Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

κεφάλαιο 14-άλλες λίγες μέρες υπομονούλα!

Κεφάλαιο 14

«Μήπως νυστάζεις ; Θες να κοιμηθείς λιγάκι; Γείρε το κάθισμα και δε θα σε ενοχλήσω καθόλου» μου λέει και νιώθω την επιθυμία να τον σκοτώσω. Πώς μπορεί και το διασκεδάζει; Μόνο εγώ νιώθω άβολα; Δεν τον επηρεάζει καθόλου η παρουσία μου. Μόνο εγώ γονατίζω όταν τον βλέπω;
«Δε θέλω να κοιμηθώ» πεισμώνω.
«Θα έλυνε το πρόβλημα της ανελέητης γκρίνιας σου» γελάει λίγο και αλλάζει λωρίδα. Δυστυχώς, είμαστε μέσα στο αμάξι του καθ’ οδόν προς το συνέδριο. Είμαι σαν φυλακισμένη και δεν μπορώ να τον αποφύγω.
«Αν είχα πάρει το τρένο, όπως σκόπευα, δε θα υπέφερες τώρα. Αλλά όχι! Λυσσάξατε να μην ταλαιπωρηθώ. Λες και σας νοιάζει» ξεσπάω. Εγώ δεν είχα πρόβλημα να πάω με τρένο ή λεωφορείο. Δεν ήταν ανάγκη να περάσουμε τέσσερις ώρες μαζί. Κλεισμένοι μέσα σε ένα περιορισμένο χώρο. Αναγκασμένοι να μιλάμε.
«Δεν καταλαβαίνεις πόσο ύποπτο ακούγεται; Η Κέντρα παραξενεύτηκε που προτιμούσες να ταλαιπωρηθείς αντί να πάμε με το αμάξι μου. Προσωπικά, το θεωρώ αδιανόητο εγώ να πάω άνετα και εσύ να σέρνεις τη βαλίτσα σου σε σταθμούς και τρένα» εξηγεί για δέκατη φορά αλλά δεν ηρεμώ.
«Και το θεωρείς πιο λογικό να περάσουμε δύο μέρες σαν αυτοκόλλητοι;» επιμένω.
«Χριστέ μου, πάντα τόσο δύσκολη ήσουν;» αναρωτιέται μεγαλόφωνα και για λίγο δε μιλάμε. Σπάω εγώ την άβολη σιωπή μετά από μερικά λεπτά.
«Και για να ‘χουμε καλό ερώτημα, τι σόι μισθό σου δίνουν και έχεις τέτοιο αμάξι;» ρωτάω. Δεν ξέρω πολλά από αμάξια, αλλά αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε ένα αμάξι που υπολογίζω κάνει πάνω από πενήντα χιλιάδες δολάρια. «Δεν είχα καταλάβει να έχεις τόση άνεση».
«Δεν προλάβαμε να ανταλλάξουμε Ε1 και Ε9 μέσα σε δύο μήνες. Αν θες, μπορούμε να αναλύσουμε την οικονομική μου κατάσταση, αλλά νιώθω ότι είναι λίγο νωρίς. Πρέπει να γνωριστούμε καλύτερα πρώτα» απαντάει καυστικά και αναστενάζω δραματικά για να διαλύσω την αμηχανία. Με έβαλε στη θέση μου.
«Νομίζω ότι ό,τι ήθελα να μάθω, το έμαθα για σένα» απαντάω. Εκείνος δε δίνει συνέχεια και για την υπόλοιπη ώρα οδηγεί, αλλάζοντας πού και πού σταθμό στο ράδιο. Αφήνει συνήθως κάποιο μελωδικό τραγούδι. Εγώ προτιμώ πιο χορευτικά κομμάτια, αλλά δεν φέρνω αντίρρηση. Αρκετά διαφωνούμε ήδη.
«Θες να σταματήσουμε να φάμε κάτι;» με ρωτάει κάπου στα μέσα της διαδρομής.
«Θα ήθελα έναν καφέ και κάτι να τσιμπήσω, αλλά δεν έχω πρόβλημα να περιμένω να φτάσουμε στο ξενοδοχείο».
«Πες μου τι θες» λέει κοφτά.
«Να σταματήσουμε» απαντάω στον ίδιο τόνο.
«Είδες;» χαμογελάει. «Είδες πόσο πιο εύκολα είναι τα πράγματα όταν λες αυτό που θέλεις;».
«Θέλω να εξαφανιστείς και να πάω μόνη στο συνέδριο» χαμογελάω κι εγώ και γελάει με την ψυχή του. Βγαίνει δεξιά σε ένα εστιατόριο πάνω στην εθνική οδό. Παρκάρουμε και βγαίνουμε από το αμάξι. Τεντώνομαι για να ξεπιαστώ.
«Αναρωτιέμαι γιατί νιώθεις ακόμα έτσι» μου λέει ενώ περπατάει από πίσω μου. «Δεν έχουμε κάτι να χωρίσουμε. Θα έπρεπε να είσαι λίγο πιο ουδέτερη. Εκτός αν…» τολμάει να ξεστομίσει αλλά δεν ολοκληρώνει. Γυρνάω απότομα προς το μέρος του και πέφτει πάνω μου με φόρα. Με στηρίζει για να μην πέσω από τη σύγκρουση, αλλά με αφήνει γρήγορα.
«Βγαίνω με κάποιον» του λέω απλά. «Τον λένε Ρομπ και είναι πολύ αξιόλογος. Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι δύο χρόνια μετά κάθομαι στο κρεβάτι το βράδυ και κλαίω που χωρίσαμε» του λέω.
«Μα δε χωρίσαμε» χαμογελάει. Το φως λούζει τα πανέμορφα χαρακτηριστικά του και για μερικά δευτερόλεπτα προσέχω εκείνον και όχι αυτά που λέει.
«Τι;» ψελλίζω τελικά.
«Αν θυμάμαι καλά, είχαμε έναν άσχημο τσακωμό» περνάει το χέρι του φιλικά γύρω από τους ώμους μου, αλλά τον σπρώχνω. Γελάει. Περπατάμε πλάι πλάι τώρα. «Μετά δεν ξαναμιλήσαμε. Άρα, δεν έχουμε χωρίσει. Δεν ειπώθηκε ποτέ επίσημα».
«Είσαι τρελός» λέω.
«Μπορεί απλώς αυτό το διάστημα να κάναμε μούτρα, αλλά δεν έχουμε χωρίσει».
«Δύο χρόνια μούτρα; Δύο χρόνια διάλειμμα; Είσαι τρελός».
«Μπορεί, αλλά ίσως έπρεπε τότε να βάλουμε μια τελεία επίσημα. Γιατί εφόσον δεν το κάναμε, εγώ τώρα νιώθω ότι με απατάς με αυτόν τον Ρομπ» λέει. Δεν καταλαβαίνω αν αστειεύεται. Όσα λέει είναι τρελά, αλλά ακούγεται σοβαρός.
«Κίραν, θέλω να χωρίσουμε» του λέω ξαφνικά.
«Είναι σοβαρό με τον Μπομπ;» αγνοεί αυτό που το είπα.
«Ρομπ» διορθώνω.
«Ναι, σιγά τον Λεοπόλδο που του χαλάσαμε το όνομα. Λέγε, είναι σοβαρό;» ρωτάει επίμονα, ενώ καθόμαστε σε ένα μικρό τραπέζι και κρυβόμαστε πίσω από τον κατάλογο.
«Όχι ακόμα, αλλά είναι πολύ ευγενικός και είναι η πρώτη φορά που γνωρίζω κάποιον μετά από…» σταματάω απότομα αλλά όχι αρκετά γρήγορα. Με κοιτάει παραξενεμένος. «Σοκάρεσαι που μια μπαρόβια δεν περνάει από κρεβάτι σε κρεβάτι;» τον τσιγκλάω αλλά δεν συνεχίζει. Παραγγέλνουμε δύο καφέδες και τηγανίτες. Δεν έχω πια όρεξη αλλά θα το κρύψω.
«Αυτή η κατάσταση μάς πάει και τους δύο πίσω τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο» λέει αφού πίνει λίγο από τον καφέ του. Γνέφω καταφατικά. «Δεν είχα καταλάβει ότι σε επηρέασε τόσο η σχέση μας και λυπάμαι αν φάνηκα αναίσθητος».
«Εσένα δε σε επηρέασε;» ρωτάω με κάθε ειλικρίνεια και έλλειψη εγωισμού.
«Είναι δική μου υπόθεση αυτή» τρίβει το σαγόνι του και με κοιτάει κατάματα. Δε θέλω να επιμείνω. Δε θέλω να ακούσω ούτε θετική ούτε αρνητική απάντηση.
«Μπορούμε να πάψουμε να αναφερόμαστε στο παρελθόν;» προτείνω. «Να συνεργαζόμαστε σαν επαγγελματίες, χωρίς σχόλια και υπονοούμενα;».
«Σύμφωνοι» λέει. «Θέλω κι εγώ να ηρεμήσω λίγο» παραδέχεται. «Δεν είναι ανάγκη να κάνουμε παρέα, αλλά μπορούμε να είμαστε καλοί συνεργάτες, με μια δόση ανταγωνισμού φυσικά» χαμογελάει.

Απολαμβάνουμε το γεύμα μας  χωρίς να μιλάμε πολύ. Το υπόλοιπο ταξίδι είναι εξίσου ήσυχο. Είναι ευγενικός και προσπαθεί να μου κάνει και λίγο χιούμορ. Νομίζω ότι η συζήτηση αυτή μάς έκανε καλό, αλλά μια μελαγχολία απλώνεται μέσα μου. Και για πρώτη φορά είναι πολύ ξεκάθαρο το γιατί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου