Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

κεφάλαιο 2-μανό και ασετόν

Κεφάλαιο 2
Το διαμέρισμά μας είναι ανέλπιστα μεγάλο και χαριτωμένο για τα οικονομικά μας. Μεγάλο είναι επειδή ρίξαμε λίγο τα στάνταρ όσον αφορά την παλαιότητα και νοικιάσαμε κάτι με τρία υπνοδωμάτια, μεγάλο σαλόνι και κουζίνα, δύο μπάνια και άνετο μπαλκόνι, αλλά σε ένα συγκρότημα κατοικιών χτισμένο περίπου το 1970. Χαριτωμένο είναι επειδή επενδύσαμε σε απλά αλλά καλαίσθητα έπιπλα και αφιερώσαμε πολύ χρόνο στο να το φτιάξουμε να ταιριάζει στο γούστο μας. Τα αγαπάμε το σπιτάκι μας, και παρόλο που και οι δύο θέλουμε κάποια στιγμή να βρούμε κάτι δικό μας, με χαρά γυρνάμε σπίτι και χαλαρώνουμε στον καναπέ με λίγο κρασί ή παγωτό.
«Πότε επιτέλους θα ηρεμήσεις λίγο;» με ρώτησε γελώντας η Ντάνι ενώ μου έβαφε τα νύχια των ποδιών. Είναι φοβερά βολικό να ζεις με μια αισθητικό! Δε χρειάζεται ποτέ να ανησυχήσεις για τα νύχια, το δέρμα σου, το μακιγιάζ σου. Ποτέ δεν ξεμένεις από κρέμες και καλλυντικά.  «Αφού δεν έχει έρθει ακόμα. Αλλά ακόμα και να έρθει, δεν έχεις να φοβάσαι κάτι. Κάνεις καλά τη δουλειά σου. Ακόμα και αν η αφεντικίνα σου προσπαθεί να σε επισκιάσει, θα πρέπει εκείνος να δει την αποδοτικότητά σου».
«Έχεις δίκιο, αλλά ανησυχώ» της είπα για πολλοστή φορά. Εδώ και ένα μήνα είχε ακουστεί στην εταιρεία ότι είχε έρθει το μεγάλο αφεντικό στην πόλη για δουλειές και θα ερχόταν να μας δει. Να «περάσει χρόνο μαζί μας». Αυτό σήμαινε, σε ελεύθερη μετάφραση, ότι θα ερχόταν να εργαστεί μερικές βδομάδες μαζί μας και να δει ποια κεφάλια θα κόψει. Η εταιρεία χρειαζόταν ανανέωση και εδώ και καιρό συζητάνε απολύσεις.
Το μεγάλο αφεντικό λέγεται Μάθιου Γουέστμπρουκ και είναι περίπου 70 ετών. Η Κέντρα μού έχει πει ότι τον έχει μόνο πέντε φορές στα δέκα χρόνια που δουλεύει για την εταιρεία. Ο Γουέστμπρουκ έχει έναν τεράστιο όμιλο που αποτελείται από 30 τηλεοπτικά κανάλια, εφημερίδες και περιοδικά και μερικούς εκδοτικούς οίκους. Είναι από τους πιο ισχυρούς άντρες της χώρας, αλλά αποφεύγει τα φώτα της δημοσιότητας και σπάνια απομακρύνεται από το γραφείο του στα κεντρικά του ομίλου, στη Νέα Υόρκη. Για να μπει το αφεντικό στον κόπο να έρθει ως το Σικάγο, δεν ήταν για καλό.  Κάθε μέρα που περνάει και δεν τον βλέπουμε, ενώ ξέρουμε ότι είναι στην πόλη, το άγχος αυξάνεται και η ένταση στο γραφείο έχει χτυπήσει κόκκινο.
«Αν έρθει πώς θα τον αναγνωρίσετε;» γέλασε η Ντάνι. Οι φωτογραφίες του στο ίντερνετ ήταν πολύ παλιές.
«Εγώ ελπίζω να έρθει να μιλήσει στην Κέντρα και έτσι να ενώσω τις κουκκίδες και να καταλάβω ποιος είναι» γέλασα κι εγώ. Ειλικρινά, δεν πίστευα ότι θα γίνει τόσο ανεπίσημα, αλλά δεν ήξερα κιόλας τι λέει το πρωτόκολλο. Λογικά όμως θα έπρεπε να κανονίσει μια μικρή γιορτή και να μας γνωρίσει όλους.
«Εγώ πιστεύω ότι δουλεύει ήδη κρυφά σε κάποιο γραφείο στην εταιρεία και σας παρακολουθεί όλους» με πειράζει η Ντάνι, αλλά δε γελάω. Αυτό λένε και άλλοι συνάδελφοι στο γραφείο. Δε βγαίνει κανείς διάλειμμα και όλοι είμαστε στην τσίτα. Είναι αστείο και τραγικό ταυτόχρονα. Η Κέντρα δεν ανησυχεί, φυσικά. Λέει ότι ο Μάθιου «είναι μια χαρά άνθρωπος».
Τα νύχια μου είναι και πάλι άψογα. Η Ντάνι διάλεξε ένα σκούρο μπλε για να ταιριάζει με το φόρεμα που θα φορέσω αύριο. 

«Ο Πίτερ έχει ένα φίλο και θέλει να βγούμε μαζί και οι τέσσερις» μου λέει η φίλη μου και μου ξεφεύγει μια γκριμάτσα. Μισώ τα στημένα ραντεβού. Γενικά μισώ τα ραντεβού.
«Ξέρεις ότι δε μου αρέσει να βγαίνω με άτομα που δεν ξέρω» της λέω. Το ξέρει ήδη αλλά επιμένει να μου το προτείνει πού και πού. Είναι πολύ ευτυχισμένη με τον Πίτερ. Και σαν σωστή ερωτευμένη, θέλει να δει και τους υπολοίπους έτσι.
«Είσαι νέα κοπέλα και όμορφη. Γιατί να μην είσαι με κάποιον;»
«Όταν χρειάζομαι σεξ το βρίσκω. Δε βλέπω το λόγο να καταπιέζομαι» απαντάω ξερά.
«Δεν είναι όλες οι σχέσεις πιεστικές. Μην κρίνεις από τον Κίραν» λέει και το γνωστό σφίξιμο εγκαθίσταται στο στομάχι μου. «Εχουν περάσει δύο χρόνια και ακόμα μορφάζεις όταν λέω το όνομά του» μου λέει. Ισχύει.
«Όλοι θέλουν να σε αλλάξουν αργά ή γρήγορα» λέω. Δε θέλω να αλλάξω. Δε θέλω να θέλουν να αλλάξω.
«Έχουν περάσει δύο χρόνια» επαναλαμβάνει. Το ξέρω ότι είναι γελοίο, αλλά ακόμα δεν τον έχω ξεχάσει.
«Δεν το σκέφτομαι καν» της λέω ψέματα και ανασηκώνει τα φρύδια. Με ξέρει καλά. «Απλώς δεν έχω εμπιστοσύνη στους άντρες».

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Αντίπαλοι στον Έρωτα/Κεφάλαιο 1

Κεφ1

Η διευθύντριά μου είναι μια τεράστια σκύλα. Δουλεύω μαζί της 13 μήνες και κάθε μέρα είναι πιο δύσκολη από την προηγούμενη. Όποιος έχει δει το «ο Διάβολος φορούσε Πράντα» μάλλον καταλαβαίνει. Όχι απολύτως όμως. Γιατί η δικιά μου δεν ξέρει ότι είναι σκύλα. Μου φέρεται σαν να είμαι σκυλάκι, αλλά ταυτόχρονα επαναλαμβάνει πόσο τυχερή είμαι που δουλεύω στο πλάι της και δείχνει περήφανη κάθε φορά που κάνω κάτι σωστά, λες και εκείνη ευθύνεται για την πρόοδο μου.

Δεν φταίει απόλυτα για την κατάσταση, για να είμαι ειλικρινής. Είχα ένα καλό μυαλό στο σχολείο και οι γονείς μου με πίεζαν να διαβάζω για να μπω σε ένα καλό πανεπιστήμιο. Τελικά σπούδασα διοίκηση επιχειρήσεων και μάρκετινγκ σε ένα κολλέγιο αρκετά καλό, αλλά όχι και φοβερό. Όλοι όσοι έβλεπαν το βιογραφικό μου με ρωτούσαν πού είναι το κολέγιό  μου και ποια ήταν η θέση του στην κατάταξη της χώρας. Όταν έλεγα το νούμερο, μόρφαζαν.
Δυσκολεύτηκα να βρω δουλειά γραφείου, αλλά τώρα που τα κατάφερα δε σκόπευα να τα παρατήσω εύκολα. Πιστεύω στον εαυτό μου και έχω πολλή όρεξη για δουλειά. Δεν έχει σημασία πού σπούδασα, αλλά ότι ήμουν καλή φοιτήτρια και είχα καλές συστατικές από τους καθηγητές μου.  Δεν είχε δικαίωμα να μου λέει να της φτιάξω καφέ, ούτε να μου φωνάζει μπροστά σε τρίτους (αυτό το μισούσα κυριολεκτικά), ούτε να με στέλνει για εξωτερικές δουλειές. Ο ρόλος μου στο γραφείο ήταν να λειτουργώ ως βοηθός σε όλο το τμήμα μάρκετινγκ και όχι να είμαι γραμματέας της διευθύντριας του τμήματος. Αντί να εξυπηρετώ όλο το τμήμα, 15 άτομα για να είμαι ακριβής, καθόμουν σε ένα μικρό κουβούκλιο απέναντι από το τεράστιο γυάλινο γραφείο της και περίμενα τις διαταγές της.

Γενικά είμαι αισιόδοξος και θετικός άνθρωπος αλλά μερικές μέρες με παίρνει από κάτω. Σκέφτομαι ότι θέλω να αποπληρώσω επιτέλους τα φοιτητικά μου δάνεια (ναι, πληρώνω ακόμα το 84ο καλύτερο κολλέγιο της χώρας) και να αγοράσω επιτέλους ένα μικρό αυτοκίνητο για να μπορώ να επισκέπτομαι πιο συχνά τους γονείς μου στην πόλη τους. Θέλω να κάνω πράγματα, να ταξιδέψω, να αφήσω το στίγμα μου στον κόσμο. Αλλά χρειάζομαι λεφτά. Και με μία δουλειά δεν τα βγάζω πέρα. Γι’ αυτό και σήμερα είμαι τόσο χάλια. Εκτός από εκνευρισμένη με τη διευθύντριά μου, η οποία μου ζήτησε να ετοιμάσω μια αναφορά σε μία ώρα, είμαι και νυσταγμένη. Έπεσα για ύπνο στις τρεις και ξύπνησα στις οκτώ. Δύο στρώσεις κονσίλερ και πούδρα και ακόμα φαίνομαι σαν να έχω φάει μπουνιά.
«Μπριάνα, θα έρθεις επιτέλους;» την ακούω να λέει με την τσιριχτή φωνή της και ανατριχιάζω. Έχω έτοιμη την αναφορά, αλλά την αφήνω να περιμένει. Δε θέλω να τα κάνω όλα αμέσως και να κακομαθαίνει. Την κοιτάω μέσα από το τζάμι, σκυμμένη πάνω από χαρτιά. Είναι μόλος 38 χρονών (δηλαδή 10 χρόνια παραπάνω από μένα) αλλά δε χωνεύει την τεχνολογία, λέει, και προτιμά να γράφει τα πάντα παρά να δουλεύει στον υπολογιστή. Έλεος.  

«Όλα έτοιμα» ακουμπάω τον φάκελο στο γραφείο. Την κοιτάω όσο επιθεωρεί το περιεχόμενο. Είναι πολύ εντυπωσιακή. Αποπνέει αυτοπεποίθηση και σιγουριά και οι άντρες το λατρεύουν αυτό. Βγαίνει ραντεβού και όλοι μετά τις στέλνουν ανθοδέσμες και ακριβά δώρα λες και τους έκανε τιμή που βγήκε μαζί τους. Είναι πραγματικά όμορφη. Ψηλή, ξανθιά, με γεμάτα χείλη και πράσινα μάτια. Δε γίνεται να μην την κοιτάξεις. Μόνο εγώ ξέρω όμως πόσο σκύλα είναι. Σκύλα, σκύλα, σκύλα.
«Σίσσυ, μπορώ να επιστρέψω στο γραφείο μου;» τη ρωτάω ανυπόμονα. Της αρέσει να στέκομαι και να περιμένω να διαβάσει 7 σελίδες.
«Περίμενε λίγο. Βιάζεσαι; Μη μου πεις ότι έχεις ραντεβού;» γελάει ξερά και κοιτάει το ρολόι της. Έχω σχολάσει εδώ και μισή ώρα και έχω μια μικρή εκκρεμότητα ακόμα πριν φύγω. Δε βλέπω γιατί  της φαίνεται τόσο αστεία η πιθανότητα να έχω ραντεβού. Φυσικά και δεν έχω, αλλά γιατί είναι αστείο; Εμφανισιακά δεν είμαι υποδεέστερη και σίγουρα είμαι πολύ πιο συμπαθητική σαν χαρακτήρας. Αν έχει εκείνη, μπορώ να έχω κι εγώ.
«Αν είναι να κάνεις θόρυβο, φύγε» λέει μετά από λίγο. Κάνω επίτηδες έναν ήχο με το τακούνι που ξέρω ότι την ενοχλεί. Πιάνει πάντα.

Τακτοποιώ αυτό που είχα να κάνω και παίρνω την τσάντα μου. Πετάω ένα «γεια» στον αέρα και εξαφανίζομαι. Ο παγωμένος αέρας του Νοέμβρη με αναζωογονεί. Δεν έχω σχέδια για το απόγευμά μου. Το πιο πιθανό είναι να γυρίσω σπίτι και να δω ταινίες με τη συγκάτοικο και κολλητή μου, την Ντάνι. Γνωριζόμαστε από το κολέγιο και δεν έχουμε χωρίσει λεπτό από την μέρα που μπήκε στο κοινό μας δωμάτιο στην φοιτητική εστία. Είναι αισθητικός σε ένα σπα και ευτυχώς είναι ευχαριστημένη με τη δουλειά της. Αντίθετα από μένα που βγάζω φωτοτυπίες και στέλνω ευχαριστήριες κάρτες στους μνηστήρες της αυτού μεγαλειότητος Κέντρα Ρόμπινσον.
Μπλοκάρω τις αρνητικές σκέψεις και μπαίνω στο μετρό. Αγνοώ έναν οξύ πόνο στην καρδιά όταν περνάω από τη στάση του, και συνεχίζω ακάθεκτη ανατολικά.




Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Για ρίξτε καμιά ιδέα...
Γραμματέα/αφεντικό κάναμε.
Καθηγητη/μαθητρια κάναμε.
Φτωχόπαιδο/πλούσια κάναμε.
Κακομαθημένη/σωματοφύλακα κάναμε.
Ανήλικα κάναμε.
Απαγορευμένη αγάπη κάναμε.
Τι μου διαφεύγει;

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Κεφάλαιο 50-τέλος

"Νομίζω ότι αυτός ο γάμος ήταν ο καλύτερος" χαμογέλασε η Ινγκριντ ενώ ο Τζάρεντ τήν κρατούσε σφιχτά πάνω του. Χόρευαν ένα αργό βαλς στη μικρή δεξίωση μετά την τελετή.
"Αν θες μπορούμε κάθε χρόνο να κάνουμε μια μικρή γιορτή και να φοράς νυφικό" γέλασε εκείνος. 'Ηξερε πόσο είχε χαρεί την επιλογή του νυφικού αυτή τη φορά.
"Δεν είναι κακή ιδέα. Και να μαζευόμαστε λίγοι και καλοί φίλοι" του είπε, δείχνοντάς του τον θείο της και τα ξαδέρφια της, φίλους τους και από τα δύο νησιά αλλά και από το εξωτερικό. Και φυσικά τους γονείς του. Ναι, είχαν έρθει. Ο πατέρας του είχε πει το αμίμητο "δεν μπορώ να ζητήσω συγγνώμη, γιατί δεν έχω μάθει πώς, αλλά υπόσχομαι να μην ξαναμπλεχτώ στα πόδια σας". Ο Τζάρεντ τη ρώτησε πώς θα ένιωθε αν τον καλούσαν και εκείνη δέχτηκε αμέσως. Η καρδιά της δεν είχε χώρο για μίσος. Ήθελε να βάλει τελεία σε όλο αυτά.
"Σου έχω μια έκπληξη" τη φίλησε εκείνος. "Θέλω να μετακομίσουμε στο δικό μας σπίτι και αγόρασα ένα. Δεν είναι παλάτι, αλλά είναι άνετο. Θέλω να το διακοσμήσεις εσύ και να το γεμίσουμε με δικε΄ς μας αναμνήσεις. Τι λες;" τη ρώτησε. Εκείνη είχε ήδη συγκινηθεί.
"Σου έχω κι εγώ μια έκπληξη" έγλειψε τα χείλη της ντροπαλά. "Είμαι έγκυος".

Ο Τζάρεντ έχασε το βήμα του και κοκάλωσε. Μυριάδες συναισθήματα πέρασαν από το πρόσωπό του αλλά τελικά χαμογέλασε. Πλατιά. και τη σήκωσε στον αέρα. Ολοι σταμάτησαν και τους κοίταξαν!
"Είμαι πολύ ευτυχισμένος μαζί σου. Μου φτάνεις και μου περισσεύεις. Αλλά ένα παιδί θα μας ολοκληρώσει".
"Είσαι σίγουρος ότι είσαι έτοιμος;" τον ρώτησε αγχωμένη.
"Είμαι μαζί σου και αυτό με γεμίζει αυτοπεποίθηση. Θα κάνουμε την πιο όμορφη οικογένεια. Σε αγαπώ πολύ, κορίτσι μου" τη φίλησε.
"Κι εγώ, ζωή μου" ανταπέδωσε κι εκείνη.

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

κεφάλαο 49- ψαχνω νυφικο

49
«Τι θέλεις; Να της πω να έρθει ως εδώ και να σου το πει η ίδια;» τη ρώτησε ανυπόμονα. H Ίνγκριντ ήταν πολύ συγκρατημένη αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να ρωτήσει για το επίμαχο στιγμιότυπο με την Ιρένε. Το είχε τολμήσει ενώ έκαναν ηλιοθεραπεία σε ένα μικρό νησί της Καραϊβικής μερικά ναυτικά μίλια νότια του Άγιου Δομίνικου. Στο νησί υπήρχαν πέντε έξι οικογένειες και μερικά ζευγάρια. Ήταν τόσο ήρεμα και γαλήνια που είχε καταφέρει να χαλαρώσει και να ξεχάσει όλα τα μαύρα σύννεφα. Σχεδόν δηλαδή.
«Γιατί; Σου έλειψε;» τον προκάλεσε. Μάλλον φερόταν παιδιάστικα, αλλά ήθελε απαντήσεις και με την πολλή ανωτερότητα δεν ήταν σίγουρη ότι θα φτάσει κάπου.
«Παραπάτησε και την  έπιασα από το χέρι. Συμπέσαμε στη Νέα Υόρκη και βγήκαμε για φαγητό 2 φορές. Ξέρεις ότι είμαστε φίλοι».
«Μόνο;»
«Δηλαδή μου λες ότι πιστεύεις ότι μετά από όσα έγιναν μεταξύ μας έτρεξα στην αγκαλιά της και επέτρεψα να μας βγάλουν φωτογραφία χεράκι χεράκι; Πόσο τέρας νομίζεις ότι είμαι;» εκνευρίστηκε εκείνος και έβγαλε τα γυαλιά ηλίου του για να την κοιτάξει. Η Ίνγκριντ ανασηκώθηκε στη σεζ λονγκ της κάτω από την ομπρέλα από καλάμια. Τον κοίταξε κι εκείνη.
«’Ησουν εκνευρισμένος. Δεν ξέρω τι ήσουν διατεθειμένος να κάνεις».
«Θα τη πάρω τώρα τηλέφωνο και θα της ζητήσω να έρθει στο παλάτι μόλις γυρίσουμε να σε πείσει ότι δεν κάναμε τίποτα».
«Γιατί να την πιστέψω;»
«Μην πιστέψεις εκείνη!» φώναξε εκνευρισμένος. Ευτυχώς βρίσκονταν σε μια απόμερη παραλία. «Πίστεψε εμένα» ακούμπησε την παλάμη του στο στήθος του. «Πίστεψε ότι είμαι εδώ τώρα μαζί σου και σε παρακαλάω να με ακούσεις. Ότι τα παράτησα όλα για να είμαστε μαζί, για να χαλαρώσουμε, για να σε κερδίσω πάλι. Γιατί βάζεις τρικλοποδιές; Ο Πάτρικ είναι στην Ιαπωνία, οι Ελεύθεροι είναι στη φυλακή, ο πατέρας μου είναι στη θέση που του αρμόζει, παροπλισμένος στο παλάτι του και έχω να του μιλήσω δύο βδομάδες. Είμαστε επιτέλους μαζί, ευτυχισμένοι. Κάνουμε έρωτα. Ταξιδεύουμε. Τι άλλο θέλεις;»
«Δεν ξέρω. Ανησυχώ ότι κάτι κακό θα συμβεί».
«Να μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά. Δε θα αφήσω τίποτα και κανέναν να μπει ανάμεσά μας. Ούτε καν την υπερδραστήρια φαντασία σου!» γέλασε. Η Ίγκριντ όχι.
«Γελάς και το παίζεις άνετος, αλλά δεν ένιωθες έτσι κάθε φορά που με πλησίαζε ο Πάτρικ και εγώ δε φωτογραφήθηκα ποτέ μαζί του κατά τη διάρκεια του χωρισμού μας χέρι-χέρι» του θύμισε.
«Μη μου το θυμίζεις τώρα» έκανε εκείνος ένα μορφασμό.
«Βλέπεις;» χαμογέλασε τώρα εκείνη με τη σειρά της και άπλωσε λίγο αντηλιακό στο πρόσωπό της. Είχε ήλιο, αλλά ευτυχώς όχι έντονο. Εκείνος τη χάιδεψε τρυφερά στο μάγουλο.
«Ευτυχώς απαλλαχτήκαμε από το κάθαρμα. Και από εκείνη τη σκύλα, τη Μάργκαρετ» ξεφύσησε.
«Ακόμα δεν το πιστεύω ότι η Μάργκαρετ πουλούσε πληροφορίες. ‘Ηταν η πιο ήσυχη και η πιο γλυκιά από τις καμαριέρες μου».
«Η ομάδα ασφαλείας μας την ξεσκέπασε σε πέντε μέρες.  Οι δικοί μας προσπαθούσαν μήνες και δεν τα είχαν καταφέρει» ειρωνεύτηκε εκείνος τις τάχαμ προσπάθειες της παλιάς ομάδας, της οποίας επικεφαλής ήταν ο Πάτρικ.
«Δεν ξέρεις ποιον να πιστέψεις πια» μονολόγησε εκείνη. Εκείνος σηκώθηκε και έκατσε στη σεζ λονγκ της με τους αγκώνες πάνω στα γόνατα.
«Εμένα να πιστέψεις» την κοίταξε στα μάτια. «Δε θα φύγω ποτέ από κοντά σου και θέλω να είμαστε μαζί μέχρι να γεράσουμε. Σε αγαπώ. Σε αγαπώ πάρα πολύ. Μου κόβεται η ανάσα όταν σε βλέπω και δεν μπορώ να σκεφτώ τη ζωή μου μακριά σου. Σταμάτα να ανησυχείς και να φοβάσαι και αφέσου. Αφέσου σε εμάς» κατέληξε αποφασιστικά. Εκείνη τον κοιτούσε με μισάνοιχτο το στόμα.
«Με…με αγαπάς;» ψέλλισε εκείνη. Ο Τζάρεντ έσμιξε τα φρύδια.
«Φυσικά. Γιατί ρωτάς;» τη ρώτησε.
«Δε μου το έχεις ποτέ» τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και σκόρπισε φιλιά στο πρόσωπό του. «Νόμιζα ότι μόνο εγώ σε αγαπούσα».
«Με αγαπάς κι εσύ;» ρώτησε εκείνος χαμογελαστός. «Τι σύμπτωση! Νομίζω ότι μόνο ένα πράγμα μένει να κάνουμε» της είπε.
«Ποιο;» αναρωτήθηκε δυνατά, ενώ την έσφιγγε πάνω του.
«Νομίζω ότι πρέπει να παντρευτούμε!» την αιφνιδίασε.
«Μα…είμαστε ήδη παντρεμένοι» του θύμισε.
«Την πρώτη φορά παντρευτήκαμε επειδή έπρεπε. Αυτή τη φορά θέλω να παντρευτούμε γιατί θέλουμε. Γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε χώρια. Επειδή είμαστε τρελά ερωτευμένοι. Πες μου ότι θες κι εσύ!» την παρακάλεσε όλο αγωνία. Δεν χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ. Τον φίλησε απαλά στα χείλη.
«Σε πιστεύω, σε εμπιστεύομαι και εναποθέτω την καρδιά μου και το μέλλον μου στα χέρια σου» του είπε σοβαρά και είδε στα μάτια του ότι τον συγκίνησε. Δεν ήθελε να φοβάται πια. Τον αγαπούσε και αυτό της έφτανε. Όχι άλλα φράγματα. «Δέχομαι!» τσίριξε. «Αλλά αυτή  τη φορά θέλω να φορέσω μοντέρνο νυφικό. Ό,τι θέλω εγώ. Όχι δαντέλες και πολλά πολλά. Ένα μικρό, ρομαντικό γάμο! Θα πούμε ότι ανανεώνουμε τους όρκους μας. Δε χρειάζεται καν να μαθευτεί. Δυο τρεις φίλοι κι εμείς. Συμφωνείς;»

«Δεν έχεις ιδέα πόσο» τη φίλησε ξανά. 



Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

κεφάλαιο 48-σχέδιaaaa

48

«Τι θες να κάνουμε;» ρώτησε ο Τζάρεντ την ‘Ινγκριντ λίγες μέρες μετά. Είχαν γυρίσει στη Γρεδόρα πριν από δύο μέρες γιατί έπρεπε να παρευρεθούν σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση. Κοιμόντουσαν ακόμα σε διαφορετικά κρεβάτια και η σχέση τους είχε κάπως εξομαλυνθεί, αλλά δεν ήταν…μαζί. Ο Τζάρεντ προσπαθούσε σθεναρά να τη φέρει πιο κοντά του αλλά εκείνη ήταν ακόμα σοκαρισμένη από τη απαγωγή και πληγωμένη από τη στάση του πριν από αυτή, με αποτέλεσμα να μην είναι έτοιμη να επιστρέψει στην αγκαλιά του, όσο και αν το ήθελε.
«Να κόψουμε κεφάλια» του είπε εκείνη πικραμένη αλλά και αποφασισμένη. «Πρώτον θα στείλουμε όλες τις καμαριέρες να δουλέψουν σε άλλες θέσεις. Δε θα είναι καμιά κοντά μας».
«Είναι καλή ιδέα, αλλά νόμιζα ότι είσαι δεμένη μαζί τους» της θύμισε εκείνος. Έδειχνε να απορεί με την ξαφνική αποφασιστικότητά της αλλά η Ινγκριντ είχε σκληρύνει μετά την πολλαπλή προδοσία που υπέστη.
«Κάποια από όλες πούλησε πληροφορίες. Δε θέλω να μάθω ποια. Θέλω να φύγουν όλες. Να προσλάβουμε ξένες. Θα τις αλλάζουμε κάθε έξι μήνες ώστε να μην πολυγνωριζόμαστε»  του εξήγησε.
«Και για το άλλο θέμα;» ρώτησε εκείνος μετά από μια μακρά παύση. Βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη. Εκεί όπου είχαν τσακωθεί λίγο πριν χωρίσουν οι δρόμοι τους. Ήταν το μόνο μέρος όπου ένιωθαν ασφάλεια, να μιλήσουν λίγο πιο χαλαρά, παρόλο που και για τους δύο ήταν λίγο αμήχανο να βρίσκονται σε ένα μέρος όπου είχαν ανταλλάξει σκληρά λόγια. ‘Επρεπε όμως να τραβήξουν το τσιρότο κάποια στιγμή. «Ξέρω ότι είναι μεγάλο σοκ, αλλά μπορώ να…».
«Όχι Τζάρεντ. Δε χρειάζομαι βοήθεια» του είπε για εικοστή φορά σήμερα. Της είχε πει τα νέα σχεδόν φοβισμένος για την αντίδρασή της. Αλλά κάπου μέσα της την ήξερε ήδη την αλήθεια. Είδε συνθέσει τα κομμάτια του παζλ κατά την κράτησή της από τους απαγωγείς. «Δε χαίρομαι που απέδειξες ότι ο Πάτρικ είναι πίσω από όλα αυτά. Αυτό που με σόκαρε δεν ήταν ότι ο καλύτερος φίλος μου ήθελε να με αποδυναμώσει. Αυτό που με σόκαρε ήταν ότι δεν μου είχε περάσει ποτέ πριν από το μυαλό. Σκέφτηκα αμέσως ότι εσύ είσαι πίσω από όλα αλλά εκείνος…ποτέ. Ποτέ δε σκέφτηκα ότι θέλει να μου κάνει κακό».
«Δεν είναι μόνο ο Πάτρικ. Ήσουν μπροστά όταν η ομάδα μας μας παρουσίασε τα ευρήματα της έρευνας. Ο Πάτρικ συνεργαζόταν με τον πατέρα μου. Δεν ξέρω ποιος το υποκίνησε και λίγο με νοιάζει. Το θέμα είναι ότι αυτοί οι δύο είχαν πάρε δώσε. Το ήξερα πριν παντρευτούμε ότι έχουμε κάποιον μεσάζοντα στο παλάτι, αλλά δεν ήξερα όνομα. Ο πατέρας μου γρήγορα κατάλαβε ότι δε σε μισώ και σταμάτησε να μου λέει πολλά. Δεν ξέρω πώς να συμπεριφερθώ. Συνωμοτούσε πίσω από την πλάτη μου ενώ ήξερε πώς νιώθω για σένα».
«Ήξερε;»
«Φυσικά. Δεν του το είχα πει με πολλά λόγια, αλλά καταλάβαινε ότι σε σέβομαι και θέλω να σε προστατεύσω».
«Γιατί να μας πιέζει να κάνουμε παιδιά και από την άλλη να θέλει να μου κάνει κακό;»
«Υποθέτω ήθελε και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Μάλλον απλώς ήθελε να σε έχει του χεριού του. Να αποδυναμώσει την εικόνα σου και να σε μειώσει στα μάτια του λαού. Να μου κάνεις ένα παιδί και μετά σιγά σιγά να σε περάσει στην αφάνεια».
«Ποτέ» είπε η Ινγκριντ δυναμικά.
«Μαζί σου» χαμογέλασε εκείνος ενθαρρυντικά. «Αλλά θέλω να μην δράσουμε σπασμωδικά πριν ξεκαθαρίσουν όλα» της είπε και τη χάιδεψε στο κεφάλι. Δεν τον άφηνε να την πλησιάσει πολύ, αλλά ένα απλό χάδι το δεχόταν. Δεν ήταν έτοιμη ακόμα και εκείνος το σεβόταν, παρόλο που την φλέρταρε κανονικά.
«Έχεις δίκιο και θα το κάνουμε. Γιατί μάθαμε ότι ο πατέρας σου και ο Πάτρικ είχαν κανονίσει όλα τα δημοσιεύματα που είχαν διαρρεύσει στα ΜΜΕ, αλλά δεν αποδείχτηκε να έχουν συμμετοχή στην απαγωγή μου. Πρέπει να δώσουμε λίγο χρόνο στους άντρες να φτάσουν στην άκρη του νήματος».
«Έχω την εντύπωση ότι δε θα έχουν φτάσει μέχρι εκεί. Αν θες τη γνώμη μου είναι δουλειά των Ελεύθερων. Ίσως είχαν κάποια βοήθεια εκ των έσω αλλά δε νομίζω να φταίνε ο πατέρας μου και ο Πάτρικ. Εκτός αν είναι τρελοί. Γιατί όποιος άνθρωπος έχει σώας τα φρένας δε θα τα έβαζε μαζί μου. Μαζί σου».
«Εντωμεταξύ αύριο θα ανακοινώσω στον Πάτρικ την απόφασή μου να αποχωρήσει από τη χώρα. Σκέφτηκα να τον στείλω ως πρόξενο κάπου μακριά».
«Καλά θα κάνεις» έγνεψε θετικά. «Ας είναι μακριά, γιατί κάθε φορά που τον βλέπω θέλω να τον σκοτώσω. Ξέρει ότι ξέρουμε;» τη ρώτησε απλά.
«Νομίζω ότι έχει καταλάβει ότι είμαι ψυχρή, αλλά δεν ξέρει ακριβώς γιατί. Θα μάθει αύριο. Θα του ζητήσω να ξεκουμπιστεί από εδώ μέσα σε 24 ώρες. Με τον πατέρα σου τι θα κάνουμε;».
«Θα του ανακοινώσω απλά ότι ξέρουμε τι έκανε και θα τον απειλήσω ότι θα το δημοσιοποιήσω. Δε θα τολμήσει να με προκαλέσει. Είχαμε μια συζήτηση οι δύο μας όσο σε κρατούσαν και νομίζω ότι κατάλαβε μερικά πράγματα για το πώς νιώθω για σένα» της ξεκαθάρισε.
«Μάλιστα» χαμογέλασε εκείνη μετά από λίγη ώρα. «Και πώς νιώθεις;» τόλμησε να τον ρωτήσει. ‘Εβλεπε στα μάτια του το ζεστό ενδιαφέρον και την επιθυμία να είναι κοντά της με κάθε τρόπο, αλλά δεν ήξερε πώς να συνεχίσει.
«Ας πούμε απλά…» σηκώθηκε από τη δερμάτινη πολυθρόνα του και κάθισε δίπλα της. Την τράβηξε στην αγκαλιά του με μια δυνατή κίνηση. «Ας πούμε ότι δεν πρόκειται κανείς να μας χωρίσει ποτέ ξανά» ακούμπησε ένα απαλό φιλί στο κεφάλι της.
«Να σου πω την καθαρή μου αλήθεια» είπε εκείνη και χαλάρωσε κάπως στην αγκαλιά του. Της είχε λείψει να τον έχει κοντά της. Τόσες μέρες κρατούσε διακριτικά τις αποστάσεις του, αλλά ταυτόχρονα έδειχνε έντονα το ενδιαφέρον του. «Δε μου έλειψες καθόλου» του είπε ψέματα. Εκείνος δεν έδειξε να την πιστεύει αν έκρινε από το χαμόγελό του. «Αλλά όταν κλότσησες την πόρτα και σε είδα να μπαίνεις μέσα στο δωμάτιο…ξέχασα για λίγο πού ήμουν. Ξέχασα ακόμα και το όνομά μου!».
«Τι λες; Για πότε μιλάς;» τη ρώτησε εκείνος.
«Για τη μέρα που με βρήκες. Σε έβλεπα στα όνειρά μου και ήμουν σίγουρη ότι θα έρθεις να με βρεις. Προσευχόμουν να γίνει έτσι. Αλλά όταν τελικά ήρθες, και σε είδα ντυμένο με μαύρη στρατιωτική στολή, να κρατάς το όπλο σου και να δείχνεις τόσο απειλητικός, αλλά και σέξι ταυτόχρονα…ξέχασα ότι ήμουν θύμα απαγωγής και άρχισα να σκέφτομαι…άλλα πράγματα. Είναι παράξενο ε; Και εμένα μου φαίνεται παράξενο, αλλά…ουάο…» αναστέναξε. Εκείνος την κοιτούσε μπερδεμένος.
«Εμ…δεν ξέρω τι να πω. Δεν σκόπευα να σου αρέσω όταν φορούσα τη στολή μου. Αλλά χαίρομαι. Μήπως θες να τη βρω και να τη φορέσω απόψε;» της πρότεινε. Εκείνη δεν απάντησε.
«Μπορείς να το κάνεις κάποια στιγμή, αλλά προς το παρόν δε νιώθω ότι χρειάζεται να φορέσεις κάτι για να με κερδίσεις» του είπε προκλητικά. Εκείνος χαμογέλασε, λες και η καρδιά του μπήκε στη θέση της.
«Έμαθες τίποτα από το βιβλίο που διάβαζες πριν χωρίσουμε;» τον ρώτησε, ενώ βολευόταν ακόμα πιο πολύ στην αγκαλιά του. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως.
«Δεν χωρίσαμε ποτέ» απέφυγε την ερώτηση.
«Αν θυμάμαι καλά διάβαζες το ‘η ψυχολογία της γυναίκας και πώς να την κάνεις ευτυχισμένη’. Έμαθες τίποτα;» επέμεινε εκείνη.
«Έμαθα ότι πρέπει να ακούω τις επιθυμίες σου» είπε εκείνος σοβαρά. Η Ινγκριντ σούφρωσε τα χείλη της και πετάρισε τις βλεφαρίδες της. Της είχε λείψει. Δεν ήταν σίγουρη ότι ήταν η καλύτερη απόφαση αλλά ήθελε να τον νιώσει πολύ κοντά της.
«Και τι ακούς τώρα;» του ψιθύρισε βραχνά στο αυτί.
«Ακούω…μουσική» χαμογέλασε εκείνος ξανά και την φίλησε.

Αποτέλεσμα εικόνας για justice joslin all black


Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

κεφάλαιο 47-νιάου νιάου

47
«Μίλα μου λίγο, κορίτσι μου» είπε ο Τζάρεντ το επόμενο μεσημέρι. Βρίσκονταν σε μια αγροικία που ανήκε σε έναν φίλο του και του είχε εμπιστευτεί τα κλειδιά ώστε να απομονώνεται εκεί όταν θέλει λίγη ηρεμία.  Δεν ήταν ότι δεν εμπιστευόταν κανέναν. Πάνω από 30 μέλη των Ελεύθερων είχαν συλληφθεί και η ομάδα είχε αποδυναμωθεί σημαντικά. Γύρω από την αγροικία περιπολούσε η ομάδα από την Ελβετία, την οποία σκεφτόταν σοβαρά να προσλάβει μόνιμα καθώς και δέκα αστυνομικοί. Το ήξερε ότι υπερέβαλε αλλά δε θα ρίσκαρε ξανά με την ασφάλειά της.
«Είμαι κουρασμένη» ψέλλισε εκείνη. Κοιμόταν σχεδόν από τη στιγμή που την έφερε σπίτι, μετά τη γρήγορη εξέταση από το γιατρό του. Τον είχε διαβεβαιώσει ότι είναι καλά, αλλά θα ήθελε να μείνει μερικές μέρες σε προστατευμένο περιβάλλον ώστε να είναι ήρεμη και να αποφύγουν τυχόν κρίση μετατραυματικού στρες.
«Μίλα μου λίγο» της φίλησε το μέτωπο τρυφερά, αλλά εκείνη σε σάλεψε. «Μου έλειψες τόσο και κόντεψα να τρελαθώ όταν χάθηκες».
«Λυπάμαι αν διέκοψα τις διακοπές σου» του είπε εκείνη κλείνοντας τα μάτια της. Είχε φοβερό πονοκέφαλο. «Μπορείς να επιστρέψεις στις εξωσυζυγικές σου δραστηριότητες» συνέχισε.
«Μα τι λες;» κάθισε δίπλα της. Είχε κοιμηθεί στον καναπέ, και την άφησε να ηρεμήσει λιγάκι, αλλά σήμερα δεν μπορούσε να κρατηθεί. «Ποιες εξωσυζυγικές δραστηριότητες; Παραδέχομαι ότι χωρίσαμε λίγο απότομα και, ναι, ήμουν πικραμένος, αλλά για τι με κατηγορείς; Εγώ ποτέ δε σε απάτησα» είπε δυναμικά.
«Οι φωτογραφίες στα περιοδικά άλλα δείχνουν» του θύμισε τα δημοσιεύματα.  Δεν ωφελούσε να του κρύβει το πόσο πληγώθηκε.
«Πες μου αν σου έκαναν κακό, αν σε χτύπησαν. Πες μου αν τους άκουσες να μιλάνε με κάποιον που αναγνώρισες. Μη ταλαιπωρείς το μυαλό σου με σαχλαμάρες. Δεν υπήρξε άλλη γυναίκα από τη στιγμή που εμείς οι δύο παντρευτήκαμε» της ξεκαθάρισε αλλά η Ινγκριντ δεν θα πειθόταν έτσι εύκολα.
«Δε με χτύπησαν ποτέ. Αλλά μου μιλούσαν άσχημα και με τρόμαζαν. Μου έλεγαν ότι δε θα έρθει κανείς να με σώσει. Ότι δε με αγαπάει κανείς» του είπε τελικά και άρχισε να τρέμει από τους λυγμούς. Εκείνος την αγκάλιασε αμέσως. «Ότι όλη η χώρα με μισεί, εσύ με απατάς και οι δικοί μου είναι εναντίον μου. Μου το έλεγαν όλη μέρα και σχεδόν τους πίστεψα» συνέχισε να κλαίει. «Και μου πετούσαν λίγο φαγητό μέσα σε ένα μεταλλικό σκεύος και δεν είμαι σίγουρη ότι το έπλεναν» του είπε. Εκείνος την έσφιξε κι άλλο πάνω του.
«Όλοι σε αγαπάνε και λυπάμαι αν σκέφτεσαι έτσι» της φίλησε τα μαλλιά απαλά «Θα φροντίσω να τιμωρηθούν αυστηρά για αυτό που έκαναν. Και αυτοί και κάθε εμπλεκόμενος με τον εκβιασμό. Θα ρίξω φως στην υπόθεση και θα ζήσουμε μια ζωή ήρεμοι και ευτυχισμένοι» της είπε. Η Ινγκριντ τον κοίταξε με γουρλωμένα, ολοκόκκινα μάτια.
«Μη βγάζεις συμπεράσματα και κάνεις σχέδια. Εγώ δε σε εμπιστεύομαι μετά από τη συμπεριφορά σου. Έχω περάσει πολύ άσχημα τις τελευταίες βδομάδες και η απαγωγή μου, πίστεψέ με, ήταν το μικρότερο κακό».
«Δεν είναι ώρα να συζητήσουμε όσα μας χωρίζουν, αλλά όσα μας ενώνουν. Κι εγώ παραδέχομαι ότι φέρθηκα εγωιστικά και δε σου εξήγησα πώς το μέιλ διέφυγε της προσοχής μου, αλλά κι εσύ με καταδίκασες πριν με ακούσεις καν. Δέχτηκες όσα σου είπα ο φίλος σου, το φίδι. Μα τι θες για να καταλάβεις ότι αυτός θέλει να μας χωρίσει; Επειδή σε αγαπάει;»
«Δε με νοιάζει αν με αγαπάει ή όχι. Και δεν τον εμπιστεύομαι όσο νομίζεις. Αλλά τον ξέρω τόσα χρόνια και ποτέ δε μου γύρισε την πλάτη. Ενώ εσύ…».
«Δε σου γύρισα την πλάτη. Πληγώθηκα» της είπε. «Δεν καταλαβαίνω γιατί οι γυναίκες πρέπει να έχουν το μονοπώλιο στην ευαισθησία. Ούτε και σε εμάς αρέσει να μας φέρονται άσχημα και να μας αμφισβητούν τις προθέσεις».
«Θέλω να με αφήσεις λίγο ήσυχη, να κάνω μπάνιο» άλλαξε εκείνη το θέμα βίαια, αλλά δεν ήθελε να τσακώνονται άλλο.
«Δε θέλω να σε αφήσω ούτε λεπτό μόνη. Θα κάνεις μπάνιο και θα ξαπλώσουμε μαζί» της είπε εκείνος.
«Δε…νιώθω άνετα. Δεν μπορούμε να το πιάσουμε από εκεί που το αφήσαμε» έκανε να σηκωθεί αλλά εκείνος άρπαξε τον καρπό της.
«Άφησέ με να σου δείξω πόσο πολύ σε θέλω στη ζωή μου, πόσο μετάνιωσα, πόσο τρελός είμαι για σένα» έσφιξε τα δόντια του. Η Ινγκριντ ένιωσε να ανατριχιάζει από την αποφασιστικότητα που άκουσε στη φωνή του, κι ας φοβόταν να αφεθεί στα λόγια του.
«Την τελευταία φορά που σε άφησα το πλήρωσα ακριβά» του θύμισε και προσπάθησε να απεγκλωβιστεί, αλλά δεν τα κατάφερε. Την κρατούσε δυνατά.
«Θα σε πάρω μακριά» της είπε εκείνος και τη φίλησε ανάλαφρα στα χείλη. «Θα τα παρατήσω όλα, αν θες κι εσύ, και μπορούμε να πάμε να μείνουμε σε ένα άλλο κράτος. Οι δύο μας. Σαν δύο απλοί άνθρωποι. Το θες;» την αιφνιδίασε. Έμεινε να τον κοιτάει απορημένη.
«Μπορείς να κάνεις τέτοιο τέτοιο; Εσύ…» του είπε αλλά τη σταμάτησε.
«Αν είναι να είμαστε ευτυχισμένοι, δε με νοιάζει η εξουσία. Το αφήνω πάνω σου. Πες μου ότι το θες και σε πέντε μέρες μπορούμε να ζούμε σε ένα νησί της Καραϊβικής ως  Τζος και Έλενα Πίτερσον».
«Κι εκεί παντρεμένοι θα είμαστε;» δεν κρατήθηκε και γέλασε.
«Δε βλέπω άλλη επιλογή με εμάς τους δύο» χαμογέλασε εκείνος. «Δώσε μου το πράσινο φως κι φύγαμε».
«Θέλω χρόνο» του είπε εκείνη και σηκώθηκε στα δυο της πόδια. «Για να σε πιστέψω. Για να σε εμπιστευτώ».
«Γυρίσαμε στο μηδέν;» της παραπονέθηκε.
«Εμείς δεν ήμασταν ποτέ στο μηδέν» τον καθησύχασε. Ήξερε ότι τυραννιέται και δεν ήθελε να τον βλέπει έτσι. Μπορεί εκείνη να είχε περάσει απαίσια,  να είχε πέσει θύμα απαγωγής, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί πόσο άσχημα θα πέρασε ο Τζάρεντ, ανησυχώντας για εκείνη. Εκείνη θα τρελαινόταν.
«’Εχω ελπίδες;» τη ρώτησε όλο αγωνία. Τον χάιδεψε λιγάκι σ το κεφάλι.

«Αν είσαι πολύ καλό παιδί και μου εξηγήσεις γιατί κρατιόσουν χέρι χέρι με εκείνο το καγκουρό…» 

Αποτέλεσμα εικόνας για doutzen kroes sleep

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

κεφάλαιο 46-κομάντο

46
Είναι τόσο εύκολο να τα διαλύσω όλα. Τόσο εύκολο να τα τινάξω όλα στον αέρα. Δύο βδομάδες επιχειρήσεων στα σκουπίδια. Αν κάνω αυτό που θέλω θα βάλω τη ζωή της σε κίνδυνο, καθώς και πολλών ακόμα ανθρώπων.
Βρίσκομαι ξαπλωμένος μπρούμυτα πάνω σε λάσπες. Δίπλα μου είναι δύο άντρες από την ομάδα μου. Σε απόσταση είκοσι μέτρων από δεξιά μου είναι άλλοι τρεις. Το ίδιο και αριστερά μου. Έχουμε σχεδόν περικυκλώσει μια ερειπωμένη αποθήκη περίπου 80 χιλιόμετρα από το παλάτι. Έχουμε πληροφορίες  ότι βρίσκονται εδώ μέσα.  Καλύψαμε κάθε δυνατό σενάριο.  Δεν υπήρξε άνθρωπος του υποκόσμου με τον οποίο να μην μιλήσαμε. Ψάξαμε παντού και λαδώσαμε τους πάντες. Και παρόλο που πολλές φορές χάσαμε το δρόμο μας, όλες οι ενδείξεις πια δείχνουν ότι αυτή τη φορά είμαστε στο σωστό σημείο. Άνθρωποι μπαίνουν και βγαίνουν σε αυτή τη βρωμερή αποθήκη. Κρατούν όπλα. Αλλάζουν βάρδια ανά πέντε ώρες.  Οι άντρες μου μου λένε να είμαι υπομονετικός και ότι θα επιτεθούμε όταν έχουμε καλή  ευκαιρία ώστε να μην εμπλακούμε σε ανταλλαγή πυροβολισμών και χρησιμοποιήσουν την Ινγκριντ ως όμηρο. Έχουν δίκιο και το καταλαβαίνω, αλλά δεν μπορώ να περιμένω άλλο.
Κάθε φορά που βλέπω κάποιον να μπαίνει θέλω να σηκώσω το όπλο μου και να πυροβολήσω τους πάντες. Να μπω μέσα, να πυροβολήσω και τους υπολοίπους, απλά να βρω τη γυναίκα μου και να γυρίσουμε σπίτι μας. Αλλά δεν είναι σωστό να βάλω τη ζωή όλων αυτών των ανθρώπων σε κίνδυνο. Δεν πρέπει να το κάνω. Θα περιμένω εδώ, βρεγμένος ως το κόκαλο και πεινασμένος, κουρασμένος και φοβισμένος μέχρι να τη δω ζωντανή. Και μετά μπορώ να αποδώσω δικαιοσύνη με την ησυχία μου.
«Τι κάνουμε;» ρωτάω τον άντρα δίπλα μου. Είναι ο Μικ, νομίζω. Δεν έχω αρκετή συγκέντρωση για να μάθω τα ονόματα όλων. Το ξέρω ότι είναι γελοίο αλλά δεν τα έχω καταφέρει.
«Μόλις μείνει ο εξωτερικός φρουρός μόνος, χτυπάω» μου λέει. Συνήθως είναι δύο άντρες έξω. Αν κάποιος από τους δύο φύγει για κάποιο λόγο, θα επιτεθούμε από πίσω και θα τον δέσουμε. Μετά θα κάνουμε έφοδο στην αποθήκη ώστε να τους αιφνιδιάσουμε και να μην προλάβουν να αντιδράσουν. Ευτυχώς έχουμε βρει την κάτοψη της  αποθήκης και ξέρουμε περίπου τι να περιμένουμε. Πρόκειται για ένα πολύ παλιό κτίριο που ανήκε σε έναν κτηνοτρόφο της περιοχής, αλλά εδώ και χρόνια έχει πεθάνει και η αποθήκη είναι κλειστή.
Δε χρειάζεται να περιμένουμε πολύ. Ο ένας από τους δύο φρουρούς φεύγει με ένα μαύρο βαν. Ο Μικ πλησιάζει το κτίριο από πίσω με πολύ προσεκτικά βήματα. Προσεύχομαι να μην τον δει κανείς. Είμαστε τυχεροί. Με ένα δυνατό χτύπημα εξουδετερώνει τον φρουρό. Τον δένει με ένα σκοινί και ένας άλλος δικός μας τον μεταφέρει πίσω από κάτι θάμνους μέχρι να ξυπνήσει. Ο Μικ μάς κάνει νόημα. Σηκωνόμαστε όλοι από τη θέση μας και πλησιάζουμε ήσυχα. Δεν ξέρουμε τι θα αντιμετωπίσουμε. Μπορεί να είναι μόνη της ή να τη φυλάνε. Μπορεί να μην είναι καν μέσα. Ελπίζω να είναι. Δε θα το αντέξω αν δεν είναι.
Η κεντρική πόρτα είναι κλειδωμένη με ένα λουκέτο. Αν είναι κάποιος μέσα και προσπαθήσουμε να την παραβιάσουμε θα μας ακούσουν. Ο φύλακας! Πάμε πίσω στον θάμνο και ψάχνουμε το παντελόνι του. Έχει τα κλειδιά. Με τρεμάμενα χέρια ανοίγω την πόρτα. Πυκνό σκοτάδι και απόλυτη ησυχία. Υγρασία. Οι άντρες μου μπαίνουν δυναμικά στο χώρο και αρχίζουν να ψάχνουν.
«Τίποτα» ακούω να λένε μετά από δευτερόλεπτα και βουλιάζει η καρδιά μου στο στήθος.
«Πάμε κάτω» ακούω τον Μικ να λέει και τους ακολουθώ στο υπόγειο. Είναι η τελευταία μας ευκαιρία πριν τρελαθώ. 
Ανάβουμε τους φακούς και κατεβαίνουμε περίπου είκοσι σκαλιά. Ο χώρος είναι άδειος και ρημαγμένος , αλλά σε μια γωνία υπάρχουν πράγματα. Ένα στρώμα, μια καρέκλα, 2-3 βιβλία και μερικά φρούτα. Δεν υπάρχει  κανείς όμως. Μου έρχεται να ουρλιάξω από τον πόνο. Δεν είναι εδώ. Θέλω να τα σπάσω όλα. Δεν την προλάβαμε. Ήταν εδώ αλλά την πήραν. Ο Μικ με ακουμπάει στον ώμο. Δε θέλω να ζω.
Ενας ήχος σπάει την αμήχανη σιωπή. Πίσω από μια πόρτα ακούγεται κάτι. Από το άγχος μου ξεριζώνω το χερούλι. Η πόρτα όμως ανοίγει. Από πίσω είναι η Ινγκριντ. Με κοιτάει τρομαγμένη. Τα μαλλιά της είναι ανακατωμένα, είναι ταλαιπωρημένη και χλωμή.
«’Ηρθες» μου λέει ξεψυχισμένα και λίγο πριν προλάβω να της πω ότι δεν υπάρχει δύναμη, ανθρώπινη ή θεϊκή, που να μπορούσε να με κρατήσει μακριά της, σωριάζεται στην αγκαλιά μου.



Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

κεφάλαιο 45-Τζάρεντ Loaded

45
«Είμαι καλά» ήταν το μόνο που την άκουσα να λέει. Και όσες φορές και αν ξανάπαιξα το στιγμιότυπο στο μυαλό μου δεν κατάφερα να καταλάβω αν είναι όντως καλά.  Δεν της έδωσαν το ακουστικό. Της είπα απλά να φωνάξει ότι είναι καλά. Και αυτή το έκανε. Σκέφτηκα ότι η φωνή της ακούστηκε δυνατή και δυναμική. Αλλά αυτό δε λέει και πολλά. Η Ινγκριντ δε θα άφηνε ποτέ να φανεί ότι φοβάται. Ειδικά στα καθάρματα που την κρατάνε.

Τους ρώτησα τι θέλουν από εμάς. Τους έβρισα και εκείνοι γέλασαν μαζί μου. Μου είπαν ότι κρατάνε ό,τι πιο πολύτιμο έχει η χώρα. Σκέφτηκα να τους πω  ότι λίγο με νοιάζει η χώρα. Κρατάνε ό,τι πιο πολύτιμο έχω εγώ. Και γι’ αυτό κοντεύω να τρελαθώ.  Αλλά δεν τους νοιάζει. Μου είπαν ότι θα επικοινωνήσουν σύντομα μαζί μου για να μου πουν τι πρέπει να κάνω και εγώ δεν κατάφερα ο ηλίθιος να κρατήσω αρκετά τη γραμμή και έτσι η ομάδα ασφαλείας δεν εντόπισε την κλήση. Πρόλαβαν μόνο να περιορίσουν την πηγή. Και το σήμα ερχόταν από την Εστόρια. Σε δύο ώρες ήμουν εκεί. Όχι ότι ήξερα πού να ψάξω αλλά έπρεπε να είμαι κοντά. Να νιώθω κοντά της και ας ήμουν ανήμπορος να βοηθήσω. Ο Πάτρικ θέλει να έρθει, αλλά δεν τον αφήνω. Του λέω να αναλάβει μερικές εκκρεμότητες, τάχαμ ότι τον εμπιστεύομαι, για να τον ξεφορτωθώ. Δεν μπορώ ούτε να τον βλέπω, γιατί πολύ απλά ξέρω πόσο σκοτεινή είναι η ψυχή του.

Στο παλάτι με υποδέχεται ο πατέρας μου. Ξέρει τι έχει συμβεί γιατί τον ενημέρωσα. Η πληροφορία δεν έχει διαρρεύσει στα ΜΜΕ ευτυχώς και έτσι ο λαός κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Εγώ συνεχίζω να είμαι άυπνος, πέρα από μερικά λεπτά που αποκοιμήθηκα στο πίσω κάθισμα της λιμουζίνας από το αεροδρόμιο προς το παλάτι. Αρνούμαι να φάω. Αν την έχουν νηστική; Πώς είναι δυνατόν να τρώω εγώ κι εκείνη να υποφέρει;
«Έχουμε κανένα νέο;» με ρωτάει ο πατέρας μου με επίπεδη φωνή. Αν ενδιαφέρεται ειλικρινά, δεν ξέρω. Αλλά ευτυχώς έχει την ευπρέπεια να ρωτήσει.
«Τίποτα» ξεφυσάω. Είναι από τις λίγες φορές που θέλω μια πατρική συμβουλή, μια βοήθεια. Θέλω να με στηρίξει. Αλλά δεν τον κάνει. Ποτέ δεν το κάνει.  «Κοντεύω να τρελαθώ» παραδέχομαι. Πρέπει να είμαι εμφανές ότι δεν είμαι καλά. Κοιτάχτηκα στον καθρέπτη και τρόμαξα από τους μαύρους κύκλους και τα κόκκινα μάτια.
«Κάνε υπομονή και θα εμφανιστούν πάλι» μου λέει ενώ σερβίρει στον εαυτό του και σε μένα ένα ακριβό μπράντι που του είχα αγοράσει εγώ κάποτε.
«Δε θέλω να πάθει κάτι» λέω τελικά. Είμαι κουρασμένος και δεν έχω όρεξη να φιλτράρω όσα λέω. Δεν είμαι τελείως σίγουρος ότι ο πατέρας μου δεν έχει καμία σχέση με την απαγωγή, αλλά αυτή τη στιγμή θέλω κάπου να μιλήσω. Πόσο αστείο είναι αυτό;
«Δεν είναι χαζοί να πειράξουν ολόκληρη βασίλισσα» λέει ο πατέρας μου. Έχει δίκιο. Κι εγώ το πιστεύω αυτό. Θέλω να το πιστεύω δηλαδή. 
«Θα κινήσω γη και ουρανό και όταν τους βρω θα τους τιμωρήσω όπως τους αξίζει» ξεκαθαρίζω, λες και με ακούνε οι θύτες. Μήπως με ακούνε;
«Ήσυχα, γιε μου» μου λέει σχεδόν αυστηρά. «Άσε τη δικαιοσύνη να τους δικάσει. Μην ρισκάρεις τη θέση σου και την εικόνα σου. Πρέπει να συγκρατήσεις την οργή σου».
«Στο διάολο!» φωνάζω και κοπανάω με φόρα το ποτήρι στο τραπεζάκι δίπλα μου. «Στο διάολο η θέση και η εικόνα μου» ξεσπάω.
«Τζάρεντ, τι λες;» δείχνει μπερδεμένος.
«Λέω ότι δε με νοιάζει να χάσω τον τίτλο μου, να μπω φυλακή. Δε με νοιάζει τίποτα. Μόνο να τη βρω ζωντανή και θα τιμωρήσω τους πάντες. Όσους εκτέλεσαν την απαγωγή και όσους τη σχεδίασαν».
«Μπορεί να είναι άνθρωποι που ξέρεις μπλεγμένοι. Τι θα κάνεις;» με ρωτάει και παγώνω. Τι ακριβώς μου λέει;
«Ο,τι προείπα» λέω αργά. «Και ο πατέρας μου ο ίδιος να είναι μπλεγμένος, θα φροντίσω να πληρώσει».
«Βάζεις μια Γρεδόρια πάνω από τον πατέρα σου;» συνεχίζει το, ελπίζω, υποθετικό σενάριο. «Δεν είχα καταλάβει ότι την…εκτιμάς τόσο».
«Βάζω την Ινγκριντ πάνω από όλα. Πάνω και από τη ζωή μου. Και είμαι έτοιμος να τα παρατήσω όλα. Σπίτι, τίτλους, λεφτά και οικογένεια, αν νιώσω ότι απειλείται η ζωή της και η σχέση μας».
«Είχα καταλάβει ότι είχατε χωρίσει».
«Πού το ξέρεις; Αυτός ο σπιούνος;»
«Ο Πάτρικ συνεχίζει…να με ενημερώνει. Είναι δυνατό χαρτί» μου λέει και θέλω να ουρλιάξω. Πού είναι η Ινγκριντ να τον ακούσει τώρα;  «Είδα και τις φωτογραφίες με τη φίλη σου στη Νέα Υόρκη. Ένα κι ένα κάνει δύο» χαμογέλασε.
«Τα φαινόμενα απατούν» λέω και σηκώνομαι. Ήταν λάθος να έρθω εδώ. «Δεν χωρίσαμε ποτέ. Θα τη βρω και μετά θα ξεφορτωθούμε παρέα όλα τα βαρίδια της ζωής μας» τον κοιτάω με νόημα αλλά δεν συγκινείται.
«Δεν έχεις τα κότσια» με απειλεί ανοιχτά.

«Θα εκπλαγείς» χαμογελάω και εξαφανίζομαι.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

κεφάλαιο 44-Τζάρεντ, ξύπνησες;




Είμαι τρελός. Δεν μπορώ να το διαχειριστώ σωστά όλο αυτό. Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω. Έχω 48 ώρες να κοιμηθώ και να φάω και η κρίση μου έχει θολώσει. Αλλά το χειρότερο είναι ότι δεν ξέρω ποιον να εμπιστευτώ. Κανέναν. Κανέναν δεν θέλω και δεν πρέπει να εμπιστευτώ.

Μετράω τους συμμάχους μου και δεν είναι πολλοί. Δεν είναι κανένας. Αυτό το κάθαρμα ο Πάτρικ το παίζει ανήσυχος και θέλει να ηγηθεί της εκστρατείας ερευνών. Θέλω να πιστέψω ότι τον ενδιαφέρει ειλικρινά το καλό της, αλλά εγώ ξέρω καλύτερα. Δεν της το είχα πει ποτέ και δε θα το έκανα, γιατί ήξερα ότι θα την πλήγωνα. Αλλά ο φίλος της, ο καλός φίλος της, είχε επαφές με τον πατέρα μου. Όταν το έμαθα προσπάθησα να το σταματήσω αλλά δεν ξέρω τι πρόλαβαν να κάνουν.
Ο θείος της; Δείχνει ανήσυχος, αλλά είναι και μεγάλος άνθρωπος. Πώς θα βοηθήσει;

Απέλυσα όλο το προσωπικό ασφαλείας. Τι να έκανα; Αν τους είχα μπροστά μου θα τους σκότωνα. Οι ανίκανοι. Πόσο δύσκολο είναι να την έχουν στο νου τους; Πώς κατάφερε να το σκάσει; Το ήξερα ότι θα συμβεί κάτι κακό. Είχα κακό προαίσθημα και είχα μάθει ότι οι Ελεύθεροι είχαν θυμώσει που δεν τους συνάντησε. Γι’ αυτό έδωσα διαταγή να την προσέχουν. Αλλά δεν ξέρω αν την έχουν αυτοί. Ίσως είναι κάποιος από τον πατέρα μου, κάποιος από την αντιπολίτευση, κάποιος που απλώς θέλει λύτρα. Γιατί έφυγε όμως και έβαλε τον εαυτό της σε τόσο κίνδυνο; Τι θα κάνω τώρα; Πού θα τη βρω;

Μακάρι να την έχουν πάει στην Εστόρια. Την ξέρω σαν την παλάμη μου. Εδώ, στη Γρεδόρα, δεν ξέρω πού να ψάξω, δεν ξέρω ανθρώπους, δεν έχω άκρες στον υπόκοσμο. Θέλω να σπάσω κάτι αλλά δεν έχουν μείνει πολλά μέσα στο γραφείο μου. Έχει έρθει η αστυνομία και σε μερικές ώρες φτάνει ένα κλιμάκιο ιδιωτικής ασφάλειας από την Ελβετία. Μπορούν να βοηθήσουν υποσχέθηκαν, αλλά δεν πιστεύω κανέναν και τίποτα. Έχουν περάσει 38 ώρες και δεν έχει επικοινωνήσει κανείς μαζί μου. Ηρθα με το ιδιωτικό τζετ καρφί από τη Νέα Υόρκη και άρχισα αμέσως να διευθύνω τις έρευνες. Δεν έχει βρεθεί κάποιο στοιχείο. Τίποτα. Θέλω να πεθάνω. Πού και πού έρχονται οι κοπέλες και μου φέρνουν λίγο τσάι και μπισκότα αλλά δεν τα αγγίζω. Μισώ όλο τον κόσμο. Κάποια από αυτές ίσως είναι η πληροφοριοδότρια που έδωσε τις φωτογραφίες από τα φάρμακά της. Δεν μπορείς να εμπιστευτείς κανέναν.

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Νόμιζα ότι αν φύγω θα ηρεμήσει. Θα σκεφτεί καθαρά και ίσως συνειδητοποιήσει ότι δεν είμαι το τέρας που νόμιζε. Δεν ήθελα να τη διευκολύνω. Το παραδέχομαι ότι ήμουν εγωιστής. Αλλά δεν ήθελα να της δείξω τα αποδεικτικά στοιχεία. Το περιβόητο μήνυμα είχε έρθει από μια παράξενη διεύθυνση και φυσικά δεν το είχα διαβάσει ποτέ. Το φίλτρο του λογαριασμού μέιλ μου το είχε στείλει κατευθείαν στον κάδο απορριμμάτων. Πώς είναι δυνατόν να πιστεύει ότι είχα να κάνω κάτι με αυτό; Πληγώθηκα. Ναι. Με εξόντωσε ψυχολογικά. Είχα αρχίσει να ονειρεύομαι για εμάς ένα κοινό μέλλον. Παιδιά. Οικογένεια. Και όταν ήμουν αδύναμος, με γονάτισε. Πίστεψε τη νυφίτσα τον φίλο της. Απομακρύνθηκα για να την αφήσω να ηρεμήσει. Η συμπεριφορά μου τον τελευταίο καιρό δε με τιμάει. Αλλά δεν μπορούσα να συγκρατήσω την πίκρα μου.

Και τώρα; Και τώρα κάθομαι κουλουριασμένος σε ένα ηλίθιο γραφείο, σε ένα ηλίθιο παλάτι. Το στομάχι μου πονάει και το σώμα μου έχει αρχίσει να καταρρέει από την κόπωση. Δεν έχω ιδέα πώς να βοηθήσω. Σηκώνω τηλέφωνα και απαντάω σε ερωτήσεις. Προσπαθώ να βοηθήσω την ομάδα που έρχεται και έχει ήδη αρχίσει να συλλέγει πληροφορίες για να κερδίσει χρόνο. Αλλά δεν μπορώ να κάνω και πολλά μέχρι να επικοινωνήσει κάποιος μαζί μου. Να μάθω ότι είναι καλά έστω. Να ακούσω τη φωνή της.

Εικόνες φριχτές έρχονται στο μυαλό μου. Ελπίζω να μην είναι τέρατα, και να μην την κάνουν να υποφέρει. Δε μπορώ να τη σκέφτομαι σε κάποιο υγρό, σκοτεινό υπόγειο, να τρώει ένα ξεροκόμματο. Αν τη χτυπήσουν; Θα τρελαθώ. Ένα τελευταίο πράγμα έχει μείνει όρθιο και το κλωτσάω. Ήταν ένα μικρό τραπεζάκι για τα περιοδικά. Πετάνε όλα στον αέρα αλλά δεν ανακουφίζομαι. Πονάει το πόδι μου και δε με νοιάζει.


Προσεύχομαι με όλο μου το είναι να είναι καλά. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να τη βρω και με τα χέρια μου θα τιμωρήσω αυτούς που τα έβαλαν μαζί της. Μόνο να τη βρω. Μόνο να είναι καλά.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

κεφάλαιο 43-ransom

43

Δεν το περίμενε για να είναι ειλικρινής. Ο μόνος ο οποίος επαναλάμβανε ότι ήταν σίγουρος ότι ο Τζάρεντ θα συμπεριφερθεί έτσι ήταν ο Πάτρικ, ο οποίος σχεδόν έτριβε τα χέρια του. Η Ινγκριντ είχε αρχίσει να εκνευρίζεται με τη στάση σου. Ακόμα και αν είχε δίκιο, ακόμα και αν ο Τζάρεντ είχε δικαιώσει τις κακές γλώσσες, δεν έπαυε να είναι φίλος της και έπρεπε να καταλάβει ότι ήταν θιγμένη από την συμπεριφορά του άντρα της. Πληγωμένη. Έπρεπε να την καταλάβει κι ας μη μιλούσε, κι ας αγνοούσε τόσες μέρες τα βλέμματα μέσα στο παλάτι, χαμογελώντας παγερά σε όλο τον κόσμο.

Δέκα μέρες μετά την αναχώρηση του Τζάρεντ, είχαν κυκλοφορήσει φωτογραφίες του με την Ιρένε στα περιοδικά. Είχε αναγνωρίσει τη μελαχρινή καλλονή στις θαμπές φωτογραφίες των παπαράτσι, ακόμα και αν στα μέσα υπήρχε γενικά ένα σύννεφο σχετικά με την ταυτότητα της φίλης του. Την κρατούσε αγκαζέ ενώ έβγαιναν από ένα εστιατόριο. Δύο μέρες τώρα έκλαιγε ακατάπαυστα. Ένιωθε προδομένη. Δεν περίμενε να την εφευτελίσει έτσι. Καταλάβαινε ότι ήταν άντρας και είχε ανάγκες, αλλά όχι να γυρίσει τόσο γρήγορα στην αγκαλιά της πρώην του και να αφήνει τους παπαράτσι να σκυλεύουν τη σχέση τους. Προσπάθησε να μιλήσει μαζί του τη μέρα που κυκλοφόρησαν τα δημοσιεύματα αλλά εκείνος της είπε ότι είναι απασχολημένος και ότι θα την καλέσει αργότερα. Δεν το έκανε ποτέ. Όχι ότι ήξερε τι να του πει. Γιατί με απάτησες; Γιατί το έκανες τόσο φανερά; Κάθε ερώτηση που την έπνιγε, ταυτόχρονα της φαινόταν και γελοία.

Δεν ήξερε τι να κάνει. Ήταν η τέταρτη μέρα που ήταν κλεισμένη στο δωμάτιό της και είχε αρχίσει να ασφυκτιά από την παγωμάρα στο παλάτι. Ένιωθε τα βλέμματα να την καίνε. Βλέμματα λύπησης και περιέργειας. Ένιωθε τα ερωτήματα να αιωρούνται αλλά δεν μπορούσε να δώσει απαντήσεις. Πολύ απλά γιατί και εκείνη ταλανιζόταν από εκατοντάδες.

Ήταν απόγευμα και έτσι δεν μπορούσε να πάει στη βιβλιοθήκη και να απομονωθεί. Θα υπήρχε κόσμος. Δεν ήθελε ούτε να περνάει χρόνο στο δωμάτιό της, γιατί όλοι θα ήξεραν πού είναι. Και κανείς δεν θα πίστευε ότι δουλεύει εκεί μέσα. Θα φαντάζονταν ένα σωρό πράγματα. Ότι κλαίει. Όχι ότι είχαν άδικο.

Σκέφτηκε τι μπορούσε να κάνει, αλλά δεν είχε πολλές επιλογές. Δεν ήθελε κανέναν δίπλα της και έπρεπε να βρει έναν τρόπο να πάρει αέρα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Οι σωματοφύλακες δεν την άφηναν ούτε να ανασάνει και παρόλο που δεν της μιλούσαν ποτέ ευθέως ένιωθε την ανάγκη να τους απευθύνει το λόγο. Εκτός από σήμερα.

Το καλό με το να έχεις μεγαλώσει σε ένα κάστρο είναι ότι έχεις πολλές ευκαιρίες να εξερευνήσεις. Να βρεις κρυφά δωμάτια και περάσματα, μεθόδους διαφυγής. Μεθόδους διαφυγής που ήξεραν πολύ λίγοι. Φόρεσε μια μαύρη φόρμα και έδεσε τα μαλλιά της σφικτά στην κορυφή του κεφαλιού της. Βγήκε από το δωμάτιό της και κατέβηκε στο πάρκινγκ. Είπε στους σωματοφύλακες που περίμεναν έξω από το δωμάτιό της ότι ξέχασε κάτι στο αμάξι και έφυγε. Δεν μπορούσε να περάσει την πύλη κανονικά. Ήθελε απλώς να χαθεί για μερικές ώρες. Στην πύλη θα ενημέρωναν τους πάντες ότι βγήκε και σε πέντε λεπτά θα είχε παρέα.

Το πάρκινγκ είχε μια υπόγεια σύνδεση με το ελικοδρόμιο, οπότε χρησιμοποίησε ένα στενό διάδρομο για να βγει εκεί. Μετά ήταν εύκολο. Περπάτησε, έτρεξε, σκαρφάλωσε, σύρθηκε, αλλά βγήκε από το παλάτι. Για να κάνει κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ. Λίγο τζόγκινγκ στην ύπαιθρο.

Συντόνισε το ρυθμό της με τις αναπνοές της και άρχισε να χαλαρώνει μετά το πρώτο χιλιόμετρο. Ο αέρας ήταν παγωμένος και ένιωθε να ηρεμεί, παρόλο που η καρδιά της είχε σπάσει σε πολλά κομμάτια. Ήταν αξιοθρήνητη και το ήξερε. Της έλειπε ένας άντρας που την είχε απατήσει. Έκλαιγε για έναν άντρα που την είχε προδώσει. Ήταν δυνατόν να τον αγαπάει ακόμα; Γι’ αυτό δεν την χωρούσε ο τόπος; Γι’ αυτό ήθελε να φύγει μακριά από όλους και όλα;

Έτρεξε με όλη της τη δύναμη για αρκετή ώρα, μέχρι που δεν είχε ανάσα. Πρέπει να είχε περάσει ώρα. Είχε περπατήσει σε ένα πάρκο και είχε σταματήσει για ένα παγωτό. Φόρεσε την κουκούλα του φούτερ της για να μην την αναγνωρίσει κανείς και μάλλον τα κατάφερε. Είχε αρχίσει να βραδιάζει όταν κοίταξε το κινητό της. Είχε πολλές αναπάντητες κλήσεις αλλά τις αγνόησε. Οι σωματοφύλακες θα είχαν αντιληφθεί την απουσία της. Σκέφτηκε να τους καλέσει να έρθουν να την πάρουν με το αμάξι. Απείχε πια τρία χιλιόμετρα και δεν είχε κουράγιο να τρέξει. Αποφάσισε να περπατήσει. Όσο έπαιρνε.


Μετά από σαράντα περίπου λεπτά είχε αρχίσει να βαδίζει στο σκοτάδι αλλά δεν φοβόταν. Ο δρόμος ήταν ήσυχος. Ξαφνικά ένα αμάξι με φιμέ τζάμια σταμάτησε δίπλα της. Η Ινγκριντ δεν έδωσε σημασία. Όταν οι άντρες βγήκαν από το αμάξι έκανε να ουρλιάξει όταν είδε να την πλησιάζουν απειλητικά. Με ένα μαντίλι στο στόμα έκαμψαν τις αντιστάσεις της. Λίγο πριν βυθιστεί σε λήθαργο ένιωσε τελείως ηλίθια για αυτό που είχε κάνει σήμερα. 

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Ευχές

Κορίτσια, θα γιορτάσω σήμερα και κεφάλαιο αύριο! Συγγνώμη για την αναμονή!
Να είστε γερές και ερωτευμένες!

Η συγγραφέας της καρδιάς σας,
Π.


Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

κεφάλαιο 42-από Δευτέρα...χάος

42

Η Ινγκριντ δεν έδωσε τη σημασία την πρώτη ή την δεύτερη μέρα, νομίζοντας ότι είναι η ιδέα της. Την τρίτη μέρα όμως σιγουρεύτηκε ότι κάτι δεν πάει καλά στο παλάτι και έξω από αυτό. Κοίταξε πίσω από τον ώμο της τους τρεις μαυροντυμένους άντρες που την ακολουθούσαν ενώ περπατούσε στον περίβολο του παλατιού με προορισμό τη βιβλιοθήκη. Ήταν ένα μικρό ανεξάρτητο κτίριο και ο Τζάρεντ περνούσε πολύ χρόνο εκεί τελευταία. Λες και ολόκληρο παλάτι δεν τον χωρούσε. Ξεφύσησε εκνευρισμένη. Τόσο καιρό και δεν μπορούσε να συνηθίσει τη νέα τάξη πραγμάτων.

«Πες μου ένα λόγο που με ακολουθούν τόσα άτομα» του είπε εκνευρισμένη, μπουκάροντας στη μεγάλη αίθουσα χωρίς φυσικά να ανησυχεί ότι μπορεί να ενοχλεί κάποιον. Οι ώρες που επιτρεπόταν να την επισκεφτεί το προσωπικό, καθώς και εξέχοντες επιστήμονες και ακαδημαϊκοί που είχαν πρόσβαση σε αυτή, είχαν τελειώσει προ πολλού. Η ώρα ήταν δέκα το βράδυ. Πυκνό σκοτάδι κάλυπτε το χώρο, εκτός από μια σειρά λαμπατέρ σε μια γωνία. Κοντά στο ράφι ψυχολογίας. Ενδιαφέρον.
Για λίγο δεν άκουσε απάντηση και ανησύχησε ότι μιλούσε στο κενό. Μήπως είχε βγάλει λάθος συμπεράσματα και εκείνος δεν ήταν εκεί;
«Για να μη σε χάσουμε» τον άκουσε ξαφνικά. Ακολούθησε τη βραχνή, σχεδόν βαριεστημένη φωνή του. Ήταν εκεί που νόμιζε, στον τομέα ψυχολογίας και διάβαζε ένα χοντρό βιβλίο καθισμένος σε έναν δερμάτινο καναπέ. Όσο κι αν προσπάθησε δεν κατάφερε να διαβάσει τον τίτλο του.
«Δε χρειάζεται να με ειρωνεύεσαι συνέχεια» του είπε εκείνη κοφτά.
«Δεν έχω και πολλές απολαύσεις πια» είπε εκείνος, κλείνοντας το βιβλίο και βάζοντάς το σε ένα ράφι ψηλά. Η Ινγκριντ προσπάθησε να απομνημονεύσει τη θέση του. «Δεν μπορώ ούτε να διαβάσω με την ηρεμία μου».
«Δεν μπορούσα να περιμένω άλλο. Σε ψάχνω από το απόγευμα και δε σε βρίσκω πουθενά. Υπέθεσα ότι είσαι εδώ και σκέφτηκα να μιλήσουμε» είπε εκείνη ευγενικά.
Η ησυχία μέσα στη βιβλιοθήκη, η μυρωδιά ξύλου και χαρτιού, την έκαναν να νιώθει πραγματικά άβολα. Λες και ήταν οι μόνοι δύο άνθρωποι στον κόσμοι, παγιδευμένοι σε ένα παράλογο περιβάλλον. Η βιβλιοθήκη ήταν το αγαπημένο της μέρος όταν ήταν μικρή. Είχε μια τεράστια συλλογή από μυθιστορήματα, χειρόγραφα και συγγράματα. Οι ατελείωτες σειρές με τίτλους βιβλίων τη μάγευαν. Θυμάται να αναρωτιέται πόσα βιβλία υπήρχαν εκεί μέσα. Δεν έμαθε ποτέ.
«Τι θες να μάθεις;» τη ρώτησε, αφού τακτοποίησε με το χέρι του νευρικά ένα βιβλίο που εξείχε ελάχιστα.
«Σου είπα! Για κάποιο λόγο με ακολουθούν συνεχώς κάτι περίεργοι τύποι. Ακόμα και μέσα στο παλάτι».
«Προφανώς όχι συνεχώς» της είπε και έδειξε τριγύρω του.
«Τους διέταξα να περιμένουν έξω» του είπε εκείνη.
«Και το έκαναν; Θα πρέπει να λογοδοτήσουν» έσμιξε τα φρύδια του.
«Δεν καταλαβαίνω» έχασε την υπομονή της, αλλά προσπάθησε να μη σηκώσει τον τόνο της φωνής της.
«Αύξησα την ασφάλεια στο παλάτι και την προσωπική σου ομάδα. Θα σε ακολουθούν σε σταθερή βάση δύο άντρες και ίσως και ένα τρίτος».
«Γιατί; Τι άλλαξε;» τον ρώτησε φοβισμένη.
«Τίποτα. Απλώς πρέπει να είσαι ασφαλής» είπε εκείνος άτονα.
«Δεν έχω κινδυνεύσει ποτέ».
«Αυτό θέλουμε να διασφαλίσουμε».
«Μα νιώθω πολύ πιεσμένη με τρεις ανθρώπους πάνω από το κεφάλι μου. Μοιάζουν με γορίλες και δε μου μιλάνε καν. Τους ρώτησα πώς τους λένε και με αγνοούν».
«Δεν προσελήφθηκαν για να σου κρατάνε παρέα. Και αυτοί οι «γορίλες», όπως τους λες, είναι μερικοί από τους καλύτερους βοηθούς ασφαλείας στον κόσμο».
«Νιώθω ότι μου κρύβεις κάτι» του είπε τελικά. Ο Τζάρεντ συγύριζε το χώρο με φοβερή αφοσίωση. Δεν την κοιτούσε φυσικά.
«Δεν κρύβω τίποτα. Απλώς ενίσχυσα την ασφάλειά σου. Θα τους συνηθίσεις. Άλλωστε πάντα είχες κάποιον κοντά σου».
«Ναι! Τον Πωλ! Τον ήξερα από μικρή» διαμαρτυρήθηκε. «Πού είναι τώρα;».
«Δεν είναι φυσιολογικό να κάνεις παρεούλα με το προσωπικό ασφαλείας. Πρέπει να είναι συγκεντρωμένοι στο να σε προστατεύουν. Ο Πωλ μεταφέρθηκε στο εξωτερικό φυλάκιο και θα ελέγχει τα αμάξια που μπαίνουν. Μην ανησυχείς» της είπε ήρεμα.
«Είσαι σίγουρος ότι μου λες όλη την αλήθεια;» τον ρώτησε καχύποπτα.
«Νομίζω μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι δεν ωφελεί να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση μιας και έχεις ήδη πάρει την απάντησή σου».
«Θα βοηθούσε αν προσπαθούσες να με βοηθήσεις να καταλάβω» του είπε διφορούμενα. Για ποια από τις δύο περιπτώσεις μιλούσαν;
«Είναι ανώφελο. Εσύ δεν καταλαβαίνεις τίποτα!» είπε. Η Ινγκριντ δεν απάντησε. Στήριξε τα χέρια της στη μέση της. «Γιατί με κοιτάζεις έτσι;» τη ρώτησε μετά από μερικά δευτερόλεπτα, που δεν είχε τραβήξει το βλέμμα της. Στην πραγματικότητα, είχε ξεχάσει τι συζητούσαν και απλώς χάζευε το θέαμα. Ο Τζάρεντ, με το πουκάμισο μισάνοιχτο και τα μαλλιά ανακατεμένα, χαλαρός και…μόνος του. Είχαν πάνω από δέκα μέρες να μείνουν κάπου μόνοι. Το μυαλό της ξεστράτισε, στο τι θα μπορούσαν να κάνουν μαζί. Τι έκαναν πριν ξεσπάσει η θύελλα.
«Σκέφτομαι ότι είναι κρίμα να μην μπορούμε να συνεννοηθούμε» είπε εκείνη τελικά και το εννοούσε. Ήθελε να πει και μερικά επιπλέον πράγματα που ήταν κρίμα που είχαν χάσει, αλλά κρατήθηκε.
 «Θα φύγω για λίγο καιρό» της είπε εκείνος και σηκώθηκε απότομα. Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω και έχασε την ισορροπία της από το σοκ. Το χέρι του τινάχτηκε και την έπιασε από το μπράτσο. Μόλις τη στήριξε, την άφησε. Λες και τον έκαιγε.
«Μπορείς να είσαι πιο συγκεκριμένος;» τον ρώτησε εκείνη απλά.
«Τέσσερις με έξι βδομάδες».
«Τόσο καιρό; Πού θα πας; Υπάρχουν εκκρεμότητες. Ο Πάτρικ ακόμα δεν έχει ξεμπλέξει με αυτούς που με εκβιάζουν. Δεν έχουμε υπογράψει τα σχέδια για το αεροδρόμιο και…και…» ψέλλισε. Ένιωθε να πνίγεται. Τόσο καιρό; Τόσο πολύ καιρό;
«Είμαι σίγουρος ότι ο Πάτρικ μπορεί να με αντικαταστήσει επάξια. Το κάνει σε πολλά επίπεδα άλλωστε» της είπε χαιρέκακα.
«Είσαι χυδαίος» του είπε και έκανε ξανά ένα βήμα πίσω. Ήθελε να βάλει λίγη απόσταση μεταξύ τους. Πνιγόταν. Πώς ήταν δυνατόν να νιώθει τόση απελπισία; Ο άντρας αυτός την είχε προδώσει. Σωστά;
«Μπορώ να μείνω μόνος;» ρώτησε βαριεστημένα.
«Τι σε έχει πιάσει και περνάς τόσο χρόνο εδώ μέσα;» προσπάθησε να μιλήσει μαζί του για κάτι διαφορετικό. Δεν ήθελε να φύγει ακόμα από κοντά του.
«Ηρεμώ εδώ μέσα» απάντησε πολύ πρόθυμα και βολεύτηκε στον καναπέ και πάλι. «Στο παλάτι έχει πάντα κόσμο. Ακόμα και στο γραφείο μου μπαίνει και βγαίνει κόσμος ασταμάτητα. Όλο και κάποιος με θέλει πάντα».
«Δε σου αρέσει η παρέα;»
«Δε μου αρέσουν οι ξένοι. Στο παλάτι, σε ολόκληρη τη χώρα, δεν ξέρω κανέναν. Δεν έχω κανέναν δικό μου. Οι φίλοι μου, οι συγγενείς μου είναι στην Εστόρια. Εδώ όλοι με σέβονται και με εκτιμούν, ελπίζω, αλλά είμαι ξένος. Συνήθως μου αρέσει η απόσταση, αλλά ενίοτε κουράζομαι» της εξομολογήθηκε. Η Ινγκριντ είχε μείνει άφωνη. Ήταν δυνατόν να νιώθει έτσι και εκείνη να μην το είχε καταλάβει; Κι όμως, είχε δίκιο. Δεν είχε περάσει από το μυαλό της ότι ο Τζάρεντ ένιωθε μόνος. Εκείνη ένιωθε στο παλάτι άνετα. Ήταν το σπίτι της. Την αγαπούσαν όλοι. Εκείνος ζούσε μέσα σε ένα περιβάλλον όπου τον αντιμετώπιζαν με καχυποψία. Πώς θα ένιωθε εκείνη αν ζούσε στην Εστόρια;
«Λυπάμαι που νιώθεις έτσι» του είπε τελικά.
«Να μη λυπάσαι καθόλου. Πιστεύω ότι το διάστημα που θα λείψω θα επανέλθω…συναισθηματικά» γέλασε ξερά.
«Πού θα πας;» τόλμησε.
«Πρέπει να συναντήσω μερικούς πρωθυπουργούς και να μείνω λίγο καιρό στη Νέα Υόρκη για να διευθετήσω μερικά πράγματα με τις επιχειρήσεις μου. Εσύ και ο Πάτρικ θα τα βγάλετε πέρα εδώ. Αν προκύψει κάτι, ενημερώστε με» πρότεινε ευγενικά.
«Πότε φεύγεις;» ρώτησε εκείνη τελικά. Η συζήτηση είχε τελειώσει.
«Αύριο το απόγευμα».
«Τι; Τόσο σύντομα;» κόντεψε να πνιγεί με το σάλιο της.

«Ανυπομονώ» της είπε εκείνος και απορροφήθηκε σε ένα βιβλίο που βρισκόταν μισάνοιχτο πλάι του. 


Αποτέλεσμα εικόνας για justice joslin library

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

κεφάλαιο 41-μυρίζει βροχή

41

«Μπορώ να σε απασχολήσω για δέκα λεπτά;»ρώτησε ντροπαλά η Ιγκριντ, παίρνοντας βαθιές ανάσες για να ηρεμήσει. Το βράδυ στην Εστόρια φυσικά κοιμήθηκαν χώρια. Δεν είχε ιδέα πού πήγε και τι έκανε. Το πρωί έφαγαν πρωινό με τους γονείς του, άκουσαν καρτερικά τις καθιερωμένες σαχλαμάρες περί τεκνοποίησης και αναχώρησαν λίγο πριν το μεσημεριανό. Αυτή τη φορά ο Τζάρεντ, αφού άκουσε τον πατέρα του να του λέει να βιαστούν το παιδί, του απάντησε ένα ξερό «αν είναι να γίνει, θα γίνει». Η Ινγκριντ συνειδητοποίησε ότι ήταν η πρώτη φορά που μιλούσε στον πατέρα του και άφηνε να εννοηθεί ότι υπήρχε και η πιθανότητα να μην κάνουν παιδί. Ο πατέρας του πέταξε μερικές απειλές αλλά δεν συνέχισε. Ευτυχώς. Δεν είχε και πολύ όρεξη να τον ακούει. Είχαν περάσει δύο βδομάδες από τότε και σχεδόν δεν είχαν ανταλλάξει κουβέντα τόσο καιρό.

Η κατάσταση στο παλάτι ήταν πνιγηρή. Την απέφευγε συστηματικά και ακόμα και όταν οι δρόμοι τους διασταυρώνονταν, εκείνος κοιτούσε με πάθος τα πόδια του.
«Δεν έχω χρόνο» της είπε χωρίς να σηκώνει το βλέμμα του από τα χαρτιά του και την έβγαλε βίαια από τις σκέψεις της.
«Δέκα λεπτά» επέμεινε εκείνη, με το χέρι στη μέση. Ο Πάτρικ έλειπε στο Παρίσι και έπρεπε να αντιμετωπίσει μόνη της ένα θέμα που είχε προκύψει.
«Μίλα» τη διέταξε, ενώ έστρεφε την προσοχή του στο λάπτοπ του. Άρχισε να πληκτρολογεί κάτι. Η Ινγριντ παρατήρησε ότι τα μαλλιά του είχαν μακρύνει αρκετά. Δεν είχε ιδέα ότι είχε κατσαρά μαλλιά. Φυσικά του πήγαιναν πολύ.
«Είναι σημαντικό» του είπε εκείνη.
«Είμαι σίγουρος» είπε εκείνος ξερά, στάζοντας ειρωνεία.

Η Ινγκριντ πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να μιλήσει, αλλά ήταν πολύ εκνευρισμένη για να το κάνει. Τελικά κατέληξε να λέει κάτι άσχετο, αλλά και πολύ σχετικό.
«Πώς συμπεριφέρεσαι έτσι; Θέλω να μιλήσουμε!»
«Λείπει ο Πάτρικ και έπεσες στην ανάγκη μου;» συνέχισε εκείνος.
«Πώς γίνεται πριν από μερικές βδομάδες να μου φερόσουν τόσο τρυφερά και τώρα να είσαι τόσο ψυχρός; Δεν είναι φυσιολογικό να περάσεις από το ένα άκρο στο άλλο τόσο γρήγορα!» είπε εκείνη. «Εκτός φυσικά αν υποκρινόσουν» κατέληξε θριαμβευτικά. Επιτέλους είχε πει αυτό που τη βασάνιζε.
«Λέγε τι θες και ας μη μιλάμε άλλο για το παρελθόν» είπε εκείνος βαριεστημένα και την κοίταξε φευγαλέα. Δεν μπήκε στον κόπο να απαντήσει και αυτό την έκανε ακόμα πιο έξαλλη.
«Οι Ελεύθεροι θέλουν να με συναντήσουν» του είπε εκείνη τελικά. Ήξερε ότι του ανακοίνωνε κάτι αναπάντεχο. Οι Ελεύθεροι ήταν μια ομάδα με όλο και μεγαλύτερη δύναμη και επιρροή στην Γρεδόρα και σταδιακά και στην Εστόρια. Επιθυμία τους ήταν να διοικήσουν τη χώρα σε συνεργασία με τη βασιλική οικογένεια. Ως εδώ καλά. Δεν ήταν παράλογη η ιδέα να συνεργάζονται με ομάδες πολιτών ώστε να λαμβάνονται πιο δημοκρατικά οι αποφάσεις. Το θέμα ήταν ότι οι Ελεύθεροι είχαν διασυνδέσεις με ριζοσπαστικές οργανώσεις σε όλο τον κόσμο και μερικά μέλη τους ήταν κάποτε ή παρέμεναν εγκληματίες.
«Αποκλείεται» είπε εκείνος χωρίς περιστροφές. Εκείνη έκατσε στην καρέκλα απέναντί του γιατί πονούσαν λίγο τα πόδια της.
«Είναι δεύτερη φορά που ζητάνε συνάντηση. Δεν είναι ευγενικό να αρνηθώ πάλι. Είναι δημοφιλείς!».
«Γιατί δε συναντούν εμένα; Τον Πάτρικ; Τον θείο σου; Γιατί εσένα; Είναι επικίνδυνοι. Ούτε να το σκέφτεσαι» της το ξέκοψε. Συμφωνούσε μαζί του κι εκείνη, αλλά δεν ήταν τόσο κάθετη.
«Εγώ είμαι η αρχηγός του κράτους. Είναι τιμή να συναντήσουν εμένα» του θύμισε.
«Και τι θα πείτε; Πόσο άσχημη είναι η εξουσία και ότι αυτοί θα το έκαναν καλύτερα; Μην πας. Οι άνθρωποι είναι εγκληματίες».
«Όχι όλοι. Κάποιοι είναι αξιόλογοι. Νέοι άνθρωποι με ιδέες. Και δε θέλω να τους αγνοώ συνέχεια. Μήπως θες να έρθεις μαζί μου;» ρώτησε ντροπαλά.
«Ούτε εγώ θα έρθω, ούτε εσύ θα πας».
«Δεν είμαι κτήμα σου».
«Δεν είσαι. Φυσικά» την κοίταξε εκείνος. «Μπορείς να κόψεις το κεφάλι σου. Λίγο με νοιάζει». Η Ινγκριντ ακόμα δεν μπορούσε να συνηθίσει την καινούργια τάξη πραγμάτων. Δεν της άρεσε ο τρόπος που της μιλούσε.
«Να μου μιλάς με σεβασμό» του είπε εκείνη κοφτά. «Μπορεί να μην πέτυχε η σχέση μας, και μπορεί να μη συμφωνείς με όσα λέω και κάνω, αλλά παραμένω γυναίκα σου».
«Όχι για πολύ» της είπε.
«Τι εννοείς;»
«Προσπαθώ να βρω τρόπο να απεμπλακώ σύντομα. Θα δω» της είπε και χαμογέλασε ονειροπόλα το κάθαρμα. Ανυπομονούσε.
«Μέχρι τότε, να μου μιλάς καλύτερα» επέμεινε εκείνη. «Δεν είμαι από τις γυναίκες που έχεις συνηθίσει».
«Για ποιες γυναίκες μιλάς ακριβώς;» ρώτησε εκείνος και έκανε πίσω στην καρέκλα του. Τώρα είχε την αμέριστη προσοχή του.
«Αυτές που γυρνούσες. Αυτές που γυρνάς. Αυτές που κοιμούνται κάθε βράδυ με άλλον άντρα και σκοπός τους είναι να σπέρνουν θύματα».
«Μην ανησυχείς και κανένας άντρας δεν υποφέρει από αυτές τις γυναίκες. Από κάποιες άλλες γυναίκες υποφέρουν οι άντρες!» σούφρωσε τα χείλη του. «Από αυτές τις κυρίες που δεν ξέρουν τι θέλουν, ποιες είναι και πού πάνε».
«Υπονοείς ότι εγώ είμαι μία από αυτές;»
«Εσύ δεν είσαι απλά μία από αυτές! Εσύ είσαι η βασίλισσα!».


Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

κεφάλαιο 40-πού θα τα πιει ο Τζαρεντ απόψε;

40

Έκλεισε την πόρτα πίσω μου με φόρα και με ακολούθησε στο εσωτερικό του δωματίου. Έδειχνε εκνευρισμένος αλλά δε φοβόμουν την οργή του. Άλλωστε δεν είχε κανένα δικαίωμα να νιώθει έτσι.
«Ο λόγος που ήρθαμε ως εδώ και θα παίξουμε τη φαρσοκωμωδία, είναι για να τιμήσουμε μια κοινωνική περίσταση και να δείξουμε στον κόσμο πόσο ευτυχισμένοι είμαστε» μου λέει. Μέσα στη λιμουζίνα δε μίλησε σχεδόν καθόλου, αλλά ήξερα πολύ καλά τι τον είχε κάνει να ξεφυσάει έξαλλος. Όχι ότι το είχα κάνει επίτηδες. Δε λειτουργώ έτσι. Δε σκόπευα να τραβήξω την προσοχή του.
«Και δεν το δείξαμε;» τον ρωτώ. Ανοίγω την πόρτα του μπάνιου και σέρνω μέσα τη ρόμπα μου. Ξεντύνομαι χωρίς να με βλέπει. Πώς φτάσαμε ως εδώ;
«Δεν υπάρχει κάτι που δεν έχω ξαναδεί» ειρωνεύεται την ξαφνική ντροπή μου, αλλά δεν απαντάω. Φαντάζομαι δεν περίμενε να μείνω μπροστά του με τα εσώρουχα λες και δεν έχει συμβεί τίποτα. Απλώς ξεντύνομαι και βγαίνω έξω μετά από λίγα δευτερόλεπτα. Εκείνος έχει μαζέψει τις πιτζάμες του ήδη για να κοιμηθεί στο διπλανό δωμάτιο.
«Είναι απαράδεκτο να περνάς όλο το βράδυ μιλώντας, όχι με άντρες, αλλά με έναν μόνο! Έχεις ιδέα πώς μπορεί να φάνηκε αυτό;» με ρωτάει. Σφίγγει και ξεσφίγγει τις γροθιές του.
«Δεν μιλούσα όλο το βράδυ με τον άνθρωπο. Μιλήσαμε μισή ώρα. Αυτή τη μισή ώρα ακριβώς που εσύ μιλούσες με 3 γυναίκες ταυτόχρονα» του θυμίζω. Δεν ήταν όλες νέες αλλά η μία ήταν πολύ εντυπωσιακή.
«Και θα επαναλάβω! Είναι πολύ πιο ύποπτο θέαμα να μιλάς με ένα άτομο! Και με ποιο άτομο μάλιστα…» λέει δείχνοντας την απαξίωσή του.
«Καταλαβαίνω ότι εσύ και ο ξάδερφός σου έχετε μια αμοιβαία αντιπάθεια, αλλά με μένα ήταν ευγενικός. Δεν είχε έρθει καν στο γάμο μας επειδή έλειπε σε κάποια αποστολή και ήθελε να με γνωρίσει. Τι λάθος έκανα;» τον ρωτάω απλά.
«Μιλούσατε και γελούσατε λες και δεν υπήρχαν άνθρωποι γύρω σας!» μου λέει. Ίσως και να έχει δίκιο. Ένιωθα άβολα και πιάστηκα από τον πρώτο άνθρωπο που μου έδειξε ενδιαφέρον. Και ο ξάδερφός του ήταν πραγματικά αστείος και με βοήθησε να χαλαρώσω. Ούτε που κατάλαβα ότι πέρασε η ώρα ή ότι ο Τζάρεντ μάς στραβοκοιτούσε από την άλλη άκρη της αίθουσας.
«Δεν ήξερα ότι δεν μπορώ να μιλάω με άλλους άντρες» είπα.
«Κάνε ό,τι θες αλλά προσπάθησε να μην ερωτοτροπείς δημόσια, σε παρακαλώ» με ειρωνεύτηκε.
«Σε βολεύει;» φώναξα τελικά, ανίκανη να καταπνίξω την οργή μου. «Σε βολεύει να σκέφτεσαι έτσι για μένα; Να σκέφτεσαι ότι ερωτοτροπώ και ότι με κάθε μου κίνηση σε προδίδω; Σε βολεύει να σκέφτεσαι ότι είμαι ανήθικη για να νιώθεις καλά με τον εαυτό σου που φέρεσαι παιδιάστικα;».
«Εγώ φέρομαι παιδιάστικα;» γελάει ξαφνικά. Φοράει ακόμα το κοστούμι του. Δεν πρόκειται να αλλάξει εδώ μέσα. Θα περάσει το βράδυ αλλού. Ελπίζω μόνος.
«Εγώ φέρομαι παιδιάστικα; Εσύ άφησες έναν ηλίθιο να σε πείσει ότι είμαι η πηγή του κακού. Ότι είμαι μέρος μιας πλεκτάνης με σκοπό την εκθρόνισή σου! Περίμενες να υπερασπίσω τον εαυτό μου; Να σε παρακαλέσω να με εμπιστευτείς; Δε μου αξίζει όλο αυτό. Έχω αξιοπρέπεια! Με το ζόρι μένω εδώ μέσα, και αυτό για να ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα».
«Ε μείνε με την αξιοπρέπειά σου λοιπόν και μη ζηλεύεις όταν μιλάω με άλλους άντρες!» ανταπαντάω.
«Δε ζηλεύω! Ο,τι υπήρχε μεταξύ μας έχει τελειώσει και δεν έχω όρεξη να προσπαθήσω ξανά» με αποτελειώνει. Κυριολεκτικά ακούω την καρδιά μου να σπάει. «Απλώς δε θέλω να βάλω σε κίνδυνο την δημόσια εικόνα μας!».
«Δε σε είδα να ανησυχείς για τη δημόσια εικόνα μας όταν αγνοούσες τα μέιλ που θα μπορούσαν να με σώσουν από τη δημόσια ξεφτίλα!» του θυμίζω. Είμαι έξαλλη και εκτοξεύω κατηγορίες για τις οποίες δεν είμαι 100% σίγουρη. Δεν το απολαμβάνω όμως. Δε χαίρομαι όταν τον βλέπω να κάνει ένα βήμα πίσω λες και τον χτύπησα. Σφίγγεται ολόκληρος και χαμογελάει σκληρά. Δε θέλω να ξέρω τι σκέφτεται για μένα. Τρομάζω στην ιδέα ότι με μισεί, αλλά προτιμώ να με μισεί και να είναι κοντά μου, παρά να φύγει και να περάσει το βράδυ του με κάποια άλλη.
«Είσαι μια ηλίθια σκύλα» μου λέει ήρεμα και το βλέπω ότι το εννοεί. Η προσβολή του δεν με πονάει όμως. Δεν είναι τα λόγια του αυτά που με ανατριχιάζουν, όσο το παγωμένο βλέμμα του. Είναι τόσο άδειο… Σαν να μην υπάρχω πια για εκείνον. Σαν να πέθανα.  «Και προσεύχομαι να μην είσαι έγκυος, γιατί προτιμώ να αντιμετωπίσω την πιθανότητα να μην έχω διάδοχο ποτέ, να υποστώ τις συνέπειες και την οργή του πατέρα μου, παρά να μοιραστούμε ένα παιδί» συνεχίζει. Προσπαθώ να μην κλάψω. Ξέρω ότι σύντομα θα φύγει και θα μπορέσω να κλάψω όσο θέλω. Όχι μπροστά του όμως. Όσο και αν με σκοτώνει με όσα λέει.
«Μην ανησυχείς» λέω ξερά. «Είμαι σίγουρη ότι ο καλός Θεός δε θα έχει αφήσει να συμβεί ένα τόσο μεγάλο λάθος».





Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

κεφάλαιο 39-show time

39

Είναι γελοίο. Όλο αυτό είναι απολύτως γελοίο. Κοντεύω να τρελαθώ από τον πονοκέφαλο. Οι σκέψεις τριβελίζουν το μυαλό μου εδώ και μία βδομάδα και εκείνος δεν έχει μπει καν στον κόπο να μου μιλήσει. Αν αυτή δεν είναι παραδοχή ενοχής, τότε τι είναι;

Ο θείος μου δεν με βοήθησε πολύ να ξεκαθαρίσω την κατάσταση. Του μίλησα με κάθε ειλικρίνεια για όσα έμαθα. Το μόνο που μου είπε είναι ότι τον Πάτρικ τον ξέρει χρόνια και τον εκτιμάει. Δεν έχει λόγο να αμφισβητεί τις προθέσεις του. Όσο για τον Τζάρεντ, έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του και παρόλο που τον ξέρει μικρό διάστημα, δείχνει να εργάζεται σκληρά για το καλό της χώρας και δε βλέπει κάποιο ύπουλο σχέδιο να με εκθρονίσει. Προσπάθησα να του αναλύσω τις σκέψεις μου και του είπα ότι είμαι μπερδεμένη και ότι φοβάμαι ότι αν έχω κάνει λάθος τότε έχω χάσει για πάντα τον Τζάρεντ από τη ζωή μου. Ο θείος μου θεωρεί ότι αν ο Τζάρεντ νιώθει πράγματα για μένα, τότε πρέπει σταδιακά να δείξει υποχωρητικότητα και να μου εξηγήσει τι συνέβη πραγματικά. Τόσες μέρες δεν έχει συμβεί φυσικά. Το κλίμα είναι βαρύ και δεν ξέρω τι να κάνω.

Και φυσικά, μέσα σε όλα αυτά, απόψε πρέπει να παρευρεθούμε σε μια δεξίωση στην Εστόρια. Θα πάμε με το βασιλικό ελικόπτερο και θα γυρίσουμε αύριο το μεσημέρι. Οπότε πρέπει, πρώτον, να χαμογελάμε όλο το βράδυ και να το παίζουμε χαρούμενοι και ερωτευμένοι και, δεύτερον, να κοιμηθούμε σε κοινό υπνοδωμάτιο στο παλάτι των γονιών του. Α! Και να συναναστραφώ, έστω και για ελάχιστες ώρες, τον πατέρα του.

Προσπαθώ να σκεφτώ τι να φορέσω. Θέλω να είμαι όμορφη, αλλά δεν έχω και πολλή όρεξη. Μακάρι να υπήρχε κάποιος να με βοηθήσει. Ανοίγω την ντουλάπα και διαλέγω μια μαύρη ολόσωμη φόρμα. Πρέπει να είμαι λίγο άνετη στο ταξίδι. Τα πράγματα τα έχω μαζέψει από το πρωί σε ένα μικρό βαλιτσάκι για τη διανυκτέρευσή μου και το μακιγιάζ μου και τα μαλλιά μου είναι έτοιμα.

Ακούω ένα χτύπημα στην πόρτα. Πρέπει να φύγουμε. Αυτός είναι. Ελέγχω το ρολόι μου.
«Είσαι έτοιμη;» με ρωτάει, χωρίς να με κοιτάξει καν καλά καλά. Πριν από μερικές μέρες αυτός ο άντρας με κρατούσε στην αγκαλιά του και μου έλεγε πόσο τυχερός νιώθει που με έχει. Νιώθω σαν να έχουν περάσει αιώνες. Απαντάω καταφατικά και κάνω στην άκρη για να περάσει στο δωμάτιο. Παίρνει το βαλιτσάκι μου και βγαίνει στα γρήγορα. Φοράει ένα κοστούμι σκούρο μπλε και ασορτί παπιγιόν. Είναι όπως πάντα πανέμορφος. Είναι αστείο το πώς αντιδρώ ακόμα στην παρουσία του, παρόλο που η κατάσταση είναι τεταμένη. Το φυσιολογικό θα ήταν να μην δίνω σημασία. Όπως κάνει αυτός. Δείχνει να έχει βάλει τελεία με απίστευτη ευκολία. Με ύποπτη ευκολία, για να είμαι ειλικρινής.

Μέχρι το ελικοδρόμιο δε μιλάει κανείς. Μπαίνουμε στο ελικόπτερο και δενόμαστε. Φοράμε ακουστικά και φυσικά δε μιλάμε μεταξύ μας. Ο Τζάρεντ συζητάει ανάλαφρα με τον πιλότο και εγώ κοιτάω τον ορίζοντα. Η διαδρομή είναι μικρή. Στο ελικοδρόμιο της Εστόρια μάς περιμένει μια λιμουζίνα για να μας πάει στο Κέντρο Μοντέρνας Τέχνης, όπου θα γίνουν τα εγκαίνια μιας πολυδιαφημισμένης έκθεσης.
«Είναι μακριά;» ρωτάω για να σπάσω τον πάγο.
«Περίπου είκοσι λεπτά» με ενημερώνει. «Μπορείς να συνδεθείς στο wifi της λιμουζίνας αν βαριέσαι» λέει εκείνος ξερά.
«Μπορούμε και να μιλήσουμε» του λέω εξίσου ξερά. Δεν αντέχω το ύφος του. Εγώ είμαι το θύμα. Πώς κατέληξα να προσπαθώ εγώ;
«Δε νομίζω ότι έχουμε να πούμε κάτι» λέει και χαζεύει το κινητό του.
«Έτσι σκοπεύεις να συνεχίσουμε από εδώ και πέρα;» ξεσπάω. Ο Τζάρεντ πατάει ένα κουμπί και απομονώνει την πίσω καμπίνα από την μπροστά ώστε να μην ακούει ο σωφέρ.
«Δείχνεις έξαλλη, αλλά δε βλέπω το λόγο. Τώρα που έμαθες ότι πίσω από όλα κρύβομαι εγώ, δεν ανακουφίστηκες;» συνεχίζει. Ήρεμα.
«Μπορεί να είμαι έξαλλη επειδή με εξαπάτησες. Σου έχει περάσει αυτό από το μυαλό; Έχεις σκεφτεί ότι έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου; Οτι ίσως είμαι μπερδεμένη; Δε σκέφτεσαι καθόλου πώς νιώθω;»
«Δεν έχεις το μονοπώλιο στα συναισθήματα» λέει μετά από μακρά παύση.
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή τίποτα» λέει.
«Δεν θες να προσπαθήσεις καν να μου πεις κάτι για να σε πιστέψω; Υπάρχει ένας άνθρωπος εκεί έξω που πουλάει ψέματα για μένα. Και μια ομάδα που καπηλεύεται τα στοιχεία αυτά. Και θεωρητικά εσύ το άφησες να συμβεί».
«Είμαι κάθαρμα. Τι να πω;» ακούω την πικρία στην φωνή του. Ξεφυσάω. Δε θα βγάλω άκρη με αυτόν τον άνθρωπο.
«Πες μου κάτι, σε παρακαλώ. Αυτή τη στιγμή, ακόμα και ένα ψέμα θα μου κάνει καλό».
«Δε νομίζω ότι χρειάζεσαι άλλα ψέματα. Αρκετά έχεις ακούσει ήδη» μου λέει αινιγματικά.
«Ε τότε πες μου την αλήθεια!» σηκώνω τη φωνή μου, αλλά δεν αντιδράει. Είναι εκνευριστικά ήρεμος.
«Είσαι μεγάλο κορίτσι. Μάθε μόνη σου την αλήθεια. ‘Η ακόμα καλύτερα, ρώτα τον Πάτρικ, που τον ξέρεις χρόνια και τον εμπιστεύεσαι τυφλά. Είναι καλό παλικάρι».
«Τζάρεντ…»
«Έχω πονοκέφαλο. Μπορούμε να μιλάμε λιγότερο, σε παρακαλώ;» με διακόπτει. «Θα κοιμηθείς μόνη σου στο δωμάτιο σήμερα. Θα κοιμηθώ σε άλλο δωμάτιο, κρυφά. Ίσως βγω, δεν ξέρω. Ελπίζω να μην σε πειράζει» συμπληρώνει ειρωνικά. Αυτό είναι, σκέφτομαι. Γυρίσαμε πάλι στο μηδέν.
«Λυπάμαι που σε αμφισβήτησα» του λέω τελικά. «Αλλά δυστυχώς έτσι έχω μάθει να λειτουργώ. Η θέση μου με έχει διδάξει να μην εμπιστεύομαι κανέναν».
«Τι θλιβερή διαπίστωση» λέει.
«Σε εκπλήσσει;» ρωτάω.
«Αν θυμάσαι καλά, έχουμε σχεδόν την ίδια ανατροφή και την ίδια δύναμη. Αλλά εγώ είμαι σε θέση να ξέρω ποιος αξίζει την εμπιστοσύνη μου και ποιος όχι».
«Μπράβο, Τζάρεντ» λέω και χειροκροτώ αργά. «Εσύ είσαι ο καλός και εγώ η σκάρτη».
«Σκάρτη δεν είσαι» μου λέει. Πλησιάζουμε στον προορισμό μας. Ο σοφέρ έχει αρχίσει να επιβραδύνει. «Απλώς φοβερά ανασφαλής. Νόμιζα ότι σε είχα πείσει, αλλά εσύ δεν πείθεσαι με τίποτα!».
«Μερικοί όμορφοι μήνες δεν μπορούν να με κάνουν να αγνοήσω αποδεικτικά στοιχεία».
«Μερικοί όμορφοι μήνες;» γελάει ξερά. «Είμαστε παντρεμένοι. Ζευγάρι. Προσπαθούσαμε να κάνουμε παιδί!».
«Θυμάσαι πώς ξεκινήσαμε; Ποιος είσαι και τι αντιπροσωπεύεις για μένα;»
«Ξαναγυρνάμε δηλαδή στην εθνική μας αντιπαλότητα; Διάολε, αν ζούσε ο Σέξπτιρ θα έγραφε μια ρομαντική τραγωδία πάνω μας».
«Απορώ πού βρίσκεις την όρεξη για αστεία» αναρωτιέμαι μεγαλόφωνα.
«Το χιούμορ με κρατά σώφρονα αυτή τη στιγμή» λέει εκείνος. Η λιμουζίνα σταματάει. Ο σοφέρ μας ανοίγει την πόρτα. Η συζήτηση δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Κι όμως, δεκάδες δημοσιογράφοι και εκατοντάδες κόσμος περιμένει να δει ένα ερωτευμένο ζευγάρι.
Πρέπει να είναι η πιο δύσκολη παράσταση που έχω δώσει στη ζωή μου.




Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

κεφάλαιο 38-φωτιά στους server

38

Προσπαθώ να τραβήξω το βλέμμα του, αλλά δε γίνεται με τίποτα. Εδώ και δύο μέρες δεν μου μιλάει, δεν με κοιτάει, δεν αναγνωρίζει καν την παρουσία μου. Τριγύρω μας μαίνεται μια διαμάχη σχετικά με ένα καινούργιο έργο που θέλει να πραγματοποιήσει ο Τζάρεντ, αλλά όλοι διαφωνούν μαζί του. Εκτός από μένα. Αλλά δε θέλω να πάρω θέση, για να μη νομίζει ότι προσπαθώ να τον καλοπιάσω.

Δεν ξέρω καν αν θέλω να το κάνω. Να τον καλοπιάσω δηλαδή. Είμαι πολύ μπερδεμένη. Η συμπεριφορά του ήταν πολύ άσχημη. Δεν αποτελείωσα τις σκέψεις μου και εξαφανίστηκε από το δωμάτιο. Δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό του. Δεν προσπάθησε καν. Δεν μπήκε στη θέση μου, δεν προσπάθησε να με καταλάβει.

Ξαφνικά μου πέφτει το στιλό και όλοι με κοιτάνε στιγμιαία. Συνεχίζουν να μιλάνε με απτόητο πάθος. Εκείνος δε γυρίζει καν. Είμαι σίγουρη ότι είναι έξαλλος μαζί μου. Ότι με μισεί. Ότι όσα περάσαμε μαζί, τα έχει ξεχάσει. Κι εγώ υποφέρω. Νιώθω σαν να με έχει τσουρουφλίσει κάποιος. Σαν να ξύπνησα ξαφνικά από ένα όμορφο όνειρο και η πραγματικότητα είναι ζοφερή.

«Μπορώ να διακόψω τη συνάντηση;» ακούω ξαφνικά μια φωνή από πίσω μου. Είναι ο Πάτρικ. Μα γιατί μπούκαρε έτσι; Ο Τζάρεντ τον κοιτάει έξαλλος.
«Υπάρχει λόγος;» τον ρωτάει αργά.
«Η βασίλισσα μού είχε αναθέσει να κάνω μια έρευνα και έχω τα αποτελέσματα» λέει κοιτώντας όλο νόημα προς το μέρος μου. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Αυτό είναι. Η στιγμή της αλήθειας. Ο,τι και να δείξουν τα αποτελέσματα, τον έχv χάσει. Τουλάχιστον, ας είναι καθαρός. Δεν αντέχω άλλον έναν αναξιόπιστο άνθρωπο γύρω μου. Μέσα μου.
«Ας διακόψουμε για μία ώρα και συνεχίζουμε» λέω αποφασιστικά. «Υπάρχει μπουφές στην αίθουσα δεξιώσεων» ενημερώνω ευγενικά τους συνεργάτες μας, που μας κοιτούν παραξενευμένοι.
«Φυσικά, ναι» λέει ο Πάτρικ όλο χαμόγελα. Τι στο καλό έχει μάθει; Ποιο σενάριο μπορεί να είναι ευχάριστο;

«Πες μας» λέω γεμάτη αγωνία όταν μένουμε οι τρεις μας. Ο Πάτρικ κρατάει ένα λευκό φάκελο στα χέρια του. Κάθεται σε μια καρέκλα απέναντί μας. Εγώ και ο Τζάρεντ καθόμαστε δίπλα, αλλά με μια καρέκλα ανάμεσά μας.
«Πες μας, ναι» ακούω τον Τζάρεντ δίπλα μου να λέει ξερά. «Μας τρώει η αγωνία».
«Οι μυστικές υπηρεσίες ήλεγξαν όλα τα μέιλ που εστάλησαν από το παλάτι και προς αυτό τον προηγούμενο μήνα» εξήγησε ο Πάτρικ. «Η μία άκρη του νήματος είναι μια ομάδα από 2-3 άτομα από τη Γρεδόρα».
«Τους συλλάβαμε;» ρωτάω.
«Όχι. Τους παρακολουθούμε. Αν τους συλλάβουμε δε θα μάθουμε ποτέ ποιος τους πουλάει πληροφορίες και με ποιους συνεργάζονται. Προς το παρόν δεν κάνουν βήμα χωρίς να ξέρουμε πού πάνε και τι κάνουν».
«Συγχαρητήρια» είπε ο Τζάρεντ ειρωνικά. «Είστε σπουδαία λαγωνικά».
«Η άλλη άκρη του νήματος…» είπε ο Πάτρικ και χαμογέλασε πλατιά «είναι αυτός ο κύριος εδώ» συνέχισε. Δείχνοντας τον Τζάρεντ.

Ξαφνικά ένιωσα την ανάγκη να κάνω εμετό και χρειάστηκε να πάρω πολλές ανάσες. Ένα λεπτό. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια.
«Δηλαδή;» ρωτάει αυτός δίπλα μου, με επίπεδη φωνή. Αδιάφορα.
«Δηλαδή έχει σταλεί μέιλ στο λογαριασμό σου» λέει ο Πάτρικ θριαμβευτικά. «Οι εκβιαστές ζητούν να διαπραγματευτούν μαζί σου για να μην εκθέσουν στα ΜΜΕ την Ινγκριντ».
«Εγώ δεν πήρα ποτέ τέτοιο μέιλ» λέει ξερά ο Τζάρεντ. Τους κοιτάω σαν χαμένη να πετάνε τα λόγια τους σαν μαχαίρια ο ένας στον άλλον.
«Σύμφωνα με αυτό» πετάει τον φάκελο στον τραπέζι «έχεις λάβει ένα μέιλ στις 4 Απριλίου στις 21.13 από τον λογαριασμό kkkkgjy@freely.com».
«Συνεχίζω να λέω ότι αυτό δε συνέβη ποτέ. Για ποιο λογαριασμό μιλάμε;» ρωτάει ο Τζάρεντ. Δεν μιλάω. Δεν ωφελεί. Τι να πω άλλωστε;
«Θεωρώ ότι είναι κάποιος προσωπικός σου. Δεν έχει την κατάληξη που έχουν τα κυβερνητικά μέιλ. Δεν είναι αυτός που χρησιμοποιώ εγώ για να σου στέλνω επαγγελματικά αρχεία».
«Έχω δύο προσωπικούς και λαμβάνω ενημερώσεις στο κινητό μου και για τους δύο. Αποκλείεται να μην είδα κάποιο μέιλ» επιμένει.
«Άρα συμφωνούμε ότι το είδες!» καγχάζει ο Πάτρικ. Ο Τζάρεντ σφίγγει τα χείλη εκνευρισμένος. Δεν αντιδράει αμέσως. Γυρίζει προς το μέρος μου.
«Γιατί δε μιλάς;» με ρωτάει. «Πιστεύεις όσα λέει ε;» συνεχίζει πικρά. «Πιστεύεις ότι με έχει τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί και ότι είσαι τυχερή που σου άνοιξε τα μάτια τόσο νωρίς ε;» γελάει με ένα γέλιο άγριο.
«Θέλω να δω τα στοιχεία» λέω και ρίχνω μια ματιά στα χαρτιά μπροστά μου. Όσα λέει ο Πάτρικ είναι αλήθεια. Το μέιλ έχει σταλεί. Ο Τζάρεντ αγνόησε ένα μέιλ και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ραγίσει το δημόσιο προφίλ μου.
«Ξέρουμε με ποιον έχουμε να κάνουμε πλέον» λέει ο Πάτρικ τελικά. «Το μόνο που χρειάζεται είναι να βρούμε ποιος πουλάει πληροφορίες εδώ μέσα».
«Δεν μπορώ να το πιστέψω…» ψελλίζω, διαβάζοντας τα αδιάσειστα στοιχεία μπροστά μου.
«Όχι!» λέει ο Τζάρεντ δίπλα μου. «Να το πιστέψεις! Το επιβεβαιώνει ο πιστός σου φίλος! Σε παρακαλώ μην αμφιβάλλεις ούτε λεπτό!» με ειρωνεύεται. Πώς μπορεί να μιλάει έτσι; Τα στοιχεία τον καταδικάζουν. Τι ακριβώς θέλει από μένα;
«Τζάρεντ, δώσε μου ένα λόγο να σε πιστέψω» τον προκαλώ.

«Δε χρειάζεται» λέει και σηκώνεται όρθιος. «Δεν υπάρχουν λόγια για να σε πείσουν εφόσον δεν σε έπεισαν οι πράξεις μου. Με συγχωρείτε» συμπληρώνει και φεύγει από την αίθουσα. 

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

κεφάλαιο 37-μαντίλι καλαματιανό

37

Συνειδητοποιώ ότι κάτι συμβαίνει μέσα στα πρώτα δευτερόλεπτα που τη βλέπω. Την αγκαλιάζω και εκείνη σφίγγεται. Χαμογελάει αμήχανα, λες και κάποιος μας βλέπει. Χαμηλώνω το στόμα μου για να τη φιλήσω και γυρνάει ελαφρά στο πλάι. Καταλήγω να φιλάω το μάγουλό της. Καταλαβαίνω ότι το ταξίδι τελικά κράτησε περισσότερο από όσο της είχα πει αρχικά, αλλά ειλικρινά δεν έφταιγα εγώ. Άλλωστε έδειξε κατανόηση ότι της το εξήγησα.
«Κοίτα τι σου έφερα» της λέω με ενθουσιασμό, προσπαθώντας να σπάσω τον πάγο. Ίσως να έχει περίοδο. Εχει πάντα νεύρα τις πρώτες μέρες, και τώρα που προσπαθούμε για παιδί, ίσως λυπήθηκε κιόλας που αδιαθέτησε. Θα τη ρωτήσω μετά. Δε θέλω να της δείξω ότι κατάλαβα ότι κάτι έχει και την κάνω να νιώσει άσχημα. Είναι πολύ ευαίσθητη.
«Σε ευχαριστώ πολύ» ψελλίζει και χαμογελάει. Με κοιτάει φευγαλέα, λες και ντρέπεται για κάτι, και αρχίζει να ανοίγει το κουτί που της έδωσα. Μου ζήτησε ένα μαντίλι μεταξωτό και έψαξα σε όλες τις αγορές για ένα χειροποίητο. Βρήκα τελικά ένα που συνδυάζει όλα τα χρώματά της. Η βάση είναι μελί, ένα χρώμα που θυμίζει το χρώμα των μαλλιών της, με γαλάζια σαν τα μάτια της στοιχεία και λίγο ροζ. Σαν το χρώμα που παίρνουν τα μάγουλά της όταν… Ας’ το. Ούτε αυτό θα πρέπει να της πω.
«Είναι πολύ όμορφο. Ευχαριστώ» μου λέει και το τυλίγει στο λαιμό της. Φαίνεται να της αρέσει, αλλά δεν ξετρελάθηκε. Μα γιατί; Το διάλεξα με πολλή προσοχή. Το χαϊδεύει αμήχανα. Δείχνει να το απολαμβάνει, αλλά ταυτόχρονα, κάτι την απασχολεί.
«Συνέβη κάτι όσο έλειπα;» ρωτάω ανάλαφρα. Σκέφτομαι ότι αν είναι κάτι, θα μου το πει.
«Όχι, όχι, όλα καλά» λέει. Είναι αργά, αλλά δεν φοράει πιτζάμες. Φοράει ένα σωρό ρούχα και είναι βαμμένη. Σαν πανοπλία.
«Φαίνεσαι…προβληματισμένη» τολμάω τελικά. Δεν είναι ερώτηση. Εκείνη χαμογελάει λίγο πιο έντονα, αλλά δεν με πείθει.
«Όχι, πώς σου ήρθε;» ρωτάει. Δεν απαντάω. Απλώς την κοιτάω για λίγο. Σκόπευα να περιμένω, αλλά έχω αρχίσει να ανησυχώ. Τι είναι αυτό που μπορεί να έχει συμβεί; Μήπως θέλει να μου πει να χωρίσουμε; Προσπαθώ να σκεφτώ τι μπορεί να έκανα. Διάολε, νόμιζα ότι τα έκανα όλα σωστά.
«Πες μου» την παροτρύνω και κάθομαι στο κρεβάτι μας. Μπορώ να αδειάσω αργότερα τη βαλίτσα μου. Δεν επείγει.
«Δεν είναι κάτι που θέλω ή μπορώ να συζητήσω μαζί σου δυστυχώς» μου λέει ξερά. Με αποτελειώνει.
«Είμαι ο άντρας σου» απαντάω εξίσου ξερά. «Το μόνο πράγμα που δεν μπορείς να συζητήσεις μαζί μου είναι αν έχεις παράνομη σχέση» της θυμίζω. Εκείνη χαμογελάει λίγο. Σοβαρεύει ξανά. Σίγουρα κάτι την απασχολεί. Το αστείο μου ήταν πολύ καλό. Άξιζε κάτι περισσότερο από ένα στιγμιαίο χαμόγελο.
«Έχω λίγο πονοκέφαλο» μου λέει. Ωραία. Αν ξεκίνησαν από τώρα οι πονοκέφαλοι…
«Θέλω να είσαι ειλικρινής μαζί μου» λέω τελικά. «Θέλω να μου μιλάς για όλα. Για ό,τι σε απασχολεί. Όσο μικρό ή όσο μεγάλο είναι. Εφόσον σε απασχολεί θέλω να το μάθω».
«Είναι μερικά πράγματα που…»
«Νομίζω ότι έχω δουλέψει αρκετά για να κερδίσω την εμπιστοσύνη σου» τη διακόπτω ανυπόμονα. «Πάρε το χρόνο σου, αλλά θέλω να μάθω. Ίσως μπορώ να βοηθήσω» τη διαβεβαιώνω.
«Δηλαδή θα το έκανες;» με ρωτάει. «Θα με βοηθούσες αν είχες την ευκαιρία να το κάνεις;».
«Φυσικά! Τι στο καλό εννοείς;» τη ρωτάω. Με κοιτάει με τεράστια μάτια, και δείχνει αναστατωμένη. Σαν να θέλει να κλάψει, σαν να μην ξέρει πώς να συνεχίσει από εδώ. Τι στο καλό έχω χάσει;
«Είτε σου μιλήσω τώρα είτε σε δύο μέρες που θα έχω και επίσημα στοιχεία, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο» λέει και ανασαίνει βαριά.
«Μήπως…» την αγκαλιάζω αλλά δεν αντιδρά. «Μήπως είσαι έγκυος και φοβάσαι να μου το πεις;» φτερουγίζει η καρδιά μου στο στήθος μου. «Μα αφού το θέλω σαν τρελός. Πες μου! Έχω δίκιο;»
Γνέφει αρνητικά. Δε δείχνω την απογοήτευσή μου. Είναι νωρίς ακόμα άλλωστε. Κι ας ανυπομονώ εγώ. Ίσως είναι και καλύτερο για τη σχέση μας. Κάθε μέρα είμαστε και πιο δεμένοι. Κάθε μέρα μας κάνει καλύτερους.
«Ο Πάτρικ…» ξεκινάει και ξέρω ότι η πρόταση δε θα τελειώσει καλά. Αυτή η νυφίτσα βρήκε πάλι τον τρόπο να τρυπώσει ανάμεσά μας. Κάποια στιγμή πρέπει να ασχοληθώ μαζί του, αλλά θα πρέπει να ξεσκεπάσω ένα σωρό άτομα μαζί του και δεν ξέρω πώς να το διαχειριστώ.
«Πες μου» την παροτρύνω γιατί δείχνει να τα έχει χαμένα.
«Δέχτηκε εκβιασμό να πληρώσει για να μη δώσουν κι άλλα στοιχεία στις εφημερίδες για εμένα. Αυτός που επικοινώνησε μαζί του είπε ξεκάθαρα ότι είχε επικοινωνήσει και με άλλον στο παλάτι και αρνήθηκε να διαπραγματευτεί. ‘Η να βοηθήσει. Όπως θες το λες» λέει με δηλητήριο να στάζει από τη γλώσσα της. Την κοιτάω μπερδεμένος.
«Και τι σημαίνει αυτό;» ρωτάω. «Θα βάλουμε τις μυστικές υπηρεσίες να ψάξουν αφού έχουμε και επισήμως εκβιασμό. Θα τους βρουν. Αν και έχω μερικές ιδέες» της λέω αλλά δε χαλαρώνει.
«Ποιος είναι αυτός που ενημέρωσαν πρώτα και δεν βοήθησε;» με διακόπτει και με κοιτάει. Περνάνε μερικά δευτερόλεπτα. Ένα, δύο, τρία. Ίσως και περισσότερα. Πάντα υπνωτίζομαι όταν την κοιτάω. Μήπως εννοεί…αποκλείεται.
«Δεν έχω ιδέα» της λέω ήρεμα, κοιτώντας τη στα μάτια σταθερά. Δεν έχω κάτι να κρύψω.
«Προσπάθησα να ανοίξω τον υπολογιστή σου και άνοιξα και μερικά συρτάρια σου. Ήθελα να το ξέρεις» μου λέει. Δε φαίνεται να ντρέπεται.
«Πίστεψες ότι…» λέω ανίκανος να συνειδητοποιήσω τον παραλογισμό της. Αυτός ο Πάτρικ την επηρεάζει τόσο πολύ ή απλώς η σχέση μας ήταν πιο αδύναμη από ό,τι νόμιζα; Όπως και να έχει, ορκίζομαι ότι ακούω την καρδιά μου να σπάει σε μικρά κομμάτια και αν δεν εξαφανιστώ από εδώ μέσα φοβάμαι ότι δε θα μπορέσω να συγκρατηθώ. Κυριολεκτικά νιώθω στο στήθος μου κάτι να ραγίζει. Η ανάσα μου βγαίνει με δυσκολία και ένα καυτό κύμα οργής με πλημμυρίζει. Αυτό ήταν; Γι’ αυτό γράφουν οι μεγαλύτεροι ποιητές του κόσμου; Αυτή είναι αγάπη και αυτό σου κάνει; Πόσο πιο ευτυχισμένος ήμουν πριν. Γιατί μπλέχτηκα έτσι;
«Δεν ξέρω τι να πιστέψω πια. Είμαι τελείως μπερδεμένη» μου λέει απολογητικά, αλλά και μόνο που της πέρασε από το μυαλό με τρελαίνει. Κυρίως γιατί ξέρω πώς σκέφτομαι και πώς νιώθω για εκείνη. Πόσο αγνά και ειλικρινή είναι τα αισθήματά μου. Πιο πολύ από όσο της επιτρέπω να ξέρει.
«Σε καταλαβαίνω» της λέω τελικά, προσπαθώντας να περισώσω την αξιοπρέπειά μου. «Δε με ξέρεις μεγάλο διάστημα και η γνωριμία μας ήταν κάπως…βίαιη. Είναι λογικό να σκέφτεσαι έτσι για μένα» λέω, αναφέροντας ψυχρά τα επιχειρήματα εναντίον μου. Τη βλέπω να μαζεύεται. Θέλει να μου πει κάτι, να με αντικρούσει, αλλά δεν την αφήνω. Μάλλον διαισθάνεται το θυμό μου. «Αλλά θα μου επιτρέψεις να απέχω λίγο από όλο αυτό» ανακοινώνω και σηκώνομαι. Δεν το πιστεύω ότι φτάσαμε εδώ. Πιάνω το χερούλι της βαλίτσας μου. Δε θα κοιμηθώ εδώ απόψε. Ίσως ποτέ πάλι. Ίσως είναι καλύτερα να κρατήσουμε τη σχέση μας πλατωνική. Δεν την ξαναπατάω. Δεν την ξαναπατάω! Είμαι κι εγώ άνθρωπος και έχω συναισθήματα. Δε μου αξίζει όλο αυτό.
«Τζάρεντ, εγώ δεν…» προσπαθεί να μου μιλήσει, αλλά δεν ακούω. Το κεφάλι μου βουίζει. Χαμογελώ καθησυχαστικά, πιο πολύ σε μένα, παρά σε εκείνη και εξαφανίζομαι από το δωμάτιό μας. Το δωμάτιό της.