Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

κεφάλαιο 38-Συγγνώμη που χάθηκα ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΕΡΕΣ!

Κεφάλαιο 38

Η Ντάνι και ο Πίτερ με γυρίζουν σπίτι γιατί είμαι λίγο ζαλισμένη από το ποτό. Δεν ήταν καλή ιδέα να πιω τρία ποτά ενώ ξέρω ότι αμέσως με επηρεάζει το αλκοόλ, αλλά περνούσαμε καλά και ο Στίβεν όλο και με έβαζε να δοκιμάσω τα καινούργια του κοκτέιλ, οπότε το ένα οδήγησε στο άλλο και τώρα βρίσκομαι στο σαλόνι με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια, προσπαθώντας να ηρεμήσω. Είμαι μεν ζαλισμένη, αλλά έχω ακόμα λίγο μυαλό στο κεφάλι μου και ξέρω καλά ότι αύριο θα έχω πονοκέφαλο και θα το μετανιώσω πικρά όταν θα προσπαθώ να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη στη συνέντευξη.
Ξεβάφομαι σέρνοντας τα πόδια μου και ρυθμίζω το ξυπνητήρι μου. Πρέπει να είμαι στην άλλη άκρη της πόλης στις 09.00, άρα 08.15 πρέπει να είμαι στο μετρό. Μου μένουν καθαρές 6 ώρες ύπνου, αλλά δεν νυστάζω περιέργως πώς. Το μυαλό μου τριβελίζουν οι ίδιες σκέψεις και τα ίδια ερωτηματικά. Ποιος είναι στην πραγματικότητα ο Κίραν και τι σχέση έχει με την εταιρεία; Πού να είναι τώρα και ποια είναι η ξανθιά; Συνδέονται όλα αυτά ή απλά είμαι τρελή;
Ξαπλώνω στο κρεβάτι και σβήνω το φως. Πέρασα ωραία σήμερα, αλλά το βάρος στο στήθος δε με αφήνει να ανασάνω ξέγνοιαστα. Θέλω να σταματήσω να σκέφτομαι τα όσα έγιναν, αλλά δεν μπορώ. Η Ντάνι κάνει ό,τι μπορεί και εγώ προσπαθώ να είμαι απασχολημένη με άλλα πράγματα αλλά δεν καταφέρνω να μην τον σκέφτομαι.  
Έχω σχεδόν αποκοιμηθεί, πάλι κλαμένη, όταν ακούω έναν ήχο από το σαλόνι. Αφουγκράζομαι και ακούω κάποιον να χτυπάει απαλά την πόρτα. Τρομάζω και αρπάζω το κινητό στο χέρι. Καλώ το νούμερο της αστυνομίας αλλά δεν πατάω κλήση. Πλησιάζω προς την πόρτα για να κοιτάξω από το ματάκι και από μέσα μου ευχαριστώ τον Κίραν που έχει βάλει τόσα συστήματα ασφαλείας. Η παλιά μας πόρτα άνοιγε με μια γερή κλωτσιά.
Το σοκ μού κόβει την ανάσα γιατί πίσω από την πόρτα βρίσκεται αυτός που την πλήρωσε. Ο Κίραν κοιτάει κάτω, αλλά είναι σίγουρα αυτός. Ανοίγω την πόρτα και το φως σχεδόν ταυτόχρονα. Μπαίνει μέσα αστραπιαία και κάθεται στον καναπέ χωρίς να μιλάει. Εγώ στέκομαι μπροστά του και όρθια, ανίκανη να αντιδράσω. Αναρωτιέμαι αν ονειρεύομαι.
«Είσαι καλά;» μπλέκει και ξεμπλέκει τα δάχτυλά του. «Έμαθα ότι έχεις ραντεβού με τον γιατρό σου αύριο. Είναι κάτι που πρέπει να ξέρω; Εσύ δεν παίρνεις ποτέ άδεια» με βομβαρδίζει με ερωτήσεις.
«Ήρθες σπίτι μου ξημερώματα να με ρωτήσεις για την υγεία μου;» τον ρωτάω σοκαρισμένη. «Εσύ δεν είσαι καλά, όχι εγώ» του τονίζω.
«Τι έχεις; Σε τι γιατρό θα πας;» με ρωτάει και βλέπω ότι είναι ειλικρινά αγχωμένος.
«Έχω καιρό να κάνω ΠΑΠ και ο γιατρός μου έχει μόνο πρωινά ραντεβού» λέω. Στην πραγματικότητα κάνω την εξέταση αυτή κάθε χρόνο τον Μάρτιο, αλλά δε χρειάζεται να το ξέρει αυτό.
«Είσαι…σίγουρη ότι δεν είναι κάτι άλλο;» με κοιτάει και βλέπω στο βλέμμα του την αγωνία. Δεν ξέρω πώς να το ερμηνεύσω όλο αυτό και αν πρέπει να χαρώ. Μάλλον όχι.
«Σαν τι;» απορώ.
«Μήπως…να…σκέφτηκα ότι μπορεί να είσαι έγκυος» μου λέει και η σιωπή που ακολουθεί τη δήλωσή του είναι τόσο απόκοσμη που ανατριχιάζω. Βγάζει το μπουφάν του και σηκώνεται για να μου το φορέσει αλλά τραβιέμαι. Ανατριχιάζω ακόμα περισσότερο. Αφήνει το μπουφάν στον καναπέ και κάθεται πάλι.
«Φαίνεσαι κουρασμένη και σκέφτηκα ότι ίσως…» ψελλίζει. Θέλω να γελάσω με την ιδέα του. Δεν ωφελεί να του πω ότι είμαι κουρασμένη επειδή κοιμάμαι ελάχιστα επειδή τον σκέφτομαι συνεχώς και υποφέρω.
«Δεν είμαι έγκυος, αλλά οι αλλαγές στην εταιρεία με έχουν καταβάλει. Μπορείς να φύγεις τώρα;» τεντώνω το χέρι μου δείχνοντας προς την πόρτα, αλλά δεν κουνιέται. Τι να κάνω; Να καθίσω ή να συνεχίσω να στέκομαι; Πόσο θα μείνει;
«Δε θέλω να ταλαιπωρηθείς αύριο. Θα σε πάω εγώ στο γιατρό και μετά πάμε μαζί στην εταιρεία» λέει. Τον κοιτάω αποσβολωμένη. Τα μάτια μου πρέπει να χάσκουν ορθάνοιχτα. Και το στόμα μου επίσης.
«Εγώ λέω να φύγεις» λέω κοφτά, προσπαθώντας να μην ουρλιάξω με το μπέρδεμα που έχει δημιουργηθεί. «Δεν είναι δουλειά σου να με πας πουθενά. Έχουμε χωρίσει» τονίζω την τελευταία λέξη, πιο πολύ για να το χωνέψω εγώ.
«Θα κοιμηθώ στον καναπέ» τολμάει να πει. Και χαμογελάει. Πού βρίσκει την όρεξη απορώ. Εγώ σκέφτομαι ότι ζω σε κάποιο παράλληλο σύμπαν. Δε γίνεται να συμβαίνουν αυτά στην πραγματικότητα.
«Θα καλέσω την αστυνομία» του δείχνω την οθόνη του κινητού μου. «Δεν θέλω να είσαι εδώ μέσα».
«Γιατί αντιδράς έτσι; Καταρχήν είμαστε σε διάσταση. Δεν έχουμε χωρίσει. Και δεύτερον, μπορούμε να έχουμε μια πολιτισμένη σχέση» λέει και χαμογελάει. Σηκώνεται και με προσπερνά. Πηγαίνει στην κουζίνα και βάζει λίγο νερό. Σαν το σπίτι του. Όσο πίνει το νερό του έχω την ευκαιρία να τον κοιτάξω. Έχω μερικές μέρες να τον δω και ομολογώ μου έχει λείψει. Φοράει ένα τζιν και μωβ σκούρο πουλόβερ. Δεν το έχω ξαναδεί. Φυσικά του πάει πάρα πολύ. Είναι πάντα πολύ εντυπωσιακός. Αυτό φταίει που η καρδιά μου χτυπάει. Σωστά;
«Κίραν, θέλω να κοιμηθώ» λέω ενοχλημένη.
«Κοιμήσου» επιμένει. Μου περνάει από το μυαλό ότι ίσως ξέρει για την συνέντευξη και θέλει να με ταλαιπωρήσει. Πώς είναι δυνατόν όμως;
«Κίραν, έχουμε χωρίσει τόσο καιρό. Γιατί ήρθες απόψε;» ρωτάω μετά από μερικά δευτερόλεπτα. Δεν απαντάει αμέσως.
«Έχω έρθει και άλλα βράδια, αλλά λείπεις» με αιφνιδιάζει. Κάποια βράδια είχα κοιμηθεί στη Ντάνι. Ισχύει.
«Γύρισε στο σπίτι σου. Δε θα δεχτώ να με πας  πουθενά αύριο. Ακόμα και ζευγάρι να ήμασταν δε θα το δεχόμουν μάλλον».
«Θέλω να περάσουμε λίγο χρόνο μαζί» επιμένει σαν κακομαθημένο παιδί και η επιμονή του κάνει την καρδιά μου να φτερουγίζει στο στήθος μου. Ακόμα και μετά από όσα έχουν γίνει, η ηλίθια καρδιά μου τρελαίνεται όταν τον βλέπει.
«Ωραία ώρα βρήκες!» γελάω για να μην κλάψω.
«Στη δουλειά με αποφεύγεις» μου θυμίζει. «Έχω ζητήσει δύο φορές να έρθεις να με ενημερώσεις για την πορεία των πραγμάτων στη μετά-Κέντρα εποχή κι εσύ με αγνοείς. Και έμαθα ότι ακόμα να υπογράψεις τη νέα σύμβαση. Γιατί με αποφεύγεις;».
«Είναι πιο εύκολο για να συνηθίσω τον χωρισμό μας».
Με κοιτάει για λίγο αλλά δεν αντιδράει. Για λίγη ώρα δε μιλάμε. Κάθομαι παραιτημένη στον καναπέ και αυτός στην άλλη άκρη. Δε με πλησιάζει και αυτό με γεμίζει αντιφατικά συναισθήματα. Θα φύγει; Θα μείνει; Τι θέλω  πραγματικά;
«Μπορείς να μου φέρεις μια κουβέρτα;» με ρωτάει τελικά. Βογκάω δραματικά.
«Νόμιζα ότι θα σου περνούσε!» λέω έξαλλη.
«Δε μου περνάει όμως» μου λέει εκείνος και κάτι στο επίμονο, διεισδυτικό του βλέμμα με κάνει να νιώθει ότι δε μιλάει για την αποψινή του απόφαση να έρθει εδώ.



2 σχόλια:

  1. Υπεροχο κεφαλαιο.... ( η ιδια ανωνυμη που ειχα γραψει το σχολιο στο προηγουμενο κεφαλαιο) ευχαριστουμε

    ΑπάντησηΔιαγραφή