Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

κεφάλαιο 44-χρόνια πολλά, όμορφες!

Κεφάλαιο 44

Είμαι κάπου ένα μήνα στο πατρικό μου σπίτι και δέχομαι τη φροντίδα των γονιών μου με μεγάλη ανακούφιση. Δε με ρώτησαν ποτέ για ποιο λόγο είμαι εκεί. Δε χρειάστηκε. Τρεις μέρες αφού εγκαταστάθηκα, ο Κίραν άρχισε να βομβαρδίζει το σπίτι με ανθοδέσμες. Μία κάθε μέρα, ενίοτε και δύο. Όλες με το ίδιο μήνυμα: «Αφησέ με να σου εξηγήσω».

Είχαμε εξαντλήσει τα βάζα και όλες οι επιφάνειες είχαν λουλούδια, όταν αποφάσισα να πω στον άνθρωπο που τα έφερνε ότι δε θα ξαναδεχτώ παράδοση. Για μία μέρα ησυχάσαμε. Μετά ξεκίνησαν τα σοκολατάκια. Αφού μοιράσαμε κασετίνες σε όλη τη γειτονιά, απελπίστηκα. Εδώ και τρεις μέρες, μας έστελνε κάθε μέρα ένα καλάθι με διάφορα γλυκά. Τα σημερινά ήταν μικρά μάφιν σε διάφορες γεύσεις.
«Μήπως είσαι λίγο σκληρή με το παιδί;» ψέλλισε η μητέρα μου αλλά το άγριο βλέμμα που της έριξα της έκοψε τη φόρα και δε με ξαναρώτησε.

Η Ντάνι είχε έρθει το προηγούμενο Σαββατοκύριακο και έμεινε σε εμάς για να με δει. Είχαν αρχίσει για τα καλά τις ετοιμασίες για το γάμο και με πείραζε που δεν μπορούσα να είμαι πιο πολύ κοντά της, αλλά της υποσχέθηκα ότι το νυφικό θα το ψάχναμε μαζί. Δε σκόπευα να μονάσω στην εξοχή.

Κανονικά θα έπρεπε να ανησυχώ για το οικονομικό. Μπορεί να είχα σχεδόν τελειώσει με τις δόσεις του φοιτητικού δανείου που είχα πάρει, αλλά ακόμα βοηθούσα τους γονείς μου και τον μικρό αδερφό μου να στήσει τη ζωή του. Δεν ήμουν  υποχρεωμένη αλλά είχα μάθει από μικρή να βοηθάω και να στηρίζω όσους με έχουν ανάγκη. Και οι δικοί μου είναι άνθρωποι απλοί, άνθρωποι του μεροκάματου. Θέλω να τους προσφέρω μια πιο άνετη ζωή. Τώρα π.χ. μου έχει καρφωθεί η ιδέα να χτίσουμε ένα μικρό υπνοδωμάτιο στον κάτω όροφο τη αγροικίας μας ώστε οι γονείς μου να μη χρειάζεται να ανεβοκατεβαίνουν σκαλιά όταν μεγαλώσουν κι άλλο. Όταν με το καλό πιάσω δουλειά, αυτό είναι το πρώτο που σκοπεύω να κάνω.

Γιατί όμως προς το παρόν δεν αγχώνομαι να βρω δουλειά και έχω την πολυτέλεια να μείνω σπίτι και να κλάψω όσο θέλω για την προσωπική μου ζωή; Επειδή η «προσωπική μου ζωή» φρόντισε να με αποκαταστήσει. Είναι τελείως αστείο, αλλά ταυτόχρονα και βολικό. Με απέλυσαν. Και στον λογαριασμό μου πιστώθηκε μια παχυλή αποζημίωση απόλυσης, με βάση το μισθό που κανονικά θα έπαιρνα αν δεχόμουν την προαγωγή που απέρριψα. Δε θα έπρεπε να δεχτώ τα χρήματα. Το ξέρω. Ουσιαστικά παραιτήθηκα. Αλλά δεν έβρισκα τρόπο να τα επιστρέψω χωρίς να δώσω στην εταιρεία δικαιώματα να καταλάβουν ότι εμπλέκομαι συναισθηματικά με κάποιον τρόπο. Ξοδεύω με φειδώ, φυσικά, και αν βρω με κάποιον τρόπο το λογαριασμό του Κιραν, θα τα στείλω εκεί απεθείας.

«Ήρθε ο τεχνικός να αλλάξει τη γραμμή» με ενημερώνει ο πατέρας μου από τον κάτω όροφο. Τις πρώτες μέρες μάς έπαιρνε συνεχώς ο Κίραν. Μετά το κατεβάσαμε, αλλά δεν ήταν βιώσιμη λύση να μην έχουμε τηλέφωνο. Γι’ αυτό τους ζήτησα να αλλάξουμε νούμερο. Και πάλι, δε με ρώτησαν το γιατί. Και πάλι, το εκτίμησα.

Δεν έχω τη δύναμη να κατέβω κάτω. Δεν υπάρχει και λόγος φυσικά. Οι δικοί μου θα τα κανονίσουν όλα όπως κάνουν και τόσες μέρες που βγαίνω σπάνια από το δωμάτιό μου. Μου φέρνουν φαγητό, μου ψωνίζουν ό,τι χρειάζομαι, μου κάνουν παρέα. Αλλά διατηρούν τις αποστάσεις τους, ίσως από αμηχανία, επειδή δεν ξέρουν τι να μου πουν. Δείχνω και είμαι τόσο απελπισμένη που κανείς δεν ξέρει πώς να με ανακουφίσει. Και το χειρότερο είναι ότι κάθε μέρα νιώθω να βυθίζομαι και πιο πολύ στην άβυσσο.

«Ένα λεπτό να φωνάξω την κόρη μου» ακούω τον μπαμπά μου να ανεβαίνει τα σκαλιά. Μπαίνει στο δωμάτιό μου ασθμαίνοντας. Ήδη δυσκολεύεται να ανέβει γρήγορα. «Ρωτάει κάτι για αυτά τα μαραφέτια του ίντερνετ. Κατέβα λίγο» με παρακαλάει. Βογγάω εκνευρισμένη και φοράω μια ρόμπα πάνω από τη φανελένια,  παμπάλαιη πιτζάμα μου.

«Να σας φέρω ένα τσάι;» ακούω τη μαμά μου να ρωτάει τον τεχνικό ενώ κατεβαίνω τη σκάλα.
«Όχι, ευχαριστώ, δε θα μείνω πολύ» ακούω μια βαθιά φωνή να λέει και όλες οι τρίχες στον αυχένα μου σηκώνονται. Δεν είναι δυνατόν.

Γυρίζει προς το μέρος μου αργά και επιβεβαιώνει του φόβους μου. Οι γονείς μου τον κοιτούν να με κοιτάει. Κανείς δε μιλάει. Η αμηχανία είναι τόσο πυκνή που με κάνει να τρέμω.
«Δεν προσέξατε ότι φοράει κοστούμι;» τους λέω τραχιά, με φωνή που στάζει θυμό. Είναι άνθρωποι αθώοι, αλλά αυτό παραπάει. «Τι τεχνικός είναι αυτός;» σχεδόν γελάω. Οι γονείς μου κοιτάζονται για λίγο. Δείχνουν να τα έχουν χαμένα.
«Είναι…αυτός που στέλνει τα καλάθια;» ρωτάει η μαμά μου ντροπαλά. «Τι όμορφος νέος» κοκκινίζει. Ωραία, σκέφτομαι. Άλλη μια θαυμάστρια για τη συλλογή του.
«Κίραν Κάβανο, κυρία μου» λέει εκείνος και πλησιάζει. Τείνει το χέρι του στους γονείς μου. Εκείνοι συνεχίζουν να είναι μπερδεμένοι. Κι εγώ. «Λυπάμαι αν σας εξαπάτησα για μερικά λεπτά, αλλά για εμένα ήταν ευκαιρία να μπω μέσα. Αν ξέρατε ποιος είμαι ίσως δε με αφήνατε να περάσω».
«Στάθηκες τυχερός που περιμέναμε τον τεχνικό, γιε μου» του λέει ο μπαμπάς μου αυστηρά. «Αλλά αν η κόρη μου δε θέλει να είσαι εδώ, τότε θα πρέπει να σου ζητήσω να φύγεις». Γυρνάνε και οι τρεις προς το μέρος μου. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε…
«Μπριάνα» λέει η μαμά μου, αλλά δεν μπορώ να απαντήσω. Τι θέλω; Να μείνει ή να φύγει; Δείχνει καταπονημένος όπως εγώ. Έχει χάσει τη λάμψη του, τον αέρα του. Αναρωτιέμαι μήπως είναι κάτι που δεν ξέρω ή αν απλώς έτσι θέλω να σκέφτομαι για να μη νιώθω τελείως ηλίθια.
«Μισή ώρα» λέω τελικά. Ο Κίραν χαμογελάει φευγαλέα. Οι γονείς μου αποσύρονται στην κουζίνα και μας αφήνουν μόνους στο σαλόνι. Βάζω ένα ξύλο στο τζάκι και η φωτιά δυναμώνει. Και αυτή που καίει τα σωθικά μου όμως. Τον βλέπω να βγάζει το παλτό του και να χαλαρώνει τη γραβάτα. Είναι πολύ όμορφος. Ενστικτωδώς πλησιάζω, αλλά απομακρύνομαι πάλι. Σερβίρει λίγο κονιάκ από αυτό που έχει ο πατέρας μου στο τραπέζι μας λες και το σπίτι είναι δικό του. Η οικειότητα με κάνει να ανατριχιάσω ξανά.
«Θα οδηγήσεις μετά;» τον προκαλώ. Η απόσταση μέχρι το σπίτι του είναι πάνω από 200 χιλιόμετρα. Δεν είναι καλό να έχει πιει.
«Έχω κάνει πρόβα τι θα σου πω χίλιες φορές και τα ξέχασα όλα όταν σε είδα» λέει, αγνοώντας την ερώτησή μου. Πίνει μια γερή γουλιά. «Οι γονείς σου φαίνονται πολύ συμπαθητικοί».
«Σου κάνει εντύπωση;» λέω ειρωνικά.
«Ίσα ίσα» κάθεται σε μια πολυθρόνα απέναντί μου. Τρίβει το σαγόνι του νευρικά. Έχει αφήσει μούσι. Είναι ακόμα πιο σέξι και θυμώνω με τον εαυτό μου που το σκέφτομαι.
«Τι θες εδώ;» ρωτάω κοφτά. «Τι ψέμα έμεινε που δεν μου είπες;».
Με κοιτάει με σκοτεινό βλέμμα και συνεχίζει να παίζει νευρικά με το ποτήρι του.
«Δε σου ζητάω να γυρίσεις. Δε σου ζητάω να με συγχωρήσεις» λέει. Γελάω ξερά.
«Αυτό έλειπε» τον κόβω. Δείχνει να πονάει με όσα του λέω. Αναπνέει βαριά. Δε θέλω να είμαι σκληρή με κανέναν άνθρωπο, ειδικά με εκείνον, αλλά πρέπει να διασώσω την αξιοπρέπειά μου. Κι ας είναι με μικρότητες.
«Θέλω απλώς να ξέρεις τα δεδομένα και μετά εσύ θα αποφασίσεις τι πρέπει να κάνεις».
«Δε θα αλλάξει κάτι» τον ενημερώνω.
«Θέλω να ξέρεις ότι ποτέ δεν αγάπησα άλλη γυναίκα όπως και όσο αγάπησα εσένα. Και δε σκοπεύω να το κάνω» λέει και η φωνή του ραγίζει. Προσπαθώ, προσπαθώ πολύ. Παίρνω βαθιές ανάσες. Δεν πρέπει να κλάψω. Δεν πρέπει να επηρεαστώ. Κι ας τον βλέπω να καταρρέει μπροστά μου. Δεν ξέρω αν πρέπει να τον πιστέψω. Τι κέρδος έχει όμως από όλο αυτό;
«Θέλω να ξέρεις ότι δεν φίλησα ή κοιμήθηκα ή πόθησα άλλη γυναίκα όσο ήμασταν μαζί. Ο γάμος μου με την γυναίκα αυτή είναι κανονισμένος από τις οικογένειές μας εδώ και χρόνια. Είναι κάτι που προσπάθησα να αποφύγω. Κέρδισα χρόνο, αλλά ήρθε η ώρα να το αντιμετωπίσω».
«Καλούς απογόνους» πετάω αλλά δεν σταματάει.
«Η μητέρα μου είναι μια γυναίκα που έχει παντρευτεί τρεις φορές. Ο Γουέστμπρουκ είναι ο τρίτος σύζυγος και το μεγαλύτερο «κελεπούρι». Με μεγάλωσε από τα 16 μου. Δεν έχει παιδιά και είδε σε μένα το διάδοχό του. Με σπούδασε και με βοήθησε να εξελιχθώ. Αλλά όταν αρνήθηκα να συνάψω σχέση με σκοπό να διευρύνω την αυτοκρατορία του, με έκανε στην άκρη. Δούλευα για καιρό σε μικρές εταιρείες, χωρίς να ξέρει κανείς ποιος είμαι. Έκανα σχέση μαζί σου. Ήμουν για πρώτη φορά ανεξάρτητος και ευτυχισμένος. Είχα κάποια χρήματα από τον βιολογικό μου πατέρα και δε μου έλειπε τίποτα. Είχα εσένα. Είχα τα πάντα».
«Συνέχισε» τον παροτρύνω. Συνεχίζει να είναι συγκινημένος. Κι εγώ όμως.
«Η μητέρα μου έμαθε ότι τα έχω με εσένα. Άρχισε τον πόλεμο ότι δε θέλω την πλούσια κληρονόμο και προτιμώ μια σερβιτόρα σε μπαρ. Ότι δεν εκτιμώ όσα μου προσέφερε ο πατριός μου και άλλα τέτοια. Δέχτηκα μεγάλη πίεση. Μου έκανε πλύση εγκεφάλου. Σε παρακαλούσα να αλλάξεις δουλειά και να βρεις κάτι άλλο. Οι τσακωμοί μας και η πίεσή της με έκαναν άκαμπτο. Γι’ αυτό χωρίσαμε την πρώτη φορά. Μέσα μου μάλλον δεν ήμουν έτοιμος να πολεμήσω για εσένα».
«Και τώρα; Είσαι; Αλήθεια, τι θέμα θα έχει ο γάμος;» γελάω ξερά.
«Δεν μπορώ να διαλύσω τον αρραβώνα. Διακυβεύονται πολλά. Η διαδικασία συγχώνευσης των ομίλων είναι περίπου στη μέση και οι γονείς και των δυο μας είναι παθιασμένοι με την ιδέα να παντρευτούμε».
«Εκείνη; Τι λέει;» ρωτάω τελικά.
«Τόσο καιρό, είχαμε μια τυπική σχέση. Φιλική. Ξέραμε ότι οι γονείς μας ήθελαν να παντρευτούμε και βγαίναμε πού και πού. Είχε σχέση. Είχα εσένα. Κάναμε πλάκα. Αλλά τώρα…».
«Πες μου».
«Από τότε  που ο πατριός μου αποφάσισε να το δημοσιοποιήσει, για να με πιέσει, εκείνη δείχνει να είναι πιο…ζεστή με το θέμα».
«Γιατί θέλει να σε πιέσει;».
«Ξέρει για σένα» λέει και ξαφνικά καταλαβαίνω γιατί με αγνοούσε τόσο επιδεικτικά ο Γουέστμπρουκ. «Θέλει να τελειώνω μαζί σου και να παντρευτώ. Του χρωστάω πολλά. Απειλεί ότι θα χωρίσει τη μητέρα μου, ότι θα μας αφανίσει οικονομικά, ότι θα σου κάνει κακό, ότι, ότι, ότι…»
«Ακούγεται τόσο γλυκός» γελάω ξερά. Αν είναι δυνατόν.
«Έκανα πόλεμο για να μη σε απολύσει όταν έμαθε ποια είσαι. Δεν είναι καλά».
«Ωραία» ψελλίζω. «Κατάφερες να με κάνεις να σε λυπηθώ. Τι με θες λοιπόν; Γιατί στέλνεις λουλούδια και παίρνεις τηλέφωνα; Οι δρόμοι είναι όλοι κλειστοί» διαπιστώνω.
«Φοβάμαι πως ισχύει αυτό» μου λέει και μισώ τον τρόπο που αποδέχεται τη μοίρα του και δεν παλεύει για εμάς.
«Ελπίζω να ευτυχήσεις» λέω και σηκώνομαι απότομα. Τείνω το χέρι μου αλλά δεν το πιάνει. «Μαμά, συνόδευσε τον κύριο στην έξοδο» λέω στον αέρα και τρέχω βολίδα στο δωμάτιό μου.

Απαντήσεις ήθελα. Απαντήσεις πήρα. Γιατί πονάει τόσο;




Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

κεφάλαιο 43-μπουνίδι

Κεφάλαιο 43
Μέσα σε δύο μέρες είχε μάθει ότι είχα φύγει από το διαμέρισμά μου και έμενα με την Ντάνι. Δεν έχω ιδέα πώς τα κατάφερε, αλλά εδώ με κορόιδευε τόσο καιρό, εκεί θα κολλούσε;
Από τη μέρα που ήρθα εδώ δεν έχω βγει καθόλου έξω. Ανεβαίνω μόνο μέχρι την ταράτσα για να πάρω λίγο αέρα και να κοιτάξω τον ουρανό. Τις πρώτες δύο μέρες ήρθε να με δει αλλά δεν του ανοίξαμε. Ο Πίτερ έλειπε σε ταξίδι, αλλά ευτυχώς γύρισε χθες και νιώθω μεγαλύτερη σιγουριά. Όχι ότι ο Κίραν μπορεί να γίνει βίαιος, αλλά ίσως μια αντρική παρουσία τον αποτρέψει από το να μας ενοχλεί με κουδούνια βραδιάτικα.
«Πρέπει να βγεις και λίγο. Σου λέω ότι κοίταξα και δεν είναι έξω» ακούω την Ντάνι να λέει για εκατοστή φορά. Πρέπει να βγω, να πάρω αέρα. Τα ίδια και τα ίδια. Είμαι στο δωματιάκι που λειτουργεί ως ξενώνας, κουκουλωμένη με τα παπλώματά μου παρόλο που δεν έχει κρύο. Ενημέρωσα χθες τηλεφωνικά τον ιδιοκτήτη ότι θα ξενοικιάσω το διαμέρισμά μου και κανόνισε η Ντάνι η μεταφορική να πάρει τα πράγματά μου και να τα βάλει σε μια προσωρινή αποθήκη, μέχρι να σκεφτώ τι θα κάνω. Αν αποφασίσω να αλλάξω σπίτι θα κρατήσω τα έπιπλα. Αν μετακομίσω σε άλλη πολιτεία, ίσως τα πουλήσω. Θα δω. Δε με νοιάζει και πολύ. Σήμερα το πρωί έστειλα και ένα μέιλ ότι παραιτούμαι. Δεν απάντησε κανείς  προς το παρόν. Δε με νοιάζει ούτε αυτό.
«Και επιτέλους φάε κάτι» λέει η Ντάνι και μπαίνει στο δωμάτιό μου κρατώντας ένα πιάτο με φρούτα. Τα ακουμπάει στο κομοδίνο, δίπλα στην υπόλοιπη συλλογή με ανέγγιχτα τρόφιμα. Εξαφανίζεται στο δωμάτιό της και επιστρέφει φουριόζα.
«Το αριστερό» λέω άψυχα. Κρατάει δύο φορέματα και δεν ξέρει ποιο  να φορέσει αύριο στη δουλειά. Η ζωή συνεχίζεται. Για κάποιους.
«Πάμε μια βόλτα!» ξαναλέει. Γνέφω αρνητικά και αρπάζω το βιβλίο που διαβάζω σήμερα. Είναι το τρίτο που τελειώνω σε πέντε μέρες. Δεν κάνω και τίποτα άλλο άλλωστε. Διαβάζω, κλαίω, διαβάζω, κλαίω.
«Γιατί δε βγαίνεις με τον Πίτερ;» λέω βαριεστημένα. Η κατάσταση στο σπίτι δεν είναι και πολύ ευχάριστη. Δεν τους αδικώ να θέλουν να μείνουν λίγο μόνοι, μακριά από ένα ζόμπι.
«Θέλω να βγούμε μαζί. Έχεις σκοπό να πεθάνεις;» θυμώνει μαζί μου και δεν την αδικώ.
«Πώς θα ένιωθες αν μάθαινες ότι ο Πίτερ δεν είναι αυτός που νομίζεις;» αρχίζω ξανά να κλαίω και η Ντάνι κάθεται δίπλα μου. Δεν ξέρει τι να πει. Μου τα έχει πει όλα. Ότι δεν αξίζει να στενοχωριέμαι, ότι δεν ήταν ο σωστός για εμένα. Αλλά τίποτα δε με ανακουφίζει.
Τα βράδια στροβιλίζεται στο μυαλό μου η εικόνα που με στοίχειωσε. Ο Κίραν, αγκαλιά με την ξανθιά με την οποία τον είχα ξαναδεί έξω από την εταιρεία.  Ήταν σε κάποια επίσημη εκδήλωση. «Ο γάμος της χρονιάς» έλεγε ο τίτλος.
Επιτέλους το ευτυχές ζευγάρι ανακοίνωσε την ημερομηνία του γάμου τους. Ο πετυχημένος επιχειρηματίας,προγονός του Μάθιου Γουέστμπρουκ, και η δικηγόρος Λινέτ Σέτζγουικ, κόρη του ιδιοκτήτη της πασίγνωστης αλυσίδας σούπερ μάρκετ, ενώνουν τις δυνάμεις και τις ζωές τους σε 11 μήνες από τώρα. Το ζευγάρι διατηρεί χαμηλούς τόνους, αλλά είναι μαζί εδώ και 2 χρόνια. Τόσο οι γονείς, όσο και οι μελλόνυμφοι πλέουν σε πελάγη ευτυχίας.
Φτάνω στην τουαλέτα στο τσακ και αδειάζω τα σωθικά μου. Κάνω συνέχεια εμετό. Δεν αντέχω τις σκέψεις που περνάνε από το μυαλό μου. Πόσο πολύ με κορόιδεψε; Γιατί στάθηκα τόσο ηλίθια; Πώς έπαιξε μαζί μου;
Η Ντάνι προσπαθεί να με ηρεμήσει όταν επιστρέφω στο κρεβάτι, αλλά δε θέλω παρέα. Επίμονα κουδουνίσματα διακόπτουν την ησυχία μέσα στο σπίτι.

«Αυτός θα είναι» λέει η Ντάνι αδιάφορα. Εγώ φυσικά παγώνω. Τι στο καλό θέλει και έρχεται; Τι μπορεί να θέλει να μου πει που δε βρήκε τα κότσια να μου το πει πιο νωρίς;
«Θα κατέβω να του μιλήσω» λέει ο Πίτερ και φοράει στα πρόχειρα το μπουφάν του. Χτυπάει το κουδούνι συνεχόμενα. Είναι τρελός; Πώς τολμάει να ενοχλεί; Πόσα ψέματα έχει ακόμα στη φαρέτρα του;
«Δε θέλω να τον δω» λέω στη φίλη μου απλά. Η Ντάνι γνέφει. Μου χαϊδεύει το κεφάλι τρυφερά. Καταλαβαίνει.
«Θα μείνεις εδώ όσο θέλεις. Μέχρι να βαρεθεί να σε ενοχλεί. Και μέχρι τότε θα έχει ξεκαθαρίσει μέσα σου τι θες να κάνεις».
«Δε θέλω να είμαι βάρος» της λέω ντροπαλά.
«Είσαι  η καλύτερή μου φίλη. Δεν είσαι βάρος. Απλώς λυπάμαι που σου έτυχε κάτι τέτοιο» με αγκαλιάζει. «Και δεν καταλαβαίνω τι θέλει να σου πει και επιμένει και μας ενοχλεί». Δεν της απαντάω. Κι εγώ αναρωτιέμαι τα ίδια.
Ο Πίτερ γυρίζει μετά από μερικά λεπτά.  Μπαίνει στο δωμάτιό μου και όταν τον βλέπουμε ουρλιάζουμε και οι δύο. Τα ρούχα του είναι σκισμένα και το πρόσωπό του είναι γεμάτο αίματα.
«Είναι τρελός» ψελλίζει και σωριάζεται σε μια πολυθρόνα.
«Τι έγινε; Αγάπη μου!» χάνει η Ντάνι την ψυχραιμία της, αλλά ταυτόχρονα επιθεωρεί το πρόσωπό του και φέρνει βαμβάκι και ιώδιο για τις πληγές του.
Μας εξηγεί ότι ο Κίραν ήθελε να με δει. Προσπάθησε να μπει μέσα με το ζόρι. Ο Πίτερ τον απώθησε και ο Κίραν τον χτύπησε. Πρέπει να είχε πιει και λίγο.
«Δεν τον προκάλεσα. Του είπα ότι γνωριζόμαστε καιρό και ότι δεν πρέπει να φερόμαστε άσχημα, αλλά δεν άκουγε. Ήταν σαν τρελός. Σαν αγρίμι. Γυάλιζε το μάτι του. Θα με σκότωνε αν δε μας χώριζε ο Τζον από τον 3ο ο οποίος ερχόταν εκείνη την ώρα».
«Είναι τρελός» λέει η Ντάνι.
«Είναι εγωιστής» τη διορθώνω.
«Δε θα τον αφήσουμε να σε ενοχλήσει» λέει ο Πίτερ.
«Ντρέπομαι πολύ για όλα όσα σας προκάλεσα» λέω και το εννοώ.
«Μην είσαι χαζή» λέει ο Πίτερ, αλλά το βλέπω ότι είναι ακόμα σοκαρισμένος από την επίθεση. Κι εγώ το ίδιο. Ο Κίραν είναι πάντα ήρεμος και συγκροτημένος. Τώρα επιτίθεται σε αθώο κόσμο; Δεν καταλαβαίνει ότι προσπαθούν να με προστατεύσουν;
«Έλεγε ότι θέλει να σου μιλήσει, να σου εξηγήσει. Έλεγε ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται» μου λέει.
«Και πώς είναι δηλαδή;» γελάω και κλαίω μαζί. «Τον σιχαίνομαι. Και τώρα που τα έβαλε και μαζί σας, τον σιχαίνομαι διπλά».
«Θα βάλουμε κάποιον να σας προσέχει» λέει ο Πίτερ. Η Ντάνι του περιποιείται τις πληγές.
«Σιγά μη βάλουμε και σωματοφύλακα» του λέει κοφτά. «Πώς θα πας αύριο στη δουλειά έτσι; Το πρόσωπό σου θα μελανιάσει άσχημα» μονολογεί η φίλη μου.
«Και τι θα κάνουμε; Θα κλειστούμε στο σπίτι; Ο τύπος είναι επικίνδυνος. Μήπως να τον αφήσουμε να της μιλήσει τηλεφωνικά;»
«Αποκλείεται» λέμε ταυτόχρονα με την Ντάνι.
«Είχε ευκαιρίες να μου μιλήσει και δεν το έκανε. Ο Κίραν έχει τελειώσει για μένα και την επόμενη φορά που θα τον δω, πρέπει να είμαι σε θέση να μη νιώθω τίποτα. Μέχρι τότε, θέλω να απομακρυνθώ λίγο. Νομίζω ότι ήρθε καιρός να πάω στους δικούς μου για μερικούς μήνες».




Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

κεφάλαιο 42-τι λέτε να είδε;

Κεφάλαιο 42
Καθώς επιστρέφω με το τρένο από τους γονείς μου σκέφτομαι ότι έκανα πολύ καλά που απομακρύνθηκα λιγάκι από την κατάσταση. Οι γονείς μου με περίμεναν στο σπίτι μας λες και γύρισα από τον πόλεμο! Είχαν μαγειρέψει τα φαγητά που αγαπώ, είχαν ετοιμάσει γλυκά, είχαν αγοράσει καινούργια παπλώματα και σεντόνια για το δωμάτιό μου και μου είχαν αγοράσει ένα σωρό δώρα μικρής αξίας αλλά πολύ τρυφερά.
Είχα καιρό να τους δω όλους και κατάφερα να χαλαρώσω, παρόλο που δεν έκατσα πολύ. Φυσικά δεν είπα τίποτα για την αναμπουμπούλα που επικρατούσε στην εταιρεία. Τους είπα μόνο σταμάτησα από το μπαρ και αυτό τους χαροποίησε. Όχι ότι είχαν κάποιο πρόβλημα που δούλευα νύχτα, αλλά ήξεραν πόσο κουραζόμουν.
Στο μήνυμα του Μάλκολμ απάντησα πριν από μερικές μέρες ότι δε θεωρώ ότι μια έξοδος είναι καλή αρχή για μια επαγγελματική συνεργασία. Δεν απάντησε και δεν έδωσα συνέχεια. Θεωρώ δεδομένο ότι έχασα τη δουλειά, αλλά δε με νοιάζει και πολύ. Δε σκόπευα να φύγω από τον όμιλο για να πάω σε μια δουλειά όπου το αφεντικό τολμάει να μου στέλνει μηνύματα στο κινητό και να μου προτείνει να βγούμε. Και φυσικά δεν μου πέρασε από το μυαλό να κάνω κάτι τέτοιο στον Κίραν. Αυτό θα τον έκανε ράκος. Δεν είμαι σίγουρη ότι του αξίζει να ανησυχώ για εκείνον, αλλά το κάνω. Θα ήταν τελείως άκομψο να βγω με τον φίλο του.
Έχει προσπαθήσει να επικοινωνήσει μερικές φορές μου αλλά δεν απάντησα. Ήθελα να ηρεμήσω και το έκανα. Έβαλα μερικά πράγματα στη θέση τους μέσα μου. Αποφάσισα ότι δε θέλω να βγω με κάποιον για να πληγώσω τον Κίραν. Επίσης, αποφάσισα να μην ασχοληθώ με το αν ο Κίραν επικοινώνησε με τον φίλο του όταν έμαθε ότι μου ζήτησε να
Ανοίγω την πόρτα του διαμερίσματός μου πολύ κουρασμένη μετά από ένα μακρύ ταξίδι και αφού πετάω την τσάντα μου σε μια καρέκλα, κατευθύνομαι στο ντους. Μετά από ένα απολαυστικό μπάνιο, ετοιμάζω τα ρούχα που θα φορέσω αύριο στη δουλειά και ανοίγω το λάπτοπ μου για να στείλω  στη Ντάνι κάτι που μου ζήτησε να της προωθήσω. Είχα μερικές μέρες αποχή από το ίντερνετ, σε μια προσπάθεια να απομακρυνθώ από όλους και όλα.
Χαζεύω λίγο στο ίντερνετ όταν σε μια κουτσομπολίστικη στήλη βλέπω κάτι που με σοκάρει σε τέτοιο βαθμό, που νιώθω το κορμί μου να παγώνει αργά, από τα πόδια και προς τα πάνω. Τηλεφωνώ στην Ντάνι και της λέω τι είδα. Μιλάω γρήγορα και μπερδεμένα και δυσκολεύεται να καταλάβει. Της στέλνω το λινκ μέσω facebook και περιμένω. Η κοφτή ανάσα που παίρνει, μου δείχνει ότι είδε ό,τι είδα και σοκαρίστηκε όσο σοκαρίστηκα. Μόνο που δε νιώθει όπως νιώθω. Γιατί εγώ νιώθω σαν να με κλώτσησε κάποιος στην κοιλιά, σαν να μου έκλεψαν τη ζωή, σαν να με σκότωσαν με πολλαπλές μαχαιριές στην καρδιά.
«Σταμάτα να κλαις, δεν αξίζει» μου λέει και την ακούω να λέει στον Πίτερ ότι θα έρθει σε μένα. Δεν προσπαθώ καν να της αλλάξω τη γνώμη. Τη χρειάζομαι πολύ. Θα τρελαθώ αν μείνω μόνη. Θα κάνω καμιά τρέλα.
Κάθομαι στο σαλόνι και σκέφτομαι, σκέφτομαι, σκέφτομαι. Πρέπει να έχει περάσει κάπου μία ώρα όταν η Ντάνι μπαίνει στο διαμέρισμα με τα κλειδιά της. Τρομάζω.
«Δεν με άκουγες που χτυπούσα;» με ρωτάει και γνέφω αρνητικά. Ήμουν απορροφημένη στα τρελά σενάρια που γεννάει το μυαλό μου.
«Καταλαβαίνω ότι τον αγαπάς ακόμα» λέει και κάθεται δίπλα μου. Δεν μπαίνω στον κόπο να τη διαψεύσω. Έχει έρθει ως εδώ με τις πιτζάμες και ένα πρόχειρο μπουφάν. Τέτοια φίλη είναι. «Αλλά έχετε χωρίσει και…»
«Και γιατί μου στέλνει μηνύματα; Γιατί; Γιατί έρχεται;» τη ρωτάω και δάκρυα ρέουν από τα μάτια μου. Δάκρυα απελπισίας και βαθιάς απογοήτευσης γιατί ο Κίραν με κορόιδεψε σαν γυναίκα αλλά και σαν άνθρωπο.
«Επειδή είναι άντρας και του αρέσει να παίζει» λέει σκληρά η Ντάνι. Θέλω να της πω ότι ο Κίραν δεν είναι έτσι. Είναι σεμνός και ξέρει τι θέλει, είναι ντόμπρος και ειλικρινής. Τουλάχιστον έτσι πίστευα.  Και δεν μπορώ να το δεχτώ ότι έπαιξε έτσι μαζί μου.
«Ντάνι, πες μου τι να κάνω…» την παρακαλάω.
«Καταρχήν δε θα πας στη δουλειά αύριο» λέει αποφασιστικά και γνέφω. Αυτό εννοείται. «Θα έρθεις να μείνεις λίγο μαζί μας, μήπως και τολμήσει να έρθει ως εδώ να σε ενοχλήσει αν καταλάβει ότι είδες τα δημοσιεύματα» συνεχίζει. «Θα παραιτηθείς με ένα απλό και ωραίο μέιλ και θα βρούμε μια δουλειά. Σταμάτα κι εσύ να είσαι τόσο περήφανη!» με μαλώνει.
«Δε θέλω να μεσολαβήσει ο Πίτερ. Τα μισώ αυτά» της θυμίζω. Ο Πίτερ έχει καλή θέση και συνεχώς με πιέζει να μου βρει κάτι, αλλά δε θέλω. Έχω την αξιοπρέπειά μου.
«Δε θα γυρίσεις στη δουλειά αύριο. Άφησέ τον να βγάλει το φίδι από την τρύπα τώρα που θα φύγεις εσύ. Να δω ποιον ηλίθιο θα βρει να κάνει δέκα δουλειές μαζί».
«Δε θέλω να τον δω ξανά» ξεσπάω σε νέο κύκλο δακρύων. Η φίλη μου με αγκαλιάζει.
«Θα τα βάλουμε όλα σε τάξη» με καθησυχάζει. «Αρκετά πιέστηκες. Αρκετά το πέρασες όλο αυτό μόνη. Εγώ και ο Πίτερ είμαστε στο πλάι σου. Θα σε βοηθήσουμε να απομακρυνθείς» λες και μιλάει για έναν επικίνδυνο εθισμό. Μήπως είναι όμως;
«Δεν το πιστεύω αυτό που είδα, δεν το πιστεύω» συνεχίζω να κλαίω, ανίκανη να διαχειριστώ την πραγματικότητα. Είμαι μουδιασμένη.
«Και εγώ σοκαρίστηκα, αλλά έχω μάθει να περιμένω τα πάντα από τους ανθρώπους» λέει η Ντάνι. Είναι πιο κυνική από μένα. Εγώ ήμουν αθώα ηλίθια. «Σήκω. Πάρε την τσάντα σου και μερικά πράγματα και πάμε να φύγουμε από εδώ» επιμένει αλλά δεν μπορώ να σταθώ όρθια. Περιμένω λίγο, αλλά ξέρω τι πρέπει να κάνω. Θα απομακρυνθώ από τα ψέματά του. Δε θα επιτρέψω στον εαυτό μου ξανά να γίνει θύμα του.




Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

κεφάλαιο 41-ανδρικη φιλια

Κεφάλαιο 41
Φυσικά η συνέντευξη ήταν επεισοδιακή. Ο υπεύθυνος ανθρώπινου δυναμικού μού έκανε μερικές ερωτήσεις σχεδόν βαριεστημένα, μέχρι που μπούκαρε ο ιδιοκτήτης της εταιρείας και αιφνιδίασε κι εμένα και τον ίδιο τον υπεύθυνο με την παρουσία του εκεί.  Με ρώτησε κι εκείνος μερικά πράγματα, κυρίως για τα καθήκοντά μου στην τωρινή μου δουλειά. Εγώ ήξερα ότι ήξερε ποια είμαι, αλλά εκείνος δεν ήξερε ότι ήξερα ποιος είναι και φυσικά δεν αποκάλυψα ότι με ενημέρωσε ο Κίραν ότι ζήτησε συστάσεις χωρίς την έγκρισή μου.
Και επειδή η μοίρα έχει πολύ χιούμορ, ο Μπέιλι  Μάλκολμ, ο φίλος του Κίραν και ιδιοκτήτης της εταιρείας, λίγο πριν φύγω από την εταιρεία με πρόλαβε στην έξοδο ενώ καλούσα ταξί και μου είπε ότι θέλει πολύ να δουλέψω κοντά τους. Είχε μείνει στη συνέντευξη για περίπου ένα τέταρτο και μετά έφυγε λόγω ενός τηλεφωνήματος. Τελείωσα τη συνέντευξη με τον υπεύθυνο ανθρώπινου δυναμικού που δε μου έδωσε ξεκάθαρη εικόνα για το αν με θέλει. Δε μου φάνηκε πολύ επαγγελματική η προσέγγισή του Μπέιλι, να με φωνάζει πριν μπω στο ταξί και να μου λέει στα όρθια ότι βλέπει σε μένα πολλές προοπτικές, αλλά το απέδωσα στο γεγονός ότι είναι και αυτός εξίσου νέος με τον Κίραν και μάλλον παρορμητικός. Ένας άνθρωπος ο οποίος έχει στήσει ολόκληρη εταιρεία και είναι μόνο 30 χρονών, πρέπει να είναι έτοιμος να παίρνει άμεσα αποφάσεις. Το θέμα είναι κατά πόσο αυτές οι αποφάσεις είναι εκούσιες. Ελπίζω ο Κίραν να μην έχει σχέση με όλο αυτό.
Το σκέφτομαι καθοδόν προς την εταιρεία και μέχρι να καθίσω στο γραφείο μου έχω λάβει ένα μήνυμα στο κινητό από άγνωστο νούμερο.
Θα ήθελα να βγούμε απόψε, να σε πείσω να δουλέψεις κοντά μας και να σε γνωρίσω καλύτερα. ΜΜ
Κοιτάω την οθόνη σαν χαζή και ξαναδιαβάζω το μήνυμα. Τον έπιασα να με κοιτάει με ενδιαφέρον 2-3 φορές, αλλά δεν περίμενα να με προσεγγίσει εκτός επαγγελματικού πλαισίου. Είμαι τελείως μπερδεμένη. Αν δεχτώ τη δουλειά αυτό συνεπάγεται ότι θα δώσω αέρα στο αφεντικό; Να βγω να ξεκαθαρίσω την κατάσταση ή να αρνηθώ; Να ρωτήσω τον Κίραν ή θα δημιουργήσω ρήξη μεταξύ των φίλων; Διάολε, τι ακριβώς συζήτησαν μεταξύ τους; Αποκλείεται ο Κίραν να του μίλησε για τη σχέση μας φυσικά, αλλά πίστευα ότι θα είχε με κάποιον τρόπο δείξει ότι δεν είμαι μια τυχαία υπάλληλός του.
Πιάνω δουλειά κατά τις 11 και μέχρι τις δύο είμαι ήδη έτοιμη να αποκοιμηθώ πάνω στο γραφείο. Ο ελάχιστος ύπνος και το άγχος με έχει καταβάλει. Ο Κίραν ευτυχώς δεν έχει φανεί. Φυσικά, δεν έχω απαντήσει στο μήνυμα του Μάλκολμ. Τον ψάχνω λίγο στο ίντερνετ. Εμφανίζεται σπάνια δημοσίως . Είναι ομολογουμένως πολύ εντυπωσιακός: ψηλός και ξανθός με γαλάζια μάτια. Κανείς δε συγκρίνεται με τον Κίραν, φυσικά, αλλά δεν παύει να είναι πολύ γοητευτικός. Υπό κανονικές συνθήκες θα με ενδιέφερε η πρότασή του να βγούμε, αλλά αυτό τον καιρό δεν μπορώ να σκεφτώ τον εαυτό μου να φλερτάρει, να ζει και να διασκεδάζει. Πόσω μάλλον με τον ίσως μελλοντικό εργοδότη μου!
«Διάλειμμα!» ακούω ένα ξαφνικό τσιριχτό γέλιο και βλέπω τη Λούσι μπροστά μου! Τρέχω και τη σφίγγω στην αγκαλιά μου. Έχω καιρό να τη δω και μου έχει λείψει.
«Πώς και από δω;» τη ρωτάω διερευνητικά. Την απομάκρυναν από την εταιρεία επειδή μετέφερε πληροφορίες από εδώ και από εκεί. Με τι όρους έφυγε όμως;
«Ε καλά! Δε μου απαγόρεψαν και την είσοδο!» γελάει με το ύφος μου. «Ήρθα να υπογράψω τη καινούργια σύμβαση και είπα να σε δω!» κάθεται και μέσα σε μερικά λεπτά της λέω τα νέα. Ξέρει ότι η Κέντρα έφυγε και της εξηγώ πώς αντιμετωπίζω τον όγκο δουλειάς. Δε λέμε κουτσομπολιά, μόνο γκρινιάζουμε για το πόση δουλειά έχουμε. Εκείνη έχει αναλάβει καθήκοντα γραμματέως σε μια διεύθυνση και μιλάει συνεχώς στο τηλέφωνο, με αποτέλεσμα να έχει πονοκέφαλο συνεχώς. Τη νιώθω.
Κανονίζουμε να πάμε για φαγητό την επόμενη βδομάδα, γιατί την Παρασκευή έχω κανονίσει με τον Πίτερ και τη Ντάνι να βγούμε να μου ανακοινώσουν και επίσημα ότι παντρεύονται. Το Σαββατοκύριακο λέω να πάω μέχρι τους γονείς μου. Δεν ξέρω ακόμα. Θέλω λίγη απόσταση από την πόλη. Να ηρεμήσω και να ανασυνταχθώ. Νομίζω ότι δεν πρέπει να δεχτώ την θέση που μου προσφέρει ο Μάλκολμ αλλά προς το παρόν είναι το μόνο εισιτήριο που έχω για να ξεφύγω από την παρούσα κατάσταση. Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη πλέω.
Ο Κίραν μπουκάρει κατά τις έξι το απόγευμα στο γραφείο και κλωτσάει με νεύρα ένα κουτί που έχω δίπλα στο γραφείο μου με χαρτιά για ανακύκλωση. Δεν τον περίμενα και ξαφνιάζομαι. Τόσο από την παρουσία του όσο και από την επεισοδιακή είσοδό του.
«Ο Μπέιλι μού έστειλε μόλις ότι σου προσέφερε τη θέση, αλλά δεν απάντησες» μου λέει σχεδόν επιθετικά, λες και έκανα κάτι κακό. Είναι δυνατόν να έγινε αυτό; Μήπως ο Μπέιλι τον έβαλε να με ψαρέψει αν πήρα το μήνυμά του;
«Δεν ήξερα ότι είμαι υποχρεωμένη να το κάνω» του λέω. «Και νόμιζα ότι εσύ δεν ήθελες να φύγω».
«Κι εγώ νόμιζα ότι θες να φύγεις άρον άρον» ειρωνεύεται. Έχει αλλάξει ρούχα. Θα πέρασε από το σπίτι του μάλλον.
«Θέλω να φύγω, ισχύει, αλλά θα το κάνω όταν και όπως θέλω».
«Και τι ακριβώς θες;» επιμένει. Ο Κίραν φέρεται πολύ αλλοπρόσαλα. Από τη μία δε θέλει να φύγω και από την άλλη τσαντίζεται που δεν πάω στον φίλο του; Ελπίζω να μην τα έχει κανονίσει πίσω από την πλάτη μου να με «αποκαταστήσει» και έμμεσα να ελέγχει τις κινήσεις μου. Η ιδέα με κάνει να θέλω να γελάσω.
«Να μην εμπλέκεσαι εσύ! Και για να έχουμε καλό ερώτημα, γιατί έχεις θυμώσει; Θες να φύγω ή όχι; Αποφάσισε!!» γελάω με το ύφος του.
«Θέλω να μείνεις εδώ. Αλλά αν θες να φύγεις, καλύτερα να πας κάπου να είσαι ασφαλής» με εκνευρίζει με το πατρικό του ύφος και ουσιαστικά επιβεβαιώνει τους φόβους μου ότι λειτουργεί υπογείως, λες και του ζήτησα εγώ ποτέ βοήθεια. Άλλα πράγματα ήθελα από εκείνον. Πράγματα πιο απλά. Πράγματα που δεν έκανε.
«Ασφαλής υπό ποία έννοια;» χαμογελάω σαρκαστικά.
«Ο Μπέιλι είναι καλός φίλος και θα σου δώσει πολλά. Το συζητήσαμε» εξηγεί σαν να είμαι χαζή. Μάλιστα. Τα έχουν όλα προαποφασίσει λες και δεν έχω προσωπικότητα και περιθώριο επιλογής.
«Ο Μπέιλι μού ζήτησε να βγούμε απόψε. Το συζητήσατε κι αυτό;» του λέω κοφτά και απολαμβάνω ένα καλειδοσκόπιο χρωμάτων να εναλλάσσεται στο πρόσωπό του: μπεζ, κόκκινο, μωβ και πάλι πίσω. Ανοίγει το στόμα του και το ξανακλείνει. Κλωτσάει ξανά το κουτί και φεύγει φουριόζος από το γραφείο μου, κοπανώντας την πόρτα πίσω του τόσο έντονα, που το γραφείο σείεται ολόκληρο μέχρι να φτάσει στο ασανσέρ.



Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

κεφάλαιο 40-παλτό μαύρο




Κεφάλαιο 40

«Νόμιζα ότι υπάρχει εχεμύθεια σε αυτές τις περιπτώσεις» του λέω το επόμενο πρωί που συζητάμε το θέμα ανοιχτά. Ακόμα δεν έχω ξεπεράσει το σοκ. Δείχνει να διασκεδάζει την κατάσταση κι εγώ αναρωτιέμαι γιατί έχω μπλέξει τόσο άσχημα.
«Ο ιδιοκτήτης της εταιρείας στην οποία πας για συνέντευξη τυχαίνει να ήταν συμφοιτητής μου» με ενημερώνει. «Βρεθήκαμε για ποτό πριν από περίπου δέκα μέρες».
«Δε θυμάμαι να έδωσα την άδεια να ζητήσουν συστάσεις» παραξενεύομαι. Θεωρητικά δε θα έπρεπε να ρωτήσουν για μένα τον προηγούμενο εργοδότη μου. Τουλάχιστον όχι χωρίς να με ρωτήσουν.
«Είσαι τόσο αθώα» γελάει και εκνευρίζομαι περισσότερο με όσα παίζονται πίσω από την πλάτη μου. «Είδε ότι δουλεύεις στην εταιρεία μου και πίστευες ότι δε θα πάρει το φίλο του να ρωτήσει ποια είσαι και γιατί φεύγεις;».
«Την εταιρεία σου;» ρωτάω μπερδεμένη. Τον βλέπω να χάνει λίγο το χρώμα του αλλά συνέρχεται άμεσα. Μπορεί και να κάνω λάθος βέβαια. Μπορεί να φταίει το γεγονός ότι συζητάμε ενώ μπαινοβγαίνουμε στο μπάνιο και στο σαλόνι, προσπαθώντας να ετοιμαστούμε.
«Εννοώ…την εταιρεία στην οποία είμαι διευθυντής» διορθώνεται. «Είμαστε φίλοι» επαναλαμβάνει.
«Το θεωρώ απαράδεκτο» λέω. «Αν δεν είχαμε σχέση οι δύο μας, τώρα θα είχα μπλέξει άσχημα αν μάθαινες ότι ψάχνω αλλού για δουλειά, κάτι που αποτελεί δικαίωμα κάθε εργαζομένου».
«Πριν συνεχίσεις το μανιφέστο, θα ήθελα να σου θυμίσω ότι σου προσέφερα προαγωγή και αύξηση. Είσαι τρελή να θες να φύγεις και μάλιστα για μια παρόμοια θέση».
«Θα είμαι μακριά σου όμως. Και αυτό είναι πιο πολύτιμο και από όλες τις προαγωγές του κόσμου» χαμογελάω ξερά. Δεν το εννοώ πλήρως. Να, τώρα π.χ. που στέκομαι κοντά του και αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να είναι τόσο όμορφος χωρίς να έχει καν χτενιστεί, αμφιταλαντεύομαι σχετικά με το πόσο τον έχω ξεπεράσει.
«Δεν πρόκειται να σε αφήσω να φύγεις. Πάρ’ το απόφαση» συνεχίσει να χαμογελάει ενώ βγαίνουμε από το διαμέρισμα. «Από την εταιρεία, από τη ζωή μου, ποτέ».
«Μεγάλες κουβέντες» λέω κοφτά και τον προσπερνώ στο διάδρομο.

Κατεβαίνουμε με τα σκαλιά αντί να πάρουμε ασανσέρ. Χρειάζομαι λίγη ενέργεια.
«Είναι γελοίο να με πας στη συνέντευξη» του λέω για τελευταία φορά αλλά δεν τον πείθω.
«Δε θα σε πάω μέχρι μέσα. Υποσχέθηκα να μην σου πω ότι ξέρω για τη συνέντευξη. Άλλωστε είσαι μεγάλο κορίτσι, σε εμπιστεύομαι» λέει και τολμάει να μου τσιμπήσει το μάγουλο το κάθαρμα. Έχω κοιμηθεί ελάχιστο αλλά η αδρεναλίνη μου είναι ήδη στα ύψη.
«Κίραν, μέχρι να φύγω από την εταιρεία μπορείς να μη με ξαναενοχλήσεις;» μορφάζω ενοχλημένη. «Εμείς οι δύο…είμαστε κακή ιδέα, σε κάθε επίπεδο».
«Εμείς οι δύο θέλουμε προσπάθεια. Και εσύ έχεις μάθει να μη βρίσκεις λύση στα προβλήματα» μου ρίχνει το μπαλάκι.
«Στα προβλήματα που προκαλείς εσύ!» του θυμίζω. «Εσύ με χώρισες επειδή δούλευα σε μπαρ, εσύ μου κρύβεις πράγματα, εσύ διαλύεις τη σχέση μας. Και φταίω εγώ που δε βρίσκω συμβιβαστική λύση; Όσο δεν ανοίγεις τα χαρτιά σου, όσο δεν ξέρω όλα τα στοιχεία, δε θα παλέψω για κάτι στα τυφλά» ξεκαθαρίζω. Τον βλέπω να χάνει το κέφι του και το χαμόγελό του σβήνει. Τον έπεισα. Αυτό δε μου δίνει χαρά ωστόσο. Λυπάμαι που τον στεναχώρησα κι ας εννοώ όσα λέω.
«Το τραβάς στα άκρα ενώ είναι ξεκάθαρο ότι εμείς οι δύο δεν έχουμε τελειώσει» λέει.
«Δεν μπορώ να σου δείξω τυφλή εμπιστοσύνη όταν εσύ δεν το έκανες όταν σου ζητούσα το ίδιο!» χάνω την υπομονή μου ενώ μπαίνουμε στο αμάξι και πληκτρολογεί τη διεύθυνση της εταιρείας στο GPS.
«Μην το πας μία σου και μία μου» λέει και με κάνει να νιώθω λίγο ανώριμη. Μου περνάει αμέσως ευτυχώς.
«Και είμαι έξαλλη που με πας στη συνέντευξη λες και είσαι ο μπαμπάς μου».
«Σε πάω για καλή τύχη».
«Νόμιζα ότι δε θες να πάω».
«Θα κάνω ό,τι μπορώ να σε κρατήσω αλλά αν σου προσφέρουν κάτι καλό, θα είμαι χαρούμενος αν ανοίξεις τα φτερά σου μακριά μου. Επαγγελματικά μόνο».
«Έχουμε χωρίσει. Σε προσωπικό επίπεδο έχω ήδη ανοίξει τα φτερά μου».
«Έχεις βρει άλλον;» ρωτάει ήρεμα. Φαινομενικά τουλάχιστον.
«Όχι αλλά…»
«Ωραία».
«Εσύ;».
«Δεν απαντάω σε ηλίθιες ερωτήσεις».
«Κίραν, άναψε πράσινο» τον ενημερώνω. Είναι αφηρημένος. Οδηγεί πιο προσεκτικά και μετά από περίπου 15 λεπτά με αφήνει έξω από την εταιρεία. Γλύτωσα πολύ χρόνο με το αυτοκίνητο. Με τα μέσα θα έκανα μία ώρα επιπλέον. Πετάγομαι από το αμάξι και το ίδιο και αυτός.
«Στάσου» τον ακούω να λέει και  προλαβαίνει και με πιάνει από τον καρπό. Με γυρίζει προς το μέρος του, μου τακτοποιεί μια τούφα πίσω από το αυτί, με επιθεωρεί από πάνω μέχρι κάτω, ισιώνει στοργικά το πέτο του παλτό μου και αφού μου χαμογελάει γλυκά, με σφίγγει πάνω του και μου δίνει το πιο ατελείωτο, το πιο γλυκό φιλί που μου έχει δώσει ποτέ.


 

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

κεφάλαιο 39-η αλεπού 100 αλλά το αλεπουδάκι 101

Κεφάλαιο 39
Προσπαθώ να σκεφτώ τι επιλογές έχω ενώ είμαι κρυμμένη στο μπάνιο. Μπορώ να τον αφήσω να κοιμηθεί στον καναπέ και το πρωί να του πω να με «πετάξει» μέχρι τη γειτονιά όπου είναι η εταιρεία και να του ζητήσω να με αφήσει κάπου εκεί κοντά. Δεν πιστεύω να θέλει να με συνοδεύσει στον «γιατρό» μου. Ωστόσο, ακόμα και αν αυτό με βγάλει από τη δύσκολη θέση, δεν είναι ηθικά σωστό να το κάνω. Πώς είναι δυνατόν να τον βάλω να με πάει στη συνέντευξη για δουλειά σε άλλη εταιρεία και να τον αφήσω να ανησυχεί για την υγεία μου; Είμαι τελείως μπλεγμένη, αλλά μέσα μου ξέρω τι πρέπει να κάνω. Έχω αγχωθεί και μόνο στην ιδέα ότι μπορεί ήδη να ξέρει την αλήθεια και να παίζει μαζί μου. Ο Κίραν ωστόσο δε θα το έκανε ποτέ αυτό. Κοιτάω το είδωλό μου στο καθρέπτη. Χαμογελάω. Πόσο καλά ξέρεις στ’ αλήθεια τον Κίραν; αναρωτιέμαι. Νόμιζες καλά, αλλά στην πραγματικότητα καθόλου. Αποφασίζω να του μιλήσω το πρωί και να του ζητήσω να φύγει ο καθένας για τη δουλειά του. Θα του πω την πάσα αλήθεια. Μπορεί να θυμώσει, αλλά θα καταλάβει την ανάγκη μου να αλλάξω περιβάλλον και να μείνω μακριά του. Σίγουρα το πρωί θα είναι πιο καθαρό το μυαλό του.
«Είσαι καλά;» τον ακούω να ρωτάει και βγαίνω αμέσως. Τον κοιτάω απορημένη. «Είσαι μέσα είκοσι λεπτά και δεν έχω ακούσει ούτε κίνηση. Φοβήθηκα ότι λιποθύμησες» λέει ενώ είναι ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς στον καναπέ μου. Έχει τακτοποιήσει τα ρούχα του σε μια καρέκλα και φοράει ένα φανελάκι. Από κάτω δε θέλω να σκέφτομαι.
«Η κατάσταση είναι σουρεάλ» λέω και ανασηκώνω τα φρύδια έκπληκτη με το θέαμα. Εκείνος χαμογελάει αχνά, αλλά χαμογελάει. Το ξέρει ότι είναι τρελό όλο αυτό και το διασκεδάζει. Η αμηχανία μου έχει χτυπήσει κόκκινο.
«Πήγαινε για ύπνο. Δε θα ξυπνάς αύριο» με μαλώνει. Μένω ακίνητη στη θέση μου. Βιδωμένη στο πάτωμα. Σταυρώνω τα χέρια μου στο στήθος και τον κοιτάω.
«Εδώ θα κοιμηθείς δηλαδή;» επιμένω.
«Μπορώ να έρθω και μέσα» χαμογελάει ξανά.
«Εννοώ σπίτι μου» διευκρινίζω αλλά ξέρει καλά τι εννοούσα. Προσπαθεί να με αποσυντονίσει και το κάνει πολύ καλά. Μου λείπει το βράδυ από το κρεβάτι και τώρα είναι τόσο κοντά…. Είναι πολύ εύκολο το μυαλό μου να ξεστρατίσει.
«Έτσι λέω» απαντάει άνετα. «Ήρθα μέχρι εδώ και πέρασε η ώρα. Είναι κρίμα να γυρνάω σπίτι μου ενώ ο καναπές σου είναι τόσο άνετος» λέει, και ο σαρκαστικός τόνος του δε με αφήνει ανεπηρέαστη.
«Κάνε ό,τι θες» ξεφυσάω. «Άλλωστε τώρα που ξέρω ότι είσαι τρελός, δεν πρόκειται να σου ανοίξω ξανά την πόρτα. Τελευταίο βράδυ που κάνεις κατάληψη στο χώρο μου».
Επιστρέφω στο δωμάτιό μου, αρπάζω ένα μαξιλάρι από το κρεβάτι μου και αφού επιστρέφω  στο σαλόνι, του το πετάω. Δείχνει να το χρειάζεται. Το πιάνει στον αέρα και το βάζει κάτω από το κεφάλι του. Τώρα δείχνει πιο άνετα. Για κάποιο λόγο νιώθω τώρα κι εγώ πιο άνετα.
«Πέσε για ύπνο» μου λέει πάλι. Λίγο πιο σοβαρός τώρα. Νυστάζω πολύ, αλλά τα πόδια μου δε λένε να ξεκολλήσουν από το πάτωμα. Επιμηκύνω το χρόνο που είμαι μαζί του. Ο Κίραν είναι μοναδικό θέαμα όταν είναι χαλαρός. Στη δουλειά είναι πάντα σε εγρήγορση. Σου δίνει την εντύπωση ότι σώμα και μυαλό δουλεύουν σε πλήρη αρμονία και στο 100%. Όταν χαλαρώνει και ξεκουράζεται, μου θυμίζει πόσο νέος είναι, πόσο ήρεμος μπορεί να είναι όταν δεν τον απασχολεί κάτι.
«Κίραν…» πάω να πω κάτι αλλά δεν ξέρω τι είναι αυτό. Νιώθω κάτι παράξενο να αναδεύεται μέσα μου. Είμαι τόσο μπερδεμένη με την παρουσία του. Θέλω να φύγει. Θέλω να μείνει. Θέλω να έρθει μέσα. Θέλω να μείνω μόνη.
«Μην πιέζεσαι άλλο» λέει γλυκά, αλλά δε με κοιτάει. Μου αρέσει που ξέρει πώς νιώθω. Κι ας μη μιλάω. Έχει κλείσει τα μάτια του και δείχνει να έχει χαλαρώσει. Πώς μπορεί να είναι τόσο ήρεμος όταν εγώ καταρρέω;
«Είσαι εδώ μέσα και…»

«Δε θα ξυπνάς αύριο! Θες να πας στη συνέντευξη με μαύρους κύκλους;» λέει ξαφνικά και παγώνω.

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

κεφάλαιο 38-Συγγνώμη που χάθηκα ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΕΡΕΣ!

Κεφάλαιο 38

Η Ντάνι και ο Πίτερ με γυρίζουν σπίτι γιατί είμαι λίγο ζαλισμένη από το ποτό. Δεν ήταν καλή ιδέα να πιω τρία ποτά ενώ ξέρω ότι αμέσως με επηρεάζει το αλκοόλ, αλλά περνούσαμε καλά και ο Στίβεν όλο και με έβαζε να δοκιμάσω τα καινούργια του κοκτέιλ, οπότε το ένα οδήγησε στο άλλο και τώρα βρίσκομαι στο σαλόνι με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια, προσπαθώντας να ηρεμήσω. Είμαι μεν ζαλισμένη, αλλά έχω ακόμα λίγο μυαλό στο κεφάλι μου και ξέρω καλά ότι αύριο θα έχω πονοκέφαλο και θα το μετανιώσω πικρά όταν θα προσπαθώ να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη στη συνέντευξη.
Ξεβάφομαι σέρνοντας τα πόδια μου και ρυθμίζω το ξυπνητήρι μου. Πρέπει να είμαι στην άλλη άκρη της πόλης στις 09.00, άρα 08.15 πρέπει να είμαι στο μετρό. Μου μένουν καθαρές 6 ώρες ύπνου, αλλά δεν νυστάζω περιέργως πώς. Το μυαλό μου τριβελίζουν οι ίδιες σκέψεις και τα ίδια ερωτηματικά. Ποιος είναι στην πραγματικότητα ο Κίραν και τι σχέση έχει με την εταιρεία; Πού να είναι τώρα και ποια είναι η ξανθιά; Συνδέονται όλα αυτά ή απλά είμαι τρελή;
Ξαπλώνω στο κρεβάτι και σβήνω το φως. Πέρασα ωραία σήμερα, αλλά το βάρος στο στήθος δε με αφήνει να ανασάνω ξέγνοιαστα. Θέλω να σταματήσω να σκέφτομαι τα όσα έγιναν, αλλά δεν μπορώ. Η Ντάνι κάνει ό,τι μπορεί και εγώ προσπαθώ να είμαι απασχολημένη με άλλα πράγματα αλλά δεν καταφέρνω να μην τον σκέφτομαι.  
Έχω σχεδόν αποκοιμηθεί, πάλι κλαμένη, όταν ακούω έναν ήχο από το σαλόνι. Αφουγκράζομαι και ακούω κάποιον να χτυπάει απαλά την πόρτα. Τρομάζω και αρπάζω το κινητό στο χέρι. Καλώ το νούμερο της αστυνομίας αλλά δεν πατάω κλήση. Πλησιάζω προς την πόρτα για να κοιτάξω από το ματάκι και από μέσα μου ευχαριστώ τον Κίραν που έχει βάλει τόσα συστήματα ασφαλείας. Η παλιά μας πόρτα άνοιγε με μια γερή κλωτσιά.
Το σοκ μού κόβει την ανάσα γιατί πίσω από την πόρτα βρίσκεται αυτός που την πλήρωσε. Ο Κίραν κοιτάει κάτω, αλλά είναι σίγουρα αυτός. Ανοίγω την πόρτα και το φως σχεδόν ταυτόχρονα. Μπαίνει μέσα αστραπιαία και κάθεται στον καναπέ χωρίς να μιλάει. Εγώ στέκομαι μπροστά του και όρθια, ανίκανη να αντιδράσω. Αναρωτιέμαι αν ονειρεύομαι.
«Είσαι καλά;» μπλέκει και ξεμπλέκει τα δάχτυλά του. «Έμαθα ότι έχεις ραντεβού με τον γιατρό σου αύριο. Είναι κάτι που πρέπει να ξέρω; Εσύ δεν παίρνεις ποτέ άδεια» με βομβαρδίζει με ερωτήσεις.
«Ήρθες σπίτι μου ξημερώματα να με ρωτήσεις για την υγεία μου;» τον ρωτάω σοκαρισμένη. «Εσύ δεν είσαι καλά, όχι εγώ» του τονίζω.
«Τι έχεις; Σε τι γιατρό θα πας;» με ρωτάει και βλέπω ότι είναι ειλικρινά αγχωμένος.
«Έχω καιρό να κάνω ΠΑΠ και ο γιατρός μου έχει μόνο πρωινά ραντεβού» λέω. Στην πραγματικότητα κάνω την εξέταση αυτή κάθε χρόνο τον Μάρτιο, αλλά δε χρειάζεται να το ξέρει αυτό.
«Είσαι…σίγουρη ότι δεν είναι κάτι άλλο;» με κοιτάει και βλέπω στο βλέμμα του την αγωνία. Δεν ξέρω πώς να το ερμηνεύσω όλο αυτό και αν πρέπει να χαρώ. Μάλλον όχι.
«Σαν τι;» απορώ.
«Μήπως…να…σκέφτηκα ότι μπορεί να είσαι έγκυος» μου λέει και η σιωπή που ακολουθεί τη δήλωσή του είναι τόσο απόκοσμη που ανατριχιάζω. Βγάζει το μπουφάν του και σηκώνεται για να μου το φορέσει αλλά τραβιέμαι. Ανατριχιάζω ακόμα περισσότερο. Αφήνει το μπουφάν στον καναπέ και κάθεται πάλι.
«Φαίνεσαι κουρασμένη και σκέφτηκα ότι ίσως…» ψελλίζει. Θέλω να γελάσω με την ιδέα του. Δεν ωφελεί να του πω ότι είμαι κουρασμένη επειδή κοιμάμαι ελάχιστα επειδή τον σκέφτομαι συνεχώς και υποφέρω.
«Δεν είμαι έγκυος, αλλά οι αλλαγές στην εταιρεία με έχουν καταβάλει. Μπορείς να φύγεις τώρα;» τεντώνω το χέρι μου δείχνοντας προς την πόρτα, αλλά δεν κουνιέται. Τι να κάνω; Να καθίσω ή να συνεχίσω να στέκομαι; Πόσο θα μείνει;
«Δε θέλω να ταλαιπωρηθείς αύριο. Θα σε πάω εγώ στο γιατρό και μετά πάμε μαζί στην εταιρεία» λέει. Τον κοιτάω αποσβολωμένη. Τα μάτια μου πρέπει να χάσκουν ορθάνοιχτα. Και το στόμα μου επίσης.
«Εγώ λέω να φύγεις» λέω κοφτά, προσπαθώντας να μην ουρλιάξω με το μπέρδεμα που έχει δημιουργηθεί. «Δεν είναι δουλειά σου να με πας πουθενά. Έχουμε χωρίσει» τονίζω την τελευταία λέξη, πιο πολύ για να το χωνέψω εγώ.
«Θα κοιμηθώ στον καναπέ» τολμάει να πει. Και χαμογελάει. Πού βρίσκει την όρεξη απορώ. Εγώ σκέφτομαι ότι ζω σε κάποιο παράλληλο σύμπαν. Δε γίνεται να συμβαίνουν αυτά στην πραγματικότητα.
«Θα καλέσω την αστυνομία» του δείχνω την οθόνη του κινητού μου. «Δεν θέλω να είσαι εδώ μέσα».
«Γιατί αντιδράς έτσι; Καταρχήν είμαστε σε διάσταση. Δεν έχουμε χωρίσει. Και δεύτερον, μπορούμε να έχουμε μια πολιτισμένη σχέση» λέει και χαμογελάει. Σηκώνεται και με προσπερνά. Πηγαίνει στην κουζίνα και βάζει λίγο νερό. Σαν το σπίτι του. Όσο πίνει το νερό του έχω την ευκαιρία να τον κοιτάξω. Έχω μερικές μέρες να τον δω και ομολογώ μου έχει λείψει. Φοράει ένα τζιν και μωβ σκούρο πουλόβερ. Δεν το έχω ξαναδεί. Φυσικά του πάει πάρα πολύ. Είναι πάντα πολύ εντυπωσιακός. Αυτό φταίει που η καρδιά μου χτυπάει. Σωστά;
«Κίραν, θέλω να κοιμηθώ» λέω ενοχλημένη.
«Κοιμήσου» επιμένει. Μου περνάει από το μυαλό ότι ίσως ξέρει για την συνέντευξη και θέλει να με ταλαιπωρήσει. Πώς είναι δυνατόν όμως;
«Κίραν, έχουμε χωρίσει τόσο καιρό. Γιατί ήρθες απόψε;» ρωτάω μετά από μερικά δευτερόλεπτα. Δεν απαντάει αμέσως.
«Έχω έρθει και άλλα βράδια, αλλά λείπεις» με αιφνιδιάζει. Κάποια βράδια είχα κοιμηθεί στη Ντάνι. Ισχύει.
«Γύρισε στο σπίτι σου. Δε θα δεχτώ να με πας  πουθενά αύριο. Ακόμα και ζευγάρι να ήμασταν δε θα το δεχόμουν μάλλον».
«Θέλω να περάσουμε λίγο χρόνο μαζί» επιμένει σαν κακομαθημένο παιδί και η επιμονή του κάνει την καρδιά μου να φτερουγίζει στο στήθος μου. Ακόμα και μετά από όσα έχουν γίνει, η ηλίθια καρδιά μου τρελαίνεται όταν τον βλέπει.
«Ωραία ώρα βρήκες!» γελάω για να μην κλάψω.
«Στη δουλειά με αποφεύγεις» μου θυμίζει. «Έχω ζητήσει δύο φορές να έρθεις να με ενημερώσεις για την πορεία των πραγμάτων στη μετά-Κέντρα εποχή κι εσύ με αγνοείς. Και έμαθα ότι ακόμα να υπογράψεις τη νέα σύμβαση. Γιατί με αποφεύγεις;».
«Είναι πιο εύκολο για να συνηθίσω τον χωρισμό μας».
Με κοιτάει για λίγο αλλά δεν αντιδράει. Για λίγη ώρα δε μιλάμε. Κάθομαι παραιτημένη στον καναπέ και αυτός στην άλλη άκρη. Δε με πλησιάζει και αυτό με γεμίζει αντιφατικά συναισθήματα. Θα φύγει; Θα μείνει; Τι θέλω  πραγματικά;
«Μπορείς να μου φέρεις μια κουβέρτα;» με ρωτάει τελικά. Βογκάω δραματικά.
«Νόμιζα ότι θα σου περνούσε!» λέω έξαλλη.
«Δε μου περνάει όμως» μου λέει εκείνος και κάτι στο επίμονο, διεισδυτικό του βλέμμα με κάνει να νιώθει ότι δε μιλάει για την αποψινή του απόφαση να έρθει εδώ.



Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Κεφάλαιο 37-Best HR ever

Κεφάλαιο 37

Η Κέντρα έστειλε και πήραν τα πράγματά της, βάζοντας τελεία στη συνεργασία της με τον όμιλο και τυπικά. Ο άνθρωπος που ήρθε προσπάθησε να πάρει και έγγραφα αλλά πήρα την πρωτοβουλία και δεν τον άφησα. Ο Ράιαν ενέκρινε την απόφασή μου. Εγώ συνεχίζω να κάνω δέκα δουλειές ταυτόχρονα και αγνοώ εδώ και τρεις μέρες τον Ράιαν ο οποίος με ενημέρωσε από το τηλέφωνο ότι θέλει να με συναντήσει για την «αναπροσαρμογή του μισθού μου τώρα που οι αρμοδιότητές μου έχει διευρυνθεί». Δε θέλω ούτε προαγωγές, ούτε αυξήσεις, ούτε τίποτα. Όχι όσο εμπλέκεται ο Κίραν σε όλο αυτό.
Ο Κίραν. Έχω να τον δω από τη συνάντηση στο καφέ και νιώθω ταυτόχρονα ηρεμία και άγχος. Ηρεμία που κάνω τη δουλειά μου και δε με ενοχλεί κανείς, αλλά άγχος, γιατί ξέρω ότι θα μου αφήσει λίγο χρόνο και να με ενοχλήσει πάλι. Ευτυχώς που αύριο έχω συνέντευξη και έχω κάτι να ελπίζω. Ενημέρωσα ότι θα έρθω στις 11.00 στη δουλειά γιατί έχω ραντεβού με τον γιατρό μου. Ο Ράιαν πείστηκε εύκολα ευτυχώς.
«Απόψε θα βγεις μαζί μας και δε δέχομαι αντίρρηση» τσιρίζει στο τηλέφωνο η Ντάνι. Μετανιώνω που το σήκωσα. Στη δουλειά συνήθως δεν απαντάω προσωπικές κλήσεις, αλλά όταν είναι η Ντάνι κάνω μια εξαίρεση, παρόλο που πνίγομαι στη δουλειά. Ο ενθουσιασμός της μου προκαλεί πονοκέφαλο. Την λατρεύω, αλλά στη φάση αυτή δεν ξέρω πώς να διαχειριστώ το χάσμα που χωρίζει τις ζωές μας. Εκείνη ζει τον απόλυτο έρωτα και σχεδιάζουν με τον Πίτερ σιγά σιγά να παντρευτούν και εγώ κάθε βράδυ κοιμάμαι πνιγμένη στα δάκρυα.
«Έχω πρωινό ξύπνημα αύριο και θέλω να είμαι φρέσκια στη συνέντευξη» λέω ψιθυριστά. Δεν πτοείται.
«Και αν μείνεις μέσα θα ξεκουραστείς ή θα αγχωθείς περισσότερο; Θα βγεις μαζί μας να συζητήσουμε τι μπορεί να σε ρωτήσουν και θα χαλαρώσουμε! Στις 20.00 στο μπαρ» λέει και το κλείνει πριν αντιδράσω. Έχω καιρό να πάω στο μπαρ και μου λείπουν τα παιδιά. Ο Στίβεν μού έστειλε μάλιστα χθες μήνυμα ότι έχω χαθεί.  
Απαντάω σε μερικά μέιλ της Κέντρα και στέλνω απάντηση σε ένα πρακτορείο μοντέλων το οποίο θέλει να συνεργαστεί μαζί μας. Τους ζητάω χρόνο να διαχειριστούμε το αίτημα και ότι θα επικοινωνήσουμε εμείς μαζί τους. Το καταγράφω ώστε αν χρειαστεί να αναλάβει κάποιος τη θέση να γνωρίζει τις εκκρεμότητες.
Κατά το μεσημέρι βλέπω τον Ράιαν να περνάει τις πόρτες του γραφείου.
«Γραφείο-φάντασμα» σχολιάζει κοιτώντας τριγύρω την απόλυτη ηρεμία, την ανατριχιαστική μοναξιά. Η αλήθεια είναι ότι η κατάσταση είναι αφόρητη. Το κλίμα είναι βαρύ σε όλη την εταιρεία και μέσα στο κάποτε ζωηρό γραφείο μας, επικρατεί τώρα μια αύρα εγκατάλειψης.  Άραγε ο Κίραν θα καταφέρει να γυρίσει το τιμόνι και η εταιρεία να μην πέσει στα βράχια;
«Ράιαν, σε τι οφείλω την τιμή;» τον πειράζω ενώ κοιτάζω τα ατελείωτα έγγραφα πάνω στο γραφείο μου. Φυλλάδια, προσκλητήρια, κάρτες, ενημερωτικά. Κάποια πρέπει να πεταχτούν και κάποια να αρχειοθετηθούν.
«Ξέρεις! Έφερα μερικά έγγραφα να υπογράψεις» μου πετάει άλλον έναν πάκο μπροστά μου. Το βλέμμα μου τραβάει ένα ποσό στη μέση περίπου του νέου συμβολαίου μου. Είναι ο μισθός μου συν μια αύξηση της τάξεως του 40%. Είναι παράλογο και φυσικά δε σκοπεύω να δεχτώ τον οίκτο του Κίραν μέσω του Ράιαν, αλλά δεν μπορώ να απορρίψω μια τέτοια προσφορά χωρίς να φανεί ότι είμαι φευγάτη από την εταιρεία. Ακόμα δε θέλω να ανοίξω τα χαρτιά μου.
«Ράιαν, δεν είμαι σίγουρη ότι είμαι σε θέση να αναλάβω τόσα καθήκοντα. Άσε με μερικές βδομάδες να συνηθίσω και μετά υπογράφω ό,τι θες» λέω. «Πρέπει πρώτα να αποδείξω την αξία μου. Η αύξηση αυτή είναι πολύ κολακευτική, αλλά θέλω να την αξίζω» συμπληρώνω και με θαυμάζω για τον τρόπο μου. Ο Ράιαν δεν πείθεται όμως. Με κοιτάει λες και είμαι εξωγήινη.
«Πάρε τα λεφτά και άσε τα ωραία λόγια» λέει μεταξύ σοβαρού και αστείου. «Κάνεις καλύτερη δουλειά από ό,τι έκανε ποτέ η Κέντρα και η Κέντρα έπαιρνε τα διπλάσια από αυτά. Και χάρη μας κάνεις» επιμένει. Νιώθει λες και περιμένει να υπογράψω και να πάρει τα χαρτιά. Δε θα το κάνω όμως. Είναι σίγουρα δουλειά του Κίραν όλο αυτό. Να με «καλύψει» οικονομικά.
«Ράιαν, έχω πολλή δουλειά και θέλω να διαβάσω τους όρους με προσοχή. Θέλω λίγο χρόνο» λέω δυναμικά. Γνέφει θετικά.
«Το νέο αφεντικό δείχνει να σου έχει πολλή εμπιστοσύνη» λέει, χωρίς κάποιο υπονοούμενο. Ο Ράιαν με εκτιμάει και ξέρω ότι δεν το θεωρεί ύποπτο. Εγώ το θεωρώ όμως. Ο Κίραν δε θα έπρεπε να προσπαθεί να μου δώσει αύξηση και προαγωγή αλλά θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρος μαζί μου από την αρχή.
«Δουλέψαμε λίγο καιρό μαζί και ίσως εκτίμησε τον επαγγελματισμό μου» γελάω, αυτοσαρκαζόμενη. Γελάει μαζί μου.
«Είναι μερικά πράγματα που μου διαφεύγουν» λέει τελικά. Χαμογελάει, αλλά δείχνει προβληματισμένος. «Σχετικά με εσένα, τον Κίραν, την απομάκρυνση της Κέντρα, τις αλλαγές στη διοίκηση, τον Γουέστμπρουκ και ένα σωρό άλλα. Αναρωτιέμαι αν όλα αυτά είναι αλληλένδετα» λέει αλλά δεν απαντάω στη σιωπηρή ερώτηση.
«Ράιαν, ας κάνουμε τη δουλειά μας όσο πιο καλά μπορούμε και ας αφήσουμε τα υπόλοιπα» τον προτρέπω. Γνέφει ξανά και μου χαμογελάει σαν να μου λέει ότι ξέρει ότι τον αποφεύγω.
«Διάβασέ τα» δείχνει τα χαρτιά στο γραφείο μου και με αφήνει μόνη να τελειώσω τις υποχρεώσεις μου και να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου.


Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

κεφάλαιο 36-πανίνι με χαλούμι και παστράμι

Κεφάλαιο 36

Δεν ξέρω τι να σκεφτώ, αλλά εξίσου μπερδεμένος φαίνεται και ο Ράιαν. Δεν έχει απαντήσεις στα δεκάδες ερωτήματα που του κάνω με ταχύτητα πολυβόλου. Πότε έγινε; Ποιος το αποφάσισε; Γιατί; Πού είναι; Ανακοίνωσε κάτι;
Τίποτα. Σιγή ιχθύος από το καινούργιο αφεντικό. Σέρνω τα βήματά μου μέχρι το γραφείο και κάθομαι βαριά στην καρέκλα μου. Δεν ξέρω τι να κάνω. Είμαι πολύ αναστατωμένη και δεν μπορώ να διαχειριστώ τον όγκο των πληροφοριών. Κάτι μου διαφεύγει, ένα κομμάτι του παζλ το οποίο θα ρίξει φως στα νέα γεγονότα.
Λείπει η Κέντρα και δεν ξέρω τι είναι πιο επείγον να κάνω. Συνήθως εκείνη όριζε τις προτεραιότητες. Για την επόμενη ώρα δουλεύω με αμείωτη ενέργεια, χωρίς να ξέρω καλά καλά αν θα μείνω στη θέση μου. Μπαίνω στα μέιλ της Κέντρα και απαντώ στα γρήγορα στους συνεργάτες μας ότι η εταιρεία υφίσταται ανακατατάξεις και ότι όποιος χρειάζεται κάτι μπορεί να απευθύνεται σε μένα. Μετά μπαίνω στο δικό μου λογαριασμό και απαντάω και στα δικά μου μέιλ. Αυτή τη βδομάδα δεν έχουμε κάποια πιεστική προθεσμία και γενικά είναι μια ήρεμη περίοδος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν θέματα όπως ένα συνέδριο στο οποίο επρόκειτο να παρευρεθεί η Κέντρα την επόμενη βδομάδα καθώς και μια διαφημιστική καμπάνια που κάναμε στην τηλεόραση και δεν είχε την απήχηση που περιμέναμε.
Η Ντάνι μού στέλνει μήνυμα να πάμε για ποτό το βράδυ και της λέω ναι. Έχω πολλά να της πω. Θα της πω επιτέλους όλη την αλήθεια γιατί κοντεύω να τρελαθώ. Η ώρα είναι δύο και πρέπει να φάω κάτι γιατί το στομάχι μου είναι κόμπος. Λίγο πριν πάρω την τσάντα μου, απαντάω σε μια κλήση από άγνωστο νούμερο. Είναι για μια συνέντευξη στην οποία είχα πάει πριν από είκοσι μέρες. Μου λένε ότι πέρασα στο δεύτερο γύρο συνεντεύξεων μαζί με άλλους δύο υποψήφιους. Θέλουν να με δουν ξανά την Τετάρτη στις 10 το πρωί και την Παρασκευή κιόλας θα έχουν αποφασίσει. Αυτό με γεμίζει ελπίδες και άγχος ταυτόχρονα. Είναι το εισιτήριό μου να φύγω από εδώ μέσα.
Βγαίνω από το κτίριο και σφίγγω γύρω μου το παλτό μου. Κατευθύνομαι σε ένα μικρό μαγαζάκι με σάντουιτς με αλλαντικά και τυριά από όλο τον κόσμο. Κάθομαι και τρώω, χωρίς να κοιτάζω γύρω μου. Είμαι σκυμμένη πάνω από το κινητό μου και χαζεύω στο ίντερνετ προσπαθώντας να ηρεμήσω λίγο, όταν κάποιος τραβάει απότομα την μεταλλική καρέκλα απέναντί μου και κάθεται. Σηκώνω τα μάτια έκπληκτη, και τον βλέπω μπροστά μου, να κάθεται λες και τον προσκάλεσα.
«Τι θες εδώ;» ρωτάω απότομα και πριν απαντήσει, κάνει νόημα να του φέρουν ένα καφέ και ένα μπριος με σολομό.
«Δεν ήξερα ότι απαγορεύεται να τρώω εδώ» λέει καυστικά και με κοιτάει.
«Μπορείς να τρως όπου θες, αλλά όχι στο τραπέζι μου».
«Τα άλλα είναι πιασμένα».
«Γιατί δεν πας να κάτσεις με εκείνον τον κύριο;» του δείχνω άλλο ένα άτομο που κάθεται μόνο του σε ένα τραπεζάκι με δύο καρέκλες. Μορφάζει λες και τον χτύπησα.
«Εξυπνάδες» λέει απλά.
«Συγγνώμη» δαγκώνω το κάτω χείλος με ψεύτικη συστολή. «Είχα ξεχάσει σε ποιον μιλάω. Κύριε Κάβανο, συγγνώμη» λέω και σηκώνομαι απότομα. Κοιτάω το ρολόι μου. «Πρέπει να γυρίσω στο γραφείο μου. Έλειψα τρία λεπτά παραπάνω. Υπόσχομαι να καθίσω υπερωρία» λέω και κάνω να φύγω, αρπάζοντας το κινητό μου, αλλά αφήνοντας το φαγητό και τον καφέ μου πίσω.
Με προλαβαίνει και με αρπάζει από τον καρπό τόσο γρήγορα και τόσο αθόρυβα που κανείς δεν παίρνει χαμπάρι τίποτα.
«Κάθισε κάτω» με διατάζει και συμμορφώνομαι.
«Ως τι μου επιβάλεις να μείνω;» τον προκαλώ.
«Ως Κίραν» λέει και με αγριοκοιτάει.
«Τι θες;» ρωτάω όταν δε μιλάει για λίγο. Αναστενάζει λες και τον κουράζω.
«Έμαθες τα νέα φαντάζομαι. Ο Γουέστμπρουκ αποφάσισε ότι…».
«Δε θέλω να ξέρω» τον σταματώ απότομα με μια χειρονομία. «Ό,τι και να είναι, δε με νοιάζει. Δε σκοπεύω να μείνω πολύ στην εταιρεία. Είναι μια εταιρεία γεμάτη ψέματα και δολοπλοκίες».
«Είναι μέρος της δουλειάς μου να καθαρίσω μερικά πράγματα. Είναι ένα από τα καθήκοντά μου και σκοπεύω να…»
«Αδιαφορώ.  Ό,τι κι αν πεις, δε με νοιάζει. Δε θέλω να ξέρω πώς γίνεται να απαλλάξεις την εταιρεία από τις δολοπλοκίες και τα ψέματα όταν εσύ ο ίδιος λειτουργείς με σκοτεινό τρόπο». Αλλάζει χρώμα, αλλά δεν απαντάει και συνεχίζω ακάθεκτη. «Δεν είσαι στη θέση που είσαι λόγω προσόντων μόνο, αλλά και για άλλους λόγους. Προσωπικά με θίγει να μην ξέρω την αλήθεια γιατί κάποτε είχαμε σχέση, αλλά…».
«Κάποτε; Δε χωρίσαμε πριν από δέκα χρόνια» γελάει ειρωνικά. Όντως είναι ακόμα πρόσφατο, αλλά μοιάζει να έχουν περάσει αιώνες.
«Τα γεγονότα ήταν καταιγιστικά και ο χρόνος μετράει αλλιώς» του θυμίζω.
«Θέλω να αναλάβεις τη θέση της Κέντρα επίσημα» μου πετάει τη βόμβα.
«Δεν την θέλω».
«Είσαι πολύ πιο ικανή από όσο ήταν. Μην είσαι χαζή και τυφλώνεσαι από τον εγωισμό. Επίτηδες δεν την αντικατέστησα. Εσύ είσαι η καλύτερη για τη θέση».
«Δε θέλω προαγωγή ελεημοσύνης» διευκρινίζω. Βράζω από το θυμό μου.
«Θα ενημερώσω το τμήμα προσωπικού αλλά θα ήθελα να είμαι εγώ αυτός που θα σου το ανακοινώσει».
 «Κάνε ό,τι θες, μεγάλο αφεντικό, αλλά σταμάτα να με απασχολείς. Για όσο μείνω στην εταιρεία, θέλω να μην σε βλέπω καθόλου».
«Πού θα πας;» ρωτάει με ενδιαφέρον, αλλά δεν του λέω για τη συνέντευξη φυσικά. Τον έχω ικανό να μπλοκάρει την πρόσληψή μου εκεί.
«Δε σε αφορά».
«Ενδιαφέρομαι για σένα. Αυτό δεν μπορείς να μου το απαγορεύσεις» λέει και χαμογελάει. Σταυρώνει τα χέρια του στο στήθος και ξέρει ότι με ταράζει με όσα λέει.
«Αν συνεχίσεις να με ενοχλείς, θα παραιτηθώ και θα φύγω από την πόλη» χαμογελάω κι εγώ. Μιμούμαι τη στάση του.
«Και τι θα κάνεις;»
«Θα γυρίσω στους γονείς μου, θα ταξιδέψω, θα αλλάξω παραστάσεις».
«Το έχεις ήδη σκεφτεί;»
«Αν θες να μείνω στη θέση μου και να τακτοποιήσω το χάος που άφησε η Κέντρα πίσω της, μη με ενοχλείς. Αν με ενοχλήσεις ξανά, θα παραιτηθώ επιτόπου» απειλώ. Δεν είμαι σίγουρη ότι το εννοώ, αλλά θέλω πολύ να το εννοώ.
«Δεν το εννοείς αυτό» λέει με σιγουριά, αλλά το βλέπω ότι η πανοπλία του έχει ραγίσει.
«Απόλυτα» απαντάω κοφτά. «Για όσο μείνω στην εταιρεία, θέλω να σε βλέπω μόνο τυχαία» λέω και σηκώνομαι. Αυτή τη φορά όταν κάνω να φύγω, δε με σταματάει.
Δεν ξέρω αν νιώθω ανακούφιση ή απογοήτευση.



Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

κεφάλαιο 35- αναρρωτική με χαρτί γιατρού

Κεφάλαιο 35

Φυσικά και δεν επιστρέφω στη δουλειά. Δεν μπορώ να τον αντιμετωπίσω. Ζητάω μερικές μέρες άδεια και αξιοποιώ το χρόνο μου. Κυρίως κλαίω, αλλά ταυτόχρονα κάνω και μια άλλη, επείγουσα δουλειά. Κανονίζω με την Ντάνι και μεταφέρουμε τα έπιπλά μας σε μια μικρή αποθήκη την οποία νοικιάσαμε για ένα τρίμηνο και βλέπουμε. Η Ντάνι δε θέλει να πετάξει τα παλιά της έπιπλα, αλλά δεν μπορεί τώρα να ασχοληθεί με την πώλησή τους. Εγώ, πάλι, της είπα ότι θέλω να μείνω σε ένα πιο μικρό διαμέρισμα και δε χρειάζομαι τόσους καναπέδες, καρέκλες, τραπέζια και όλα όσα είχαμε αγοράσει μαζί. Στο τέλος της πέμπτης μέρας, κλείνουμε την πόρτα της αποθήκης και όλα μας τα υπάρχοντα μέσα, εκτός από το κρεβάτι μου και μια συρταριέρα. Ενημέρωσα τον ιδιοκτήτη ότι ξενοικιάζω και έχω αρχίσει ήδη να ψάχνω ένα μικρό διαμέρισμα σε μια περιοχή λίγο πιο μακριά από το κέντρο, ώστε να γλυτώσω χρήματα. Έχω επίσης στείλει βιογραφικό σε πολλές εταιρείες και έκλεισα ραντεβού την επόμενη βδομάδα για μια συνέντευξη. Η Ντάνι πρέπει να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά δεν το έχει σχολιάσει, μάλλον από διακριτικότητα, και όχι από αδιαφορία. Περνάμε πολύ χρόνο μαζί. Νιώθω σχεδόν σαν να μην έφυγε.
Δεν με έχει ενοχλήσει αυτές τις μέρες, πέρα από ένα μήνυμα που μου έστειλε και με ρώτησε γιατί δεν πάω στη δουλειά. Του απάντησα ότι είμαι κρυωμένη και δεν συνεχίστηκε ο διάλογος. Τη Δευτέρα το πρωί όμως με βαριά καρδιά σπρώχνω την γυάλινη πόρτα του γραφείου μου. Περιμένω να βρω κάποιον εκεί, αλλά είμαι μόνη. Ο Κίραν δεν έχει έρθει ακόμα. Ούτε η Κέντρα. Ανοίγω τον υπολογιστή και διαβάζω τα μέιλ μου. Τίποτα ενδιαφέρον, αλλά πρέπει να απαντήσω σε όλα. Μου παίρνει περίπου μία ώρα. Κοιτάω το ρολόι μου και δείχνει 10.15. Μα πού είναι όλοι; Παραγγέλνω έναν καφέ και κέικ και περιμένω υπομονετικά κάποιον να έρθει. Ακόμα και η Λούσι δεν ήταν στη θέση της σήμερα. Θα με ενημέρωνε για το λόγο που η εταιρεία θυμίζει νεκροταφείο σήμερα. Όχι ότι είχα όρεξη για παρεούλα, αλλά αυτό είναι τρελό. Η ερημιά είναι τρομακτική.
Ανεβαίνω με τις σκάλες ως τον πάνω όροφο. Εκεί είναι το τμήμα προσωπικού. Θέλω να ρωτήσω μερικές διευκρινίσεις σχετικά με την άδειά μου. Βρίσκω τους πάντες στη θέση τους. Ο Ράιαν, ο υπεύθυνος, χαμογελάει μόλις με βλέπει και με καλημερίζει. Με ρωτάει αν ανέρρωσα και τον διαβεβαιώνω πως είμαι καλά. Αναρωτιέμαι αν ξέρει λέω ψέματα. Μάλλον όχι. Δεν συνηθίζω να «αρρωσταίνω».
«Τι συμβαίνει κάτω;» ρωτάω γελώντας νευρικά. Νιώθω ότι κάτι μου διαφεύγει. Σαν να βλέπω κάποιο όνειρο. Ο Ράιαν με κοιτάει παγωμένος για λίγο. Σχεδόν σοκαρισμένος.
«Δεν ξέρεις;» με ρωτάει.
«Τι να ξέρω;» αρχίζουν να με ζώνουν τα φίδια. Μήπως έπαθε κάτι ο Κίραν; Ένα παγωμένο χέρι σφίγγει την καρδιά μου. Δε θέλω να ανησυχώ αλλά το κάνω.
«Κάθισε» μου λέει και αφού το κάνω αρχίζει να μου εξηγεί. «Ο Γουέστμπρουκ απέλυσε την Κέντρα και τον Τζέρεμι. Αυτοί οι δύο συνεργάζονταν εδώ και τρεις μήνες κρυφά με τους ανταγωνιστές και πουλούσαν πληροφορίες» λέει αλλά δε σοκάρομαι. Μου είχε περάσει από το μυαλό, αλλά δεν μπορούσα να το στοιχειοθετήσω.
«Τι κέρδος είχαν από αυτό;» απόρησα μεγαλόφωνα.
«Οι ανταγωνιστές τούς είχαν τάξει την αντίστοιχη θέση εκεί αν ξεσκεπαζόταν το παιχνίδι τους από εμάς. Φαντάζομαι σύντομα θα πιάσουν δουλειά στον όμιλο Μπλέικ».
«Μα δεν έχουν περάσει ούτε δέκα μέρες».
«Έγινε άμεσα. Ο Γουέστμπρουκ μάλλον το ήξερε καιρό αλλά τους έδινε ευκαιρίες. Αλλά μόλις πούλησαν ολόκληρο το περιεχόμενο του καινούργιου περιοδικού στους απέναντι, κανόνισε να τους ξεφορτωθεί. Απλά την εκτιμούσε την Κέντρα και δεν περίμενε να τον ξεγελάσει έτσι. Υποθέτω ότι δεν είχε καλή κρίση στην επιλογή συνεργατών».
«Μα αξίζει να λερώσεις το όνομά σου, για λίγα χρήματα; Πώς θα βρουν άλλη δουλειά στο μέλλον; Θα μαθευτεί στην αγορά» λέω. Ο Ράιαν γελάει μαζί μου.
«Είσαι τόσο αφελής. Τους πλήρωσαν καλά. Μιλάμε για κατασκοπία. Τι πιστεύεις ότι θα πήραν; Μερικές χιλιάδες δολάρια;».
«Και πάλι…ποιος εμπιστεύεται έναν προδότη;» λέω και δαγκώνομαι. Εγώ. Εγώ το έκανα.
«Ο Μπλέικ είναι κάθαρμα. Θα τους πετάξει στο δρόμο μόλις του στήσουν τα περιοδικά έτσι όπως τα θέλει».
«Κρίμα που η Κέντρα είναι τελείως ανίκανη και δε θα βοηθήσει καθόλου» γελάω κι ας είμαι κακιά. Νιώθω ότι μπορώ να μιλήσω ξεκάθαρα πια. «Η Λούσι;» ρωτάω.
«Μεταφέρθηκε στο κτίριο Λάιτ  με μια απλή σύσταση» με ενημερώνει. Τι στο καλό έχει συμβεί; Εφτά εργάσιμες μέρες έλειψα!!
«Για ποιο πράγμα;»
«Δεν ξέρω πολλά. Ακούστηκε ότι μετέφερε όσα έβλεπε σε υπαλλήλους με τους οποίους είχε στενή σχέση».
«Και τι έβλεπε;» ρωτάω νευρικά. Λες να συνδέεται με το γεγονός ότι μου μετέφερε όσα ήξερε; Αυτό θα είναι. Αλλιώς θα με είχε ενημερώσει ότι την άλλαξαν κτίριο και την έστειλαν στον εκδοτικό μας οίκο. Λες να πιστεύει ότι την κάρφωσα; Διάολε, μπέρδεμα.
«Δεν είμαι σίγουρος. Είναι η πρώτη απόφαση που πήρε ο νέος διευθυντής του ομίλου, κι ας μην έχει αναλάβει ακόμα επίσημα τα καθήκοντά του» χαμογελάει ξερά. Ξέρει ότι με αιφνιδιάζει και το διασκεδάζει.
«Ράιαν, θα με τρελάνεις! Ποιος είναι ο νέος διευθυντής;» θυμώνω αλλά το διασκεδάζω κιόλας. Ωστικό κύμα σαρώνει την εταιρεία. Είναι τελικά καλό που είμαι σε διαδικασία εξόδου.
«Ο Κίραν Κάβανο» μου χαμογελάει. Και το παζλ συμπληρώνεται με ακόμα ένα τοξικό κομμάτι.


Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

κεφάλαιο 34-καναπές βαράγκης

Κεφάλαιο 34

Η Ντάνι αποφάσισε να συγκατοικήσει με τον Πίτερ και μου το ανακοίνωσε λίγα λεπτά πριν της πω ότι χώρισα για δεύτερη φορά. Δεν έχω το κουράγιο να της πω την αλήθεια, γιατί θα νιώσει ακόμα μεγαλύτερες ενοχές που με αφήνει μόνη. Ήδη μου έχει πει δέκα φορές «συγγνώμη» και έχει προσφερθεί να δίνει το μισό ενοίκιο μέχρι να βρω ένα μικρότερο διαμέρισμα να νοικιάσω. Η αλήθεια είναι ότι λυπάμαι που δε θα μένουμε πια μαζί. Είναι ένα τέλος εποχής, που σηματοδοτεί μια ευτυχισμένη ζωή για εκείνη και μια δυστυχισμένη για μένα. Αλλά δε γίνεται και να μη νιώθω απέραντη χαρά που βρήκε το δρόμο της και είναι σίγουρη ότι ο Πίτερ είναι ο άντρας της ζωής της και ότι αυτοί οι δύο πρέπει να είναι μαζί.
«Είμαι χαρούμενη για σένα» της λέω και την αγκαλιάζω δακρυσμένη. Μου λέει απνευστί όλα τα σχέδιά της για τη διακόσμηση του σπιτιού του Πίτερ και ότι πιστεύει ότι σύντομα θα της κάνει πρόταση γάμου και ένα σωρό άλλα πράγματα που κάθε γυναίκα ονειρεύεται. Έτσι ήμουν κι εγώ πριν από μερικές ώρες. Αλλά τώρα τα όνειρά μου είναι κομμάτια και μου ματώνουν την καρδιά.
«Εσύ πώς και ήρθες εδώ απόψε; Δε θα κοιμηθείς στον Κίραν;» με ρωτάει ενώ ψάχνει μανιασμένα στα ντουλάπια για να βρει βαλίτσες. Μα τι στο καλό; Απόψε θα μετακομίσει κιόλας; Γελάω με τον ενθουσιασμό της για να μην κλάψω με την ερώτηση που μου έκανε. «Θέλετε να βγούμε το Σαββατοκύριακο οι τέσσερις να σας κεράσουμε για το νέο μας βήμα;» ρωτάει, αλλά δεν περιμένει απάντηση. Θεωρεί δεδομένο το «ναι». Κάτι τέτοιο θα ήταν φυσιολογικό. Πού να ήξερε. Θα αφήσω μερικές μέρες να μετακομίσει και θα της το πω. Αν το μάθει πριν φύγει, θα καθυστερήσει τα σχέδιά της και δε θέλω να της το κάνω αυτό.
Ψυχικά είμαι ράκος, αλλά ο ενθουσιασμός της με παρασέρνει. Βρίσκω τον εαυτό μου να κοιτάει έπιπλα μαζί της στο ίντερνετ. Χαλαρώνω κάπως μέχρι που λαμβάνω ένα μήνυμα στο κινητό. Το κοιτάω στα γρήγορα. Ξέρω ότι είναι εκείνος. «Λυπάμαι που δεν μπορείς να με εμπιστευτείς» γράφει. Κάθομαι λιγάκι με την Ντάνι και αποσύρομαι στο δωμάτιό μου προφασιζόμενη μια ημικρανία.
Δάκρυα καυτά ρέουν στο πρόσωπό μου, αλλά δεν κλαίω με λυγμούς. Τον αγαπούσα και τον αγαπάω ακόμα και υποφέρω που δεν μπορώ να είμαι μαζί του αλλά ο εγωισμός μου δε με αφήνει να την πατήσω δεύτερη φορά και είμαι εγώ αυτή που πρέπει να φύγει. Δεν ξέρω ποιος είναι ο λόγος που μου κρατάει τόσα μυστικά, αν αυτά συνδέονται με τη δουλειά μόνο ή και με τη σχέση μας. Αν αυτά τα μυστικά οδήγησαν και στον πρώτο χωρισμό μας. Όλα είναι πιθανά. Αλλά προς το παρόν δε θα κουράσω το μυαλό μου με σενάρια. Πρέπει να πάρω το χρόνο μου και να δεχτώ ό,τι έγινε. Να πενθήσω και να καταφέρω να βγω δυνατότερη. Έπρεπε να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία. Δε μετανιώνω για όσα έζησα και ένιωσα μαζί του. Μετανιώσω ίσως που άρχισα πάλι να ελπίζω ότι αυτή τη φορά θα ήταν για πάντα.
Φυσικά δεν απαντάω στο μήνυμά του. Δεν ξέρω τι να απαντήσω σε ένα μήνυμα που ουσιαστικά μου πετάει το μπαλάκι για το φταίξιμο. Δεν ξέρω αν κάποια άλλη γυναίκα θα δεχόταν το «εμπιστεύσου με εν λευκώ» μετά από όλα όσα έχουν συμβεί, αλλά εγώ δε θα το κάνω. Δεν του έχω κρύψει τίποτα μέχρι στιγμής και έτσι ήθελα να κάνει κι εκείνος.
Σκουπίζω τα δάκρυά μου και παίρνω μια βαθιά ανάσα. Θα τα καταφέρω. Θα πονέσω, θα υποφέρω, αλλά θα τα καταφέρω. Πρέπει να βγω ζωντανή από όλο αυτό.


Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

Κεφάλαιο 33-ωχ αμαν αμαν

Κεφάλαιο 33

Περνάμε υπέροχα τις μέρες μετά τη δεξίωση. Στη δουλειά τα πράγματα έχουν χαλαρώσει και μπορούμε να κάνουμε το διάλειμμά μας μαζί και να φεύγουμε σχετικά νωρίς. Συνήθως πηγαίνουμε για φαγητό ή σινεμά. Κανονίσαμε ήδη να πάμε το καλοκαίρι στην Καραϊβική και μαζεύουμε λεφτά. Είμαι πολύ ευτυχισμένη μαζί του. Ελπίζω να τον κάνω κι εκείνον εξίσου ευτυχισμένο. Σε μια προσπάθεια να τον κάνω να ηρεμήσει κάπως, ανακοίνωσα στο μπαρ ότι θα πηγαίνω μόνο όταν πρέπει να βοηθήσω, δηλαδή αν κάποιος υπάλληλος αρρωστήσει. Αν και στενοχωρήθηκαν όλοι, δε σοκαρίστηκαν από το νέο. Ο Κίραν ένιωσε πολύ ανακουφισμένος με την απόφασή μου και μου είπε ότι αυτό θα μου δώσει την ώθηση που χρειάζομαι να ψάξω επιτέλους μια θέση που να μου αξίζει. Μου αρέσει που πιστεύει σε μένα και με θεωρεί άξια να κυνηγήσω μια απαιτητική καριέρα.
Ένα πρωί όμως, κι ενώ έχουμε κοιμηθεί χώρια γιατί η Ντάνι ήθελε να περάσουμε χρόνο μαζί, καταφθάνω στο γραφείο λίγο καθυστερημένη. Η Λούσι με ενημερώνει γελώντας ότι η Κέντρα δεν είναι πάνω κι έτσι περιμένω να τον βρω μόνο. Θέλω να συζητήσουμε μερικές λεπτομέρειες πριν φύγει οριστικά από το γραφείο μας. Μένουν λίγες μέρες μέχρι να μεταφερθεί στο άλλο περιοδικό και παρόλο που δεν έμεινε καιρό στην εταιρεία μας, η βοήθειά του στο γραφείο ήταν καταλυτική.
Φωνές ακούγονται μέχρι το ασανσέρ. Δύο άντρες που τσακώνονται. Πλησιάζω νευρικά προς το γραφείο και βλέπω τον Γουέστμπρουκ να βγαίνει από εκεί κοπανώντας την πόρτα πίσω του και να φωνάζει στον αέρα «δεν θα κάνεις εσύ μια ζωή ό,τι θέλεις».
Φυσικά δεν ήξερα ότι είναι πάλι στην πόλη μας το μεγάλο αφεντικό και με εκπλήσσει που δεν με ενημέρωσε η Λούσι. Αυτό που με τρελαίνει τελείως όμως, είναι γιατί τσακωνόταν με τον Κίραν. Δεν ωφελεί να κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας πια. Τον βλέπω προβληματισμένο. Ξέρει ότι άκουσα κάποια πράγματα.
«Τι τρέχει; Θα μου πεις επιτέλους τι μου κρύβεις;» τον ρωτάω ανήσυχη και εκνευρισμένη ταυτόχρονα.
«Είναι…είναι εκνευρισμένος που η Κέντρα άργησε να έρθει πάλι» μου λέει. Δείχνει να λέει την αλήθεια, αλλά δεν είναι λογικό αυτό που λέει. Καθόλου. Είναι πολύ πειστικός όταν λέει ψέματα.
«Μόνο αυτό;» ακουμπάω την τσάντα μου στο γραφείο μου και τον πλησιάζω.
«Πρέπει να είναι μπλεγμένη με κάτι. Φοβάμαι ότι ίσως είναι αυτή που πούλησε την πληροφορία στους ανταγωνιστές μας και είναι έξαλλος».
«Και γιατί ήρθε να το πει σε σένα; Σε ξέρει κι από χθες;» επιτέλους λέω αυτό που πλανάται στον αέρα. «Και τι εννοούσε ότι κάνεις μια ζωή αυτό που θες;».
«Μια κουβέντα ήταν αυτό. Δεν το εννοούσε φαντάζομαι» λέει χωρίς να με κοιτάει. Κάτι κρύβει. «Υποθέτω ότι ήρθε σε μένα επειδή δουλεύω με την Κέντρα. Προσπάθησα να την υπερασπιστώ και ίσως αυτό τον εκνεύρισε».
«Ψέματα» λέω κοφτά. Σταυρώνω τα χέρια στο στήθος. «Λες ψέματα και το ξέρεις κι εσύ κι εγώ. Κάτι κρύβεις. Ξέρεις το αφεντικό και σε ξέρει καλά και αυτός. Δεν καταλαβαίνω τι τρέχει. Δεν καταλαβαίνω γιατί μιλάει σε εσένα για την Κέντρα και όχι σε εμένα. Δεν καταλαβαίνω γιατί με αγνοεί επιδεικτικά. Σε παρακαλώ να με βοηθήσεις με αυτό το απαίσιο παζλ γιατί είμαι στα όριά μου» προειδοποιώ και κάθομαι πάνω στο γραφείο του. Δε θα κάνω πίσω. Δε δέχομαι να με κοροϊδεύει. Μέχρι πριν από πέντε λεπτά τον θεωρούσα έναν υπέροχο, ειλικρινή άνθρωπο. Και τώρα; Έχω μπροστά μου έναν άντρα που προσπαθεί να μου κρύψει κάτι. Υπό το φως των εξελίξεων αυτών, ποιος ξέρει και τι άλλο μου έχει κρύψει και ειδικά σχετικά με την ξανθιά φίλη του.
«Είναι κάποια θέματα που δε σε αφορούν» μου λέει και ξεφυσάει νευρικά. Θέλω να τον σκοτώσω. «Βρίσκομαι σε αυτή τη θέση με διπλό ρόλο και θα θέσω σε κίνδυνο την καριέρα μου και τη δική σου αν μάθεις ακριβώς τι κάνω» λέει.
«Ωραία» χαμογελάω ξερά. «Μου λες ότι αν μάθω την αλήθεια θα πρέπει να με σκοτώσεις ; Ποιος είσαι; Ο Τζέιμς Μποντ;» γελάω ξερά αλλά δε με μιμείται. Με κοιτάει σχεδόν εκνευρισμένος. Πώς τολμάει; Περνάει από το μυαλό μου ότι θα πρέπει να χωρίσουμε αν δε μου πει την αλήθεια. Με πονάει αλλά…δεν ξέρω. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ.
«Άσε τη σχέση μας έξω από αυτό» λέει αυστηρά. Πνίγομαι με το σάλιο μου και βήχω. Μου δίνει λίγο νερό. Πώς είναι δυνατόν να ακούει τις σκέψεις μου; «Η δουλειά και η προσωπική ζωή δε συνδέονται» επιμένει.
«Συνδέονται όταν έχω σχέση με έναν άνθρωπο που μου λέει ψέματα με τόση ευκολία. Ποιος ξέρει τι άλλα ψέματα μου έχεις πει».
«Σου έχω ζητήσει να με εμπιστευτείς. Δεν έχεις κάτι να φοβάσαι από μένα και σου το επαναλαμβάνω. Θέλω να είμαστε μαζί και δε σου κρατάω μυστικά που έχουν να κάνουν με εμάς».
«Κρατάς μυστικά. Θέλω να μάθω το λόγο».
«Δε σε αφορά».
«Δε με εμπιστεύεσαι;» τον προκαλώ.
«Απόλυτα, αλλά είναι μερικά πράγματα που πρέπει να διαχειριστώ μόνος μου και ψύχραιμα. Δώσε μου χρόνο και μόλις τελειώσουν όλα θα σου μιλήσω».
«Εσύ θα με εμπιστευόσουν τόσο τυφλά; Χωρίσαμε επειδή έκανες τρελά σενάρια στο μυαλό σου ενώ εγώ δούλευα απλά σε ένα μπαρ. Εγώ τώρα πρέπει να πιστέψω ότι όσα κρύβεις δεν έχουν σχέση με εμάς; Να αγνοήσω ότι ξέρεις τον Γουέστμπρουκ και μάλιστα καλά ενώ μου έλεγες ότι δεν τον ξέρεις, να ξεχάσω ότι βγαίνεις με μια άγνωστη ξανθιά και να κοιμάμαι ήσυχη;».
«Ναι, αυτό θέλω» λέει σταθερά. Με περνάει για ηλίθια.
«Η ειλικρίνεια είναι η βάση κάθε πετυχημένης σχέσης και εσύ δεν είσαι ειλικρινής μαζί μου. Θέλω να με αφήσεις λίγο χρόνο να ηρεμήσω. Δεν είμαι έτοιμη να χωρίσουμε γιατί…ξέρεις πώς νιώθω για σένα» λέω και ένας κόμπος κλείνει το λαιμό μου. Δεν του έχω πει πόσο τον αγαπάω, πόσο απελπισμένα θέλω να είμαι συνέχεια μαζί του, αλλά είμαι σίγουρη ότι το νιώθει. «Αλλά δεν μου επιτρέπει ο εγωισμός μου να είμαι με κάποιον που κρατάει τόσα μυστικά από μένα» καταλήγω. Πεθαίνω μέσα μου αργά και βασανιστικά, μα ξέρω ότι πρέπει να το κάνω.

«Σε καταλαβαίνω» μου λέει και κατεβάζει τα μάτια. Μου κόβεται η ανάσα. Δεν το περίμενα να καταθέσει τόσα εύκολα τα όπλα. Ο δειλός. Θέλω να μείνω μόνη. Να ουρλιάξω, να κλάψω, δεν ξέρω τι. Θέλω μόνο να μείνω μόνη.

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

κεφάλαιο 32-sexy and I know it

Κεφάλαιο 32
Το μακιγιάζ μου είναι απλό, τα κοσμήματά μου μόνο χρυσά σκουλαρίκια και το φόρεμά μου είναι στενό και μπεζ με χρυσές νότες. Σύμφωνα με την «αντικειμενική» Ντάνι  μού πάει πολύ. Αγόρασα και ένα φοβερό ζευγάρι χρυσά σανδάλια με λεπτό και ψηλό τακούνι. Κάνουν τα πόδια μου να δείχνουν ατελείωτα. Η πωλήτρια μού είπε ότι είναι πολύ σέξι και είναι καλή επιλογή για ένα φόρεμα λιγότερο προκλητικό.
Ευτυχώς η Ντάνι δέχτηκε να με συνοδεύσει στο χορό, παρόλο που θα πρέπει να φύγει νωρίς γιατί δουλεύει νωρίς αύριο. Το ξέρω ότι είναι αστείο να με συνοδεύσει η κολλητή μου και όχι κάποιος άντρας, ή ακόμα καλύτερα ο Κίραν, αλλά καμιά φορά πρέπει να είμαστε ευρηματικοί και όχι να κολλάμε στο πώς θα θέλαμε να είναι τα πράγματα.
Μπαίνουμε στην αίθουσα ένα τέταρτο πριν την ώρα που ορίζει η πρόσκληση και ήδη όλα δουλεύουν ρολόι. Δεν χρειάστηκε καν να πάω πιο νωρίς. Μια μικρή αναποδιά συνέβη με τον ήχο, αλλά ο Κίραν δέχτηκε να πάει αυτός και να βοηθήσει να βρεθεί λύση. Έτσι, όταν μπαίνω στο χώρο, είναι ήδη εκεί. Γυρνάει και με κοιτάει λες και αισθάνθηκε την παρουσία μου και χαμογελάει τόσο πλατιά που όποιος έχει μάτια σίγουρα θα είδε κάτι παραπάνω από συμπάθεια στο βλέμμα του.
«Θα σε φάει με τα μάτια» λέει η Ντάνι δίπλα μου και τον πλησιάζουμε. Ανταλλάσουμε χειραψίες και ευγένειες.
«Είστε και οι δύο πανέμορφες» μας λέει αλλά το βλέμμα του δε με αφήνει ούτε δευτερόλεπτο. Ανταποδίδω τα καλά του λόγια. Εκείνος φοράει ένα μαύρο σμόκιν με ένα σατέν ζωνάρι γύρω από τη μέση. Του πάει πολύ το επίσημο ένδυμα. Είναι κούκλος. Πάντα είναι. Η εσωτερική και η εξωτερική του ομορφιά δένουν τέλεια. Έχει ένα αριστοκρατικό ύφος που σε κάνει να τον κοιτάζεις. Και να τον θαυμάζεις.
Η αίθουσα γεμίζει σιγά σιγά. Η Κέντρα κάνει είσοδο φορώντας ένα κόκκινο στενό φόρεμα που τραβάει πάνω της όλα τα βλέμματα και δικαίως. Τη συνοδεύει ένας γκριζομάλλης άντρας, που αν κατάλαβα καλά είναι η τελευταία της κατάκτηση. Μέσα σε μισή ώρα καταφθάνουν σχεδόν όλοι. Ακόμα και ο Γουέστμπρουκ, ο οποίος φυσικά ήταν καλεσμένος αλλά δεν περίμενε κανείς να έρθει. Κάθεται σε ένα στρογγυλό τραπέζι μαζί με άλλα μέλη του διοικητικοί συμβουλίου και κοιτάει συνεχώς νευρικά τριγύρω του. Ο Κίραν κάθεται στο τραπέζι μου, μαζί με άλλους συναδέλφους από το τμήμα μάρκετινγκ, την Κέντρα και τον Τζέρεμι Κέιν με τη γυναίκα του. Εμείς οι νεότεροι κάνουμε ανάλαφρη συζήτηση, αλλά η Κέντρα και ο Τζέρεμι δείχνουν παγωμένοι και κακόκεφοι.
Το ινδικό φαγητό και η σύγχρονη ινδική μουσική φαίνεται να αρέσει πολύ στους καλεσμένους μας. Όλοι συμφωνούν ότι είναι μια πρωτότυπη ιδέα. Η Κέντρα δέχεται συνεχώς θετικά σχόλια από όλους και καμαρώνει λες και έχει καμία σχέση με τη διοργάνωση. Τρώμε στον ανοιχτό μπουφέ και εγώ και η Ντάνι προσπαθούμε να μιλήσουμε με όλους και να βεβαιωθούμε ότι περνάνε καλά. Ο Κίραν είναι στην άλλη άκρη της αίθουσας και κάνει το ίδιο. Τώρα μιλάει με την Λίλι. Πριν μιλούσε με τον Γουέστμπρουκ, αλλά μόνο για λίγο. Και πόσο να μιλήσεις με αυτόν τον άνθρωπο;
«Σε  κοιτάει συνέχεια» μου λέει η Ντάνι, αλλά το ξέρω. Βλέπω τον Κίραν να με κοιτάει, γιατί τον κοιτάω κι εγώ. Ανυπομονώ να τελειώσει όλο αυτό και να μείνουμε μόνοι.
«Είμαστε καλά» της λέω ήρεμα και το νιώθω. Η Λίλι με πλησιάζει και ο Κίραν μιλάει με μια παρέα γυναικών που δε γνωρίζω.
«Περνάνε όλοι τέλεια. Λένε ότι είναι η καλύτερη δεξίωση που έχει γίνει ποτέ. Άκουσα τον Γουέστμπρουκ  να λέει ότι κάνατε καλή δουλειά. Ανέφερε το όνομα του Κίραν μόνο, αλλά σίγουρα θα ξέρει ότι βοήθησες κι εσύ» με διαβεβαιώνει, αλλά δεν είμαι πολύ σίγουρη ότι αυτό ισχύει. Ο Γουέσμπρουκ έχει χαιρετίσει τους πάντες εκτός από εμένα. Δεν πρέπει να με εκτιμάει πολύ. Βέβαια, μπορεί απλώς να μη με ξέρει κιόλας. Είναι αδύνατον να ξέρει επακριβώς τι κάνουν οι εκατοντάδες υπάλληλοί του. Ειδικά όταν η Κέντρα προσπαθεί να καρπωθεί τις προσπάθειές μου και με κρύβει συνέχεια.
«Για δες! Ο Κίραν χορεύει» λέει η Ντάνι μετά από λίγο. Τον βλέπω να χορεύει ένα αργό χορό με μια άγνωστη γυναίκα στη μέση της κατάμεστης πίστας. Το βλέμμα του συναντάει το δικό μου αλλά δεν καταλαβαίνω κάτι σε αυτό.
«Βρες κι εσύ κάποιον» με προτρέπει η φίλη του και σαν χαζή έφηβη την ακούω. Ο παρτενέρ μου είναι ο Φίλιπ Μπέθανι, ένας αξιόλογος εκδότης βιβλίων, με τον οποίο συνεργαζόμαστε συχνά όταν δίνουμε προσφορά κάποιο βιβλίο με τα περιοδικά μας.
Μιλάμε και γελάμε όσο χορεύουμε και πέφτει το τρίτο τραγούδι, όταν ο Κίραν μάς διακόπτει. Ευγενικά μεν αλλά κοφτά.
«Σειρά μου» λέει απλά και ο Φίλιπ αποσύρεται. Χαλαρώνω αμέσως στα χέρια του Κίραν.
«Σαν πολύ δεν χόρεψες με αυτόν;» μου λέει άγρια. Χαμογελάω. Ξεχαστήκαμε με την κουβέντα μάλλον.
«Ήσουν απασχολημένος» του θυμίζω. Χαμογελάει κι αυτός.
«Νομίζω ότι σου έχω ξεκαθαρίσει ότι δεν πρέπει να ζηλεύεις» λέει ήρεμα. Σουφρώνω τη μύτη μου. Προσπαθώ να μην τον σφίγγω πολύ πάνω μου. Είμαστε το επίκεντρο της προσοχής για κάποιο λόγο.
«Μου βγαίνει ενστικτωδώς όταν χορεύεις με καλλονές» λέω με πάσα ειλικρίνεια.
«Εγώ θέλω μόνο εσένα» χαϊδεύει με το δάχτυλό του την πλάτη μου. «Πάντα εσένα ήθελα και πάντα εσένα θα θέλω».
«Υποσχέσεις, υποσχέσεις, υποσχέσεις» τον πειράζω, αλλά αυτό που μου είπε με έκανε να ανατριχιάσω. Κι εγώ έτσι νιώθω. Σαν να μην γνώρισα ποτέ άλλον άντρα πριν από τον Κίραν και σαν να μην υπάρχει κανείς άλλος εκεί έξω για μένα μετά από αυτόν.
«Το εννοώ» σοβαρεύει ξαφνικά και με κόπο απομακρύνεται όταν το τραγούδι σταματάει για κάποια ανακοίνωση. Αγνοούμε όσα λέγονται γύρω μας και συνεχίζουμε να κοιτιόμαστε.
«Είμαι πολύ ευτυχισμένη» του λέω «γιατί και για μένα είσαι μοναδικός».
«Θα έρθεις από μένα μετά ελπίζω» χαμηλώνει και μου ψιθυρίζει στο αυτί. Τον κοιτάω απορημένη. «Ανυπομονώ να σου βγάλω αυτό το φόρεμα. Αλλά όχι τα παπούτσια».




Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

κεφάλαο 31-μπλακ τζακ




Κεφάλαιο 31


Τις επόμενες μέρες συνεχίζουμε κανονικά να βλεπόμαστε αλλά ακόμα κάτι μέσα μου δε λέει να ηρεμήσει. Εκείνος, φυσικά, είναι πάντα γλυκός και τρυφερός. Δε δείχνει να καταλαβαίνει ότι με απασχολεί κάτι. Ή έτσι δείχνει. Δεν ξέρω τι σκέφτεται. Έχει μια μοναδική ικανότητα να κλειδώνει τις σκέψεις του. Για το καλό της σχέσης μας προσπαθώ να μην το υπεραναλύω όταν είμαστε μαζί και χαλάω τις κοινές στιγμές μας.
«Είναι κρίμα να πάμε χώρια στην δεξίωση» λέει ενώ είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι. «Τη σχεδιάσαμε μαζί».
«Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να επισημοποιήσουμε με τόσο ηχηρό τρόπο την σχέση μας» γελάω. «Μπορούμε να είμαστε διακριτικοί».
«Εγώ σε δύο βδομάδες μεταφέρομαι. Δε με νοιάζει. Για σένα το κάνω» λέει. Μελετώ το προφίλ του. Είναι όλα τέλεια. Η καρδιά μου χτυπάει από αγάπη. Προσπαθώ να θυμηθώ ότι υπάρχουν γκρίζες περιοχές και ερωτηματικά αλλά όταν τον κοιτάω όλα σβήνουν.
«Πού θα πας;» τον ρωτάω τελικά. «Αποφάσισες;»
«Έχω κάνει αίτηση για δύο τμήματα, αλλά δεν ξέρω τι θα γίνει. Είναι και τα δύο τμήματα οικονομικών. Το ένα σε ένα περιοδικό και το άλλο σε κάτι εταιρείες διαφήμισης του ομίλου Γουέστμπρουκ».
«Απορώ γιατί σου αρέσουν τα οικονομικά» γελάω. Έχει τη δυνατότητα να πάει σε όποιο τμήμα θέλει.
«Ο πατέρας μου ήταν λογιστής» λέει και παγώνω. Είναι η πρώτη φορά που μου μιλάει για την οικογένειά του. Είναι ένα θέμα που δεν έχει θίξει ποτέ και εγώ δεν επέμεινα να εξερευνήσω. Δεν απαντώ και αμέσως νιώθει άνετα να συνεχίσει. «Μεγάλωσα σε ένα σπίτι γεμάτο κομπιουτεράκια, χαρτιά και προσθαφαιρέσεις».
«Ακούγεται…ενδιαφέρον» λέω ανάλαφρα, αν και δε μου πέρασε απαρατήρητος ο παρελθοντικός χρόνος. Ευτυχώς γελάει.
«Πέθανε όταν ήμουν 15 ετών από καρκίνο. Μέχρι τότε είχα ήδη αποφασίσει να ασχοληθώ με τα οικονομικά, παρόλο που η μητέρα μου ήθελε να σπουδάσω νομική» κάνει μια γκριμάτσα.
«Θα σου πήγαινε και αυτό» δίνω κάποιο δίκιο στη μητέρα του. Έχει ισχυρή επιχειρηματολογία και τετράγωνη λογική.
«Η μητέρα μου ήθελε ανέκαθεν να με δει δικαστή ή κάτι τέτοιο. Είναι μια γυναίκα του φαίνεσθαι. Της αρέσει το κύρος, η καταξίωση».
«Τα λεφτά;» ρωτάω.
«Και αυτά, φυσικά, αλλά κυρίως η κοινωνική καταξίωση» λέει ξερά. Πρώτη φορά τον ακούω να μιλάει έτσι. Πώς να είναι άραγε η μητέρα του από κοντά; Θα θέλει ποτέ αυτή η γυναίκα να με γνωρίσει; Θα μπορούσε να με συμπαθήσει;
«Εσύ είσαι…απλός» του λέω τελικά. Ο Κίραν έχει πολύ καλή μόρφωση και φαίνεται άνετα οικονομικά. Αλλά δεν είναι υπερόπτης. Είναι προσγειωμένος.
«Νομίζω ότι μοιάζω στον πατέρα μου» λέει. «Και η μητέρα μου έχει καλά χαρακτηριστικά, αλλά κατά κύριο λόγο είναι επικριτική και σνομπ» γελάει και πάλι. «Ακόμα και απέναντί μου!».
«Θα βοηθούσε αν είχες αδέρφια και δεν ήταν όλη η προσοχή και οι απαιτήσεις στραμμένες πάνω σου».
«Αυτό ισχύει» λέει σκεπτικός. Με σφίγγει πάνω του και με φιλάει στον ώμο. Νιώθω ακόμα πιο κοντά του τώρα που μου μίλησε για την οικογένειά του.
«Τι θα φορέσεις στο χορό;» με ρωτάει μετά από λίγο. Με έχει ξαναρωτήσει αλλά δεν απάντησα. Έχει γίνει αστειάκι μεταξύ μας εδώ και λίγες μέρες. Νομίζει ότι θα φορέσω κάτι προκλητικό. Αλλά εγώ έχω ήδη διαλέξει φόρεμα και δεν είναι καθόλου προκλητικό. Άλλωστε πρέπει να εναρμονιστώ και με το θέμα.
«Ένα μαύρο μίνι με παγιέτες. Μετά θα πάω κατευθείαν στο μπαρ» τον πειράζω. Πρέπει να το ξέρει ότι αστειεύομαι, αλλά συνεχίζει να με τσιγκλάει.
«Δε θέλω να σε κοιτάνε άλλοι άντρες» γκρινιάζει.
«Μόνο αν ντύνομαι σέξι θα με κοιτάνε;» τον αγριοκοιτάζω.
«Συνέχεια σε κοιτάνε, αλλά δε θέλω να βλέπουν ακόμα περισσότερα» διευκρινίζει. Τον φιλάω και τον χαϊδεύω.
«Εσύ τι θα βάλεις;».
«Σμόκιν λέω» απαντάει αδιάφορα.
«Θα είσαι πολύ όμορφος» του λέω με πάσα ειλικρίνεια.
«Θα είμαι και πολύ λυπημένος όμως» μου χαμογελάει πικρά «γιατί δε θα σε έχω στο πλάι μου».





Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

κεφάλαιο 30- τι υποψιάζεστε;

Κεφάλαιο 30

Έμεινα στο διαμέρισμά μου για ώρα και προσπάθησα να βάλω τις σκέψεις μου σε σειρά αλλά ήταν αδύνατον. Δεν ήταν στη φύση μου να ζηλεύω αλλά ποια γυναίκα δε θα ρωτούσε καν τον σύντροφό της με ποια γυναίκα φεύγει από τη δουλειά τακτικά; Το τηλέφωνό μου χτύπησε και βγήκα από τις σκέψεις μου βίαια. Δεν είχα μαζέψει τίποτα από τα πράγματα που έπρεπε να μαζέψω για να κοιμηθώ στο διαμέρισμά του. Η ώρα στην οθόνη με σόκαρε. Είχαν περάσει τρεις ώρες;
«Πού είσαι;» ακούω τη φωνή του να ρωτάει με ένα μείγμα χαράς και αγωνίας. Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω.
«Ξεχάστηκα λίγο με την ώρα» λέω αδύναμα. Προσπαθώ να ακουστώ χαρούμενη και κάπως τα καταφέρνω γιατί δε με ρωτάει κάτι.                     
«Θα περάσω να σε πάρω με τη μηχανή για να μην έρχεσαι μόνη σου» λέει εκείνος και το κλείνει. Πίσω του ακούγονταν φωνές και γέλια. Αναρωτιέμαι πού να είναι; Μαζί της ήταν τόσες ώρες; Διάολε, πώς το ρωτάνε αυτό; Και κυρίως, ποιος μου λέει ότι θα μου πει την αλήθεια;
Σε είκοσι λεπτά χτυπάει την πόρτα μου. Μπαίνει μέσα σαν σίφουνας και κοιτάει τριγύρω.
«Πού είναι τα πράγματά σου; Είσαι καλά εσύ;» ρωτάει και με κοιτάει. Είμαι σκυθρωπή μάλλον.
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι και θέλω να είσαι ειλικρινής» λέω τελικά και σταυρώνω τα χέρια στο στήθος. Όχι αμυντικά. Απλώς  για να θέσω τα όριά μου. Εκείνος κάθεται στον καναπέ και με κοιτάζει ανήσυχος. Σκέφτομαι ότι μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα θα μάθω (ή όχι) αν θα γίνει και πάλι η καρδιά μου κομμάτια. Τι μπέρδεμα.
«Πες μου» με προτρέπει και κάθομαι σε μια πολυθρόνα απέναντί του. Τον κοιτά στα μάτια βαθιά, προσπαθώντας να εισβάλλω στο μυαλό και την καρδιά του.
«Ποια είναι η γυναίκα με την οποία φεύγεις από τη δουλειά τον τελευταίο καιρό και σήμερα;» εξαπολύω την αλήθεια χωρίς περιστροφές. Δεν έχω χρόνο να αναρωτιέμαι και να πονάω. Τώρα, όσο είναι νωρίς. Το έκανα μια φορά και επέζησα. Θα τον ξεπεράσω και πάλι. Τουλάχιστον έτσι ελπίζω.
«Με παρακολουθείς;» χαμογελάει ξερά και κάτι στο βλέμμα του για ελάχιστα κλάσματα δευτερολέπτου με κάνει να πιστεύω ότι τον έπιασα. Ότι κάτι κρύβει.
«Η συνοδός σου είναι εντυπωσιακή, μαθαίνω. Δεν περνάει απαρατήρητη. Και η εταιρεία έχει μάτια» του θυμίζω. Δεν μπορεί να πιστεύει ότι ο πιο περιζήτητος εργένης της εταιρείας θα φεύγει με μια καλλονή και δε θα το προσέξει κανείς.
«Η εταιρεία ή η Λίλι;» επιμένει να αλλάζει θέμα. Αυτό ενισχύει την ανησυχία μου.
«Έχει σημασία;» απαντάω ειλικρινά κουρασμένη. Ένα εκατομμύριο σενάρια έχουν περάσει από το μυαλό μου. Φίλη; Ξαδέρφη; Ερωμένη;
«Μπορώ να μην απαντήσω σε αυτή την ερώτηση;» με αιφνιδιάζει μετά από μια απίστευτα φορτισμένη σιωπή.
«Τι εννοείς;» θυμώνω ξαφνικά. Αυτό δεν το περίμενα.
«Μπορώ να μην απαντήσω ποια είναι η κοπέλα και να το αφήσουμε εκεί;».
«Δεν μπορεί να σοβαρολογείς!» γελάω. Η συζήτηση έχει εκτροχιαστεί. «Περιμένεις να βγούμε μαζί από αυτή την πόρτα χωρίς να μου εξηγήσεις με ποια βγαίνεις και γιατί σήμερα μου έκρυψες ότι θα τη δεις;». Θέλω να κλάψω αλλά οι βαθιές ανάσες με βοηθούν πολύ.
«Σου εγγυώμαι ότι δεν είναι ερωτικό. Χρειάζομαι χρόνο να τακτοποιήσω μερικά πράγματα. Εγώ θέλω εσένα και αν είχες λίγο μυαλό θα το έβλεπες» λέει. Γελάω και πάλι.
«Για πόσο ηλίθια με περνάς ακριβώς;» επιμένω.
«Σε παρακαλώ, εμπιστεύσου με. Είναι κάτι που δεν σε αφορά. Σου είμαι πιστός και δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα. Η κοπέλα που είδες είναι μια οικογενειακή φίλη και δεν ενδιαφέρομαι ερωτικά».
«Μπορώ να τη γνωρίσω;» ρίχνω τον άσσο και περιμένω. Ανοίγει και κλείνει το στόμα.
«Όχι» λέει τελικά. Το ήξερα.
«Τότε, μπορείς να φύγεις» λέω κι δείχνω την πόρτα.
«Δε φεύγω. Σου είπα ότι θέλω εσένα και η κοπέλα που είδες δε με ενδιαφέρει».
«Τι μου κρύβεις;»
«Δεν είναι κάτι που μπορώ να σου πω. Σου ζητάω να με εμπιστευτείς» λέει ικετευτικά και τα μάτια του καίνε. Η φωνή του, η στάση του σώματός του, φωνάζουν ότι λέει αλήθεια. Δεν ξέρω τι να κάνω. Γιατί να μας έχει και τις δύο; Δε μου είχε δώσει ποτέ δείγματα ότι μπορεί να είναι άπιστος. Διάολε, ούτε γυναίκες στο δρόμο δεν κοιτάει ποτέ.
«Να σε εμπιστευτώ χωρίς στοιχεία;».
«Η καρδιά σου τι λέει;» με ρωτάει και χαμογελάει. Δεν απαντάω. «Δε σου λέω ψέματα. Θέλω λίγο χρόνο».
«Φοβάμαι ότι θα με πληγώσεις πάλι» εκμυστηρεύομαι. Είμαι πολύ αδύναμη; Μάλλον ναι.
«Δεν πρόκειται. Αυτή τη φορά θα παλέψω για εμάς» τεντώνει τα χέρια του και με αγκαλιάζει. Στην αρχή δεν αφήνομαι, αλλά σταδιακά χαλαρώνω. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και μου λέει τρυφερά λόγια.
«Αν δε σε πειράζει θέλω να μείνω απόψε εδώ» του λέω. Δεν είμαι έτοιμη να παραδοθώ αμαχητί. Δεν είμαι σίγουρη για τίποτα πια. Μόνο ότι δεν μπορώ να φύγω από κοντά του.

«Ωραία» λέει εκείνος ήρεμα. «Θα μείνω κι εγώ μαζί σου»