Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

κεφάλαιο 29-ούπσι

Κεφάλαιο 29

«Μένουν  οκτώ μέρες μέχρι τη δεξίωση και έπρεπε να σκάσει τώρα η βόμβα;» χτενίζω με τα δάχτυλα τα μαλλιά μου. Η κατάσταση είναι απελπιστική. Φωνές και νεύρα και πόρτες που βαράνε διαρκώς.
«Τα πράγματα θα φτάσουν στα άκρα» μου ψιθυρίζει μέσα στη μικρή κουζίνα στον πάνω όροφο. Αποφεύγουμε την Κέντρα με κάθε κόστος από χθες. Το ημερολόγιο δείχνει Πέμπτη και το χάος ξέσπασε Δευτέρα πρωί. Φοβόμουν ότι θα είναι δύσκολο να συνδυάσουμε την προσωπική μας ζωή με το επαγγελματικό μας προφίλ, αλλά δε χρειάστηκε να νιώσουμε αμηχανία. Τα γεγονότα μας πρόλαβαν.
«Μου κάνει εντύπωση η σιγουριά σου» του εκμυστηρεύομαι. Δείχνει μεγάλη αυτοπεποίθηση για την εξέλιξη της κατάστασης και για τον τρόπο που ερμηνεύει τα γεγονότα. Δεν έχει σημασία η γνώμη κανενός ωστόσο, αν δε μάθουμε πραγματικά τι έχει γίνει.
«Κυκλοφόρησε διαφήμιση για το νέο περιοδικό του ανταγωνιστή μας, το Lip Balm, και είναι σχεδόν ίδια με αυτή που είχαμε κανονίσει για το Red. Έχουμε πληρώσει ήδη τα μοντέλα και τους φωτογράφους και έχουμε πληρώσει το χώρο για τη φωτογράφιση. Επίσης δεν έχουμε καθόλου εναλλακτικό σχέδιο. Η Κέντρα πίστευε ότι η ιδέα για τη διαφήμιση ήταν πολύ πρωτοποριακή και βασιζόταν εκεί για να τονώσουμε λίγο το περιοδικό στην αγορά. Και τώρα; Τι;» λέει και δείχνει θυμωμένος. Πολύ θυμωμένος. Είμαι σίγουρη ότι θα βρεθεί κάποια λύση.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό αφορά την Κέντρα και τον Τζέρεμι. Άκουσες κι εσύ ότι ο γέρος θα ζητήσει το κεφάλι τους σε ασημένιο δίσκο;» αναφέρομαι στον Γουέστμπρουκ.
«Άδικο θα έχει;» λέει ο Κίραν και γνέφω.
«Αν κάποιος έδωσε πληροφορίες στους ανταγωνιστές θα πρέπει να τιμωρηθούν αυτοί ή ο θύτης;» ρωτάω απλά. «Δεν έχω ιδέα τι συμβαίνει στις περιπτώσεις αυτές στα υψηλά κλιμάκια».
«Η Κέντρα είναι υπόλογη γιατί ήξερε το περιεχόμενο της διαφήμισης. Το ίδιο και εμείς όμως» λέει ανήσυχος και είναι η πρώτη φορά που μου περνάει από το μυαλό ότι μπορεί να μπλέξω κι εγώ. Είναι αλήθεια ότι λίγα άτομα ξέρουν το κόνσεπτ της διαφήμισης. Στα λίγα αυτά άτομα είμαι κι εγώ και ο Κίραν.
«Λες να μας απολύσει ο Γουέστμπρουκ;» δαγκώνω τα χείλη μου και σκέφτομαι. Έχω περάσει μια συνέντευξη αλλά δε νομίζω ότι θα πάρω τη δουλειά και σκέφτομαι ότι πρέπει να σταματήσω από το μπαρ κάποια στιγμή. Δεν έχω την πολυτέλεια να χάσω τη δουλειά μου αν δεν έχω βρει κάτι άλλο πρώτα.
«Πρέπει να μείνουμε μακριά από όλο αυτό όσο γίνεται και να τους αφήσουμε να τα βρουν μόνοι τους» λέει και μου χαμογελάει ξαφνικά. Το σκοτεινό δωμάτιο φωτίζεται και η θερμοκρασία ανεβαίνει. «Θα έρθεις πάλι απόψε;» μου λέει παρακλητικά. Από το Σάββατο κοιμάμαι κάθε βράδυ σπίτι του και πηγαίνω στο διαμέρισμά του μόνο για να πάρω ρούχα. Αύριο έχω βάρδια στο μπαρ και θέλω να τον γλυκάνω.
«Θα έρθω, αλλά φοβάμαι μήπως με βαρεθείς» λέω ναζιάρικα. Κάνει να με χαϊδέψει αλλά κατεβάζει το χέρι. Η κουζίνα είναι κοινή και μπορεί κάποιος να μπει ανά πάσα στιγμή. Δεν παύει να με λυπεί το γεγονός ότι κρυβόμαστε, κι ας είναι απολύτως λογικό.
«Δεν πρόκειται!» γελάει εκείνος . Παίρνουμε τις κούπες μας και κατευθυνόμαστε στο γραφείο μας. «Θες να πάμε κάπου για το Σαββατοκύριακο;» ρωτάει. Δεν γινόταν να αναβληθεί η συζήτηση άλλο. Πρέπει να του το θυμίσω.
«Κίραν, δουλεύω…» ψελλίζω ντροπαλά. Με κοιτάει για μερικά δευτερόλεπτα και πάει να πει κάτι. Σταματάει.
«Καταλαβαίνω» λέει. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό. Αν το εννοεί. Δε δείχνει θυμωμένος.
«Άλλα δύο σαββατοκύριακα και μετά θα σταματήσω» λέω σχεδόν απολογητικά κι ας μην πρέπει.
«Κάνε αυτό που πρέπει» λέει και κοιτάζει ευθεία. «Κανονίζουμε την εκδρομή άλλη στιγμή».
«Μη θυμώνεις» λέω.
«Δε θυμώνω. Αφού δεν κάνεις εσύ πίσω, θα κάνω εγώ».
«Μα σκέφτομαι να σταματήσω σύντομα».
«Μέχρι να σταματήσεις, δε θα παραπονιέμαι» χαμογελάει. «Αλλά όταν σταματήσεις θα κάνω πάρτι».
«Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα και κανέναν. Εγώ θέλω μόνο εσένα» του χαϊδεύω το μπράτσο.
«Δεν είναι ότι ζηλεύω…» λέει. «Είναι ότι δε θέλω να δουλεύεις εκεί».
«Ας σταματήσουμε τη συζήτηση γιατί δε θα μας βγάλει σε καλό» γελάω. Κι εκείνος.

Επιστρέφουμε στο γραφείο και συνεχίζουμε να δουλεύουμε ενώ η Κέντρα τηλεφωνεί, τσακώνεται με τον Τζέρεμι, σηκώνεται, φεύγει και επιστρέφει και ξανά όλα από την αρχή. Ο Κίραν εξαφανίζεται και αυτός για μερικές ώρες και επιστρέφει λίγο πριν την ώρα που σχολάμε για να μου πει ότι θα φύγει μόνος του σήμερα γιατί έχει ένα ραντεβού που δεν μπορεί να αναβάλει.
«Θα έρθω το βράδυ μόνη μου» λέω χωρίς να ρωτάω για ποιο λόγο θα φύγει μόνος και πού πάει. Δεν είναι στο στιλ μου να τον ελέγχω.
«Συγγνώμη» μου λέει και χαμογελάει ζεστά. Είναι πολύ γλυκός.
Δουλεύω λίγο ακόμα και κατεβαίνω κατά τις έξι στη ρεσεψιόν. Η Λίλα φεύγει εκείνη την ώρα και αποφασίζουμε να μοιραστούμε ένα ταξί γιατί βρέχει και έτσι κι αλλιώς μένουμε  σχετικά κοντά.
«Ο Γουέστμπρουκ είναι στην πόλη, αλλά δεν έρχεται σε εμάς. Ποιος ξέρει ποιος θα υποφέρει» μου λέει και γελάμε. «Νομίζω ότι αυτή την περίοδο ασχολείται με τις εφημερίδες του» προσθέτει. Η Λίλα, αλλά και τα υπόλοιπα τμήματα δεν πρέπει να ξέρουν το σκάνδαλο που έχει ξεσπάσει. Εγώ είμαι σίγουρη ότι είναι θέμα χρόνου να έρθει ο Γουέστμπρουκ και να ξηλώσει όσους ενεπλάκησαν με τη διαρροή.
«Εσείς καλά πάνω;» με ρωτάει αλλά δεν δίνω πληροφορίες για το περιστατικό. Τι να πω άλλωστε; Είμαι σοκαρισμένη που κάποιος έδωσε πληροφορίες στους ανταγωνιστές. Δε θεωρώ κανέναν ικανό για κάτι τόσο ποταπό.
«Ο Κίραν πάντως φαίνεται να περνάει καλά» μου λέει και παγώνω. Ξέρει; Ελπίζω να είναι διακριτική αν έχει καταλάβει ότι είμαστε μαζί και να φανεί καλή φίλη. Δε θέλω να το κρύψω αλλά ακόμα είναι νωρίς να το δείξουμε στην εταιρεία. Άλλωστε ο Κίραν σύντομα φεύγει.
«Τι εννοείς;» τη ρωτάω με κομμένη την ανάσα. Τι ξέρει; Μήπως είδε κάτι; Και ποιος άλλος  μας είδε;
«Πάλι με την ξανθιά έφυγε σήμερα».



Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Κεφάλαιο 28-αγάπη μονο

Κεφάλαιο 28

Ξυπνάω κάπου τα ξημερώματα και κοιτάω τον άντρα που κοιμάται δίπλα μου. Το χέρι του είναι τυλιγμένο γύρω από τη μέση μου και κοιμάται γαλήνια. Χαμογελάω άθελά μου. Την έχω πατήσει άσχημα πάλι. Δεν ωφελεί να το αρνούμαι. Προσπάθησα να το αποφύγω, αλλά είμαι αδύναμη μπροστά στην υπεροχή του. Είναι ό,τι πιο όμορφο έχω δει.
«Γιατί δεν κοιμάσαι;» τον ακούω να ρωτάει, βραχνά. Έχει ανοίξει τα υπέροχα μάτια του και με κοιτάει. Δεν ξέρω τι να απαντήσω σε αυτό. Είδα στον ύπνο μου ότι ξύπνησα και ήμουν στο κρεβάτι μόνη. Ανακουφίστηκα όταν τον είδα πλάι μου, όταν επιβεβαίωσα ότι η βραδιά που περάσαμε μαζί ήταν αληθινή.
«Μήπως κρυώνεις;» με ρωτάει και με σκεπάζει καλύτερα με το πουπουλένιο πάπλωμα. Όχι, δεν κρυώνω. Είμαι υπέροχα. Με φιλάει στο μάγουλο τρυφερά και με σφίγγει πάνω του. Κάναμε έρωτα δύο φορές πριν αποκοιμηθούμε αγκαλιά. Κάθε άγγιγμα, κάθε φιλί, κάθε αναστεναγμός χαράχτηκε βαθιά μέσα μου. Ήταν οι πιο έντονες σεξουαλικές εμπειρίες που είχα ποτέ.
«Σκεφτόμουν ότι θα πρέπει να διασκέδασες πολύ όσο καιρό μείναμε χώρια, αν κρίνω από…τις επιδόσεις σου» τον πειράζω, αλλά ταυτόχρονα εκφράζω και τις ανησυχίες μου. Γελάει λιγάκι.
«Ήμουν πολύ…επιθετικός;» σμίγει τα φρύδια του. Δεν απαντώ και συμπληρώνει «στην πραγματικότητα δεν κρατιόμουν και ίσως δεν ήταν πολύ ραφιναρισμένες οι κινήσεις μου» φιλάει τον ώμο μου. Μου αρέσει που με κρατάει. Τον θέλω πολύ. Πώς έζησα τόσο καιρό μακριά του και πώς θα το ξανακάνω όταν με βαρεθεί πάλι; Όταν πετύχουμε πάλι κάποιο εμπόδιο και ο εγωισμός μας δε μας επιτρέψει να βρούμε μια μέση λύση;
«Γίνεσαι όλο και καλύτερος» του λέω. «Σαν το καλό κρασί».
«Το καλό κρασί είναι έτοιμο για κατανάλωση» λέει όλο νόημα και γουρλώνω τα μάτια μου! «Πάλι;»
«Όσο είσαι ξύπνια και με κοιτάς, σε θέλω. Είναι τόσο απλό» δαγκώνει απαλά τα χείλη μου και τα χέρια του αρχίζουν να εξερευνούν το κορμί μου. Δεν έχω χρόνο να σκεφτώ αν πρέπει, αν είναι λογικό, αν θα το μετανιώσω. Λιώνω και καίγομαι.
«Κίραν…» λέω ξέπνοα το όνομά του όταν αρχίζει να με χαϊδεύει πιο πολύ, πιο προκλητικά, ανάμεσα στα πόδια.
«Μωρό μου» λέει εκείνος και συνεχίζει να παίζει μαζί μου. Δεν τον νοιάζει τόσο η δική του ικανοποίηση όσο η δική μου. Ο χρόνος που αφιερώνει στο κορμί μου είναι κάτι το μοναδικό. Ανθίζω στα χέρια του. Νιώθω πράγματα που μόνο εκείνος με κάνει να νιώθω. Γυναίκα. Αληθινή γυναίκα.
«Βιάσου» λέω επιτακτικά και αμέσως υπακούει. Ξαπλώνει από πάνω μου και γλιστράει μέσα μου τόσο μαλακά που σχεδόν δακρύζω. Ξεκινάει αργά και επιταχύνει, κάθε κίνηση με οδηγεί στην έκσταση. Δεν τον χορταίνω.
«Είσαι πανέμορφη» μου λέει μερικά λεπτά μετά, αφού με σκουπίζει απαλά με ένα υγρό μαντηλάκι. Κι εσύ, θέλω να φωνάξω αλλά έχω πει ήδη αρκετά.
«Υπερέκκριση ορμονών λέγεται αυτό» τον πειράζω και με τραβάει ξανά πάνω του.
«Αύριο πρωί θα παραγγείλουμε πρωινό και θα μείνουμε όλη μέρα μέσα να σε χορτάσω» μου λέει και η καρδιά μου φτερουγίζει. Έχω άλλη μία μέρα μαζί του.
«Θα προλάβεις μέχρι αύριο το βράδυ;» γελάω διερευνητικά.
«Με βαρέθηκες κιόλας; Εγώ δε μίλησα ποτέ για μέχρι αύριο το βράδυ» σμίγει τα φρύδια. Είναι δυνατόν να έχει ανασφάλειες; Θα μπορούσε να έχει όποια γυναίκα θέλει και για όσο θέλει. Η γοητεία του είναι μεθυστική.
«Θα με αναγκάσεις να ρωτήσω ε; Δε θα μου κάνεις τη ζωή εύκολη» παίρνω μια βαθιά ανάσα. «Τι σημαίνει η σημερινή βραδιά; Είναι μια τελεία για το παρελθόν ή μια καινούργια σελίδα;».
«Είναι ό,τι θέλουμε να είναι» λέει.
«Αυτή είναι πολύ διπλωματική απάντηση. Τι θες εσύ;» απαιτώ μια άμεση απάντηση.
«Θέλω να δοκιμάσουμε» λέει και λιώνω. Ειλικρινά εξαϋλώνομαι.
«Κι εγώ» παραδέχομαι.
«Αυτή τη φορά θα πρέπει να είσαι πιο δυνατή» λέει αλλά δε Θέλω απόψε να μάθω τι εννοεί, να ζητήσω διευκρινίσεις. Θα είμαι ό,τι χρειαστεί. Φιλάω το χέρι του και κοιμάμαι χαμογελαστή.


Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

κεφάλαιο 27-σεξ επεισόδιο 1

Κεφάλαιο 27
Κλείνω το τηλέφωνο με τον Στίβεν και ο Κίραν με αγριοκοιτάει. «Τι θες; Υποσχέθηκα ότι θα τον πάρω τηλέφωνο να μην ανησυχεί» απαντάω στο βλέμμα του που εκτοξεύει ερωτηματικά.
«Και τι τον έχεις και ανησυχεί για να έχουμε καλό ερώτημα;» σταυρώνει τα χέρια του μπροστά στο στήθος του.
«Φίλο» απαντάω μονολεκτικά και με αποφασιστικότητα. «Και δε βλέπω λόγο να αμφισβητείς τις δικές μου σχέσεις όταν εσύ κλείνεσαι με ώρες στο γραφείο της Κέντρα και χασκογελάτε» του θυμίζω. Θέλω να συμπληρώσω ότι η Λίλι τον έχει δει δύο φορές αυτή τη βδομάδα να φεύγει με την ίδια καλλονή που τον περίμενε και τις προάλλες, αλλά δε θέλω να φανεί ότι τον παρακολουθώ ή ότι η Λίλι μού μεταφέρει όσα βλέπει.
«Αυτή χασκογελάει. Εγώ συνήθως προσπαθώ να της αλλάξω την άποψη σχετικά με τις λανθασμένες επαγγελματικές επιλογές της» λέει ξερά και συνειδητοποιώ ότι πρώτα φορά ανοίγεται σχετικά με την άποψή του για εκείνη. Χαίρομαι που δεν είμαι τρελή και ότι κι εκείνος βλέπει ότι η Κέντρα είναι υπερεκτιμημένη.
«Κι εσύ ξέρεις το σωστό;» τον προκαλώ, πιο πολύ για να μάθω περισσότερα.
«Σίγουρα ξέρω περισσότερα από την Κέντρα. Και εσύ το ίδιο. Εσύ είσαι πιο ικανή για τη θέση της. Αναρωτιέμαι γιατί δεν διεκδικείς κάτι καλύτερο στην εταιρεία» με σοκάρει με την ψήφο εμπιστοσύνης. «Εκτός και αν θες να σταδιοδρομήσεις στο μπαρ και πάρεις προαγωγή σε μπαργούμαν» συμπληρώνει και η αυτοπεποίθησή μου ξεφουσκώνει όπως το μπαλόνι που το τρυπάει βελόνα.
«Όχι ότι μετά από αυτή την προβολή σού αξίζει απάντηση, αλλά έχω ακόμα λεφτά που χρωστάω για το πτυχίο μου και τώρα χρωστάω και σε εσένα. Άρα χρειάζομαι τη δουλειά στο μπαρ. Δεν απολαμβάνω να δουλεύω 14 ώρες τη μέρα 3 φορές τη βδομάδα. Όσο για την εταιρεία, έχω σκεφτεί να αλλάξω τμήμα, αλλά είναι νωρίς, μου είπαν από το τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού».
«Ψάξε αλλού, τότε. Τόσες εταιρείες υπάρχουν. Έχεις δυνατότητες».
«Και ένα μέτριο πτυχίο» του θυμίζω.
«Είσαι ικανή και έχεις προϋπηρεσία εδώ. Εγώ μπορώ να σε βοηθήσω αν θες να αλλάξεις χώρο. Μετά είμαι σίγουρος ότι θα ανελιχθείς πολύ γρήγορα. Γιατί δεν πιστεύεις στον εαυτό σου; Γιατί αντί να προσπαθείς να αναλάβεις θέση σαν της Κέντρα, εσύ κάνεις διπλή δουλειά ώστε να φαίνεται αυτή καλύτερη;» με βομβαρδίζει με ερωτήσεις που καμιά φορά κάνω κι εγώ στον εαυτό μου, αλλά ποτέ δεν πιστεύω ότι θα τα καταφέρω. Με ευχαριστεί πολύ που με εκτιμάει σαν επαγγελματία και πιστεύει σε εμένα, γιατί ο λόγος του έχει βαρύτητα. Είναι κι εκείνος πολύ χαρισματικός.
Κάθεται δίπλα μου στον καναπέ επιτέλους. Έχω φάει όσα μου πρόσφερε και το στομάχι μου δε διαμαρτύρεται. Είμαι άνετα, φορώντας το φανελάκι που μου έδωσε και ένα σορτσάκι του που μου φτάνει μέχρι το γόνατο. Σίγουρα δεν είμαι πολύ όμορφη αυτή τη στιγμή, αλλά νιώθω πολύ άνετα. Εκείνος συνεχίζει να πίνει το ποτό του αργά. Κοιτάω τα χείλη του. Μου χαμογελάει. Ξέρει τι σκέφτομαι.
«Θέλω να ολοκληρώσω μερικά πράγματα και έχω στείλει μερικά βιογραφικά, κάτι θα γίνει…» συνεχίζω.
«Δεν είναι στάση αυτή. ‘Κάτι θα γίνει΄. Πρέπει να πιστέψεις στον εαυτό σου» επιμένει. Σκέφτομαι μήπως όσα μου λέει είναι σωστά. Ίσως φοβάμαι να δοκιμαστώ σε κάτι πιο απαιτητικό, ίσως γι’ αυτό έχω κολλήσει στο μπαρ.
«Γι’ αυτό με έφερες εδώ; Για να μου κάνεις επαγγελματικό προσανατολισμό;» τον ρωτάω χαμογελαστή, για να εκτονώσω την ένταση. Με κοιτάει σοβαρός.
«Όχι, βέβαια» χαμογελάει ήρεμα. «Δε σε έφερα για να σου κάνω επαγγελματικό προσανατολισμό» λέει και ορκίζομαι ότι υπάρχει υπονοούμενο. Δεν ξέρω αν φοβάμαι ή ανυπομονώ. Ίσως και τα δύο. Συνεχίζει να με κοιτάει και χαμογελάει.
«Τι είναι;» ρωτάω ντροπαλά. Τα μάτια του με κάνουν να καίγομαι.
«Χαίρομαι πολύ που είσαι εδώ. Από τη μέρα που σε ξαναείδα στο γραφείο, σκέφτομαι πώς θα ξαναβρεθούμε μόνοι. Είναι ένα σωρό πράγματα που θέλω να κάνουμε…» λέει και μου κόβεται η ανάσα. Καίγομαι ολόκληρη.
«Είσαι σίγουρος ότι θα συμφωνήσω;»
«Ο τρόπος μου με κοιτάς μου λέει πως ναι» σκύβει και με φιλάει απαλά στα χείλη. Δεν τραβιέμαι. Είναι αδύνατον να του αντισταθώ. Θέλω να τον ρωτήσω για πόσο θα κρατήσει αυτό,  αλλά δεν το κάνω.
«Κίραν…» ξεκινάω να λέω αλλά με φιλάει ξανά. Πιο έντονα, πιο αχόρταγα. Τα χέρια του αρχίζουν να χαϊδεύουν το λαιμό μου. Ανατριχιάζω.
«Φοράς αυτές τις φούστες και με τρελαίνεις» μου χαμογελάει. «Επίτηδες το κάνεις;» ρωτάει. Η αλήθεια είναι πως από τη μέρα που ήρθε στο γραφείο περνάω ατελείωτες ώρες προσέχοντας τι θα φορέσω. Δεν το παραδέχομαι όμως.  Με φιλάει ξανά στο λαιμό και κλείνω τα μάτια. Γουργουρίζω από ευχαρίστηση σαν γάτα. Μόνο εκείνος μπορεί να με κάνει να νιώθω έτσι. Είμαι στο έλεός του.
«Πες μου ότι με θες όσο εγώ» λέει με κομμένη την ανάσα στο αυτί μου και νιώθω πως περιμένει την απάντησή μου απεγνωσμένα.
«Δεν μπορώ να απαντήσω» χαμογελάω λιγάκι. «Δεν ξέρω τα δεδομένα. Πόσο ακριβώς με θες;» τον αιφνιδιάζω και με τραβάει πάνω του. Κάθομαι στα πόδια του και τα χέρια του συνεχίζουν τα χαϊδεύουν την πλάτη μου.
«Μέχρι τον ουρανό» απαντάει χαμογελώντας κι εκείνος, όπως απαντούν στα παιδάκια όταν τα ρωτούν «πόσο με αγαπάς». Μακάρι να ίσχυαν και τα δύο, σκέφτομαι, και δαγκώνομαι. Θέλω σαν τρελή να υποκύψω σε αυτό το τρελό πάθος, αλλά φοβάμαι. Δεν ξέρω αν το πάθος ή ο φόβος θα επικρατήσει.
Με μια απότομη κίνηση σηκώνεται από τον καναπέ. Τρομάζω ότι θα πέσω και γραπώνομαι από το λαιμό του. Εκείνος με μεταφέρει με απίστευτη άνεση στην κρεβατοκάμαρα. Ποιος είναι αυτός ο άντρας; Ο Κίραν δεν ήταν ποτέ τόσο…άγριος. Δεν παραπονιέμαι όμως. Τον θέλω, κι ας καώ στην Κόλαση.
«Θα το μετανιώσουμε και οι δύο πικρά αύριο» με φιλάει και γνέφω καταφατικά. Διαβάζει τη σκέψη μου και τον λατρεύω και τον μισώ ταυτόχρονα για αυτό. «Αλλά θα φροντίσω να αξίζει τον κόπο».




Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

κεφάλαιο 26-και πόσο να κρατηθεί; άντρας ειναι...

Κεφάλαιο 26

«Πάμε στο διαμέρισμά μου, να αλλάξω, να ξεβαφτώ. Τι θα κάνω σπίτι σου;» αναρωτιέμαι  αδύναμα αλλά δε με ακούει. Είναι αργά άλλωστε. Μπαίνουμε αμίλητοι στο ασανσέρ και αμίλητοι μπαίνουμε στο σπίτι του. Ανάβει τα φώτα και με αφήνει στο σαλόνι να περιμένω όρθια. Επιστρέφει μετά από μερικά δευτερόλεπτα και μου δίνει ένα φανελάκι του.
«Φόρα αυτό αν θες να νιώσεις άνετα» λέει. Τον κοιτάω σαστισμένη. Κάθομαι αποκαμωμένη στον καναπέ, με το φανελάκι στα γόνατα. Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται.
«Φάε αυτό» λέει, αφού επιστρέφει με ένα τοστ και γιαούρτι με ξηρούς καρπούς και μέλι.
«Συγγνώμη, είσαι τρελός;» τον ρωτάω, ανησυχώντας ότι πραγματικά έχει χάσει το μυαλό του. Πραγματικά τι ακριβώς εννοεί με όλη αυτή τη συμπεριφορά;
«Έχει ένα μαγαζάκι εδώ απέναντι και θα πεταχτώ να σου πάρω κάτι να ξεβαφτείς» λέει ήρεμα. Συνεχίζω να ανησυχώ.
«Ειλικρινά περιμένεις ότι θα κοιμηθώ εδώ;» ρωτάω τελικά, ενώ εκείνος σερβίρει ένα ποτό στον εαυτό του. Για εμένα όχι.
«Δεν συνηθίζω να κοιμάμαι με γυναίκες και μετά να τις διώχνω» λέει και χαμογελάει ξερά. Η καρδιά μου σφίγγεται, λιώνει και ξαναπαγώνει σε μερικά δευτερόλεπτα. Δεν ξέρω πώς να νιώσω. Ο παρανοϊκός άντρας που κάθεται απέναντί μου, με κάνει να τρέμω από ένα σωρό συναισθήματα. Ανάμεσά τους είναι η οργή, ο πόθος και η σύγχυση.
«Ποιος σου είπε ότι θα κοιμηθείς μαζί μου; Φαίνομαι τόσο εύκολη;» αναρωτιέμαι.
«Όχι» λέει κοφτά και χάνεται μέσα στο δωμάτιό του. Επιστρέφει φορώντας ένα φανελάκι και φόρμα από κάτω. Ξεντύθηκε. Ξαφνικά νιώθω πολύ κουρασμένη. Θέλω να κοιμηθώ. Συνήθως μετά τη βάρδια στο μπαρ κοιμάμαι αμέσως. Το σπίτι του μου  προκαλεί χαλάρωση. Ο φωτισμός είναι χαμηλός και η ατμόσφαιρα, τα χρώματα και η επίπλωση σε βοηθούν να ηρεμήσεις. Όλα εκτός από εκείνον.
«Αν θέλεις να μιλήσουμε και να ξεκαθαρίσουμε…μερικά πράγματα, είμαι διαθέσιμη, αλλά νυστάζω και θέλω να πάω σπίτι μου» λέω με αποφασιστικότητα.
«Σπίτι σου δεν θα πας απόψε, οπότε άλλαξε για να νιώσεις άνετα» χαμογελάει και πίνει μια γουλιά.
«Αυτό είναι απαγωγή» του θυμίζω.
«Η πόρτα είναι εκεί και είναι ξεκλείδωτη» μου δείχνει με το βλέμμα του. Είμαι ντυμένη. Με ένα γρήγορο σάλτο, μπορώ να το κάνω. Τον κοιτάω για μερικά δευτερόλεπτα και η αναμέτρηση με τα βλέμματα είναι πιο καυτή και από φωτιά. Δε θέλω να φύγω, δε θέλω να μείνω. Πάνω από όλα, όμως, δε θέλω να ξέρει ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει μαζί μου. Σηκώνομαι απότομα και κάνω να φύγω, χωρίς την τσάντα μου, η τρελή, αλλά με προλαβαίνει. Με αρπάζει από τον καρπό και με κολλάει πάνω του. Το βλέμμα του πλανάται στα χείλη μου, αλλά δεν με φιλάει. Χαϊδεύει με τον αντίχειρα τον καρπό μου και ταυτόχρονα με σφίγγει πάνω του.
«Πού πας;» γελάει μαζί μου.
«Δεν μπορείς να με…» ξεκινάω να λέω όλο ύφος αλλά διαλέγει αυτή τη στιγμή για να συνθλίψει τα χείλη μου με ένα απεγνωσμένο φιλί. Τυλίγει το ελεύθερο χέρι του γύρω από τη μέση μου και με στηρίζει πάνω στην πόρτα που κλείνει με φόρα, δίνοντας ένα ηχηρό μήνυμα. Δεν μπορείς να φύγεις.
Με φιλάει υπέροχα, όπως μόνος αυτός ξέρει να φιλάει, αλλά αυτή τη φορά είναι πολύ πιο διεκδικητικός, σχεδόν βίαιος. Με δαγκώνει, με γλείφει, σταματάει και ξαναρχίζει. Η γλώσσα του διεκδικεί τη δική μου και για μερικά δευτερόλεπτα δεν ανταποκρίνομαι αλλά τελικά υποκύπτω στο φοβερό πάθος που με παρέσερνε πάντα και με πνίγει ακόμα και σήμερα. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου έχω πάρει φωτιά, αλλά πρέπει κάποιος να βάλει ένα τέρμα στην τρέλα.
«Κίραν, μη…» λέω και τραβιέμαι. Ξαφνικά βγαίνει από την κατάσταση τρανς στην οποία  βρίσκεται και με κοιτάει με κατακόκκινα μάτια και χείλη πρησμένα από τα φιλιά.
«Μη τι;» με ρωτάει μπερδεμένος και σκύβει να με φιλήσει πάλι.
«Δεν είμαι σίγουρη ότι είναι σωστό αυτό που κάνουμε. Δε θέλω να επαναλάβω τα λάθη του παρελθόντος» λέω.
«Μπορούμε πάντα να κάνουμε καινούργια λάθη» χαμογελάει και με φιλάει ξανά. Τον διακόπτω με δυσκολία για να πάω κάτι, αλλά δεν μιλάω ποτέ. Γελάει που τα έχω χάσει και με χαϊδεύει.
«Πήγαινε να φορέσεις κάτι πιο άνετο» λέει επιτακτικά. «Απόψε δε φεύγεις από εδώ».








Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Κεφάλαιο 25-καμπάνες

Κεφάλαιο 25

«Θα φύγει μαζί μου» λέει ο Κίραν και χαμογελάει ξερά. Ο Στίβεν με κοιτάει μπερδεμένος. Δεν μπορεί να καταλάβει ακριβώς τι παίζει. Ειλικρινά, ούτε εγώ έχω ιδέα τι θέατρο του παραλόγου διαδραματίζεται μπροστά μου.
«Αν η Μπριάνα δε θέλει να έρθει, δε θα έρθει» λέει ο Στίβεν και σταυρώνει τα χέρια του στο στήθος. Ο Κίραν κάνει ένα βήμα μπροστά. Αν δεν επέμβω άμεσα, θα υπάρξει σύρραξη.
«Στίβεν, όλα καλά» χαμογελάω γλυκά. Το δράμα εξελίσσεται έξω από την πόρτα του μπαρ, γύρω στις δυόμισι το πρωί και δυστυχώς κανείς δεν είναι τριγύρω για να συγκρατηθούν για λόγους ευπρέπειας.
«Τι στο διάολο συμβαίνει εδώ πέρα;» με ρωτάει. «Εσύ ποτέ δε φεύγεις με πελάτη. Ούτε καν τους μιλάς αν δεν τους ξέρεις» συμπληρώνει και κάπως χαίρομαι που το ακούει ο Κίραν αυτό.
«Είναι συνάδελφός μου» λέω ξανά, λες και αυτό δικαιολογεί τη συμπεριφορά του Κίραν, που τρίβει τα χείλη του με την μπουνιά του, έτοιμος να ορμήξει.
«Και πρώην της» πετάει ξαφνικά από πίσω μου και κλείνω τα μάτια.
«Σε ευχαριστούμε για την υπενθύμιση» λέω ειρωνικά. Ο Στίβεν δείχνει να τα έχει χαμένα.
«Θα με πάρεις μόλις φτάσεις σπίτι σου και…» μου λέει ο φίλος μου.
«Δε θα πάει στο σπίτι της» λέει ο Κίραν από πίσω μου κοφτά. Ξεφυσάω.
«Μπριάνα, ο τύπος είναι επικίνδυνος» λέει ο Στίβεν και γελάω λιγάκι. Είναι αστεία η κατάσταση.
«Δε θα μου κάνει κακό. Θα σε παίρνω κάθε μία ώρα, το υπόσχομαι» λέω και κάνω να τον φιλήσω στο μάγουλο, αλλά ο Κίραν με αρπάζει από τον καρπό και με σταματάει.
«Φτάνουν οι διαχυτικότητες. Πάμε να φύγουμε» με σέρνει προς τη μηχανή του. Μου δίνει ένα μαύρο κράνος. Το δικό του.
«Πρέπει να πάρω και δεύτερο» μονολογεί και σαστίζω. Βλέπει μέλλον σε όλη αυτή την τρέλα;
«Αν δεν με πάρεις κάθε ώρα θα καλέσω την αστυνομία» λέει ο Στίβεν από μακριά.
«Μένει στην Οδό Πασίφικ 125» γελάω ενώ βάζω το κράνος μου. Δεν έχω ειλικρινές κέφι, αλλά δε θέλω να ανησυχεί ο Στίβεν. Περιμένει να φύγουμε και του γνέφω καθώς απομακρυνόμαστε. Στο πρώτο φανάρι που στεκόμαστε, ο Κίραν με ρωτάει αν πεινάω.
«Έχεις τόσες μέρες να μου μιλήσεις και τώρα σε έπιασε ο πόνος να με ταΐσεις; Πόσο υποκριτής είσαι;» απαντάω εκνευρισμένη. Πάνω στη μηχανή είναι δύσκολο να κρατηθώ μακριά του. Ειδικά όταν γκαζώνει, σφίγγομαι πάνω του.
 «Πεινάς;» ρωτάει ξανά, σαν να μην άκουσε την απάντησή μου. Η αλήθεια είναι πως ναι. Του λέω ότι έχω έτοιμο στο σπίτι ρύζι με λαχανικά και μου λέει για δεύτερη φορά ότι θα πάμε σπίτι του.
«Δε θυμάμαι να είπα ναι» λέω.
«Δε θυμάμαι να σε ρώτησα» λέει κι αυτός με τη σειρά του. Η κατάσταση είναι εξωφρενική.
«Τι θα κάνουμε σπίτι σου;» ρωτάω πεισμωμένη.
«Κάτι θα βρούμε».


Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

κεφάλαιο 24-serkova

κεφάλαιο 24

«Πάρε ένα τέταρτο» μου λέει ο Στίβεν, μαλακά, αλλά και επίμονα. «Είσαι κουρασμένη; Έχεις μπερδέψει τρεις φορές τις παραγγελίες». Του εξήγησα ήδη ότι είμαι καλά, αλλά δε με πιστεύει. Αφήνω την ποδιά μου πίσω από το μπαρ και πάω στο τραπέζι όπου κάθεται η Ντάνι με τον Πίτερ και 2-3 άλλους φίλους μας. Είναι Σάββατο απόψε και το μαγαζί είναι γεμάτο. Κακή μέρα διάλεξα για να μην έχω όρεξη.
«Τι είναι;» με ρωτάει η Ντάνι, που ξέρει ότι σπάνια κάθομαι εν ώρα δουλειάς. Της εξηγώ ότι μπέρδεψα τις παραγγελίες.
«Ερωτευμένη θα είσαι» μου λέει ο Πίτερ και μου τσιμπάει τα πλευρά. Γελάμε ανάλαφρα, αλλά δε δίνουμε συνέχεια ευτυχώς. Η ιδέα με ανατριχιάζει.
«Σου είπα να μη στενοχωριέσαι» μου λέει η Ντάνι ψιθυριστά, για να μη μας ακούσουν ο Πίτερ και οι άλλοι. «Θα του περάσουν τα μούτρα».
«Είναι αφόρητο να συνεργάζομαι τόσο στενά με κάποιον και να είναι τόσο θυμωμένος μαζί μου» της λέω. Σήμερα είχαμε άλλη μια σκληρή αναμέτρηση με τον Κίραν. Η διοργάνωση της δεξίωσης πλησιάζει το τέλος της και συνεχίζουμε με ένα άλλο πρότζεκτ. Εκείνος μου στέλνει ό,τι χρειάζεται με μέιλ, ενώ καθόμαστε πλάι πλάι. Μετά από εκείνο το απόγευμα που τσακωθήκαμε για εκατοστή φορά για τη βραδινή δουλειά μου, είναι έτσι. Δεν αντέχω αυτό το σκοτσέζικο ντους.
«Μπορεί να είναι μπερδεμένος. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Με τον Ρομπ τι θα κάνεις;» με ρωτάει η φίλη μου.
«Βγήκαμε μία φορά την περασμένη βδομάδα και του είπα ότι δεν τον βλέπω ερωτικά. Ευτυχώς έδειξε να το δέχεται. Μου αρέσει η παρέα του, αλλά…».
«Λυπάμαι που σε πίεσα να βγεις μαζί του. Είναι εμφανές ότι ακόμα δεν είναι ξεκάθαρα τα συναισθήματά σου για τον Κίραν».
«Μην το λες αυτό» κλαψουρίζω. Δε θέλω να το πιστέψω ότι ακόμα με απασχολεί αυτός ο άντρας.
«Είναι καιρός να το αντιμετωπίσεις το θέμα. Δε γίνεται να αγνοείς το λόγο που σε επηρεάζει τόσο» μου λέει. Ο Στίβεν μού κάνει νόημα να γυρίσω επειδή το μαγαζί ξαφνικά γέμισε.
«Είσαι καλύτερα;» με ρωτάει και γνέφω καταφατικά αν και δεν το πιστεύω. Νιώθω πολύ άσχημα. Το κλίμα με τον Κίραν είναι πολύ ψυχρό. Σε λίγες βδομάδες φεύγει από την εταιρεία και μετά δε θα τον ξαναδώ. Αυτό με γεμίζει θλίψη. Αλλά και το να τον βλέπω με γεμίζει θλίψη. Μου αρέσει ο Κίραν που ενδιαφέρεται, αλλά ο ψυχρός Κίραν είναι κάτι που δεν μπορώ να αντέξω. Το χειρότερο δε, είναι ότι χθες, ημέρα Παρασκευή, τον είδα να φεύγει με μια κοπέλα που τον περίμενε έξω από την εταιρεία. Ήταν μια πανέμορφη ξανθιά, με πολύ μακριά μαλλιά και πολύ κομψό ντύσιμο. Τον είδα να τη φιλάει στο μάγουλο και εκείνη πετάρισε τις βλεφαρίδες της. Μάλιστα. Έχει σχέση. Αυτό είναι που με αποδιοργάνωσε τόσο και δε θυμάμαι ποιος παρήγγειλε τι.
Για το επόμενο μισάωρο γεμίζω ποτήρια και τα δίνω στους πελάτες. Κάποιοι γνωστοί πελάτες έχουν όρεξη για συζήτηση αλλά δεν ανταποκρίνομαι. Ελπίζω να μην κάνω κακό στο μαγαζί αλλά δεν έχω όρεξη. Τόσο απλά. Άνθρωπος είμαι κι εγώ, όχι μηχανή.
«Θεέ μου, τι κούκλος» ψιθυρίζει ενθουσιασμένη η Χάριετ στο αυτί μου και τη βλέπω να σπεύδει σε ένα μικρό τραπέζι κοντά στην πόρτα. Είναι μια παρέα αντρών που δεν έχω ξαναδεί. «Πάω εγώ!» λέει και σχεδόν τρέχει, λες και είχα όρεξη να τη συναγωνιστώ.
Ετοιμάζω δύο κοκτέιλ και τα δίνω σε δύο κοπέλες, όταν έρχεται η Χάριετ και μου δίνει την παραγγελία των αντρών. Μπίρες και ένα βότκα με σόδα. Το μυαλό μου πετάει στον Κίραν πάλι. Εκείνος έπινε βότκα με σόδα. Παράξενος συνδυασμός.
Γυρνάω προς το μέρος της Ντάνι και τη βλέπω να με κοιτάει χαμογελώντας πονηρά. Της κάνω ένα νεύμα που δείχνει ότι δεν ξέρω γιατί χαμογελάει και με ένα νεύμα του κεφαλιού μού δείχνει προς την πόρτα. Η ανάσα μου κόβεται. Ανάμεσα στο πλήθος τον βλέπω να κοιτάει προς το μέρος μου, αλλά δε χαμογελάει καθόλου. Δεν ξέρω τι να κάνω. Δίνω τα ποτά στην Χάριετ. Να πάω να χαιρετίσω; Να κεράσω κάτι; Καλύτερα να μείνω μακριά. Αναρωτιέμαι αν ήξερε ότι δουλεύω εδώ ή αν ήρθε τυχαία.
Η ώρα περνάει και δεν πλησιάζω στο τραπέζι τους, όπου οι άντρες δείχνουν να διασκεδάζουν. Το βλέμμα του συναντάει το δικό μου 2-3 φορές αλλά δε μιλάμε ποτέ. Ελπίζω να βλέπει ότι το μαγαζί είναι αξιοπρεπές και ότι δεν είμαι θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης από κανέναν.  Ο Στίβεν με αγριοκοιτάει ξανά, όταν κάνω άλλη μια παραγγελία λάθος, αλλά δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.
«Κίραν, γεια σου!» ακούω μέσα στη φασαρία την Ντάνι και κοιτάω προς το μέρος της φίλης μου, σίγουρη ότι μου κάνει κάποια κακόγουστη φάρσα. Ο Κίραν έχει πάει στο τραπέζι της και χαιρετάει εκείνη, τον Πίτερ και συστήνεται με τους άλλους. Η Ντάνι χαμογελάει ευγενικά, πράγμα που με κάνει έξαλλη. Μιλάνε λίγο και πλησιάζει στο μπαρ. Βρίσκει ένα άδειο σκαμπό και κάθεται απέναντί μου. Χωρίς να μιλάει.
«Θες να σου φτιάξω κάτι;» ρωτάω χωρίς πολλά πολλά.
«Όχι» λέει άτονα. Συνεχίζω να γεμίζω ποτήρια με πάγο και να φτιάχνω ποτά, αγνοώντας φαινομενικά την παρουσία του απέναντί μου. Τι θέλει; Γιατί δε μιλάει;
«Ωραίο μαγαζί» λέει τελικά και χαμογελάω.
«Σου το έλεγα» λέω απλά. Αμηχανία και πάλι.
«Πώς θα γυρίσεις σπίτι;» με ρωτάει τελικά και εκπλήσσομαι με το ενδιαφέρον που δείχνει. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ.
«Συνήθως με γυρίζει ο Στίβεν αν αργήσουμε να κλείσουμε. Η Ντάνι κοιμάται στου Πίτερ τα Σαββατοκύριακα».
«Μπορώ να σε γυρίσω εγώ» λέει και με πιάνει απροετοίμαστη.
«Εμ…εγώ…» ψελλίζω και κοκκινίζω. Ωραία, σκέφτομαι. Λες και είμαι 15 χρονών πάλι και μου μιλάει ο ωραίος του σχολείου.
«Όλα καλά εδώ;» ρωτάει ο Στίβεν ενώ σκουπίζει ένα ποτήρι. Ξέρει ότι σπάνια μιλάω με αγνώστους, οπότε του βγαίνει το προστατευτικό του. Κοιτάζει εναλλάξ εμένα και τον Κίραν.
«Είναι συνάδελφός μου» λέω και ο Στίβεν μου κάνει ένα κεφαλοκλείδωμα. Με φιλάει στο κεφάλι και συνεχίζει να φτιάχνει ποτά. Ο Κίραν δείχνει έτοιμος να πηδήξει πίσω από το μπαρ και να σκοτώσει και τους δύο.
«Θα σε περιμένω να σχολάσεις» λέει και φεύγει από μπροστά μου, αφήνοντας πίσω του πολλά ερωτηματικά.




Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

κεφάλαιο 23-μάνι μάνι μάνι, μαστ μπι φάνι

Κεφάλαιο 23

Η Κέντρα έκανε την παρουσίαση και ο Γουέστμπρουκ έφυγε από το γραφείο μας χαιρετώντας εμένα και τον Κίραν με ένα νεύμα περπατώντας νευρικά προς το ασανσέρ. Τι έγινε, τι ειπώθηκε, δε μάθαμε.
«Τον έχεις ξαναδεί;» τον ρωτάω στο τέλος της μέρας, όταν ετοιμαζόμαστε να φύγουμε. Ο Κίραν δεν έχει πολλή όρεξη σήμερα. Σχεδόν δε βγήκε από το γραφείο του.
«Με γνώρισε μια φορά σε μια μικρή γιορτή που έκαναν για τους πιο πολλά υποσχόμενους υπαλλήλους. Δε νομίζω ότι θυμάται πώς με λένε» λέει αδιάφορα και νιώθω ότι κάτι μου κρύβει. Ο Κίραν που ξέρω, είναι ικανός και πολύ μορφωμένος. Έχει αξιοζήλευτα προσόντα και υποδειγματικό επαγγελματισμό.   Δεν καταλαβαίνω γιατί αρκείται σε μια θέση που θυμίζει άσκηση, δεν μπορώ να δεχτώ ότι δεν διεκδικεί κάτι πιο δυναμικό. Δεν είναι δυνατόν να μην τον ξέρει προσωπικά ο Γουέστμπρουκ. Είναι σίγουρα 10 φορές καλύτερος από την Κέντρα. Αυτή η εταιρεία κάτι κάνει λάθος.
Με συναντάει δέκα λεπτά αργότερα ξανά, εκεί που με άφησε το πρωί και πάμε στο σπίτι του για να πάρω το βαλιτσάκι μου. Η Ντάνι θα με περιμένει ήδη στο διαμέρισμά μας. Σήμερα είχε ρεπό και βοήθησε την κοπέλα που προσέλαβε ο Κίραν για να βάλει τάξη στο σπίτι.
«Να δω εγώ πότε θα βρω χρόνο να φτιάξω τα πράγματά μου» μονολογώ και με αγριοκοιτάει ενώ βγάζω το κράνος μου. Έχουμε φτάσει ήδη και λυπάμαι που θα με αφήσει. Για να είμαι ειλικρινής, λυπάμαι που θα πρέπει να σταματήσω να έχω τα χέρια μου τυλιγμένα γύρω από τη μέση του.
«Το Σαββατοκύριακο» λέει ουδέτερα.
«Δουλεύω…» του θυμίζω. Σχεδόν ντροπαλά. Αποκλείεται να το έχει ξεχάσει ότι δουλεύω Παρασκευές και σαββατοκύριακα.
«Πάρε άδεια. Παραιτήσου επιτέλους» λέει κοφτά. Ξεφυσάω. Δεν μπορεί να είναι τόσο κολλημένος. Πάλι τα ίδια; Πάνω που πάω να μαλακώσω, πάνω που πάω να αφεθώ, με τρυπάει στα πλευρά ο εγωισμός του και μου θυμίζει για ποιο λόγο εμείς οι δύο δε θα μπορέσουμε ποτέ να είμαστε μαζί.
«Χρειάζομαι τα χρήματα» του υπενθυμίζω. «Δεν είναι ότι το κάνω από χόμπι».
«Ο Ρομπ τι λέει; Το δέχεται;» με αιφνιδιάζει. Είναι δυνατόν να μην έχει καταλάβει ότι η σχέση μου με τον Ρομπ δεν είναι τόσο σοβαρή που να κάνω τέτοιες συζητήσεις μαζί του; «Οι φίλοι σου μετά από μένα;». Δεν είναι ανάγκη να εξηγήσω ότι δεν είχα σοβαρή σχέση μετά το χωρισμό μας. Δεν απαντάω καν αλλά εκείνος δε σταματάει. «Δεν μπορεί να σε πάρει κάποιος στα σοβαρά όταν δουλεύεις σε…μπαρ. Τι θα πεις στην οικογένειά τους;» συνεχίζει τον παραλογισμό.
«Εμ… δεν έχει χρειαστεί να φτάσει ως εκεί το θέμα και αρνούμαι να τσακωθώ πάλι για το ίδιο θέμα. Θέλω να πιστεύω» καθαρίζω τη φωνή μου και τεντώνω το κορμί μου «ότι όποιος με επιλέξει και θέλει να με γνωρίσει στους γονείς του δε θα κολλήσει στο ότι δουλεύω στη νύχτα σε ένα ευπρεπές μαγαζί για ένα επιπλέον εισόδημα. Εκτός αν είναι σνομπ» χαμογελάω. «Μήπως μεγάλωσες σε κανένα παλάτι;» ειρωνεύομαι.
«Μειώνεις τον εαυτό σου» λέει μέσα από σφιγμένα δόντια. Αρπάζω την τσάντα μου και κατευθύνομαι προς το διαμέρισμά μου. Εκείνος με ακολουθεί χωρίς να μιλάει. Νιώθω λίγο φοβισμένη που επιστρέφω εκεί, αλλά ευτυχώς η Ντάνι θα με περιμένει. Ο συναγερμός και η πόρτα βοηθάνε επίσης πολύ στο να φοβάμαι λιγότερο.
«Σε ευχαριστώ για όλα» λέω όταν φτάνουμε έξω από την πόρτα, αλλά δεν περιμένει. Σπρώχνει την πόρτα και μπαίνει μέσα. Περπατάει και επιθεωρεί το χώρο, την πόρτα, τα παράθυρα. Η Ντάνι βγαίνει από το μπάνιο και με αγκαλιάζει.
«Ευτυχώς που είμαι ντυμένη» γελάει, προσπαθώντας να εκτονώσει την ένταση που επικρατεί αλλά ο Κίραν δε χαλαρώνει. Ούτε κι εγώ.
«Ευχαριστούμε για τα παράθυρα» λέει η Ντάνι στον Κίραν. Δεν είχα ιδέα ότι εγκατέστησε άλλα παράθυρα, πολύ πιο ασφαλή.
«Πώς θα σε ξεπληρώσουμε;» αναρωτιέμαι εγώ μεγαλόφωνα και με αγνοεί. Η Ντάνι τού προσφέρει έναν καφέ, αλλά εκείνος αρνείται ευγενικά.  Αφήνω τα πράγματά μου στο δωμάτιό μου. Έχουν βάλει τάξη αλλά πρέπει κι εγώ να κάνω κι εγώ πολλή δουλειά.
«Λείπουν τα σκουλαρίκια που μου είχαν κάνει οι γονείς μου δώρο όταν τέλειωσα το πανεπιστήμιο» ανακοινώνω περίλυπη. Η Ντάνι έχει αποσυρθεί διακριτικά στο δωμάτιό της και ο Κίραν μπαίνει στο δικό μου, γεμίζοντας το χώρο με την παρουσία του.
«Είναι όμορφο» λέει απλά και ξέρω ότι εννοεί το δωμάτιό μου. Είναι όντως προσεγμένο. «Πώς ήταν τα σκουλαρίκια;» ρωτάει τελικά.
«Απλά μαργαριτάρια. Μικρά, αλλά αληθινά. Δεν είχα ποτέ αληθινό κόσμημα και μου άρεσαν πολύ» σουφρώνω τα χείλη και χαμογελάω πικρά. Ακούγομαι σαν κακομαθημένο παιδί μάλλον.
«Δεν ήξερα ότι σου άρεσαν όταν…» λέει αλλά δεν ολοκληρώνει.
«Δεν ήξερα ότι είχες λεφτά τότε» γελάω και ένα ψήγμα χαμόγελου απαλύνει τα χαρακτηριστικά του.
«Σε ενδιαφέρουν τα χρήματα;» με μαλώνει ήπια και σταυρώνει τα χέρια στο στήθος. Με αποσπά ο τρόπος που φουσκώνουν οι μυς του αλλά συγκεντρώνομαι στο πρόσωπό του. Είναι τόσο όμορφος, κι ας δείχνει να νιώθει άβολα με τη συζήτηση.
«Όχι των άλλων. Μόνο τα δικά μου» χαμογελάω. Ο πάγος δε λέει να σπάσει.
«Είναι σημαντικό οι σχέσεις των ανθρώπων να μην επηρεάζονται από αυτά» λέει.
«Ούτε τα χρήματα, ούτε το επάγγελμα κάποιου πρέπει να επηρεάζουν μια σχέση» τον διορθώνω.
«Δεν είναι όλα τα επαγγέλματα ίδια».
«Είσαι αγύριστο κεφάλι, ξεροκέφαλος, ισχυρογνώμων!» υψώνω τον τόνο της φωνής μου. «Ποιος είσαι και έχεις τόσο αναχρονιστικές ιδέες επιτέλους;».
«Είμαι αυτός που είμαι» λέει πεισμωμένος.
«Κι εγώ ποια είμαι; Κάποια άλλη;» εκνευρίζομαι.
«Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε εμείς οι δύο. Είναι ανέφικτο» λέει λυπημένος. Ειλικρινά λυπημένος.
«Δε θες να συνεννοηθούμε».
«Αν χρειαστείς κάτι, τηλεφώνησέ μου» λέει και βγαίνει νευριασμένος από το δωμάτιό μου.
«Σε ευχαριστώ για όλα και θα σε ξεπληρώσω» του λέω και γρυλίζει έξαλλος.
«Με φιλοδωρήματα;» με ειρωνεύεται.

«Καληνύχτα» του λέω και κοπανάω την καινούργια πόρτα πίσω του.

Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

κεφάλαιο 22-μμμ, κάτι μυρίζει

Κεφάλαιο 22

«Σήμερα βρήκες να αργήσεις;» μου γελάει η Λούσι ενώ μπαίνω στην εταιρεία. Στην πραγματικότητα δεν έχω αργήσει, απλά δεν ήρθα πάρα πολύ νωρίς όπως συνήθως. Ο Κίραν με άφησε σε ένα μικρό καφέ να πάρω κάτι για το μεσημέρι και για να μη μας δουν να φτάνουμε μαζί. Αυτός λογικά πρέπει να είναι ήδη πάνω.
«Γιατί; Τι έγινε;» τη ρωτάω και από την τσάντα μου βγάζω ένα σακουλάκι με μπισκότα σοκολάτας και της τα δίνω. Τα λατρεύει.
«Η Κέντρα είναι πάνω ήδη και είναι πολύ νευρική» μου λέει και γελάει. Το ίδιο και εγώ.
«Είχε ένα ραντεβού χθες με έναν επιχειρηματία. Δε θα πήγε καλά» λέω. Ανεβαίνω στον όροφο όπου είναι το γραφείο μου και βρίσκω τον Κίραν ήδη στο δικό του. Μου χαμογελάει φευγαλέα και συνεχίζει να κοιτάζει το ημερολόγιό του.
«Σε μία ώρα να έχετε έτοιμη μια παρουσίαση για το περιοδικό Kiss me!» ακούω την Κέντρα να φωνάζει από το γραφείο της χωρίς να μπει στον κόπο να πει καλημέρα. Παγώνω. Γυρίζω προς το μέρος του Κίραν. Εκείνος δείχνει λίγο πιο πολύ ψύχραιμος, αλλά και πάλι, με κοιτάει.  Σηκωνόμαστε σχεδόν ταυτόχρονα από τις θέσεις μας και πάμε στο γραφείο της Κέντρα, όπου ανέκφραστη, μας ενημερώνει ότι θέλει να έχουμε έτοιμη την παρουσίαση για το δημοφιλές γυναικείο περιοδικό που λανσάρει ο όμιλος για να τη δείξει κάπου. Της εξηγούμε ότι έχουμε ήδη μια έρευνα σε εξέλιξη, την δεξίωση και τις αλλαγές στο περιοδικό αυτοκινήτου και δεν είναι δυνατόν σε μία ώρα να μπορέσουμε να έχουμε έτοιμη μια παρουσίαση για ένα περιοδικό με το οποίο δεν ασχολούμαστε εμείς. Μας ενημερώνει ότι είναι «δουλειά μας» να ασχολούμαστε με όλα τα περιοδικά του ομίλου και όχι με «όσα μας βολεύει». Ο Κίραν έχει αρχίσει και εκνευρίζεται. Το μόνο για το οποίο χαίρομαι είναι ότι επιτέλους έπεσαν οι μάσκες και η Κέντρα δείχνει και στον Κίραν ποια είναι.
Κατευθυνόμαστε στην αίθουσα συνεδριάσεων και καθόμαστε πλάι πλάι, μπροστά από το λάπτοπ που είναι συνδεδεμένο με τον προτζέκτορα. Χρειαζόμαστε και δεύτερο και ο Κίραν φέρνει το δικό του για να δουλεύουμε παράλληλα.
«Δε μας είπε καν για ποιον θα κάνει την παρουσίαση να ξέρουμε σε ποια στοιχεία να εστιάσουμε» λέει ο Κίραν. Είναι εκνευρισμένος, αλλά δεν εκφράζεται ποτέ αρνητικά για τους συναδέλφους μας. Ακόμα και όταν κάποιοι είναι έκδηλα αναποτελεσματικοί. Εκτιμώ το γεγονός ότι εκτελεί τα καθήκοντά του και δεν ασχολείται με την ανεπάρκεια των άλλων. Η Κέντρα, φυσικά, ξεπερνάει τα όρια.
«Ας κάνουμε κάτι γενικό. Ανάλαβε εσύ μερικά οικονομικά στοιχεία, όπως πωλήσεις ανά πολιτεία και ηλικιακή ομάδα, και εγώ θα αναλάβω μερικές ιδέες για το πώς μπορεί να βελτιωθεί το περιοδικό» ανεμίζω το χέρι μου και εκείνος συμφωνεί.
«Τώρα, αλήθεια, έχουμε μία ώρα;» ξεφυσάει. Δεν ξέρω τι να του πω. Δεν ξέρω τίποτα. Εγώ έχω συνηθίσει της Κέντρα αλλά εκείνος δείχνει σοκαρισμένος με την έλλειψη οργάνωσης. «Δε θα προλάβω να συνεννοηθώ έγκαιρα με τα κέτερινγκ και εσύ πρέπει να μιλήσεις με τους γραφίστες για τις προσκλήσεις. Τι θα κάνουμε; Αν δουλεύουμε 3 πράγματα ταυτόχρονα δε θα κάνουμε τίποτα καλά» παραπονιέται και τον αφήνω. Το κάνει σπάνια, οπότε μάλλον έχει ανάγκη να το βγάλει από μέσα του.
Δουλεύουμε αμίλητοι, δημιουργώντας περίπου 20 διαφάνειες. Για μία ώρα προετοιμασία, νομίζω ότι κάναμε καλή δουλειά, αλλά σίγουρα θα ήμασταν καλύτεροι αν είχαμε 5-6 ώρες.
«Σώσε το αρχείο στην επιφάνεια εργασίας και πάμε να συνεχίζουμε με τη δεξίωση» λέω και επιστρέφουμε στο γραφείο μας. Η Κέντρα μιλάει με τον Κέιν μέσα στο γραφείο της. Δείχνει νευρική, αλλά δε φωνάζει και δεν ακούμε τι λέει.
Κανονίζουμε μερικές λεπτομέρειες σχετικά με ένα άλλο πρότζεκτ που μας έχει αναθέσει η Κέντρα και ταυτόχρονα εγώ διαλέγω σχέδια πρόσκλησης που μου έχουν στείλει οι δύο γραφίστες με τους οποίους συνεργαζόμαστε. Το καλό είναι ότι είχαν ήδη έτοιμα μερικά σχέδια με ινδικό θέμα. Ο Κίραν δεν είναι πολύ τυχερός όμως. Τα κέτερινγκ που ξέρουμε δεν προσφέρουν ινδικό φαγητό.
«Αν είναι δυνατόν» τον ακούω να λέει και να κλείνει το τηλέφωνο με φόρα.
«Ψάξε άλλο κέτερινγκ» λέω και πηγαίνω στο γραφείο του.
«Θέλω κάτι αυθεντικό» επιμένει. Έτσι είναι ο Κίραν. Όταν θέλει κάτι δεν κάνει πίσω.
«Έχω μια ιδέα» λέω και χαμογελάω. Με κοιτάει με προσοχή. «Αν βρούμε κάποιο μεγάλο και καλό ινδικό εστιατόριο μπορούμε να ζητήσουμε στον σεφ να ετοιμάσει μερικά πιο αυθεντικά πιάτα. Ίσως να είναι εκεί και να τα ετοιμάζει μπροστά στους καλεσμένους» λέω.
«Είσαι καλή» μου λέει και μου κλείνει το μάτι.
«Το ένα είναι κοντά εδώ» του λέω και μια αμήχανη σιωπή απλώνεται ανάμεσά μας. Ξέρω τι σκέφτεται. Ξέρει τι σκέφτομαι. Δε μιλάμε για λίγο.
«Πες μου τη διεύθυνση και όποιο άλλο ξέρεις να προτείνεις και θα πάω απόψε κιόλας να μιλήσω με τους σεφ. Εντωμεταξύ ας κλείσω ένα κέτερινγκ να έχουμε κάτι ινδικό να φάμε κι ας μην είναι τελείως αυθεντικό» λέει και σηκώνει το ακουστικό. Απογοητεύομαι που δε μου ζητάει να πάμε μαζί στο εστιατόριο. Εντωμεταξύ ο Κέιν  φεύγει από το γραφείο της Κέντρα χωρίς να μπει στον κόπο να μας χαιρετίσει.
Μία ώρα περίπου μετά, και ενώ στέλνω στη γραφίστριά μας τις τελικές οδηγίες για το σχέδιο που διάλεξα και το τι να γράψει στην πρόσκληση, βλέπω έναν λεπτό και ψηλό γκριζομάλλη κύριο να μπαίνει στο γραφείο μας. Δείχνει να ψάχνει κάποιον. Κοιτάει τριγύρω. Σηκώνομαι και τον χαιρετώ με χειραψία.  Δείχνει αυστηρός, αλλά όχι ψυχρός.
«Πού είναι η Κέντρα;» με ρωτάει χωρίς να συστηθεί, αφού εγώ του λέω το όνομα και το επίθετό μου.
«Θέλετε να περιμένετε λίγο; Θα την ενημερώσω και θα…» λέω αλλά πριν ολοκληρώσω, εκείνος ανοίγει την πόρτα του γραφείο της Κέντρα.
«Κύριε Γουέστμπρουκ» την ακούω να λέει μελιστάλαχτα και μένω με το στόμα ανοιχτό. Αυτός  είναι; Γιατί ήρθε; Κάναμε κάτι; Αναρωτιέμαι. Πώς είναι δυνατόν αν μην το ξέρει η Λούσι;
Ο Κίραν επιστρέφει από το τμήμα διαφήμισης μετά από δέκα λεπτά. Ο Γουέστμπρουκ με την Κέντρα είναι ακόμα στο γραφείο της.
«Μάντεψε ποιος είναι μέσα» του λέω, ακόμα σοκαρισμένη με την άφιξη του αφεντικού μας εδώ. Ο Γουέστμπροουκ εμφανίζεται σπάνια. Ακόμα σπανιότερα δύο φορές μέσα σε δύο μήνες. Κάτι βρωμάει.
«Ποιος;» ρωτάει εκείνος σχεδόν  αδιάφορα, ενώ κοιτάει μερικά εξώφυλλα περιοδικών.
«Ο Γουέστμπρουκ!» του λέω ψιθυρίζοντας. Τον βλέπω να αλλάζει χρώματα, αλλά ανακτά τάχιστα την αυτοκυριαρχία του.
«Πώς;» με ρωτάει κοφτά και κοιτάει ξανά προς το γραφείο της Κέντρα.
«Είναι εδώ! Υποθέτω ότι σε αυτόν θα κάνει η Κέντρα την παρουσίαση. Μάλλον θα το έμαθε κι αυτή τελευταία στιγμή ότι θα έρθει και δεν προλάβαινε να το κάνει μόνη της» του λέω. Εκείνος δεν μιλάει. Δείχνει να τα έχει χαμένα. Δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο είναι τόσο ταραγμένος. Δεν έχει κάτι να φοβάται. Σε λίγες βδομάδες θα φύγει από εδώ.

Επιστρέφουμε στα γραφεία μας και συνεχίζουμε να δουλεύουμε. Αλλά δεν μπορώ να μη σκέφτομαι ότι κάτι μου διαφεύγει. 

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

κεφάλαιο 21-περιποιηση 5 αστερων

Κεφάλαιο 21
Το πρωί με περιμένει ένα πλούσιο πρωινό στην κουζίνα. Ο Κίραν χαζεύει στο κινητό του ενώ τρώει ένα κρουασανάκι. Μπροστά του έχει έναν καφέ.
«Ξύπνησες;» με ρωτάει και χαμογελάω αμήχανα. Είμαι ντυμένη και βαμμένη, έτοιμη για τη δουλειά. Έχω ξυπνήσει εδώ και ώρα αλλά ντρεπόμουν να βγω. Δε ξέρω γιατί ξαφνικά με έχει πιάσει τόση συστολή, αλλά σίγουρα δεν είναι εύκολο να συνυπάρχουμε σε ένα χώρο φορώντας τις πιτζάμες μας και ανταλλάζοντας υπονοούμενα.
«Όλα αυτά για εμένα;» ρωτάω και κάθομαι απέναντί του. Έχω πολλές ώρες να φάω και πεινάω. Εκείνος συνεχίζει να χαζεύει στο κινητό του αλλά δεν είναι ότι με αγνοεί. Μου δίνει χώρο. Εκτιμώ τη διακριτικότητά του. Απολαμβάνω ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα, καφέ και ένα μικρό κομμάτι κέικ. Είναι όλα πεντανόστιμα. Παλιά δεν έτρωγε πρωινό.  Έπινε μόνο λίγο καφέ και έτρωγε ίσως κανένα μπισκότο στα όρθια.
«Χαίρομαι που άλλαξες γνώμη σχετικά με το πιο σημαντικό γεύμα της μέρας» τον πειράζω. Πάντα του έλεγα ότι πρέπει να τρώει πιο καλά το πρωί.
«Δεν άλλαξα» χαμογελάει. «Για εσένα τα αγόρασα».
«Πότε;» ανασηκώνω τα φρύδια με απορία.
«Πετάχτηκα σε ένα μίνι μάρκετ έναν τετράγωνο από εδώ πριν από μισή ώρα» μου λέει άνετα. Νιώθω τα μάγουλά μου να καίνε. Μπήκε σε τόσον κόπο για μένα. Δεν ξέρω πώς πρέπει να το εκλάβω όλο αυτό.
«Έχουμε πολλή δουλειά σήμερα» λέω για να σπάσω την αμήχανη σιωπή. «Να κανονίσουμε το κέιτερινγκ, να κλείσουμε προσκλήσεις και να ενημερώσουμε την Κέντρα για το θέμα. Είναι πολύ καλό που το διαλέξαμε ήδη».
«Τι κάνεις αύριο το βράδυ;» με ρωτάει, σαν να μην άκουγε τίποτα από αυτά που έλεγα και το βλέμμα του συναντάει το δικό μου. Με κοιτάει με έναν τρόπο που με κάνει να νιώθω γυμνή. Έχει τον τρόπο να με κάνει να νιώθω αδύναμη.
«Εμ…αύριο είναι Πέμπτη και έχω κανονίσει με τον Ρομπ» λέω και ταυτόχρονα δαγκώνω τη γλώσσα μου. Έχω όντως ραντεβού με τον Ρομπ, αλλά είναι γελοίο να πάω. Είναι διπλά γελοίο που του το λέω ενώ κάθομαι απέναντί του και τρώμε μαζί πρωινό, τόσο άνετα. Με το που το είπα ξεκαθάρισε μέσα μου ότι δεν πρέπει να βγω με τον Ρομπ. Δεν έχω καμία σχέση με τον Κίραν, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορώ να βγαίνω με κάποιον άλλον όταν νιώθω ακόμα τόσο μπερδεμένη σχετικά με τον άντρα που κάθεται απέναντί μου αυτή τη στιγμή και με κοιτάει με ένα μείγμα θυμού και θλίψης.
«Μάλιστα. Θα… εντάξει» λέει και στρέφεται πάλι στο κινητό του. Θέλω να πω κάτι αλλά δεν ξέρω τι.
«Θα είναι όλα έτοιμα στο σπίτι το απόγευμα;» αναρωτιέμαι και μου γνέφει. Ξύπνησα λίγο πιο αισιόδοξη σήμερα. Συνεχίζω να φοβάμαι να γυρίσω εκεί αν λείπει η Ντάνι, αλλά θα το παλέψω. Θα μαζέψω λεφτά και θα αγοράσω όσα μου έκλεψαν και θα αποπληρώσω τον Κίραν. Δεν είναι θέμα ζωής ή θανάτου. Μπορώ να τα καταφέρω.
«Ο άνθρωπος θα αλλάξει την πόρτα στις 11.00 σήμερα και ο συναγερμός θα είναι έτοιμος το απόγευμα. Λογικά όταν θα επιστρέψεις σήμερα θα είναι όλα εντάξει» με διαβεβαιώνει.
«Μπορώ να αφήσω τα πράγματά μου εδώ; Δε θέλω να τα σέρνω μαζί μου. Θα περάσω το απόγευμα να τα πάρω και μετά γυρνάω με το τρένο» προτείνω και με αγριοκοιτάει.
«Φυσικά και μπορείς να τα αφήσεις εδώ. Θα γυρίσουμε μαζί να τα πάρεις και θα σε πάω σπίτι. Θέλω να βεβαιωθώ ότι είναι όλα εντάξει» λέει κοφτά και δε μου αφήνει περιθώριο αντίδρασης. Αναρωτιέμαι αν ήταν πάντα τόσο σέξι ή αν οι ορμόνες μου παίζουν παράξενα παιχνίδια. Τον κοιτάω προσεκτικά. Φοράει ένα στενό κρεμ παντελόνι και γαλάζιο πουκάμισο. Δεν φοράει ακόμα τη γραβάτα του και έχει ανοιχτό το πάνω κουμπί. Μου αποσπά την προσοχή ο τρόπος που κάθεται χαλαρά απέναντί μου, και απολαμβάνει τον καφέ του. Ξαφνικά θέλω να μην πάμε στη δουλειά και να περάσουμε τη μέρα στο σπίτι. Πιο συγκεκριμένα, στην κρεβατοκάμαρά του.
«Τι έπαθες; Κοκκίνισες ξαφνικά» με ρωτάει ανήσυχος και κοκκινίζω ακόμα περισσότερο.
«Ζεστάθηκα» λέω αδύναμα και προσεύχομαι να μην διαβάζει στα μάτια μου τις ακατάλληλες σκηνές που εκτυλίσσονται στο μυαλό μου.
«Ένα λεπτό» λέει και σηκώνεται αμέσως. Ανοίγει ένα παράθυρο για να μπει φρέσκος αέρας.
«Με κακομαθαίνεις» λέω και γελάω. «Τώρα δε θα μπορώ να διαφωνώ μαζί σου χωρίς να σκέφτομαι πόσο καλός οικοδεσπότης ήσουν».
«Μην το βλέπεις έτσι. Να διαφωνείς όσο θες μαζί μου» λέει και φοράει το σακάκι του. Χώνει τη γραβάτα στην τσέπη του και κοιτάει το ρολόι του.
«Πρέπει να φύγουμε ε;» ρωτάω με βαριά καρδιά. Ελπίζω να μην ακούει την απογοήτευση στη φωνή μου.
«Όλα τα ωραία τελειώνουν κάποια στιγμή» λέει σοβαρά εκείνος. Δεν ξέρω αν εννοεί το βράδυ που περάσαμε μαζί ή ολόκληρη τη σχέση μας. Δείχνει όμως ξαφνικά πιο βαρύς.
«Θα με αφήσεις ένα τετράγωνο από το γραφείο για να μη φανεί ότι ήρθαμε μαζί;» του προτείνω.
«Έγινε» λέει και σηκώνομαι από την καρέκλα μου με βαριά καρδιά.



Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

κεφάλαιο 20-κι η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη.

Κεφάλαιο 20

«Γιατί δεν κοιμάσαι;» τον ακούω να ρωτάει έξω από την πόρτα μου. Δεν την έχω κλειστή. Μάλλον βλέπει ότι έχω αναμμένη τη λάμπα στο κομοδίνο μου.
«Δεν μπορώ να ηρεμήσω» λέω ήσυχα. Έχω ξαπλώσει εδώ και μία ώρα αλλά δεν χαλαρώνω με τίποτα. Τα πόδια μου τρέμουν και σκέφτομαι συνέχεια ότι ακούω θορύβους. Φοβάμαι ότι αν κοιμηθώ θα δω απαίσιους εφιάλτες.
«Είναι 12.10. Πρέπει να ξεκουραστείς. Σβήσε το φως και προσπάθησε να χαλαρώσεις» μου λέει ήρεμα. Πώς; Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε κάποιος να κοιμηθεί εύκολα στη θέση μου. Για να συνοψίσω, γύρισα σπίτι μου πάνω στη μηχανή του και ενώ η καρδιά μου έκανε τούμπες στο στήθος μου μαθαίνω ότι λήστεψαν το σπίτι μου. Προσπαθώ να εστιάσω στο γεγονός ότι δεν κινδύνευσα και όχι στο κόστος αγοράς καινούργιου λάπτοπ και αντικατάστασης της πόρτας. Πάνω που ηρεμώ, συνειδητοποιώ ότι δεν έχω πού να κοιμηθώ. Ανάμεσα στον καναπέ του Πίτερ και τον ξενώνα του Κίραν διαλέγω το δεύτερο και τώρα βρίσκομαι μέσα σε ένα σπίτι που μου προκαλεί μια θύελλα συναισθημάτων. Όλα εδώ μέσα έχουν εκατομμύρια αναμνήσεις.
«Πέρνα μέσα» του λέω αλλά διστάζει για λίγο. Τελικά ανοίγει την πόρτα και κάθεται σε μια όμορφη πολυθρόνα απέναντί μου. Το δωμάτιο αυτό όταν ήμασταν μαζί είχε ένα απλό κρεβάτι και μια βιβλιοθήκη. Τώρα ήταν πλήρως επιπλωμένο, με σιδερένιο κρεβάτι, ένα παχύ μωβ χαλί και ασορτί κουρτίνες και πολυθρόνες. Αναρωτήθηκα αν είχε εμπλουτίσει και την κρεβατοκάμαρά του.
«Μίλησα με την Ντάνι και μου έδωσε το τηλέφωνο του ιδιοκτήτη του διαμερίσματος» λέει και πριν προλάβω να αντιδράσω με διακόπτει. «Σκόπευε να αλλάξει την πόρτα και βρήκαμε μια λύση από κοινού».
«Γιατί μπήκες σε αυτό τον κόπο;» λέω, αλλά δε με ακούει.
«Αύριο θα έρθουν μάστορες και θα την αλλάξουν κι εσείς δε θα δώσετε το επόμενο νοίκι» μου λέει. Γνέφω θετικά. «Επίσης ένα συνεργείο καθαρισμού θα τακτοποιήσει και θα καθαρίσει το σπίτι και κανόνισα να σας βάλουν συναγερμό».
«Κίραν, δε χρειάζονται όλα αυτά. Πώς θα σε ξεπληρώσουμε; Θα πρέπει να κάνω διπλές βάρδιες στο μπαρ για να…»
«Δε θέλω τίποτα πίσω. Δεν ξοδεύω για τον εαυτό μου. Μου αρέσει να το κάνω για άλλους».
«Είμαι περίπτωση φιλανθρωπίας;» τον ρωτάω.
«Θέλω να βοηθήσω και το κάνω. Θέλω να ηρεμήσεις και να ξυπνήσεις αύριο το πρωί, να πάμε στη δουλειά και να τσακωνόμαστε όλη μέρα για το θέμα της δεξίωσης» λέει και τολμάει να χαμογελάει το κάθαρμα. Χαμογελάω κι εγώ. Νιώθω πολύ πιεσμένη, αλλά δε νομίζω ότι θα υπήρχε άλλο μέρος όπου θα ένιωθα καλύτερα. Είναι υπέροχο το διαμέρισμά του. Γαλήνιο.
«Σκέφτηκα ήδη το θέμα. Μπορούμε να τσακωθούμε και τώρα» προτείνω. Θα με ανακούφιζε κάπως.
«Έχεις πάρει ρούχα για αύριο ή θα πρέπει να πεταχτούμε πριν το γραφείο;» ρωτάει αφού γελάει με το αστείο μου.
«Έχω πάρει αρκετά πράγματα. Δε νομίζω να χρειαστώ κάτι» λέω.
«Θες ένα τοστ; Δεν έφαγες αρκετά. Μήπως πεινάς και δεν μπορείς να κοιμηθείς;» ρωτάει τρυφερά. Δεν έχω όρεξη. Γνέφω αρνητικά. Θέλω να μείνει κοντά μου και να μιλάμε όλο το βράδυ αλλά δεν μπορώ να ζητήσω κάτι τέτοιο.
«Σε ευχαριστώ για όλα, Κίραν».
«Μη νιώθεις υποχρεωμένη, σε παρακαλώ» λέει εκείνος και σηκώνεται.  Δε θέλω να φύγει.
«Άσπρο και μαύρο» του λέω. Με κοιτάει απορημένος και ξανακάθεται.
«Δε θα το έλεγα. Έχουμε πολλά κοινά» τρίβει το σαγόνι του σκεπτικός. Γελάω.
«Άσπρο και μαύρο για το θέμα της δεξίωσης. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες για διακόσμηση,   λευκά κρίνα, μαύρα τραπεζομάντιλα, ανάλογο dress code.  Τι λες;» περιμένω την απάντησή του και απολαμβάνω το γεγονός ότι παρέτεινα τη συζήτηση. Τι με έχει πιάσει απόψε; Είναι μάλλον που έχω καιρό να τον δω τόσο χαλαρό. Είναι ξυπόλητος και φοράει μια πρόχειρη φόρμα και ένα κολλητό μπλουζάκι. Είναι πιο γυμνασμένος από παλιά και είναι ακόμα πιο εντυπωσιακός.
«Σαν το δεύτερο γάμο της Καρντάσιαν;» λέει.
«Μα πού στο καλό το θυμήθηκες αυτό;» γελάω και γελάει κι εκείνος.
«Ενημερώνομαι» μου λέει και συνεχίζουμε να γελάμε.
«Πες εσύ τότε ιδέα» τον προκαλώ.
«Εγώ έλεγα να διαλέξουμε έναν πολιτισμό και να διαλέξουμε αντίστοιχο ντεκόρ και φαγητό» μου λέει. Δεν έχει πολύ άδικο.
«Κίνα;» ρωτάω.
«Ινδία έλεγα» προτείνει και ανασηκώνω τα φρύδια.
«Καλή ιδέα» παραδέχομαι.
«Τόσο εύκολα;» εκπλήσσεται. «Είσαι σίγουρα καλά; Να καλέσω έναν γιατρό;» γελάει.
«Όταν λες κάτι καλό συμφωνώ. Δε φταίω εγώ που συνέβη πρώτη φορά απόψε» του λέω εύθυμα.
«Άρα πρέπει να ακυρώσουμε τα κέτερινγκ που δεν κάνουν ινδικό φαγητό και δεν μπορούμε να έχουμε τζαζ μουσική. Άκυρο το ραντεβού μας» λέει παιχνιδιάρικα.
«Νόμιζα ότι δε θα ήταν ραντεβού» του θυμίζω.
«Ό,τι και να ήταν τη χάσαμε την ευκαιρία» σουφρώνει τα χείλη. Γελάω. Μέσα μου νιώθω ότι το εννοεί.
«Ναι, αλλά σκέψου πόσο χρόνο γλυτώσαμε μόλις! Αύριο η δουλειά μας μειώθηκε κατά το ήμισυ. Είναι πολύ βολικό να συμφωνούμε εύκολα τελικά» τείνω έναν κλάδο ελαίας. Μου χαμογελάει αλλά σηκώνεται. Με πλησιάζει και μου χαϊδεύει το κεφάλι σαν να είμαι παιδάκι. Διστάζει για λίγο και κάνει τελικά ένα βήμα πίσω.
«Προσπάθησε να κοιμηθείς. Αύριο θα είναι όλα καλύτερα» λέει καθησυχαστικά και με ένα χαμόγελο με αφήνει μόνη στο δωμάτιό μου.

Χαλαρώνω και αποκοιμιέμαι σε ελάχιστο χρόνο.

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

κεφάλαιο 19-συγκατοίκηση

Κεφάλαιο 19

Ευτυχώς είχε κρύο και έδειχνε λογικό που τον έσφιγγε πάνω της σαν σανίδα σωτηρίας. Εκείνος της είχε δώσει το κράνος του και έδειχνε να οδηγεί μέσα στη νύχτα χωρίς καμιά έγνοια. Μόνο εκείνη ένιωθε ένα κύμα πανικού και πολλών άλλων συναισθημάτων να την ζαλίζει; Εκείνος πώς μπορούσε να είναι τόσο ήρεμος όταν ήταν αγκαλιασμένοι; Η Μπριάνα σκέφτηκε ότι η πικρή αλήθεια ήταν ότι εκείνη επηρεαζόταν πιο πολύ από την παρουσία του μάλλον. Από τον τρόπο που το επίπεδο στομάχι του σφιγγόταν κάτω από το δερμάτινο τζάκετ του, από το άρωμά του, από τον τρόπο που έσφιγγε τις λαβές.
Έφτασαν στο σπίτι της μέσα σε είκοσι περίπου λεπτά και δεν ήξερε αν έπρεπε να νιώσει ανακουφισμένη ή λυπημένη.
«Τι κόσμος είναι αυτός;» τη ρώτησε και τότε η Μπριάνα παρατήρησε ότι μερικοί ένοικοι της πολυκατοικίας της, βρίσκονταν έξω, άλλοι με πιτζάμες και άλλοι ντυμένοι κανονικά. Ανάμεσά τους και η Ντάνι. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει.
«Ντάνι» είπε ο Κίραν και της έτεινε το χέρι. Είχε να τη δει από τότε. Εκείνη τον χαιρέτισε αλλά δε χαμογέλασε.
«Μπριάνα, μπήκαν στο σπίτι μας όσο λείπαμε» μπήκε αμέσως στο ψητό η φίλη της. Ο Κίραν γύρισε προς το μέρος της για να ελέγξει τις αντιδράσεις της.  «Και στους δίπλα και στους από πάνω. Η αστυνομία έχει έρθει και πήρε αποτυπώματα αλλά δεν είναι ασφαλές να κοιμηθούμε μέσα απόψε».
«Τι…πήραν;» ψέλλισε αδύναμα η Μπριάνα. Είχε αρχίσει να τρέμει και ο Κίραν έριξε στους ώμους της το τζάκετ του. Δε μιλούσε καθόλου, αλλά η παρουσία του εκεί την ηρεμούσε κάπως.
«Το λάπτοπ σου, την τηλεόραση, τα δαχτυλίδια που μου είχε αγοράσει ο Πίτερ. Δεν είχα χρόνο να κοιτάξω καλά, αλλά το σημαντικό είναι ότι λείπαμε» είπε δυναμικά η Ντάνι, προσπαθώντας να πείσει τη φίλη της ότι είναι σημαντικό να βλέπουν τη θετική πλευρά.
«Είστε όλοι καλά;» ρώτησε η Μπριάνα τριγύρω και όλοι έγνεψαν. Ήταν όλοι παγωμένοι. Της εξήγησαν ότι οι διαρρήκτες  μπήκαν από την κύρια είσοδο και μετά διέρρηξανν τα διαμερίσματα που δεν είχαν καινούργια πόρτα. Ευτυχώς έλειπαν όλοι στις δουλειές τους».
«Γιατί δε με πήρες;» ρώτησε η Μπριάνα ενώ περπατούσε πάνω κάτω νευρικά. Είχε αρχεία και φωτογραφίες στο λάπτοπ, αλλά σημασία είχε ότι ήταν ασφαλής εκείνη και η Ντάνι. Δεν είχε σημασία ένα παλιολάπτοπ, όσο δύσκολο κι αν ήταν να το αντικαταστήσει.
«Επικρατούσε πανικός. Ήρθε η αστυνομία και μέχρι να τελειώσουμε με καταθέσεις και αποτυπώματα, πέρασε η ώρα. Συγγνώμη» είπε η Ντάνι.
«Πήγαινε πάνω και μάζεψε μερικά πράγματα και πάμε» είπε ο Κίραν αποφασιστικά. Οι γυναίκες γύρισαν προς το μέρος του σοκαρισμένες. «Η Ντάνι θα μείνει στου Πίτερ, αλλά εσύ θα έρθεις μαζί μου».
«Αποκλείεται» του είπε και ήθελε να γελάσει. Αλλά δεν μπορούσε.
«Ο Πίτερ έχει έναν άνετο καναπέ που γίνεται κρεβάτι» ξεκίνησε να λέει η Ντάνι αλλά τη διέκοψε.
«Δε με νοιάζει. Η Μπριάνα πρέπει να ξεκουραστεί και σε έναν καναπέ δε θα το κάνει».
«Θα είναι με τους φίλους της. Θα είναι πιο άνετα» του είπε η Ντάνι όλο νόημα και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. Μα τι έκαναν; Τσακώνονταν για κείνη;
«Βολεύει να μείνει σε μένα. Έχω έξτρα δωμάτιο και θα την πάω κατευθείαν στη δουλειά αύριο. Μπριάνα, περιμένω» είπε έντονα.
Εκείνη δεν κουνήθηκε και εκείνος έκανε να ξεκινήσει μόνος του προς το διαμέρισμα.
«Περίμενε» του είπε και τον συνόδευσε πάνω. Το σπίτι ήταν ανοιχτό και ακατάστατο. Είχαν διαλύσει τα πάντα. Είχαν σπάσει πολλά. Έβαλε τα κλάματα. Ο Κίραν την αγκάλιασε και ένιωσε ασφαλής. Δεν ήθελε να το αρνείται άλλο. Ήθελε να πάει σπίτι του.
«Πάρε μερικά ρούχα και πάμε σπίτι μου. Μη σκέφτεσαι. Απλώς κάνε αυτό που σου λέω. Αύριο θα ασχοληθούμε με όλα. Χρειάζεσαι ξεκούραση» επέμεινε.
Με ένα βαλιτσάκι στο χέρι βγήκε από την πολυκατοικία και συνάντησε την Ντάνι.
«Θα περιμένω τον Πίτερ και θα φύγουμε» είπε και η Μπριάνα έγνεψε. Δεν είχε κουράγιο ούτε να μιλήσει. «Είσαι σίγουρη που θα πας μαζί του;» ρώτησε με κάθε ειλικρίνεια μπροστά του.
«Όχι» είπε κι εκείνη εξίσου ειλικρινά.
«Μια εξυπηρέτηση κάνω» είπε ο Κίραν κοφτά.   «Θες να περιμένουμε να έρθει ο Πίτερ;» πρότεινε αλλά η Ντάνι δεν ήθελε.
«Μπριάνα, προσπάθησε να ηρεμήσεις και θα τα αντιμετωπίσουμε όλα» είπε και οι δύο φίλες αγκαλιάστηκαν σφικτά. «Και αν νιώσεις άβολα, σε περιμένουμε» .
Η Μπριάνα ανέβηκε ξανά στην μηχανή και ο Κίραν στερέωσε το βαλιτσάκι πίσω.
«Είμαι συναισθηματικά εξαντλημένη» του είπε ενώ περίμεναν σε ένα κόκκινο φανάρι.
«Θα σου βάλω λίγο κρασί μόλις πάμε σπίτι μου και θα χαλαρώσεις. Θα κάνεις έναν ντους, θα κοιμηθείς και αύριο θα τα διορθώσουμε όλα» της είπε καθησυχαστικά. Είχε ακουμπήσει το μάγουλό της στην πλάτη του. Για ποιον διεστραμμένο λόγο αυτός ο άντρας βρέθηκε αυτό το βράδυ  κοντά της; Γιατί να μην μπορεί να τον αποφύγει;
«Μη μιλάς στον α’ πληθυντικό» είπε εκείνη άψυχα. Δεν το εννοούσε με όλη της την ψυχή. Της έλειπε η συντροφικότητα. Το εμείς.
Ο Κίραν πάρκαρε στο υπόγειο πάρκινγκ της πολυκατοικίας του. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι σε μερικά λεπτά θα περνούσε ένα κατώφλι που νόμιζε ότι είχε αφήσει πίσω της για πάντα. Ότι θα έμπαινε σε ένα σπίτι όπου είχε ζήσει τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής της.
«Σταμάτα να σκέφτεσαι» της είπε ενώ βρίσκονταν μέσα στο ασανσέρ. Η αμηχανία ήταν έντονη. Οι σκέψεις της σχεδόν εκκωφαντικές.
«Τι από όλα; Από το μυαλό μου περνάνε εκατομμύρια σκέψεις αυτή τη στιγμή» χαμογελάει αδύναμα.
«Πρώρα ντους, μετά κρασί και φαγητό και όλα θα ξεκαθαρίσουν μέσα σου. Είσαι τυχερή που δεν είχες γυρίσει πιο νωρίς. Αν το καλοσκεφτείς, η Κέντρα σε έσωσε» της είπε και η Μπριάνα χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από πολλή ώρα.
«Θεέ μου, το χιούμορ σου» τον πειράζει και εκείνος ανοίγει με το κλειδί του.
Τίποτα δεν είχε αλλάξει εκεί μέσα. Σχεδόν τίποτα δηλαδή. Έλειπε το κερί που του είχε αγοράσει και μια φωτογραφία τους που ήταν πάνω στο τζάκι.
«Σαν στο σπίτι σου» της λέει ξαφνικά. Ένα οξύ σχόλιο πάει να αφήσει τα χείλη της αλλά το καταπίνει. Σπίτι της; Έτσι νόμιζε κάποτε.

«Σε ευχαριστώ» λέει απλά, παραιτημένη. Δεν μπορεί να τσακώνεται άλλο. 

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Κεφάλαιο 18-καβάλα παν στην εκκλησια

Κεφάλαιο 18

«Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή δουλεύεις στο μπαρ. Πότε θα γίνει;» εκνευρίζεται και μάλλον δικαίως, αλλά αυτό που προτείνει δεν είναι εφικτό.
«Έχω ακυρώσει δύο ραντεβού στον Ρομπ και δεν το κάνω τρίτη φορά». Η Πέμπτη είναι η μόνη μέρα για να πάμε να κάνουμε γευστική δοκιμή στα κέτερινγκ αλλά έχω κανονίσει να βγω με τον Ρομπ.
«Ε τότε να πάμε Παρασκευή. Ακύρωσε τη βάρδια στο μπαρ ή πήγαινε πιο μετά» προτείνει επειδή το ξέρει ότι δε θα το κάνω.
«Μα γιατί δεν πας μόνος σου; Σε εμπιστεύομαι. Φαγητό είναι άλλωστε. Διάλεξε κάτι ελαφρύ και νόστιμο και όλα θα πάνε καλά» λέω. Το έχουμε κάνει τεράστιο θέμα. «Βρήκαμε ξενοδοχείο πανεύκολα. Θα κολλήσουμε στο φαγητό;».
«Διαλέξαμε ξενοδοχείο πανεύκολα επειδή έτυχε να μας αρέσει το πρώτο στο οποίο πήγαμε. Άσε που υποπτεύομαι ότι είπες ότι σου αρέσει για να μη συνεχίσουμε το ψάξιμο» λέει κατσουφιασμένος και πνίγω ένα γέλιο. Έχει δίκιο. «Έχουμε πολλά να κάνουμε ακόμα και δεν ωφελεί να φέρνεις εμπόδια σε κάθε βήμα».
«Δικαιούμαι να βγω ένα βράδυ» του θυμίζω.
«Πώς θα καταθέσουμε προϋπολογισμό την Δευτέρα αν δεν ξέρουμε πόσο θα κοστίσει το φαγητό; Και ακόμα δεν έχουμε καταλήξει για τους καλεσμένους» επιμένει.
«Μπορούμε να υποβάλουμε μια τιμή κατά προσέγγιση. Αφού ξέρουμε πάνω κάτω πόσο θα πάει. Μην υπερβάλλεις τόσο, Κίραν!» χάνω την υπομονή μου. «Μπορώ να βγω για ένα ποτό χωρίς να καταρρεύσει όλη δεξίωση».
«Βάζεις την προσωπική σου ζωή πάνω από την επαγγελματική» λέει έξαλλος λες και αυτό είναι κακό πράγμα.
«Νόμιζα ότι αυτό είναι το σωστό» λέω με ύφος. Θα βοηθούσε αν δεν είχα βγάλει τα παπούτσια μου και αν δεν ήμουν ξαπλωμένη στην καρέκλα μου με τα πόδια απλωμένα σε μια συρταριέρια απέναντί μου. Η ώρα είναι περασμένες οκτώ και βρισκόμαστε  μόνοι στην αίθουσα συνεδριάσεων.   Φυσικά έχουν φύγει όλοι.
«Είναι μια έκτακτη περίσταση και πρέπει να σταθούμε αντάξιοι των προσδοκιών».
«Εσύ μπορεί να θες να εντυπωσιάσεις την Κέντρα, αλλά εγώ δεν σκοπεύω να θυσιάσω τη ζωή μου και άλλο χρόνο για να κάνω κάτι το οποίο θα καρπωθεί εκείνη» ανοίγομαι. Ίσως δεν κάνω καλά, αλλά δεν έχω και κάτι να χάσω. Η Κέντρα δεν μπορεί να με αντιπαθήσει περισσότερο.
«Δεν είσαι επαγγελματίας».
«Δεν πειράζει. Είσαι εσύ διπλά, οπότε πήγαινε μόνος σου. Διάλεξε γαρίδες και καναπεδάκια και όλα θα πάνε καλά» ειρωνεύομαι και κάνω να σηκωθώ αλλά με μια κίνηση του χεριού με σταματάει.
«Θα κανονίσω να μας φέρουν δείγμα στη δουλειά Τετάρτη πρωί και Πέμπτη πρωί. Θα επιλέξουμε ανάμεσα σε τέσσερα» λέει μετά από μια μακρά παύση. Το σκέφτομαι λίγο. Είναι καλή ιδέα.  Ήθελα να επιλέξω κι εγώ αλλά ντρεπόμουν να το ακυρώσω στον Ρομπ. Πάλι. Είναι καλό παιδί και έχει δείξει μεγάλη υπομονή με το τρελό ωράριο που έχω τον τελευταίο καιρό.
«Μας μένει η διακόσμηση και η λίστα καλεσμένων! Και να επιλέξουμε θέμα ώστε να προσαρμόσουμε τις προσκλήσεις και κάτι τελευταίο. Πρέπει να διαλέξουμε μουσική» λέει.
«Τι να διαλέξουμε; Θα βρούμε έναν ντιτζέι και θα κάνει εκείνος τη δουλειά».
«Ξέρω μια ομάδα μουσικών που παίζουν σε ένα τζαζ μπαρ εδώ κοντά. Είναι πολύ καλοί».
«Δεν ήξερα ότι σου αρέσει η τζαζ» λέω αδιάφορα, αν και πραγματικά με εκπλήσσει. Δεν είχα ιδέα.
«Μου αρέσει, ναι. Μπορούμε κάποιο βράδυ να πάμε να τους ακούσουμε και αν σου αρέσουν, να τους μιλήσουμε επί τόπου» λέει. Δεν απαντάω. Δεν ξέρω τι να πω.
«Δε θα είναι ραντεβού. Άλλωστε βγαίνεις με άλλον. Ηρέμησε» διευκρινίζει νευρικά, αλλά ξέρω ότι σκέφτεται το ίδιο.
«Θα είναι άβολα και δε θέλω να το περάσω αυτό» λέω με ειλικρίνεια. Δεν υπάρχει λόγος να πιέζομαι τόσο. Θα σκάσω.
«Μπορείς να πας μόνη σου τότε. Μπορείς να πας την Πέμπτη με τον Ρομπ» λέει. Σκέφτομαι ότι αυτό είναι πολύ άκομψο. Πραγματικά κακή ιδέα.
«Πρέπει να τον ρωτήσω αν του αρέσει η τζαζ πρώτα. Θα το σκεφτώ όμως» λέω και τρίβω τους κροτάφους μου. Είμαι πολύ κουρασμένη. Σωματικά και συναισθηματικά. Δεν είναι εύκολο να δουλεύω μαζί του. Δεν είναι εύκολο να ξέρω ότι θα φύγει σε λίγο καιρό. Νιώθω αδημονία και λύπη ταυτόχρονα κι ας είναι τρελό. Τον βλέπω απέναντί μου να δαγκώνει το στιλό του και να κοιτάει τα χαρτιά του. Έχει χαλαρώσει τη γραβάτα του και έχει ανακατεμένα μαλλιά. Νομίζω ότι μου αρέσει πιο πολύ έτσι παρά όταν είναι ατσαλάκωτος.
«Επίτρεψέ μου να σε γυρίσω σπίτι σου απόψε» λέει σχεδόν παρακλητικά. Είμαι κουρασμένη και θέλω πολύ να με πάει, αλλά…
«Σταμάτα να σκέφτεσαι» μου λέει κοφτά. «Θα σε πάω με τη μηχανή. Σε δέκα λεπτά θα είμαστε εκεί και δε θα χρειαστεί να μου μιλήσεις καθόλου» γελάει.
«Έχεις μηχανή;» ανασηκώνω τα φρύδια μου. Γνέφει θετικά. Πόσα πράγματα για εκείνον δεν ξέρω;
«Δείχνεις μεγάλο ενδιαφέρον για τα ενδιαφέροντα και τη περιουσία μου. Μάλλον πρέπει να ξανασυστηθούμε εμείς οι δύο» χαμογελάει και ένα μικρό κομμάτι της καρδιάς μου λιώνει. Εντάξει, μεγάλο.
«Την τελευταία φορά που συστηθήκαμε δεν πήγε πολύ καλά» του θυμίζω και σηκώνομαι. Πρέπει να θυμάμαι κι εγώ πώς ένιωσα τότε και πόσο καιρό μου πήρε να το ξεπεράσω. Αν το ξεπέρασα δηλαδή ποτέ.
«Για όσο κράτησε πήγε υπέροχα» με διορθώνει. Χαίρομαι που κι εκείνος θυμάται εκείνο το διάστημα τόσο θετικά.

«Το τέλος όμως…» κατεβάζω τα μάτια μου στο πάτωμα γιατί δεν αντέχω το βλέμμα του «ήταν λίγο…οδυνηρό».

Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

κεφάλαιο 17-περίοδος

Κεφάλαιο 17

«Είναι τιμή μου και θα προσπαθήσω να δώσω το καλύτερο εαυτό μου» λέει δίπλα μου. Εγώ δε συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό του. Αν και δεν είμαι σίγουρη ότι κι εκείνος εννοεί όσα λέει. Είναι λίγο σφιγμένοι οι ώμοι του και είναι ανέκφραστος, οπότε κάλλιστα μπορεί να προσποιείται ότι χαίρεται. Φοράει ένα καινούργιο πουκάμισο, που δεν το έχω ξαναδεί. Του πάει πολύ. Αναρωτιέμαι αν ήταν πάντα τόσο καλοντυμένος ή αν εγώ προσέχω πτυχές του που δεν πρόσεχα τότε.
«Είναι μεγάλη ευκαιρία να δείξετε την αξία σας σαν ομάδα. Μεμονωμένα είστε και οι δύο πολύ ικανοί. Αντί να σας βάλουμε αντιπάλους σκεφτήκαμε να σας δώσουμε αυτό το πρότζεκτ για να εκμεταλλευτούμε τις δυνάμεις και των δύο σας» λέει ο Τζέρεμι χωρίς να μας κοιτάει. Αυτός ο άνθρωπος είναι τόσο ψυχρός. Η Κέντρα γνέφει σαν καλό σκυλάκι.
«Για τις υπόλοιπες 30 μέρες θα πρέπει να δουλέψετε μαζί για την ετήσια δεξίωση της εταιρείας. Φυσικά θα έχετε στη διάθεσή σας μια ομάδα 3 ατόμων και ό,τι άλλη υποστήριξη θέλετε αν χρειαστεί» επαναλαμβάνει η Κέντρα. «Αν χρειαστεί» σημαίνει ότι καλό είναι να μην χρειαστεί, συνειδητοποιώ τι εννοεί. Τα έχω καταλάβει όσα μας είπαν, αλλά δε θέλω να το δεχτώ. Χαμογελάω, ελπίζοντας να τους πείθω.
«Υπάρχει κάποιο θέμα που πρέπει να ακολουθήσουμε ή είναι στο χέρι μας;» ρωτάω.  Έχω παρευρεθεί μόνο στην περσινή δεξίωση και φέτος δεν ξέρω τι έχουν σκοπό να κάνουν. Πέρσι πάντως ήταν πολύ βαρετά και η Λούσι μού είπε ότι και πρόπερσι ήταν εξίσου.
«Κάντε ό,τι θέλετε. Φέτος ξεχαστήκαμε λίγο και αργήσαμε. Θέλουμε να ετοιμαστεί η δεξίωση σύντομα και να είναι όλα τέλεια.  Δε θέλουμε οι από πάνω να μας πουν ότι και αργήσαμε και κάναμε προχειροδουλειά» λέει ο Τζέρεμι. Μάλιστα, σκέφτομαι. Άργησαν αυτοί και θέλουν να βγάλουμε εμείς το φίδι από την τρύπα.
«Φυσικά περιμένω να εκτελείτε και τα καθημερινά σας καθήκοντα όσο μπορείτε. Αν χρειαστεί να δουλέψετε υπερωρία θα τα βρούμε» λέει η Κέντρα. Χαμογελάω πάλι. Σιγά μη μας πληρώσει τις υπερωρίες. Θα τελειώνουμε στις έξι τη δουλειά μας και μετά θα ξημεροβραδιαζόμαστε για τη δεξίωση.
«Στο τέλος κάθε βδομάδας θέλω να με ενημερώνετε, φυσικά» λέει η Κέντρα και χαμογελάει μόνο στον Κίραν. «Κάθε χρόνο τα κάνω όλα μόνη μου και δυσκολεύομαι να εμπιστευτώ άλλους για κάτι τόσο σημαντικό» σουφρώνει τα χείλη της. Με το ζόρι κρατιέμαι να μη γελάσω. Μια χαρά μεταφέρει τις ευθύνες σε μένα τόσο καιρό και μετά παίρνει τα εύσημα. Μια χαρά βοήθησα πέρσι στη διοργάνωση και δεν με ευχαρίστησε ούτε μία φορά.
«Είναι μεγάλη ευκαιρία για εσάς να αναδείξετε την αξία σας» λέει ξανά ο Τζέρεμι. Είναι κλασική αυτή η τακτική των ανώτερων. Είναι σαν το τυράκι που βάζεις στα ποντίκια για να τα πιάσεις. Εγώ δε χρειάζομαι παρότρυνση για να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου. Το κάνω έτσι κι αλλιώς.
«Και θα είναι και κάτι σαν κύκνειο άσμα για τον Κίραν» λέει παραπονιάρικα η Κέντρα. Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί.
«Ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί φεύγεις τόσο νωρίς» λέει ο Τζέρεμι. Η καρδιά μου αναπηδά. Δεν ξέρω πολύ καλά το λόγο αλλά αναπηδά. Συζητάμε μερικές λεπτομέρειες και η Κέντρα και ο Τζέρεμι φεύγουν από την αίθουσα συνεδριάσεων όπου μιλάμε τόση ώρα. Μένουμε μόνοι. Ο Κίραν σηκώνεται και μαζεύει τα χαρτιά του.
«Δεν είμαστε αρκετά καλοί για σένα;» ρωτάω τελικά.
«Φτάνουν τρεις μήνες νομίζω» λέει χωρίς να με κοιτάει.
«Νόμιζα ότι θα μείνεις έξι».
«Τι έγινε; Θα σου λείψω; Με ειρωνεύεται. «Νόμιζα ότι ανυπομονούσες να φύγω».
«Ανυπομονώ, αλλά ταυτόχρονα αναρωτιέμαι τι σου δίνει την ευκολία να τριγυρνάς από τμήμα σε τμήμα και να φεύγεις όποτε θες» επιμένω για απάντηση. Δε μου απαντάει. Ίσως είμαι προσβλητική, αλλά είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσω τον χείμαρρο εξελίξεων. Θα πρέπει να τον υποστώ 30 μέρες και μαθαίνω τώρα ότι φεύγει. Το ζήτησε αυτός; Επειδή κατάλαβε ότι δυσφορώ ή επειδή το ήθελε εκείνος; Οι ερωτήσεις με καίνε, αλλά δεν τις κάνω.
Με αφήνει να περάσω πρώτη και κλείνει την πόρτα πίσω μας. Κατευθύνεται στο κουβούκλιό του και από πίσω του μπαίνω κι εγώ. Δεν έχω ολοκληρώσει ακόμα.
«Και πού θα πας μετά; Θα μείνεις εδώ;» ρωτάω και σταυρώνω τα χέρια στο στήθος.
«Στον όμιλο ναι, αλλά μάλλον όχι στην ίδια εταιρεία. Λογικά θα με μετακινήσουν σε κάποιο άλλο τμήμα μάρκετινγκ για να ολοκληρώσω την εξάμηνη θητεία μου» λέει ενώ γράφει κάτι στο σημειωματάριό του. Κάθομαι στη καρέκλα απέναντί του. Με κοιτάει βαριεστημένα.
«Τι είναι;» με ρωτάει. Δείχνει κουρασμένος. Σε τίποτα δε θυμίζει τον ζωηρό άντρα που μου έκανε ανήθικες προτάσεις στο συνέδριο.
«Πώς θα το κάνουμε;» ρωτάω.
«Ποιο;» χαμογελάει ξερά. Ίσως δεν έπρεπε να διαλέξω αυτή τη σύνταξη.
«Πώς θα συνεργαστούμε;» λέω ανυπόμονα και ξεφυσάω.
«Με δυσκολία, υποπτεύομαι» χαμογελάει και πάλι. Κάνω μια γκριμάτσα όχι και πολύ κολακευτική.
«Εκτός από εξυπνάδες, ελπίζω να έχεις και ωραίες ιδέες».
«Δε θα το έλεγα» λέει και σηκώνει το κεφάλι του. Με κοιτάει συνοφρυωμένος για μερικά δευτερόλεπτα και καταλαβαίνω τι εννοεί. Το παραβλέπω και συνεχίζω.
«Αν συμφωνήσουμε στα βασικά, δηλαδή θέμα, αριθμό καλεσμένων, χώρο διεξαγωγής και προϋπολογισμό μπορούμε να ανεξαρτητοποιηθούμε» του λέω.
«Κάποιο χρώμα, 500, κάποιο ξενοδοχείο, όσα δώσατε πέρσι μείον 10 τοις εκατό» λέει ξερά. Θεωρητικά πρέπει να σηκωθώ και να φύγω. Αλλά δεν μπορώ.
«Παραβλέπω τα νευράκια που έχεις και προσπαθώ να σταθώ στο ύψος μου» καθαρίζω τη φωνή μου. «Θα διαλέξω εγώ το θέμα και το χώρο διεξαγωγής και κανόνισε εσύ προϋπολογισμό. Θα σου βρω τα περσινά αρχεία». Δε μιλάει για λίγο αλλά πρυτανεύει ο επαγγελματισμός του.
«Μέχρι το τέλος της βδομάδας πρέπει να κλείσουμε χώρο, να ορίσουμε καλεσμένους, να μιλήσουμε με γραφίστες για να φύγουν οι προσκλήσεις» λέει. Γνέφω. «Νομίζω με δύο ώρες τη μέρα έξτρα θα βγει. Αν στο τέλος της μέρας είσαι κουρασμένη, μπορούμε να δουλεύουμε τα Σαββατοκύριακα ή κάτι τέτοιο».
«Η Κέντρα μού έχει δώσει μερικά πράγματα για το τέλος της βδομάδας , αλλά θα πιεστώ και θα τα καταφέρω» λέω. Δε θέλω να του πω ότι η Κέντρα με έχει φορτώσει δικές τις δουλειές.
«Ωραία» λέει κοφτά. Είναι η ώρα να φύγω. Σηκώνομαι και τον κοιτάω για λίγο αλλά δε μου δίνει σημασία. Δεν ξέρω αν είμαι ανακουφισμένη ή εκνευρισμένη με την έλλειψη ενδιαφέροντος.

«Καλή συνέχεια» λέω αλλά δεν απαντάει. 

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Κεφάλαιο 16-εσεις θα λέγατε ναι;

Κεφάλαιο 1 6
Φυσικά και δεν πήγα στο δωμάτιό του. Φυσικά και όλο το πρωί και το μεσημέρι περιφερόμουν από ομιλία σε ομιλία προσπαθώντας να τον αποφύγω. Φυσικά ανυπομονούσα να γυρίσω σπίτι και να κουκουλωθώ και να μη σκέφτομαι όλα όσα περνούσαν από το μυαλό μου και κυρίως είχαν να κάνουν με εκείνον κι εμένα γυμνούς στο κρεβάτι. Πρώτα όμως, έπρεπε να ξεπεράσω ένα εμπόδιο.
«Να σε βοηθήσω» λέει και διακόπτει τις σκέψεις μου. Βάζει τη βαλίτσα μου στο αμάξι και μπαίνουμε μέσα. Πρέπει να περάσουμε τις επόμενες ώρες μαζί και η αμηχανία μου είναι σχεδόν απτή. Εκείνος πρέπει να το νιώθει αλλά δε σκοπεύει να με διευκολύνει. Χαμογελάει σατανικά. Θα μου κάνει τη ζωή κόλαση.
«Με πήρε η Κέντρα και την ενημέρωσα ότι όλα πήγαν καλά» μου λέει και εκνευρίζομαι.
«Από πού κι ως πού πήρε εσένα;» τον ρωτάω. «Ακόμα δεν έχω καταλάβει  ποια είναι η θέση σου στο γραφείο μας και ποια η σχέση σου μαζί της».
«Νομίζω ότι κανένα από τα δύο δε σε αφορά» ξεκαθαρίζει.  Έχει δίκιο. Ούτε τις προσλήψεις ορίζω εγώ ούτε τις σχέσεις υπαλλήλων μεταξύ τους.
«Με αφορά αν σκοπεύεις να κοιμηθείς μαζί της και να με εκτοπίσετε από τη θέση μου».
«Αν σκόπευα να κοιμηθώ με κάποια γυναίκα για να ανελιχθώ, δε θα το έκανα για να πάρω τη θέση σου» συνεχίζει να με καρφώνει. «Τη θέση σου μπορώ να την πάρω όποτε θέλω».
«Χολή στάζεις σήμερα» λέω μετά από λίγο.
«Δεν κοιμήθηκα καλά χθες» σφίγγει το τιμόνι. «Σε περίμενα». Η καρδιά μου σταματάει και παίρνω μια ανάσα. Το έθιξε. Νόμιζα ότι θα το αφήσει να περάσει, αλλά δεν ήμουν τυχερή. Και τώρα πρέπει να απαντήσω.
«Αν ήσουν νοήμων θα καταλάβαινες ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ενδώσω σε μια τόσο παράλογη πρόταση. Για μένα ό,τι είχαμε έχει τελειώσει» του λέω.
«Δε διαφωνώ. Δε σου πρότεινα να τα φτιάξουμε αν θυμάμαι καλά».
«Τόσα χρόνια δουλεύω στη νύχτα και κανείς δε μου έχει μιλήσει τόσο ψυχρά όσο εσύ χθες το βράδυ» λέω. Για λίγο δε μιλάει. Καταλαβαίνω ότι σκέφτεται. Ίσως μετανιώνει για την ευθύτητά του.
«Λυπάμαι αν σε σόκαρα. Αλλά συνεχίζω να σε θεωρώ ακαταμάχητη και δε βλέπω το λόγο να καταπιεζόμαστε» λέει. Ξεφυσάω. Δεν έχει συνειδητοποιήσει τίποτα.
«Θεωρείς τόσο δεδομένο ότι νιώθω κι εγώ με τον ίδιο τρόπο;» λέω και γελάω.
«Είμαι σίγουρος  ότι με θες κι εσύ αλλά είσαι ξεροκέφαλη και εγωίστρια όπως τότε. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Μας στερείς κάτι που θέλουμε και οι δύο».
«Είσαι τρελός» λέω και ανεβάζω την ένταση στο ραδιόφωνο. Δε θέλω να μιλήσουμε άλλο. Εκείνος χαμηλώνει αμέσως.
«Μου σπας τα νεύρα» λέει εκνευρισμένος.
«Ο Ρομπ είναι πολύ συμπαθητικός και νομίζω ότι μπορεί να βγει κάτι καλό. Δεν ωφελεί να συζητάμε σε αυτή τη βάση εμείς οι δύο, όταν ήδη έχω ραντεβού μαζί σου σε λίγες μέρες κι εσύ τσιλιμπουρδίζεις με ένα σωρό γυναίκες».
 «Μου λες δηλαδή ότι δε με θες;» ρωτάει και με κοιτάει φευγαλέα. Μετά στρέφει πάλι την προσοχή του στο δρόμο και γκαζώνει. Οδηγεί με ταχύτητα, αλλά και ακρίβεια. Δε φοβάμαι.
«Δεν απαντάς» μου λέει. Συνειδητοποιώ ότι δεν μπορώ να απαντήσω. Ο,τι και να πω είναι λάθος.
«Δε σε θέλω» διαλέγω το δρόμο του εγωισμού, αλλά όχι της αλήθειας
«Αν αυτή είναι  η τελευταία σου κουβέντα, τότε δε θα σε ενοχλήσω ξανά» σφίγγει το σαγόνι του.
«Μπορείς να μου μιλάς στη δουλειά» τον τσιγκλάω και εκείνος κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας με το αστειάκι μου.

«Ναι, φυσικά» λέει μέσα από τα δόντια του. Για κάποιο λόγο, νιώθω ότι κάτι μου διαφεύγει.

Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

κεφάλαιο 15-πέσιμο μεγατόνων

Κεφάλαιο 15

Το ξενοδοχείο είναι το ίδιο με πέρσι και έτσι νιώθω κάπως άνετα. Ένα άλλο θετικό είναι ότι τα δωμάτιά μας είναι σε διαφορετικό όροφο και ότι το πρόγραμμα του συνεδρίου είναι πολύ πλούσιο, οπότε δε θα έχω χρόνο να σκεφτώ τίποτα. Κατά τα άλλα τα νεύρα μου έχουν χτυπήσει κόκκινο. Μπορντό μάλλον.
«Θα φάμε μαζί το μεσημέρι;» με ρωτάει όταν έχουμε τακτοποιηθεί στα δωμάτια και τον πετυχαίνω στο λόμπι να παίρνει το καρτελάκι του. Μιλάει άνετα λες και είμαστε φιλαράκια. Προτιμώ να φάω από τα σκουπίδια, παρά μαζί του. Φοράει ένα φοβερό κοστούμι και φρεσκαρίστηκε. Είναι πολύ όμορφος και όλες οι γυναίκες τον κοιτούν. Οι περισσότεροι γνωριζόμαστε εδώ μέσα λίγο πολύ και κάθε καινούργιος τραβάει την προσοχή πάνω του. Πόσο μάλλον ένας τόσο εντυπωσιακός άντρας. Εκνευρισμένη με τον εαυτό μου που σκέφτομαι έτσι κοιτάω αμήχανα το πάτωμα.
«Αποκλείεται» απαντάω μονολεκτικά και τον ακούω να γελάει πίσω μου ενώ ξεμακραίνω μέσα στο πλήθος.
Παρακολουθώ μια βαρετή ομιλία και συναντώ δύο γυναίκες με τις οποίες έχουμε συνεργαστεί στο παρελθόν με την Κέντρα. Θέλω με κάποιον τρόπο, διακριτικά, να δείξω ότι είμαι διαθέσιμη για νέες επαγγελματικές προτάσεις, αλλά χωρίς να μαθευτεί. Ως πότε να αντέξω όλη αυτή την τρέλα στο γραφείο; Με την άκρη του ματιού μου τον βλέπω να συνομιλεί και εκείνος με κόσμο. Παρακολούθησε μια διαφορετική ομιλία από αυτή που παρακολούθησα εγώ. Εμένα με ενδιαφέρει πιο πολύ το μάρκετινγκ και εκείνον  τα οικονομικά. Εγώ τα οικονομικά τα βαριέμαι και δεν το κρύβω. Εκείνος ανέκαθεν ήταν καλός με τα νούμερα.
Τσιμπάω κάτι από τον ανοιχτό μπουφέ, παρέα με δύο στελέχη μιας πολυεθνικής και συζητάμε όσα ακούσαμε όλη μέρα. Ο Κίραν μού κάνει νόημα ότι θέλει να μου μιλήσει αλλά του γυρίζω την πλάτη. Δεν ήρθαμε εδώ για κουβεντούλα, αλλά για να ακούσουμε πράγματα και να γνωριστούμε με κόσμο. Η Κέντρα μού έχει δώσει οδηγίες να μιλήσω με συγκεκριμένα άτομα και να δικτυωθώ .
Το απόγευμα τρέχω στο δωμάτιό μου για να αλλάξω παπούτσια. Η ορθοστασία με σκοτώνει. Επιστρέφω στο χώρο όπου διεξάγεται το συνέδριο για την τελευταία ομιλία της μέρας που αφορά τη συναισθηματική νοημοσύνη. Παρακολουθώ με ενδιαφέρον όσα λέγονται και παίρνω σημειώσεις. Το βράδυ έχουν κανονίσει μερικά άτομα να πάνε για ποτά σε ένα μπαρ λίγο πιο έξω από το ξενοδοχείο. Δεν έχω όρεξη, αλλά λέω να πάω. Είναι ευκαιρία να δώσω μερικές κάρτες μου.
Ο Κίραν φαίνεται να περνάει καλά, τριγυρισμένος από όμορφες γυναίκες αλλά και άντρες. Με πλησιάζει στο μπαρ όπου πίνω ένα ποτό. Είναι σαν να χορεύουμε βαλς. Μπρος εγώ, πίσω εκείνος και μετά το αντίθετο.
«Θες το βράδυ να βγούμε για φαγητό ή ποτό;» με ρωτάει. Γνέφω αρνητικά. Η στάση του απέναντι στη δουλειά μου και οι απαρχαιωμένες απόψεις του δεν έχουν αλλάξει. Δε βλέπω το λόγο να ενδώσω στο ξαφνικό ενδιαφέρον του. Αν και δεν είμαι σίγουρη ότι είναι κάτι παραπάνω από φιλικό ή συναδελφικό. Μπορεί εγώ να φαντάζομαι πράγματα, αλλά με κοιτάει κάπως παράξενα μερικές μέρες τώρα.
«Θα κανονίσω κάτι άλλο, τότε» μου λέει χωρίς να δείχνει ότι έχει πειραχτεί. Καλύτερα έτσι. Όσο δεν εμπλέκονται συναισθήματα, είμαστε ασφαλείς. Κάνει να φύγει, αλλά γυρνάει απότομα.
«Γιατί είσαι τόσο ψυχρή;» με ρωτάει χωρίς το βλέμμα του να αφήνει το δικό μου. Είναι η πρώτη φορά που με κοιτάει τόσο έντονα, και τόσο σταθερά.  «Κάποτε ήσουν γλυκιά και ενθουσιώδης. Γεμάτη θετική ενέργεια. Τι σου συνέβη;»
«Εσύ μου συνέβης» πίνω λίγο από το ποτό μου για βοήθεια.
«Δε μπορώ να πιστέψω ότι δύο μήνες σχέση είχαν τόσο βαθιά επίδραση πάνω σου» επιμένει στο ίδιο τροπάριο. «Δεν μπορεί να σου άλλαξαν τον χαρακτήρα». Από τη μία νιώθω ηλίθια που αυτό ισχύει, από την άλλη δεν θα υποκριθώ ότι δεν ισχύει. «Και αν ήταν τόσο σημαντική η σχέση μας, τότε γιατί άφησες τον εγωισμό σου και μια ηλίθια δουλειά να την καταστρέψουν;» με πυροβολεί.
«Εσύ ήσουν εγωιστής» λέω απλά. Δεν έχω όρεξη να τσακωθώ για χιλιοστή φορά.
«Δεν συνάδουν όσα λες και όσα έκανες» λέει θριαμβευτικά.
«Ε τότε μπορείς να πιστέψεις ότι υποκρινόμουν μαζί σου» του λέω και χαμογελάω ειρωνικά.
«Όχι, δεν υποκρινόσουν» χαμογελάει κι εκείνος, αλλά όχι ειρωνικά. Πονηρά, πολύ πονηρά.
«Δεν το ξέρεις αυτό» συνεχίζω το παιχνίδι. Αν θέλει να το γυρίσουμε στα σεξουαλικά υπονοούμενα θα παίξω κι εγώ.
«Εκτός του ότι υπήρχαν απτές αποδείξεις» μου λέει και κοκκινίζω «αν θυμάμαι καλά μου έλεγες ότι μόνο εγώ…»
«Πάψε» τον διακόπτω πριν μου θυμίσει πόσο ειλικρινής ήμουν μαζί του. Ζητάω άλλο ένα ποτό και προσπαθώ να απομακρυνθώ, αλλά δε με αφήνει. Με πιάνει δυνατά από τον καρπό. Ευτυχώς το μπαρ είναι γεμάτο και δεν μας δίνει κανείς προσοχή.
«Η σχέση μας πήγε κατά διαόλου, αλλά δεν υπάρχει λόγος να μη διασκεδάσουμε λιγάκι. Άλλωστε είμαστε μακριά από το γραφείο» λέει και σοκάρομαι. Πρέπει να τον κοιτάω σαν χαζή με μισάνοιχτο στόμα εδώ και ώρα. Τον βλέπω να με περιμένει.
«Σοβαρά τώρα, περιμένεις απάντηση;» ψελλίζω.
«Νομίζω ότι θα μας κάνει καλό να απελευθερώσουμε όλη αυτή την ενέργεια που υπάρχει μεταξύ μας».
«Έχω σχέση» χαμογελάω ξερά. Θέλω να κλάψω. Με πειράζει πολύ που φτάσαμε να μιλάμε για σεξ λες και είναι κάτι απλό, λες και δεν υπήρχε ποτέ συναίσθημα μεταξύ μας.
«Έχεις βγει ένα ραντεβού. Αυτό δεν είναι σχέση».
«Δεν κάνω σεξ εκτός σχέσης» του θυμίζω. «Αλλά και να έκανα, μαζί σου δε θα έκανα απόψε».
«Αύριο;» επιμένει ανάλαφρα και θέλω να τον χαστουκίσω. Όλα τα περίμενα, εκτός από ανήθικη πρόταση.
«Αυτό λέγεται σεξουαλική παρενόχληση» του θυμίζω.
«Σεξουαλική παρενόχληση λέγεται όταν δε θες. Όταν θες, λέγεται απλώς πρόταση».
«Είσαι αφόρητος».
«Είμαι επίσης ανυπόμονος να μπω μέσα σου, οπότε ας μη χάνουμε χρόνο» λέει και νιώθω να κοκκινίζω μέχρι τα ακροδάκτυλα. Εκείνος δε μιλούσε ποτέ έτσι. Τι άλλαξε; Ο τρόπος που με κοιτάει έχει έντονη επίδραση πάνω μου και δεν μπορώ να κρύψω τον τρόπο που τα μάγουλά μου έχουν φλογιστεί. Μένω αμίλητη. Ό,τι και να πω, θα είναι λάθος.

«Το δωμάτιό μου είναι το 314» μου λέει τελικά. «Θα σε περιμένω».

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

ανακοινωση

Η χρήστρια nightae στο wattpad Μου κλέβει τις ιστορίες.
Όποια έχει λογαριασμο, ας κάνει κανα ριπόρτ ή στείλτε της ευγενικά ένα μήνυμα ότι καταλάβετε τι κάνει. Εγώ έστειλα φυσικά στην wattpad αλλά ας καταλάβει ότι υπάρχει μεγάλο κοινό που ξέρει τι κάνει.

Ευχαριστώ

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

κεφάλαιο 14-άλλες λίγες μέρες υπομονούλα!

Κεφάλαιο 14

«Μήπως νυστάζεις ; Θες να κοιμηθείς λιγάκι; Γείρε το κάθισμα και δε θα σε ενοχλήσω καθόλου» μου λέει και νιώθω την επιθυμία να τον σκοτώσω. Πώς μπορεί και το διασκεδάζει; Μόνο εγώ νιώθω άβολα; Δεν τον επηρεάζει καθόλου η παρουσία μου. Μόνο εγώ γονατίζω όταν τον βλέπω;
«Δε θέλω να κοιμηθώ» πεισμώνω.
«Θα έλυνε το πρόβλημα της ανελέητης γκρίνιας σου» γελάει λίγο και αλλάζει λωρίδα. Δυστυχώς, είμαστε μέσα στο αμάξι του καθ’ οδόν προς το συνέδριο. Είμαι σαν φυλακισμένη και δεν μπορώ να τον αποφύγω.
«Αν είχα πάρει το τρένο, όπως σκόπευα, δε θα υπέφερες τώρα. Αλλά όχι! Λυσσάξατε να μην ταλαιπωρηθώ. Λες και σας νοιάζει» ξεσπάω. Εγώ δεν είχα πρόβλημα να πάω με τρένο ή λεωφορείο. Δεν ήταν ανάγκη να περάσουμε τέσσερις ώρες μαζί. Κλεισμένοι μέσα σε ένα περιορισμένο χώρο. Αναγκασμένοι να μιλάμε.
«Δεν καταλαβαίνεις πόσο ύποπτο ακούγεται; Η Κέντρα παραξενεύτηκε που προτιμούσες να ταλαιπωρηθείς αντί να πάμε με το αμάξι μου. Προσωπικά, το θεωρώ αδιανόητο εγώ να πάω άνετα και εσύ να σέρνεις τη βαλίτσα σου σε σταθμούς και τρένα» εξηγεί για δέκατη φορά αλλά δεν ηρεμώ.
«Και το θεωρείς πιο λογικό να περάσουμε δύο μέρες σαν αυτοκόλλητοι;» επιμένω.
«Χριστέ μου, πάντα τόσο δύσκολη ήσουν;» αναρωτιέται μεγαλόφωνα και για λίγο δε μιλάμε. Σπάω εγώ την άβολη σιωπή μετά από μερικά λεπτά.
«Και για να ‘χουμε καλό ερώτημα, τι σόι μισθό σου δίνουν και έχεις τέτοιο αμάξι;» ρωτάω. Δεν ξέρω πολλά από αμάξια, αλλά αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε ένα αμάξι που υπολογίζω κάνει πάνω από πενήντα χιλιάδες δολάρια. «Δεν είχα καταλάβει να έχεις τόση άνεση».
«Δεν προλάβαμε να ανταλλάξουμε Ε1 και Ε9 μέσα σε δύο μήνες. Αν θες, μπορούμε να αναλύσουμε την οικονομική μου κατάσταση, αλλά νιώθω ότι είναι λίγο νωρίς. Πρέπει να γνωριστούμε καλύτερα πρώτα» απαντάει καυστικά και αναστενάζω δραματικά για να διαλύσω την αμηχανία. Με έβαλε στη θέση μου.
«Νομίζω ότι ό,τι ήθελα να μάθω, το έμαθα για σένα» απαντάω. Εκείνος δε δίνει συνέχεια και για την υπόλοιπη ώρα οδηγεί, αλλάζοντας πού και πού σταθμό στο ράδιο. Αφήνει συνήθως κάποιο μελωδικό τραγούδι. Εγώ προτιμώ πιο χορευτικά κομμάτια, αλλά δεν φέρνω αντίρρηση. Αρκετά διαφωνούμε ήδη.
«Θες να σταματήσουμε να φάμε κάτι;» με ρωτάει κάπου στα μέσα της διαδρομής.
«Θα ήθελα έναν καφέ και κάτι να τσιμπήσω, αλλά δεν έχω πρόβλημα να περιμένω να φτάσουμε στο ξενοδοχείο».
«Πες μου τι θες» λέει κοφτά.
«Να σταματήσουμε» απαντάω στον ίδιο τόνο.
«Είδες;» χαμογελάει. «Είδες πόσο πιο εύκολα είναι τα πράγματα όταν λες αυτό που θέλεις;».
«Θέλω να εξαφανιστείς και να πάω μόνη στο συνέδριο» χαμογελάω κι εγώ και γελάει με την ψυχή του. Βγαίνει δεξιά σε ένα εστιατόριο πάνω στην εθνική οδό. Παρκάρουμε και βγαίνουμε από το αμάξι. Τεντώνομαι για να ξεπιαστώ.
«Αναρωτιέμαι γιατί νιώθεις ακόμα έτσι» μου λέει ενώ περπατάει από πίσω μου. «Δεν έχουμε κάτι να χωρίσουμε. Θα έπρεπε να είσαι λίγο πιο ουδέτερη. Εκτός αν…» τολμάει να ξεστομίσει αλλά δεν ολοκληρώνει. Γυρνάω απότομα προς το μέρος του και πέφτει πάνω μου με φόρα. Με στηρίζει για να μην πέσω από τη σύγκρουση, αλλά με αφήνει γρήγορα.
«Βγαίνω με κάποιον» του λέω απλά. «Τον λένε Ρομπ και είναι πολύ αξιόλογος. Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι δύο χρόνια μετά κάθομαι στο κρεβάτι το βράδυ και κλαίω που χωρίσαμε» του λέω.
«Μα δε χωρίσαμε» χαμογελάει. Το φως λούζει τα πανέμορφα χαρακτηριστικά του και για μερικά δευτερόλεπτα προσέχω εκείνον και όχι αυτά που λέει.
«Τι;» ψελλίζω τελικά.
«Αν θυμάμαι καλά, είχαμε έναν άσχημο τσακωμό» περνάει το χέρι του φιλικά γύρω από τους ώμους μου, αλλά τον σπρώχνω. Γελάει. Περπατάμε πλάι πλάι τώρα. «Μετά δεν ξαναμιλήσαμε. Άρα, δεν έχουμε χωρίσει. Δεν ειπώθηκε ποτέ επίσημα».
«Είσαι τρελός» λέω.
«Μπορεί απλώς αυτό το διάστημα να κάναμε μούτρα, αλλά δεν έχουμε χωρίσει».
«Δύο χρόνια μούτρα; Δύο χρόνια διάλειμμα; Είσαι τρελός».
«Μπορεί, αλλά ίσως έπρεπε τότε να βάλουμε μια τελεία επίσημα. Γιατί εφόσον δεν το κάναμε, εγώ τώρα νιώθω ότι με απατάς με αυτόν τον Ρομπ» λέει. Δεν καταλαβαίνω αν αστειεύεται. Όσα λέει είναι τρελά, αλλά ακούγεται σοβαρός.
«Κίραν, θέλω να χωρίσουμε» του λέω ξαφνικά.
«Είναι σοβαρό με τον Μπομπ;» αγνοεί αυτό που το είπα.
«Ρομπ» διορθώνω.
«Ναι, σιγά τον Λεοπόλδο που του χαλάσαμε το όνομα. Λέγε, είναι σοβαρό;» ρωτάει επίμονα, ενώ καθόμαστε σε ένα μικρό τραπέζι και κρυβόμαστε πίσω από τον κατάλογο.
«Όχι ακόμα, αλλά είναι πολύ ευγενικός και είναι η πρώτη φορά που γνωρίζω κάποιον μετά από…» σταματάω απότομα αλλά όχι αρκετά γρήγορα. Με κοιτάει παραξενεμένος. «Σοκάρεσαι που μια μπαρόβια δεν περνάει από κρεβάτι σε κρεβάτι;» τον τσιγκλάω αλλά δεν συνεχίζει. Παραγγέλνουμε δύο καφέδες και τηγανίτες. Δεν έχω πια όρεξη αλλά θα το κρύψω.
«Αυτή η κατάσταση μάς πάει και τους δύο πίσω τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο» λέει αφού πίνει λίγο από τον καφέ του. Γνέφω καταφατικά. «Δεν είχα καταλάβει ότι σε επηρέασε τόσο η σχέση μας και λυπάμαι αν φάνηκα αναίσθητος».
«Εσένα δε σε επηρέασε;» ρωτάω με κάθε ειλικρίνεια και έλλειψη εγωισμού.
«Είναι δική μου υπόθεση αυτή» τρίβει το σαγόνι του και με κοιτάει κατάματα. Δε θέλω να επιμείνω. Δε θέλω να ακούσω ούτε θετική ούτε αρνητική απάντηση.
«Μπορούμε να πάψουμε να αναφερόμαστε στο παρελθόν;» προτείνω. «Να συνεργαζόμαστε σαν επαγγελματίες, χωρίς σχόλια και υπονοούμενα;».
«Σύμφωνοι» λέει. «Θέλω κι εγώ να ηρεμήσω λίγο» παραδέχεται. «Δεν είναι ανάγκη να κάνουμε παρέα, αλλά μπορούμε να είμαστε καλοί συνεργάτες, με μια δόση ανταγωνισμού φυσικά» χαμογελάει.

Απολαμβάνουμε το γεύμα μας  χωρίς να μιλάμε πολύ. Το υπόλοιπο ταξίδι είναι εξίσου ήσυχο. Είναι ευγενικός και προσπαθεί να μου κάνει και λίγο χιούμορ. Νομίζω ότι η συζήτηση αυτή μάς έκανε καλό, αλλά μια μελαγχολία απλώνεται μέσα μου. Και για πρώτη φορά είναι πολύ ξεκάθαρο το γιατί.