Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

κεφάλαιο 45-Τζάρεντ Loaded

45
«Είμαι καλά» ήταν το μόνο που την άκουσα να λέει. Και όσες φορές και αν ξανάπαιξα το στιγμιότυπο στο μυαλό μου δεν κατάφερα να καταλάβω αν είναι όντως καλά.  Δεν της έδωσαν το ακουστικό. Της είπα απλά να φωνάξει ότι είναι καλά. Και αυτή το έκανε. Σκέφτηκα ότι η φωνή της ακούστηκε δυνατή και δυναμική. Αλλά αυτό δε λέει και πολλά. Η Ινγκριντ δε θα άφηνε ποτέ να φανεί ότι φοβάται. Ειδικά στα καθάρματα που την κρατάνε.

Τους ρώτησα τι θέλουν από εμάς. Τους έβρισα και εκείνοι γέλασαν μαζί μου. Μου είπαν ότι κρατάνε ό,τι πιο πολύτιμο έχει η χώρα. Σκέφτηκα να τους πω  ότι λίγο με νοιάζει η χώρα. Κρατάνε ό,τι πιο πολύτιμο έχω εγώ. Και γι’ αυτό κοντεύω να τρελαθώ.  Αλλά δεν τους νοιάζει. Μου είπαν ότι θα επικοινωνήσουν σύντομα μαζί μου για να μου πουν τι πρέπει να κάνω και εγώ δεν κατάφερα ο ηλίθιος να κρατήσω αρκετά τη γραμμή και έτσι η ομάδα ασφαλείας δεν εντόπισε την κλήση. Πρόλαβαν μόνο να περιορίσουν την πηγή. Και το σήμα ερχόταν από την Εστόρια. Σε δύο ώρες ήμουν εκεί. Όχι ότι ήξερα πού να ψάξω αλλά έπρεπε να είμαι κοντά. Να νιώθω κοντά της και ας ήμουν ανήμπορος να βοηθήσω. Ο Πάτρικ θέλει να έρθει, αλλά δεν τον αφήνω. Του λέω να αναλάβει μερικές εκκρεμότητες, τάχαμ ότι τον εμπιστεύομαι, για να τον ξεφορτωθώ. Δεν μπορώ ούτε να τον βλέπω, γιατί πολύ απλά ξέρω πόσο σκοτεινή είναι η ψυχή του.

Στο παλάτι με υποδέχεται ο πατέρας μου. Ξέρει τι έχει συμβεί γιατί τον ενημέρωσα. Η πληροφορία δεν έχει διαρρεύσει στα ΜΜΕ ευτυχώς και έτσι ο λαός κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Εγώ συνεχίζω να είμαι άυπνος, πέρα από μερικά λεπτά που αποκοιμήθηκα στο πίσω κάθισμα της λιμουζίνας από το αεροδρόμιο προς το παλάτι. Αρνούμαι να φάω. Αν την έχουν νηστική; Πώς είναι δυνατόν να τρώω εγώ κι εκείνη να υποφέρει;
«Έχουμε κανένα νέο;» με ρωτάει ο πατέρας μου με επίπεδη φωνή. Αν ενδιαφέρεται ειλικρινά, δεν ξέρω. Αλλά ευτυχώς έχει την ευπρέπεια να ρωτήσει.
«Τίποτα» ξεφυσάω. Είναι από τις λίγες φορές που θέλω μια πατρική συμβουλή, μια βοήθεια. Θέλω να με στηρίξει. Αλλά δεν τον κάνει. Ποτέ δεν το κάνει.  «Κοντεύω να τρελαθώ» παραδέχομαι. Πρέπει να είμαι εμφανές ότι δεν είμαι καλά. Κοιτάχτηκα στον καθρέπτη και τρόμαξα από τους μαύρους κύκλους και τα κόκκινα μάτια.
«Κάνε υπομονή και θα εμφανιστούν πάλι» μου λέει ενώ σερβίρει στον εαυτό του και σε μένα ένα ακριβό μπράντι που του είχα αγοράσει εγώ κάποτε.
«Δε θέλω να πάθει κάτι» λέω τελικά. Είμαι κουρασμένος και δεν έχω όρεξη να φιλτράρω όσα λέω. Δεν είμαι τελείως σίγουρος ότι ο πατέρας μου δεν έχει καμία σχέση με την απαγωγή, αλλά αυτή τη στιγμή θέλω κάπου να μιλήσω. Πόσο αστείο είναι αυτό;
«Δεν είναι χαζοί να πειράξουν ολόκληρη βασίλισσα» λέει ο πατέρας μου. Έχει δίκιο. Κι εγώ το πιστεύω αυτό. Θέλω να το πιστεύω δηλαδή. 
«Θα κινήσω γη και ουρανό και όταν τους βρω θα τους τιμωρήσω όπως τους αξίζει» ξεκαθαρίζω, λες και με ακούνε οι θύτες. Μήπως με ακούνε;
«Ήσυχα, γιε μου» μου λέει σχεδόν αυστηρά. «Άσε τη δικαιοσύνη να τους δικάσει. Μην ρισκάρεις τη θέση σου και την εικόνα σου. Πρέπει να συγκρατήσεις την οργή σου».
«Στο διάολο!» φωνάζω και κοπανάω με φόρα το ποτήρι στο τραπεζάκι δίπλα μου. «Στο διάολο η θέση και η εικόνα μου» ξεσπάω.
«Τζάρεντ, τι λες;» δείχνει μπερδεμένος.
«Λέω ότι δε με νοιάζει να χάσω τον τίτλο μου, να μπω φυλακή. Δε με νοιάζει τίποτα. Μόνο να τη βρω ζωντανή και θα τιμωρήσω τους πάντες. Όσους εκτέλεσαν την απαγωγή και όσους τη σχεδίασαν».
«Μπορεί να είναι άνθρωποι που ξέρεις μπλεγμένοι. Τι θα κάνεις;» με ρωτάει και παγώνω. Τι ακριβώς μου λέει;
«Ο,τι προείπα» λέω αργά. «Και ο πατέρας μου ο ίδιος να είναι μπλεγμένος, θα φροντίσω να πληρώσει».
«Βάζεις μια Γρεδόρια πάνω από τον πατέρα σου;» συνεχίζει το, ελπίζω, υποθετικό σενάριο. «Δεν είχα καταλάβει ότι την…εκτιμάς τόσο».
«Βάζω την Ινγκριντ πάνω από όλα. Πάνω και από τη ζωή μου. Και είμαι έτοιμος να τα παρατήσω όλα. Σπίτι, τίτλους, λεφτά και οικογένεια, αν νιώσω ότι απειλείται η ζωή της και η σχέση μας».
«Είχα καταλάβει ότι είχατε χωρίσει».
«Πού το ξέρεις; Αυτός ο σπιούνος;»
«Ο Πάτρικ συνεχίζει…να με ενημερώνει. Είναι δυνατό χαρτί» μου λέει και θέλω να ουρλιάξω. Πού είναι η Ινγκριντ να τον ακούσει τώρα;  «Είδα και τις φωτογραφίες με τη φίλη σου στη Νέα Υόρκη. Ένα κι ένα κάνει δύο» χαμογέλασε.
«Τα φαινόμενα απατούν» λέω και σηκώνομαι. Ήταν λάθος να έρθω εδώ. «Δεν χωρίσαμε ποτέ. Θα τη βρω και μετά θα ξεφορτωθούμε παρέα όλα τα βαρίδια της ζωής μας» τον κοιτάω με νόημα αλλά δεν συγκινείται.
«Δεν έχεις τα κότσια» με απειλεί ανοιχτά.

«Θα εκπλαγείς» χαμογελάω και εξαφανίζομαι.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

κεφάλαιο 44-Τζάρεντ, ξύπνησες;




Είμαι τρελός. Δεν μπορώ να το διαχειριστώ σωστά όλο αυτό. Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω. Έχω 48 ώρες να κοιμηθώ και να φάω και η κρίση μου έχει θολώσει. Αλλά το χειρότερο είναι ότι δεν ξέρω ποιον να εμπιστευτώ. Κανέναν. Κανέναν δεν θέλω και δεν πρέπει να εμπιστευτώ.

Μετράω τους συμμάχους μου και δεν είναι πολλοί. Δεν είναι κανένας. Αυτό το κάθαρμα ο Πάτρικ το παίζει ανήσυχος και θέλει να ηγηθεί της εκστρατείας ερευνών. Θέλω να πιστέψω ότι τον ενδιαφέρει ειλικρινά το καλό της, αλλά εγώ ξέρω καλύτερα. Δεν της το είχα πει ποτέ και δε θα το έκανα, γιατί ήξερα ότι θα την πλήγωνα. Αλλά ο φίλος της, ο καλός φίλος της, είχε επαφές με τον πατέρα μου. Όταν το έμαθα προσπάθησα να το σταματήσω αλλά δεν ξέρω τι πρόλαβαν να κάνουν.
Ο θείος της; Δείχνει ανήσυχος, αλλά είναι και μεγάλος άνθρωπος. Πώς θα βοηθήσει;

Απέλυσα όλο το προσωπικό ασφαλείας. Τι να έκανα; Αν τους είχα μπροστά μου θα τους σκότωνα. Οι ανίκανοι. Πόσο δύσκολο είναι να την έχουν στο νου τους; Πώς κατάφερε να το σκάσει; Το ήξερα ότι θα συμβεί κάτι κακό. Είχα κακό προαίσθημα και είχα μάθει ότι οι Ελεύθεροι είχαν θυμώσει που δεν τους συνάντησε. Γι’ αυτό έδωσα διαταγή να την προσέχουν. Αλλά δεν ξέρω αν την έχουν αυτοί. Ίσως είναι κάποιος από τον πατέρα μου, κάποιος από την αντιπολίτευση, κάποιος που απλώς θέλει λύτρα. Γιατί έφυγε όμως και έβαλε τον εαυτό της σε τόσο κίνδυνο; Τι θα κάνω τώρα; Πού θα τη βρω;

Μακάρι να την έχουν πάει στην Εστόρια. Την ξέρω σαν την παλάμη μου. Εδώ, στη Γρεδόρα, δεν ξέρω πού να ψάξω, δεν ξέρω ανθρώπους, δεν έχω άκρες στον υπόκοσμο. Θέλω να σπάσω κάτι αλλά δεν έχουν μείνει πολλά μέσα στο γραφείο μου. Έχει έρθει η αστυνομία και σε μερικές ώρες φτάνει ένα κλιμάκιο ιδιωτικής ασφάλειας από την Ελβετία. Μπορούν να βοηθήσουν υποσχέθηκαν, αλλά δεν πιστεύω κανέναν και τίποτα. Έχουν περάσει 38 ώρες και δεν έχει επικοινωνήσει κανείς μαζί μου. Ηρθα με το ιδιωτικό τζετ καρφί από τη Νέα Υόρκη και άρχισα αμέσως να διευθύνω τις έρευνες. Δεν έχει βρεθεί κάποιο στοιχείο. Τίποτα. Θέλω να πεθάνω. Πού και πού έρχονται οι κοπέλες και μου φέρνουν λίγο τσάι και μπισκότα αλλά δεν τα αγγίζω. Μισώ όλο τον κόσμο. Κάποια από αυτές ίσως είναι η πληροφοριοδότρια που έδωσε τις φωτογραφίες από τα φάρμακά της. Δεν μπορείς να εμπιστευτείς κανέναν.

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Νόμιζα ότι αν φύγω θα ηρεμήσει. Θα σκεφτεί καθαρά και ίσως συνειδητοποιήσει ότι δεν είμαι το τέρας που νόμιζε. Δεν ήθελα να τη διευκολύνω. Το παραδέχομαι ότι ήμουν εγωιστής. Αλλά δεν ήθελα να της δείξω τα αποδεικτικά στοιχεία. Το περιβόητο μήνυμα είχε έρθει από μια παράξενη διεύθυνση και φυσικά δεν το είχα διαβάσει ποτέ. Το φίλτρο του λογαριασμού μέιλ μου το είχε στείλει κατευθείαν στον κάδο απορριμμάτων. Πώς είναι δυνατόν να πιστεύει ότι είχα να κάνω κάτι με αυτό; Πληγώθηκα. Ναι. Με εξόντωσε ψυχολογικά. Είχα αρχίσει να ονειρεύομαι για εμάς ένα κοινό μέλλον. Παιδιά. Οικογένεια. Και όταν ήμουν αδύναμος, με γονάτισε. Πίστεψε τη νυφίτσα τον φίλο της. Απομακρύνθηκα για να την αφήσω να ηρεμήσει. Η συμπεριφορά μου τον τελευταίο καιρό δε με τιμάει. Αλλά δεν μπορούσα να συγκρατήσω την πίκρα μου.

Και τώρα; Και τώρα κάθομαι κουλουριασμένος σε ένα ηλίθιο γραφείο, σε ένα ηλίθιο παλάτι. Το στομάχι μου πονάει και το σώμα μου έχει αρχίσει να καταρρέει από την κόπωση. Δεν έχω ιδέα πώς να βοηθήσω. Σηκώνω τηλέφωνα και απαντάω σε ερωτήσεις. Προσπαθώ να βοηθήσω την ομάδα που έρχεται και έχει ήδη αρχίσει να συλλέγει πληροφορίες για να κερδίσει χρόνο. Αλλά δεν μπορώ να κάνω και πολλά μέχρι να επικοινωνήσει κάποιος μαζί μου. Να μάθω ότι είναι καλά έστω. Να ακούσω τη φωνή της.

Εικόνες φριχτές έρχονται στο μυαλό μου. Ελπίζω να μην είναι τέρατα, και να μην την κάνουν να υποφέρει. Δε μπορώ να τη σκέφτομαι σε κάποιο υγρό, σκοτεινό υπόγειο, να τρώει ένα ξεροκόμματο. Αν τη χτυπήσουν; Θα τρελαθώ. Ένα τελευταίο πράγμα έχει μείνει όρθιο και το κλωτσάω. Ήταν ένα μικρό τραπεζάκι για τα περιοδικά. Πετάνε όλα στον αέρα αλλά δεν ανακουφίζομαι. Πονάει το πόδι μου και δε με νοιάζει.


Προσεύχομαι με όλο μου το είναι να είναι καλά. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να τη βρω και με τα χέρια μου θα τιμωρήσω αυτούς που τα έβαλαν μαζί της. Μόνο να τη βρω. Μόνο να είναι καλά.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

κεφάλαιο 43-ransom

43

Δεν το περίμενε για να είναι ειλικρινής. Ο μόνος ο οποίος επαναλάμβανε ότι ήταν σίγουρος ότι ο Τζάρεντ θα συμπεριφερθεί έτσι ήταν ο Πάτρικ, ο οποίος σχεδόν έτριβε τα χέρια του. Η Ινγκριντ είχε αρχίσει να εκνευρίζεται με τη στάση σου. Ακόμα και αν είχε δίκιο, ακόμα και αν ο Τζάρεντ είχε δικαιώσει τις κακές γλώσσες, δεν έπαυε να είναι φίλος της και έπρεπε να καταλάβει ότι ήταν θιγμένη από την συμπεριφορά του άντρα της. Πληγωμένη. Έπρεπε να την καταλάβει κι ας μη μιλούσε, κι ας αγνοούσε τόσες μέρες τα βλέμματα μέσα στο παλάτι, χαμογελώντας παγερά σε όλο τον κόσμο.

Δέκα μέρες μετά την αναχώρηση του Τζάρεντ, είχαν κυκλοφορήσει φωτογραφίες του με την Ιρένε στα περιοδικά. Είχε αναγνωρίσει τη μελαχρινή καλλονή στις θαμπές φωτογραφίες των παπαράτσι, ακόμα και αν στα μέσα υπήρχε γενικά ένα σύννεφο σχετικά με την ταυτότητα της φίλης του. Την κρατούσε αγκαζέ ενώ έβγαιναν από ένα εστιατόριο. Δύο μέρες τώρα έκλαιγε ακατάπαυστα. Ένιωθε προδομένη. Δεν περίμενε να την εφευτελίσει έτσι. Καταλάβαινε ότι ήταν άντρας και είχε ανάγκες, αλλά όχι να γυρίσει τόσο γρήγορα στην αγκαλιά της πρώην του και να αφήνει τους παπαράτσι να σκυλεύουν τη σχέση τους. Προσπάθησε να μιλήσει μαζί του τη μέρα που κυκλοφόρησαν τα δημοσιεύματα αλλά εκείνος της είπε ότι είναι απασχολημένος και ότι θα την καλέσει αργότερα. Δεν το έκανε ποτέ. Όχι ότι ήξερε τι να του πει. Γιατί με απάτησες; Γιατί το έκανες τόσο φανερά; Κάθε ερώτηση που την έπνιγε, ταυτόχρονα της φαινόταν και γελοία.

Δεν ήξερε τι να κάνει. Ήταν η τέταρτη μέρα που ήταν κλεισμένη στο δωμάτιό της και είχε αρχίσει να ασφυκτιά από την παγωμάρα στο παλάτι. Ένιωθε τα βλέμματα να την καίνε. Βλέμματα λύπησης και περιέργειας. Ένιωθε τα ερωτήματα να αιωρούνται αλλά δεν μπορούσε να δώσει απαντήσεις. Πολύ απλά γιατί και εκείνη ταλανιζόταν από εκατοντάδες.

Ήταν απόγευμα και έτσι δεν μπορούσε να πάει στη βιβλιοθήκη και να απομονωθεί. Θα υπήρχε κόσμος. Δεν ήθελε ούτε να περνάει χρόνο στο δωμάτιό της, γιατί όλοι θα ήξεραν πού είναι. Και κανείς δεν θα πίστευε ότι δουλεύει εκεί μέσα. Θα φαντάζονταν ένα σωρό πράγματα. Ότι κλαίει. Όχι ότι είχαν άδικο.

Σκέφτηκε τι μπορούσε να κάνει, αλλά δεν είχε πολλές επιλογές. Δεν ήθελε κανέναν δίπλα της και έπρεπε να βρει έναν τρόπο να πάρει αέρα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Οι σωματοφύλακες δεν την άφηναν ούτε να ανασάνει και παρόλο που δεν της μιλούσαν ποτέ ευθέως ένιωθε την ανάγκη να τους απευθύνει το λόγο. Εκτός από σήμερα.

Το καλό με το να έχεις μεγαλώσει σε ένα κάστρο είναι ότι έχεις πολλές ευκαιρίες να εξερευνήσεις. Να βρεις κρυφά δωμάτια και περάσματα, μεθόδους διαφυγής. Μεθόδους διαφυγής που ήξεραν πολύ λίγοι. Φόρεσε μια μαύρη φόρμα και έδεσε τα μαλλιά της σφικτά στην κορυφή του κεφαλιού της. Βγήκε από το δωμάτιό της και κατέβηκε στο πάρκινγκ. Είπε στους σωματοφύλακες που περίμεναν έξω από το δωμάτιό της ότι ξέχασε κάτι στο αμάξι και έφυγε. Δεν μπορούσε να περάσει την πύλη κανονικά. Ήθελε απλώς να χαθεί για μερικές ώρες. Στην πύλη θα ενημέρωναν τους πάντες ότι βγήκε και σε πέντε λεπτά θα είχε παρέα.

Το πάρκινγκ είχε μια υπόγεια σύνδεση με το ελικοδρόμιο, οπότε χρησιμοποίησε ένα στενό διάδρομο για να βγει εκεί. Μετά ήταν εύκολο. Περπάτησε, έτρεξε, σκαρφάλωσε, σύρθηκε, αλλά βγήκε από το παλάτι. Για να κάνει κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ. Λίγο τζόγκινγκ στην ύπαιθρο.

Συντόνισε το ρυθμό της με τις αναπνοές της και άρχισε να χαλαρώνει μετά το πρώτο χιλιόμετρο. Ο αέρας ήταν παγωμένος και ένιωθε να ηρεμεί, παρόλο που η καρδιά της είχε σπάσει σε πολλά κομμάτια. Ήταν αξιοθρήνητη και το ήξερε. Της έλειπε ένας άντρας που την είχε απατήσει. Έκλαιγε για έναν άντρα που την είχε προδώσει. Ήταν δυνατόν να τον αγαπάει ακόμα; Γι’ αυτό δεν την χωρούσε ο τόπος; Γι’ αυτό ήθελε να φύγει μακριά από όλους και όλα;

Έτρεξε με όλη της τη δύναμη για αρκετή ώρα, μέχρι που δεν είχε ανάσα. Πρέπει να είχε περάσει ώρα. Είχε περπατήσει σε ένα πάρκο και είχε σταματήσει για ένα παγωτό. Φόρεσε την κουκούλα του φούτερ της για να μην την αναγνωρίσει κανείς και μάλλον τα κατάφερε. Είχε αρχίσει να βραδιάζει όταν κοίταξε το κινητό της. Είχε πολλές αναπάντητες κλήσεις αλλά τις αγνόησε. Οι σωματοφύλακες θα είχαν αντιληφθεί την απουσία της. Σκέφτηκε να τους καλέσει να έρθουν να την πάρουν με το αμάξι. Απείχε πια τρία χιλιόμετρα και δεν είχε κουράγιο να τρέξει. Αποφάσισε να περπατήσει. Όσο έπαιρνε.


Μετά από σαράντα περίπου λεπτά είχε αρχίσει να βαδίζει στο σκοτάδι αλλά δεν φοβόταν. Ο δρόμος ήταν ήσυχος. Ξαφνικά ένα αμάξι με φιμέ τζάμια σταμάτησε δίπλα της. Η Ινγκριντ δεν έδωσε σημασία. Όταν οι άντρες βγήκαν από το αμάξι έκανε να ουρλιάξει όταν είδε να την πλησιάζουν απειλητικά. Με ένα μαντίλι στο στόμα έκαμψαν τις αντιστάσεις της. Λίγο πριν βυθιστεί σε λήθαργο ένιωσε τελείως ηλίθια για αυτό που είχε κάνει σήμερα. 

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Ευχές

Κορίτσια, θα γιορτάσω σήμερα και κεφάλαιο αύριο! Συγγνώμη για την αναμονή!
Να είστε γερές και ερωτευμένες!

Η συγγραφέας της καρδιάς σας,
Π.


Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

κεφάλαιο 42-από Δευτέρα...χάος

42

Η Ινγκριντ δεν έδωσε τη σημασία την πρώτη ή την δεύτερη μέρα, νομίζοντας ότι είναι η ιδέα της. Την τρίτη μέρα όμως σιγουρεύτηκε ότι κάτι δεν πάει καλά στο παλάτι και έξω από αυτό. Κοίταξε πίσω από τον ώμο της τους τρεις μαυροντυμένους άντρες που την ακολουθούσαν ενώ περπατούσε στον περίβολο του παλατιού με προορισμό τη βιβλιοθήκη. Ήταν ένα μικρό ανεξάρτητο κτίριο και ο Τζάρεντ περνούσε πολύ χρόνο εκεί τελευταία. Λες και ολόκληρο παλάτι δεν τον χωρούσε. Ξεφύσησε εκνευρισμένη. Τόσο καιρό και δεν μπορούσε να συνηθίσει τη νέα τάξη πραγμάτων.

«Πες μου ένα λόγο που με ακολουθούν τόσα άτομα» του είπε εκνευρισμένη, μπουκάροντας στη μεγάλη αίθουσα χωρίς φυσικά να ανησυχεί ότι μπορεί να ενοχλεί κάποιον. Οι ώρες που επιτρεπόταν να την επισκεφτεί το προσωπικό, καθώς και εξέχοντες επιστήμονες και ακαδημαϊκοί που είχαν πρόσβαση σε αυτή, είχαν τελειώσει προ πολλού. Η ώρα ήταν δέκα το βράδυ. Πυκνό σκοτάδι κάλυπτε το χώρο, εκτός από μια σειρά λαμπατέρ σε μια γωνία. Κοντά στο ράφι ψυχολογίας. Ενδιαφέρον.
Για λίγο δεν άκουσε απάντηση και ανησύχησε ότι μιλούσε στο κενό. Μήπως είχε βγάλει λάθος συμπεράσματα και εκείνος δεν ήταν εκεί;
«Για να μη σε χάσουμε» τον άκουσε ξαφνικά. Ακολούθησε τη βραχνή, σχεδόν βαριεστημένη φωνή του. Ήταν εκεί που νόμιζε, στον τομέα ψυχολογίας και διάβαζε ένα χοντρό βιβλίο καθισμένος σε έναν δερμάτινο καναπέ. Όσο κι αν προσπάθησε δεν κατάφερε να διαβάσει τον τίτλο του.
«Δε χρειάζεται να με ειρωνεύεσαι συνέχεια» του είπε εκείνη κοφτά.
«Δεν έχω και πολλές απολαύσεις πια» είπε εκείνος, κλείνοντας το βιβλίο και βάζοντάς το σε ένα ράφι ψηλά. Η Ινγκριντ προσπάθησε να απομνημονεύσει τη θέση του. «Δεν μπορώ ούτε να διαβάσω με την ηρεμία μου».
«Δεν μπορούσα να περιμένω άλλο. Σε ψάχνω από το απόγευμα και δε σε βρίσκω πουθενά. Υπέθεσα ότι είσαι εδώ και σκέφτηκα να μιλήσουμε» είπε εκείνη ευγενικά.
Η ησυχία μέσα στη βιβλιοθήκη, η μυρωδιά ξύλου και χαρτιού, την έκαναν να νιώθει πραγματικά άβολα. Λες και ήταν οι μόνοι δύο άνθρωποι στον κόσμοι, παγιδευμένοι σε ένα παράλογο περιβάλλον. Η βιβλιοθήκη ήταν το αγαπημένο της μέρος όταν ήταν μικρή. Είχε μια τεράστια συλλογή από μυθιστορήματα, χειρόγραφα και συγγράματα. Οι ατελείωτες σειρές με τίτλους βιβλίων τη μάγευαν. Θυμάται να αναρωτιέται πόσα βιβλία υπήρχαν εκεί μέσα. Δεν έμαθε ποτέ.
«Τι θες να μάθεις;» τη ρώτησε, αφού τακτοποίησε με το χέρι του νευρικά ένα βιβλίο που εξείχε ελάχιστα.
«Σου είπα! Για κάποιο λόγο με ακολουθούν συνεχώς κάτι περίεργοι τύποι. Ακόμα και μέσα στο παλάτι».
«Προφανώς όχι συνεχώς» της είπε και έδειξε τριγύρω του.
«Τους διέταξα να περιμένουν έξω» του είπε εκείνη.
«Και το έκαναν; Θα πρέπει να λογοδοτήσουν» έσμιξε τα φρύδια του.
«Δεν καταλαβαίνω» έχασε την υπομονή της, αλλά προσπάθησε να μη σηκώσει τον τόνο της φωνής της.
«Αύξησα την ασφάλεια στο παλάτι και την προσωπική σου ομάδα. Θα σε ακολουθούν σε σταθερή βάση δύο άντρες και ίσως και ένα τρίτος».
«Γιατί; Τι άλλαξε;» τον ρώτησε φοβισμένη.
«Τίποτα. Απλώς πρέπει να είσαι ασφαλής» είπε εκείνος άτονα.
«Δεν έχω κινδυνεύσει ποτέ».
«Αυτό θέλουμε να διασφαλίσουμε».
«Μα νιώθω πολύ πιεσμένη με τρεις ανθρώπους πάνω από το κεφάλι μου. Μοιάζουν με γορίλες και δε μου μιλάνε καν. Τους ρώτησα πώς τους λένε και με αγνοούν».
«Δεν προσελήφθηκαν για να σου κρατάνε παρέα. Και αυτοί οι «γορίλες», όπως τους λες, είναι μερικοί από τους καλύτερους βοηθούς ασφαλείας στον κόσμο».
«Νιώθω ότι μου κρύβεις κάτι» του είπε τελικά. Ο Τζάρεντ συγύριζε το χώρο με φοβερή αφοσίωση. Δεν την κοιτούσε φυσικά.
«Δεν κρύβω τίποτα. Απλώς ενίσχυσα την ασφάλειά σου. Θα τους συνηθίσεις. Άλλωστε πάντα είχες κάποιον κοντά σου».
«Ναι! Τον Πωλ! Τον ήξερα από μικρή» διαμαρτυρήθηκε. «Πού είναι τώρα;».
«Δεν είναι φυσιολογικό να κάνεις παρεούλα με το προσωπικό ασφαλείας. Πρέπει να είναι συγκεντρωμένοι στο να σε προστατεύουν. Ο Πωλ μεταφέρθηκε στο εξωτερικό φυλάκιο και θα ελέγχει τα αμάξια που μπαίνουν. Μην ανησυχείς» της είπε ήρεμα.
«Είσαι σίγουρος ότι μου λες όλη την αλήθεια;» τον ρώτησε καχύποπτα.
«Νομίζω μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι δεν ωφελεί να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση μιας και έχεις ήδη πάρει την απάντησή σου».
«Θα βοηθούσε αν προσπαθούσες να με βοηθήσεις να καταλάβω» του είπε διφορούμενα. Για ποια από τις δύο περιπτώσεις μιλούσαν;
«Είναι ανώφελο. Εσύ δεν καταλαβαίνεις τίποτα!» είπε. Η Ινγκριντ δεν απάντησε. Στήριξε τα χέρια της στη μέση της. «Γιατί με κοιτάζεις έτσι;» τη ρώτησε μετά από μερικά δευτερόλεπτα, που δεν είχε τραβήξει το βλέμμα της. Στην πραγματικότητα, είχε ξεχάσει τι συζητούσαν και απλώς χάζευε το θέαμα. Ο Τζάρεντ, με το πουκάμισο μισάνοιχτο και τα μαλλιά ανακατεμένα, χαλαρός και…μόνος του. Είχαν πάνω από δέκα μέρες να μείνουν κάπου μόνοι. Το μυαλό της ξεστράτισε, στο τι θα μπορούσαν να κάνουν μαζί. Τι έκαναν πριν ξεσπάσει η θύελλα.
«Σκέφτομαι ότι είναι κρίμα να μην μπορούμε να συνεννοηθούμε» είπε εκείνη τελικά και το εννοούσε. Ήθελε να πει και μερικά επιπλέον πράγματα που ήταν κρίμα που είχαν χάσει, αλλά κρατήθηκε.
 «Θα φύγω για λίγο καιρό» της είπε εκείνος και σηκώθηκε απότομα. Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω και έχασε την ισορροπία της από το σοκ. Το χέρι του τινάχτηκε και την έπιασε από το μπράτσο. Μόλις τη στήριξε, την άφησε. Λες και τον έκαιγε.
«Μπορείς να είσαι πιο συγκεκριμένος;» τον ρώτησε εκείνη απλά.
«Τέσσερις με έξι βδομάδες».
«Τόσο καιρό; Πού θα πας; Υπάρχουν εκκρεμότητες. Ο Πάτρικ ακόμα δεν έχει ξεμπλέξει με αυτούς που με εκβιάζουν. Δεν έχουμε υπογράψει τα σχέδια για το αεροδρόμιο και…και…» ψέλλισε. Ένιωθε να πνίγεται. Τόσο καιρό; Τόσο πολύ καιρό;
«Είμαι σίγουρος ότι ο Πάτρικ μπορεί να με αντικαταστήσει επάξια. Το κάνει σε πολλά επίπεδα άλλωστε» της είπε χαιρέκακα.
«Είσαι χυδαίος» του είπε και έκανε ξανά ένα βήμα πίσω. Ήθελε να βάλει λίγη απόσταση μεταξύ τους. Πνιγόταν. Πώς ήταν δυνατόν να νιώθει τόση απελπισία; Ο άντρας αυτός την είχε προδώσει. Σωστά;
«Μπορώ να μείνω μόνος;» ρώτησε βαριεστημένα.
«Τι σε έχει πιάσει και περνάς τόσο χρόνο εδώ μέσα;» προσπάθησε να μιλήσει μαζί του για κάτι διαφορετικό. Δεν ήθελε να φύγει ακόμα από κοντά του.
«Ηρεμώ εδώ μέσα» απάντησε πολύ πρόθυμα και βολεύτηκε στον καναπέ και πάλι. «Στο παλάτι έχει πάντα κόσμο. Ακόμα και στο γραφείο μου μπαίνει και βγαίνει κόσμος ασταμάτητα. Όλο και κάποιος με θέλει πάντα».
«Δε σου αρέσει η παρέα;»
«Δε μου αρέσουν οι ξένοι. Στο παλάτι, σε ολόκληρη τη χώρα, δεν ξέρω κανέναν. Δεν έχω κανέναν δικό μου. Οι φίλοι μου, οι συγγενείς μου είναι στην Εστόρια. Εδώ όλοι με σέβονται και με εκτιμούν, ελπίζω, αλλά είμαι ξένος. Συνήθως μου αρέσει η απόσταση, αλλά ενίοτε κουράζομαι» της εξομολογήθηκε. Η Ινγκριντ είχε μείνει άφωνη. Ήταν δυνατόν να νιώθει έτσι και εκείνη να μην το είχε καταλάβει; Κι όμως, είχε δίκιο. Δεν είχε περάσει από το μυαλό της ότι ο Τζάρεντ ένιωθε μόνος. Εκείνη ένιωθε στο παλάτι άνετα. Ήταν το σπίτι της. Την αγαπούσαν όλοι. Εκείνος ζούσε μέσα σε ένα περιβάλλον όπου τον αντιμετώπιζαν με καχυποψία. Πώς θα ένιωθε εκείνη αν ζούσε στην Εστόρια;
«Λυπάμαι που νιώθεις έτσι» του είπε τελικά.
«Να μη λυπάσαι καθόλου. Πιστεύω ότι το διάστημα που θα λείψω θα επανέλθω…συναισθηματικά» γέλασε ξερά.
«Πού θα πας;» τόλμησε.
«Πρέπει να συναντήσω μερικούς πρωθυπουργούς και να μείνω λίγο καιρό στη Νέα Υόρκη για να διευθετήσω μερικά πράγματα με τις επιχειρήσεις μου. Εσύ και ο Πάτρικ θα τα βγάλετε πέρα εδώ. Αν προκύψει κάτι, ενημερώστε με» πρότεινε ευγενικά.
«Πότε φεύγεις;» ρώτησε εκείνη τελικά. Η συζήτηση είχε τελειώσει.
«Αύριο το απόγευμα».
«Τι; Τόσο σύντομα;» κόντεψε να πνιγεί με το σάλιο της.

«Ανυπομονώ» της είπε εκείνος και απορροφήθηκε σε ένα βιβλίο που βρισκόταν μισάνοιχτο πλάι του. 


Αποτέλεσμα εικόνας για justice joslin library

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

κεφάλαιο 41-μυρίζει βροχή

41

«Μπορώ να σε απασχολήσω για δέκα λεπτά;»ρώτησε ντροπαλά η Ιγκριντ, παίρνοντας βαθιές ανάσες για να ηρεμήσει. Το βράδυ στην Εστόρια φυσικά κοιμήθηκαν χώρια. Δεν είχε ιδέα πού πήγε και τι έκανε. Το πρωί έφαγαν πρωινό με τους γονείς του, άκουσαν καρτερικά τις καθιερωμένες σαχλαμάρες περί τεκνοποίησης και αναχώρησαν λίγο πριν το μεσημεριανό. Αυτή τη φορά ο Τζάρεντ, αφού άκουσε τον πατέρα του να του λέει να βιαστούν το παιδί, του απάντησε ένα ξερό «αν είναι να γίνει, θα γίνει». Η Ινγκριντ συνειδητοποίησε ότι ήταν η πρώτη φορά που μιλούσε στον πατέρα του και άφηνε να εννοηθεί ότι υπήρχε και η πιθανότητα να μην κάνουν παιδί. Ο πατέρας του πέταξε μερικές απειλές αλλά δεν συνέχισε. Ευτυχώς. Δεν είχε και πολύ όρεξη να τον ακούει. Είχαν περάσει δύο βδομάδες από τότε και σχεδόν δεν είχαν ανταλλάξει κουβέντα τόσο καιρό.

Η κατάσταση στο παλάτι ήταν πνιγηρή. Την απέφευγε συστηματικά και ακόμα και όταν οι δρόμοι τους διασταυρώνονταν, εκείνος κοιτούσε με πάθος τα πόδια του.
«Δεν έχω χρόνο» της είπε χωρίς να σηκώνει το βλέμμα του από τα χαρτιά του και την έβγαλε βίαια από τις σκέψεις της.
«Δέκα λεπτά» επέμεινε εκείνη, με το χέρι στη μέση. Ο Πάτρικ έλειπε στο Παρίσι και έπρεπε να αντιμετωπίσει μόνη της ένα θέμα που είχε προκύψει.
«Μίλα» τη διέταξε, ενώ έστρεφε την προσοχή του στο λάπτοπ του. Άρχισε να πληκτρολογεί κάτι. Η Ινγριντ παρατήρησε ότι τα μαλλιά του είχαν μακρύνει αρκετά. Δεν είχε ιδέα ότι είχε κατσαρά μαλλιά. Φυσικά του πήγαιναν πολύ.
«Είναι σημαντικό» του είπε εκείνη.
«Είμαι σίγουρος» είπε εκείνος ξερά, στάζοντας ειρωνεία.

Η Ινγκριντ πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να μιλήσει, αλλά ήταν πολύ εκνευρισμένη για να το κάνει. Τελικά κατέληξε να λέει κάτι άσχετο, αλλά και πολύ σχετικό.
«Πώς συμπεριφέρεσαι έτσι; Θέλω να μιλήσουμε!»
«Λείπει ο Πάτρικ και έπεσες στην ανάγκη μου;» συνέχισε εκείνος.
«Πώς γίνεται πριν από μερικές βδομάδες να μου φερόσουν τόσο τρυφερά και τώρα να είσαι τόσο ψυχρός; Δεν είναι φυσιολογικό να περάσεις από το ένα άκρο στο άλλο τόσο γρήγορα!» είπε εκείνη. «Εκτός φυσικά αν υποκρινόσουν» κατέληξε θριαμβευτικά. Επιτέλους είχε πει αυτό που τη βασάνιζε.
«Λέγε τι θες και ας μη μιλάμε άλλο για το παρελθόν» είπε εκείνος βαριεστημένα και την κοίταξε φευγαλέα. Δεν μπήκε στον κόπο να απαντήσει και αυτό την έκανε ακόμα πιο έξαλλη.
«Οι Ελεύθεροι θέλουν να με συναντήσουν» του είπε εκείνη τελικά. Ήξερε ότι του ανακοίνωνε κάτι αναπάντεχο. Οι Ελεύθεροι ήταν μια ομάδα με όλο και μεγαλύτερη δύναμη και επιρροή στην Γρεδόρα και σταδιακά και στην Εστόρια. Επιθυμία τους ήταν να διοικήσουν τη χώρα σε συνεργασία με τη βασιλική οικογένεια. Ως εδώ καλά. Δεν ήταν παράλογη η ιδέα να συνεργάζονται με ομάδες πολιτών ώστε να λαμβάνονται πιο δημοκρατικά οι αποφάσεις. Το θέμα ήταν ότι οι Ελεύθεροι είχαν διασυνδέσεις με ριζοσπαστικές οργανώσεις σε όλο τον κόσμο και μερικά μέλη τους ήταν κάποτε ή παρέμεναν εγκληματίες.
«Αποκλείεται» είπε εκείνος χωρίς περιστροφές. Εκείνη έκατσε στην καρέκλα απέναντί του γιατί πονούσαν λίγο τα πόδια της.
«Είναι δεύτερη φορά που ζητάνε συνάντηση. Δεν είναι ευγενικό να αρνηθώ πάλι. Είναι δημοφιλείς!».
«Γιατί δε συναντούν εμένα; Τον Πάτρικ; Τον θείο σου; Γιατί εσένα; Είναι επικίνδυνοι. Ούτε να το σκέφτεσαι» της το ξέκοψε. Συμφωνούσε μαζί του κι εκείνη, αλλά δεν ήταν τόσο κάθετη.
«Εγώ είμαι η αρχηγός του κράτους. Είναι τιμή να συναντήσουν εμένα» του θύμισε.
«Και τι θα πείτε; Πόσο άσχημη είναι η εξουσία και ότι αυτοί θα το έκαναν καλύτερα; Μην πας. Οι άνθρωποι είναι εγκληματίες».
«Όχι όλοι. Κάποιοι είναι αξιόλογοι. Νέοι άνθρωποι με ιδέες. Και δε θέλω να τους αγνοώ συνέχεια. Μήπως θες να έρθεις μαζί μου;» ρώτησε ντροπαλά.
«Ούτε εγώ θα έρθω, ούτε εσύ θα πας».
«Δεν είμαι κτήμα σου».
«Δεν είσαι. Φυσικά» την κοίταξε εκείνος. «Μπορείς να κόψεις το κεφάλι σου. Λίγο με νοιάζει». Η Ινγκριντ ακόμα δεν μπορούσε να συνηθίσει την καινούργια τάξη πραγμάτων. Δεν της άρεσε ο τρόπος που της μιλούσε.
«Να μου μιλάς με σεβασμό» του είπε εκείνη κοφτά. «Μπορεί να μην πέτυχε η σχέση μας, και μπορεί να μη συμφωνείς με όσα λέω και κάνω, αλλά παραμένω γυναίκα σου».
«Όχι για πολύ» της είπε.
«Τι εννοείς;»
«Προσπαθώ να βρω τρόπο να απεμπλακώ σύντομα. Θα δω» της είπε και χαμογέλασε ονειροπόλα το κάθαρμα. Ανυπομονούσε.
«Μέχρι τότε, να μου μιλάς καλύτερα» επέμεινε εκείνη. «Δεν είμαι από τις γυναίκες που έχεις συνηθίσει».
«Για ποιες γυναίκες μιλάς ακριβώς;» ρώτησε εκείνος και έκανε πίσω στην καρέκλα του. Τώρα είχε την αμέριστη προσοχή του.
«Αυτές που γυρνούσες. Αυτές που γυρνάς. Αυτές που κοιμούνται κάθε βράδυ με άλλον άντρα και σκοπός τους είναι να σπέρνουν θύματα».
«Μην ανησυχείς και κανένας άντρας δεν υποφέρει από αυτές τις γυναίκες. Από κάποιες άλλες γυναίκες υποφέρουν οι άντρες!» σούφρωσε τα χείλη του. «Από αυτές τις κυρίες που δεν ξέρουν τι θέλουν, ποιες είναι και πού πάνε».
«Υπονοείς ότι εγώ είμαι μία από αυτές;»
«Εσύ δεν είσαι απλά μία από αυτές! Εσύ είσαι η βασίλισσα!».