Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

κεφάλαιο 56-There will be sex


Κεφάλαιο 56

Η επιστροφή στο Σικάγο ήταν η πιο θλιβερή διαδρομή που είχαν κάνει ποτέ οι δύο φίλες. Λίγα λόγια ειπώθηκαν, πολλά δάκρυα κύλησαν και ανακούφιση καμία. Η Ντάνι προσπάθησε να αλαφρύνει λίγο την κατάσταση, βάζοντας μουσική αλλά η Μπριάνα έκλεισε το ραδιόφωνο αμίλητη.
«Κοιμήσου και θα μιλήσουμε αύριο» είπε η Ντάνι ενώ αγκάλιαζε σφικτά τη φίλη της την ώρα που την άφηνε έξω από το σπίτι της. Η Μπριάνα έγνεψε απλά και πήρε την τσάντα της από το πορτ μπαγκάζ. Έπρεπε να κάνει ένα σωρό πράγματα στο σπίτι. Αύριο είχε να πάει στη δουλειά και έπρεπε να κάνει μπάνιο, να μαγειρέψει, να συγυρίσει το σπίτι. Την ηρεμούσε κάπως να σκέφτεται την καθημερινότητα. Αν σκεφτόταν κάτι άλλο ίσως γλύτωνε από τις εφιαλτικές σκέψεις που τη βασάνιζαν.
Έκανε ένα ντους και έπεσε αποκαμωμένη στον καναπέ. Δεν πίστευε όσα είχαν συμβεί. Ήταν η πιο θλιβερή κατάληξη σε μια όμορφη σχέση, αλλά τουλάχιστον ένιωθε μέσα της ότι είχε κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε.  Το είχε φτάσει μέχρι τέλους. Τον βρήκε. Ήταν ζωντανός και υγιής. Αυτό είχε σημασία. Σωστά; Αυτός ήταν ο λόγος που τον έψαξε. Αφού ήθελε να ηρεμήσει, έπρεπε να τον αφήσει να το κάνει. Δεν ήταν υποχρεωμένος να αλλάξει τις αποφάσεις του για χάρη της.
«Άνοιξε!» άκουσε ξαφνικά την πόρτα να χτυπάει και η καρδιά της σταμάτησε. Η φωνή ήταν γυναικεία, συνειδητοποίησε με απογοήτευση. Κοίταξε από το ματάκι. Ήταν η μητέρα του Κίραν. Τι στο καλό; Πότε θα ξέμπλεξε με αυτή την οικογένεια;
«Τι έγινε πάλι;» ρώτησε χωρίς περιστροφές μόλις άνοιξε. Αυτή τη φορά δεν άφησε τη γυναίκα να μπει μέσα.
«Πού ήσουν τόσες μέρες;» μπήκε αμέσως στο ψητό η μητέρα του. Δεν έδειχνε ούτε στο ελάχιστο να ανησυχεί για το γιο της. Ήταν ντυμένη πάλι με ένα ταγέρ και μακρύ καστόρινο παλτό. Βαμμένη και χτενισμένη στην τρίχα. Και το πρόσωπο ανέκφραστο. Καμία ένδειξη ανησυχίας. Μόνο θυμού.
«Είχα επισκεφτεί τους γονείς μου» απάντησε η Μπριάνα γρήγορα και με πειστικότητα. Η γυναίκα απέναντί της έμεινε ασάλευτη. Δεν ήταν έτοιμη για τόσο αφοπλιστική απάντηση.
«Είσαι σίγουρη; Το ξέρεις ότι έχω βάλει και σε παρακολουθούν;» ρώτησε η κυρία Γουέστμπρουκ. Η Μπριάνα σκέφτηκε γρήγορα. Αν την παρακολουθούσαν θα ήξεραν πού είχε πάει και θα είχαν βρει τον Κίραν. Μάλλον παρακολουθούσαν μόνο το αν φεύγει και πότε.
«Είμαι σίγουρη. Θέλετε να πάρω τη μαμά μου να σας πει τι μου έφτιαξε για πρωινό σήμερα;» απάντησε με ειρωνεία η Μπριάνα. «Σας παρακαλώ να μου αδειάσετε τη γωνιά. Το δράμα σας δε με αφορά» συνέχισε αποφασισμένη να ξεφορτωθεί την ανεπιθύμητη καλεσμένη πριν ξεσπάσει σε κλάματα.
«Ακόμα δεν έχουμε νέα. Δε σε νοιάζει καθόλου;» προσπάθησε η γυναίκα να την εμπλέξει συναισθηματικά, αλλά η Μπριάνα δεν ενέδωσε.
«Εσάς σας νοιάζει;» γέλασε με το «ενδιαφέρον» της μητέρας του. «Σας νοιάζει αν είναι καλά ή αν θα γυρίσει για να συνεχίσει να ζει στο ψέμα που του ετοιμάσατε; Σας παρακαλώ, φύγετε. Θα καλέσω την αστυνομία. Η παρουσία σας εδώ καταντάει σχεδόν απειλητική!» ύψωσε τον τόνο της φωνής της. Η κυρία Γουέστμπρουκ κλονίστηκε και έκανε ένα βήμα πίσω.
«Ποτέ δε σε ενέκρινα ως σύντροφό του και δε θα το κάνω ποτέ. Ο Κίραν αξίζει κάτι καλύτερο» έχυσε το δηλητήριό της, λίγο πριν η Μπριάνα κλείσει την πόρτα με φόρα στα μούτρα της. Αυτή η οικογένεια ήταν πραγματικά άρρωστη.
Κοίταξε από το παράθυρο και είδε μια λιμουζίνα να παίρνει τη μητέρα του Κίραν. Τότε μόνο, ηρέμησε κάπως και επέστρεψε στον καναπέ αφού  σέρβιρε στον εαυτό της ένα ποτήρι κρασί. Το είχε ανάγκη.
Έβαλε λίγη μουσική και χάζεψε λίγο τηλεόραση χωρίς να μπορεί να συγκεντρωθεί φυσικά. Το κινητό της δεν είχε χτυπήσει. Δεν είχε κάποιο μήνυμα. Κανείς δεν την είχε ψάξει. Κανείς δεν την είχε αναζητήσει. Ξαφνικά ένιωσε πολύ μόνη.
Είχε αποκοιμηθεί μερικές ώρες όταν άκουσε την πόρτα της να χτυπάει ξανά. Αυτή τη φορά πιο βίαια.  Φοβήθηκε πραγματικά. Πλησίασε στην πόρτα για να δει ποιος είναι και άνοιξε ενστικτωδώς αμέσως.
«Πώς με βρήκες;» ψέλλισε σοκαρισμένη, ανίκανη να πιστέψει το θέαμα μπροστά της.
«Η Ντάνι» απάντησε ξέπνοα ο Κίραν και όρμησε πάνω της.




Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

κεφάλαιο 55- τι να κάνει το κορίτσι μας;


Κεφάλαιο 55



«Κίραν, στάσου!» φωνάζω και τρέχω με φόρα προς το μέρος του. Το μόνο που ανακόπτει κάπως την τρελή πορεία μου είναι το ρυάκι. Τσαλαβουτώ και δε με νοιάζει που τα παπούτσια μου γεμίζουν νερό. Δεν αφήνω το βλέμμα του. Με κοιτάει με ανάμεικτη έκπληξη και θυμό. Το δεύτερο δεν το περίμενα, ομολογώ.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;» κοιτάει τριγύρω μπερδεμένος, αλλά δεν του απαντάω. Πέφτω με φόρα πάνω του και τον αγκαλιάζω σφιχτά. Δεν με αγκαλιάζει, αλλά δεν τραβιέται κιόλας. Δείχνει να τα έχει χαμένα. Δεν τον αδικώ.

«Έμαθα ότι έφυγες…και ανησυχήσα» λέω και τον αφήνω. Κάνει ένα βήμα πίσω και με κοιτάει. Δεν ξέρω τι άλλο να προσθέσω.  Είμαι κι εγώ πολύ μπερδεμένη, αλλά το μυαλό μου έχουν πλημμυρίσει άσχετες σκέψεις. Σκέψεις που έχουν να κάνουν με το πόσο όμορφος είναι, πόσο γκρίζα είναι τα μάτια του σήμερα, πόσο γοητευτικός είναι με το μούσι του.

«Έφυγα για να ηρεμήσω» λέει ξαφνικά και συνειδητοποιώ ότι…η παρουσία μου εδώ δεν είναι επιθυμητή. Η αυτοπεποίθησή μου κλωνίζεται.
«Δεν ήρθα για να σε ενοχλήσω, ούτε να σε απασχολήσω. Απλώς ήθελα να δω αν είσαι καλά» του ξεκαθαρίζω, περισσότερο αμυντικά από όσο ήθελα. Δε θα απολογηθώ κιόλας.

«Σε τι οφείλω το όψιμο ενδιαφέρον;» τολμάει και με ρωτάει. Η ελάχιστη υπομονή που είχα εξανεμίστηκε. Η κούραση, η ανησυχία και ο φόβος όλων αυτών των ημερών με κάνει να χάσω την αυτοκυριαρχία μου.

«Ξέρεις τι κόπο έκανα για να σε βρω; Πόσο φοβήθηκα; Τι συμπεριφορά είναι αυτή; Δεν ήρθα για να τα ξαναβρούμε, ούτε για να σε ενοχλήσω. Ήθελα να δω αν είσαι καλά. Από ό,τι βλέπω είσαι. Είσαι ο ίδιος, αφόρητος Κίραν που ήσουν πάντα!» φωνάζω.

«Μάλιστα» σουφρώνει τα χείλη και σταυρώνει τα χέρια στο στήθος. «Ο ίδιος, αφόρητος Κίραν» επαναλαμβάνει τα λόγια μου σαν ρομπότ. Κάτι σκέφτεται αλλά δεν μπορώ να ξέρω τι.

«Η μητέρα σου ήρθε και σε έψαχνε. Νόμιζα ότι κάτι έπαθες. Νόμιζα ότι ο πατριός σου σου έκανε κακό. Έκανα ολόκληρο ταξίδι με την Ντάνι και είμαστε σχεδόν άυπνες. Η συμπεριφορά σου είναι τουλάχιστον παιδαριώδης! Για να μην σχολιάσω τη θεία σου που μας φλόμωσε στο ψέμα ότι δεν ξέρει πού είσαι».

«Είχε οδηγίες να μην πει σε κανέναν ότι είμαι εδώ. Περίμενα ότι κάποιος θα με ψάξει. Φυσικά όχι εσύ».

«Γιατί όχι εγώ;» ρώτησα πριν σκεφτώ καλά. Σύντομα το μετάνιωσα.

«Γιατί εσύ είσαι η πρώτη που χάθηκες. Εσύ άλλαξες πόλη και δουλειά. Εσύ το έκανες σχεδόν αδύνατο να σε βρω. Άλλαξες κινητό. Τα πάντα. Και όταν το έκανα εγώ ανησύχησες;» μου λέει.

«Εγώ το έκανα για να χάσεις τα ίχνη μου, επειδή ο χωρισμός μας ήταν επίπονος, και δε με άφηνες να ξεχάσω. Εσύ χάθηκες γιατί σε πίεσαν άλλα άτομα. Και δεν ήξερα μέχρι πού μπορούσαν να φτάσουν. Ίσως κινδύνευες. Κίραν, γιατί φέρεσαι έτσι;»

«Με φτάσατε στα όριά μου όλοι! Φτάνει πια!» σκίζει την γαλήνη του τοπίου με τη στεντόρεια φωνή του.  «Όλοι κάτι θέλετε από εμένα. Κάτι που δεν μπορώ να κάνω. Κανείς δε σκέφτεται πώς νιώθω. Πρέπει να είμαι τέλειος για όλους και όλο ζητάτε, ζητάτε, ζητάτε.  Μου ζήτησες ειλικρίνεια. Δεν μπόρεσα να σου την προσφέρω όχι λόγω ανεντιμότητας αλλά για να σε προστατεύσω. Δεν μου άφησες χώρο και χρόνο να φτιάξω την κατάσταση».

«Ποια κατάσταση; Μέχρι πριν από μία βδομάδα παντρευόσουν!».

«Δε θα το άφηνα να συμβεί!».

«Άλλα μάθαινα εγώ» τον ενημερώνω.

«Λυπάμαι, αλλά είσαι ηλίθια αν πίστεψες το οτιδήποτε» με σοκάρει με τα σκληρά του λόγια. Κάνω να φύγω, αλλά με κρατάει από τον καρπό. Τινάζω το χέρι μου και με αφήνει. Δεν μπορεί να με κρατήσει. Δε θέλει.

«Ήρθα ως εδώ για να δω αν είσαι καλά. Μου φτάνει αυτό. Καλή συνέχεια» του λέω και γυρίζω την πλάτη μου. Φυσικά, δεν με σταματάει.

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

ανακοινωση

Κορίτσια, έχω καλά νέα!

Τον Ιούνιο θα εκδοθεί ο 'Οντι και στη συνέχεια και κάποιες άλλες ιστορίες. Όταν είναι θα σας πω πού θα βρείτε τα βιβλία. Θα πρέπει σταδιακά να κατεβάσω τις συγκεκριμένες ιστορίες από το μπλογκ δυστυχώς.

φιλιαααααααααααααα

κεφάλαιο 54-καλο τριημερο


Κεφάλαιο 54

Εφτά η ώρα το πρωί και είμαστε έτοιμες. Η Ντάνι δείχνει λίγο εκνευρισμένη αλλά δε λέει τίποτα. Το βράδυ δεν την άφησα να κοιμηθεί. Ξυπνούσα συνεχώς και έβλεπα εφιάλτες τα ελάχιστα λεπτά που κοιμόμουν. Κατά τις τέσσερις με μάλωσε και μου είπε ότι αν γίνουμε και οι δύο ψυχολογικά ράκος δε θα καταφέρουμε τίποτα. Συμφώνησα μαζί της αρχικά, αλλά κάπου στις έξι τα ξημερώματα ξύπνησα για τα καλά και δεν μπορούσα με τίποτα να χαλαρώσω. Η φίλη μου απελπίστηκε και ξύπνησε και εκείνη.

«Ελπίζω να με κεράσεις έναν καφέ πρώτα» μου λέει ενώ βγαίνουμε στον πρωινό δροσερό αέρα. Πάμε σε ένα μικρό καφέ απέναντι από το δωμάτιό μας και παραγγέλνουμε δύο καπουτσίνο και μάφιν. Φυσικά δε θέλω να κάτσουμε και προτιμώ να πάμε στη φάρμα κατευθείαν, αλλά το χρωστάω στην Ντάνι να χαλαρώσουμε λιγάκι.
«Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να βρούμε την απάντηση στο ερώτημα ‘τι θα κάνεις αν τον δεις΄» μου λέει ενώ καθόμαστε σε ένα μικρό τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο.
«Δεν ξέρω. Προτεραιότητα είναι να τον δω, να βεβαιωθώ ότι είναι καλά και μετά βλέπουμε».
«Όχι μετά βλέπουμε!» μου λέει αποφασιστικά. «Ήρθαμε μέχρι εδώ και είσαι κομμάτια από την κούραση και τη λύπη. Νομίζω ότι πρέπει να κάνεις κάτι περισσότερο από το να τον δεις απλά. Μπριάνα, τι φοβάσαι;».
«Δε φοβάμαι κάτι. Χωρίσαμε πολύ άσχημα. Δεν άλλαξε κάτι για εμένα. Με πρόδωσε και με πλήγωσε. Δεν είμαι έτοιμη να τον δεχτώ πίσω. Οπότε δεν ξέρω τι να του πω αν τον δω. Δεν αρνούμαι ότι νιώθω πολλά ακόμα. Αλλά είμαι μπερδεμένη».
«Μακάρι να τον βρούμε» ξεφυσάει η Ντάνι. Ευτυχώς δε με πιέζει άλλο. Φαντάζομαι καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει σωστή μέθοδος για να αντιμετωπίσουμε αυτό το θέμα.

Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο περίπου πενήντα λεπτά μετά και οδηγώ μέχρι το αγρόκτημα των θείων του Κίραν.  Αφήνουμε το αμάξι μακριά από το δρόμο, σε ένα ξέφωτο, και πλησιάζουμε πεζές το σπίτι. Φυσικά δεν ακολουθούμε το μονοπάτι που οδηγεί στην είσοδο αλλά περνάμε μέσα από τα πυκνά δέντρα και καταλήγουμε σε ένα σημείο, κοντά σε ένα μικρό ρυάκι, το οποίο έχει οπτική επαφή με το αγρόκτημα, αλλά μας δίνει την άνεση να κρυβόμαστε κιόλας. Η Ντάνι σκέφτηκε και αγόρασε από το καφέ δύο σάντουιτς, χυμό και νερά.
«Θα στρατοπεδεύσουμε εδώ μέχρι το μεσημέρι και μετά βλέπουμε» λέει η Ντάνι. Έχουμε τα κινητά μας μαζί, βιβλία και περιοδικά. Έχει λίγη δροσιά και φοράμε ένα λεπτό μπουφάν αλλά σταδιακά η μέρα θα γλυκάνει, οπότε δεν ανησυχούμε.
«Δεν το πιστεύω αυτό που σε βάζω να κάνεις» της λέω μετά από λίγη ώρα. Καθόμαστε πάνω σε ένα πεσμένο κορμό και έχω ήδη κουραστεί. Είναι μόλις εννιά και έχουμε πέντε ώρες μπροστά μας.
«Δικιά μου ιδέα ήταν» μου χαμογελάει ζεστά.
«Δικιά σου ιδέα αλλά για δικό μου πρόβλημα» της υπενθυμίζω.
«Μη χάνεις το κουράγιο σου» μου λέει και με χαϊδεύει στα μαλλιά. Κάτι στην τρυφερή της κίνηση και τον τρόπο που με στηρίζει τόσες μέρες με κάνει να δακρύσω για χιλιοστή φορά μέσα σε λίγες μέρες. Με αγκαλιάζει.
«Έχω κακό προαίσθημα» της λέω και αφήνομαι πάλι σε τρανταχτό κλάμα. «Δεν θα τον βρω, δεν θα τον δω και φοβάμαι μήπως έχει πάθει κάτι».
«Ο Κίραν είναι ικανός άνθρωπος. Καλά θα είναι».
«Και αν ο Γουέστμπρουκ του έχει κάνει κακό; Ο Κίραν μού είχε πει ότι τον απειλούν».
«Μπριάνα, ακόμα και αν δεν είναι εδώ, ο Κίραν θα είναι σίγουρα καλά. Ο Γουέστμπρουκ δε θα του έχει κάνει κακό. Λίγο εκφοβισμό μπορεί να του έκανε, αλλά δε νομίζω να τον έβγαλε οριστικά από τη μέση. Δεν έχουμε να κάνουμε με μαφία» με καθησυχάζει και προσεύχομαι να έχει δίκιο.

Τα λεπτά και οι ώρες περνάνε βασανιστικά. Η θεία του Κίραν βγήκε στην αυλή και έριξε λίγο νερό σε μερικά φυτά, ο άντρας της έφυγε με το αυτοκίνητο και γύρισε μετά από μία ώρα, αλλά τίποτα άλλο. Δε βλέπω να υπάρχει άλλος άνθρωπος στο σπίτι.

«Είναι μία και κάτι» λέω απαλά στην Ντάνι, η οποία έχει αποκοιμηθεί. Θαυμάζω την ικανότητά της να κοιμάται όπου τη βάλεις. Τώρα έχει ακουμπήσει σε ένα δέντρο και κοιμάται γαλήνια. Ντρέπομαι για τον εαυτό μου που την υποβάλλω σε όλο αυτό.
«Έχεις κάποιο φετίχ να με ξυπνάς όταν κοιμάμαι;» με μαλώνει, αλλά γελάει ταυτόχρονα.
«Δε θέλω να σε ταλαιπωρώ άλλο, αρκετά έχεις περάσει, νομίζω ότι είναι ώρα να…»
«Μπριάνα, πάψε!» ανοίγει τα μάτια της ξαφνικά και με διακόπτει απότομα. Με κοιτάει σοκαρισμένη και μετά κοιτάει κάπου πίσω από τον ώμο μου. Ακολουθώ το βλέμμα της και βλέπω μια σκοτεινή αντρική φιγούρα να περπατάει σε απόσταση εκατό μέτρων περίπου από εμάς, παράλληλα με το ρυάκι, αλλά από την απέναντι όχθη.
«Είναι ο Κίραν;» ψιθυρίζει και κρυβόμαστε πίσω από έναν θάμνο. Περιμένω να πλησιάσει κι άλλο. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Αυτός πρέπει να είναι. Με κάθε βήμα ξεκαθαρίζει μέσα μου.
«Το βλέπεις κι εσύ ή είναι όνειρο;» ρωτάω τη φίλη μου. Χαχανίζει σιγανόφωνα, ο Κίραν απέχει περίπου 50 μέτρα από εμάς πια.
«Αυτός είναι» μου λέει η φίλη μου με σιγουριά. Περπατάει αργά και σκυφτά, λες και τον βασανίζει κάτι. Έχει αφήσει μούσι, αλλά δεν έχει χάσει βάρος. Πρέπει να είναι καλά.

«Μπριάνα…» λέει η Ντάνι και την κοιτάω. Μου χαμογελάει πλατιά. Ως και τα μάτια της λάμπουν. Με ακουμπάει στον ώμο και με σπρώχνει απαλά. «Τρέξε κοντά του, κορίτσι μου».

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Κεφάλαιο 53- έ ε έρχεται

Κεφάλαιο 53

Στο πρώτο μίνι μάρκετ που ρωτήσαμε αν ξέρουν τον Κίραν Κάβανο μάς απάντησαν ότι είναι «μεγάλο χωριό» και δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουν τους πάντες. Όταν βγήκαμε έξω, γελάσαμε. Ήταν μεν ένα χωριό των 5.000 κατοίκων, αλλά ο ιδιοκτήτης έδειξε να νιώθει λες και μένει στο Λονδίνο. Στο δεύτερο μαγαζί που ρωτήσαμε, βιβλιοπωλείο αυτή τη φορά, μας είπαν ότι το όνομα ακούγεται γνωστό αλλά δεν ξέρουν πού μένει. Κάναμε βόλτες στο χωριό προσπαθώντας να βγάλουμε άκρη για το πού να ψάξουμε. Δεν είχαμε πολλά στοιχεία, και δε θέλαμε να ρωτήσουμε παντού, ώστε να είμαστε και λίγο διακριτικές.
«Ας κάνουμε μια τελευταία προσπάθεια σε εκείνο το μαγαζί με τα εργαλεία» προτείνει η Ντάνι επίμονα εδώ και ένα τέταρτο αλλά την αγνοώ. Τσιμπολογώ νευρικά ένα κουλούρι και σκέφτομαι ότι δεν πρόκειται να τον βρούμε. Δεν έχω καλό προαίσθημα. Και αν αυτό δεν πάει καλά, δεν ξέρω πού αλλού να ψάξω. Έχω αρχίσει να φοβάμαι. «Ξέρεις κάτι; Πάω μόνη!» λέω ξαφνικά η φίλη μου αποφασιστικά και πετιέται από το παγκάκι όπου καθόμαστε. Μάλλον βαρέθηκε να περιμένει να της απαντήσω. Περνάει το δρόμο πριν προλάβω να τη σταματήσω. Δεν ξέρω πού βρίσκει τόση ενέργεια και αισιοδοξία. Συνεχίζω να τρώω το κουλούρι μου όταν τη βλέπω να βγαίνει από το απέναντι μαγαζί χαμογελαστή. Αυτό δε μου λέει πολλά. Πάντα χαμογελάει. Περνάει το δρόμο γρήγορα, αλλά μου φαντάζει αιώνας.
«Πάμε» μου λέει και την ακολουθώ. «Η φάρμα των Κάβανο είναι τέσσερα χιλιόμετρα βορειοδυτικά. Αν δε χαθούμε, μπορεί να είμαστε τυχερές» λέει.
«Πες μου τι σου είπαν» την παρακαλώ ενώ καθόμαστε στο αμάξι. Οδηγεί αυτή πάλι.
«Δεν μου είπαν αν τον έχουν δει. Είπα ότι είμαι και καλά μια παλιά φίλη και θέλω να δω αν η οικογένεια μένει εδώ. Δεν μίλησα για τον ίδιο. Πάμε τώρα και βλέπουμε!».


Απομακρυνόμαστε από το χωριό προς τη σωστή κατεύθυνση, ελπίζω, αλλά οι αγροικίες που ταιριάζουν στην περιγραφή του ιδιοκτήτη του μαγαζιού είναι δύο. Με την Ντάνι διαλέγουμε να πάμε σε αυτή που έχει περισσότερα δέντρα. Δεν υπάρχει λόγος. Απλά τη διαλέγουμε. Παρκάρουμε απ’ έξω. Δεν υπάρχει άλλο αμάξι και αυτό μου φαίνεται παράξενο. Χτυπάμε το κουδούνι. Ανοίγει μια γριούλα. Τη ρωτάμε αν είναι η αγροικία Κάβανο. Γελάει φιλικά και μας λέει ότι είναι το δίπλα σπίτι και ότι αυτό συμβαίνει συχνά να χάνονται οι επισκέπτες τους. Την ευχαριστούμε ευγενικά και μπαίνουμε στο αμάξι. Οδηγούμε μερικά μέτρα και επιστρέφουμε στο κεντρικό δρόμο. Μπαίνουμε στο πέτρινο δρομάκι που οδηγεί στην αγροικία Κάβανο, σε απόλυτη σιωπή. Είμαστε και οι δύο παγωμένες από το άγχος. Η τελευταία ευκαιρία.

Σηκώνει το χειρόφρενο και πετιέμαι από το αμάξι χωρίς να ξέρω τι θα κάνω και τι θα πω όταν ανοίξει η πόρτα, αλλά χτυπάω το κουδούνι. Περιμένουμε. Περιμένουμε. Τελικά ανοίγει ένας κύριος γύρω στα 60. Φοράει ένα κοτλέ χακί παντελόνι και καρώ πουκάμισο. Δείχνει κουρασμένος.
«Καλησπέρα» λέω και κάνω μια παράξενη παύση. Ο άντρας γνέφει ευγενικά και περιμένει καρτερικά να μιλήσω. Δεν ξέρω τι να πω.
«Χαθήκατε; Θέλετε να πάρετε κάποιο τηλέφωνο;» με ρωτάει τελικά.
«Όχι, όχι. Απλώς…να…» ψελλίζω αλλά δεν ολοκληρώνω. Η Ντάνι πετάγεται από πίσω μου και σώζει την κατάσταση.
«Είστε ο κύριος Κάβανο; Ψάχνουμε την οικία Κάβανο» λέει εύθυμα.
«Όχι, δε με λένε Κάβανο» μας λέει ο άντρας παραξενεμένος. Δεν είναι αγενής, αλλά δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για φλυαρίες.
«Συγγνώμη αν ενοχλούμε, αλλά μας είπαν ότι εδώ μένουν οι Κάβανο και ψάχνουμε κάποιον και…»
«Δεν ενοχλείτε, αλλά πατήσατε ευαίσθητη χορδή» λέει και σουφρώνει τα χείλη. «Το πατρικό της γυναίκας μου είναι Κάβανο. Εγώ λέγομαι Γουέστ. Το σπίτι ανήκει στην οικογένειά της και όλοι ξέρουν την οικογένεια ως Κάβανο. Ακόμα και εμένα έτσι με αποκαλούν» συνεχίζει. Η Ντάνι γελάει.
«Συγγνώμη αν σας προσβάλαμε» λέει γελώντας. Ο άντρας χαμογελάει τελικά. Εγώ συνεχίζω να είμαι παγωμένη.
«Μην ανησυχείτε. Η γυναίκα μου είναι μέσα. Θα τη φωνάξω να σας βοηθήσει για αυτόν που ψάχνετε» λέει και φωνάζει δυνατά προς το εσωτερικό «Λάουρα!».

Μια ασπρομάλλα κυρία γύρω στα 55 ξεπροβάλει σκουπίζοντας τα χέρια της σε μια πετσέτα. Μας περιεργάζεται χωρίς να προσπαθεί να το κρύψει. Τα μάτια της μου θυμίζουν λίγο του Κίραν. Σίγουρα είναι η θεία του.
«Καλησπέρα» συστηνόμαστε. Η Ντάνι αναλαμβάνει πάλι το δύσκολο έργο.
«Ψάχνουμε τον Κίραν Κάβανο» λέει. Η γυναίκα απέναντί μας δεν σοκάρεται, αλλά δεν είναι και ήρεμη. Ανοιγοκλείνει γρήγορα τα βλέφαρα.
«Ο Κίραν είναι ανιψιός μου» λέει. «Αλλά δεν είναι εδώ». Παύση. Η καρδιά μου διαλύεται.
«Ξέρετε πού είναι;»
«Το παιδί ζει μόνιμα στο Σικάγο. Εκεί θα είναι» λέει. Ο άντρας της δεν συμμετέχει σε όλο αυτό. Η γυναίκα σταυρώνει τα χέρια στο στήθος. Η Ντάνι δεν υποχωρεί.
«Πιστεύαμε ότι είναι εδώ. Είμαστε φίλες του και θέλουμε απλά να του μιλήσουμε».
«Δεν είναι εδώ» επαναλαμβάνει η γυναίκα κοφτά. «Έχει χρόνια να έρθει στο χωριό».
«Μάλιστα» λέει η Ντάνι. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν κουνιόμαστε από το κατώφλι τους. Αλλά τελικά κάνουμε ένα βήμα πίσω.
«Ευχαριστούμε» λέμε ευγενικά. Η πόρτα κλείνει πίσω μας. Μπαίνουμε στο αμάξι και εγώ αρχίζω να κλαίω.

«Σώπα, χαζή» μου λέει η φίλη μου. Οδηγεί πάλι εκείνη και μετά από μερικά χιλιόμετρα σταματάει μπροστά από ένα κτίριο.
«Κατέβα» λέει επιτακτικά.
«Δεν καταλαβαίνω» της λέω και σκουπίζω  τα μάτια μου.
«Είδα αυτό το πανδοχείο το πρωί που ήρθαμε» με ενημερώνει. «Θα χρειαστεί να φάμε κάτι και να διανυκτερεύσουμε».
«Τι λες; Είσαι τρελή; Δεν καταλαβαίνω. Όλα τέλειωσαν. Γιατί να μείνουμε;» ρωτάω έξαλλη με τη φίλη μου και τις ιδέες της.
«Παίρνω τον Πίτερ να του πω ότι δε θα γυρίσω αύριο. Ευτυχώς είναι Σάββατο σήμερα. Πάμε αργότερα να αγοράσουμε οδοντόβουρτσες και μερικά βασικά. Το βράδυ θα καταστρώσουμε σχέδιο δράσης» με τραβάει από το χέρι και κάνουμε το πιο γρήγορο τσεκ ιν στην ιστορία της φιλοξενίας.
«Δεν καταλαβαίνω τίποτα» της λέω όταν μένουμε μόνες, σε ένα απλό δωμάτιο με ένα διπλό ξύλινο κρεβάτι και βαριές κουρτίνες που κρύβουν το ελάχιστο φως που έχει μείνει στον ουρανό. Είναι αργά το απόγευμα πια.
«Δεν καταλαβαίνεις γιατί έχει θολώσει η κρίση σου και δεν παρατηρείς τα σημάδια. Θα φας, θα ξεκουραστείς και αύριο πρωί θα πάμε να παρακολουθήσουμε το σπίτι των Κάβανο».
«Μα γιατί;»
«Η θεία είπε πολύ έντονα ότι ο Κίραν δεν είναι εκεί. Και ούτε μία φορά δε ρώτησε γιατί είμαστε εκεί και γιατί ρωτάμε πού είναι. Δεν ανησύχησε μήπως ο ανιψιός της δεν είναι καλά. Υποπτεύομαι ότι έχει οδηγίες να μη λέει ότι είναι εκεί». Σκέφτομαι όσα λέει αλλά δεν μπορώ να τα επεξεργαστώ.
«Είναι παρατραβηγμένο…»
«Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος αμυντικά και συνέχεια κοιτούσε προ τα πίσω και έγερνε την πόρτα λες και έκρυβε κάτι».
«Ντάνι, πόσες αστυνομικές σειρές βλέπεις;» τη ρωτάω απορημένη. Ποια είναι η γυναίκα μπροστά μου;
«Πολλές» με ενημερώνει.
«Ελπίζω να έχεις δίκιο» ξεφυσάω. «Γιατί αν μας πάρουν χαμπάρι αύριο ότι τους παρακολουθούμε, δεν το γλυτώνουμε το κρατητήριο».






Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

κεφάλαιο 52-μικράκι, αλλά αποφασιστικό

Κεφάλαιο 52

Τέσσερις ώρες ταξίδι με το αυτοκίνητο και την Ντάνι στον τιμόνι δεν είναι και ό,τι πιο εύκολο. Η Ντάνι οδηγεί τόσο αργά που θέλω να τη βρίσω αλλά ξέρω ότι θα είμαι άδικη. Άδικη γιατί προσφέρθηκε να με συνοδεύσει στο θεότρελο ταξίδι στην Αουρόρα του Ιλλινόι. Άδικη γιατί με το που γύρισε από το μήνα του μέλιτος δέχτηκε να αφήσει τον άντρα της και να φύγει μαζί μου. Άδικη γιατί μαζί με την παρέα της προσφέρει και το αμάξι της. Τέτοιες φίλες δεν υπάρχουν πολλές. Και ακόμα και αν θέλω να την πιέσω στο δεξί πόδι για να γκαζώσει λιγάκι, δεν το κάνω. Πάνω από όλα εκτιμώ τη διάθεσή της να βοηθήσει.

«Και τίποτα να μην καταφέρουμε, θα περάσουμε μία όμορφη στο Ιλλινόι» λέει η φίλη μου για δέκατη περίπου φορά. Συμπάσχει σε τέτοιο βαθμό, που χρειάζεται να επαναλαμβάνει στον εαυτό της ενθαρρυντικές σκέψεις για να μη χάνει το κουράγιο της. Το κουράγιο μας. Γνέφω απαλά. Αλλάζει το σταθμό γιατί έχει παράσιτα. Είμαστε κάπου στη μέση του πουθενά. «Έχω ακούσει ότι είναι όμορφα» συμπληρώνει. Είμαι πολύ αγχωμένη αλλά δεν μπορώ να κρατηθώ. Γελάω.
«Είμαι σίγουρη ότι μετά το μήνα του μέλιτος με τον Πίτερ, η Αουρόρα του Ιλλινόι θα σε μαγέψει» συνεχίζω να γελάω. Μου χαμογελάει. Ξέρει τι εννοώ.

«Εγώ ξέρω ότι παρόλο που οι συνθήκες δεν είναι πολύ ευχάριστες, είναι ευκαιρία να πάμε ένα ταξιδάκι. Να περάσουμε χρόνο μαζί!» λέει με ενθουσιασμό και την πιστεύω ότι χαίρεται. Κι εγώ χαίρομαι. Αν δεν έτρεμα στην ιδέα ότι η απίστευτη έρευνα που έκανα για το πού βρίσκεται ο Κίραν θα αποβεί άκαρπη, θα ήμουν κι εγώ περισσότερο ενθουσιασμένη. Η Ντάνι είναι όμως η καλύτερη παρέα για να μοιράζομαι τα εύκολα και τα δύσκολα.
«Είναι τρελό όλο αυτό» ψελλίζω. Ο καφές μου έχει παγώσει αλλά πίνω μια γουλιά. Είναι πικρός σαν φαρμάκι.
«Είχες ελάχιστα στοιχεία. Και πολύ ένστικτο. Είναι μια ωραία ευκαιρία να δούμε σε τι ποσοστό σε αυτή τη ζωή πρέπει να ακολουθούμε το ένστικτο!» με ενθαρρύνει ξανά. Εύχομαι να μη χρειαστεί να της ανταποδώσω ποτέ τη βοήθεια που μου προσφέρει απλόχερα. Να είναι πάντα χαρούμενη και η ζωή της απαλλαγμένη από έγνοιες.
«Υποψιάζομαι ότι απλά θα πετάξουμε 200 δολάρια σε βενζίνες στην εξωτική Αουρόρα» λέω.
«Κι αν είναι εκεί; Κι αν ισχύει το ένστικτό σου ότι είναι στο χωριό του πατέρα του; Οι φίλοι του σου είπαν ότι πάει συχνά εκεί για να δει τους δικούς του. Μόνη σου είπες ότι υποθέτεις ότι η μητέρα του δεν ξέρει ότι έχει επαφές με εκείνο το σόι».
«Δε θα σκέφτηκε να ψάξει εκεί; Η γυναίκα είναι πολύ πονηρή.»
«Ναι, αλλά είναι τόσο εγωίστρια που μπορεί να μην ήθελε να παραδεχτεί ότι ο γιος της αποζητά την άλλη οικογένεια. Ο εγωισμός της τη θολώνει την κρίση. Δεν θα μπορεί να παραδεχτεί στον εαυτό της ότι του αρέσει να περνάει χρόνο σε ένα μικρό χωριό στη μέση του πουθενά, σε μια φάρμα με ζώα».
«Αν τον ήξερε πραγματικά, θα ήξερε ότι είναι απλός. Ότι δεν τον νοιάζουν οι πολυτέλειες» λέω με νοσταλγία. Δε μου είχε μιλήσει ποτέ για το χωριό του, αλλά ήξερα ότι του άρεσε η φύση, ότι προτιμούσε ως ταξιδιωτικό προορισμό ένα απομονωμένο σπίτι σε κάποιο βουνό από μια πολύβουη πόλη.
«Μη μιλάς λες και χάθηκε για πάντα» με μαλώνει η Ντάνι. Φοράει ένα ψάθινο καπέλο λες και πάμε στις Κάνες εκδρομή. Η άνοιξη έχει μπει για τα καλά, αλλά δεν έχει και τόσο ήλιο. «Θα τον βρούμε. Το θέμα είναι τι θα του πεις μετά» είναι η πρώτη φορά που μου το λέει. Ξέρω ότι αυτό το ερώτημα εκκρεμεί. Δεν ξέρω τι θα του πω. Έχουν παίξει όλα τα σενάρια στο μυαλό μου αυτές τις μέρες. Νομίζω ότι θα σπάσει η καρδιά.
 «Δεν έχω απάντηση σε αυτό» απαντάω μετά από μια παρατεταμένη σιωπή. Δεν ξέρω. Αν τον δω και βεβαιωθώ ότι είναι καλά, το πιο πιθανό είναι να κάνω μεταβολή και να φύγω. Αλλά δεν είμαι σίγουρη πώς θα αντιδράσει η καρδιά μου. Πώς θα αντιδράσει κι εκείνος. «Μακάρι να τον βρούμε και…»

«Θα τον βρούμε! Έχω καλό προαίσθημα» λέει γλυκά η Ντάνι και παρόλο που μας χωρίζει μόνο μία ώρα από τον τελικό προορισμό μας, επιβραδύνει. Θα τη σκοτώσω.