλέφωνο;» με ρωτάει τελικά.
«Όχι, όχι. Απλώς…να…» ψελλίζω αλλά δεν ολοκληρώνω. Η Ντάνι πετάγεται από πίσω μου και σώζει την κατάσταση.
«Είστε ο κύριος Κάβανο; Ψάχνουμε την οικία Κάβανο» λέει εύθυμα.
«Όχι, δε με λένε Κάβανο» μας λέει ο άντρας παραξενεμένος. Δεν είναι αγενής, αλλά δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για φλυαρίες.
«Συγγνώμη αν ενοχλούμε, αλλά μας είπαν ότι εδώ μένουν οι Κάβανο και ψάχνουμε κάποιον και…»
«Δεν ενοχλείτε, αλλά πατήσατε ευαίσθητη χορδή» λέει και σουφρώνει τα χείλη. «Το πατρικό της γυναίκας μου είναι Κάβανο. Εγώ λέγομαι Γουέστ. Το σπίτι ανήκει στην οικογένειά της και όλοι ξέρουν την οικογένεια ως Κάβανο. Ακόμα και εμένα έτσι με αποκαλούν» συνεχίζει. Η Ντάνι γελάει.
«Συγγνώμη αν σας προσβάλαμε» λέει γελώντας. Ο άντρας χαμογελάει τελικά. Εγώ συνεχίζω να είμαι παγωμένη.
«Μην ανησυχείτε. Η γυναίκα μου είναι μέσα. Θα τη φωνάξω να σας βοηθήσει για αυτόν που ψάχνετε» λέει και φωνάζει δυνατά προς το εσωτερικό «Λάουρα!».

Μια ασπρομάλλα κυρία γύρω στα 55 ξεπροβάλει σκουπίζοντας τα χέρια της σε μια πετσέτα. Μας περιεργάζεται χωρίς να προσπαθεί να το κρύψει. Τα μάτια της μου θυμίζουν λίγο του Κίραν. Σίγουρα είναι η θεία του.
«Καλησπέρα» συστηνόμαστε. Η Ντάνι αναλαμβάνει πάλι το δύσκολο έργο.
«Ψάχνουμε τον Κίραν Κάβανο» λέει. Η γυναίκα απέναντί μας δεν σοκάρεται, αλλά δεν είναι και ήρεμη. Ανοιγοκλείνει γρήγορα τα βλέφαρα.
«Ο Κίραν είναι ανιψιός μου» λέει. «Αλλά δεν είναι εδώ». Παύση. Η καρδιά μου διαλύεται.
«Ξέρετε πού είναι;»
«Το παιδί ζει μόνιμα στο Σικάγο. Εκεί θα είναι» λέει. Ο άντρας της δεν συμμετέχει σε όλο αυτό. Η γυναίκα σταυρώνει τα χέρια στο στήθος. Η Ντάνι δεν υποχωρεί.
«Πιστεύαμε ότι είναι εδώ. Είμαστε φίλες του και θέλουμε απλά να του μιλήσουμε».
«Δεν είναι εδώ» επαναλαμβάνει η γυναίκα κοφτά. «Έχει χρόνια να έρθει στο χωριό».
«Μάλιστα» λέει η Ντάνι. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν κουνιόμαστε από το κατώφλι τους. Αλλά τελικά κάνουμε ένα βήμα πίσω.
«Ευχαριστούμε» λέμε ευγενικά. Η πόρτα κλείνει πίσω μας. Μπαίνουμε στο αμάξι και εγώ αρχίζω να κλαίω.

«Σώπα, χαζή» μου λέει η φίλη μου. Οδηγεί πάλι εκείνη και μετά από μερικά χιλιόμετρα σταματάει μπροστά από ένα κτίριο.
«Κατέβα» λέει επιτακτικά.
«Δεν καταλαβαίνω» της λέω και σκουπίζω  τα μάτια μου.
«Είδα αυτό το πανδοχείο το πρωί που ήρθαμε» με ενημερώνει. «Θα χρειαστεί να φάμε κάτι και να διανυκτερεύσουμε».
«Τι λες; Είσαι τρελή; Δεν καταλαβαίνω. Όλα τέλειωσαν. Γιατί να μείνουμε;» ρωτάω έξαλλη με τη φίλη μου και τις ιδέες της.
«Παίρνω τον Πίτερ να του πω ότι δε θα γυρίσω αύριο. Ευτυχώς είναι Σάββατο σήμερα. Πάμε αργότερα να αγοράσουμε οδοντόβουρτσες και μερικά βασικά. Το βράδυ θα καταστρώσουμε σχέδιο δράσης» με τραβάει από το χέρι και κάνουμε το πιο γρήγορο τσεκ ιν στην ιστορία της φιλοξενίας.
«Δεν καταλαβαίνω τίποτα» της λέω όταν μένουμε μόνες, σε ένα απλό δωμάτιο με ένα διπλό ξύλινο κρεβάτι και βαριές κουρτίνες που κρύβουν το ελάχιστο φως που έχει μείνει στον ουρανό. Είναι αργά το απόγευμα πια.
«Δεν καταλαβαίνεις γιατί έχει θολώσει η κρίση σου και δεν παρατηρείς τα σημάδια. Θα φας, θα ξεκουραστείς και αύριο πρωί θα πάμε να παρακολουθήσουμε το σπίτι των Κάβανο».
«Μα γιατί;»
«Η θεία είπε πολύ έντονα ότι ο Κίραν δεν είναι εκεί. Και ούτε μία φορά δε ρώτησε γιατί είμαστε εκεί και γιατί ρωτάμε πού είναι. Δεν ανησύχησε μήπως ο ανιψιός της δεν είναι καλά. Υποπτεύομαι ότι έχει οδηγίες να μη λέει ότι είναι εκεί». Σκέφτομαι όσα λέει αλλά δεν μπορώ να τα επεξεργαστώ.
«Είναι παρατραβηγμένο…»
«Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος αμυντικά και συνέχεια κοιτούσε προ τα πίσω και έγερνε την πόρτα λες και έκρυβε κάτι».
«Ντάνι, πόσες αστυνομικές σειρές βλέπεις;» τη ρωτάω απορημένη. Ποια είναι η γυναίκα μπροστά μου;
«Πολλές» με ενημερώνει.
«Ελπίζω να έχεις δίκιο» ξεφυσάω. «Γιατί αν μας πάρουν χαμπάρι αύριο ότι τους παρακολουθούμε, δεν το γλυτώνουμε το κρατητήριο».






6 σχόλια:

  1. Μην μας ταλαιπωρεις αλλο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κοριτσια συγγνωμη... ξεχασα να ανεβασω το κειμενο! Αποψε κατα τις 11.00!! Σορρυυυυυ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ελα... λογο της ημερας βαλε λιγο να μαθουμε τι εγινε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή