Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

De sas xexasa

Έχω πέσει με τα μούτρα στο ¨Ερωτας στις Κυκλάδες, το οποίο εκδίδεται σύντομα. Έχω πολλά τρεχάματα με τον επιμελητή κλπ. Υπομονή και έλεος ζητώ!

Πιστεύω ότι αρχές Ιουνίου θα ξεκινήσω κάτι.

Σόρρυ!!


Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Μμμμ

Στειλτε μου τις ιστοριες σας στο paulinanikolidaki@gmail.com

Θα τις ανεβασω ανώνυμα κ θα κανουμε σύσκεψη...🌝🌝🌝

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

ιδέα

Κορίτσια,

αν έχετε κανα λοβ στορι δικο σας (αληθινο), please share! Να κανουμε και κανα σχολιο μέχρι να μου έρθει η επιφοίτηση/έμπνευση

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

κεφάλαιο 63-χαπι εντ





Κεφάλαιο 62

Η διακόσμηση στο μικρό παρεκκλήσι ήταν λιτή αλλά πολύ όμορφη, με λευκές πεόνιες και λιλά κορδέλες. Η Μπριάνα είχε ασχοληθεί με τις λεπτομέρειες με πολλή όρεξη και η Ντάνι είχε αποδειχτεί άψογη παράνυμφη. Ο Κίραν, επίσης, δεν βαρέθηκε ούτε λεπτό με τις ετοιμασίες. Είχε αναλάβει την δεξίωση και τις προσκλήσεις και συμμετείχε ενεργά και σε όσα είχαν αναλάβει τα κορίτσια.
Η Μπριάνα μπήκε στην εκκλησία φορώντας ένα μακρύ λευκό φόρεμα, στενό και πολύ μοντέρνο, κρατώντας το μπράτσο του πατέρα της, ο οποίος έλαμπε από χαρά. Ο Κίραν αναστέναξε όταν την είδε, τόσο έντονα, που οι καλεσμένοι ξέσπασαν σε γέλια. Και εκείνος όμως ήταν υπέροχος. Φορούσε ένα σκούρο μπλε κοστούμι, χωρίς γραβάτα, πιστός και αυτός στο πιο κάζουαλ στιλ του. Οι γονείς της Μπριάνα και οι φίλοι τους ήταν όλοι πολύ συγκινημένοι. Αλλά ένα μικρό αγκάθι ενοχλούσε την Μπριάνα. Μια απουσία. Ο Κίραν δεν είχε ιδέα τι τη βασάνιζε και φυσικά δε γνώριζε ότι είχε προσεγγίσει τη μητέρα του. Ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Ας μην ήξερε την αλήθεια και πληγωνόταν κι άλλο από τη σκληρότητά της.
«Μπορείς να φιλήσεις τη νύφη» άκουσαν τον ιερέα να λέει και φιλήθηκαν πρώτη φορά ως παντρεμένο ζευγάρι. Δεν πίστευε ότι η ιστορία τους θα είχε χάπι εντ μετά από τόσες φουρτούνες. Ήταν λες και όλες της οι ευχές έγιναν πραγματικότητα.
Χαιρέτισαν με ένα νεύμα τους παρευρισκόμενους , αλλά μια έκπληξη τους περίμενε στην άκρη της αίθουσας. Μια κυρία με μαύρα μεγάλα γυαλιά και ένας γκριζομάλλης κύριος με σκυφτό κεφάλι. «Ραντεβού στο κέντρο τώρα» φώναξε η Μπριάνα και ο κόσμος άρχισε να διαλύεται με κατεύθυνση τα αυτοκίνητά τους. Το ζευγάρι πλησίασε τους καλεσμένους.
«Μητέρα…» ψέλλισε απαλά ο Κίραν.
«Θα μπορούσατε να βάλετε λίγα περισσότερα λουλούδια» είπε κοφτά η κυρία Γουέστμπρουκ. «Και εσύ! Δεν μπορούσες να φορέσεις μια γραβάτα; Μια φορά παντρεύεται ο άνθρωπος» τον μάλωσε. Η Μπριάνα γέλασε λίγο. Η πεθερά της είχε παντρευτεί δύο φορές. «Ελπίζω στο τραπέζι να μη σερβίρετε τίποτα μαρούλια και κοτόπουλα. Θα πεθάνω» έκανε αέρα με τη βεντάλια της.
«Μητέρα, ποιος σου είπε για το γάμο;» ρώτησε ο Κίραν και κοίταξε την Μπριάνα. Εκείνη δεν αντέδρασε.
«Ένα γιο έχω. Λες να μη το μάθαινα;»
«Μήπως έχεις να μας πεις και κάτι άλλο πριν κρίνεις τη διακόσμηση;» γέλασε ο Κίραν. Ευτυχώς δεν την έκανε να νιώσει πιο άβολα από ό,τι ένιωθε. Ο Γουέστμπρουκ εντωμεταξύ παρέμενε βουβός.
«Να…ζήσετε. Και εύχομαι τα παιδιά σας να είναι και αυτά ξεροκέφαλα για να δείτε τη γλύκα» ξεστόμισε η απίστευτη γυναίκα και ο Κίραν και η Μπριάνα ξέσπασαν σε γέλια.
«Δεν ήξερα ότι έχει πλάκα» είπε η Μπριάνα στον Κίραν. Εκείνος χαμογέλασε.
«Δεν έχεις ιδέα» τη διαβεβαίωσε. Ξαφνικά όλοι σώπασαν. Ο κύριος Γουέστμπρουκ άπλωσε το χέρι του προς τον Κίραν.
«Να ζήσετε» είπε απλά και μετά στράφηκε στην Μπριάνα. «Θα έρθουμε και στο δείπνο αν είμαστε ευπρόσδεκτοι» ρώτησε σχεδόν ντροπαλά.
«Στο τραπέζι μας έχουμε άλλες δύο θέσεις» είπε η Μπριάνα. «Της κράτησα μήπως τυχόν και έρθετε στα συγκαλά σας» συμπλήρωσε με κάθε ευθύτητα.
«Δεν έχω συνηθίσει να μου φέρνουν αντιρρήσεις, αλλά…» είπε ο Γουέστμπρουκ και σταμάτησε μερικά δευτερόλεπτα. «Ο Κίραν είναι ο μόνος γιος που έχω. Δεν περίμενα να σταθεί ποτέ απέναντί μου. Δεν το περίμενα, δε μου άρεσε, αλλά τον καταλαβαίνω. Είστε…πολύ ταιριαστοί» είπε σεμνά. Η Μπριάνα χαμογέλασε. «Και απ’ ό,τι μαθαίνω, βάλατε και τη γυναίκα μου στη θέση της. Αυτό θέλει μια κάποια…ικανότητα εκ μέρους σας».
«Ναι εγώ είμαι το πρόβλημα!» πετάχτηκε η κυρία Γουέστμπρουκ. «Ας μην σε είχα απειλήσει με διαζύγιο και θα σου έλεγα αν θα ερχόσουν σήμερα» του είπε.
«Θα ερχόμουν. Απλά ήθελα τον χρόνο μου» τη διαβεβαίωσε.
«Θα τσακωνόμαστε κι εμείς έτσι;» ρώτησε ο Κίραν την Μπριάνα.
«Πολύ φοβάμαι πως ναι» γέλασε η Μπριάνα και τον αγκάλιασε.
Οι γονείς του Κίραν συνέχισαν να τσακώνονται μέχρι τη λιμουζίνα τους, αλλά στο τραπέζι ήταν ευγενέστατοι με όλους. Λίγο κουμπωμένοι, αλλά ευγενέστατοι. Και η μητέρα της με τη μητέρα του Κίραν έπιασαν την κουβέντα για κηπουρική και λουλούδια και συζητούσαν σχεδόν όλο το βράδυ για τις ορχιδέες τους. Παράξενα πράγματα!
«Θαύμα» της ψιθύρισε ο Κίραν κοιτώντας προς το τραπέζι τους. Χόρευαν ένα μπλουζ ενώ σιγά σιγά η δεξίωση έφτανε στο τέλος της.
«Έχουμε όλοι πολύ δρόμο να διανύσουμε» του είπε εκείνη και τον φίλησε.
«Και σε όλο το δρόμο, θα σου κρατάω το χέρι» της ορκίστηκε εκείνος.
«Και εγώ το δικό σου» του ορκίστηκε κι εκείνη και χώθηκε στην αγκαλιά του.



Τρίτη, 3 Απριλίου 2018

κεφάλαιο 62-σκύλα της λύσσαςςςςς


Κεφάλαιο 62
Ήταν κάτι το οποίο έπρεπε να κάνει και αν και έτρεμε στην ιδέα, ήταν πεπεισμένη ότι ήταν το σωστό. Ο καιρός ήταν καλός, αλλά έσφιγγε το σακάκι της γύρω από το σώμα της λες και ήθελε να προστατευτεί από το κρύο. Στην πραγματικότητα φοβόταν αυτό που είχε να αντιμετωπίσει. Για χάρη του Κίραν όμως θα τα έκανε όλα. Την έκανε ευτυχισμένη σε κάθε επίπεδο και αυτό του το χρωστούσε. Κι ας ένιωθε ήδη το πλήγμα στο εγωισμό της. Για χάρη του θα τα έκανε όλα. Ακόμα και να αντιμετωπίσει τον δράκο του παραμυθιού μόνη της.
Τα τακούνια της έκαναν ήχο πάνω στο μαρμάρινο πάτωμα του ακριβού μπιστρό όπου είχε κανονίσει η άλλη γυναίκα να τη συναντήσει, τραβώντας την προσοχή. Αναπόφευκτα τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Εκείνη καθόταν ήδη και την περίμενε. Δεν είχε παραγγείλει ακόμα.
«Καλησπέρα σας» είπε ευγενικά στην γυναίκα και της έτεινε το χέρι όταν πλησίασε το γωνιακό τραπέζι. Η χειραψία ήταν σύντομη, αλλά όχι ιδιαίτερη χλιαρή.
«Είναι καλά ο γιος μου;» ρώτησε αμέσως η κα Γουέστμπρουκ και η Μπριάνα συνειδητοποίησε για πιο λόγο είχε δεχτεί αμέσως να τη συναντήσει! Είχε εκπλαγεί θετικά, αλλά τώρα καταλάβαινε το λόγο. Κάθισε και έβγαλε το σακάκι της. Βολεύτηκε στη βελούδινη πολυθρόνα και κοίταξε τον χώρο τριγύρω.
«Μια χαρά, μην ανησυχείτε» απάντησε γρήγορα. Ήταν ένα πολυτελές μαγαζί, λίγο απόμερο, με φοβερά προσεγμένη διακόσμηση και καλό κόσμο. «Και στην υγεία του και στη διάθεσή του. Βρήκε και δουλειά» συνέχισε να την ενημερώνει ενώ πήρε στα χέρια της τον κατάλογο. Όλα ήταν πανάκριβα αλλά δε σκόπευε να φάει. Θα έπινε μόνο έναν καφέ και θα έβγαινε το βράδυ για φαγητό με την Ντάνι.
«Και τότε σε τι οφείλω την τιμή;» μπήκε αμέσως στο ψητό η κα Γουέστμπρουκ, με το γνωστό οξύ της ύφος. Η Μπριάνα ανατρίχιασε λιγάκι. Τι είχε έρθει να κάνει; Για ποιο λόγο υπέβαλε τον εαυτό της σε αυτό το μαρτύριο; Η γυναίκα ήταν αδιόρθωτη.
«Ήθελα να σας ανακοινώσω ότι παντρευόμαστε» είπε και εκείνη σε εξίσου κοφτό τόνο και απόλαυσε μερικά δευτερόλεπτα το σοκ στο πρόσωπο της μητέρας του Κίραν. Απέκτησε πολύ γρήγορα την αυτοκυριαρχία της όμως. Ή αυτό ή οι ενέσεις μπότοξ την είχαν κάνει πολύ ανέκφραστη. «Και παρόλο που γνωρίζω τη γνώμη σας για εμένα και τη σχέση μας, έκρινα σωστό, εν αγνοία του Κίραν, να σας ενημερώσω ότι η τελετή θα γίνει σε δέκα μέρες και ξέρω ότι ο Κίραν θα ήθελε να είστε αγαπημένοι και να μη λείπετε» είπε χωρίς ανάσα. Ήταν έτοιμη για την απόρριψη οπότε δεν είχε τίποτα να χάσει. Η κα Γουέστμπρουκ χαμογέλασε φευγαλέα. Το πρόσωπό της συσπάστηκε από την προσπάθεια. Λες και έβγαλε το χαμόγελο αυτό από κάποιο σκονισμένο χρονοντούλαπο. Λες και είχε χρόνια να το κάνει.
«Χαίρομαι πολύ. Ο γιος μου κάνει το ένα λάθος μετά το άλλο. Διέλυσε ένα γάμο που θα του εξασφάλιζε μια ευτυχισμένη ζωή για να παντρευτεί μια απλή κοπέλα;» γέλασε.
«Μια ευτυχισμένη ζωή για εσάς εννοείτε; Γιατί ο Κίραν δε θα ήταν ευτυχισμένος με μια γυναίκα που θα του είχατε διαλέξει εσείς. Ήλπιζα να σας λογικέψω σήμερα. Να σας πω ότι ξέρω ότι δεν με αποδέχεστε αλλά δε θέλω να λείπετε από το γάμο του Κίραν».
«Δεν μπορώ να εμφανιστώ σε ένα γάμο που δεν εγκρίνω».
«Αν αργότερα αλλάξετε γνώμη όμως, δε θα υπάρχει γυρισμός» είπε η Μπριάνα αποστομωτικά. «Θα έχετε χάσει το γάμο του μοναχοπαιδιού σας!» της θύμισε. Η Γουέστμπρουκ έμεινε για λίγο αμίλητη.
«Θα έχουμε κάπου στους 100 καλεσμένους. Θα είναι σχετικά μικρός γάμος, κυρίως με φίλους, αλλά και με λίγους συγγενείς. Θα έρθει η οικογένειά μου και η πλευρά του πατέρα του Κίραν. Δε νομίζω ότι θα αναρωτηθεί κανείς αν λείψετε. Αλλά θέλω να είμαι σίγουρη ότι ξέρετε ότι θα σας περιμένω. Όχι για εμένα, αλλά για τον Κίραν. Μπορεί να το παίζει σκληρός, μπορεί να επιλέγει εμένα, πάνω από όλους και όλα, αλλά είναι δύσκολο να ξέρεις ότι ζει η μητέρα σου μερικά χιλιόμετρα μακριά και δεν είναι παρούσα στο γάμο σου απλά και μόνο επειδή είναι ξεροκέφαλη».
«Πώς τολμάς;» ψιθύρισε εκνευρισμένη η γυναίκα αλλά η Μπριάνα δεν έκανε πίσω.
«Δεν υπάρχει λόγος να λείπετε».
«Ο άντρας μου δε θα έρθει».
«Ελάτε μόνη σας».
«Αυτό είναι αδύνατο! Θα είναι σκάνδαλο στον κύκλο μας!».
«Ο κύκλος σας είναι ψεύτικος και αποτελείται από δήθεν άτομα αν κρίνουν κάτι τέτοιο. Εγώ είπα αυτό που ήθελα να πω» σηκώθηκε, αλλά όχι απότομα, ώστε να μην τραβήξει τα βλέμματα. Δεν είχε προλάβει να παραγγείλει καν. Καλύτερα ίσως. «Όλα έχουν πάρει το δρόμο τους και ο γάμος μας θα είναι υπέροχος, είστε δεν είστε εκεί. Αλλά εγώ ένιωσα την ανάγκη να σας καλέσω. Εσείς έχετε απλά να διαλέξετε ανάμεσα στον εγωισμό και το μητρικό σας φίλτρο. Καλό απόγευμα να έχετε» χαμογέλασε, πήρε την τσάντα της στο χέρι και έφυγε με την αίσθηση ότι είχε νικήσει τη μάχη.

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

κεφάλαιο 61- να έρθει η μητέρα στον γάμο;


Κεφάλαιο 61

Τα γενέθλια του Στίβεν είναι πάντα ευκαιρία για τρελό ξεφάντωμα στο μπαρ. Οι περισσότεροι πελάτες σήμερα είναι και φίλοι μας και το μπαρ έχει πάρει φωτιά. Ο Στίβεν φτιάχνει τα πιο περίπλοκα κοκτέιλ, η Άννα σερβίρει και η Χάριετ φέρνει ποτά στο μπαρ από την αποθήκη και καθαρά ποτήρια από την κουζίνα. Οι ρυθμοί είναι θεότρελοι.
«Τέλειο!» μουγκρίζει με ευχαρίστηση η Ντάνι, όταν μας φέρνουν ένα κοκτέιλ με τόσο εντυπωσιακό χρώμα που όλοι το φωτογραφίζουμε. Είμαστε μια παρέα δέκα ατόμων και δεν έχουμε σταματήσει λεπτό να γελάμε και να συζητάμε περί ανέμων και υδάτων. Πιο πολύ από όλα απολαμβάνω το πόσο χαλαρός είναι ο Κίραν. Κανείς δεν τον έκανε να νιώσει άβολα μετά την επιστροφή του και ο Πίτερ τον χαιρέτισε συγκρατημένα μεν, αλλά φιλικά.
«Κάποιος να φέρει μια βότκα!» ακούμε τον Στίβεν να φωνάζει και κοιτάμε προς το μπαρ. Με το ένα χέρι σερβίρει ένα ποτό και με το άλλο διαλέγει μια φλούδα λεμόνι για ντεκόρ.
«Δεν είναι σωστό να δουλεύει τόσο σκληρά στα γενέθλιά του» μου ψιθυρίζει ο Κίραν και του γνέφω καταφατικά. Είναι αλήθεια ότι κάνει ό,τι μπορεί για να  περάσουμε καλά αλλά μάλλον χρειάζεται άλλο ένα ζευγάρι χέρια. «Πάμε;» προτείνει και μου κόβεται η ανάσα. Γυρίζω και τον κοιτάζω τόσο σοκαρισμένη που κάποιος εξωτερικός παρατηρητής θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι μου είχε πει κάτι συνταρακτικό. Αλλά κάτι τέτοιο ήταν.
«Εσύ…εγώ; Να…βοηθήσουμε;» ψελλίζω. Δεν ξέρω τι είναι πιο τρελό.  Εκείνος πίσω από την μπάρα ή εγώ;
«Μην δείχνεις τόσο σοκαρισμένη. Μπορώ να κόψω μερικά λεμόνια και να σκουπίσω μερικά ποτήρια!» λέει δήθεν προσβεβλημένος. «Αλλά για να είμαι ειλικρινής, περίμενα να με βγάλεις από τη δύσκολη θέση και να το κάνεις εσύ!». Τον κοιτάω εμβρόντητη.
«Μου φαίνεται τρελό να μου το προτείνεις εσύ, αλλά θα το κάνω!» λέω και μπαίνω πίσω από την μπάρα. Ο Στίβεν μού κλείνει το μάτι και δεν κρύβει την ευχαρίστησή του.
«Πήγαινε να μιλήσεις κι εσύ με τους φίλους σου και αναλαμβάνουμε εμείς για λίγο» τον παροτρύνω. Δε χρειάζεται δεύτερη φορά. Πετάει την ποδιά σε μια άκρη και με αφήνει μόνη με τα κορίτσια. Οι παραγγελίες είναι πολλές αλλά οι περισσότερες απλές. Δουλεύω απερίσπαστη και ο Κίραν κάθεται σε ένα σκαμπώ στο μπαρ και με παρακολουθεί χαμογελαστός.
«Δεν περίμενα ποτέ ότι θα με βλέπεις να δουλεύω εδώ και θα χαμογελάς» του είπα ενώ σέρβιρα ένα ουίσκι με πάγο. «Και μάλιστα θα ήταν και δική σου ιδέα να το κάνω!».
«Θέλω να πιστεύω ότι έχω αλλάξει λίγο κοσμοθεωρία» μου λέει συνεχίζοντας να χαμογελάει, αλλά νιώθω ότι κάτι χάνω. Δείχνει λίγο πιο νευρικός. Σαν κάτι να σκέφτεται. «Επηρεάστηκα και λυπάμαι. Φυσικά και δεν θεωρώ μεμπτό να δουλεύεις εδώ μέσα. Θεωρώ ότι μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα και είμαι ευτυχισμένος όταν είσαι εσύ ευτυχισμένη. Αν θες να δουλέψεις σε μπαρ μόνιμα, θα σε στηρίξω. Αν θες να το κάνεις περιστασιακά, πάλι θα σε στηρίξω. Αν θες να τα παρατήσεις όλα και να ξεκινήσεις…ζωγραφική, και πάλι θα είμαι πλάι σου».
«Δεν έχω ταλέντο στη ζωγραφική» σουφρώνω τη μύτη μου και σκαρφαλώνοντας στην μπάρα του δίνω ένα πεταχτό φιλί στα χείλη. Ακούω τη Χάριετ να με φωνάζει στην κουζίνα. Κάνω νόημα στον Κίραν να με περιμένει ένα λεπτάκι. Βοηθάω τα κορίτσια να μεταφέρουν μερικά σφηνοπότηρα. Η Χάριετ επιστρέφει στην κουζίνα και η Άννα πάει να σερβίρει. Με την άκρη του ματιού μου βλέπω τον Στίβεν να διασκεδάζει και χαίρομαι για αυτό.
Απόλυτα συγκεντρωμένη καθαρίζω τον πάγκο γιατί επικρατεί πανικός, αλλά όταν σηκώνω το βλέμμα μου προς τον Κίραν μετά από μερικά λεπτά, μια έκπληξη με περιμένει στον πάγκο. Μπροστά του, και ανάμεσά μας, βρίσκεται ένα μαύρο βελούδινο κουτί. Τον κοιτάω μπερδεμένη. Οι φίλοι μας ρίχνουν κλεφτές ματιές προς το μέρος μας. Νιώθω ότι κάτι μου διαφεύγει.
«Κίραν…τι είναι αυτό;» τον ρωτάω. Ο χρόνος έχει σταματήσει, το μπαρ είναι άδειο στα μάτια μου. Δεν ακούω μουσική. Μόνο την καρδιά μου να χτυπάει. Είμαστε μόνοι εκείνος και εγώ. Και με κοιτάει με τόση αγάπη που τα μάτια μου κοντεύουν να βουρκώσουν.
«Σκέφτηκα ένα εκατομμύριο ρομαντικά μέρη για να το κάνω. Αλλά σκέφτηκα ότι ο συμβολισμός εδώ μέσα είναι αξεπέραστος. Είναι το μέρος που στάθηκε ο λόγος για να μας χωρίσει. Η ξεροκεφαλιά μου. Οι προκαταλήψεις. Τώρα είμαι εδώ και έχουν αλλάξει τόσα, και δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να μπει ανάμεσά μας».
«Καταλαβαίνω αλλά…»
«Άνοιξέ το» με παροτρύνει και το κάνω. Βιαστικά και άκομψα, σαν παιδί που σκίζει το πρωτοχρονιάτικο παιχνίδι του. Δεν είναι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, ούτε ένα βραχιόλι. Είναι αυτό που ήλπιζα να είναι. Ένα υπέροχο μονόπετρο. Έτσι όπως θα το διάλεγα εγώ. Το πόσο με ξέρει με συγκινεί. Είναι από ροζ χρυσό και έχει ένα απλό δέσιμο και ένα απαλό ροζ διαμάντι. Το φοράω χωρίς δεύτερη σκέψη. Μου εφαρμόζει τέλεια.
«Να υποθέσω ότι δέχεσαι;» με κοιτάει όλο αγωνία.
«Εξαρτάται ποια είναι η ερώτηση» τον πειράζω.
«Σου αρέσει να με τυραννάς!» μου γελάει και σηκώνεται. Με μια γρήγορη κίνηση πηδάει επιδέξια πάνω από τον πάγκο και με σφίγγει στην αγκαλιά του. Με φιλάει γλυκά. «Θες να με τυραννάς για πάντα;» με ρωτάει. «Θες να κάνεις πάντα του κεφαλιού σου και εγώ να προσπαθώ να σου βάλω μυαλό; Να δοκιμάζεις νέες συνταγές και να μένουμε νηστικοί τις μισές μέρες της βδομάδας; Να ταξιδεύουμε και να διαβάζουμε μαζί βιβλία στο κρεβάτι τις Κυριακές το πρωί; Θες να γίνεις δική μου για πάντα; Γυναίκα μου;» ρωτάει απανωτά και σε κάθε ερώτηση γνέφω καταφατικά. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Το ίδιο και η καρδιά μου. Δεν είχα ιδέα ότι σκόπευε να μου κάνει πρόταση. Δεν είχα ιδέα πόσο πολύ το ήθελα.
«Κάθε μέρα που περνάει σε αγαπώ και πιο πολύ. Θα είναι τιμή μου να γίνω γυναίκα σου» του λέω τελικά και με αγκαλιάζει ξανά. Είναι ανακουφισμένος. Δεν μπορεί να μην ξέρει πόσο τον αγαπάω. Τα εμπόδια στο δρόμο μας απλώς δυνάμωσαν την αγάπη μας.
«Δική μου» μου ψιθυρίζει και νιώθω την αγάπη του στο άγγιγμά του, στο φιλί του, στο βλέμμα του.
"Δικός μου" του λέω κι εγώ με τη σειρά μου.



Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

κεφάλαιο 60-ακούτε κάτι; ντιν ντον


Κεφάλαιο 60

«Μακάρι να μπορούσα να σε στηρίξω πιο πολύ αλλά δεν ξέρω τι να κάνω» είπε η Μπριάνα μερικές μέρες μετά. Ο Κίραν πηγαινοερχόταν συνεχώς στους δικηγόρους του και γυρνούσε κάθε βράδυ ξεφυσώντας. «Αν έρθω μαζί σου όμως θα ανάψουν πιο πολύ τα αίματα».
«Δε θέλω να σε υποβάλω στο μαρτύριο του να συναντήσεις τη μητέρα μου. Έχει χάσει κάθε μέτρο. Σήμερα έδωσε ρέστα. Μου είπε κάτι του τύπου ότι αν δε δώσει την ευχή της δε θα είμαι ποτέ ευτυχισμένος και ότι θα πεθάνει αν τα διαλύσω όλα».
«Τι της απάντησες;» ρώτησε η Μπριάνα, αν και δεν ήταν σίγουρη ότι ήθελε να ξέρει πόσο εκτροχιάστηκε η συζήτηση. «Νιώθω πολύ άσχημα που είμαι το μήλο της έριδος».
«Για χιλιοστή φορά δεν είσαι εσύ το πρόβλημα» της είπε αυστηρά. «Έχει να κάνει με εμένα και θα το πάω ως το τέρμα. Αυτό είπα και σε εκείνη. Δε θα τους αφήσω να με κάνουν ό,τι θέλουν. Είμαι ευτυχισμένος μόνο όταν είμαι μαζί σου. Και αυτό δεν αλλάζει».
«Και εγώ έτσι νιώθω» κούρνιασε ακόμα περισσότερο στην αγκαλιά του. Περνούσαν τις περισσότερες ώρες που δε δούλευε μαζί. Μαγείρευαν, έβλεπαν ταινίες και συζητούσαν ατελείωτες ώρες, προσπαθώντας να αποκαταστήσουν λάθη του παρελθόντος και να βάλουν βάσεις για ένα σταθερό μέλλον.
«Σήμερα ήρθε και ο πατριός μου στη συζήτηση. Θέλει τόκο για τα δίδακτρα και όσα έχει ξοδέψει για μένα. Αυτό αλλάζει λίγο τα πράγματα, γιατί δεν έχω ακόμα ρευστοποιήσει την περιουσία μου αλλά θα δω τι θα κάνω. Σχεδόν διπλασιάστηκε το χρέος. Ίσως έπρεπε να το περιμένω όμως. Με έπιασε απροετοίμαστο. Με τρελαίνει που η μητέρα μου δε βλέπει ότι από αυτόν ξεκινούν όλα. Δεν είσαι εσύ το πρόβλημα. Αυτός χρησιμοποιεί τα χρήματά του για να την κάνει μαριονέτα».
«Η πρώην σου τι λέει για όλα αυτά;» τον ρώτησε και εκείνος ανακάθισε απότομα.
«Ποια πρώην; Δεν είχαμε σχέση! Μην το ξαναπείς αυτό» της είπε κοφτά. Η Μπριάνα κατάλαβε ότι τον έθιξε αλλά ήταν αργά.
«Συγγνώμη, αλλά…»
«Δεν την άγγιξα ποτέ. Μην πιστεύεις βλακείες. Πίστεψέ με. Ξέρω ότι στο παρελθόν έχω κάνει λάθη αλλά ποτέ δε θα άγγιζα άλλη γυναίκα. Ανήκω σε σένα».
«Σε πιστεύω. Συγγνώμη» προσπάθησε να τον ηρεμήσει χαϊδεύοντάς τον απαλά. Χαλάρωσε αμέσως και την αγκάλιασε ξανά.
«Ο Ντέμιεν μού πρότεινε να δουλέψω στην εταιρεία του και το σκέφτομαι σοβαρά» της είπε. Το νέο τη χαροποίησε αλλά προσπάθησε να μην το δείξει και επηρεάσει την απόφασή του. Ήταν σημαντικό να ξαναβγεί στην αγορά εργασίας και να έχει κάτι δημιουργικό να κάνει, μακριά από την εξουσία του πατριού του.
«Πες μου για τη θέση» τον παρότρυνε.
«Ο Ντέμιεν έχει στήσει μια start up και εδώ και καιρό θέλει να τον βοηθήσω, αλλά πάντα δούλευα στον όμιλο Γουέστμπρουκ. Είναι ευκαιρία να δουλέψω σε κάτι πιο μικρό, να βοηθήσω στο στήσιμο, να το δω να μεγαλώνει. Με θέλει να αναλάβω το οικονομικό κομμάτι γιατί προς το παρόν τα κάνει όλα αυτός και έχει πήξει».
«Είναι αντάξιο των προσόντων σου;» τον ρώτησε ανοιχτά. Είχε κορυφαίες σπουδές και ικανότητες. Ήταν κάτι που θα τον έκανε να τα αξιοποιήσει όλα αυτά ή απλώς ήταν μια κάποια λύση;
«Είναι απαιτητική θέση. Η εταιρεία έχει κάνει γερή είσοδο στην αγορά και πρέπει να θέσω βάσεις για να αναπτυχθεί περαιτέρω. Είναι μια πρόκληση. Είναι νεανικό περιβάλλον. Νομίζω ότι θα μου ταιριάζει».
«Είμαι χαρούμενη για σένα» του είπε γλυκά. Το εννοούσε. Θα έφευγε μαζί του και στην άκρη του κόσμου αλλά στην πραγματικότητα δεν ήθελε να νιώσει φυγάς. Δεν είχαν κάνει κάτι κακό. Και εκείνη ήταν ευχαριστημένη με τη δουλειά της και είχε στήσει μια απλή αλλά όμορφη ζωή στην πόλη. Και με τον Κίραν ήταν ακόμα πιο όμορφη.
«Όσα εμπόδια και να βάλουν είναι θέμα χρόνου να τελειώνουμε. Έπαιξαν όλα τα χαρτιά τους. Απειλές, παρακάλια,  δολοπλοκίες».
Έκατσαν για λίγο αγκαλιασμένοι στον καναπέ χωρίς να μιλάνε μέχρι που ο Κίραν πείνασε και σηκώθηκε να φέρει λίγο παγωτό. Η Μπριάνα έστειλε ένα μήνυμα στην Ντάνι να της θυμίσει το αυριανό ραντεβού τους στο μπαρ.
«Θα έρθεις αύριο στο μπαρ; Θα συναντήσω τα παιδιά» του πρότεινε όταν επέστρεψε. Ακόμα δεν είχαν βρεθεί οι τέσσερίς τους μετά το περιστατικό με τον Κίραν και τον Πίτερ αλλά η Ντάνι τής είχε πει ότι ο Πίτερ δεν κρατούσε κακία.  Δεν έβγαιναν πολύ μέχρι να τελειώνουν με τις νομικές διαδικασίες για να αποφύγουν τυχόν δυσάρεστες συναντήσεις, αλλά η αυριανή μέρα ήταν μια καλή ευκαιρία γιατί ο Στίβεν είχε γενέθλια και είχε καιρό να τους δει όλους.
«Φυσικά» απάντησε εκείνος ανέμελα. Ποτέ δεν της χαλούσε χατίρι.
«Κίραν, θα τελειώσει ποτέ όλο αυτό; Θα ζήσουμε επιτέλους ήρεμοι;» τον ρώτησε αναστενάζοντας. Ήταν αισιόδοξη αλλά πού και πού φοβόταν ότι κάτι θα έμπαινε εμπόδιο.
«Είμαστε πολύ κοντά. Πολύ, πολύ κοντά» της είπε και σε κάθε συλλαβή ακούμπησε ένα φιλί στα χείλη της.

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

κεφάλαιο 59-πλησιάζουμε


Κεφάλαιο 59

Η Μπριάνα κατάφερε να συγκεντρωθεί κάπως στη δουλειά, αλλά μετά το μεσημέρι, μετά από ένα μπαράζ μηνυμάτων από τον Κίραν, δεν κατάφερε να είναι και πολύ αποδοτική. Σχόλασε κατά τις έξι και επέστρεψε στο σπίτι. Δεν ήξερε αν θα τον έβλεπε και τι θα έλεγαν. Ήταν πολύ μπερδεμένη. Είχε μιλήσει με την Ντάνι, η οποία ήταν χαρούμενη που τελικά βρέθηκαν και συζήτησαν, αλλά απέφυγε να πάρει θέση για το τι έπρεπε να κάνει η φίλη της. Η Μπριάνα το εκτίμησε, αλλά ταυτόχρονα χρειαζόταν και μια πιο ψυχρή ματιά.
Το μυαλό της τριβέλιζε η ανησυχία για το πώς θα αντιμετώπιζαν οι δικοί του την απόφασή του να αποκοπεί από την οικογενειακή περιουσία και να απομακρυνθεί ψυχικά και οικονομικά από αυτούς. Η Μπριάνα καταλάβαινε ότι ήταν ένα δυσβάστακτο βάρος για κάποιον να αφήσει τα πάντα πίσω του για μια σχέση, όσο σημαντική κι αν ήταν αυτή. Ένα βάρος όχι μόνο για εκείνον, αλλά και ίσως ένα χρέος και για την ίδια, να πάρει πιο γρήγορα αποφάσεις και να φροντίζει πάντα να είναι άψογη για να μην τον κάνει ποτέ να μετανιώσει για την επιλογή του, για το πόσα θυσίασε για να είναι μαζί της.
Δεν έστειλε μήνυμα, ούτε τον πήρε τηλέφωνο. Δεν είχε ιδέα τι σκόπευε να κάνει μέσα στη μέρα του. Στα μηνύματά του της είπε μόνο ότι θέλει να την ξαναδεί σύντομα και ότι πέρασε υπέροχα το βράδυ μαζί της. Του είχε απαντήσει κι εκείνη στον ίδιο τόνο. Το χέρι της πληκτρολόγησε το μήνυμα σχεδόν χωρίς να φιλτράρει τις σκέψεις της. Η καρδιά της μάλλον είχε ήδη αποφασίσει. Δεν μπορεί να μην ήταν σοβαρός, να μην ήταν ειλικρινής για τα συναισθήματά του απέναντί της, όταν ήταν διατεθειμένος να τα αφήσει όλα πίσω του για εκείνη και να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα, ακόμα και σε μια άλλη χώρα, μακριά από όλους και όλα.
Κατά τις οκτώ άκουσε το κουδούνι της εξώπορτας να χτυπάει και τον άκουσε να ανεβαίνει τα σκαλιά της πολυκατοικίας τρέχοντας. Η καρδιά της πετάρισε στο στήθος της.
«Καλώς τον» του είπε σχεδόν ντροπαλά, λες και υποδεχόταν κάποιον που μόλις είχε γνωρίσει. Εκείνος δεν άφησε και πολλά περιθώρια για αμηχανία. Της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη και κάθισε στον καναπέ λες και το σπίτι ήταν δικό του. Μήπως δεν ήταν;
«Πώς πήγε η μέρα σου;» της χαμογέλασε. Ήξερε ότι δεν ήταν η δική της μέρα αυτή που είχε σημασία σήμερα, αλλά η Μπριάνα απάντησε όπως και να έχει, για να μη δείξει την αγωνία που είχε να μάθει τα δικά του νέα και φανεί απελπισμένη.
«Κάθε μέρα έχουμε και μια νέα κρίση στη δουλειά» άρχισε να του εξηγεί και κάθισε δίπλα του. «Σήμερα ένας καλλιτέχνης που είχε αποφασίσει να κάνει μια μικρή έκθεση με γλυπτά του σε εμάς και είχαμε ήδη αρχίσει να εκτυπώνουμε προσκλήσεις και διαφημιστικά, αποφάσισε να αλλάξει τις ημερομηνίες επειδή θα πάει ένα ταξίδι και δε θέλει να αγχωθεί. Έπρεπε να τα αλλάξουμε όλα. Είναι τρελό».
«Και γιατί δέχεστε τέτοια αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά; Αυτός σας έχει ανάγκη» τη ρώτησε.
«Ο διευθυντής μου λέει ότι είναι πολλά υποσχόμενος. Πρέπει να τον έχουμε από κοντά».
«Πώς τα πας με τον διευθυντή σου; Είναι στο στιλ της Κέντρα;» γέλασε. Η Μπριάνα θυμήθηκε το πόσο άσχημα περνούσε με τη γυναίκα.
«Είναι ευγενικός, αλλά έχει κι αυτός τις ιδιοτροπίες του. Εσύ τι νέα;» ρώτησε λίγο πιο απότομα από ό,τι σκόπευε αλλά πέθαινε να μάθει.
«Εγώ πήγα για καφέ και συνάντησα τα παιδιά και μετά πήγα στην τράπεζα και στον δικηγόρο μου» είπε εκείνος.
«Και;» τον παρότρυνε. Μα τι έκανε; Έπαιζε μαζί της; Το κάθαρμα χαμογελούσε.
«Ο δικηγόρος μου θα αναλάβει τις διαδικασίες για να απεμπλακώ οικονομικά από τους Γουέστμπρουκ και την επικοινωνία μαζί τους. Το σπίτι του πατέρα μου είναι προς πώληση».
«Είναι…λυπάσαι που θα πωληθεί;» τον ρώτησε εκείνη.
«Είναι κάτι που πρέπει να γίνει. Δεν έχω αναμνήσεις από εκεί. Είναι απλά ένα σπίτι που είχε αγοράσει ο πατέρας μου. Δεν είναι το πατρικό μου ή κάτι τέτοιο. Απλώς μια επένδυση. Ξέρω ότι θα ήθελε να το πουλήσω αν αυτό σήμαινε να είμαι ανεξάρτητος».
«Κίραν, είσαι σίγουρος για όλα αυτά;» ρώτησε με κομμένη την ανάσα.
«Δεν έχει να κάνει με σένα. Μην πιέζεσαι. Εγώ θέλω και εγώ το κάνω. Για μένα πρώτα. Και μετά για εμάς. Δεν είναι κάποια μεγάλη θυσία. Με πνίγουν και το κάνουν εδώ και καιρό. Στην ιδέα ότι θα σε χάσω εξαιτίας τους κόντεψα να τρελαθώ και απλά αυτό επιτάχυνε την κατάσταση».
«Κίραν, δε σου κρύβω ότι χαίρομαι, αλλά φοβάμαι ότι δε θα σε αφήσουν τόσο εύκολα ήσυχο».
«Ήδη ο δικηγόρος μου μίλησε με τη μητέρα μου και μου μετέφερε ότι είναι έξαλλη και ότι απαιτεί να με δει» γέλασε εκείνος ανάλαφρα.
«Κρύβεσαι;» ανασήκωσε τα φρύδια της. «Δεν την είδες;»
«Θα τη δω αναπόφευκτα την Παρασκευή γιατί πρέπει να υπογράψουν κάποια έγγραφα. Μέχρι τότε δεν έχουμε πολλά να πούμε!».
«Και πού θα μείνεις;»
«Θα μείνω στον Ντέμιεν. Μου είπε ότι τον ρώτησες αν ξέρει πού είμαι. Σου στέλνει χαιρετίσματα». Η Μπριάνα σκέφτηκε αν έπρεπε να του προτείνει να μείνει εκεί ή αν αυτό θα μπέρδευε τα πράγματα.
«Μην ανησυχείς. Δε θα έμενα έτσι κι αλλιώς εδώ» της είπε χαμογελώντας.
«Πώς το κάνεις αυτό και διαβάζεις τις σκέψεις μου;» αναρωτήθηκε αυτή.
«Σε ξέρω καλά, υποθέτω» απάντησε εκείνος γλυκά. Δεν μπορούσε να διαφωνήσει μαζί του.
«Αν έρθει εδώ η μητέρα σου, τι θα της πω;» τον ρώτησε αγχωμένη.
«Ο δικηγόρος μου της είπε ότι θα κάνουμε περιοριστικά μέτρα αν σε ενοχλήσει και ότι αν χρειαστεί θα προχωρήσουμε σε μια δικαστική διαμάχη, με πολλή πολλή  έκθεση στα ΜΜΕ. Η μητέρα μου ζει για την εικόνα της» της έκλεισε το μάτι. Κάπως ηρέμησε.
«Μακάρι να μην την ξαναδώ για λίγο καιρό. Αν ηρεμήσει, ίσως μπορέσουμε εμείς οι δύο να μιλήσουμε φυσιολογικά» μονολόγησε.
«Κι εγώ ομολογώ ότι θα ήθελα κάποια στιγμή να σε γνωρίσει. Αν πάψει να είναι τόσο επηρμένη και εγωίστρια θα καταλάβει γιατί σε διάλεξα, γιατί σε αγάπησα». Η Μπριάνα δεν απάντησε κάτι, αλλά η καρδιά της κόντεψε να σπάσει.
«Τώρα, λέγε, τι μαγείρεψες; Ο Ντέμιεν δεν ξέρει ούτε πού είναι τα τηγάνια του!» της είπε και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, άρχοντας του σπιτιού και του σύμπαντός της.


Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

κεφάλαιο 58-Pillow talk


Κεφάλαιο 58

«Μήπως να μιλήσουμε και λίγο;» πρότεινε η Μπριάνα το επόμενο πρωί, γυρνώντας από το μπάνιο. Ο Κίραν ήταν ξαπλωμένος στον κρεβάτι της, χωρίς να κοιμάται. Την κοιτούσε και χαμογελούσε πονηρά. «Και σταμάτα να με κοιτάς έτσι! Δε χόρτασες;»
«Δε νομίζω ότι θα σε χορτάσω ποτέ» απάντησε εκείνος. Η Μπριάνα έβγαλε έναν αναστεναγμό τάχαμ αγανάκτησης αλλά μέσα της ένιωθε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ούτε εκείνη θα τον χόρταινε ποτέ. Και κάθε στιγμή που περνούσε μαζί του της το επιβεβαίωνε.
«Πες μου τι έγινε. Πες μου γιατί έφυγες» ξάπλωσε δίπλα του. Πέρασαν όλο το βράδυ κάνοντας έρωτα και κοιμήθηκαν ξημερώματα. Το ξυπνητήρι χτύπησε αδίστακτα στις οκτώ. Δεν μπορούσε να μην πάει στη δουλειά. Αλλά είχε ένα μισάωρο να χουζουρέψει μαζί του. Μόνο ήλπιζε η συζήτηση να μην την κάνει κομμάτια.
«Δεν φαντάζεσαι;» απάντησε εκείνος άτονα. «Δεν ήταν δυνατόν να περιμένουν να συνεχίσω με τον γάμο. Δεν μπορούσα να παντρευτώ μια γυναίκα που δεν αγαπώ. Δεν έχει να κάνει με σένα. Δεν το επέτρεπε η ηθική μου. Και πολύ τράβηξε η φαρσοκωμωδία».
«Πώς το δέχτηκες αρχικά; Την πιθανότητα η κοπέλα να σε έχει ερωτευτεί τη σκέφτηκες;» τον ρώτησε η Μπριάνα. Ήταν κι άλλοι εμπλεκόμενοι σε αυτή την ιστορία. Δεν ήταν μόνο οι δυο τους.
«Μίλησες με τη μητέρα μου;» ρώτησε με ένα ύφος που έδειχνε ότι ήξερε την απάντηση. «Σου φύτεψε ενοχές ότι χάρη σε εσένα διαλύθηκε ένα αγαπημένο ζευγάρι; Σε παρακαλώ, μην πιστεύεις βλακείες. Ξέραμε και οι δύο ότι είναι οικονομική ένωση των οικογενειών. Ούτε εγώ την ήθελα, ούτε εκείνη» είπε κοφτά. «Αρχικά τουλάχιστον δε με ήθελε. Αν στην πορεία βάφτισε την υποχρέωση έρωτα, δε φταίω εγώ. Ποτέ δεν της έδωσα δικαίωμα να πιστεύει ότι νιώθω κάτι. Δεν την άγγιξα ποτέ».
«Εγώ την πέτυχα στον οίκο νυφικών όταν ήμουν με την Ντάνι και έλεγε ότι είναι ερωτευμένη και ότι θέλετε παιδί» τον αιφνιδίασε αν κατάλαβε καλά από το βλέμμα του.
«Βλακείες» γέλασε εκείνος. «Ξέρω ότι μπορεί να μη με πιστεύεις αλλά εγώ θα σου τα πω. Δεν ήμασταν ερωτευμένοι. Ένα παιχνίδι των γονιών μας ήταν. Προσπάθησα να το αποφύγω αλλά με καταπίεσαν. Aπείλησαν και εμένα και εσένα. Για εμένα δεν με ένοιαζε τόσο, αλλά για εσένα…λύγισα.  Ένιωσα ότι δεν είχα άλλες επιλογές. Δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ και έκανα βλακεία τελικά»
«Και τώρα; Τι θα κάνεις;» ρώτησε εκείνη ξέπνοα. Από την απάντησή του θα κρίνονταν πολλά.
«Αρχικά θα μιλήσω με τη μητέρα μου, να της πω ότι δε θα προχωρήσω με το γάμο. Μετά θα δρομολογήσω την πώληση μερικών ακινήτων που έχω από την οικογένεια του πατέρα μου και θα δώσω στο Γουέστμπρουκ όλα τα χρήματα που έχει δώσει για μένα τόσα χρόνια. Μετά θα είμαι ελεύθερος».
«Η μητέρα σου είναι μια μέγαιρα! Δε θα μπορέσεις ποτέ να είσαι ελεύθερος…» είπε η Μπριάνα λυπημένη. Δεν ντρεπόταν για αυτό που είχε πει. Ήταν και λίγο σε σχέση με την αλήθεια.
«Θα το κάνω, Μπριάνα. Είμαι αποφασισμένος. Είχα χρόνο να ηρεμήσω στους δικούς μου. Με σόκαρε ο τρόπος που αντιμετώπισε την εξαφάνισή μου. Από τη μία ανακουφίστηκα που δε με βρήκε, αλλά από την άλλη έδειξε πόσο εγωίστρια είναι και πόσο λίγο με ξέρει. Εσύ, με λιγότερους πόρους, και με βρήκες αμέσως. Αυτό…αυτό τα έκανε όλα ξεκάθαρα μέσα μου. Ήθελα να με βρει κάποιος».
«Κίραν, είναι άλλο το θέμα με την οικογένειά σου και άλλο το δικό μας. Δε θέλω να συμπεράνεις από όλη αυτή την εμπειρία ότι θα είμαι διαθέσιμη για όλα».
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε.
«Ανησύχησα για σένα σε ανθρώπινο επίπεδο και ειλικρινά είσαι ακαταμάχητος όταν μου επιτίθεσαι σεξουαλικά» του γέλασε «αλλά θα πρέπει να περάσει χρόνος για να νιώσω έτοιμη να προσπαθήσω πάλι μαζί σου. Αν αυτό μου ζητάς φυσικά» γέλασε και πάλι, αυτή τη φορά από αμηχανία. Ο Κίραν δεν το είχε πει ξεκάθαρα. Αλλά αυτό ήθελε. Σωστά;
«Θα σου δώσω όσο χρόνο θες. Είμαι διατεθειμένος να προσπαθήσω. Είχα αποφασίσει να μην σε ενοχλήσω ξανά. Δεν άντεχα το πόσο σε πλήγωσα. Όλη αυτή η υπόθεση με το γάμο μου στοίχισε σε μένα, αλλά πολλαπλάσια σε σένα. Εκείνο το βράδυ που σε είδα να βγαίνεις από το γάμο της Ντάνι, κατάλαβα ότι δεν έχω δικαίωμα να σε ενοχλήσω ξανά. Έδειχνες ανέμελη και ευτυχισμένη. Έφυγα για να σε αφήσω ήσυχη επιτέλους. Να βάλω κι εγώ σε σειρά τις σκέψεις μου. Είχα αρχίσει να αποφασίζω σιγά σιγά ότι δεν ήταν γραφτό μας να είμαστε μαζί, αλλά με βρήκες. Στη μέση του πουθενά. Αυτό…μου έδωσε ελπίδες. Αρχικά αντέδρασα απότομα, αλλά όταν σε είδα να φεύγεις τρελάθηκα. Κατάλαβα ότι είμαστε ακόμα δεμένοι με μια αόρατη κλωστή. Προσεύχομαι να μην κάνω λάθος».
«Δεν κάνεις λάθος. Δεν μου είσαι ακριβώς αδιάφορος» είπε εκείνη ανάλαφρα. Εκείνος δε χαμογέλασε καν. Έδειχνε πολύ ανασφαλής.
«Πρέπει να πας στη δουλειά. Θέλω να σε κρατήσω εδώ, αλλά δε θέλω να χάσεις τη δουλειά σου» της είπε εκείνος μετά από μια παρατεταμένη σιωπή. Είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά του. Ήταν πολύ δύσκολο να σηκωθεί.
«Αν δεν βαφτώ και δεν ισιώσω τα μαλλιά μου, κερδίζουμε 20 λεπτά» είπε τελικά εκείνη. Ο Κίραν την έσφιξε πάνω του.
«Ευκαιρία για τους συναδέλφους σου να δουν πόσο φυσικά όμορφη είσαι, λοιπόν!»

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

κεφάλαιο 57-άντε να τα βρουν κι αυτοί με το καλο


Κεφάλαιο 57

«Κίραν, τι κάνεις; Σταμάτα!» προσπάθησε να τον εμποδίσει αλλά εκείνος την είχε ήδη αρπάξει και την είχε σηκώσει στην αγκαλιά του. Την οδηγούσε με μεγάλες δρασκελιές στην κρεβατοκάμαρά της. Δε σκέφτηκε ούτε λεπτό να τη ρωτήσει φυσικά.
«Θα μιλήσουμε μετά» γρύλισε. Η Μπριάνα δεν ήταν σίγουρη ότι άκουσε καλά, αλλά είχε μεγαλύτερα προβλήματα να σκεφτεί.
«Η μητέρα σου…» ψέλλισε αλλά τη διέκοψε.
«Περίμενα να φύγει πριν ανέβω» της τράβηξε τη ζώνη και άνοιξε η ρόμπα της. Η Μπριάνα ενστικτωδώς σκεπάστηκε. Φορούσε μόνο τα εσώρουχά της από μέσα και ένιωσε ντροπή. Ο Κίραν την κοίταξε για λίγο και μετά της τράβηξε τα χέρια. Η Μπριάνα έκλεισε τα μάτια. Τη φίλησε απαλά στα χείλη.
«Τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε. Εκείνος τη χάιδευε απαλά στο λαιμό και στους ώμους τώρα.
«Θα μιλήσουμε μετά» επανέλαβε δυναμικά.
«Δεν μπορεί να περιμένεις να ενδώσω χωρίς καμία εξήγηση» άνοιξε τα μάτια της θορυβημένη από τη σιγουριά του. Εκείνος δεν κλονίστηκε από το ύφος της. Φαινόταν να ήρθε αποφασισμένος να την κάνει δική του. Όχι ότι ανήκε ποτέ πουθενά αλλού, αλλά δεν ήξερε αν έπρεπε να του δείξει.
«Δεν περιμένω τίποτα, απλά ελπίζω» χαμογέλασε σατανικά ενώ το χέρι του ταξίδευε ανάμεσα στα στήθη της. Έγειρε το κεφάλι πίσω και αναστέναξε. Η αίσθηση ήταν υπέροχη. Της είχε λείψει τόσο πολύ το άγγιγμά του. «Μου έλειψες» της είπε εκείνος, με την υπέροχη βραχνή φωνή του και ανατρίχιασε.
«Όλο αυτό είναι ένα μεγάλο λάθος που αύριο θα μετανιώσω» του είπε, παραδομένη στην αίσθηση των χεριών του που εξερευνούσαν το σώμα της, πιο θαρρετά πια.
«Θα φροντίσω να μη μετανιώσεις» της υποσχέθηκε και τη φίλησε ξανά. Αυτή τη φορά όχι πεταχτά. Ήταν ένα φιλί βαθύ, γεμάτο ερωτικές υποσχέσεις. Η Μπριάνα ανταποκρίθηκε. «Σε θέλω τόσο πολύ» της ψιθύρισε στο αυτί με μια απαλή κίνηση την έσπρωξε προς το κρεβάτι. «Είμαι τρελός για σένα» την έγδυσε τελείως και για λίγο χάιδεψε με το βλέμμα του τον γυμνό κορμί της. «Δε θα σε χορτάσω ποτέ».
«Πριν από μερικές ώρες…» προσπάθησε να φέρει αντίρρηση σε όσα της έλεγε αλλά με τον αντίχειρά του έτριψε απαλά τα χείλη της. Ήταν ταυτόχρονα ένα ερωτικό χάδι αλλά και μια υπενθύμιση ότι πρέπει να σταματήσει να μιλάει. Συμμορφώθηκε γρήγορα. Ο Κίραν εισχώρησε απαλά το δάχτυλό του στο στόμα της και εκείνη το έγλειψε.
«Αργότερα» χαμογέλασε εκείνος, όλο υπονοούμενο. «Τώρα βιάζομαι». Η Μπριάνα πάλι δεν έφερε αντίρρηση. Οι ιδέες του στο κρεβάτι γενικά την έβρισκαν σύμφωνη. Εκτός κρεβατιού ήταν τα προβλήματά τους. Προς το παρόν όμως απολάμβανε όσα τις έκανε και όσα σκόπευε να της κάνει.
«Είσαι έτοιμη» τη φίλησε απαλά. Δεν ήταν τόσο ερώτηση όσο διαπίστωση. Τα δάχτυλά του ήδη χάρασσαν επεκτατική πολιτική. Ακόμα και αν ήθελε να το κρύψει δεν μπορούσε. Το σώμα της πάντα τρελαινόταν όταν τον έβλεπε.
«Κι εσύ» τον χάιδεψε και μετά τον έγδυσε κι εκείνη. Ασφυκτιούσε μέσα στο παντελόνι του.
Γλίστρησε μέσα της τόσο γρήγορα και τόσο δυναμικά που και οι δύο βόγκηξαν ταυτόχρονα από το σοκ. Η Μπριάνα συνέχισε ουρλιάζει, το όνομά του κυρίως, κάθε φορά που εκείνος έσπρωχνε μέσα της. Η αποκορύφωση ήρθε όταν σήκωσε τα πόδια της. Η Μπριάνα ένιωσε να χάνεται, αλλά κρατήθηκε από τους ώμους του. Εκείνος συνέχισε τις αλλεπάλληλες κινήσεις, με αμείωτο πάθος και ρυθμό. Η Μπριάνα ήξερε ότι δε θα άντεχε πολύ. Ούτε κι εκείνος όμως.
«Θα υπάρξει και δεύτερος γύρος» τη προειδοποίησε, λίγο πριν καταρρεύσουν και οι δύο εξαντλημένοι μετά από μια κορύφωση που θύμιζε δίνη.
«Πρώτα συζήτηση» είπε εκείνη αυστηρά, αλλά ήδη ανυπομονούσε.






Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

κεφάλαιο 56-There will be sex


Κεφάλαιο 56

Η επιστροφή στο Σικάγο ήταν η πιο θλιβερή διαδρομή που είχαν κάνει ποτέ οι δύο φίλες. Λίγα λόγια ειπώθηκαν, πολλά δάκρυα κύλησαν και ανακούφιση καμία. Η Ντάνι προσπάθησε να αλαφρύνει λίγο την κατάσταση, βάζοντας μουσική αλλά η Μπριάνα έκλεισε το ραδιόφωνο αμίλητη.
«Κοιμήσου και θα μιλήσουμε αύριο» είπε η Ντάνι ενώ αγκάλιαζε σφικτά τη φίλη της την ώρα που την άφηνε έξω από το σπίτι της. Η Μπριάνα έγνεψε απλά και πήρε την τσάντα της από το πορτ μπαγκάζ. Έπρεπε να κάνει ένα σωρό πράγματα στο σπίτι. Αύριο είχε να πάει στη δουλειά και έπρεπε να κάνει μπάνιο, να μαγειρέψει, να συγυρίσει το σπίτι. Την ηρεμούσε κάπως να σκέφτεται την καθημερινότητα. Αν σκεφτόταν κάτι άλλο ίσως γλύτωνε από τις εφιαλτικές σκέψεις που τη βασάνιζαν.
Έκανε ένα ντους και έπεσε αποκαμωμένη στον καναπέ. Δεν πίστευε όσα είχαν συμβεί. Ήταν η πιο θλιβερή κατάληξη σε μια όμορφη σχέση, αλλά τουλάχιστον ένιωθε μέσα της ότι είχε κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε.  Το είχε φτάσει μέχρι τέλους. Τον βρήκε. Ήταν ζωντανός και υγιής. Αυτό είχε σημασία. Σωστά; Αυτός ήταν ο λόγος που τον έψαξε. Αφού ήθελε να ηρεμήσει, έπρεπε να τον αφήσει να το κάνει. Δεν ήταν υποχρεωμένος να αλλάξει τις αποφάσεις του για χάρη της.
«Άνοιξε!» άκουσε ξαφνικά την πόρτα να χτυπάει και η καρδιά της σταμάτησε. Η φωνή ήταν γυναικεία, συνειδητοποίησε με απογοήτευση. Κοίταξε από το ματάκι. Ήταν η μητέρα του Κίραν. Τι στο καλό; Πότε θα ξέμπλεξε με αυτή την οικογένεια;
«Τι έγινε πάλι;» ρώτησε χωρίς περιστροφές μόλις άνοιξε. Αυτή τη φορά δεν άφησε τη γυναίκα να μπει μέσα.
«Πού ήσουν τόσες μέρες;» μπήκε αμέσως στο ψητό η μητέρα του. Δεν έδειχνε ούτε στο ελάχιστο να ανησυχεί για το γιο της. Ήταν ντυμένη πάλι με ένα ταγέρ και μακρύ καστόρινο παλτό. Βαμμένη και χτενισμένη στην τρίχα. Και το πρόσωπο ανέκφραστο. Καμία ένδειξη ανησυχίας. Μόνο θυμού.
«Είχα επισκεφτεί τους γονείς μου» απάντησε η Μπριάνα γρήγορα και με πειστικότητα. Η γυναίκα απέναντί της έμεινε ασάλευτη. Δεν ήταν έτοιμη για τόσο αφοπλιστική απάντηση.
«Είσαι σίγουρη; Το ξέρεις ότι έχω βάλει και σε παρακολουθούν;» ρώτησε η κυρία Γουέστμπρουκ. Η Μπριάνα σκέφτηκε γρήγορα. Αν την παρακολουθούσαν θα ήξεραν πού είχε πάει και θα είχαν βρει τον Κίραν. Μάλλον παρακολουθούσαν μόνο το αν φεύγει και πότε.
«Είμαι σίγουρη. Θέλετε να πάρω τη μαμά μου να σας πει τι μου έφτιαξε για πρωινό σήμερα;» απάντησε με ειρωνεία η Μπριάνα. «Σας παρακαλώ να μου αδειάσετε τη γωνιά. Το δράμα σας δε με αφορά» συνέχισε αποφασισμένη να ξεφορτωθεί την ανεπιθύμητη καλεσμένη πριν ξεσπάσει σε κλάματα.
«Ακόμα δεν έχουμε νέα. Δε σε νοιάζει καθόλου;» προσπάθησε η γυναίκα να την εμπλέξει συναισθηματικά, αλλά η Μπριάνα δεν ενέδωσε.
«Εσάς σας νοιάζει;» γέλασε με το «ενδιαφέρον» της μητέρας του. «Σας νοιάζει αν είναι καλά ή αν θα γυρίσει για να συνεχίσει να ζει στο ψέμα που του ετοιμάσατε; Σας παρακαλώ, φύγετε. Θα καλέσω την αστυνομία. Η παρουσία σας εδώ καταντάει σχεδόν απειλητική!» ύψωσε τον τόνο της φωνής της. Η κυρία Γουέστμπρουκ κλονίστηκε και έκανε ένα βήμα πίσω.
«Ποτέ δε σε ενέκρινα ως σύντροφό του και δε θα το κάνω ποτέ. Ο Κίραν αξίζει κάτι καλύτερο» έχυσε το δηλητήριό της, λίγο πριν η Μπριάνα κλείσει την πόρτα με φόρα στα μούτρα της. Αυτή η οικογένεια ήταν πραγματικά άρρωστη.
Κοίταξε από το παράθυρο και είδε μια λιμουζίνα να παίρνει τη μητέρα του Κίραν. Τότε μόνο, ηρέμησε κάπως και επέστρεψε στον καναπέ αφού  σέρβιρε στον εαυτό της ένα ποτήρι κρασί. Το είχε ανάγκη.
Έβαλε λίγη μουσική και χάζεψε λίγο τηλεόραση χωρίς να μπορεί να συγκεντρωθεί φυσικά. Το κινητό της δεν είχε χτυπήσει. Δεν είχε κάποιο μήνυμα. Κανείς δεν την είχε ψάξει. Κανείς δεν την είχε αναζητήσει. Ξαφνικά ένιωσε πολύ μόνη.
Είχε αποκοιμηθεί μερικές ώρες όταν άκουσε την πόρτα της να χτυπάει ξανά. Αυτή τη φορά πιο βίαια.  Φοβήθηκε πραγματικά. Πλησίασε στην πόρτα για να δει ποιος είναι και άνοιξε ενστικτωδώς αμέσως.
«Πώς με βρήκες;» ψέλλισε σοκαρισμένη, ανίκανη να πιστέψει το θέαμα μπροστά της.
«Η Ντάνι» απάντησε ξέπνοα ο Κίραν και όρμησε πάνω της.




Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

κεφάλαιο 55- τι να κάνει το κορίτσι μας;


Κεφάλαιο 55



«Κίραν, στάσου!» φωνάζω και τρέχω με φόρα προς το μέρος του. Το μόνο που ανακόπτει κάπως την τρελή πορεία μου είναι το ρυάκι. Τσαλαβουτώ και δε με νοιάζει που τα παπούτσια μου γεμίζουν νερό. Δεν αφήνω το βλέμμα του. Με κοιτάει με ανάμεικτη έκπληξη και θυμό. Το δεύτερο δεν το περίμενα, ομολογώ.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;» κοιτάει τριγύρω μπερδεμένος, αλλά δεν του απαντάω. Πέφτω με φόρα πάνω του και τον αγκαλιάζω σφιχτά. Δεν με αγκαλιάζει, αλλά δεν τραβιέται κιόλας. Δείχνει να τα έχει χαμένα. Δεν τον αδικώ.

«Έμαθα ότι έφυγες…και ανησυχήσα» λέω και τον αφήνω. Κάνει ένα βήμα πίσω και με κοιτάει. Δεν ξέρω τι άλλο να προσθέσω.  Είμαι κι εγώ πολύ μπερδεμένη, αλλά το μυαλό μου έχουν πλημμυρίσει άσχετες σκέψεις. Σκέψεις που έχουν να κάνουν με το πόσο όμορφος είναι, πόσο γκρίζα είναι τα μάτια του σήμερα, πόσο γοητευτικός είναι με το μούσι του.

«Έφυγα για να ηρεμήσω» λέει ξαφνικά και συνειδητοποιώ ότι…η παρουσία μου εδώ δεν είναι επιθυμητή. Η αυτοπεποίθησή μου κλωνίζεται.
«Δεν ήρθα για να σε ενοχλήσω, ούτε να σε απασχολήσω. Απλώς ήθελα να δω αν είσαι καλά» του ξεκαθαρίζω, περισσότερο αμυντικά από όσο ήθελα. Δε θα απολογηθώ κιόλας.

«Σε τι οφείλω το όψιμο ενδιαφέρον;» τολμάει και με ρωτάει. Η ελάχιστη υπομονή που είχα εξανεμίστηκε. Η κούραση, η ανησυχία και ο φόβος όλων αυτών των ημερών με κάνει να χάσω την αυτοκυριαρχία μου.

«Ξέρεις τι κόπο έκανα για να σε βρω; Πόσο φοβήθηκα; Τι συμπεριφορά είναι αυτή; Δεν ήρθα για να τα ξαναβρούμε, ούτε για να σε ενοχλήσω. Ήθελα να δω αν είσαι καλά. Από ό,τι βλέπω είσαι. Είσαι ο ίδιος, αφόρητος Κίραν που ήσουν πάντα!» φωνάζω.

«Μάλιστα» σουφρώνει τα χείλη και σταυρώνει τα χέρια στο στήθος. «Ο ίδιος, αφόρητος Κίραν» επαναλαμβάνει τα λόγια μου σαν ρομπότ. Κάτι σκέφτεται αλλά δεν μπορώ να ξέρω τι.

«Η μητέρα σου ήρθε και σε έψαχνε. Νόμιζα ότι κάτι έπαθες. Νόμιζα ότι ο πατριός σου σου έκανε κακό. Έκανα ολόκληρο ταξίδι με την Ντάνι και είμαστε σχεδόν άυπνες. Η συμπεριφορά σου είναι τουλάχιστον παιδαριώδης! Για να μην σχολιάσω τη θεία σου που μας φλόμωσε στο ψέμα ότι δεν ξέρει πού είσαι».

«Είχε οδηγίες να μην πει σε κανέναν ότι είμαι εδώ. Περίμενα ότι κάποιος θα με ψάξει. Φυσικά όχι εσύ».

«Γιατί όχι εγώ;» ρώτησα πριν σκεφτώ καλά. Σύντομα το μετάνιωσα.

«Γιατί εσύ είσαι η πρώτη που χάθηκες. Εσύ άλλαξες πόλη και δουλειά. Εσύ το έκανες σχεδόν αδύνατο να σε βρω. Άλλαξες κινητό. Τα πάντα. Και όταν το έκανα εγώ ανησύχησες;» μου λέει.

«Εγώ το έκανα για να χάσεις τα ίχνη μου, επειδή ο χωρισμός μας ήταν επίπονος, και δε με άφηνες να ξεχάσω. Εσύ χάθηκες γιατί σε πίεσαν άλλα άτομα. Και δεν ήξερα μέχρι πού μπορούσαν να φτάσουν. Ίσως κινδύνευες. Κίραν, γιατί φέρεσαι έτσι;»

«Με φτάσατε στα όριά μου όλοι! Φτάνει πια!» σκίζει την γαλήνη του τοπίου με τη στεντόρεια φωνή του.  «Όλοι κάτι θέλετε από εμένα. Κάτι που δεν μπορώ να κάνω. Κανείς δε σκέφτεται πώς νιώθω. Πρέπει να είμαι τέλειος για όλους και όλο ζητάτε, ζητάτε, ζητάτε.  Μου ζήτησες ειλικρίνεια. Δεν μπόρεσα να σου την προσφέρω όχι λόγω ανεντιμότητας αλλά για να σε προστατεύσω. Δεν μου άφησες χώρο και χρόνο να φτιάξω την κατάσταση».

«Ποια κατάσταση; Μέχρι πριν από μία βδομάδα παντρευόσουν!».

«Δε θα το άφηνα να συμβεί!».

«Άλλα μάθαινα εγώ» τον ενημερώνω.

«Λυπάμαι, αλλά είσαι ηλίθια αν πίστεψες το οτιδήποτε» με σοκάρει με τα σκληρά του λόγια. Κάνω να φύγω, αλλά με κρατάει από τον καρπό. Τινάζω το χέρι μου και με αφήνει. Δεν μπορεί να με κρατήσει. Δε θέλει.

«Ήρθα ως εδώ για να δω αν είσαι καλά. Μου φτάνει αυτό. Καλή συνέχεια» του λέω και γυρίζω την πλάτη μου. Φυσικά, δεν με σταματάει.

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

ανακοινωση

Κορίτσια, έχω καλά νέα!

Τον Ιούνιο θα εκδοθεί ο 'Οντι και στη συνέχεια και κάποιες άλλες ιστορίες. Όταν είναι θα σας πω πού θα βρείτε τα βιβλία. Θα πρέπει σταδιακά να κατεβάσω τις συγκεκριμένες ιστορίες από το μπλογκ δυστυχώς.

φιλιαααααααααααααα

κεφάλαιο 54-καλο τριημερο


Κεφάλαιο 54

Εφτά η ώρα το πρωί και είμαστε έτοιμες. Η Ντάνι δείχνει λίγο εκνευρισμένη αλλά δε λέει τίποτα. Το βράδυ δεν την άφησα να κοιμηθεί. Ξυπνούσα συνεχώς και έβλεπα εφιάλτες τα ελάχιστα λεπτά που κοιμόμουν. Κατά τις τέσσερις με μάλωσε και μου είπε ότι αν γίνουμε και οι δύο ψυχολογικά ράκος δε θα καταφέρουμε τίποτα. Συμφώνησα μαζί της αρχικά, αλλά κάπου στις έξι τα ξημερώματα ξύπνησα για τα καλά και δεν μπορούσα με τίποτα να χαλαρώσω. Η φίλη μου απελπίστηκε και ξύπνησε και εκείνη.

«Ελπίζω να με κεράσεις έναν καφέ πρώτα» μου λέει ενώ βγαίνουμε στον πρωινό δροσερό αέρα. Πάμε σε ένα μικρό καφέ απέναντι από το δωμάτιό μας και παραγγέλνουμε δύο καπουτσίνο και μάφιν. Φυσικά δε θέλω να κάτσουμε και προτιμώ να πάμε στη φάρμα κατευθείαν, αλλά το χρωστάω στην Ντάνι να χαλαρώσουμε λιγάκι.
«Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να βρούμε την απάντηση στο ερώτημα ‘τι θα κάνεις αν τον δεις΄» μου λέει ενώ καθόμαστε σε ένα μικρό τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο.
«Δεν ξέρω. Προτεραιότητα είναι να τον δω, να βεβαιωθώ ότι είναι καλά και μετά βλέπουμε».
«Όχι μετά βλέπουμε!» μου λέει αποφασιστικά. «Ήρθαμε μέχρι εδώ και είσαι κομμάτια από την κούραση και τη λύπη. Νομίζω ότι πρέπει να κάνεις κάτι περισσότερο από το να τον δεις απλά. Μπριάνα, τι φοβάσαι;».
«Δε φοβάμαι κάτι. Χωρίσαμε πολύ άσχημα. Δεν άλλαξε κάτι για εμένα. Με πρόδωσε και με πλήγωσε. Δεν είμαι έτοιμη να τον δεχτώ πίσω. Οπότε δεν ξέρω τι να του πω αν τον δω. Δεν αρνούμαι ότι νιώθω πολλά ακόμα. Αλλά είμαι μπερδεμένη».
«Μακάρι να τον βρούμε» ξεφυσάει η Ντάνι. Ευτυχώς δε με πιέζει άλλο. Φαντάζομαι καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει σωστή μέθοδος για να αντιμετωπίσουμε αυτό το θέμα.

Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο περίπου πενήντα λεπτά μετά και οδηγώ μέχρι το αγρόκτημα των θείων του Κίραν.  Αφήνουμε το αμάξι μακριά από το δρόμο, σε ένα ξέφωτο, και πλησιάζουμε πεζές το σπίτι. Φυσικά δεν ακολουθούμε το μονοπάτι που οδηγεί στην είσοδο αλλά περνάμε μέσα από τα πυκνά δέντρα και καταλήγουμε σε ένα σημείο, κοντά σε ένα μικρό ρυάκι, το οποίο έχει οπτική επαφή με το αγρόκτημα, αλλά μας δίνει την άνεση να κρυβόμαστε κιόλας. Η Ντάνι σκέφτηκε και αγόρασε από το καφέ δύο σάντουιτς, χυμό και νερά.
«Θα στρατοπεδεύσουμε εδώ μέχρι το μεσημέρι και μετά βλέπουμε» λέει η Ντάνι. Έχουμε τα κινητά μας μαζί, βιβλία και περιοδικά. Έχει λίγη δροσιά και φοράμε ένα λεπτό μπουφάν αλλά σταδιακά η μέρα θα γλυκάνει, οπότε δεν ανησυχούμε.
«Δεν το πιστεύω αυτό που σε βάζω να κάνεις» της λέω μετά από λίγη ώρα. Καθόμαστε πάνω σε ένα πεσμένο κορμό και έχω ήδη κουραστεί. Είναι μόλις εννιά και έχουμε πέντε ώρες μπροστά μας.
«Δικιά μου ιδέα ήταν» μου χαμογελάει ζεστά.
«Δικιά σου ιδέα αλλά για δικό μου πρόβλημα» της υπενθυμίζω.
«Μη χάνεις το κουράγιο σου» μου λέει και με χαϊδεύει στα μαλλιά. Κάτι στην τρυφερή της κίνηση και τον τρόπο που με στηρίζει τόσες μέρες με κάνει να δακρύσω για χιλιοστή φορά μέσα σε λίγες μέρες. Με αγκαλιάζει.
«Έχω κακό προαίσθημα» της λέω και αφήνομαι πάλι σε τρανταχτό κλάμα. «Δεν θα τον βρω, δεν θα τον δω και φοβάμαι μήπως έχει πάθει κάτι».
«Ο Κίραν είναι ικανός άνθρωπος. Καλά θα είναι».
«Και αν ο Γουέστμπρουκ του έχει κάνει κακό; Ο Κίραν μού είχε πει ότι τον απειλούν».
«Μπριάνα, ακόμα και αν δεν είναι εδώ, ο Κίραν θα είναι σίγουρα καλά. Ο Γουέστμπρουκ δε θα του έχει κάνει κακό. Λίγο εκφοβισμό μπορεί να του έκανε, αλλά δε νομίζω να τον έβγαλε οριστικά από τη μέση. Δεν έχουμε να κάνουμε με μαφία» με καθησυχάζει και προσεύχομαι να έχει δίκιο.

Τα λεπτά και οι ώρες περνάνε βασανιστικά. Η θεία του Κίραν βγήκε στην αυλή και έριξε λίγο νερό σε μερικά φυτά, ο άντρας της έφυγε με το αυτοκίνητο και γύρισε μετά από μία ώρα, αλλά τίποτα άλλο. Δε βλέπω να υπάρχει άλλος άνθρωπος στο σπίτι.

«Είναι μία και κάτι» λέω απαλά στην Ντάνι, η οποία έχει αποκοιμηθεί. Θαυμάζω την ικανότητά της να κοιμάται όπου τη βάλεις. Τώρα έχει ακουμπήσει σε ένα δέντρο και κοιμάται γαλήνια. Ντρέπομαι για τον εαυτό μου που την υποβάλλω σε όλο αυτό.
«Έχεις κάποιο φετίχ να με ξυπνάς όταν κοιμάμαι;» με μαλώνει, αλλά γελάει ταυτόχρονα.
«Δε θέλω να σε ταλαιπωρώ άλλο, αρκετά έχεις περάσει, νομίζω ότι είναι ώρα να…»
«Μπριάνα, πάψε!» ανοίγει τα μάτια της ξαφνικά και με διακόπτει απότομα. Με κοιτάει σοκαρισμένη και μετά κοιτάει κάπου πίσω από τον ώμο μου. Ακολουθώ το βλέμμα της και βλέπω μια σκοτεινή αντρική φιγούρα να περπατάει σε απόσταση εκατό μέτρων περίπου από εμάς, παράλληλα με το ρυάκι, αλλά από την απέναντι όχθη.
«Είναι ο Κίραν;» ψιθυρίζει και κρυβόμαστε πίσω από έναν θάμνο. Περιμένω να πλησιάσει κι άλλο. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Αυτός πρέπει να είναι. Με κάθε βήμα ξεκαθαρίζει μέσα μου.
«Το βλέπεις κι εσύ ή είναι όνειρο;» ρωτάω τη φίλη μου. Χαχανίζει σιγανόφωνα, ο Κίραν απέχει περίπου 50 μέτρα από εμάς πια.
«Αυτός είναι» μου λέει η φίλη μου με σιγουριά. Περπατάει αργά και σκυφτά, λες και τον βασανίζει κάτι. Έχει αφήσει μούσι, αλλά δεν έχει χάσει βάρος. Πρέπει να είναι καλά.

«Μπριάνα…» λέει η Ντάνι και την κοιτάω. Μου χαμογελάει πλατιά. Ως και τα μάτια της λάμπουν. Με ακουμπάει στον ώμο και με σπρώχνει απαλά. «Τρέξε κοντά του, κορίτσι μου».

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Κεφάλαιο 53- έ ε έρχεται

Κεφάλαιο 53

Στο πρώτο μίνι μάρκετ που ρωτήσαμε αν ξέρουν τον Κίραν Κάβανο μάς απάντησαν ότι είναι «μεγάλο χωριό» και δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουν τους πάντες. Όταν βγήκαμε έξω, γελάσαμε. Ήταν μεν ένα χωριό των 5.000 κατοίκων, αλλά ο ιδιοκτήτης έδειξε να νιώθει λες και μένει στο Λονδίνο. Στο δεύτερο μαγαζί που ρωτήσαμε, βιβλιοπωλείο αυτή τη φορά, μας είπαν ότι το όνομα ακούγεται γνωστό αλλά δεν ξέρουν πού μένει. Κάναμε βόλτες στο χωριό προσπαθώντας να βγάλουμε άκρη για το πού να ψάξουμε. Δεν είχαμε πολλά στοιχεία, και δε θέλαμε να ρωτήσουμε παντού, ώστε να είμαστε και λίγο διακριτικές.
«Ας κάνουμε μια τελευταία προσπάθεια σε εκείνο το μαγαζί με τα εργαλεία» προτείνει η Ντάνι επίμονα εδώ και ένα τέταρτο αλλά την αγνοώ. Τσιμπολογώ νευρικά ένα κουλούρι και σκέφτομαι ότι δεν πρόκειται να τον βρούμε. Δεν έχω καλό προαίσθημα. Και αν αυτό δεν πάει καλά, δεν ξέρω πού αλλού να ψάξω. Έχω αρχίσει να φοβάμαι. «Ξέρεις κάτι; Πάω μόνη!» λέω ξαφνικά η φίλη μου αποφασιστικά και πετιέται από το παγκάκι όπου καθόμαστε. Μάλλον βαρέθηκε να περιμένει να της απαντήσω. Περνάει το δρόμο πριν προλάβω να τη σταματήσω. Δεν ξέρω πού βρίσκει τόση ενέργεια και αισιοδοξία. Συνεχίζω να τρώω το κουλούρι μου όταν τη βλέπω να βγαίνει από το απέναντι μαγαζί χαμογελαστή. Αυτό δε μου λέει πολλά. Πάντα χαμογελάει. Περνάει το δρόμο γρήγορα, αλλά μου φαντάζει αιώνας.
«Πάμε» μου λέει και την ακολουθώ. «Η φάρμα των Κάβανο είναι τέσσερα χιλιόμετρα βορειοδυτικά. Αν δε χαθούμε, μπορεί να είμαστε τυχερές» λέει.
«Πες μου τι σου είπαν» την παρακαλώ ενώ καθόμαστε στο αμάξι. Οδηγεί αυτή πάλι.
«Δεν μου είπαν αν τον έχουν δει. Είπα ότι είμαι και καλά μια παλιά φίλη και θέλω να δω αν η οικογένεια μένει εδώ. Δεν μίλησα για τον ίδιο. Πάμε τώρα και βλέπουμε!».


Απομακρυνόμαστε από το χωριό προς τη σωστή κατεύθυνση, ελπίζω, αλλά οι αγροικίες που ταιριάζουν στην περιγραφή του ιδιοκτήτη του μαγαζιού είναι δύο. Με την Ντάνι διαλέγουμε να πάμε σε αυτή που έχει περισσότερα δέντρα. Δεν υπάρχει λόγος. Απλά τη διαλέγουμε. Παρκάρουμε απ’ έξω. Δεν υπάρχει άλλο αμάξι και αυτό μου φαίνεται παράξενο. Χτυπάμε το κουδούνι. Ανοίγει μια γριούλα. Τη ρωτάμε αν είναι η αγροικία Κάβανο. Γελάει φιλικά και μας λέει ότι είναι το δίπλα σπίτι και ότι αυτό συμβαίνει συχνά να χάνονται οι επισκέπτες τους. Την ευχαριστούμε ευγενικά και μπαίνουμε στο αμάξι. Οδηγούμε μερικά μέτρα και επιστρέφουμε στο κεντρικό δρόμο. Μπαίνουμε στο πέτρινο δρομάκι που οδηγεί στην αγροικία Κάβανο, σε απόλυτη σιωπή. Είμαστε και οι δύο παγωμένες από το άγχος. Η τελευταία ευκαιρία.

Σηκώνει το χειρόφρενο και πετιέμαι από το αμάξι χωρίς να ξέρω τι θα κάνω και τι θα πω όταν ανοίξει η πόρτα, αλλά χτυπάω το κουδούνι. Περιμένουμε. Περιμένουμε. Τελικά ανοίγει ένας κύριος γύρω στα 60. Φοράει ένα κοτλέ χακί παντελόνι και καρώ πουκάμισο. Δείχνει κουρασμένος.
«Καλησπέρα» λέω και κάνω μια παράξενη παύση. Ο άντρας γνέφει ευγενικά και περιμένει καρτερικά να μιλήσω. Δεν ξέρω τι να πω.
«Χαθήκατε; Θέλετε να πάρετε κάποιο τηλέφωνο;» με ρωτάει τελικά.
«Όχι, όχι. Απλώς…να…» ψελλίζω αλλά δεν ολοκληρώνω. Η Ντάνι πετάγεται από πίσω μου και σώζει την κατάσταση.
«Είστε ο κύριος Κάβανο; Ψάχνουμε την οικία Κάβανο» λέει εύθυμα.
«Όχι, δε με λένε Κάβανο» μας λέει ο άντρας παραξενεμένος. Δεν είναι αγενής, αλλά δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για φλυαρίες.
«Συγγνώμη αν ενοχλούμε, αλλά μας είπαν ότι εδώ μένουν οι Κάβανο και ψάχνουμε κάποιον και…»
«Δεν ενοχλείτε, αλλά πατήσατε ευαίσθητη χορδή» λέει και σουφρώνει τα χείλη. «Το πατρικό της γυναίκας μου είναι Κάβανο. Εγώ λέγομαι Γουέστ. Το σπίτι ανήκει στην οικογένειά της και όλοι ξέρουν την οικογένεια ως Κάβανο. Ακόμα και εμένα έτσι με αποκαλούν» συνεχίζει. Η Ντάνι γελάει.
«Συγγνώμη αν σας προσβάλαμε» λέει γελώντας. Ο άντρας χαμογελάει τελικά. Εγώ συνεχίζω να είμαι παγωμένη.
«Μην ανησυχείτε. Η γυναίκα μου είναι μέσα. Θα τη φωνάξω να σας βοηθήσει για αυτόν που ψάχνετε» λέει και φωνάζει δυνατά προς το εσωτερικό «Λάουρα!».

Μια ασπρομάλλα κυρία γύρω στα 55 ξεπροβάλει σκουπίζοντας τα χέρια της σε μια πετσέτα. Μας περιεργάζεται χωρίς να προσπαθεί να το κρύψει. Τα μάτια της μου θυμίζουν λίγο του Κίραν. Σίγουρα είναι η θεία του.
«Καλησπέρα» συστηνόμαστε. Η Ντάνι αναλαμβάνει πάλι το δύσκολο έργο.
«Ψάχνουμε τον Κίραν Κάβανο» λέει. Η γυναίκα απέναντί μας δεν σοκάρεται, αλλά δεν είναι και ήρεμη. Ανοιγοκλείνει γρήγορα τα βλέφαρα.
«Ο Κίραν είναι ανιψιός μου» λέει. «Αλλά δεν είναι εδώ». Παύση. Η καρδιά μου διαλύεται.
«Ξέρετε πού είναι;»
«Το παιδί ζει μόνιμα στο Σικάγο. Εκεί θα είναι» λέει. Ο άντρας της δεν συμμετέχει σε όλο αυτό. Η γυναίκα σταυρώνει τα χέρια στο στήθος. Η Ντάνι δεν υποχωρεί.
«Πιστεύαμε ότι είναι εδώ. Είμαστε φίλες του και θέλουμε απλά να του μιλήσουμε».
«Δεν είναι εδώ» επαναλαμβάνει η γυναίκα κοφτά. «Έχει χρόνια να έρθει στο χωριό».
«Μάλιστα» λέει η Ντάνι. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν κουνιόμαστε από το κατώφλι τους. Αλλά τελικά κάνουμε ένα βήμα πίσω.
«Ευχαριστούμε» λέμε ευγενικά. Η πόρτα κλείνει πίσω μας. Μπαίνουμε στο αμάξι και εγώ αρχίζω να κλαίω.

«Σώπα, χαζή» μου λέει η φίλη μου. Οδηγεί πάλι εκείνη και μετά από μερικά χιλιόμετρα σταματάει μπροστά από ένα κτίριο.
«Κατέβα» λέει επιτακτικά.
«Δεν καταλαβαίνω» της λέω και σκουπίζω  τα μάτια μου.
«Είδα αυτό το πανδοχείο το πρωί που ήρθαμε» με ενημερώνει. «Θα χρειαστεί να φάμε κάτι και να διανυκτερεύσουμε».
«Τι λες; Είσαι τρελή; Δεν καταλαβαίνω. Όλα τέλειωσαν. Γιατί να μείνουμε;» ρωτάω έξαλλη με τη φίλη μου και τις ιδέες της.
«Παίρνω τον Πίτερ να του πω ότι δε θα γυρίσω αύριο. Ευτυχώς είναι Σάββατο σήμερα. Πάμε αργότερα να αγοράσουμε οδοντόβουρτσες και μερικά βασικά. Το βράδυ θα καταστρώσουμε σχέδιο δράσης» με τραβάει από το χέρι και κάνουμε το πιο γρήγορο τσεκ ιν στην ιστορία της φιλοξενίας.
«Δεν καταλαβαίνω τίποτα» της λέω όταν μένουμε μόνες, σε ένα απλό δωμάτιο με ένα διπλό ξύλινο κρεβάτι και βαριές κουρτίνες που κρύβουν το ελάχιστο φως που έχει μείνει στον ουρανό. Είναι αργά το απόγευμα πια.
«Δεν καταλαβαίνεις γιατί έχει θολώσει η κρίση σου και δεν παρατηρείς τα σημάδια. Θα φας, θα ξεκουραστείς και αύριο πρωί θα πάμε να παρακολουθήσουμε το σπίτι των Κάβανο».
«Μα γιατί;»
«Η θεία είπε πολύ έντονα ότι ο Κίραν δεν είναι εκεί. Και ούτε μία φορά δε ρώτησε γιατί είμαστε εκεί και γιατί ρωτάμε πού είναι. Δεν ανησύχησε μήπως ο ανιψιός της δεν είναι καλά. Υποπτεύομαι ότι έχει οδηγίες να μη λέει ότι είναι εκεί». Σκέφτομαι όσα λέει αλλά δεν μπορώ να τα επεξεργαστώ.
«Είναι παρατραβηγμένο…»
«Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος αμυντικά και συνέχεια κοιτούσε προ τα πίσω και έγερνε την πόρτα λες και έκρυβε κάτι».
«Ντάνι, πόσες αστυνομικές σειρές βλέπεις;» τη ρωτάω απορημένη. Ποια είναι η γυναίκα μπροστά μου;
«Πολλές» με ενημερώνει.
«Ελπίζω να έχεις δίκιο» ξεφυσάω. «Γιατί αν μας πάρουν χαμπάρι αύριο ότι τους παρακολουθούμε, δεν το γλυτώνουμε το κρατητήριο».






Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

κεφάλαιο 52-μικράκι, αλλά αποφασιστικό

Κεφάλαιο 52

Τέσσερις ώρες ταξίδι με το αυτοκίνητο και την Ντάνι στον τιμόνι δεν είναι και ό,τι πιο εύκολο. Η Ντάνι οδηγεί τόσο αργά που θέλω να τη βρίσω αλλά ξέρω ότι θα είμαι άδικη. Άδικη γιατί προσφέρθηκε να με συνοδεύσει στο θεότρελο ταξίδι στην Αουρόρα του Ιλλινόι. Άδικη γιατί με το που γύρισε από το μήνα του μέλιτος δέχτηκε να αφήσει τον άντρα της και να φύγει μαζί μου. Άδικη γιατί μαζί με την παρέα της προσφέρει και το αμάξι της. Τέτοιες φίλες δεν υπάρχουν πολλές. Και ακόμα και αν θέλω να την πιέσω στο δεξί πόδι για να γκαζώσει λιγάκι, δεν το κάνω. Πάνω από όλα εκτιμώ τη διάθεσή της να βοηθήσει.

«Και τίποτα να μην καταφέρουμε, θα περάσουμε μία όμορφη στο Ιλλινόι» λέει η φίλη μου για δέκατη περίπου φορά. Συμπάσχει σε τέτοιο βαθμό, που χρειάζεται να επαναλαμβάνει στον εαυτό της ενθαρρυντικές σκέψεις για να μη χάνει το κουράγιο της. Το κουράγιο μας. Γνέφω απαλά. Αλλάζει το σταθμό γιατί έχει παράσιτα. Είμαστε κάπου στη μέση του πουθενά. «Έχω ακούσει ότι είναι όμορφα» συμπληρώνει. Είμαι πολύ αγχωμένη αλλά δεν μπορώ να κρατηθώ. Γελάω.
«Είμαι σίγουρη ότι μετά το μήνα του μέλιτος με τον Πίτερ, η Αουρόρα του Ιλλινόι θα σε μαγέψει» συνεχίζω να γελάω. Μου χαμογελάει. Ξέρει τι εννοώ.

«Εγώ ξέρω ότι παρόλο που οι συνθήκες δεν είναι πολύ ευχάριστες, είναι ευκαιρία να πάμε ένα ταξιδάκι. Να περάσουμε χρόνο μαζί!» λέει με ενθουσιασμό και την πιστεύω ότι χαίρεται. Κι εγώ χαίρομαι. Αν δεν έτρεμα στην ιδέα ότι η απίστευτη έρευνα που έκανα για το πού βρίσκεται ο Κίραν θα αποβεί άκαρπη, θα ήμουν κι εγώ περισσότερο ενθουσιασμένη. Η Ντάνι είναι όμως η καλύτερη παρέα για να μοιράζομαι τα εύκολα και τα δύσκολα.
«Είναι τρελό όλο αυτό» ψελλίζω. Ο καφές μου έχει παγώσει αλλά πίνω μια γουλιά. Είναι πικρός σαν φαρμάκι.
«Είχες ελάχιστα στοιχεία. Και πολύ ένστικτο. Είναι μια ωραία ευκαιρία να δούμε σε τι ποσοστό σε αυτή τη ζωή πρέπει να ακολουθούμε το ένστικτο!» με ενθαρρύνει ξανά. Εύχομαι να μη χρειαστεί να της ανταποδώσω ποτέ τη βοήθεια που μου προσφέρει απλόχερα. Να είναι πάντα χαρούμενη και η ζωή της απαλλαγμένη από έγνοιες.
«Υποψιάζομαι ότι απλά θα πετάξουμε 200 δολάρια σε βενζίνες στην εξωτική Αουρόρα» λέω.
«Κι αν είναι εκεί; Κι αν ισχύει το ένστικτό σου ότι είναι στο χωριό του πατέρα του; Οι φίλοι του σου είπαν ότι πάει συχνά εκεί για να δει τους δικούς του. Μόνη σου είπες ότι υποθέτεις ότι η μητέρα του δεν ξέρει ότι έχει επαφές με εκείνο το σόι».
«Δε θα σκέφτηκε να ψάξει εκεί; Η γυναίκα είναι πολύ πονηρή.»
«Ναι, αλλά είναι τόσο εγωίστρια που μπορεί να μην ήθελε να παραδεχτεί ότι ο γιος της αποζητά την άλλη οικογένεια. Ο εγωισμός της τη θολώνει την κρίση. Δεν θα μπορεί να παραδεχτεί στον εαυτό της ότι του αρέσει να περνάει χρόνο σε ένα μικρό χωριό στη μέση του πουθενά, σε μια φάρμα με ζώα».
«Αν τον ήξερε πραγματικά, θα ήξερε ότι είναι απλός. Ότι δεν τον νοιάζουν οι πολυτέλειες» λέω με νοσταλγία. Δε μου είχε μιλήσει ποτέ για το χωριό του, αλλά ήξερα ότι του άρεσε η φύση, ότι προτιμούσε ως ταξιδιωτικό προορισμό ένα απομονωμένο σπίτι σε κάποιο βουνό από μια πολύβουη πόλη.
«Μη μιλάς λες και χάθηκε για πάντα» με μαλώνει η Ντάνι. Φοράει ένα ψάθινο καπέλο λες και πάμε στις Κάνες εκδρομή. Η άνοιξη έχει μπει για τα καλά, αλλά δεν έχει και τόσο ήλιο. «Θα τον βρούμε. Το θέμα είναι τι θα του πεις μετά» είναι η πρώτη φορά που μου το λέει. Ξέρω ότι αυτό το ερώτημα εκκρεμεί. Δεν ξέρω τι θα του πω. Έχουν παίξει όλα τα σενάρια στο μυαλό μου αυτές τις μέρες. Νομίζω ότι θα σπάσει η καρδιά.
 «Δεν έχω απάντηση σε αυτό» απαντάω μετά από μια παρατεταμένη σιωπή. Δεν ξέρω. Αν τον δω και βεβαιωθώ ότι είναι καλά, το πιο πιθανό είναι να κάνω μεταβολή και να φύγω. Αλλά δεν είμαι σίγουρη πώς θα αντιδράσει η καρδιά μου. Πώς θα αντιδράσει κι εκείνος. «Μακάρι να τον βρούμε και…»

«Θα τον βρούμε! Έχω καλό προαίσθημα» λέει γλυκά η Ντάνι και παρόλο που μας χωρίζει μόνο μία ώρα από τον τελικό προορισμό μας, επιβραδύνει. Θα τη σκοτώσω. 

Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

κεφάλαιο 51-καμια ιδεα πού να ψάξουμε;

Κεφάλαιο 51

Το μυαλό μου ενεργοποιήθηκε με το που την είδα να βγαίνει από την πόρτα. Η πρώτη μου κίνηση ήταν να βάλω την παλιά σιμ στο κινητό μου. Δεν είχα μηνύματα. Επειδή είχα κλείσει καιρό το κινητό μπορεί βέβαια να είχαν διαγραφεί. Μετά τηλεφώνησα στην Ντάνι και την ενημέρωσα για όσα είχαν συμβεί. Ευτυχώς ήταν μόνη της όταν την πήρα γιατί δεν ήθελα να ακούσει ο Πίτερ ότι την απασχολώ στο μήνα του μέλιτος. Η φίλη μου ανησύχησε κι εκείνη για τον Κίραν και μου υποσχέθηκε να βοηθήσει όπως μπορεί τόσο από μακριά όσο και από κοντά, μιας και σε λίγες μέρες επέστρεφε.
«Τον έχω μπλοκάρει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης» της λέω. «Πρέπει να μου πεις εσύ αν βλέπεις κάτι να έχει αλλάξει».
«Κλείσε και σε παίρνω» μου λέει η φίλη μου και πράγματα με ξανακαλεί σύντομα, αφού έχει ρίξει μια ματιά στο λογαριασμούς της. Δεν τον έχει μπλοκάρει εκείνη.
«Τίποτα…τζίφος…» μου λέει. Με κυριεύει απογοήτευση. «Αν αποφάσισε να χαθεί από όλους και από όλα όμως, είναι λογικό να μην έχει ανεβάσει κάποια ανάρτηση σχετικά με το πού βρίσκεται».
«Ήλπιζα για κάποιο στοιχείο…ίσως αν ανέβαζε κάποια φωτογραφία θα μπορούσα να υποθέσω πού είναι, ή να δούμε την τοποθεσία».
«Μπορεί να είναι οπουδήποτε. Ψάχνουμε μια βελόνα στα άχυρα» λέει η Ντάνι. Ο Κίραν δεν είναι βελόνα όμως. Θα τον βρω. Πρέπει να μάθω αν είναι καλά. Ποιος ξέρει τι του έκανε η μέγαιρα, πόσο τον πίεσε.
«Θα στείλω μήνυμα στου φίλους του που μου είχε συστήσει να τους ρωτήσω τι ξέρουν. Η μητέρα του σίγουρα δεν τους γνωρίζει όλους» ενημερώνω την Ντάνι και συμφωνεί.
«Υπάρχει κάποιο μέρος που να είναι…δικό του; Κάποιο σπίτι; Κάποιο εξοχικό;» με ρωτάει.
«Δεν ξέρω. Όπως αποδείχτηκε, δεν είχα ιδέα για την ακριβή οικονομική του κατάσταση. Πώς μπορώ να ξέρω τι σπίτια έχει; Αμφιβάλλω αν έχει κάτι γραμμένο στο όνομά του, και επίσης είναι απίθανο να πάει εκεί αν υπήρχε ένα τέτοιο μέρος, γιατί η μητέρα του θα έστελνε αμέσως εκεί κάποιον να τον ψάξει».
«Σου έχει αναφέρει κάποιο μέρος; Κάπου που έχει πάει και του άρεσε;» επιμένει η φίλη μου. Δεν μου έρχεται τίποτα στο μυαλό. Χρειάζομαι λίγο χρόνο να σκεφτώ και μου υπόσχεται να με πάρει το πρωί.

Στέλνω αμέσως μήνυμα στου φίλους του ότι ο Κίραν αγνοείται και τον ψάχνω. Απαντάνε μόνο δύο από τους τρεις αμέσως. Ο Τζέικ και ο Ντέμιεν. Ο Ντέμιεν μάλιστα μού τηλεφωνεί. Δεν είχαν ιδέα ότι ο Κίραν είχε φύγει. Νόμιζαν ότι απλά είχε δουλειά και είχε χαθεί. Απορώ που δεν τους προσέγγισε η μητέρα του αλλά θεωρώ ότι το έκανε για να μη διαρρεύσει το «δυσάρεστο γεγονός». Και φυσικά ίσως δεν ήξερε καν πόσο καλοί φίλοι του γιου της ήταν. Το πιο πιθανό είναι να ήξερε μόνο τους φίλους του που κινούνταν στον κύκλο τους.

Προσπαθώ να ηρεμήσω και να σκεφτώ αν μου είχε αναφέρει ποτέ κάτι, αλλά τζίφος. Ούτε να ηρεμήσω μπορώ, ούτε να θυμηθώ τίποτα. Ίσως έχει στραφεί προς την οικογένεια του πατέρα του. Μπορεί να έχει πάει εκεί. Θυμάμαι να μου λέει ότι ζει η θεία του και έχει ξαδέρφια από εκείνη τη μεριά, αλλά τίποτα άλλο. Ούτε μου είχε πει ποτέ να τους επισκεφτούμε, ούτε μου είχε πει σε ποια πολιτεία μένουν.


Κοντεύει να χαράξει και ακόμα στριφογυρίζω στο κρεβάτι χωρίς να μπορώ να κοιμηθώ. Δεν ξέρω πώς θα πάω αύριο στη δουλειά. Σκέφτομαι την τελευταία φορά που τον είδα. Ποιος ξέρει πώς ένιωσε. Με είδε λαμπερή, να γελάω και να περνάω καλά, ανάμεσα σε φίλες και φίλους. Μπορεί να ένιωσε ότι δεν είχε άλλη διέξοδο, ότι δεν υπήρχε μέλλον για εμάς. Και ίσως έτσι θα ήταν αν δεν έφευγε. Αλλά ο τρόπος που τραντάζεται το κορμί μου από τον τρόμο μήπως δεν είναι καλά, η θλίψη που με έχει πνίξει στην ιδέα ότι μπορεί να μην τον ξαναδώ, κάνει ξεκάθαρο μέσα μου ότι εκείνος κι εγώ δεν έχουμε τελειώσει ακόμα. 

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

κεφάλαιο 50- γλυκύτατη

Κεφάλαιο 50

«Τι εννοείτε;» ρωτάω, ανίκανη να ενώσω τις νοηματικές τελίτσες. Είναι σαν να άδειασε το λεξικό στο μυαλό μου και οι λέξεις που μου λέει δε σημαίνουν τίποτα.
«Σημαίνει ότι μας άφησε ένα σημείωμα που λέει ότι δεν μπορεί να προχωρήσει σε ένα γάμο συμφέροντος, και ότι θέλει να μείνει μόνος του».
«Και τι άλλο;» αρχίζει ο πανικός να μου κόβει τα πόδια. Σηκώνομαι νευρικά και ξανασωριάζομαι στην πολυθρόνα.
«Ότι θέλει να βρει τον εαυτό του» λέει η μητέρα του σαφώς απορρίπτοντας τις προθέσεις του γιου της, αν κρίνω από το ειρωνικό ύφος της.
«Μπορεί να έχει πάει κάποιο ταξίδι» ψελλίζω.
«Λες να μην το ψάξαμε; Την επόμενη κιόλας μέρα έβαλα ιδιωτικό ντετέκτιβ. Παρακολουθούσαμε εσένα μήπως και ήρθε εδώ. Αλλά όχι. Επίσης ελέγξαμε τις πιστωτικές κάρτες του. Δεν έχει κάνει κράτηση εισιτηρίων. Πήρε το αμάξι του. Μόνο αυτό».
«Αφού είδατε ότι δεν ήρθε εδώ, τότε γιατί…»
«Μπορεί να είστε σε επικοινωνία» απαντάει στην πρόταση που δεν με άφησε να ολοκληρώσω.  «Μπορεί να έχετε κανονίσει κάτι κρυφά. Να έφυγε πρώτος και να τον συναντήσεις κάπου αργότερα» συνεχίζει ακάθεκτη το παραλήρημα.
«Δεν είμαστε μαζί. Έχω αλλάξει κινητό και δεν έχει τον καινούργιο αριθμό. Την τελευταία φορά που τον είδα ήταν, όπως σας προείπα, από μακριά. Δε μου μίλησε. Δεν ξέρω πώς μπορώ να βοηθήσω…» λέω με όση δύναμη έχει απομείνει μέσα μου. Ξαφνικά νιώθω ένα αβάσταχτο κενό. Ο Κίραν… Αγνοείται. Είναι καλά; Πόσο μπορεί να πιέστηκε για να κάνει κάτι τόσο τρελό;
«Γι’ αυτό δεν ήθελα να μπλέξει με μια γυναίκα σαν κι εσένα!» πετάει με κακία μετά από μια παρατεταμένη σιωπή  που πίστευα ότι σήμαινε ότι δεν έχει τι άλλο να μου πει και ότι θα μου αδειάσει τη γωνιά να δω τι μπορώ να κάνω.
«Με μια γυναίκα σαν τη Λινέτ θα ήταν ασφαλής. Ευτυχισμένος. Δεν το πιστεύω ότι πέταξε μια τέτοια ευκαιρία στα σκουπίδια για σένα!» έχει το θράσος να με δείξει με το δείχτη τη σαν να είμαι σκουπίδι. Ειλικρινά δε με νοιάζει τίποτα πια, αλλά δε θέλω να την αφήσω να νομίζει ότι με πληγώνει.
«Πώς ξέρετε ότι έχω κάποια σχέση με την εξαφάνισή του; Άφησε τη Λινέτ και εσάς. Αυτό δε σημαίνει ότι θέλει εμένα» της θυμίζω.
«Είμαι σίγουρη ότι εσύ τον έχεις τρελάνει. Έφυγε για να διαλύσει το γάμο και σκοπεύει να γυρίσει μετά από καιρό και να τα ξαναβρείτε».
«Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι θα τον περιμένω;» τη ρωτάω για να την κλονίσω, αλλά μέσα μου αυτό που λέω ακούγεται ψεύτικο. Δεν κάθομαι να το αναλύσω.
«Ο γάμος είναι σε λίγες βδομάδες. Σκοπεύω να τον βρω και να τον πείσω να παντρευτεί. Αν μιλήσετε θέλω να το ξέρω. Μόνο έτσι θα μου αποδείξεις ότι δεν τον θέλεις πια» με τυλίγει σε μια κόλλα χαρτί. Είναι έξυπνη. Το ίδιο και εγώ όμως. Μόνο που εγώ έχω και συναισθήματα.
«Δε σας νοιάζει αν είναι καλά; Μόνο ο γάμος σας νοιάζει;»
«Ο Κίραν ξέρει να προσέχει τον εαυτό του» λέει σκληρά. Ψάχνω μέσα στα μάτια της κάποια μητρικό ένστικτο, μια κάποια ανησυχία. Τίποτα. Μόνο συμφέρον.
«Αν δεν έχει πειράξει τους τραπεζικούς λογαριασμούς του πώς θα έχει χρήματα; Τι θα κάνει;» αναρωτιέμαι μεγαλόφωνα. «Μπορεί να έχει κάποιο πρόβλημα, να χρειάζεται κάτι».
«Για κάποια που δεν ενδιαφέρεται, κάνεις πολλές ερωτήσεις».
«Δεν είπα ποτέ ότι δεν ενδιαφέρομαι. Μόνο ότι έχει τελειώσει η σχέση μας. Σε αντίθεση με εσάς με νοιάζει το καλό του Κίραν».
«Πώς τολμάς; Είμαι η μητέρα του!» θυμάται ξαφνικά.
«Αν ήσασταν σωστή μητέρα θα ζητούσατε τη βοήθειά μου. Θα έπρεπε να βοηθήσει η μία την άλλη να τον βρούμε. Να σιγουρευτούμε ότι σωματικά και ψυχολογικά είναι καλά. Δεν έπρεπε να είμαστε διχασμένες».
«Έχω βοήθεια. Από εσένα θέλω μόνο να με ενημερώσεις αν μάθεις το οτιδήποτε για εκείνον. Η ημερομηνία του γάμου πλησιάζει. ¨Έχουμε στείλει προσκλήσεις. Όλα είναι έτοιμα». Κάτι σε όλα αυτά που λέει μου προκαλεί γέλιο. Με κοιτάει θυμωμένη.
«Αλήθεια περιμένετε ότι θα γίνει ο γάμος; Και πάνω από όλα, η κοπέλα πώς νιώθει για όλο αυτό; Θα τον δεχτεί πίσω αν γυρίσει; Πόσο απεγνωσμένες είστε;» συνεχίζω να γελάω. Δείχνει πραγματικά εξοργισμένη αλλά δεν με νοιάζει καθόλου.
«Η Λινέτ σέβεται τους δικούς της και καταλαβαίνει ότι από μια τέτοια ένωση μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να προκύψουν. Δεν είναι χαρούμενη με τις τελευταίες εξελίξεις, αλλά είναι διατεθειμένη να προσπαθήσει για τη σχέση τους».
«Για τη σχέση τους» επαναλαμβάνω και γελάω. Το γέλιο μετατρέπεται σε κλάμα απότομα. Η γυναίκα απέναντί μου, που δεν μπήκε καν στον κόπο να μου πει το όνομά της, με κοιτάει. Δεν ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα. Σηκώνεται απότομα αλλά δεν κάνει βήμα.
«Είπα αυτό που ήθελα να πω. Πάρε την κάρτα μου» αφήνει ένα χαρτάκι στο τραπεζάκι, χωρίς να μου το δώσει στο χέρι. «Αν μάθεις κάτι, πες μου».
«Κι εσείς παρακαλώ, αν μάθετε κάτι. Αμφιβάλλω ότι ο Κίραν θα επικοινωνήσει μαζί μου».
«Αν σκεφτείς κάτι ή κάποιον που μπορεί να με βοηθήσει, να μου πεις» λέει κοφτά.

«Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ που μπορεί να σας βοηθήσει» της λέω συνοδεύοντάς τη στην πόρτα «είναι ότι με αυτή τη νοοτροπία που έχετε δε θα τον βρείτε. Και αν τον βρείτε, δε θα θέλει ούτε να σας δει. Πρέπει να τον πιέσατε πολύ, για να φύγει μακριά σας. Να είστε πρώτα μητέρα του και μετά όλα τα υπόλοιπα» της λέω απλά. Με κοιτάει ανέκφραστη, αλλά νιώθω ότι σκέφτεται όσα της λέω. Γνέφει θετικά και χωρίς να γυρίσει πίσω της,  βγαίνει από το διαμέρισμά μου. Ελπίζω για τελευταία φορά. 

Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018

κεφάλαιο 49-ξέχασε να την τρατάρει κάτι...

Κεφάλαιο 49

Ένα βράδυ καθώς έφευγα αργά από την γκαλερί επειδή κάναμε όλοι οι συνάδελφοι υπερωρία για να τελειώσουμε την προετοιμασία για μια έκθεση γλυπτικής, παρατήρησα ένα αυτοκίνητο με φιμέ τζάμια να περιμένει απ’ έξω. Αρχικά δεν έδωσα σημασία γιατί υπέθεσα ότι κάποιον περίμεναν, κι έτσι άρχισα να περπατάω μέχρι τη στάση του λεωφορείου. Το αμάξι με ακολούθησε. Όταν μπήκα στο λεωφορείο, το αμάξι συνέχισε από πίσω. Το μυαλό μου άρχισε να πλάθει τρελά σενάρια, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι ενδιαφέρον μπορεί να έχει η ζωή μου για κάποιον ώστε να με παρακολουθεί.

Όταν κατέβηκα στη στάση κοντά στο σπίτι μου και περπάτησα μερικά μέτρα μέχρι το σούπερ μάρκετ για να αγοράσω μερικά φρούτα, το αυτοκίνητο ευτυχώς δεν ήταν στο οπτικό μου πεδίο και έτσι ηρέμησα. Γύρισα σπίτι για να μαγειρέψω και να μιλήσω με του δικούς μου στο τηλέφωνο. Είχε περάσει πάνω από μία ώρα από τη στιγμή που γύρισα και είχα ξεντυθεί ήδη όταν χτύπησε το κουδούνι της πάνω πόρτας, πράγμα που με παραξένεψε, μιας και κανείς δεν είχε πρόσβαση στην κύρια είσοδο αν κάποιος δεν του άνοιγε από πάνω. Άρπαξα το κινητό στο χέρι μου αλλά δεν κάλεσα την αστυνομία. Ίσως γιατί δεν πίστευα ότι ήμουν πραγματικά σε κίνδυνο. Πόσο άδικο είχα… Ο κίνδυνος δεν είναι πάντα σωματικός.

Από το ματάκι τη πόρτας είδα μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, αλλά δεν μπορούσα να ξέρω αν είναι μόνη ή αν κάποιος άλλος καιροφυλακτούσε απέξω. Άνοιξα την πόρτα αλλά χωρίς να βγάλω τον σύρτη.
«Ποιος είναι;» ρώτησα. Η γυναίκα με κοιτούσε με ένα βλέμμα εχθρικό.
«Άνοιξέ μου» μου είπε κοφτά, λες και περίμενε να υπακούσω χωρίς καν να ξέρω ποια είναι.
«Ποια είστε;» ρώτησα εγώ, εξίσου κοφτά.
«Η μητέρα του Κίραν» απάντησε και ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται. Τι μπορεί να θέλει από μένα; Για λίγο σκέφτηκα να την κλειδώσω έξω και να την αγνοήσω, αλλά κάτι μέσα μου με έκανε να την αφήσω να περάσει. Η γυναίκα μπήκε μέσα και ευτυχώς κανείς δεν την ακολούθησε. Ήταν μόνη.

Έβγαλε την καμπαρντίνα της και την άφησε στον καναπέ. Κάθισε χωρίς να περιμένει να της το προτείνω. Την παρατήρησα για λίγο. Ήταν πολύ όμορφη. Φαινόταν πολύ νέα για να είναι μητέρα του Κίραν. Ήταν κομψή, καλοχτενισμένη και ντυμένη με ένα ταγέρ που πρέπει να έκανε μια περιουσία. Ένιωθα σαν ένα ατημέλητο κουνούπι μπροστά της. Θυμήθηκα όσα μου είχε πει ο Κίραν για εκείνη. Για τον τρόπο που μεταχειριζόταν τους ανθρώπους και φρόντιζε πάντα να κάνει αυτό που θέλει. Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο είχε πέσει κατά δέκα βαθμούς Κελσίου. Άρχισα να τρέμω από το άγχος και την αγωνία για το λόγος της επίσκεψής της.

«Δεν μπορώ να σκεφτώ τι μπορεί να θέλετε από εμένα» της είπα τελικά και κάθισα σε μια πολυθρόνα απέναντί της. Επιθεωρούσε τα μακριά νύχια της χωρίς να με κοιτάει.
«Δε μου είναι ευχάριστο να είμαι εδώ μέσα» μου λέει με ένα ξινισμένο ύφος, δείχνοντας ξεκάθαρα το πόσο υποδεέστερο θεωρεί το διαμέρισμά μου και εμένα την ίδια σε σχέση με την τέλεια ζωή της. Μάλιστα. «Αλλά οι περιστάσεις με έκαναν να σε προσεγγίσω».
«Ποιες περιστάσεις;» τη ρωτάω. «Αν δεν κάνω λάθος, ο γιος σας παντρεύεται σύντομα. Εσείς δε θα έπρεπε να σχεδιάζετε τη δεξίωση ή κάτι τέτοιο τώρα;» αντεπιτίθεμαι κι εγώ. Δε θα την αφήσω να με τρομοκρατήσει. Κάποτε ίσως θα με ενδιέφερε να κάνω καλή εντύπωση, αλλά όχι πια. Οι μάσκες είχαν πέσει και ήξερα ότι η γυναίκα απέναντί μου δε θα με αποδεχόταν ποτέ. Ούτε καν τώρα, που ο γιος της με είχε βγάλει από τη ζωή του τόσο οριστικά.
«Πότε είδες τον Κίραν τελευταία φορά;» με ρωτάει και ξαφνικά με κοιτάει. Ο αέρας φεύγει από τα πνευμόνια μου. Το βλέμμα της είναι οξύ. Κάτι στο χρώμα τους και το σχήμα τους μου θυμίζει τον Κίραν. Λυπάμαι που κάτι που αγάπησα πάνω του το είχε κληρονομήσει από εκείνη.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί με ρωτάτε κάτι τέτοιο. Εγώ και ο Κίραν έχουμε χωρίσει εδώ και καιρό και…».
«Πες μου πότε» απαιτεί χωρίς να περιμένει να ολοκληρώσω.
«Τον είδα πριν από μία βδομάδα τυχαία, έξω από το ξενοδοχείο όπου έκανε τη δεξίωση γάμου της η φίλη μου. Αν ανησυχείτε αν τα ξαναβρήκαμε, σας λέω πως όχι. Ξέρω πόσο αντίθετοι ήσασταν όλοι με τη σχέση μας. Να κοιμάστε ήσυχη. Δε μιλήσαμε καν» της εξηγώ χωρίς να πάρω ανάσα.
«Ξέρω ποιο είναι το καλό για το γιο μου» επιλέγει τις λέξεις της αργά. «Και δεν είσαι εσύ». Ισιώνει νευρικά τη φούστα της. 
«Μάλιστα» μονολογώ. Είναι αυτό που περίμενα και ακόμα χειρότερη.
«Όταν γίνεις μητέρα θα με καταλάβεις».
«Ήρθατε για κάποιο συγκεκριμένο λόγο ως εδώ ή θέλετε απλώς να με βομβαρδίσετε με μητρικά κλισέ;» τη ρωτάω. Τη βλέπω να τα χάνει με την ευθύτητά μου.
«Το φοβόμουν ότι θα είσαι αγενής» τολμάει να μου πει.
«Εγώ είμαι η αγενής; Μπουκάρατε στο σπίτι μου για να με προσβάλετε και εγώ είμαι η αγενής;» γελάω για να μην κλάψω. «Και ακόμα δεν μου είπατε το λόγο που είστε εδώ».
«Δεν είσαι αυτό που του πρέπει. Ο Κίραν αξίζει κάτι καλύτερο και τώρα θα τα είχαμε καταφέρει, αλλά όχι. Έπρεπε να ανακατευτείς» λέει. Δεν καταλαβαίνω όμως τι εννοεί.
«Έχουμε χωρίσει» επαναλαμβάνω. «Δεν βλέπω το λόγο να με ενοχλείτε».
«Είχα δίκιο που του έλεγα κι εγώ και ο σύζυγός μου να σε ξεφορτωθεί. Του διέλυσες της ζωή και τότε και τώρα. Μια  γυναίκα της νύχτας τι μπορεί να προσφέρει σε έναν τόσο αξιόλογο νέο;».
«Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας. Θα ευτυχήσει με την αξιόλογη νέα που του διαλέξατε. Τώρα μπορείτε να φύγετε;» αρχίζω να ανεβάζω τον τόνο τη φωνής μου αλλά δε νομίζω να με αδικούσε κάποιος αυτή τη στιγμή για έλλειψη ψυχραιμίας.
«Δε θα φύγω αν δε μου πεις πού είναι ο γιος μου» μιλάει μέσα από σφιγμένα δόντια. Η γυναίκα πρέπει να είναι τρελή. Δεν καταλαβαίνω πού το πάει.
«Υποθέτω με τη φίλη του. Μπορείτε να φύγετε;» επαναλαμβάνω.
«Θες να μου πεις ότι δεν ξέρεις;» με ρωτάει ξανά. Βλέπω να εναλλάσσονται στο πρόσωπό της διάφορα συναισθήματα: φόβος, θυμός, τρόμος.
«Γιατί να ξέρω; Πείτε μου, επιτέλους, στο καλό τι συμβαίνει;» απαιτώ.

Η γυναίκα απέναντί μου, σφίγγει τα χείλια της, ζυγίζοντας τις επιλογές της. Δεν ξέρει αν λέω αλήθεια. Αυτό που μου λέει, πιο ήπια αυτή τη φορά, πιο απεγνωσμένα, με κάνει να την καταλάβω έστω και λίγο.
«Ο Κίραν…» ψελλίζει. «Αγνοείται εδώ και πέντε μέρες».



Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

κεφάλαιο 48-mirage


Κεφάλαιο 48



Είμαι πραγματικά χαρούμενη για την Ντάνι. Πέρασε πολλά με τον Πίτερ και τους αξίζει κάθε ευτυχία. Η φίλη μου λάμπει μέσα στο ολόλευκο νυφικό της και χαμογελάει συνέχεια. Ένα δάκρυ απειλεί να κυλήσει από το μάτι της αλλά συνεχώς την «αγριοκοιτάω» εύθυμα για να της θυμίσω διακριτικά ότι το μακιγιάζ της κοστίζει μια περιουσία. Το ίδιο και το δικό μου. Η Ντάνι δεν έκανε τσιγκουνιές ούτε στη δική της περιποίηση αλλά ούτε και στη δική μας. Τα υπέροχα φορέματά των παρανύμφων, το μακιγιάζ και τα παπούτσια μας κοστίζουν μια μικρή περιουσία, αλλά αξίζουν κάθε λεπτό. Και οι τρεις κοπέλες δείχνουμε υπέροχες μέσα στο κατακόκκινο μάξι μακρύ φόρεμα που διάλεξε για εμάς η νύφη. Το δικό μου είναι λίγο πιο πλούσιο στο στήθος για να φαίνεται ότι είμαι η πρώτη παράνυμφος. Δεν είχα ξαναδεί τον εαυτό μου ποτέ όπως σήμερα το πρωί που κοιτάχτηκα στον καθρέπτη. Τα μαλλιά μου είναι χτενισμένα στο πλάι και τα ψηλοτάκουνα παπούτσια μου κάνουν τη σιλουέτα μου να δείχνει ακόμα πιο χυτή.

Μετά τη σεμνή τελετή, μια λιμουζίνα μάς μετέφερε στο πολυτελές ξενοδοχείο όπου τα παιδιά είχαν κλείσει για τη δεξίωση. Ευτυχώς όλα ήταν όπως τα είχαμε ζητήσει. Κάθε μικρή λεπτομέρεια που σχεδιάσαμε με προσοχή με την Ντάνι ήταν εκεί. Η φίλη μου και ο Πίτερ έκοψαν την τούρτα, χόρεψαν ένα μπλουζ και τώρα, περασμένα μεσάνυχτα και αφού είχαμε φάει και πιει σαν να μην υπήρχε αύριο είχαν αποχωρήσει οι μεγαλύτεροι σε ηλικία και διασκεδάζαμε οι νεότεροι με τραγούδια ντίσκο.

«Έχω χορέψει ακόμα και με τις κολώνες!» αντέδρασα γελώντας, όταν η Ντάνι με πλησίασε και μου θύμισε ότι μου «ξέφυγε» ένας ξάδερφος του Πίτερ. Στην πραγματικότητα, μέσα στα καθήκοντα της πρώτης παρανύμφου ήταν να μιλάει και να χορεύει με όλους, αλλά εγώ είχα  ξεπατωθεί στο χορό.  Νομίζω ότι εκτέλεσα άψογα το χρέος μου.

«Δε φταίω εγώ που έχεις κλέψει όλες τις εντυπώσεις! Επισκίασες ακόμα και τη νύφη» γελάει η φίλη μου και μου δίνει μια τσιμπιά στο μπράτσο.

«Είσαι πανέμορφη και μη λες βλακείες» γελάω. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, περνάω καλά. Είμαι ευτυχισμένη για τη φίλη μου. Είμαι ευτυχισμένη που υπάρχει χάπι εντ σε μερικές ιστορίες. Και ίσως κάποια μέρα το βρω κι εγώ.

«Σκοτείνιασες» λέει η φίλη μου και χαμογελάω ξανά.

«Κάτι σκεφτόμουν» λέω ανάλαφρα. Με φιλάει στο μάγουλο στα γρήγορα και απομακρύνεται για να χαιρετήσει κάποια συγγενή που φεύγει. Κάνω νεύμα στον ξάδερφο που θέλει να χορέψουμε ότι επιστρέφω σε λίγο και βρίσκω την ευκαιρία να αποσυρθώ στην τουαλέτα. Θέλω να φρεσκάρω το μακιγιάζ μου. Ρίχνω ενστικτωδώς μια ματιά στο κινητό μου. Κανείς δε με έχει καλέσει φυσικά. Μόνο οι γονείς μου, οι στενοί συνάδελφοι και η Ντάνι ξέρουν το καινούργιο νούμερο και αποκλείεται κάποιος από αυτούς να με ενοχλούσε απόψε.

Στην τουαλέτα δεν έχει κόσμο. Έχει ησυχία και μπορώ να ηρεμήσω λίγο. Ανανεώνω το κραγιόν μου και κάθομαι σε μια πολυθρόνα που έχει στο σαλονάκι απ’ έξω. Αρχίζω να σκέφτομαι εκατομμύρια πράγματα. Είναι δυστυχώς αναπόδραστο όταν μένω μόνη. Αναρωτιέμαι αν θα βρω κάποιον ποτέ να τον αγαπήσω όσο αγάπησα τον Κίραν. Μόνο αν νιώσω ξανά έτσι για κάποιον, πράγμα αμφίβολο, θα σκεφτώ τον γάμο. Αναρωτιέμαι πού έφταιξα και είμαι μόνη σήμερα, ασυνόδευτη στο γάμο της κολλητής μου, αν υπήρχε κάτι που έπρεπε να κάνω αλλιώς στη σχέση μου ώστε να αποφύγω την άσχημη εξέλιξη που πήρε, δις, αναρωτιέμαι αν θα έρθει ποτέ η μέρα που δε θα σκέφτομαι μόνη μου σε κάποια τουαλέτα, αν θα πάψω κάποτε να αναρωτιέμαι τι κάνει και να ανησυχώ για εκείνον. Ναι, είμαι ηλίθια, αλλά δεν ακούει κανείς τις σκέψεις μου και μπορώ να το παραδέχομαι. Ποτέ δε θα συγχωρήσω την προδοσία του, αλλά φοβάμαι ότι για πάντα θα με τυραννάει η σκέψη του και θα σκέφτομαι τι κάνει κάθε φορά που ακούω κάποιο τραγούδι που μου σιγοτραγουδούσε ή κάθε φορά που τρώω το αγαπημένο του γλυκό.

Κι όμως. Είμαι λίγο καλύτερα τις τελευταίες μέρες. Ίσως βοηθάει που έχω να τον δω τόσες βδομάδες. Ίσως και όχι, γιατί αναρωτιέμαι, αναρωτιέμαι, αναρωτιέμαι. Από τη μία σκέφτομαι ότι επιτέλους, με άφησε ήσυχη. Βέβαια άλλαξα κινητό. Και δεν ξέρει πού μένω και πού δουλεύω. Αλλά θα μπορούσε να με βρει αν θέλει. Δεν ξέρω πώς, αλλά θα μπορούσε. Από την άλλη θέλω να με ξεχάσει. Παντρεύεται σε ένα μήνα. Ό,τι και να κάνει δε θα έπρεπε να με ενδιαφέρει όμως. Σηκώνομαι αποφασιστικά, και επιστρέφω στο πάρτι δυναμικά. Χορεύω με όλους, γελάω, πίνω και εξουθενώνομαι. Είμαι χαρούμενη για την Ντάνι και τον Πίτερ. Το ρολόι μου δείχνει λίγα λεπτά μετά τις τέσσερις όταν η δεξίωση ρίχνει αυλαία και αποχωρώ μαζί με τις άλλες παράνυμφους. Η Ντάνι και ο Πίτερ έφυγαν πριν από μία ώρα γιατί ταξιδεύουν στις 09.00 για Παρίσι και πρέπει να ετοιμαστούν.

Σφίγγω το γουνάκι μου γύρω από τους ώμους μου γιατί έχει κρύο παρόλο που είμαστε και επίσημα στην άνοιξη ενώ περιμένω τη λιμουζίνα να πάρει τη στροφή και να σταματήσει μπροστά μας. Οι υπόλοιπες παράνυμφες και μερικοί φίλοι του γαμπρού που θα φύγουν με άλλο αυτοκίνητο γελάνε με κάποιο αστείο. Εγώ κοιτάω λιγάκι τον ουρανό. Έχει πολλά αστέρια απόψε. Είναι μια ήσυχη νύχτα. Τα κορίτσια μπαίνουν στο πολυτελές όχημα και ετοιμάζομαι να μπω κι εγώ όταν με την άκρη του ματιού μου, σαν όνειρο, βλέπω μια σκοτεινή φιγούρα, ακίνητη μέσα στο σκοτάδι, στο απέναντι πεζοδρόμιο. Μπορεί να κάνω λάθος, μπορεί να είναι όνειρο ή μάλλον εφιάλτης. Τον κοιτάζω σταθερά. Αν είναι οφθαλμαπάτη, θα διαλυθεί. Αλλά δε διαλύεται. Κάνω εγώ το πρώτο βήμα. Μπαίνω στη λιμουζίνα και λέω στον οδηγό πού να με αφήσει.

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

κεφάλαιο 47-ναι, αλλά με μηνύματα δε βγαίνει άκρη, κύριε!


Κεφάλαιο 47



Το μπαρ μας είναι ένα ωραίο μέρος για να πιεις και να ξεχαστείς. Ο Στίβεν και η Ντάνι δε μου κάνουν ερωτήσεις. Απλά πίνουν μαζί μου. Αυτό είναι ανακουφιστικό μέσα στη θύελλα. Δε θέλω να εξηγώ γιατί είμαι έτσι. Η Ντάνι δηλαδή ξέρει, αλλά ο Στίβεν δεν ξέρει. Ίσως υποθέτει, αλλά δεν ξέρει σίγουρα.

«Ένα παιδί…είναι τόσο τελεσίδικο όλο αυτό…» μονολογώ μετά από λίγη ώρα απόλυτης ησυχίας. Η Ντάνι κάθεται δίπλα μου και πίνει μαζί μου. Πιο αργά εκείνη. Εγώ είμαι ήδη στο τρίτο ποτό.  Καθόμαστε στην άκρη του μπαρ και ο Στίβεν δεν μας ακούει αυτή τη στιγμή γιατί σερβίρει μια παρέα στην άλλη άκρη.

«Και ο γάμος; Δεν είναι;» με ρωτάει η Ντάνι, πικραμένη κι αυτή. Συμπάσχει τόσο που μου φέρνει δάκρυα στα μάτια η αφοσίωσή της. Ίσως είμαι τόσο τυχερή που την έχω δίπλα μου ως φίλη που το σύμπαν δεν μπορούσε να μου στείλει κάτι αντίστοιχο και σε σύντροφο.

«Ναι, αλλά μπορεί να χώριζε κάποτε…όχι ότι θα τον δεχόμουν πίσω, αλλά ένα παιδί…βάζει μια τελεία σε όλα. Θα είναι πάντα δεμένος μαζί της και…»

«Πάψε!» μου λέει αυταρχικά η φίλη μου και τρομάζω. Κοπανάει το ποτήρι της στον πάγκο. Ο Στίβεν μάς κοιτάει από την άλλη άκρη με περιέργεια. Ίσως νομίζει ότι τσακωνόμαστε. Ας είναι. «Μη σκέφτεσαι διεξόδους. Μη σκέφτεσαι έτσι. Και χωρίς παιδί έχει τελειώσει όλο αυτό. Μη βασανίζεσαι. Δε σου αξίζει» μου λέει κοφτά και σκέφτομαι ότι πρώτη φορά μου μιλάει τόσο έντονα.

«Το ξέρω…» ψελλίζω αδύναμα αλλά δεν μπορώ να μην σκέφτομαι έτσι. Είναι τόσο έντονο το σοκ του χωρισμού, ο λόγος και τώρα η αδυσώπητη ταχύτητα με την οποία τρέχουν οι εξελίξεις… πονάει το κεφάλι μου, και το στομάχι μου είναι ένα σφικτός κόμπος.

«Σε στηρίζω και πονάω που σε βλέπω έτσι. Αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει γυρισμός. Παντρεύεται. Δε χρειαζόταν να μάθεις για το παιδί για να καταλάβεις ότι είναι τελεσίδικο.  Σταμάτα να ελπίζεις, ακόμα και κρυφά. Βγάλ’το από μέσα σου. Μη βασανίζεσαι άλλο» με σφυροκοπά με αλήθειες που πονάνε. Δίκιο έχει. Αλλά δε μου αρέσει να το ακούω. Δε μιλάω για λίγο. Σκέφτομαι όσα μου είπε και δεν ξέρω τι να απαντήσω. Όση πρόοδο είχα κάνει τόσες βδομάδες ξανεμίστηκε σήμερα. Άραγε άλλη γυναίκα θα ήταν πιο ψύχραιμη μετά από τέτοιο σοκ;

Ο Στίβεν έρχεται μετά από λίγο στην παρέα μας και κάθεται μαζί μας. Συζητάμε ανάλαφρα για λίγη ώρα και κάπως ξεχνιέμαι.

«Ο Πίτερ θα σε πάει σπίτι για να μην παίρνεις ταξί μέσα στη βροχή» μου λέει η Ντάνι όταν αρχίζω να χασμουριέμαι. Του έχει ήδη στείλει μήνυμα να έρθει. Δεν έχω αντοχή να διαφωνήσω. Είναι ήδη μεσάνυχτα! Ευτυχώς αύριο δε δουλεύω.



Επιστρέφω στο σπίτι κατάκοπη, μουτζουρωμένη με το μακιγιάζ μου λόγω βροχής και πραγματικά πολύ λυπημένη. Αποχαιρετώ την Ντάνι και τον Πίτερ χαμογελώντας πλατιά, δίνοντας ένα ρεσιτάλ με τίτλο «είμαι καλά, μην ανησυχείτε».

Περνάω μισή ώρα κάτω από το ντους και προσπαθώ να σκεφτώ τι έκανα λάθος και η ζωή μου εκτροχιάστηκε έτσι. Φταίει εκείνος μόνο; Ή και εγώ; Φταίω που τον αγάπησα τόσο ή που του έδωσα δεύτερη ευκαιρία;

Στεγνώνω τα μαλλιά μου και χώνομαι στο κρεβάτι μου. Πριν αποκοιμηθώ ακούω τον ήχο του εισερχόμενου μηνύματος. Είναι η Ντάνι. Ρωτάει αν είμαι καλά. Τη διαβεβαιώνω πως ναι, την ευχαριστώ για όλα και ακουμπάω το κινητό στο κομοδίνο μου. Άλλο ένα μήνυμα ακολουθεί, αλλά από άγνωστο αριθμό. Είναι  ο Κίραν. Τον έχω κάνει μπλοκ αλλά θα έστειλε από άλλο νούμερο. Δε χρειάζεται φυσικά να γράψει το όνομά του στο τέλος του μηνύματος. Κανείς άλλος δε θα μου έγραφε τέτοια ώρα ότι με σκέφτεται, ότι καμιά γυναίκα δεν μπορεί να τον κάνει να νιώσει όπως νιώθει για μένα, ότι είναι δυστυχισμένος. Ανασηκώνομαι, ανάβω το φως και το ξαναδιαβάζω δυο και τρεις φορές. Έχουμε πολλές βδομάδες να έρθουμε σε επικοινωνία και νομίζω ότι ονειρεύομαι. Σκέφτομαι να του ευχηθώ να γίνει σύντομα πατέρας αλλά δεν το κάνω. Δεν θέλω να το χρησιμοποιήσω ούτε για όπλο. Μισώ την ιδέα ότι μπορεί άλλη γυναίκα να κάνει το παιδί του. Αρχίζω να κλαίω και να ξαναδιαβάζω τα μηνύματα. Μου στέλνει και ένα τελευταίο. Μου λέει ότι εύχεται να μη με αναστάτωσε και ότι θέλει απλά να ξέρω πώς νιώθει για μένα. Δεν απαντάω και πάλι. Λες και το έκανε επίτηδες να στείλει απόψε.

Κλείνω το κινητό, σκουπίζω τα μάτια μου και ξαπλώνω πάλι. Αύριο το πρωί θα αλλάξω νούμερο. Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό. Θα τρελαθώ.