Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

κεφάλαιο 11-σουτ και γκολ

Κεφάλαιο 11
Με έχει πιάσει πονοκέφαλος από την αηδία. Είναι κλεισμένοι μέσα στο γραφείο της Κέντρα και γελάνε εδώ και μισή ώρα. Είναι τώρα αυτή επαγγελματική συμπεριφορά; Αλλά τι να περιμένεις από την Κέντρα; Από τη μέρα που ήρθε ο Κίραν εδώ, φοράει όλο και πιο κοντά φορέματα. Σήμερα φοράει παντελόνι κολλητό, με ένα μπλουζάκι που θυμίζει εσώρουχο. Τόσο διαφανές είναι.
«Μπριάνα» ακούω μια κοφτή φωνή και ανασκουμπώνομαι. Είναι ο Τζέρεμι Κέιν, ο διευθυντής της εταιρείας μας. Δεν μας προκαλεί τον τρόμο που μας προκαλεί ο Γουέστμπρουκ, ο ιδιοκτήτης του ομίλου, αλλά και αυτός δεν είναι ο πιο φιλικός άνθρωπος. Η Λίλι λέει ότι σπάνια της μιλάει όταν μπαίνει το πρωί.
«Κύριε Κέιν» ανταποδίδω την προσφώνηση. Ποτέ δε με χαιρετάει, ποτέ δε με ρωτάει τι κάνω. Δεν μπαίνω στον κόπο να τον ρωτήσω τι θέλει γιατί κατευθύνεται στο γραφείο της Κέντρα. Ωραία, να τους βρει αγκαλιά να τελειώνουμε.
«Καλημέρα» τον ακούω να λέει και περιμένω. Ο Κίραν βγαίνει μετά από μερικά λεπτά. Ο Κέιν και η Κέντρα έχουν πολύ συχνές συναντήσεις. Συνήθως έρχεται εκείνος εδώ, πράγμα παράξενο, και συζητάνε. Δεν έχω ιδέα τι λένε. Δεν έχω ιδέα αν είναι καν σε θέση η Κέντρα να του μιλήσει για τη δουλειά μας. Πάντως δύο φορές το μήνα, έχουμε επίσκεψη από το αφεντικό. Τα άλλα τμήματα δεν έχουν τέτοια τιμή.
«Η Κέντρα μού είπε ότι πρέπει να δουλέψουμε μαζί σε ένα καινούργιο εγχείρημα» μου λέει. Κάθεται μπροστά μου με σταυρωμένα χέρια. «Θέλουν να λανσάρουν ένα νέο περιοδικό μόδας και πρέπει να ελέγξουμε το αναγνωστικό κοινό».
«Αρνούμαι να δεχτώ εντολές από εσένα» λέω και δαγκώνω το στιλό μου ενώ κοιτάω την οθόνη του υπολογιστή χωρίς να διαβάζω κάτι συγκεκριμένο. «Ας μου το πει η ίδια».
«Μου είπε να σου το πω» μου λέει.
«Και τι είσαι; Γραμματέας της;» τον προκαλώ.
«Συνεργάτης της» με διορθώνει. «Και κόψε αυτό το ύφος σε μένα, γιατί δεν έχω όρεξη».
«Τα γελάκια σου άλλα λένε» του θυμίζω ευγενικά. Με αγριοκοιτάζει.
«Δεν σου επιτρέπω».
«Δε με νοιάζει τι μου επιτρέπεις. Εγώ κάνω τη δουλειά μου. Κάνε κι εσύ τη δική σου και στείλε μου τα αρχεία να τα δουλέψω. Δε βλέπω το λόγο να περνάμε χρόνο μαζί».
«Μα πρέπει να συνεννοηθούμε. Μπριάνα, αυτή δεν είναι επαγγελματική συμπεριφορά!» τολμάει και μου λέει. Σε εμένα. Που δουλεύω απερίσπαστη εννιά ώρες κάθε μέρα.
«Η δική μου δεν είναι; Εσύ κλείνεσαι στο γραφείο της διευθύντριας και χασκογελάτε. Εγώ δεν έχω επαγγελματική συμπεριφορά;».
«Ζηλεύεις;» με ρωτάει κοφτά και παγώνω. Παγώνω από το σοκ και από το βλέμμα του. Με καίει. Ξεσπάω σε ένα νευρικό γέλιο.
«Έχουμε χωρίσει δύο χρόνια και τα είχαμε δύο μήνες» κατεβάζω τον τόνο της φωνής μου για να μη μας ακούσουν από μέσα. «Δε σε ζήλεψα ποτέ όσο ήμασταν μαζί, λες να ζηλεύω τώρα;».
«Και εμένα με εκπλήσσει, αλλά αυτή την εντύπωση μου δίνεις» λέει σκεπτικός.
«Σου φαίνεται» διευκρινίζω. «Απλά εκπλήσσομαι αρνητικά με τον τρόπο που προσπαθείς να ανελιχθείς».
«Ανελίσσομαι λόγω προσόντων και προσπάθειας. Δεν είναι ανάγκη να χρησιμοποιήσω το κορμί μου» μου λέει.
«Έτσι φαίνεται ότι κάνεις!» λέω ξερά.
«Δεν είναι αλήθεια! Επειδή είμαι ευγενικός δε σημαίνει ότι υπάρχει και ερωτικό ενδιαφέρον εκ μέρους μου. Είναι η δουλειά μου και κρατάω τα όρια».
«Δε γίνεται να κρατήσεις όρια όταν κάποιος σε πολιορκεί στο χώρο της εργασίας σου» κάνω κίνηση στη σκακιέρα.
«Γίνεται!» εκνευρίζεται. «Αν δεν θέλεις κάποιον, δεν μπορεί να σε υποχρεώσει να ενδώσεις. Ο χώρος εργασίας είναι μόνο αυτό».
«Εγώ πιστεύω ότι η στενή πολιορκία έχει πάντα ως αποτέλεσμα το κρεβάτι» επιμένω επίτηδες.
«Αν έχεις άμυνες, όχι! Αν ξέρεις τι θέλεις, όχι!» φωνάζει λίγο πιο πολύ από ό,τι πριν. Σαν να προσπαθεί να απολογηθεί. Για κάποιο λόγο μου αρέσει που νιώθει την ανάγκη να το κάνει. Κάνει αυτό που του λέω στη συνέχεια, αυτό που με έτρωγε τόση ώρα, ακόμα πιο ηχηρό.
«Κι εγώ ήξερα τι ήθελα» του λέω ήρεμα αλλά τον κοιτάω σταθερά. «Κι εγώ είχα άμυνες» επιμένω. Με κάθε λέξη το βλέμμα του σκοτεινιάζει. Ξέρει τι λέω. Τι εννοώ. Πού αναφέρομαι. «Αλλά δε με πίστεψες» τον αποτελειώνω. Οι ώμοι του δεν είναι σφιγμένοι πια. Δείχνει κουρασμένος. «Σε παρακαλώ, άφησέ με ήσυχη να δουλέψω» του λέω τελικά, αφού περνάει μια αιωνιότητα που με κοιτάει χωρίς να μιλάει.

Όταν βγαίνει από το γραφείο μου, νιώθω ότι πήρα τη νίκη, ότι τον κέρδισα στο παιχνίδι του, αλλά αυτό δε μου δίνει ικανοποίηση.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου