Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

κεφάλαιο 44-χρόνια πολλά, όμορφες!

Κεφάλαιο 44

Είμαι κάπου ένα μήνα στο πατρικό μου σπίτι και δέχομαι τη φροντίδα των γονιών μου με μεγάλη ανακούφιση. Δε με ρώτησαν ποτέ για ποιο λόγο είμαι εκεί. Δε χρειάστηκε. Τρεις μέρες αφού εγκαταστάθηκα, ο Κίραν άρχισε να βομβαρδίζει το σπίτι με ανθοδέσμες. Μία κάθε μέρα, ενίοτε και δύο. Όλες με το ίδιο μήνυμα: «Αφησέ με να σου εξηγήσω».

Είχαμε εξαντλήσει τα βάζα και όλες οι επιφάνειες είχαν λουλούδια, όταν αποφάσισα να πω στον άνθρωπο που τα έφερνε ότι δε θα ξαναδεχτώ παράδοση. Για μία μέρα ησυχάσαμε. Μετά ξεκίνησαν τα σοκολατάκια. Αφού μοιράσαμε κασετίνες σε όλη τη γειτονιά, απελπίστηκα. Εδώ και τρεις μέρες, μας έστελνε κάθε μέρα ένα καλάθι με διάφορα γλυκά. Τα σημερινά ήταν μικρά μάφιν σε διάφορες γεύσεις.
«Μήπως είσαι λίγο σκληρή με το παιδί;» ψέλλισε η μητέρα μου αλλά το άγριο βλέμμα που της έριξα της έκοψε τη φόρα και δε με ξαναρώτησε.

Η Ντάνι είχε έρθει το προηγούμενο Σαββατοκύριακο και έμεινε σε εμάς για να με δει. Είχαν αρχίσει για τα καλά τις ετοιμασίες για το γάμο και με πείραζε που δεν μπορούσα να είμαι πιο πολύ κοντά της, αλλά της υποσχέθηκα ότι το νυφικό θα το ψάχναμε μαζί. Δε σκόπευα να μονάσω στην εξοχή.

Κανονικά θα έπρεπε να ανησυχώ για το οικονομικό. Μπορεί να είχα σχεδόν τελειώσει με τις δόσεις του φοιτητικού δανείου που είχα πάρει, αλλά ακόμα βοηθούσα τους γονείς μου και τον μικρό αδερφό μου να στήσει τη ζωή του. Δεν ήμουν  υποχρεωμένη αλλά είχα μάθει από μικρή να βοηθάω και να στηρίζω όσους με έχουν ανάγκη. Και οι δικοί μου είναι άνθρωποι απλοί, άνθρωποι του μεροκάματου. Θέλω να τους προσφέρω μια πιο άνετη ζωή. Τώρα π.χ. μου έχει καρφωθεί η ιδέα να χτίσουμε ένα μικρό υπνοδωμάτιο στον κάτω όροφο τη αγροικίας μας ώστε οι γονείς μου να μη χρειάζεται να ανεβοκατεβαίνουν σκαλιά όταν μεγαλώσουν κι άλλο. Όταν με το καλό πιάσω δουλειά, αυτό είναι το πρώτο που σκοπεύω να κάνω.

Γιατί όμως προς το παρόν δεν αγχώνομαι να βρω δουλειά και έχω την πολυτέλεια να μείνω σπίτι και να κλάψω όσο θέλω για την προσωπική μου ζωή; Επειδή η «προσωπική μου ζωή» φρόντισε να με αποκαταστήσει. Είναι τελείως αστείο, αλλά ταυτόχρονα και βολικό. Με απέλυσαν. Και στον λογαριασμό μου πιστώθηκε μια παχυλή αποζημίωση απόλυσης, με βάση το μισθό που κανονικά θα έπαιρνα αν δεχόμουν την προαγωγή που απέρριψα. Δε θα έπρεπε να δεχτώ τα χρήματα. Το ξέρω. Ουσιαστικά παραιτήθηκα. Αλλά δεν έβρισκα τρόπο να τα επιστρέψω χωρίς να δώσω στην εταιρεία δικαιώματα να καταλάβουν ότι εμπλέκομαι συναισθηματικά με κάποιον τρόπο. Ξοδεύω με φειδώ, φυσικά, και αν βρω με κάποιον τρόπο το λογαριασμό του Κιραν, θα τα στείλω εκεί απεθείας.

«Ήρθε ο τεχνικός να αλλάξει τη γραμμή» με ενημερώνει ο πατέρας μου από τον κάτω όροφο. Τις πρώτες μέρες μάς έπαιρνε συνεχώς ο Κίραν. Μετά το κατεβάσαμε, αλλά δεν ήταν βιώσιμη λύση να μην έχουμε τηλέφωνο. Γι’ αυτό τους ζήτησα να αλλάξουμε νούμερο. Και πάλι, δε με ρώτησαν το γιατί. Και πάλι, το εκτίμησα.

Δεν έχω τη δύναμη να κατέβω κάτω. Δεν υπάρχει και λόγος φυσικά. Οι δικοί μου θα τα κανονίσουν όλα όπως κάνουν και τόσες μέρες που βγαίνω σπάνια από το δωμάτιό μου. Μου φέρνουν φαγητό, μου ψωνίζουν ό,τι χρειάζομαι, μου κάνουν παρέα. Αλλά διατηρούν τις αποστάσεις τους, ίσως από αμηχανία, επειδή δεν ξέρουν τι να μου πουν. Δείχνω και είμαι τόσο απελπισμένη που κανείς δεν ξέρει πώς να με ανακουφίσει. Και το χειρότερο είναι ότι κάθε μέρα νιώθω να βυθίζομαι και πιο πολύ στην άβυσσο.

«Ένα λεπτό να φωνάξω την κόρη μου» ακούω τον μπαμπά μου να ανεβαίνει τα σκαλιά. Μπαίνει στο δωμάτιό μου ασθμαίνοντας. Ήδη δυσκολεύεται να ανέβει γρήγορα. «Ρωτάει κάτι για αυτά τα μαραφέτια του ίντερνετ. Κατέβα λίγο» με παρακαλάει. Βογγάω εκνευρισμένη και φοράω μια ρόμπα πάνω από τη φανελένια,  παμπάλαιη πιτζάμα μου.

«Να σας φέρω ένα τσάι;» ακούω τη μαμά μου να ρωτάει τον τεχνικό ενώ κατεβαίνω τη σκάλα.
«Όχι, ευχαριστώ, δε θα μείνω πολύ» ακούω μια βαθιά φωνή να λέει και όλες οι τρίχες στον αυχένα μου σηκώνονται. Δεν είναι δυνατόν.

Γυρίζει προς το μέρος μου αργά και επιβεβαιώνει του φόβους μου. Οι γονείς μου τον κοιτούν να με κοιτάει. Κανείς δε μιλάει. Η αμηχανία είναι τόσο πυκνή που με κάνει να τρέμω.
«Δεν προσέξατε ότι φοράει κοστούμι;» τους λέω τραχιά, με φωνή που στάζει θυμό. Είναι άνθρωποι αθώοι, αλλά αυτό παραπάει. «Τι τεχνικός είναι αυτός;» σχεδόν γελάω. Οι γονείς μου κοιτάζονται για λίγο. Δείχνουν να τα έχουν χαμένα.
«Είναι…αυτός που στέλνει τα καλάθια;» ρωτάει η μαμά μου ντροπαλά. «Τι όμορφος νέος» κοκκινίζει. Ωραία, σκέφτομαι. Άλλη μια θαυμάστρια για τη συλλογή του.
«Κίραν Κάβανο, κυρία μου» λέει εκείνος και πλησιάζει. Τείνει το χέρι του στους γονείς μου. Εκείνοι συνεχίζουν να είναι μπερδεμένοι. Κι εγώ. «Λυπάμαι αν σας εξαπάτησα για μερικά λεπτά, αλλά για εμένα ήταν ευκαιρία να μπω μέσα. Αν ξέρατε ποιος είμαι ίσως δε με αφήνατε να περάσω».
«Στάθηκες τυχερός που περιμέναμε τον τεχνικό, γιε μου» του λέει ο μπαμπάς μου αυστηρά. «Αλλά αν η κόρη μου δε θέλει να είσαι εδώ, τότε θα πρέπει να σου ζητήσω να φύγεις». Γυρνάνε και οι τρεις προς το μέρος μου. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε…
«Μπριάνα» λέει η μαμά μου, αλλά δεν μπορώ να απαντήσω. Τι θέλω; Να μείνει ή να φύγει; Δείχνει καταπονημένος όπως εγώ. Έχει χάσει τη λάμψη του, τον αέρα του. Αναρωτιέμαι μήπως είναι κάτι που δεν ξέρω ή αν απλώς έτσι θέλω να σκέφτομαι για να μη νιώθω τελείως ηλίθια.
«Μισή ώρα» λέω τελικά. Ο Κίραν χαμογελάει φευγαλέα. Οι γονείς μου αποσύρονται στην κουζίνα και μας αφήνουν μόνους στο σαλόνι. Βάζω ένα ξύλο στο τζάκι και η φωτιά δυναμώνει. Και αυτή που καίει τα σωθικά μου όμως. Τον βλέπω να βγάζει το παλτό του και να χαλαρώνει τη γραβάτα. Είναι πολύ όμορφος. Ενστικτωδώς πλησιάζω, αλλά απομακρύνομαι πάλι. Σερβίρει λίγο κονιάκ από αυτό που έχει ο πατέρας μου στο τραπέζι μας λες και το σπίτι είναι δικό του. Η οικειότητα με κάνει να ανατριχιάσω ξανά.
«Θα οδηγήσεις μετά;» τον προκαλώ. Η απόσταση μέχρι το σπίτι του είναι πάνω από 200 χιλιόμετρα. Δεν είναι καλό να έχει πιει.
«Έχω κάνει πρόβα τι θα σου πω χίλιες φορές και τα ξέχασα όλα όταν σε είδα» λέει, αγνοώντας την ερώτησή μου. Πίνει μια γερή γουλιά. «Οι γονείς σου φαίνονται πολύ συμπαθητικοί».
«Σου κάνει εντύπωση;» λέω ειρωνικά.
«Ίσα ίσα» κάθεται σε μια πολυθρόνα απέναντί μου. Τρίβει το σαγόνι του νευρικά. Έχει αφήσει μούσι. Είναι ακόμα πιο σέξι και θυμώνω με τον εαυτό μου που το σκέφτομαι.
«Τι θες εδώ;» ρωτάω κοφτά. «Τι ψέμα έμεινε που δεν μου είπες;».
Με κοιτάει με σκοτεινό βλέμμα και συνεχίζει να παίζει νευρικά με το ποτήρι του.
«Δε σου ζητάω να γυρίσεις. Δε σου ζητάω να με συγχωρήσεις» λέει. Γελάω ξερά.
«Αυτό έλειπε» τον κόβω. Δείχνει να πονάει με όσα του λέω. Αναπνέει βαριά. Δε θέλω να είμαι σκληρή με κανέναν άνθρωπο, ειδικά με εκείνον, αλλά πρέπει να διασώσω την αξιοπρέπειά μου. Κι ας είναι με μικρότητες.
«Θέλω απλώς να ξέρεις τα δεδομένα και μετά εσύ θα αποφασίσεις τι πρέπει να κάνεις».
«Δε θα αλλάξει κάτι» τον ενημερώνω.
«Θέλω να ξέρεις ότι ποτέ δεν αγάπησα άλλη γυναίκα όπως και όσο αγάπησα εσένα. Και δε σκοπεύω να το κάνω» λέει και η φωνή του ραγίζει. Προσπαθώ, προσπαθώ πολύ. Παίρνω βαθιές ανάσες. Δεν πρέπει να κλάψω. Δεν πρέπει να επηρεαστώ. Κι ας τον βλέπω να καταρρέει μπροστά μου. Δεν ξέρω αν πρέπει να τον πιστέψω. Τι κέρδος έχει όμως από όλο αυτό;
«Θέλω να ξέρεις ότι δεν φίλησα ή κοιμήθηκα ή πόθησα άλλη γυναίκα όσο ήμασταν μαζί. Ο γάμος μου με την γυναίκα αυτή είναι κανονισμένος από τις οικογένειές μας εδώ και χρόνια. Είναι κάτι που προσπάθησα να αποφύγω. Κέρδισα χρόνο, αλλά ήρθε η ώρα να το αντιμετωπίσω».
«Καλούς απογόνους» πετάω αλλά δεν σταματάει.
«Η μητέρα μου είναι μια γυναίκα που έχει παντρευτεί τρεις φορές. Ο Γουέστμπρουκ είναι ο τρίτος σύζυγος και το μεγαλύτερο «κελεπούρι». Με μεγάλωσε από τα 16 μου. Δεν έχει παιδιά και είδε σε μένα το διάδοχό του. Με σπούδασε και με βοήθησε να εξελιχθώ. Αλλά όταν αρνήθηκα να συνάψω σχέση με σκοπό να διευρύνω την αυτοκρατορία του, με έκανε στην άκρη. Δούλευα για καιρό σε μικρές εταιρείες, χωρίς να ξέρει κανείς ποιος είμαι. Έκανα σχέση μαζί σου. Ήμουν για πρώτη φορά ανεξάρτητος και ευτυχισμένος. Είχα κάποια χρήματα από τον βιολογικό μου πατέρα και δε μου έλειπε τίποτα. Είχα εσένα. Είχα τα πάντα».
«Συνέχισε» τον παροτρύνω. Συνεχίζει να είναι συγκινημένος. Κι εγώ όμως.
«Η μητέρα μου έμαθε ότι τα έχω με εσένα. Άρχισε τον πόλεμο ότι δε θέλω την πλούσια κληρονόμο και προτιμώ μια σερβιτόρα σε μπαρ. Ότι δεν εκτιμώ όσα μου προσέφερε ο πατριός μου και άλλα τέτοια. Δέχτηκα μεγάλη πίεση. Μου έκανε πλύση εγκεφάλου. Σε παρακαλούσα να αλλάξεις δουλειά και να βρεις κάτι άλλο. Οι τσακωμοί μας και η πίεσή της με έκαναν άκαμπτο. Γι’ αυτό χωρίσαμε την πρώτη φορά. Μέσα μου μάλλον δεν ήμουν έτοιμος να πολεμήσω για εσένα».
«Και τώρα; Είσαι; Αλήθεια, τι θέμα θα έχει ο γάμος;» γελάω ξερά.
«Δεν μπορώ να διαλύσω τον αρραβώνα. Διακυβεύονται πολλά. Η διαδικασία συγχώνευσης των ομίλων είναι περίπου στη μέση και οι γονείς και των δυο μας είναι παθιασμένοι με την ιδέα να παντρευτούμε».
«Εκείνη; Τι λέει;» ρωτάω τελικά.
«Τόσο καιρό, είχαμε μια τυπική σχέση. Φιλική. Ξέραμε ότι οι γονείς μας ήθελαν να παντρευτούμε και βγαίναμε πού και πού. Είχε σχέση. Είχα εσένα. Κάναμε πλάκα. Αλλά τώρα…».
«Πες μου».
«Από τότε  που ο πατριός μου αποφάσισε να το δημοσιοποιήσει, για να με πιέσει, εκείνη δείχνει να είναι πιο…ζεστή με το θέμα».
«Γιατί θέλει να σε πιέσει;».
«Ξέρει για σένα» λέει και ξαφνικά καταλαβαίνω γιατί με αγνοούσε τόσο επιδεικτικά ο Γουέστμπρουκ. «Θέλει να τελειώνω μαζί σου και να παντρευτώ. Του χρωστάω πολλά. Απειλεί ότι θα χωρίσει τη μητέρα μου, ότι θα μας αφανίσει οικονομικά, ότι θα σου κάνει κακό, ότι, ότι, ότι…»
«Ακούγεται τόσο γλυκός» γελάω ξερά. Αν είναι δυνατόν.
«Έκανα πόλεμο για να μη σε απολύσει όταν έμαθε ποια είσαι. Δεν είναι καλά».
«Ωραία» ψελλίζω. «Κατάφερες να με κάνεις να σε λυπηθώ. Τι με θες λοιπόν; Γιατί στέλνεις λουλούδια και παίρνεις τηλέφωνα; Οι δρόμοι είναι όλοι κλειστοί» διαπιστώνω.
«Φοβάμαι πως ισχύει αυτό» μου λέει και μισώ τον τρόπο που αποδέχεται τη μοίρα του και δεν παλεύει για εμάς.
«Ελπίζω να ευτυχήσεις» λέω και σηκώνομαι απότομα. Τείνω το χέρι μου αλλά δεν το πιάνει. «Μαμά, συνόδευσε τον κύριο στην έξοδο» λέω στον αέρα και τρέχω βολίδα στο δωμάτιό μου.

Απαντήσεις ήθελα. Απαντήσεις πήρα. Γιατί πονάει τόσο;




Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

κεφάλαιο 43-μπουνίδι

Κεφάλαιο 43
Μέσα σε δύο μέρες είχε μάθει ότι είχα φύγει από το διαμέρισμά μου και έμενα με την Ντάνι. Δεν έχω ιδέα πώς τα κατάφερε, αλλά εδώ με κορόιδευε τόσο καιρό, εκεί θα κολλούσε;
Από τη μέρα που ήρθα εδώ δεν έχω βγει καθόλου έξω. Ανεβαίνω μόνο μέχρι την ταράτσα για να πάρω λίγο αέρα και να κοιτάξω τον ουρανό. Τις πρώτες δύο μέρες ήρθε να με δει αλλά δεν του ανοίξαμε. Ο Πίτερ έλειπε σε ταξίδι, αλλά ευτυχώς γύρισε χθες και νιώθω μεγαλύτερη σιγουριά. Όχι ότι ο Κίραν μπορεί να γίνει βίαιος, αλλά ίσως μια αντρική παρουσία τον αποτρέψει από το να μας ενοχλεί με κουδούνια βραδιάτικα.
«Πρέπει να βγεις και λίγο. Σου λέω ότι κοίταξα και δεν είναι έξω» ακούω την Ντάνι να λέει για εκατοστή φορά. Πρέπει να βγω, να πάρω αέρα. Τα ίδια και τα ίδια. Είμαι στο δωματιάκι που λειτουργεί ως ξενώνας, κουκουλωμένη με τα παπλώματά μου παρόλο που δεν έχει κρύο. Ενημέρωσα χθες τηλεφωνικά τον ιδιοκτήτη ότι θα ξενοικιάσω το διαμέρισμά μου και κανόνισε η Ντάνι η μεταφορική να πάρει τα πράγματά μου και να τα βάλει σε μια προσωρινή αποθήκη, μέχρι να σκεφτώ τι θα κάνω. Αν αποφασίσω να αλλάξω σπίτι θα κρατήσω τα έπιπλα. Αν μετακομίσω σε άλλη πολιτεία, ίσως τα πουλήσω. Θα δω. Δε με νοιάζει και πολύ. Σήμερα το πρωί έστειλα και ένα μέιλ ότι παραιτούμαι. Δεν απάντησε κανείς  προς το παρόν. Δε με νοιάζει ούτε αυτό.
«Και επιτέλους φάε κάτι» λέει η Ντάνι και μπαίνει στο δωμάτιό μου κρατώντας ένα πιάτο με φρούτα. Τα ακουμπάει στο κομοδίνο, δίπλα στην υπόλοιπη συλλογή με ανέγγιχτα τρόφιμα. Εξαφανίζεται στο δωμάτιό της και επιστρέφει φουριόζα.
«Το αριστερό» λέω άψυχα. Κρατάει δύο φορέματα και δεν ξέρει ποιο  να φορέσει αύριο στη δουλειά. Η ζωή συνεχίζεται. Για κάποιους.
«Πάμε μια βόλτα!» ξαναλέει. Γνέφω αρνητικά και αρπάζω το βιβλίο που διαβάζω σήμερα. Είναι το τρίτο που τελειώνω σε πέντε μέρες. Δεν κάνω και τίποτα άλλο άλλωστε. Διαβάζω, κλαίω, διαβάζω, κλαίω.
«Γιατί δε βγαίνεις με τον Πίτερ;» λέω βαριεστημένα. Η κατάσταση στο σπίτι δεν είναι και πολύ ευχάριστη. Δεν τους αδικώ να θέλουν να μείνουν λίγο μόνοι, μακριά από ένα ζόμπι.
«Θέλω να βγούμε μαζί. Έχεις σκοπό να πεθάνεις;» θυμώνει μαζί μου και δεν την αδικώ.
«Πώς θα ένιωθες αν μάθαινες ότι ο Πίτερ δεν είναι αυτός που νομίζεις;» αρχίζω ξανά να κλαίω και η Ντάνι κάθεται δίπλα μου. Δεν ξέρει τι να πει. Μου τα έχει πει όλα. Ότι δεν αξίζει να στενοχωριέμαι, ότι δεν ήταν ο σωστός για εμένα. Αλλά τίποτα δε με ανακουφίζει.
Τα βράδια στροβιλίζεται στο μυαλό μου η εικόνα που με στοίχειωσε. Ο Κίραν, αγκαλιά με την ξανθιά με την οποία τον είχα ξαναδεί έξω από την εταιρεία.  Ήταν σε κάποια επίσημη εκδήλωση. «Ο γάμος της χρονιάς» έλεγε ο τίτλος.
Επιτέλους το ευτυχές ζευγάρι ανακοίνωσε την ημερομηνία του γάμου τους. Ο πετυχημένος επιχειρηματίας,προγονός του Μάθιου Γουέστμπρουκ, και η δικηγόρος Λινέτ Σέτζγουικ, κόρη του ιδιοκτήτη της πασίγνωστης αλυσίδας σούπερ μάρκετ, ενώνουν τις δυνάμεις και τις ζωές τους σε 11 μήνες από τώρα. Το ζευγάρι διατηρεί χαμηλούς τόνους, αλλά είναι μαζί εδώ και 2 χρόνια. Τόσο οι γονείς, όσο και οι μελλόνυμφοι πλέουν σε πελάγη ευτυχίας.
Φτάνω στην τουαλέτα στο τσακ και αδειάζω τα σωθικά μου. Κάνω συνέχεια εμετό. Δεν αντέχω τις σκέψεις που περνάνε από το μυαλό μου. Πόσο πολύ με κορόιδεψε; Γιατί στάθηκα τόσο ηλίθια; Πώς έπαιξε μαζί μου;
Η Ντάνι προσπαθεί να με ηρεμήσει όταν επιστρέφω στο κρεβάτι, αλλά δε θέλω παρέα. Επίμονα κουδουνίσματα διακόπτουν την ησυχία μέσα στο σπίτι.

«Αυτός θα είναι» λέει η Ντάνι αδιάφορα. Εγώ φυσικά παγώνω. Τι στο καλό θέλει και έρχεται; Τι μπορεί να θέλει να μου πει που δε βρήκε τα κότσια να μου το πει πιο νωρίς;
«Θα κατέβω να του μιλήσω» λέει ο Πίτερ και φοράει στα πρόχειρα το μπουφάν του. Χτυπάει το κουδούνι συνεχόμενα. Είναι τρελός; Πώς τολμάει να ενοχλεί; Πόσα ψέματα έχει ακόμα στη φαρέτρα του;
«Δε θέλω να τον δω» λέω στη φίλη μου απλά. Η Ντάνι γνέφει. Μου χαϊδεύει το κεφάλι τρυφερά. Καταλαβαίνει.
«Θα μείνεις εδώ όσο θέλεις. Μέχρι να βαρεθεί να σε ενοχλεί. Και μέχρι τότε θα έχει ξεκαθαρίσει μέσα σου τι θες να κάνεις».
«Δε θέλω να είμαι βάρος» της λέω ντροπαλά.
«Είσαι  η καλύτερή μου φίλη. Δεν είσαι βάρος. Απλώς λυπάμαι που σου έτυχε κάτι τέτοιο» με αγκαλιάζει. «Και δεν καταλαβαίνω τι θέλει να σου πει και επιμένει και μας ενοχλεί». Δεν της απαντάω. Κι εγώ αναρωτιέμαι τα ίδια.
Ο Πίτερ γυρίζει μετά από μερικά λεπτά.  Μπαίνει στο δωμάτιό μου και όταν τον βλέπουμε ουρλιάζουμε και οι δύο. Τα ρούχα του είναι σκισμένα και το πρόσωπό του είναι γεμάτο αίματα.
«Είναι τρελός» ψελλίζει και σωριάζεται σε μια πολυθρόνα.
«Τι έγινε; Αγάπη μου!» χάνει η Ντάνι την ψυχραιμία της, αλλά ταυτόχρονα επιθεωρεί το πρόσωπό του και φέρνει βαμβάκι και ιώδιο για τις πληγές του.
Μας εξηγεί ότι ο Κίραν ήθελε να με δει. Προσπάθησε να μπει μέσα με το ζόρι. Ο Πίτερ τον απώθησε και ο Κίραν τον χτύπησε. Πρέπει να είχε πιει και λίγο.
«Δεν τον προκάλεσα. Του είπα ότι γνωριζόμαστε καιρό και ότι δεν πρέπει να φερόμαστε άσχημα, αλλά δεν άκουγε. Ήταν σαν τρελός. Σαν αγρίμι. Γυάλιζε το μάτι του. Θα με σκότωνε αν δε μας χώριζε ο Τζον από τον 3ο ο οποίος ερχόταν εκείνη την ώρα».
«Είναι τρελός» λέει η Ντάνι.
«Είναι εγωιστής» τη διορθώνω.
«Δε θα τον αφήσουμε να σε ενοχλήσει» λέει ο Πίτερ.
«Ντρέπομαι πολύ για όλα όσα σας προκάλεσα» λέω και το εννοώ.
«Μην είσαι χαζή» λέει ο Πίτερ, αλλά το βλέπω ότι είναι ακόμα σοκαρισμένος από την επίθεση. Κι εγώ το ίδιο. Ο Κίραν είναι πάντα ήρεμος και συγκροτημένος. Τώρα επιτίθεται σε αθώο κόσμο; Δεν καταλαβαίνει ότι προσπαθούν να με προστατεύσουν;
«Έλεγε ότι θέλει να σου μιλήσει, να σου εξηγήσει. Έλεγε ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται» μου λέει.
«Και πώς είναι δηλαδή;» γελάω και κλαίω μαζί. «Τον σιχαίνομαι. Και τώρα που τα έβαλε και μαζί σας, τον σιχαίνομαι διπλά».
«Θα βάλουμε κάποιον να σας προσέχει» λέει ο Πίτερ. Η Ντάνι του περιποιείται τις πληγές.
«Σιγά μη βάλουμε και σωματοφύλακα» του λέει κοφτά. «Πώς θα πας αύριο στη δουλειά έτσι; Το πρόσωπό σου θα μελανιάσει άσχημα» μονολογεί η φίλη μου.
«Και τι θα κάνουμε; Θα κλειστούμε στο σπίτι; Ο τύπος είναι επικίνδυνος. Μήπως να τον αφήσουμε να της μιλήσει τηλεφωνικά;»
«Αποκλείεται» λέμε ταυτόχρονα με την Ντάνι.
«Είχε ευκαιρίες να μου μιλήσει και δεν το έκανε. Ο Κίραν έχει τελειώσει για μένα και την επόμενη φορά που θα τον δω, πρέπει να είμαι σε θέση να μη νιώθω τίποτα. Μέχρι τότε, θέλω να απομακρυνθώ λίγο. Νομίζω ότι ήρθε καιρός να πάω στους δικούς μου για μερικούς μήνες».




Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

κεφάλαιο 42-τι λέτε να είδε;

Κεφάλαιο 42
Καθώς επιστρέφω με το τρένο από τους γονείς μου σκέφτομαι ότι έκανα πολύ καλά που απομακρύνθηκα λιγάκι από την κατάσταση. Οι γονείς μου με περίμεναν στο σπίτι μας λες και γύρισα από τον πόλεμο! Είχαν μαγειρέψει τα φαγητά που αγαπώ, είχαν ετοιμάσει γλυκά, είχαν αγοράσει καινούργια παπλώματα και σεντόνια για το δωμάτιό μου και μου είχαν αγοράσει ένα σωρό δώρα μικρής αξίας αλλά πολύ τρυφερά.
Είχα καιρό να τους δω όλους και κατάφερα να χαλαρώσω, παρόλο που δεν έκατσα πολύ. Φυσικά δεν είπα τίποτα για την αναμπουμπούλα που επικρατούσε στην εταιρεία. Τους είπα μόνο σταμάτησα από το μπαρ και αυτό τους χαροποίησε. Όχι ότι είχαν κάποιο πρόβλημα που δούλευα νύχτα, αλλά ήξεραν πόσο κουραζόμουν.
Στο μήνυμα του Μάλκολμ απάντησα πριν από μερικές μέρες ότι δε θεωρώ ότι μια έξοδος είναι καλή αρχή για μια επαγγελματική συνεργασία. Δεν απάντησε και δεν έδωσα συνέχεια. Θεωρώ δεδομένο ότι έχασα τη δουλειά, αλλά δε με νοιάζει και πολύ. Δε σκόπευα να φύγω από τον όμιλο για να πάω σε μια δουλειά όπου το αφεντικό τολμάει να μου στέλνει μηνύματα στο κινητό και να μου προτείνει να βγούμε. Και φυσικά δεν μου πέρασε από το μυαλό να κάνω κάτι τέτοιο στον Κίραν. Αυτό θα τον έκανε ράκος. Δεν είμαι σίγουρη ότι του αξίζει να ανησυχώ για εκείνον, αλλά το κάνω. Θα ήταν τελείως άκομψο να βγω με τον φίλο του.
Έχει προσπαθήσει να επικοινωνήσει μερικές φορές μου αλλά δεν απάντησα. Ήθελα να ηρεμήσω και το έκανα. Έβαλα μερικά πράγματα στη θέση τους μέσα μου. Αποφάσισα ότι δε θέλω να βγω με κάποιον για να πληγώσω τον Κίραν. Επίσης, αποφάσισα να μην ασχοληθώ με το αν ο Κίραν επικοινώνησε με τον φίλο του όταν έμαθε ότι μου ζήτησε να
Ανοίγω την πόρτα του διαμερίσματός μου πολύ κουρασμένη μετά από ένα μακρύ ταξίδι και αφού πετάω την τσάντα μου σε μια καρέκλα, κατευθύνομαι στο ντους. Μετά από ένα απολαυστικό μπάνιο, ετοιμάζω τα ρούχα που θα φορέσω αύριο στη δουλειά και ανοίγω το λάπτοπ μου για να στείλω  στη Ντάνι κάτι που μου ζήτησε να της προωθήσω. Είχα μερικές μέρες αποχή από το ίντερνετ, σε μια προσπάθεια να απομακρυνθώ από όλους και όλα.
Χαζεύω λίγο στο ίντερνετ όταν σε μια κουτσομπολίστικη στήλη βλέπω κάτι που με σοκάρει σε τέτοιο βαθμό, που νιώθω το κορμί μου να παγώνει αργά, από τα πόδια και προς τα πάνω. Τηλεφωνώ στην Ντάνι και της λέω τι είδα. Μιλάω γρήγορα και μπερδεμένα και δυσκολεύεται να καταλάβει. Της στέλνω το λινκ μέσω facebook και περιμένω. Η κοφτή ανάσα που παίρνει, μου δείχνει ότι είδε ό,τι είδα και σοκαρίστηκε όσο σοκαρίστηκα. Μόνο που δε νιώθει όπως νιώθω. Γιατί εγώ νιώθω σαν να με κλώτσησε κάποιος στην κοιλιά, σαν να μου έκλεψαν τη ζωή, σαν να με σκότωσαν με πολλαπλές μαχαιριές στην καρδιά.
«Σταμάτα να κλαις, δεν αξίζει» μου λέει και την ακούω να λέει στον Πίτερ ότι θα έρθει σε μένα. Δεν προσπαθώ καν να της αλλάξω τη γνώμη. Τη χρειάζομαι πολύ. Θα τρελαθώ αν μείνω μόνη. Θα κάνω καμιά τρέλα.
Κάθομαι στο σαλόνι και σκέφτομαι, σκέφτομαι, σκέφτομαι. Πρέπει να έχει περάσει κάπου μία ώρα όταν η Ντάνι μπαίνει στο διαμέρισμα με τα κλειδιά της. Τρομάζω.
«Δεν με άκουγες που χτυπούσα;» με ρωτάει και γνέφω αρνητικά. Ήμουν απορροφημένη στα τρελά σενάρια που γεννάει το μυαλό μου.
«Καταλαβαίνω ότι τον αγαπάς ακόμα» λέει και κάθεται δίπλα μου. Δεν μπαίνω στον κόπο να τη διαψεύσω. Έχει έρθει ως εδώ με τις πιτζάμες και ένα πρόχειρο μπουφάν. Τέτοια φίλη είναι. «Αλλά έχετε χωρίσει και…»
«Και γιατί μου στέλνει μηνύματα; Γιατί; Γιατί έρχεται;» τη ρωτάω και δάκρυα ρέουν από τα μάτια μου. Δάκρυα απελπισίας και βαθιάς απογοήτευσης γιατί ο Κίραν με κορόιδεψε σαν γυναίκα αλλά και σαν άνθρωπο.
«Επειδή είναι άντρας και του αρέσει να παίζει» λέει σκληρά η Ντάνι. Θέλω να της πω ότι ο Κίραν δεν είναι έτσι. Είναι σεμνός και ξέρει τι θέλει, είναι ντόμπρος και ειλικρινής. Τουλάχιστον έτσι πίστευα.  Και δεν μπορώ να το δεχτώ ότι έπαιξε έτσι μαζί μου.
«Ντάνι, πες μου τι να κάνω…» την παρακαλάω.
«Καταρχήν δε θα πας στη δουλειά αύριο» λέει αποφασιστικά και γνέφω. Αυτό εννοείται. «Θα έρθεις να μείνεις λίγο μαζί μας, μήπως και τολμήσει να έρθει ως εδώ να σε ενοχλήσει αν καταλάβει ότι είδες τα δημοσιεύματα» συνεχίζει. «Θα παραιτηθείς με ένα απλό και ωραίο μέιλ και θα βρούμε μια δουλειά. Σταμάτα κι εσύ να είσαι τόσο περήφανη!» με μαλώνει.
«Δε θέλω να μεσολαβήσει ο Πίτερ. Τα μισώ αυτά» της θυμίζω. Ο Πίτερ έχει καλή θέση και συνεχώς με πιέζει να μου βρει κάτι, αλλά δε θέλω. Έχω την αξιοπρέπειά μου.
«Δε θα γυρίσεις στη δουλειά αύριο. Άφησέ τον να βγάλει το φίδι από την τρύπα τώρα που θα φύγεις εσύ. Να δω ποιον ηλίθιο θα βρει να κάνει δέκα δουλειές μαζί».
«Δε θέλω να τον δω ξανά» ξεσπάω σε νέο κύκλο δακρύων. Η φίλη μου με αγκαλιάζει.
«Θα τα βάλουμε όλα σε τάξη» με καθησυχάζει. «Αρκετά πιέστηκες. Αρκετά το πέρασες όλο αυτό μόνη. Εγώ και ο Πίτερ είμαστε στο πλάι σου. Θα σε βοηθήσουμε να απομακρυνθείς» λες και μιλάει για έναν επικίνδυνο εθισμό. Μήπως είναι όμως;
«Δεν το πιστεύω αυτό που είδα, δεν το πιστεύω» συνεχίζω να κλαίω, ανίκανη να διαχειριστώ την πραγματικότητα. Είμαι μουδιασμένη.
«Και εγώ σοκαρίστηκα, αλλά έχω μάθει να περιμένω τα πάντα από τους ανθρώπους» λέει η Ντάνι. Είναι πιο κυνική από μένα. Εγώ ήμουν αθώα ηλίθια. «Σήκω. Πάρε την τσάντα σου και μερικά πράγματα και πάμε να φύγουμε από εδώ» επιμένει αλλά δεν μπορώ να σταθώ όρθια. Περιμένω λίγο, αλλά ξέρω τι πρέπει να κάνω. Θα απομακρυνθώ από τα ψέματά του. Δε θα επιτρέψω στον εαυτό μου ξανά να γίνει θύμα του.




Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

κεφάλαιο 41-ανδρικη φιλια

Κεφάλαιο 41
Φυσικά η συνέντευξη ήταν επεισοδιακή. Ο υπεύθυνος ανθρώπινου δυναμικού μού έκανε μερικές ερωτήσεις σχεδόν βαριεστημένα, μέχρι που μπούκαρε ο ιδιοκτήτης της εταιρείας και αιφνιδίασε κι εμένα και τον ίδιο τον υπεύθυνο με την παρουσία του εκεί.  Με ρώτησε κι εκείνος μερικά πράγματα, κυρίως για τα καθήκοντά μου στην τωρινή μου δουλειά. Εγώ ήξερα ότι ήξερε ποια είμαι, αλλά εκείνος δεν ήξερε ότι ήξερα ποιος είναι και φυσικά δεν αποκάλυψα ότι με ενημέρωσε ο Κίραν ότι ζήτησε συστάσεις χωρίς την έγκρισή μου.
Και επειδή η μοίρα έχει πολύ χιούμορ, ο Μπέιλι  Μάλκολμ, ο φίλος του Κίραν και ιδιοκτήτης της εταιρείας, λίγο πριν φύγω από την εταιρεία με πρόλαβε στην έξοδο ενώ καλούσα ταξί και μου είπε ότι θέλει πολύ να δουλέψω κοντά τους. Είχε μείνει στη συνέντευξη για περίπου ένα τέταρτο και μετά έφυγε λόγω ενός τηλεφωνήματος. Τελείωσα τη συνέντευξη με τον υπεύθυνο ανθρώπινου δυναμικού που δε μου έδωσε ξεκάθαρη εικόνα για το αν με θέλει. Δε μου φάνηκε πολύ επαγγελματική η προσέγγισή του Μπέιλι, να με φωνάζει πριν μπω στο ταξί και να μου λέει στα όρθια ότι βλέπει σε μένα πολλές προοπτικές, αλλά το απέδωσα στο γεγονός ότι είναι και αυτός εξίσου νέος με τον Κίραν και μάλλον παρορμητικός. Ένας άνθρωπος ο οποίος έχει στήσει ολόκληρη εταιρεία και είναι μόνο 30 χρονών, πρέπει να είναι έτοιμος να παίρνει άμεσα αποφάσεις. Το θέμα είναι κατά πόσο αυτές οι αποφάσεις είναι εκούσιες. Ελπίζω ο Κίραν να μην έχει σχέση με όλο αυτό.
Το σκέφτομαι καθοδόν προς την εταιρεία και μέχρι να καθίσω στο γραφείο μου έχω λάβει ένα μήνυμα στο κινητό από άγνωστο νούμερο.
Θα ήθελα να βγούμε απόψε, να σε πείσω να δουλέψεις κοντά μας και να σε γνωρίσω καλύτερα. ΜΜ
Κοιτάω την οθόνη σαν χαζή και ξαναδιαβάζω το μήνυμα. Τον έπιασα να με κοιτάει με ενδιαφέρον 2-3 φορές, αλλά δεν περίμενα να με προσεγγίσει εκτός επαγγελματικού πλαισίου. Είμαι τελείως μπερδεμένη. Αν δεχτώ τη δουλειά αυτό συνεπάγεται ότι θα δώσω αέρα στο αφεντικό; Να βγω να ξεκαθαρίσω την κατάσταση ή να αρνηθώ; Να ρωτήσω τον Κίραν ή θα δημιουργήσω ρήξη μεταξύ των φίλων; Διάολε, τι ακριβώς συζήτησαν μεταξύ τους; Αποκλείεται ο Κίραν να του μίλησε για τη σχέση μας φυσικά, αλλά πίστευα ότι θα είχε με κάποιον τρόπο δείξει ότι δεν είμαι μια τυχαία υπάλληλός του.
Πιάνω δουλειά κατά τις 11 και μέχρι τις δύο είμαι ήδη έτοιμη να αποκοιμηθώ πάνω στο γραφείο. Ο ελάχιστος ύπνος και το άγχος με έχει καταβάλει. Ο Κίραν ευτυχώς δεν έχει φανεί. Φυσικά, δεν έχω απαντήσει στο μήνυμα του Μάλκολμ. Τον ψάχνω λίγο στο ίντερνετ. Εμφανίζεται σπάνια δημοσίως . Είναι ομολογουμένως πολύ εντυπωσιακός: ψηλός και ξανθός με γαλάζια μάτια. Κανείς δε συγκρίνεται με τον Κίραν, φυσικά, αλλά δεν παύει να είναι πολύ γοητευτικός. Υπό κανονικές συνθήκες θα με ενδιέφερε η πρότασή του να βγούμε, αλλά αυτό τον καιρό δεν μπορώ να σκεφτώ τον εαυτό μου να φλερτάρει, να ζει και να διασκεδάζει. Πόσω μάλλον με τον ίσως μελλοντικό εργοδότη μου!
«Διάλειμμα!» ακούω ένα ξαφνικό τσιριχτό γέλιο και βλέπω τη Λούσι μπροστά μου! Τρέχω και τη σφίγγω στην αγκαλιά μου. Έχω καιρό να τη δω και μου έχει λείψει.
«Πώς και από δω;» τη ρωτάω διερευνητικά. Την απομάκρυναν από την εταιρεία επειδή μετέφερε πληροφορίες από εδώ και από εκεί. Με τι όρους έφυγε όμως;
«Ε καλά! Δε μου απαγόρεψαν και την είσοδο!» γελάει με το ύφος μου. «Ήρθα να υπογράψω τη καινούργια σύμβαση και είπα να σε δω!» κάθεται και μέσα σε μερικά λεπτά της λέω τα νέα. Ξέρει ότι η Κέντρα έφυγε και της εξηγώ πώς αντιμετωπίζω τον όγκο δουλειάς. Δε λέμε κουτσομπολιά, μόνο γκρινιάζουμε για το πόση δουλειά έχουμε. Εκείνη έχει αναλάβει καθήκοντα γραμματέως σε μια διεύθυνση και μιλάει συνεχώς στο τηλέφωνο, με αποτέλεσμα να έχει πονοκέφαλο συνεχώς. Τη νιώθω.
Κανονίζουμε να πάμε για φαγητό την επόμενη βδομάδα, γιατί την Παρασκευή έχω κανονίσει με τον Πίτερ και τη Ντάνι να βγούμε να μου ανακοινώσουν και επίσημα ότι παντρεύονται. Το Σαββατοκύριακο λέω να πάω μέχρι τους γονείς μου. Δεν ξέρω ακόμα. Θέλω λίγη απόσταση από την πόλη. Να ηρεμήσω και να ανασυνταχθώ. Νομίζω ότι δεν πρέπει να δεχτώ την θέση που μου προσφέρει ο Μάλκολμ αλλά προς το παρόν είναι το μόνο εισιτήριο που έχω για να ξεφύγω από την παρούσα κατάσταση. Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη πλέω.
Ο Κίραν μπουκάρει κατά τις έξι το απόγευμα στο γραφείο και κλωτσάει με νεύρα ένα κουτί που έχω δίπλα στο γραφείο μου με χαρτιά για ανακύκλωση. Δεν τον περίμενα και ξαφνιάζομαι. Τόσο από την παρουσία του όσο και από την επεισοδιακή είσοδό του.
«Ο Μπέιλι μού έστειλε μόλις ότι σου προσέφερε τη θέση, αλλά δεν απάντησες» μου λέει σχεδόν επιθετικά, λες και έκανα κάτι κακό. Είναι δυνατόν να έγινε αυτό; Μήπως ο Μπέιλι τον έβαλε να με ψαρέψει αν πήρα το μήνυμά του;
«Δεν ήξερα ότι είμαι υποχρεωμένη να το κάνω» του λέω. «Και νόμιζα ότι εσύ δεν ήθελες να φύγω».
«Κι εγώ νόμιζα ότι θες να φύγεις άρον άρον» ειρωνεύεται. Έχει αλλάξει ρούχα. Θα πέρασε από το σπίτι του μάλλον.
«Θέλω να φύγω, ισχύει, αλλά θα το κάνω όταν και όπως θέλω».
«Και τι ακριβώς θες;» επιμένει. Ο Κίραν φέρεται πολύ αλλοπρόσαλα. Από τη μία δε θέλει να φύγω και από την άλλη τσαντίζεται που δεν πάω στον φίλο του; Ελπίζω να μην τα έχει κανονίσει πίσω από την πλάτη μου να με «αποκαταστήσει» και έμμεσα να ελέγχει τις κινήσεις μου. Η ιδέα με κάνει να θέλω να γελάσω.
«Να μην εμπλέκεσαι εσύ! Και για να έχουμε καλό ερώτημα, γιατί έχεις θυμώσει; Θες να φύγω ή όχι; Αποφάσισε!!» γελάω με το ύφος του.
«Θέλω να μείνεις εδώ. Αλλά αν θες να φύγεις, καλύτερα να πας κάπου να είσαι ασφαλής» με εκνευρίζει με το πατρικό του ύφος και ουσιαστικά επιβεβαιώνει τους φόβους μου ότι λειτουργεί υπογείως, λες και του ζήτησα εγώ ποτέ βοήθεια. Άλλα πράγματα ήθελα από εκείνον. Πράγματα πιο απλά. Πράγματα που δεν έκανε.
«Ασφαλής υπό ποία έννοια;» χαμογελάω σαρκαστικά.
«Ο Μπέιλι είναι καλός φίλος και θα σου δώσει πολλά. Το συζητήσαμε» εξηγεί σαν να είμαι χαζή. Μάλιστα. Τα έχουν όλα προαποφασίσει λες και δεν έχω προσωπικότητα και περιθώριο επιλογής.
«Ο Μπέιλι μού ζήτησε να βγούμε απόψε. Το συζητήσατε κι αυτό;» του λέω κοφτά και απολαμβάνω ένα καλειδοσκόπιο χρωμάτων να εναλλάσσεται στο πρόσωπό του: μπεζ, κόκκινο, μωβ και πάλι πίσω. Ανοίγει το στόμα του και το ξανακλείνει. Κλωτσάει ξανά το κουτί και φεύγει φουριόζος από το γραφείο μου, κοπανώντας την πόρτα πίσω του τόσο έντονα, που το γραφείο σείεται ολόκληρο μέχρι να φτάσει στο ασανσέρ.



Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

κεφάλαιο 40-παλτό μαύρο




Κεφάλαιο 40

«Νόμιζα ότι υπάρχει εχεμύθεια σε αυτές τις περιπτώσεις» του λέω το επόμενο πρωί που συζητάμε το θέμα ανοιχτά. Ακόμα δεν έχω ξεπεράσει το σοκ. Δείχνει να διασκεδάζει την κατάσταση κι εγώ αναρωτιέμαι γιατί έχω μπλέξει τόσο άσχημα.
«Ο ιδιοκτήτης της εταιρείας στην οποία πας για συνέντευξη τυχαίνει να ήταν συμφοιτητής μου» με ενημερώνει. «Βρεθήκαμε για ποτό πριν από περίπου δέκα μέρες».
«Δε θυμάμαι να έδωσα την άδεια να ζητήσουν συστάσεις» παραξενεύομαι. Θεωρητικά δε θα έπρεπε να ρωτήσουν για μένα τον προηγούμενο εργοδότη μου. Τουλάχιστον όχι χωρίς να με ρωτήσουν.
«Είσαι τόσο αθώα» γελάει και εκνευρίζομαι περισσότερο με όσα παίζονται πίσω από την πλάτη μου. «Είδε ότι δουλεύεις στην εταιρεία μου και πίστευες ότι δε θα πάρει το φίλο του να ρωτήσει ποια είσαι και γιατί φεύγεις;».
«Την εταιρεία σου;» ρωτάω μπερδεμένη. Τον βλέπω να χάνει λίγο το χρώμα του αλλά συνέρχεται άμεσα. Μπορεί και να κάνω λάθος βέβαια. Μπορεί να φταίει το γεγονός ότι συζητάμε ενώ μπαινοβγαίνουμε στο μπάνιο και στο σαλόνι, προσπαθώντας να ετοιμαστούμε.
«Εννοώ…την εταιρεία στην οποία είμαι διευθυντής» διορθώνεται. «Είμαστε φίλοι» επαναλαμβάνει.
«Το θεωρώ απαράδεκτο» λέω. «Αν δεν είχαμε σχέση οι δύο μας, τώρα θα είχα μπλέξει άσχημα αν μάθαινες ότι ψάχνω αλλού για δουλειά, κάτι που αποτελεί δικαίωμα κάθε εργαζομένου».
«Πριν συνεχίσεις το μανιφέστο, θα ήθελα να σου θυμίσω ότι σου προσέφερα προαγωγή και αύξηση. Είσαι τρελή να θες να φύγεις και μάλιστα για μια παρόμοια θέση».
«Θα είμαι μακριά σου όμως. Και αυτό είναι πιο πολύτιμο και από όλες τις προαγωγές του κόσμου» χαμογελάω ξερά. Δεν το εννοώ πλήρως. Να, τώρα π.χ. που στέκομαι κοντά του και αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να είναι τόσο όμορφος χωρίς να έχει καν χτενιστεί, αμφιταλαντεύομαι σχετικά με το πόσο τον έχω ξεπεράσει.
«Δεν πρόκειται να σε αφήσω να φύγεις. Πάρ’ το απόφαση» συνεχίσει να χαμογελάει ενώ βγαίνουμε από το διαμέρισμα. «Από την εταιρεία, από τη ζωή μου, ποτέ».
«Μεγάλες κουβέντες» λέω κοφτά και τον προσπερνώ στο διάδρομο.

Κατεβαίνουμε με τα σκαλιά αντί να πάρουμε ασανσέρ. Χρειάζομαι λίγη ενέργεια.
«Είναι γελοίο να με πας στη συνέντευξη» του λέω για τελευταία φορά αλλά δεν τον πείθω.
«Δε θα σε πάω μέχρι μέσα. Υποσχέθηκα να μην σου πω ότι ξέρω για τη συνέντευξη. Άλλωστε είσαι μεγάλο κορίτσι, σε εμπιστεύομαι» λέει και τολμάει να μου τσιμπήσει το μάγουλο το κάθαρμα. Έχω κοιμηθεί ελάχιστο αλλά η αδρεναλίνη μου είναι ήδη στα ύψη.
«Κίραν, μέχρι να φύγω από την εταιρεία μπορείς να μη με ξαναενοχλήσεις;» μορφάζω ενοχλημένη. «Εμείς οι δύο…είμαστε κακή ιδέα, σε κάθε επίπεδο».
«Εμείς οι δύο θέλουμε προσπάθεια. Και εσύ έχεις μάθει να μη βρίσκεις λύση στα προβλήματα» μου ρίχνει το μπαλάκι.
«Στα προβλήματα που προκαλείς εσύ!» του θυμίζω. «Εσύ με χώρισες επειδή δούλευα σε μπαρ, εσύ μου κρύβεις πράγματα, εσύ διαλύεις τη σχέση μας. Και φταίω εγώ που δε βρίσκω συμβιβαστική λύση; Όσο δεν ανοίγεις τα χαρτιά σου, όσο δεν ξέρω όλα τα στοιχεία, δε θα παλέψω για κάτι στα τυφλά» ξεκαθαρίζω. Τον βλέπω να χάνει το κέφι του και το χαμόγελό του σβήνει. Τον έπεισα. Αυτό δε μου δίνει χαρά ωστόσο. Λυπάμαι που τον στεναχώρησα κι ας εννοώ όσα λέω.
«Το τραβάς στα άκρα ενώ είναι ξεκάθαρο ότι εμείς οι δύο δεν έχουμε τελειώσει» λέει.
«Δεν μπορώ να σου δείξω τυφλή εμπιστοσύνη όταν εσύ δεν το έκανες όταν σου ζητούσα το ίδιο!» χάνω την υπομονή μου ενώ μπαίνουμε στο αμάξι και πληκτρολογεί τη διεύθυνση της εταιρείας στο GPS.
«Μην το πας μία σου και μία μου» λέει και με κάνει να νιώθω λίγο ανώριμη. Μου περνάει αμέσως ευτυχώς.
«Και είμαι έξαλλη που με πας στη συνέντευξη λες και είσαι ο μπαμπάς μου».
«Σε πάω για καλή τύχη».
«Νόμιζα ότι δε θες να πάω».
«Θα κάνω ό,τι μπορώ να σε κρατήσω αλλά αν σου προσφέρουν κάτι καλό, θα είμαι χαρούμενος αν ανοίξεις τα φτερά σου μακριά μου. Επαγγελματικά μόνο».
«Έχουμε χωρίσει. Σε προσωπικό επίπεδο έχω ήδη ανοίξει τα φτερά μου».
«Έχεις βρει άλλον;» ρωτάει ήρεμα. Φαινομενικά τουλάχιστον.
«Όχι αλλά…»
«Ωραία».
«Εσύ;».
«Δεν απαντάω σε ηλίθιες ερωτήσεις».
«Κίραν, άναψε πράσινο» τον ενημερώνω. Είναι αφηρημένος. Οδηγεί πιο προσεκτικά και μετά από περίπου 15 λεπτά με αφήνει έξω από την εταιρεία. Γλύτωσα πολύ χρόνο με το αυτοκίνητο. Με τα μέσα θα έκανα μία ώρα επιπλέον. Πετάγομαι από το αμάξι και το ίδιο και αυτός.
«Στάσου» τον ακούω να λέει και  προλαβαίνει και με πιάνει από τον καρπό. Με γυρίζει προς το μέρος του, μου τακτοποιεί μια τούφα πίσω από το αυτί, με επιθεωρεί από πάνω μέχρι κάτω, ισιώνει στοργικά το πέτο του παλτό μου και αφού μου χαμογελάει γλυκά, με σφίγγει πάνω του και μου δίνει το πιο ατελείωτο, το πιο γλυκό φιλί που μου έχει δώσει ποτέ.