Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

κεφάλαιο 10-να του δωσει μια ευκαιρια;

Κεφάλαιο 10

«Γιατί δε θες;» με ρωτάει η Ντάνι ενώ δένω τα κορδόνια μου. Δεν θέλω να διαφωνώ μαζί της, αλλά αρνείται να με καταλάβει. Δεν θέλω να βγω με κανέναν φίλο του Πίτερ και δε με νοιάζει να έχω σχέση. Μέχρι να νιώσω καλύτερα. «Ξέρω πώς ένιωθες για τον Κίραν και ξέρω πόσο δύσκολο είναι να το ξεπεράσεις τώρα που τον βλέπεις κάθε μέρα, αλλά δεν είναι λόγος αυτός να ζεις σαν ερημίτισσα!».
«Ε όχι και ερημίτισσα! Δουλεύω σε μπαρ» γελάω για να μην ουρλιάξω. Πόσες φορές πρέπει να πω ότι δε θέλω να βγω τυφλό ραντεβού; Θα είναι πάλι κάποιος φίλος του Πίτερ, με καλό αμάξι και κοστούμι. Ο Πίτερ είναι γλυκύτατος, αλλά οι φίλοι του, όπως και αυτός, δουλεύουν σε τράπεζες και είναι γιάπηδες. Δεν έχω να πω κάτι μαζί τους. Μιλάνε συνεχώς για επενδύσεις και κέρδη. Εγώ θέλω μερικά λεφτά για να ζω άνετα και μέχρι εκεί. Δε θα κάθομαι όλο το βράδυ να μιλάω για το πόσα βγάζω και πώς θα βγάζω περισσότερα, σε ποιο τροπικό νησί θέλω να πάω διακοπές και πόσο έχει το αμάξι που θέλω να πάρω.
«Μπριάνα, θέλω να είσαι ευτυχισμένη. Θέλω να περνάς καλά, να γελάς, να τρως, να διασκεδάζεις!» μου λέει.
«Δεν είσαι η μητέρα μου, Ντάνι. Είσαι φίλη μου» της θυμίζω. Ευτυχώς σε πέντε λεπτά φεύγω για τη βάρδιά μου, γιατί δεν αντέχω άλλο.
«Έχεις αδυνατίσει. Έχεις συνεχώς νεύρα. Τι έχεις πάθει;» με σταματάει, αλλά δεν έχω χρόνο. Πρέπει να ντυθώ.
«Καλά είμαι» απαντάω μηχανικά. Το έχω πει πάνω από 20 φορές αυτή τη βδομάδα. Πρέπει να δείχνω χάλια γιατί ακόμα και η Κέντρα με ρώτησε αν έχω κάτι και αν θέλω άδεια. Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Εκείνος δε μου μίλησε καθόλου την προηγούμενη βδομάδα. Μετά τη δεξίωση, δεν ξέρω τι έπαθε, και άρχισε να με αγνοεί. Όχι ότι μου μιλούσε και πολύ πριν, αλλά δεν κατέβαζε το κεφάλι στο διάδρομο όταν με έβλεπε ή όταν συναντιόμασταν έξω από το γραφείο μας. Εγώ πίστευα ότι είχε περάσει καλά. Δεν μπορώ να φανταστώ τι τον πείραξε. Όλοι τον συμπάθησαν. Τους φάνηκε λίγο συγκρατημένος, αλλά διέκριναν ότι είναι ευγενικός. Για το πόσες με ρώτησαν αν είναι ελεύθερος δε θα σχολιάσω τίποτα. Εκτός από τη Ζόι, που έπαθε πανικό, με ρώτησαν και άλλες τρεις συνάδελφοι. Και ένας άντρας. Πανικός έγινε με το που μπήκε μέσα. Το είδα. Μονοπώλησε το ενδιαφέρον με τους τρόπους και την εμφάνισή του. Αβίαστα. Χωρίς να το ξέρει. Χωρίς να προσπαθεί. Έτσι απλά επειδή ήταν ο εαυτός του. Ένα κομμάτι μου τον καμάρωσε. Δεν τον είχα δει ποτέ με επίσημο ένδυμα. Φορούσε ένα υπέροχο κοστούμι, με ασορτί γιλέκο και δερμάτινα παπούτσια. Έδειχνε κομψός χωρίς να δείχνει μεγαλύτερος σε ηλικία, ώριμος, χωρίς να είναι βαρετός. Μίλησε με σχεδόν όλους όσους του σύστησα και κατάφερε να τους γοητεύσει. Με έκανε να θυμηθώ γιατί έβρισκα την αύρα του τόσο ακαταμάχητη.
«Εγώ δε θα το αφήσω έτσι» μου πετάει η Ντάνι ενώ βγαίνω από την πόρτα και εγώ της πετάω ένα φιλί. Γλύτωσα για σήμερα και την εμμονή της να βρω κάποιον.
Φτάνω στο μπαρ δέκα λεπτά πριν αρχίσει η βάρδιά μου. Είμαι κουρασμένη, αλλά παίρνω δύναμη από το ποσό που χρωστάω στο δάνειό μου και συνεχώς μειώνεται. Χρωστάω ακόμα 2.000 δολάρια. Σε πέντε μήνες θα έχω τελειώσει από εδώ και θα έρχομαι μόνο ως θαμώνας. Ανυπομονώ. Μου αρέσει το περιβάλλον, αλλά έκλεισε ο κύκλος μου στη νύχτα νομίζω. Η μεγαλύτερη ζημία; Η προσωπική μου ζωή. Δεν έχασα μόνο εκείνον. Έχασα και το ενδιαφέρον μου για τους άντρες.
«Καλώς το κορίτσι» με φιλάει στο κεφάλι ο ιδιοκτήτης του μπαρ όταν μπαίνω μέσα. Είναι 52 χρονών και συμπεριφέρεται πολύ πατρικά σε όλους μας. Το μπαρ το έχει απογειώσει από τη μέρα που το πήρε στα χέρια του. Συγκαταλέγεται στα 50 πιο χοτ μπαρ της πόλης και έχουμε σχεδόν πάντα καλό κόσμο. Και φυσικά είμαστε πάντα γεμάτοι, χάρη στα φοβερά ποτά που φτιάχνει ο μπάρμπαν μας, ο Στίβεν και στις σερβιτόρες, εμένα, τη Χάριετ και την Άννα. Ενίοτε, όπως απόψε, όταν έχει κόσμο, μπαίνω κι εγώ πίσω από το μπαρ και φτιάχνω κοκτέιλ.
«Αφεντικό, θέλω δύο λεπτά να φορέσω την ποδιά μου και ξεκινάω» του λέω.
«Χαλάρωσε λιγάκι, παιδάκι μου» με μαλώνει όπως πάντα όταν με βλέπει να αγχώνομαι.
Οι επόμενες δύο ώρες περνάνε χωρίς να το πάρω χαμπάρι. Κοιτάω το ρολόι μου και είναι μία. Ευτυχώς στις τρεις σχολάω. Επικρατεί πανικός απόψε, επειδή έχει καλό καιρό και έχουν βγει όλοι. Έχουμε πολλούς σταθερούς θαμώνες, αλλά και ζευγάρια, παρέες αντρών και δύο γυναικοπαρέες. Υπολογίζω ότι έχουμε περίπου 200 άτομα απόψε. Υπολογίζω νοερά τα φιλοδωρήματά μου.
«Ντάνι!» ακούω τον Στίβεν δίπλα μου να φωνάζει χαρούμενος και βλέπω τη φίλη μου να προσπαθεί να φτάσει το μπαρ. Ο Πίτερ την ακολουθεί.  Τα παιδιά έρχονται συχνά στο μπαρ αλλά δεν είχα καταλάβει ότι σκόπευαν να έρθουν και απόψε. Παράξενο.
«Δύο βότκα λεμόνι» μου λέει η φίλη μου, όταν με πλησιάζει κι ενώ αρχίζω να ψάχνω το μπουκάλι, ακούω τον Πίτερ να λέει «και ένα ουίσκι με πάγο για τον Ρόμπ». Κοιτάω πίσω από τον Πίτερ και βλέπω ότι έχουν φέρει ένα φίλο τους μαζί. Ωραία, Ντάνι, σκέφτομαι. Έξυπνο. Μου τον φέρατε στη δουλειά. Είναι ένας ψηλός τύπος, γύρω στην ηλικία μου, με πράσινα μάτια και ξανθά μαλλιά. Είναι γοητευτικός, αλλά κάτι λείπει.
«Θα πιούμε ένα ποτάκι εκεί πίσω» μου δείχνει ένα τραπέζι σε μια γωνία που είναι συνήθως ρεζερβέ για φίλους μας.  «Θα σε γυρίσουμε σπίτι εμείς» μου λέει και χαμογελάει. Η ραδιούργα.
«Δεν είναι ανάγκη» χαμογελάω ψυχρά, αλλά επιμένουν. Ο Ρομπ φαίνεται αμήχανος όπως κι εγώ. Μου χαμογελάει δειλά και ανταποδίδω. Τι φταίει κι αυτός ο έρημος που έχει τέτοιους φίλους;
«Στις τρεις που τελειώνει η βάρδιά μου, το μπαρ έχει σχεδόν αδειάσει. Βοηθάω τον Στίβεν να καθαρίσουμε λίγο την μπάρα και μετράω τα φιλοδωρήματα. Παίρνω το μερίδιό μου και βγαίνω έξω από το διαχωριστικό. Κάθομαι στο τραπέζι και δίνω το χέρι στον Ρομπ και συστήνομαι επίσημα.
Μιλάμε και οι τέσσερις για λίγη ώρα αλλά είναι αδύνατο να καταφέρω να μείνω άλλο ξύπνια. Ευτυχώς η Ντάνι το καταλαβαίνει και προτείνει να με γυρίσουν σπίτι. Ο Ρομπ μένει κοντά μας και θα μας γυρίσει αυτός γιατί ο Πίτερ είναι με μηχανή.
Στην διαδρομή για το σπίτι, μιλάμε ανάλαφρα. Ο Ρομπ δουλεύει σε μια εταιρεία εξαγωγών και προσπαθεί να μαζέψει λεφτά για να ταξιδέψει. Φαίνεται καλλιεργημένος και σοβαρός. Του αρέσει το τρέξιμο και το σκάκι και έχει μια μεγάλη οικογένεια σε ένα ράντσο στο Τέξας. Κανονικά θα έπρεπε να μου αρέσει αυτός ο άντρας αλλά δε νιώθω αμέσως τη χημεία.  Ίσως πρέπει να δώσω λίγο χρόνο όμως. Είδαμε και τι έγινε όταν η καρδιά μου χτύπησε ακαριαία. Μάλλον δεν έχω καλό ένστικτο.
«Θα σε ξαναδώ ελπίζω» μου λέει όταν ανοίγω την πόρτα του αυτοκινήτου. Η Ντάνι έχει αποκοιμηθεί πίσω. Ελπίζω να μην είναι και αυτό στημένο.
«Ναι, γιατί όχι;» λέω και χαμογελάω. Μήπως πρέπει να δώσω μια ευκαιρία; Πόσο ακόμα να υποφέρω για κάτι που έχει τελειώσει τόσο τελεσίδικα;
«Είσαι απαίσια» λέω στη Ντάνι όταν μπαίνουμε στο ασανσέρ.
«Δεν μπορείς να πεις!» μου χαμογελάει. «Αυτός διαφέρει!». Της χαμογελάω κι ας μη τον θέλω.
«Ισχύει αυτό. Τουλάχιστον δεν μου πήρε τα αφτιά για τις καταθέσεις του» λέω.
«Άσε και το άλλο!» λέει με ενθουσιασμό η Ντάνι. «Σε αποδέχεται. Δεν έχει πρόβλημα που δουλεύεις σε μπαρ» μου λέει με σκοπό να με πείσει, αλλά άθελά της με πονάει.

«Θα δούμε» της λέω ανάλαφρα, προσπαθώντας να κρύψω την ξαφνική θλίψη που με κυριεύει και χώνομαι στο ντους για να μείνω επιτέλους μόνη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου