Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

κεφάλαιο 14-άλλες λίγες μέρες υπομονούλα!

Κεφάλαιο 14

«Μήπως νυστάζεις ; Θες να κοιμηθείς λιγάκι; Γείρε το κάθισμα και δε θα σε ενοχλήσω καθόλου» μου λέει και νιώθω την επιθυμία να τον σκοτώσω. Πώς μπορεί και το διασκεδάζει; Μόνο εγώ νιώθω άβολα; Δεν τον επηρεάζει καθόλου η παρουσία μου. Μόνο εγώ γονατίζω όταν τον βλέπω;
«Δε θέλω να κοιμηθώ» πεισμώνω.
«Θα έλυνε το πρόβλημα της ανελέητης γκρίνιας σου» γελάει λίγο και αλλάζει λωρίδα. Δυστυχώς, είμαστε μέσα στο αμάξι του καθ’ οδόν προς το συνέδριο. Είμαι σαν φυλακισμένη και δεν μπορώ να τον αποφύγω.
«Αν είχα πάρει το τρένο, όπως σκόπευα, δε θα υπέφερες τώρα. Αλλά όχι! Λυσσάξατε να μην ταλαιπωρηθώ. Λες και σας νοιάζει» ξεσπάω. Εγώ δεν είχα πρόβλημα να πάω με τρένο ή λεωφορείο. Δεν ήταν ανάγκη να περάσουμε τέσσερις ώρες μαζί. Κλεισμένοι μέσα σε ένα περιορισμένο χώρο. Αναγκασμένοι να μιλάμε.
«Δεν καταλαβαίνεις πόσο ύποπτο ακούγεται; Η Κέντρα παραξενεύτηκε που προτιμούσες να ταλαιπωρηθείς αντί να πάμε με το αμάξι μου. Προσωπικά, το θεωρώ αδιανόητο εγώ να πάω άνετα και εσύ να σέρνεις τη βαλίτσα σου σε σταθμούς και τρένα» εξηγεί για δέκατη φορά αλλά δεν ηρεμώ.
«Και το θεωρείς πιο λογικό να περάσουμε δύο μέρες σαν αυτοκόλλητοι;» επιμένω.
«Χριστέ μου, πάντα τόσο δύσκολη ήσουν;» αναρωτιέται μεγαλόφωνα και για λίγο δε μιλάμε. Σπάω εγώ την άβολη σιωπή μετά από μερικά λεπτά.
«Και για να ‘χουμε καλό ερώτημα, τι σόι μισθό σου δίνουν και έχεις τέτοιο αμάξι;» ρωτάω. Δεν ξέρω πολλά από αμάξια, αλλά αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε ένα αμάξι που υπολογίζω κάνει πάνω από πενήντα χιλιάδες δολάρια. «Δεν είχα καταλάβει να έχεις τόση άνεση».
«Δεν προλάβαμε να ανταλλάξουμε Ε1 και Ε9 μέσα σε δύο μήνες. Αν θες, μπορούμε να αναλύσουμε την οικονομική μου κατάσταση, αλλά νιώθω ότι είναι λίγο νωρίς. Πρέπει να γνωριστούμε καλύτερα πρώτα» απαντάει καυστικά και αναστενάζω δραματικά για να διαλύσω την αμηχανία. Με έβαλε στη θέση μου.
«Νομίζω ότι ό,τι ήθελα να μάθω, το έμαθα για σένα» απαντάω. Εκείνος δε δίνει συνέχεια και για την υπόλοιπη ώρα οδηγεί, αλλάζοντας πού και πού σταθμό στο ράδιο. Αφήνει συνήθως κάποιο μελωδικό τραγούδι. Εγώ προτιμώ πιο χορευτικά κομμάτια, αλλά δεν φέρνω αντίρρηση. Αρκετά διαφωνούμε ήδη.
«Θες να σταματήσουμε να φάμε κάτι;» με ρωτάει κάπου στα μέσα της διαδρομής.
«Θα ήθελα έναν καφέ και κάτι να τσιμπήσω, αλλά δεν έχω πρόβλημα να περιμένω να φτάσουμε στο ξενοδοχείο».
«Πες μου τι θες» λέει κοφτά.
«Να σταματήσουμε» απαντάω στον ίδιο τόνο.
«Είδες;» χαμογελάει. «Είδες πόσο πιο εύκολα είναι τα πράγματα όταν λες αυτό που θέλεις;».
«Θέλω να εξαφανιστείς και να πάω μόνη στο συνέδριο» χαμογελάω κι εγώ και γελάει με την ψυχή του. Βγαίνει δεξιά σε ένα εστιατόριο πάνω στην εθνική οδό. Παρκάρουμε και βγαίνουμε από το αμάξι. Τεντώνομαι για να ξεπιαστώ.
«Αναρωτιέμαι γιατί νιώθεις ακόμα έτσι» μου λέει ενώ περπατάει από πίσω μου. «Δεν έχουμε κάτι να χωρίσουμε. Θα έπρεπε να είσαι λίγο πιο ουδέτερη. Εκτός αν…» τολμάει να ξεστομίσει αλλά δεν ολοκληρώνει. Γυρνάω απότομα προς το μέρος του και πέφτει πάνω μου με φόρα. Με στηρίζει για να μην πέσω από τη σύγκρουση, αλλά με αφήνει γρήγορα.
«Βγαίνω με κάποιον» του λέω απλά. «Τον λένε Ρομπ και είναι πολύ αξιόλογος. Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι δύο χρόνια μετά κάθομαι στο κρεβάτι το βράδυ και κλαίω που χωρίσαμε» του λέω.
«Μα δε χωρίσαμε» χαμογελάει. Το φως λούζει τα πανέμορφα χαρακτηριστικά του και για μερικά δευτερόλεπτα προσέχω εκείνον και όχι αυτά που λέει.
«Τι;» ψελλίζω τελικά.
«Αν θυμάμαι καλά, είχαμε έναν άσχημο τσακωμό» περνάει το χέρι του φιλικά γύρω από τους ώμους μου, αλλά τον σπρώχνω. Γελάει. Περπατάμε πλάι πλάι τώρα. «Μετά δεν ξαναμιλήσαμε. Άρα, δεν έχουμε χωρίσει. Δεν ειπώθηκε ποτέ επίσημα».
«Είσαι τρελός» λέω.
«Μπορεί απλώς αυτό το διάστημα να κάναμε μούτρα, αλλά δεν έχουμε χωρίσει».
«Δύο χρόνια μούτρα; Δύο χρόνια διάλειμμα; Είσαι τρελός».
«Μπορεί, αλλά ίσως έπρεπε τότε να βάλουμε μια τελεία επίσημα. Γιατί εφόσον δεν το κάναμε, εγώ τώρα νιώθω ότι με απατάς με αυτόν τον Ρομπ» λέει. Δεν καταλαβαίνω αν αστειεύεται. Όσα λέει είναι τρελά, αλλά ακούγεται σοβαρός.
«Κίραν, θέλω να χωρίσουμε» του λέω ξαφνικά.
«Είναι σοβαρό με τον Μπομπ;» αγνοεί αυτό που το είπα.
«Ρομπ» διορθώνω.
«Ναι, σιγά τον Λεοπόλδο που του χαλάσαμε το όνομα. Λέγε, είναι σοβαρό;» ρωτάει επίμονα, ενώ καθόμαστε σε ένα μικρό τραπέζι και κρυβόμαστε πίσω από τον κατάλογο.
«Όχι ακόμα, αλλά είναι πολύ ευγενικός και είναι η πρώτη φορά που γνωρίζω κάποιον μετά από…» σταματάω απότομα αλλά όχι αρκετά γρήγορα. Με κοιτάει παραξενεμένος. «Σοκάρεσαι που μια μπαρόβια δεν περνάει από κρεβάτι σε κρεβάτι;» τον τσιγκλάω αλλά δεν συνεχίζει. Παραγγέλνουμε δύο καφέδες και τηγανίτες. Δεν έχω πια όρεξη αλλά θα το κρύψω.
«Αυτή η κατάσταση μάς πάει και τους δύο πίσω τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο» λέει αφού πίνει λίγο από τον καφέ του. Γνέφω καταφατικά. «Δεν είχα καταλάβει ότι σε επηρέασε τόσο η σχέση μας και λυπάμαι αν φάνηκα αναίσθητος».
«Εσένα δε σε επηρέασε;» ρωτάω με κάθε ειλικρίνεια και έλλειψη εγωισμού.
«Είναι δική μου υπόθεση αυτή» τρίβει το σαγόνι του και με κοιτάει κατάματα. Δε θέλω να επιμείνω. Δε θέλω να ακούσω ούτε θετική ούτε αρνητική απάντηση.
«Μπορούμε να πάψουμε να αναφερόμαστε στο παρελθόν;» προτείνω. «Να συνεργαζόμαστε σαν επαγγελματίες, χωρίς σχόλια και υπονοούμενα;».
«Σύμφωνοι» λέει. «Θέλω κι εγώ να ηρεμήσω λίγο» παραδέχεται. «Δεν είναι ανάγκη να κάνουμε παρέα, αλλά μπορούμε να είμαστε καλοί συνεργάτες, με μια δόση ανταγωνισμού φυσικά» χαμογελάει.

Απολαμβάνουμε το γεύμα μας  χωρίς να μιλάμε πολύ. Το υπόλοιπο ταξίδι είναι εξίσου ήσυχο. Είναι ευγενικός και προσπαθεί να μου κάνει και λίγο χιούμορ. Νομίζω ότι η συζήτηση αυτή μάς έκανε καλό, αλλά μια μελαγχολία απλώνεται μέσα μου. Και για πρώτη φορά είναι πολύ ξεκάθαρο το γιατί.

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

κεφάλαιο 13-κορίτσια, θα λείψω 7 μερούλες να ξεκουραστώ! Υπομονή

Κεφάλαιο 13

«Είμαι  έξαλλη» ξεφυσώ ενώ ψάχνω στη ντουλάπα μου κάτι να φορέσω. Είναι ανώφελο. Πάλι θα καταλήξω να φορέσω κάτι της Ντάνι. Σήμερα θα βγω με τον Ρομπ. Θα πάμε σε ένα μικρό μπιστρό κοντά στο κέντρο της πόλης, αλλά άλλο είναι αυτό που με απασχολεί.
«Μην θυμώνεις. Ξέρεις ότι η Κέντρα δεν είναι καλό αφεντικό και ο Κίραν δεν μπορούσε να κάνει κάτι» μου λέει ενώ ξεφυλλίζει ένα περιοδικό. Το αίμα μού έχει ανέβει στο κεφάλι από το μεσημέρι που έμαθα τα νέα και δε λέει να κατέβει. Αναρωτιέμαι πώς θα βγω ραντεβού έτσι πως είμαι.
«Δεν ντράπηκε που μου ανακοίνωσε ότι θα πάει στο συνέδριο με τον Κίραν;» τη ρωτάω και η Ντάνι γελάει.
«Γιατί να ντραπεί; Μάλλον τον γουστάρει. Ένα διήμερο συνέδριο είναι ευκαιρία να ρίξει τα δίχτυα της».
«Είναι ξετσίπωτη. Αλλά κι αυτός…» μου έρχεται εμετός από τα νεύρα.
«Αφού μου είπες ότι τη ρώτησε γιατί δεν πας κι εσύ» μου θυμίζει η Ντάνι.
«Θα ένιωσε άσχημα, αλλά δεν είδα να τον χάλασε που θα πάει. Ο ζιγκολό! Πόσο έξω έπεσα με αυτό τον άντρα. Εγώ δε θα πήγαινα, αν ήμουν στη θέση του»
«Μην υπερβάλεις. Εσύ πήγες πέρσι».
«Η Κέντρα μού είπε ότι πέρσι με είχε πάρει επειδή ήμουν καινούργια στη δουλειά και τώρα είναι η σειρά του Κίραν» λέω στη φίλη μου. «Υπάρχει λογική σε αυτό. Αλλά ο Κίραν ούτε ένα μήνα δεν είναι στο γραφείο. Δε θα ξέρει τι να πει εκεί που θα πάει. Δε θα ξέρει κανέναν!».
«Κι εσύ πέρσι τέτοιο καιρό, ήσουν απλά ένα μήνα περισσότερο στη δουλειά. Εγώ πιστεύω ότι θα τα καταφέρει. Αλλά εσύ πρέπει να σκεφτείς κάτι» λέει και καθαρίζει τη φωνή της. «Αν ήταν ο οποιοσδήποτε καινούργιος υπάλληλος έτσι θα αντιδρούσες; Εσύ δεν είσαι ανταγωνιστική. Βοηθάς τους πάντες. Θέλεις να ανελιχθείς, αλλά δεν σου έχει βγάλει ποτέ κανείς τέτοια φονικά ένστικτα στην επιφάνεια».
Για λίγο δε μιλάω γιατί δεν έχω κάτι να πω. Έχει δίκιο σε αυτό που λέει. Γιατί μου έχουν σπάσει τόσο τα νεύρα; Θεωρητικά τον έχω ξεπεράσει. Θεωρητικά είναι ο νέος μου συνάδελφος. Θεωρητικά η θέση μου δεν κινδυνεύει.
«Είμαι μπερδεμένη» παραδέχομαι και η Ντάνι γελάει.
«Δεν το είχα καταλάβει» με πειράζει ενώ με βοηθάει να φορέσω το φόρεμα που διάλεξα. Είναι μπλε σκούρο και μέχρι το γόνατο. Απλό, αλλά κομψό.
«Ελπίζω να περάσω καλά απόψε και να μη σκέφτομαι όλο το βράδυ το τι θα κάνουν μέσα στο δωμάτιο η Κέντρα και ο Κίραν».
«Το συνέδριο είναι σε δύο βδομάδες και κάτι. Σκοπεύεις να το σκέφτεσαι μέχρι τότε;» με μαλώνει η Ντάνι και ίσως έχει δίκιο.
«Όχι, απλά είναι φρέσκο» λέω αλλά δεν το εννοώ Εννοείται ότι θα το σκέφτομαι. Θέλω να τους πνίξω και τους δύο. Ειδικά τη στιγμή που μας το ανακοίνωσε κι εκείνος έκανε τον τάχαμ έκπληκτο και μετά ρώτησε τάχαμ ντροπαλά γιατί δεν πάω εγώ που έχω πιο πολλή εμπειρία.
«Καμιά απάντηση για συνέντευξη έχεις;» με ρωτάει η Ντάνι, αλλά γνέφω αρνητικά. «Έχω στείλει βιογραφικό σε 2 εταιρείες που πιστεύω ότι έχω ελπίδα αλλά δεν έχει απαντήσει κανείς. Μακάρι να φύγω από κει μέσα».

Συναντώ τον Ρομπ στις 21.00 ακριβώς έξω από το μπιστρό στο οποίο με έχει προσκαλέσει. Είναι πολύ κομψά ντυμένος. Λίγο πιο κομψά από τα γούστα μου αλλά μου αρέσει που δείχνει ότι προσπάθησε.
Περνάμε στο εσωτερικό και παραδέχομαι ότι είναι πολύ ωραίος χώρος και το μενού είναι πλούσιο. Παραγγέλνουμε και ξεκινάμε να συζητάμε ανάλαφρα, για τις δουλειές μας και τα χόμπι μας. Δεν είναι πολύ ομιλητικός, αλλά με ακούει με ενδιαφέρον όταν μιλάω.
Μου λέει ότι του αρέσει να έχει σχέση και όχι να αναλώνεται σε ευκαιριακό σεξ, μου λέει ότι του αρέσουν οι γυναίκες με προσωπικότητα, μου λέει ότι θέλει να ταξιδέψει και ότι δε θέλει να είναι στατικός, μου λέει ότι έχει μεγάλη οικογένεια και ένα σωρό πράγματα που ακούγονται τέλεια. Δεν λέει ούτε κάνει κάτι που να μου κάνει άσχημη εντύπωση.

Εγώ του λέω για τις σπουδές μου, την οικογένειά μου, τη σχέση μου με τη Ντάνι και ένα σωρό άλλα μικροπράγματα και με ακούει προσφέροντας κάποιο ανάλαφρο σχόλιο. Είναι τέλειος. Τόσο τέλειος που αρχίζω να βαριέμαι. Είμαι τρελή, το ξέρω, αλλά χωρίς να το θέλω τον συγκρίνω.

Κατά τις 23.00 αποφασίζουμε να γυρίσουμε γιατί αύριο δουλεύουμε και οι δύο. Λίγο πριν χωριστούμε, μου φιλάει ευγενικά το χέρι. Είναι πολύ καλός και με εκνευρίζει που δεν μπορώ να του βρω ένα ψεγάδι. Η Ντάνι θα κάνει πάρτι όταν της πω ότι επιτέλους μου γνώρισε κάποιον που αξίζει. Θα με τρελάνει στα «σου τα ‘λεγα εγώ».

Κατά τα μεσάνυχτα, έχω ενημερώσει την Ντάνι, έχω ξεντυθεί και έχω ξεβαφτεί και έχω ξαπλώσει στο κρεβάτι μου. Προσπαθώ να χαλαρώσω αλλά νιώθω την υπερένταση να με ταλαιπωρεί. Στο μυαλό μου τρυπώνει πάλι εκείνος. Άραγε μένει στο ίδιο διαμέρισμα; Το λάτρευα το διαμέρισμά του. Ξυπνάει νωρίς και τρέχει; Καμιά φορά πηγαίναμε μαζί. Δεν ήξερα πολλά για εκείνον και έτσι πάντα πρόσεχα λεπτομέρειες. Πώς πίνει τον καφέ του, πώς στρώνει το κρεβάτι, πώς στοιχίζει τις κολόνιές του. Ακόμα και τώρα, στο γραφείο, άθελά μου παρατηρώ τις κινήσεις τους.

Ο ύπνος με παίρνει μετά από λίγο. Ονειρεύομαι ότι είμαι σε μια λίμνη και κολυμπάω μόνη μου, αλλά ξέρω ότι κάποιος με παρακολουθεί από μακριά.



Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

Κεφάλαιο 12-φωτιά με φωτιά

Κεφάλαιο 12

«Δε θέλω να συνεργαστούμε» λέω για τρίτη φορά. Έχουν περάσει τρεις μέρες από τη βόμβα που του έριξα και μόνο σήμερα έκανε βήμα για να μου μιλήσει. Ξέρω ότι τον σόκαρα. Αλλά πιο πολύ από όλους σόκαρα τον εαυτό μου. Ήταν μια εξομολόγηση που δεν ήθελα να κάνω, αλλά η ευκαιρία ήταν πολύ καλή για να τη χάσω. Χάρηκα που του έδειξα πόσο λάθος συμπεράσματα μπορεί να έβγαζε κάποιος, αλλά μετάνιωσα που έδειξα ρωγμές στην πανοπλία μου.
«Πρέπει να το κάνουμε μαζί. Σε παρακαλώ να διατηρήσεις ένα επαγγελματικό επίπεδο» μου λέει ήρεμα. Είναι μέσα στο γραφείο μου και στέκεται όρθιος. «Έχουμε προθεσμία δέκα μέρες να παρουσιάσουμε τα αποτελέσματα στην Κέντρα. Δε γίνεται να δουλεύουμε παράλληλα».
«Όλα γίνονται» τον διαβεβαιώνω.
«Απορώ πώς γίνεται και σε εκτιμούν όλοι με τέτοιο μυαλό που έχεις. Όλοι μου λένε ότι είμαι τυχερός που δουλεύω μαζί σου. Όλοι σε εκτιμούν για την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητά σου. Εγώ βλέπω κάτι άλλο» μου λέει απλά.
«Τι βλέπεις; Ότι δυσφορώ με την παρουσία σου εδώ; Καλά βλέπεις».
«Ίσως αν αφιερώναμε λίγο χρόνο ώστε να λύσουμε τις προσωπικές μας εκκρεμότητες, μπορέσουμε να συνεργαστούμε αποτελεσματικά. Θες να βγούμε για ένα δείπνο; Να μιλήσουμε;» μου προτείνει. Τον κοιτάω. Το σοκ μού έχει κόψει τη λαλιά.
«Τι να πούμε; Νόμιζα ότι σε ντροπιάζει να βγαίνεις με μια μπάρμαν» του θυμίζω.
«Δεν είπα ποτέ αυτή τη λέξη!» φωνάζει. Η Κέντρα ευτυχώς λείπει. «Κάθε συζήτηση που κάνουμε όταν είμαστε μόνοι καταλήγει εκεί. Γιατί δε θες να μιλήσουμε και να λύσουμε μερικά πράγματα; Να μπορέσουμε να συνεργαστούμε» επαναλαμβάνει.
«Φυσικά. Τώρα θέλεις διάλογο. Για να διευκολυνθεί η συνεργασία μας. Τότε, δε σου πέρασε από το μυαλό να μιλήσουμε» του θυμίζω.
«Θα σταματήσεις να μιλάς για το παρελθόν;» μου λέει αυστηρά και γνέφω καταφατικά.
«Έχεις δίκιο. Δεν ωφελεί. Μπορείς να φύγεις τώρα;» του λέω ευγενικά, αλλά στάζω φαρμάκι.
«Αν δεν έρθεις στην αίθουσα συνεδριάσεων να δουλέψουμε μαζί, θα σε πάρω σηκωτή» σταυρώνει τα χέρια στο στήθος απειλητικά. Γελάω. Πλάκα έχει. Περιμένει μερικά δευτερόλεπτα ενώ εγώ πληκτρολογώ. Θα το πάρει το μήνυμα και θα φύγει, σκέφτομαι.
Τα υπόλοιπα γίνονται σε κλάσματα δευτερολέπτου. Έρχεται προς το μέρος μου και με αρπάζει στην αγκαλιά του περνώντας τα χέρια του κάτω από τα γόνατά μου. Λες και είμαι πούπουλο με κουβαλάει στα χέρια του κλωτσώντας με το πόδι του τις πόρτες για να ανοίξουν. Μέχρι να συνειδητοποιήσω τι γίνεται και να αρχίσω να αντιδρώ, έχουμε φτάσει στην αίθουσα συνεδριάσεων και με ακουμπάει άτσαλα πάνω στο τραπέζι. Τον κλωτσάω αλλά δε δείχνει να επηρεάζεται. Με αφήνει και απομακρύνεται.
«Αυτό είναι σεξουαλική παρενόχληση!» του ουρλιάζω και στρώνω τη φούστα μου που έχει ανέβει πολύ.
«Σκέτη παρενόχληση. Δεν υπάρχει τίποτα σεξουαλικό στην επίθεσή μου» μου λέει αλλά το βλέμμα του στα γυμνά μπούτια μου άλλα λέει. Χαμογελάω και καταλαβαίνει ότι τον έπιασα στα πράσα.
«Δεν μπορείς να με υποχρεώσεις να συνεργαστώ» του λέω όταν τον βλέπω να κλειδώνει την πόρτα. «Ακόμα και αν με φυλακίσεις εδώ».
«Εγώ πάλι πιστεύω ότι όλα αυτά τα κάνεις γιατί σου αρέσει η προσοχή που σου δείχνω. Ξέρεις ότι αν συνεργαστείς και τελειώσει αυτή η υπόθεση, μετά δε θα σου ξαναδώσω σημασία» λέει και χαμογελάει και αυτός. Ανοίγω το στόμα από το σοκ. Το ξανακλείνω. Δεν έχω να πω κάτι.
«Ζω για την προσοχή μου δείχνεις» τον ειρωνεύομαι τελικά.
«Λυπάμαι, αλλά το μόνο ενδιαφέρον που έχω για σένα είναι σε επαγγελματικό επίπεδο. Ό,τι είχαμε τέλειωσε πριν από δύο χρόνια» λέει, λες και χρειάζεται να μου το θυμίσει. Λες και δεν το ξέρω. Για κάποιο λόγο όμως με πονάει που τον ακούω να το λέει ξανά. Ακουμπάω τα πόδια μου στο πάτωμα και κάθομαι στην καρέκλα. Κάθεται και αυτός σε μία, απέναντί μου.
«Ευτυχώς που μου το θύμισες, γιατί μου ζήτησε κάποιος να βγούμε και δεν μπορούσα να θυμηθώ αν τα έχω με κάποιον και τι να απαντήσω» λέω με μια δόση χιούμορ. Η κατάσταση έχει ξεφύγει τελείως.
«Πού τον γνώρισες;» με ρωτάει ήρεμα.
«Στο μπαρ. Είναι φίλος της Ντάνι» διευκρινίζω. «Σκέφτηκα ότι είναι ενδιαφέρον να βγω με κάποιον που δεν έχει πρόβλημα που δουλεύω σε μπαρ. Θα πρέπει να είναι πολύ ανοιχτόμυαλος» ειρωνεύομαι.
«Ή απλά μπορεί  να μην περιμένει μεγάλα πράγματα από σένα» μου χαμογελάει και γέρνει το κεφάλι στο πλάι. Αν με είχε χαστουκίσει λιγότερο θα με είχε σοκάρει. Αυτό σκεφτόταν; Όχι μόνο ότι δεν είναι ευυπόληπτο να δουλεύεις στη νύχτα; Αν ίσχυε αυτό που μου είπε, τότε έπρεπε να συζητήσουμε σε άλλη βάση. Τότε, όχι τώρα. Τώρα είναι αργά.
«Αρνούμαι να μιλήσω άλλο για το παρελθόν» κόβω τη συζήτηση γιατί δυσκολεύομαι να διαχειριστώ όλη αυτή την πίεση που νιώθω μέσα μου. «Προτιμώ να μιλήσουμε όσο θες για αυτό που μας ανέθεσε η Κέντρα» λέω. Ξέρω ότι του δίνω τη νίκη, αλλά δε με πειράζει. Ξαφνικά είμαι πολύ κουρασμένη.
«Νιώθω ότι δεν είσαι ευχαριστημένη με την Κέντρα» με ρωτάει διακριτικά, αλλά δεν απαντάω. Ξέρει και βλέπει πώς μου μιλάει η Κέντρα. Δε χρειάζεται να του πω ότι τη θεωρώ και άχρηστη.
«Δεν ξέρω τι σχέση έχετε. Δε θέλω να εκτεθώ» του λέω. Εκείνος γρυλίζει αλλά δεν απαντά. Παίρνει ένα φύλο χαρτί από το τραπέζι και ένα στιλό και αρχίζει να σημειώνει.
«Περιμένω τις ιδέες σου» μου λέει χωρίς να με κοιτάει.
Την επόμενη μία ώρα ανταλλάζουμε ιδέες για τον τρόπο που θα δουλέψουμε ώστε να ανιχνεύσουμε το αναγνωστικό κοινό και να διαλέξουμε το σωστό περιεχόμενο του περιοδικού. Έχει καλές ιδέες και παραδέχομαι ότι είναι πολύ καλός στη δουλειά του. Κι εγώ όμως δεν πάω πίσω. Τον βλέπω να σημειώνει όσα λέω και δείχνει να συμφωνεί.
«Αναλαμβάνω εγώ την έρευνα αγοράς κι εσύ την το αναγνωστικό κοινό» μου λέει ενώ μαζεύει τα χαρτιά με τις σημειώσεις. «Πιστεύω ότι σε δέκα μέρες θα είμαστε έτοιμοι» λέει και ξεφυσάει ανακουφισμένος.
«Μπορείς να ξεκλειδώσεις τώρα;» ρωτάω ήρεμα. Εκείνος το κάνει και μου κάνει νόημα να περάσω μπροστά του.
«Είναι ευχάριστο να συνεργαζόμαστε» μου λέει και μέσα μου φουσκώνω από περηφάνια. «Έχεις πολύ καλές ιδέες». Εγώ δεν ανταποδίδω το κομπλιμέντο, κι ας ξέρω ότι είμαι μικροπρεπής.
«Κάνω οτιδήποτε χρειαστεί ώστε να μην ξαναμείνω μόνη μαζί σου» λέω μελιστάλαχτα.
«Φοβάσαι;» με προκαλεί.
«Τι ακριβώς;» ρωτάω.
«Ότι θα σου ξυπνήσει το παλιό πάθος» διευκρινίζει.
«Ποιο παλιό πάθος;» γελάω και χώνομαι ξανά στο γραφείο μου. Δε με ακολουθεί. Κλείνει την πόρτα του δικού του με φόρα.




Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

κεφάλαιο 11-σουτ και γκολ

Κεφάλαιο 11
Με έχει πιάσει πονοκέφαλος από την αηδία. Είναι κλεισμένοι μέσα στο γραφείο της Κέντρα και γελάνε εδώ και μισή ώρα. Είναι τώρα αυτή επαγγελματική συμπεριφορά; Αλλά τι να περιμένεις από την Κέντρα; Από τη μέρα που ήρθε ο Κίραν εδώ, φοράει όλο και πιο κοντά φορέματα. Σήμερα φοράει παντελόνι κολλητό, με ένα μπλουζάκι που θυμίζει εσώρουχο. Τόσο διαφανές είναι.
«Μπριάνα» ακούω μια κοφτή φωνή και ανασκουμπώνομαι. Είναι ο Τζέρεμι Κέιν, ο διευθυντής της εταιρείας μας. Δεν μας προκαλεί τον τρόμο που μας προκαλεί ο Γουέστμπρουκ, ο ιδιοκτήτης του ομίλου, αλλά και αυτός δεν είναι ο πιο φιλικός άνθρωπος. Η Λίλι λέει ότι σπάνια της μιλάει όταν μπαίνει το πρωί.
«Κύριε Κέιν» ανταποδίδω την προσφώνηση. Ποτέ δε με χαιρετάει, ποτέ δε με ρωτάει τι κάνω. Δεν μπαίνω στον κόπο να τον ρωτήσω τι θέλει γιατί κατευθύνεται στο γραφείο της Κέντρα. Ωραία, να τους βρει αγκαλιά να τελειώνουμε.
«Καλημέρα» τον ακούω να λέει και περιμένω. Ο Κίραν βγαίνει μετά από μερικά λεπτά. Ο Κέιν και η Κέντρα έχουν πολύ συχνές συναντήσεις. Συνήθως έρχεται εκείνος εδώ, πράγμα παράξενο, και συζητάνε. Δεν έχω ιδέα τι λένε. Δεν έχω ιδέα αν είναι καν σε θέση η Κέντρα να του μιλήσει για τη δουλειά μας. Πάντως δύο φορές το μήνα, έχουμε επίσκεψη από το αφεντικό. Τα άλλα τμήματα δεν έχουν τέτοια τιμή.
«Η Κέντρα μού είπε ότι πρέπει να δουλέψουμε μαζί σε ένα καινούργιο εγχείρημα» μου λέει. Κάθεται μπροστά μου με σταυρωμένα χέρια. «Θέλουν να λανσάρουν ένα νέο περιοδικό μόδας και πρέπει να ελέγξουμε το αναγνωστικό κοινό».
«Αρνούμαι να δεχτώ εντολές από εσένα» λέω και δαγκώνω το στιλό μου ενώ κοιτάω την οθόνη του υπολογιστή χωρίς να διαβάζω κάτι συγκεκριμένο. «Ας μου το πει η ίδια».
«Μου είπε να σου το πω» μου λέει.
«Και τι είσαι; Γραμματέας της;» τον προκαλώ.
«Συνεργάτης της» με διορθώνει. «Και κόψε αυτό το ύφος σε μένα, γιατί δεν έχω όρεξη».
«Τα γελάκια σου άλλα λένε» του θυμίζω ευγενικά. Με αγριοκοιτάζει.
«Δεν σου επιτρέπω».
«Δε με νοιάζει τι μου επιτρέπεις. Εγώ κάνω τη δουλειά μου. Κάνε κι εσύ τη δική σου και στείλε μου τα αρχεία να τα δουλέψω. Δε βλέπω το λόγο να περνάμε χρόνο μαζί».
«Μα πρέπει να συνεννοηθούμε. Μπριάνα, αυτή δεν είναι επαγγελματική συμπεριφορά!» τολμάει και μου λέει. Σε εμένα. Που δουλεύω απερίσπαστη εννιά ώρες κάθε μέρα.
«Η δική μου δεν είναι; Εσύ κλείνεσαι στο γραφείο της διευθύντριας και χασκογελάτε. Εγώ δεν έχω επαγγελματική συμπεριφορά;».
«Ζηλεύεις;» με ρωτάει κοφτά και παγώνω. Παγώνω από το σοκ και από το βλέμμα του. Με καίει. Ξεσπάω σε ένα νευρικό γέλιο.
«Έχουμε χωρίσει δύο χρόνια και τα είχαμε δύο μήνες» κατεβάζω τον τόνο της φωνής μου για να μη μας ακούσουν από μέσα. «Δε σε ζήλεψα ποτέ όσο ήμασταν μαζί, λες να ζηλεύω τώρα;».
«Και εμένα με εκπλήσσει, αλλά αυτή την εντύπωση μου δίνεις» λέει σκεπτικός.
«Σου φαίνεται» διευκρινίζω. «Απλά εκπλήσσομαι αρνητικά με τον τρόπο που προσπαθείς να ανελιχθείς».
«Ανελίσσομαι λόγω προσόντων και προσπάθειας. Δεν είναι ανάγκη να χρησιμοποιήσω το κορμί μου» μου λέει.
«Έτσι φαίνεται ότι κάνεις!» λέω ξερά.
«Δεν είναι αλήθεια! Επειδή είμαι ευγενικός δε σημαίνει ότι υπάρχει και ερωτικό ενδιαφέρον εκ μέρους μου. Είναι η δουλειά μου και κρατάω τα όρια».
«Δε γίνεται να κρατήσεις όρια όταν κάποιος σε πολιορκεί στο χώρο της εργασίας σου» κάνω κίνηση στη σκακιέρα.
«Γίνεται!» εκνευρίζεται. «Αν δεν θέλεις κάποιον, δεν μπορεί να σε υποχρεώσει να ενδώσεις. Ο χώρος εργασίας είναι μόνο αυτό».
«Εγώ πιστεύω ότι η στενή πολιορκία έχει πάντα ως αποτέλεσμα το κρεβάτι» επιμένω επίτηδες.
«Αν έχεις άμυνες, όχι! Αν ξέρεις τι θέλεις, όχι!» φωνάζει λίγο πιο πολύ από ό,τι πριν. Σαν να προσπαθεί να απολογηθεί. Για κάποιο λόγο μου αρέσει που νιώθει την ανάγκη να το κάνει. Κάνει αυτό που του λέω στη συνέχεια, αυτό που με έτρωγε τόση ώρα, ακόμα πιο ηχηρό.
«Κι εγώ ήξερα τι ήθελα» του λέω ήρεμα αλλά τον κοιτάω σταθερά. «Κι εγώ είχα άμυνες» επιμένω. Με κάθε λέξη το βλέμμα του σκοτεινιάζει. Ξέρει τι λέω. Τι εννοώ. Πού αναφέρομαι. «Αλλά δε με πίστεψες» τον αποτελειώνω. Οι ώμοι του δεν είναι σφιγμένοι πια. Δείχνει κουρασμένος. «Σε παρακαλώ, άφησέ με ήσυχη να δουλέψω» του λέω τελικά, αφού περνάει μια αιωνιότητα που με κοιτάει χωρίς να μιλάει.

Όταν βγαίνει από το γραφείο μου, νιώθω ότι πήρα τη νίκη, ότι τον κέρδισα στο παιχνίδι του, αλλά αυτό δε μου δίνει ικανοποίηση.  

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

κεφάλαιο 10-να του δωσει μια ευκαιρια;

Κεφάλαιο 10

«Γιατί δε θες;» με ρωτάει η Ντάνι ενώ δένω τα κορδόνια μου. Δεν θέλω να διαφωνώ μαζί της, αλλά αρνείται να με καταλάβει. Δεν θέλω να βγω με κανέναν φίλο του Πίτερ και δε με νοιάζει να έχω σχέση. Μέχρι να νιώσω καλύτερα. «Ξέρω πώς ένιωθες για τον Κίραν και ξέρω πόσο δύσκολο είναι να το ξεπεράσεις τώρα που τον βλέπεις κάθε μέρα, αλλά δεν είναι λόγος αυτός να ζεις σαν ερημίτισσα!».
«Ε όχι και ερημίτισσα! Δουλεύω σε μπαρ» γελάω για να μην ουρλιάξω. Πόσες φορές πρέπει να πω ότι δε θέλω να βγω τυφλό ραντεβού; Θα είναι πάλι κάποιος φίλος του Πίτερ, με καλό αμάξι και κοστούμι. Ο Πίτερ είναι γλυκύτατος, αλλά οι φίλοι του, όπως και αυτός, δουλεύουν σε τράπεζες και είναι γιάπηδες. Δεν έχω να πω κάτι μαζί τους. Μιλάνε συνεχώς για επενδύσεις και κέρδη. Εγώ θέλω μερικά λεφτά για να ζω άνετα και μέχρι εκεί. Δε θα κάθομαι όλο το βράδυ να μιλάω για το πόσα βγάζω και πώς θα βγάζω περισσότερα, σε ποιο τροπικό νησί θέλω να πάω διακοπές και πόσο έχει το αμάξι που θέλω να πάρω.
«Μπριάνα, θέλω να είσαι ευτυχισμένη. Θέλω να περνάς καλά, να γελάς, να τρως, να διασκεδάζεις!» μου λέει.
«Δεν είσαι η μητέρα μου, Ντάνι. Είσαι φίλη μου» της θυμίζω. Ευτυχώς σε πέντε λεπτά φεύγω για τη βάρδιά μου, γιατί δεν αντέχω άλλο.
«Έχεις αδυνατίσει. Έχεις συνεχώς νεύρα. Τι έχεις πάθει;» με σταματάει, αλλά δεν έχω χρόνο. Πρέπει να ντυθώ.
«Καλά είμαι» απαντάω μηχανικά. Το έχω πει πάνω από 20 φορές αυτή τη βδομάδα. Πρέπει να δείχνω χάλια γιατί ακόμα και η Κέντρα με ρώτησε αν έχω κάτι και αν θέλω άδεια. Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Εκείνος δε μου μίλησε καθόλου την προηγούμενη βδομάδα. Μετά τη δεξίωση, δεν ξέρω τι έπαθε, και άρχισε να με αγνοεί. Όχι ότι μου μιλούσε και πολύ πριν, αλλά δεν κατέβαζε το κεφάλι στο διάδρομο όταν με έβλεπε ή όταν συναντιόμασταν έξω από το γραφείο μας. Εγώ πίστευα ότι είχε περάσει καλά. Δεν μπορώ να φανταστώ τι τον πείραξε. Όλοι τον συμπάθησαν. Τους φάνηκε λίγο συγκρατημένος, αλλά διέκριναν ότι είναι ευγενικός. Για το πόσες με ρώτησαν αν είναι ελεύθερος δε θα σχολιάσω τίποτα. Εκτός από τη Ζόι, που έπαθε πανικό, με ρώτησαν και άλλες τρεις συνάδελφοι. Και ένας άντρας. Πανικός έγινε με το που μπήκε μέσα. Το είδα. Μονοπώλησε το ενδιαφέρον με τους τρόπους και την εμφάνισή του. Αβίαστα. Χωρίς να το ξέρει. Χωρίς να προσπαθεί. Έτσι απλά επειδή ήταν ο εαυτός του. Ένα κομμάτι μου τον καμάρωσε. Δεν τον είχα δει ποτέ με επίσημο ένδυμα. Φορούσε ένα υπέροχο κοστούμι, με ασορτί γιλέκο και δερμάτινα παπούτσια. Έδειχνε κομψός χωρίς να δείχνει μεγαλύτερος σε ηλικία, ώριμος, χωρίς να είναι βαρετός. Μίλησε με σχεδόν όλους όσους του σύστησα και κατάφερε να τους γοητεύσει. Με έκανε να θυμηθώ γιατί έβρισκα την αύρα του τόσο ακαταμάχητη.
«Εγώ δε θα το αφήσω έτσι» μου πετάει η Ντάνι ενώ βγαίνω από την πόρτα και εγώ της πετάω ένα φιλί. Γλύτωσα για σήμερα και την εμμονή της να βρω κάποιον.
Φτάνω στο μπαρ δέκα λεπτά πριν αρχίσει η βάρδιά μου. Είμαι κουρασμένη, αλλά παίρνω δύναμη από το ποσό που χρωστάω στο δάνειό μου και συνεχώς μειώνεται. Χρωστάω ακόμα 2.000 δολάρια. Σε πέντε μήνες θα έχω τελειώσει από εδώ και θα έρχομαι μόνο ως θαμώνας. Ανυπομονώ. Μου αρέσει το περιβάλλον, αλλά έκλεισε ο κύκλος μου στη νύχτα νομίζω. Η μεγαλύτερη ζημία; Η προσωπική μου ζωή. Δεν έχασα μόνο εκείνον. Έχασα και το ενδιαφέρον μου για τους άντρες.
«Καλώς το κορίτσι» με φιλάει στο κεφάλι ο ιδιοκτήτης του μπαρ όταν μπαίνω μέσα. Είναι 52 χρονών και συμπεριφέρεται πολύ πατρικά σε όλους μας. Το μπαρ το έχει απογειώσει από τη μέρα που το πήρε στα χέρια του. Συγκαταλέγεται στα 50 πιο χοτ μπαρ της πόλης και έχουμε σχεδόν πάντα καλό κόσμο. Και φυσικά είμαστε πάντα γεμάτοι, χάρη στα φοβερά ποτά που φτιάχνει ο μπάρμπαν μας, ο Στίβεν και στις σερβιτόρες, εμένα, τη Χάριετ και την Άννα. Ενίοτε, όπως απόψε, όταν έχει κόσμο, μπαίνω κι εγώ πίσω από το μπαρ και φτιάχνω κοκτέιλ.
«Αφεντικό, θέλω δύο λεπτά να φορέσω την ποδιά μου και ξεκινάω» του λέω.
«Χαλάρωσε λιγάκι, παιδάκι μου» με μαλώνει όπως πάντα όταν με βλέπει να αγχώνομαι.
Οι επόμενες δύο ώρες περνάνε χωρίς να το πάρω χαμπάρι. Κοιτάω το ρολόι μου και είναι μία. Ευτυχώς στις τρεις σχολάω. Επικρατεί πανικός απόψε, επειδή έχει καλό καιρό και έχουν βγει όλοι. Έχουμε πολλούς σταθερούς θαμώνες, αλλά και ζευγάρια, παρέες αντρών και δύο γυναικοπαρέες. Υπολογίζω ότι έχουμε περίπου 200 άτομα απόψε. Υπολογίζω νοερά τα φιλοδωρήματά μου.
«Ντάνι!» ακούω τον Στίβεν δίπλα μου να φωνάζει χαρούμενος και βλέπω τη φίλη μου να προσπαθεί να φτάσει το μπαρ. Ο Πίτερ την ακολουθεί.  Τα παιδιά έρχονται συχνά στο μπαρ αλλά δεν είχα καταλάβει ότι σκόπευαν να έρθουν και απόψε. Παράξενο.
«Δύο βότκα λεμόνι» μου λέει η φίλη μου, όταν με πλησιάζει κι ενώ αρχίζω να ψάχνω το μπουκάλι, ακούω τον Πίτερ να λέει «και ένα ουίσκι με πάγο για τον Ρόμπ». Κοιτάω πίσω από τον Πίτερ και βλέπω ότι έχουν φέρει ένα φίλο τους μαζί. Ωραία, Ντάνι, σκέφτομαι. Έξυπνο. Μου τον φέρατε στη δουλειά. Είναι ένας ψηλός τύπος, γύρω στην ηλικία μου, με πράσινα μάτια και ξανθά μαλλιά. Είναι γοητευτικός, αλλά κάτι λείπει.
«Θα πιούμε ένα ποτάκι εκεί πίσω» μου δείχνει ένα τραπέζι σε μια γωνία που είναι συνήθως ρεζερβέ για φίλους μας.  «Θα σε γυρίσουμε σπίτι εμείς» μου λέει και χαμογελάει. Η ραδιούργα.
«Δεν είναι ανάγκη» χαμογελάω ψυχρά, αλλά επιμένουν. Ο Ρομπ φαίνεται αμήχανος όπως κι εγώ. Μου χαμογελάει δειλά και ανταποδίδω. Τι φταίει κι αυτός ο έρημος που έχει τέτοιους φίλους;
«Στις τρεις που τελειώνει η βάρδιά μου, το μπαρ έχει σχεδόν αδειάσει. Βοηθάω τον Στίβεν να καθαρίσουμε λίγο την μπάρα και μετράω τα φιλοδωρήματα. Παίρνω το μερίδιό μου και βγαίνω έξω από το διαχωριστικό. Κάθομαι στο τραπέζι και δίνω το χέρι στον Ρομπ και συστήνομαι επίσημα.
Μιλάμε και οι τέσσερις για λίγη ώρα αλλά είναι αδύνατο να καταφέρω να μείνω άλλο ξύπνια. Ευτυχώς η Ντάνι το καταλαβαίνει και προτείνει να με γυρίσουν σπίτι. Ο Ρομπ μένει κοντά μας και θα μας γυρίσει αυτός γιατί ο Πίτερ είναι με μηχανή.
Στην διαδρομή για το σπίτι, μιλάμε ανάλαφρα. Ο Ρομπ δουλεύει σε μια εταιρεία εξαγωγών και προσπαθεί να μαζέψει λεφτά για να ταξιδέψει. Φαίνεται καλλιεργημένος και σοβαρός. Του αρέσει το τρέξιμο και το σκάκι και έχει μια μεγάλη οικογένεια σε ένα ράντσο στο Τέξας. Κανονικά θα έπρεπε να μου αρέσει αυτός ο άντρας αλλά δε νιώθω αμέσως τη χημεία.  Ίσως πρέπει να δώσω λίγο χρόνο όμως. Είδαμε και τι έγινε όταν η καρδιά μου χτύπησε ακαριαία. Μάλλον δεν έχω καλό ένστικτο.
«Θα σε ξαναδώ ελπίζω» μου λέει όταν ανοίγω την πόρτα του αυτοκινήτου. Η Ντάνι έχει αποκοιμηθεί πίσω. Ελπίζω να μην είναι και αυτό στημένο.
«Ναι, γιατί όχι;» λέω και χαμογελάω. Μήπως πρέπει να δώσω μια ευκαιρία; Πόσο ακόμα να υποφέρω για κάτι που έχει τελειώσει τόσο τελεσίδικα;
«Είσαι απαίσια» λέω στη Ντάνι όταν μπαίνουμε στο ασανσέρ.
«Δεν μπορείς να πεις!» μου χαμογελάει. «Αυτός διαφέρει!». Της χαμογελάω κι ας μη τον θέλω.
«Ισχύει αυτό. Τουλάχιστον δεν μου πήρε τα αφτιά για τις καταθέσεις του» λέω.
«Άσε και το άλλο!» λέει με ενθουσιασμό η Ντάνι. «Σε αποδέχεται. Δεν έχει πρόβλημα που δουλεύεις σε μπαρ» μου λέει με σκοπό να με πείσει, αλλά άθελά της με πονάει.

«Θα δούμε» της λέω ανάλαφρα, προσπαθώντας να κρύψω την ξαφνική θλίψη που με κυριεύει και χώνομαι στο ντους για να μείνω επιτέλους μόνη.


Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Κεφάλαιο 9-συνοικέσια

Κεφάλαιο 9

Έχω αναρωτηθεί πάνω από εκατό φορές αν έπρεπε να πάω να την πάρω με το αμάξι αλλά δεν θεώρησα ότι είναι επαγγελματικό να το κάνω. Δεν πρόκειται για ραντεβού. Τώρα που περιμένω εδώ και εφτά ολόκληρα λεπτά έξω από το ξενοδοχείο όπου γίνεται η εκδήλωση έχω αρχίσει και αναρωτιέμαι αν θα έρθει. Μπορεί και εκείνη να νιώθει άβολα με αυτή την κατάσταση. Δείχνει ήρεμη και συγκροτημένη. Στα όρια της αδιαφορίας. Αλλά δεν μπορεί να μην την επηρέασε καθόλου το γεγονός ότι σήμερα θα συναντηθούμε πρώτη φορά μετά από δύο χρόνια μόνοι μας.
Ξαφνικά ένα ταξί σταματάει στην είσοδο και ανοίγει μια πόρτα. Ένα ζευγάρι ατελείωτα πόδια πατάνε με φόρα στο πεζοδρόμιο. Είναι εκείνη. Το βλέμμα της συναντάει αμέσως το δικό μου παρά το πλήθος κόσμου που περιμένει γύρω μου. Κατευθύνεται γρήγορα προς το μέρος μου και αρχίζει να απολογείται που άργησε. Την ακούω  να μου λέει ότι έγινε ένα ατύχημα κάπου σε κάποια λεωφόρο και κάτι άλλο, αλλά δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Είναι η πρώτη φορά που τη βλέπω ντυμένη έτσι και προσπαθώ να μη δείξω ότι νιώθω σαν να με έχει χτυπήσει κεραυνός. Στους δύο μήνες που ήμασταν μαζί, βγαίναμε σπάνια και αυτό πιο πολύ για φαγητό και σινεμά. Μας άρεσε να μένουμε μέσα και να διαβάζουμε, να περπατάμε στο πάρκο και να βλέπουμε σειρές και ταινίες. Δεν της άρεσε να πηγαίνει σε ακριβά μέρη, δεν της άρεσε να φοράει ακριβά ρούχα και να βάφεται πολύ. Δεν την είχα δει ποτέ έτσι και ομολογώ, ότι παρόλο που έχω πάρει απόφαση να μην επιτρέψω στο ανδρισμό μου να επηρεαστεί από την παρουσία της, έχω μείνει εμβρόντητος.

Φοράει ένα απλό μαύρο στενό φόρεμα, με ένα άνοιγμα ψηλά στο γοφό και απλές μαύρες γόβες. Τα μαλλιά της είναι χτενισμένα από επαγγελματία και πέφτουν ελεύθερα στους  ώμους της. Έχει βαφτεί τόσο όσο τα μάτια της να είναι τονισμένα, αλλά τα χείλη της είναι ένα απαλό ροζ. Το γεμάτο σχήμα τους αναδεικνύεται διακριτικά. Προσπαθώ να μην κοιτάξω. Μάλλον δεν τα καταφέρνω. Είναι αστείο πώς το κορμί μου ανταποκρίνεται έτσι στην παρουσία της, παρά τον τρόπο με τον οποίο χωρίσαμε, παρά την ασυμβατότητα στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς μας.
«Είσαι καλά;» με ρωτάει τελείως διεκπεραιωτικά και περπατάει δυναμικά μπροστά μου. Κοιτάω τον τρόπο που κινούνται οι γοφοί της και ο χρόνος σταματάει. Εικόνες πλημμυρίζουν το μυαλό μου και προσπαθώ να μη θυμάμαι.
«Μπριάνα Σμιθ και Κίραν Κάβανο» λέει στη ρεσεψιόν και μας δίνουν ένα χαρτί για το μπαρ. Αφήνω το παλτό μου και εκείνη το κοντό γούνινο παλτό της. Μπαίνουμε στην αίθουσα και αμέσως ένα πλήθος ανθρώπων πλησιάζουν τσιρίζοντας και τη φιλούν. Άντρες και γυναίκες την αγκαλιάζουν και της λένε ένα σωρό γλυκά λόγια.
«Να σας συστήσω τον Κίραν Κάβανο» τους λέει όταν σταματάνε να της λένε ότι τους έχει λείψει. «Είναι καινούργιος στην ομάδα και η Κέντρα τον πιστεύει πολύ» την ακούω να λέει με ουδέτερο τόνο. Τα επόμενα 5 λεπτά ακούω ανθρώπους να μου συστήνονται και απαντάω σε ερωτήσεις σχετικά με το πώς είναι η νέα μου θέση, αν μου αρέσει η εταιρεία και πώς είναι να δουλεύω με ένα «γλυκύτατο πλάσμα» όπως η Μπριάνα. Σε αυτό το τελευταίο δεν απαντάω. Πίνω λίγη από τη σαμπάνια που άρπαξα από κάποια σερβιτόρα και χαμογελάω. Ευτυχώς η Μπριάνα αλλάζει το θέμα. Αρχίζουν να συζητάνε πράγματα που αφορούν τη δουλειά αλλά και προσωπικά τους. Είναι προφανές ότι όλη η εταιρεία ImageMAkers πίνει νερό στο όνομά της και την εκτιμούν πολύ επαγγελματικά. Νιώθω κάτι μέσα μου που δεν μπορώ να το κατηγοριοποιήσω.
Μου κάνει εντύπωση αλλά δε ρωτάει κανείς για την Κέντρα. Της μιλάνε όλοι με ενθουσιασμό και μετά σιγά σιγά απομακρύνονται για να μιλήσουν και με τους υπόλοιπους καλεσμένους που φτάνουν. Μένουμε μερικά δευτερόλεπτα μόνοι. Δε μιλάει κανείς. Είναι πολύ άβολο όλο αυτό, αλλά πρέπει να φερθώ επαγγελματικά. Υπάρχει ένας σκοπός σε όλο αυτό. Να δικτυωθώ. Να μάθω. Να βελτιωθώ.
«Ορίστε» ακούω μια κοπέλα δίπλα μου και μου προσφέρει ένα ποτήρι σαμπάνια. Κοιτάω το άλλο μου χέρι. Το ποτήρι μου έχει αδειάσει και δεν το είχα προσέξει. «Σου αρέσει;» με ρωτάει χαμογελαστή. Είναι η Ζόι, αν δεν κάνω λάθος. Μου συστήθηκε πριν από λίγη ώρα. «Είμαι υπεύθυνη για το κέιτερινγκ όλων των δεξιώσεων. Έκανα πόλεμο για αυτή τη μάρκα» γελάει. Της χαμογελάω. Η Μπριάνα δίπλα μου μιλάει με έναν άντρα λίγο μεγαλύτερό της. Περίπου τρία τέσσερα χρόνια πιο μεγάλο από μένα. Έχει το χέρι του στον ώμο της. Εκείνη γελάει με κάτι που της είπε.
«Είναι καλή επιλογή» λέω και το εννοώ. Ξέρω από καλή σαμπάνια και αυτή είναι πολύ καλή. «Και το μενού φαίνεται πολύ ενδιαφέρον».
«Προτίμησα ελαφρύ μενού γιατί…» αρχίζει να μου εξηγεί τους λόγους , αλλά δεν την ακούω.  Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.  Η Μπριάνα και ο φίλος της απομακρύνονται. Με πιάνει ξαφνικά ένας εκνευρισμός.
«Αν χρειαστείς κάτι…» λέει και μου δίνει την επαγγελματική της κάρτα. Την ευχαριστώ ευγενικά. Ευτυχώς απομακρύνεται και έχω την ευκαιρία να ηρεμήσω λίγο. Ήρθα εδώ για να κάνω γνωριμίες, αλλά τα βαριέμαι λίγο αυτά. Θα υποφέρω έξι μήνες στο τμήμα μάρκετινγκ. Προτιμώ να δουλεύω σε ένα γραφείο και να μην πολυμιλάω με κόσμο. Αντικοινωνικός; Σνομπ; Ντροπαλός; Πες το όπως θες.
Τρώμε σε μεγάλα στρογγυλά τραπέζια και μετά μεταφερόμαστε σε μια μεγάλη αίθουσα χορού. Είναι επίσημη δεξίωση, με μουσική δωματίου και πολλοί χορεύουν βαλς. Για μοντέρνα εταιρεία, η δεξίωσή τους είναι λίγο αναχρονιστική, αλλά φαντάζομαι ότι θέλουν να προωθήσουν νέο πρόσωπο στους πελάτες τους.
«Σε πείραξε το φαγητό;» με ρωτάει ξαφνικά ο λόγος που έχω χάσει το κέφι μου. «Γιατί είσαι τόσο κατσούφης;»
«Είμαι πολύ καλά, αλλά είμαι λίγο έξω από τα νερά μου» παραδέχομαι. Δεν ωφελεί να κρύβομαι. Ξέρει πώς νιώθω για τέτοιες είδους εκδηλώσεις.
«Οι άνθρωποι εδώ είναι πολύ φιλικοί. Δεν είναι όλα θέμα εικόνας. Είναι ειλικρινά καλοί. Μίλα με τη Ζόι και τον Άντριου. Έχουν πλάκα. Και η Μάργκαρετ και ο Πωλ, λατρεύουν το διάβασμα. Θα έχετε πολλά να πείτε» μου λέει. Χαίρομαι που θυμάται έστω κάτι. Ότι αγαπώ τα βιβλία. Το πώς γνωριστήκαμε. Τη χαιρετάει ένας άντρας από την άκρη της σάλας. Της κάνει μια χειρονομία που σημαίνει ότι θέλει να χορέψουν. Εκείνη του γνέφει θετικά. Δεν την έχω δει καθόλου όλο το βράδυ. Είμαι πολύ μπερδεμένος.
«Κάνε λίγη υπομονή. Σε καμιά ωρίτσα φεύγουμε» λέει σχεδόν γλυκά. Μετά ένα νέο κύμα εκνευρισμού με διαπερνάει.
«Θα πας στο μπαρ;» τη ρωτάω. Ξέρω πως ναι.
«Άντε πάλι» ξεφυσάει. «Ναι, θα πάω» βάζει τα χέρια στη μέση αποφασιστικά.
«Ντυμένη έτσι;» τη ρωτάω προκλητικά. Στο «καλό» μπαρ που δεν την ενοχλεί κανείς; Για βλάκα με περνάει;
«Θα αλλάξω εκεί. Φοράμε τζιν και μαύρο φανελάκι με το λογότυπο. Και χαμηλά παπούτσια» μου εξηγεί. «Αλλά τι σου εξηγώ; Αφού δεν ακούς».
«Δε με νοιάζει τι θα κάνεις» σταυρώνω τα χέρια μου στο στήθος. Πάντα ήταν πολύ όμορφη. Απόψε είναι μαγευτική. Δεν υπάρχει άντρας που να μην την κοιτάει. Που να μην την πλησιάζει να της πει κάτι. «Ο κύριος εκεί σου κάνει νοήματα» της δείχνω διακριτικά τον επίδοξο παρτενέρ της.
«Βαριέμαι να χορέψω, αλλά είναι πολύ καλός συνεργάτης» μου λέει αδιάφορα. «Κατά τις  δώδεκα παρά μπορούμε να φύγουμε; Θα επιμείνουν να μείνω, αλλά εγώ θα πω ότι θα με γυρίσεις σπίτι. Κι εσύ πες ότι θες να πας κάπου μετά. Δεν ξέρω. Περνάω καλά, αλλά δεν μπορώ να αργήσω στη δουλειά» με κοιτάει ανήσυχη. Μιλάει γρήγορα. Είναι κι αυτή νευρική.
Πρώτη φορά συνειδητοποιώ, όταν απομακρύνεται από κοντά μου, ότι πρέπει να είναι κουρασμένη. Φύγαμε από τη δουλειά στις έξι και εννιά η ώρα ήμασταν εδώ. Εγώ θα γυρίσω σπίτι κι εκείνη θα πάει να δουλέψει κι άλλο. Έχει τόση ανάγκη από χρήματα;
Περνάω το υπόλοιπο της βραδιάς μιλώντας με διαφορετικά άτομα και συγκεντρώνοντας πληροφορίες. Με ενδιαφέρει να μάθω συγκεκριμένα πράγματα και είναι δύσκολο να μιλήσω άμεσα σε άτομα που δεν ξέρω καλά. Είναι δύσκολο να μου ανοιχτούν κι εκείνοι, αλλά είναι όλοι φιλικοί και αντιδρούν πολύ θετικά όταν αναφέρω ότι δουλεύω με την Μπριάνα. Πού να τους έλεγα και τι άλλο έχω κάνει με την Μπριάνα.
Εκείνη στροβιλίζεται στην πίστα σαν μπαλαρίνα. Γελάει και αλλάζει παρτενέρ. Όλη η δεξίωση γυρίζει γύρω της απόψε. Είμαι ο μόνος που δεν είμαι πιασμένος στα δίχτυα της. Και εν μέρει χαίρομαι για αυτό. Η ενέργεια που σπατάλησα για να την πείσω να σταματήσει να δουλεύει στο μπαρ και ο τρόπος που έληξε η σχέση με πήγαν πολύ πίσω. Προσπαθώ να διατηρώ την ψυχραιμία μου μιας και πρέπει να τη βλέπω καθημερινά, αλλά δυσκολεύομαι να ξεχάσω το πόσο απογοητεύτηκα όταν χωρίσαμε τόσο άδοξα. Το πόσο ευτυχισμένος ήμουν μαζί της.
«Έτοιμη, αν είσαι κι εσύ έτοιμος» μου λέει λαχανιασμένη. Είναι αναψοκοκκινισμένη και χαμογελάει λες και μιλάει στην κολλητή της. Δεν δείχνει αναστατωμένη όπως είμαι εγώ. Εκείνη δε θυμάται τις στιγμές μας; Δύο μήνες ήταν μόνο βέβαια.  «Μπορείς και να μείνεις, φυσικά» λέει. «Αλλά δε θα με αφήσουν ποτέ να φύγω αν μείνεις» με παρακαλάει με τα μάτια.
«Βαριέμαι. Πάμε» λέω με ειλικρίνεια. Χαιρετάμε για μερικά λεπτά όλο τον κόσμο και ανταλλάζουμε υποσχέσεις για να τα ξαναπούμε σύντομα.
«Είμαι με αυτοκίνητο αν θες να σε πετάξω στο σπίτι» της λέω, αφού παίρνουμε τα παλτό μας. Κάνει κρύο.
«Είμαι στην άλλη πλευρά της πόλης από εκεί που μένεις» λέει ενώ κοιτάει τριγύρω για ταξί.
«Έχουν περάσει δύο χρόνια. Μπορεί να μετακόμισα» της λέω και ψάχνω το βλέμμα της. Όλο το βράδυ σχεδόν δε με κοίταξε. Σχεδόν δε μιλήσαμε.
«Μη σε βάζω σε κόπο» με απορρίπτει. Προσπαθώ να είμαι ευγενικός και με απορρίπτει. Δεν πειράζει. Καλύτερα. Σταματάει ένα ταξί μπροστά της και της ανοίγω την πόρτα.
«Εχεις σχέση;» με αιφνιδιάζει. Με κοιτάει σταθερά με τα καταγάλανα μάτια της, λίγο πριν κλείσει την πόρτα. Τι σημαίνει η ερώτηση; Παγώνω για λίγο, και γνέφω αρνητικά.
«Η Ζόι ενδιαφέρεται. Είναι καλό κορίτσι» μου λέει και χαμογελάει. Κλείνει την πόρτα πίσω της και το ταξί γκαζώνει. Μέσα σε δευτερόλεπτα χάνεται από το οπτικό μου πεδίο. Ένα χυδαίο υβρεολόγιο ξεφεύγει από το στόμα μου όταν βολεύομαι στο κάθισμα του αυτοκινήτου μου.
Προξενιό. Μου κάνει προξενιό.

Σχετική εικόνα



Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

κεφάλαιο 8-τι να φορέσει άραγε;

Κεφάλαιο 8
Έχουν περάσει δύο εφιαλτικές βδομάδες και με δυσκολία συγκρατώ τα συναισθήματα μέσα μου. Μέσα σε αυτές τις μέρες, τους έχω δει τόσες φορές να κλείνονται μέσα στο γραφείο της Κέντρα και να γελάνε για ώρες, που πλέον το έχω συνηθίσει. Όχι πλήρως, αλλά κάπως. Ο Κίραν έχει αναλάβει μεγάλο όγκο δουλειάς. Από τη μία κάνει το πρότζεκτ για την αλλαγή ύφους του περιοδικού αυτοκινήτου και προσπαθεί να τελειώσει μια παρουσίαση για το τμήμα οικονομικών και από την άλλη η Κέντρα τον ρωτάει τις χίλιες ερωτήσεις που ρωτούσε εμένα κάθε μέρα σχετικά με το πώς «ξεκολλάει ο εκτυπωτής» και πώς «ανάβει ο προτζέκτορας» και άλλα τέτοια, αγνοώντας με επιδεικτικά και δίνοντάς μου να κάνω πράγματα ελάχιστης  ευθύνης.
Εκείνος δε μου δίνει σημασία. Δεν έχει και χρόνο άλλωστε. Όταν δε δουλεύει αγκαλιά με την Κέντρα και δε καταστρώνουν σχέδια και στρατηγικές για το «μέλλον», είναι κολλημένος στην οθόνη του υπολογιστή και μελετάει. Ξέρω ότι κάνω καλή δουλειά, αλλά νιώθω ότι η θέση μου εδώ σε λίγο δε θα είναι απαραίτητη. Χθες το βράδυ έριξα μια ματιά στο βιογραφικό μου. Το Σαββατοκύριακο θα το σουλουπώσω λίγο και σιγά σιγά θα αρχίσω να στέλνω σε εταιρείες. Δε θα αφήσω τις εξελίξεις να με προσπεράσουν. Έχω μερικές δόσεις για το καταραμένο δάνειο.
Το τζάμι της Κέντρα είναι λίγο θολό, αλλά τους διακρίνω να μιλάνε όρθιοι. Είναι πολύ κοντά. Σκέφτομαι ότι μπορεί να είναι ήδη εραστές. Με πιάνει αηδία στην ιδέα, αλλά προσπαθώ να μην το σκέφτομαι. Η Κέντρα είναι πανέμορφη. Λίγο μεγαλύτερή του, αλλά πανέμορφη. Εκείνη κάνει ό,τι μπορεί για να τον προσελκύσει. Εκείνος δείχνει να απολαμβάνει την προσοχή. Δεν τον έχω για άνθρωπο που θα έκανε σχέση μέσα στο επαγγελματικό του χώρο, αλλά ποιος ξέρει; Ίσως έχει αλλάξει.
«…με την Μπριάνα» ακούω την Κέντρα να λέει ενώ εκείνος ανοίγει την πόρτα. Χαμογελάνε και οι δύο ζεστά. Τα φιλαράκια, σκέφτομαι. Δεν κοιτάζω, για καλό και για κακό και δε ρωτάω.
«Δε νομίζω να έχει πρόβλημα» τον ακούω να λέει και εκνευρίζομαι. Πριν καν με ρωτήσουν ξέρουν ότι θα δεχτώ;
«Μπριάνα, μπορείς να συνοδεύσεις τον Κίραν στον χορό της ImageMakers;» λέει η Κέντρα και πριν απαντήσω συνεχίζει. «Εγώ πρέπει να πάω σε ένα γάμο το Σαββατοκύριακο και δεν μπορώ να τον συνοδεύσω» μου λέει και σουφρώνει τα χείλη λυπημένη. Ξέρω ότι παντρεύεται κάποια ξαδέρφη της γιατί εδώ και ένα μήνα ψάχνει φόρεμα.
«Κέντρα, πέρσι είχα πάει μόνη μου» της θυμίζω. Δεν είναι ανάγκη να έχω συνοδό. Ξέρω σχεδόν τους πάντες στην ImageMakers. Συνεργαζόμαστε άψογα εδώ και τόσους μήνες. Με κάποιους βγαίνω και για ποτό.
«Είναι η εταιρεία με την οποία συνεργαζόμαστε για την διοργάνωση όλων των event μας. Είμαστε χρόνια συνεργάτες. Πέρσι πήγες μόνη σου επειδή είχα σπάσει το πόδι μου» μου θυμίζει. Εγώ θέλω να της θυμίσω ότι απλά το είχε στραμπουλήξει και ότι κόντεψε να μείνει ένα μήνα στο σπίτι χωρίς ουσιαστικό λόγο.
«Αν ο Κίραν είναι απασχολημένος…» ξεκινάω να λέω αλλά με διακόπτει.
«Είμαι ελεύθερος» λέει εκείνος γρήγορα. Δεν τον κοιτάω. Απλά γνέφω. Αυτό μας έλειπε τώρα.
«Οκτώ η ώρα είναι η ώρα προσέλευσης. Ξέρεις τι θα ακολουθήσει» μου λέει η Κέντρα κοφτά, σαν να μην έχω επιλογή. «Φόρα κάτι καλό, σε παρακαλώ» λέει προσβλητικά. Τον νιώθω να με κοιτάει αλλά δεν αντιδρώ. Πάντα ντύνομαι καλά όταν πρέπει. Όταν πάμε σε ένα εταιρικό γεγονός. Μπορεί τα φορέματά μου να μην κοστίζουν 3.000 ή 4.000 δολάρια αλλά είμαι πάντα κομψή. Δεν έχω μεγάλη οικονομική άνεση, αλλά διαλέγω κομψά φορέματα και η Ντάνι απογειώνει την εμφάνισή μου με άψογο μακιγιάζ και μανικιούρ.
«Θα ήθελα στις 12 να έχω αποδεσμευτεί» λέω στην Κέντρα. Ο Κίραν δίπλα μου σφίγγει το σαγόνι του. Τον βλέπω κυριολεκτικά να σφίγγεται ολόκληρος. Κατάλαβε.
«Ναι, φυσικά, Μπριάνα. Αν και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί θες να γυρνάς τόσο νωρίς σπίτι» μου λέει η Κέντρα αλλά δεν περιμένει να ακούσει την απάντηση που της δίνω πάντα. ‘Η μητέρα μου είναι άρρωστη και το Σαββατοκύριακο δίνω ρεπό στην κοπέλα που τη φροντίζει’.
Εκείνος κι εγώ στεκόμαστε δίπλα δίπλα όρθιοι, έξω από τα γραφεία μας και η Κέντρα κλείνεται στο δικό της. Δε μιλάμε. Ξέρω ότι ξέρει. Ξέρει ότι ξέρω. Είναι θυμωμένος και το νιώθω. Είναι αστείο, αλλά ακόμα νιώθω την ενέργειά του. Τη ρουφάω απρόθυμα.  Δεν έχει δικαίωμα να νιώθει έτσι. Ποτέ δεν είχε. Πόσω μάλλον τώρα.
«Δεν το πιστεύω ότι ακόμα….» ξεκινάει να λέει βραχνά και τον διακόπτω.
«Δε σου πέφτει λόγος πώς βγάζει κάθε άνθρωπος το ψωμί του» λέω ξερά. Ακριβώς όπως τότε.
«Τώρα έχεις μια αξιοπρεπή δουλειά. Γιατί να δουλεύεις σε μπαρ;».
«Όλες οι δουλειές είναι αξιοπρεπείς» του θυμίζω. «Δεν κλέβω. Σερβίρω ποτά» λέω. Για εκατοστή φορά. Είναι σαν να γυρίσαμε πίσω στο χρόνο. Σαν να πιάσαμε τη συζήτηση από εκεί που την αφήσαμε. Χωρίσαμε επειδή δεν μπορούσε να δεχτεί ότι δουλεύω σε ένα μπαρ. Μάταια του εξηγούσα όσο ήμασταν μαζί ότι είναι ένα αξιοπρεπές μπαρ και ότι απλά σερβίρω ή φτιάχνω ποτά. Είναι γελοίο και το ξέρω, αλλά αυτός ήταν ο λόγος που εκείνο το βράδυ ήταν και το τελευταίο που περάσαμε μαζί. Με έβαλε να διαλέξω ανάμεσα στη δουλειά μου (τότε συνδύαζα το βιβλιοπωλείο και το μπαρ) και αυτόν. Άρχισα να γελάω γιατί δεν περίμενα ότι το εννοούσε. Αλλά το εννοούσε. Και το γέλιο μου ήταν η απάντηση που περίμενε. Δε λέω ότι θα δεχόμουν ένα τέτοιο εκβιασμό, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να μην προσπαθήσω να βρω μια συμβιβαστική λύση. Δεν ήταν λογικό να χωρίσουμε έτσι απλά, επειδή εκείνος δεν δεχόταν τις επιλογές μου. Δεν είχα κάτι για να ντρέπομαι και δε μου άξιζε να με προσβάλει έτσι, αλλά μάρτυς μου ο Θεός, μαζί του άγγιξα την ευτυχία και ήθελα να προσπαθήσω.
«Χαίρομαι πολύ» μου λέει και ξεφυσά σχεδόν ανακουφισμένος. Ανοίγει την πόρτα του γραφείου του και λίγο πριν χωθεί μέσα για το υπόλοιπο της μέρας μου τον ακούω να λέει «Χαίρομαι που δεν έχασα κι άλλο χρόνο μαζί σου».  Και κάπως έτσι, η πληγή που ένιωθα ότι είχε αρχίσει κάπως να κλείνει, άρχισε ξανά να αιμορραγεί.



Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

κεφάλαιο 7- χαχαχούχα

Κεφάλαιο 7

Τρίτη και Τετάρτη, ευτυχώς, δούλεψε από το σπίτι γιατί ανέβασε πυρετό. Έτσι είπε. Η Κέντρα σχολίασε ότι είναι κρίμα να είναι άρρωστος και μόνος. Εγώ δεν είπα τίποτα. Έμεινα εμβρόντητη από την ξαφνική ευαισθησία της Κέντρα. Η οποία, πέρσι που έκανα μια λέιζερ μυωπίας, με ρώτησε αν θα μπορούσα να πάω μετά την επέμβαση στο γραφείο, γιατί είχε ακούσει ότι είναι υπόθεση ρουτίνας. Φυσικά και δεν πήγα. Φυσικά και πήρα και την επόμενη μέρα άδεια. Λάτρευα τη δουλειά μου, αλλά δεν ήμουν τρελή. Δε θα ρίσκαρα την υγεία μου για ένα αφεντικό που δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για τον άλλον. Μέχρι να εμφανιστεί ο Κίραν δηλαδή.
Την Πέμπτη εκείνος επέστρεψε και η Κέντρα μόνο που δεν προσφέρθηκε να του φτιάξει τσάι. Εγώ δεν του έδωσα σημασία. Το ίδιο και αυτός σε μένα. Τον άκουγα να βήχει κάθε τόσο, αλλά δεν ρώτησα αν χρειάζεται κάτι. Ακόμα δεν μπορούσα να δεχτώ την τρέλα αυτή που ζούσα. Να δουλεύω πλάι στον πρώην μου.
Την Παρασκευή όμως, κάθε απορία για την κατεύθυνση που θα έπαιρνε η σχέση μας, απαντήθηκε. Κάθε σκοτεινό σημείο φωτίστηκε.  Και τα χαρτιά του άνοιξαν διάπλατα.
«Λοιπόν, ακούω τις  ιδέες σας» μας λέει η Κέντρα χαμογελαστή και κάθεται στο στρογγυλό τραπέζι που έχουμε για τις συναντήσεις της ομάδας μάρκετινγκ. Είμαστε μόνοι οι τρεις μας, αλλά έχουμε στριμωχτεί γιατί στο μισό τραπέζι είναι στρωμένες κάποιες διαφάνειες και δε θέλουμε να τις μετακινήσουμε. Το αποτέλεσμα είναι τα γόνατά μου να αγγίζουν τα δικά του και να μην μπορώ να συγκεντρωθώ. Σε αυτό βοηθάει το απλό λευκό πουκάμισο που φοράει και κολλάει πάνω στο γυμνασμένο (ακόμα πιο πολύ απ’ ό,τι παλιά) σώμα του και το καινούργιο του άρωμα. Μυρίζει κάτι σαν κανέλλα. Είναι φανταστικό. Παλιά φορούσε ένα που του είχα αγοράσει εγώ. Προφανώς άλλαξε τα πάντα. Παλιά δε φορούσε πουκάμισα που κόστιζαν τριψήφια νούμερα.
«Να ξεκινήσουμε με την Μπριάνα» προτείνει η Κέντρα. Εγώ έχω τόσο άγχος, που έχει δεθεί κόμπος το στομάχι μου. Έχω βρει μια ωραία ιδέα, αλλά δε θέλω να δεχτώ αρνητική κριτική μπροστά του. Τρέμω στην κυριολεξία. Δεν τον έχω ανάγκη, το ξέρω, αλλά δεν έχω καταλάβει ακριβώς τι σημαίνει η παρουσία του εδώ.
«Σκέφτηκα ότι μπορούμε να ανοίξουμε λίγο το αναγνωστικό κοινό. Αντί να έχουμε εκτεταμένα αφιερώματα σε σούπερ καρς που κανείς δεν μπορεί να αγοράσει, μπορούμε να έχουμε και μερικές σελίδες όπου θα συγκρίνουμε αυτοκίνητα της αγοράς ανά κατηγορία. Αυτοκίνητα προσιτά». Τους παρουσιάζω τις ιδέες μου για τα επόμενα λεπτά και με ακούνε με ενδιαφέρον. Νομίζω ότι τα εξηγώ καλά. Έχω βρει και μερικά περιοδικά στην αγορά άλλων κρατών που κάνουν κάτι παρόμοιο και τους τα δείχνω. Η Κέντρα παραδέχεται ότι έκανα πολύ καλή δουλειά.
«Και τι σλόγκαν προτείνεις;» με ρωτάει.
«Έχω σκεφτεί κάτι του τύπου ‘το αμάξι που οδηγείς. Όχι που φαντάζεσαι’ ή «το περιοδικό του οδηγού που ξέρει τι θέλει’. Δεν ξέρω τι θα αποφασίσουμε ακόμα σχετικά με τις αλλαγές στο περιεχόμενο. Θα προσαρμόσω το σλόγκαν φυσικά» λέω. Τον ακούω να ρουθουνίζει. Δεν μπορώ να το αγνοήσω.
«Θες ένα χαρτομάντιλο;» λέω ευγενικά, αλλά η ειρωνεία στάζει. Αν έχει κάτι να σχολιάσει, μπορεί να το κάνει σαν άνθρωπος.
«Κέντρα, η ιδέα της συναδέλφου μου είναι πολύ καλή» λέει, αγνοώντας με, λες και δεν είμαι εκεί.  Το μισώ αυτό. Καταλαβαίνω τι τροπή θα πάρει η σχέση μας. Ανταγωνιστική.  «Απλώς  το αυτοκίνητο ήταν ανέκαθεν κάτι το οποίο ονειρεύεται κάθε άντρας. Είναι ωραίο να προτείνουμε και πιο οικονομικά αυτοκίνητα, αλλά ας μην αλλάξουμε το σλόγκαν σε κάτι που ουσιαστικά λέει ‘φτωχέ, δε θα αποκτήσεις ποτέ φεράρι’» λέει και η Κέντρα γελάει.
«Δε νομίζω ότι τα σλόγκαν μου λένε κάτι τέτοιο» προσπαθώ να μιλήσω αλλά δε με ακούνε. Ανταλλάζουν χαμογελάκια.
«Εγώ σκέφτηκα να κάνουμε διαγωνισμούς ώστε οι αναγνώστες να έχουν την ευκαιρία να οδηγήσουν ένα σούπερ καρ ή για μαθήματα αγωνιστικής οδήγησης. Ένα πιθανό σλόγκαν θα ήταν…»
«Δηλαδή προτείνεις κάτι του τύπου ΄φτωχέ, δε θα αποκτήσεις ποτέ φεράρι, αλλά μπορείς να την οδηγήσεις μισή ώρα’» τον διακόπτω και με κοιτάνε για λίγο και οι δύο αμήχανα. Έχω δίκιο και το ξέρω. Το ξέρει κι αυτός και η Κέντρα. Αλλά κανείς δεν το παραδέχεται φυσικά.
«Πουλάμε όνειρο και ελπίδα, αν δεν το έχεις προσέξει» μου λέει χωρίς να με κοιτάει. «Περιοδικό είναι. Όπως δε θα βάλουμε σε περιοδικό μόδας ρούχα φτηνά με μοντέλα φυσιολογικών διαστάσεων, δε θα το κάνουμε στο περιοδικό με τα αυτοκίνητα. Λυπάμαι που δεν έχεις καταλάβει ακόμα πώς λειτουργούν οι εκδόσεις περιοδικών» συνεχίζει. Το χτύπημα ήταν βαρύ. Και κάτω από τη μέση. Ουσιαστικά κρίνει την ικανότητά μου να εργάζομαι στον τομέα γενικά. Δεν το πιστεύω ότι τσακωνόμαστε σε επαγγελματικό επίπεδο τώρα. Και φυσικά είναι εξίσου εκνευριστικός και σε αυτό.
«Καταλαβαίνω, αλλά δεν θα βοηθήσει σε κάτι να τους δώσουμε την ευκαιρία να οδηγήσουν μια φεράρι» γελάω νευρικά.
«Κι όμως, είναι καλό δέλεαρ» λέει η Κέντρα. Και φυσικά! Συμφωνεί μαζί του. Δεν μπαίνω στον κόπο να διαφωνήσω. Υπάρχει κάποια λογική στη στρατηγική του, απλά είναι μακριά από τον τρόπο  σκέψης μου. «Μπράβο και στους δυο σας» λέει αλλά κοιτάζει μόνο τον Κίραν. «Κίραν, συνέχισε μόνος σου σε αυτό το πρότζεκτ. Κάνε μια ολοκληρωμένη παρουσίαση και θα τη δώσουμε στους από πάνω» λέει. Εγώ χαμογελάω. Δούλεψε, Κίραν, σκέφτομαι χαιρέκακα. Δούλεψε για να μπει το όνομά της φαρδύ πλατύ πάνω στην παρουσίασή σου. Ούτε που θα καταλάβεις πότε θα πάρει τα συγχαρητήρια.
«Η ιδέα σου είχε καλές βάσεις» λέει και σε μένα, σαν καλή δασκάλα που σου σερβίρει το Β με ένα θετικό σχόλιο.
«Αλλά τώρα που είναι εδώ ο Κίραν είναι ευκαιρία να μάθουμε λιγάκι πώς λειτουργεί ο αντρικός εγκέφαλος» λέει και χασκογελάει. Ακουμπάει τον ώμο του λιγάκι και εκείνος της χαμογελάει. Είναι τόσο εμετικό το θέαμα που παίρνω μια ανάσα για να μην τους βρίσω.  
«Είναι μικρό το δείγμα» λέω χαμηλόφωνα, αλλά με ακούει εκείνος. Περιμένει λιγάκι ξοπίσω. Η Κέντρα βγαίνει από το γραφείο και μένουμε μόνοι, πρώτη φορά μετά από 2 χρόνια.
«Εννοείς ότι είναι μικρό το δείγμα επειδή δεν υπάρχει άλλος άντρας ή ότι ο εγκέφαλός μου είναι μικρός;» με ρωτάει εύθυμα. Δεν απαντάω. Φυσικά εννοούσα το δεύτερο. Ξέρει τι εννοούσα. Η οξύνοιά του δεν τον έχει εγκαταλείψει. Το λάτρευα αυτό το χαρακτηριστικό. Λάτρευα να λέω μία κουβέντα και να καταλαβαίνει δέκα.
«Αν αναρωτιέσαι, νομίζω έχουμε την απάντησή μας» του λέω μελιστάλαχτα και τον αφήνω μόνο του στο γραφείο να τραντάζεται στα γέλια. Ο άθλιος.


Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

κεφάλαιο 6-σαν δύο ξένοι

Kεφάλαιο 6

Να πω ότι έχω πονοκέφαλο και να φύγω; Να παραιτηθώ; Έχω κρατήσει μερικά λεφτά στην άκρη και για τρεις μήνες μπορώ να ζήσω χωρίς δουλειά. Δεν αξίζει. Δεν μπορώ να το διαχειριστώ όλο αυτό. Έχει ανέβει η πίεσή μου. Ζαλίζομαι, βουίζουν τα αφτιά μου και δυσκολεύομαι να αναπνεύσω.
Είμαστε όλοι καθισμένοι στα γραφεία μας και δουλεύουμε. Για όποιον ξέρει, η κατάσταση θα έμοιαζε σουρεάλ. Σαν θέατρο του παραλόγου. Το καταραμένο κουβούκλιό μου είναι δίπλα στο δικό του και τον βλέπω. Τον βλέπω κάθε φορά που γυρνάω μερικές μοίρες και μπαίνει στο οπτικό μου πεδίο. Είναι τρομερό να δουλεύεις δίπλα στον πρώην σου. Είναι απερίγραπτα τα συναισθήματα. Ίσως δε θα ήταν τόσο φοβερό αν είχαμε χωρίσει σαν άνθρωποι και δεν είχαμε αφήσει ένα σωρό πράγματα στη μέση.
Αυτός δείχνει τελείως ήρεμος. Σαν να μην με θυμάται. Η σκέψη αυτή μου τριβελίζει το μυαλό. Ευτυχώς προς το παρόν δεν έχει χρειαστεί να μείνουμε μόνοι. Η Κέντρα έχει σηκωθεί (ναι! Μόνη της!!) δύο φορές και έχει πάει στο γραφείο του. Δεν άκουσα πολλά. Κατάλαβα ότι του έδωσε ένα φάκελο και του ζήτησε να της ετοιμάσει κάτι.
Σηκώνομαι στις 12.30 και πάω να φτιάξω έναν καφέ. Μόλις γυρνάω στο γραφείο μου, σηκώνεται εκείνος. Επιστρέφει μετά από δέκα λεπτά με τον καφέ του. Δείχνει ήρεμος και χαλαρός. Προφανώς βρήκε μόνος του πού είναι η κουζίνα. Εγώ φυσικά δεν μπήκα στον κόπο να του κάνω ξενάγηση στο χώρο. Αν είναι ποτέ δυνατόν. Τρέμω από τώρα τη στιγμή που θα χρειαστεί να μείνουμε μόνοι. Δεν ξέρω τι θα του πω. Όχι ότι έχω κάτι για να ντρέπομαι. Αυτός πήρε μια όμορφη σχέση, και με το ξεροκέφαλό του την πέταξε στα σκουπίδια. Ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι μαζί. Ή τουλάχιστον εγώ ήμουν. Τώρα αν εκείνος υποκρινόταν.. δεν ξέρω. Έδειχνε να περνάει καλά.
«Μπριάνα, έλα σε παρακαλώ» μου φωνάζει η Κέντρα. Φυσικά. Για μένα δε σηκώνεται. Ισιώνω το φόρεμά μου και πηγαίνω στο γραφείο της. Έχουμε και οι τρεις ανοιχτές τις πόρτες μας.
«Χρειαζόμαστε μια δυνατή ιδέα για την καμπάνια του ηλίθιου περιοδικού για τα αμάξια» λέει και ξινίζει τα μούτρα της.
«Μπορεί εμάς να μην μας αρέσει να διαβάζουμε για αμάξια, αλλά πρόκειται για το νούμερο τρία περιοδικό του ομίλου» της θυμίζω. Στέκομαι όρθια και ξέρω ότι ακριβώς από πίσω μου είναι εκείνος. Θα με κοιτάει; Θα ακούει τη συζήτηση ή θα αδιαφορεί;
«Δε με νοιάζει τι είναι. Απλώς θέλω να σκεφτούμε κάτι πρωτότυπο γιατί με πρήζουν ότι εδώ και χρόνια έχουμε την ίδια ατάκα και την ίδια διαφημιστική καμπάνια. Εγώ τους λέω ότι έχει σταθερό αναγνωστικό κοινό και δεν ωφελεί να επενδύουμε σε ένα προϊόν που αποφέρει χρήματα ανεξάρτητα από διαφημίσεις. Οι από πάνω διαφωνούν. Άρα κάτσε σκέψου κάτι και πες μου. Θα σκεφτώ κι εγώ και βλέπουμε» λέει. Ξέρω τι σημαίνει αυτό. Να βρω μια ιδέα και να την προτείνει ως δική της.
«Φυσικά μπορεί να σκεφτεί και ο Κίραν αν θέλει» λέει η Κέντρα την ώρα που βγαίνω από το γραφείο της. Εκείνος σηκώνει το βλέμμα και πέφτει στιγμιαία πάνω μου. Κάνω στο πλάι και τον αφήνω να μιλήσει με την Κέντρα.
«Βασικά τώρα που το σκέφτομαι, μπορείτε να το αναλάβετε τελείως εσείς γιατί εγώ πνίγομαι» λέει. Κρατιέμαι να μη γελάσω. Πάντα πετάει το μπαλάκι για τα δύσκολα σε μένα. Τι είναι αυτό το οποίο την πνίγει δεν έχω ιδέα.
«Είναι πολύ καλή ιδέα» τον ακούω να λέει. Έχει πολύ βραχνή και ήρεμη φωνή. Σε κάνει να θες να ξαπλώσεις και να χαλαρώσεις πλάι του. Τι σκέφτομαι πάλι; «Θα σκεφτώ λίγο και μπορούμε την Παρασκευή να ανταλλάξουμε ιδέες με την Μπριάνα» τον ακούω να λέει. Θέλει να ανταλλάξουμε ιδέες; Αμέ… Γιατί όχι; Ιδέες να φαν κι οι κότες.
Φεύγει πρώτος εκείνος στις πέντε και είκοσι και ακολουθώ μετά από δέκα λεπτά. Περιμένω πώς και πώς να γυρίσει η Ντάνι. Τη σοκάρω με τα νέα μου. Κουλουριάζεται στον καναπέ δίπλα μου και ανοίγουμε το παγωτό που έχουμε για δύσκολες στιγμές. Αν δεν είναι αυτή μια τέτοια στιγμή δεν ξέρω τι είναι.
«Πρέπει να είσαι επαγγελματίας» μου λέει αυστηρά. «Η σχέση σας στο παρελθόν δεν είναι κάτι που πρέπει να σκέφτεστε».
«Αυτό είναι λίγο δύσκολο, μιας και ήταν η πιο σημαντική σχέση στη ζωή μου» λέω πικρά. Παρόλο που είχα σχέσεις που διήρκησαν ένα και δύο χρόνια, οι δύο μήνες με τον Κίραν μού άλλαξαν τη ζωή.
«Δεν έχεις την πολυτέλεια να χάσεις τη δουλειά σου. Έχεις χρέη και νοίκι. Θες να πας ψηλά. Αν αφήνεις τα αισθήματά σου να σε καταβάλουν δε θα τα καταφέρεις στις επιχειρήσεις» με πυροβολεί η φίλη μου με απόλυτη ακρίβεια στα λεγόμενά της.
«Δε θα παραιτηθώ. Αλλά δεν ξέρω πώς θα εξελιχθεί όλο αυτό».
«Αυτός έδειξε σοκαρισμένος;»
«Ούτε καν. Ήρεμος λες και δε με θυμάται».
«Αποκλείεται».
«Μπορεί και να σοκαρίστηκε που με βρήκε σε αυτή τη θέση αλλά δεν το έδειξε. Με άφησε στο μπαρ και στο βιβλιοπωλείο. Με είχε χωρίσει για τις επιλογές μου και τώρα με βρήκε να δουλεύω σε πολυεθνική. Δεν μπορεί να μην ένιωσε κάτι» της λέω. Η Ντάνι τελειώνει το παγωτό της και σερβίρει κι άλλο στο μπωλ.
«Ποτέ δεν κατάλαβα το κόλλημά του με τη δουλειά σου» αναρωτιέται δυνατά για πολλοστή φορά.
«Έλεγε ότι ήμουν ικανή και έπρεπε να βρω κάτι καλύτερο, αλλά γρήγορα αποκαλύφθηκε ότι απλά ζήλευε. Θυμάσαι ότι ερχόταν σχεδόν κάθε βράδυ που δούλευα στο μπαρ;».
«Μα εσύ δεν έδινες δικαιώματα ποτέ!».
«Δεν του άρεσε που μιλούσα με τόσους άντρες και δεν καταλάβαινε όταν του έλεγα ότι δεν είχα ερωτικό ενδιαφέρον. Οι ρυθμοί στο μπαρ είναι καταιγιστικοί. Παίρνω παραγγελίες και φτιάχνω ποτά σε χρόνο μηδέν. Δεν έχω χρόνο να φλερτάρω και αυτό το καταλαβαίνουν οι πελάτες. Σπάνια με φλερτάρουν και ακόμη πιο σπάνια είναι άκομψοι.  Όταν βγαίνω μόνη μου ή στο χώρο δουλειάς μου, στο βιβλιοπωλείο και στην μπουτίκ που δούλευα, έχω δεχτεί περισσότερες ερωτικές προτάσεις» λέω. Η Ντάνι γνέφει. Τα έχει ακούσει και τα ξέρει.
«Τόσο παλαιομοδίτικες απόψεις…κρίμα. Νέο παιδί» μου λέει σκεφτική. «Αυτός δε χρειάστηκε να δουλέψει ποτέ σε κάποια δουλειά μόνο για να βγάλει λεφτά; Δεν είχε ποτέ ανάγκες;».
«Δεν έχω ιδέα» παραδέχομαι. «Δούλευε πάντα σε εταιρείες και είχε μια κάποια άνεση. Αλλά δεν περίμενα να μην καταλαβαίνει την ανάγκη μου να αποπληρώσω μόνη μου τα χρέη μου. Οι γονείς μου δεν είναι σε θέση να βοηθήσουν τόσο. Ξέρεις πώς είναι η κατάσταση με τον αδερφό μου. Το μαγαζί του δεν πάει καλά και τον βοηθάνε. Δε θέλω να ανησυχούν και για μένα».
«Μην απολογείσαι σε μένα που είσαι αξιοπρεπής» με μαλώνει η Ντάνι και έχει δίκιο. Η δουλειά δεν είναι ντροπή. Με έκανε να νιώθω ανήθικη όσο ήμασταν μαζί αλλά δεν ήμουν.
«Έχεις δίκιο» της χαμογελάω. «Έλα τώρα να σου πω τις ιδέες που έχω για την καμπάνια. Θέλω να εντυπωσιάσω» λέω δυναμικά. Προσπαθώ να ηρεμήσω. 







                                 

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

κεφάλαιο 5-χάρηκα πολύ, κύριε

Κεφάλαιο 5
«Έφυγε ο Γουέστμπρουκ» μου λέει ανακουφισμένη η Λίλι. Η κοπέλα αυτή κάθεται στη ρεσεψιόν, και ξέρει τα πάντα για τους πάντες. «Δεν τον είδε κανείς, αλλά και πάλι, ανακουφίστηκα που έφυγε» πεταρίζει τις βλεφαρίδες της. Είναι 23 ετών και είναι πολύ όμορφη. Κανείς δεν ξέρει τις πηγές της, αλλά συνήθως είναι ακριβής. Σήμερα αναρωτιέμαι πώς το έμαθε ότι έφυγε το αφεντικό.
«Γιατί ήμασταν όλοι τρομοκρατημένοι;» λέω, εφησυχασμένη πια. «Δεν μας έχει δώσει δικαίωμα να τον φοβόμαστε». Και ισχύει. Ήρθε, είδε (ποιος ξέρει τι) και απήλθε.
«Η δικιά σου μπήκε με ένα μωρό σήμερα» μου λέει η Λίλι, αλλάζοντας απότομα θέμα. «Τι έχει πάθει αυτή και έρχεται εννιά ακριβώς; Λες να της έβαλε κάποιος χέρι;» αναρωτιέται. Η Λίλι έχει ταχυγλωσσία. Απορώ αν την καταλαβαίνουν στο τηλέφωνο οι πελάτες. Άλλο με απασχολεί όμως.
«Μωρό; Η Κέντρα μισεί τα μωρά» λέω. Η Λίλι ξεσπάει σε δυνατά γέλια.
«Ενήλικο και αρσενικό μωρό» μου λέει και αναστενάζει. «Έπρεπε να τον δεις. Μπήκαν μαζί και μας έφυγε το κεφάλι. Σούπερ ζευγάρι».
«Τι; Έφερε τον γκόμενο στη δουλειά;» τη ρωτάω. Μιλάω άνετα στη Λίλι. Τη μισεί όπως κι εγώ. Όπως και όλοι μας. Είναι η μόνη υπάλληλος της εταιρείας που μπαίνει το πρωί και δε λέει καλημέρα στη Λίλι. Γενικά η Κέντρα αγνοεί οποιονδήποτε είναι σε χαμηλότερη βαθμίδα.
«Δεν ξέρω αν είναι γκόμενος. Ακόμα. Η γλώσσα του σώματος έλεγε ότι σύντομα θα συμβεί πάντως» μου λέει και μου κλείνει το μάτι. Αναστενάζω.
Παίρνω το ασανσέρ και πατάω το έξι. Το κτίριο είναι μεγάλο και επιβλητικό. Όλα είναι υπερσύγχρονα. Το ασανσέρ είναι καλυμμένο με καθρέπτη από άκρη σε άκρη και έχω την ευκαιρία να επιθεωρήσω λίγο την εικόνα μου πριν πιάσω δουλειά. Τα μαλλιά μου είναι φυσικά σπαστά αλλά τα έχω ισιώσει και τα έχω πιάσει σε ένα κότσο στη βάση του κεφαλιού μου. Έχω γαλαζοπράσινα μάτια και διαλέγω πάντα ουδέτερες σκιές. Έτσι και σήμερα. Φοράω ένα μαύρο στενό φόρεμα και μαύρες γόβες. Όχι 12ποντες όπως φοράει η Κέντρα. Περίπου 5-7 πόντους ώστε να μπορώ να περπατάω άνετα και να πηγαινοέρχομαι 150 φορές στο γραφείο της και να μεταφέρω έγγραφα γιατί τα θέλει ΟΛΑ εκτυπωμένα. Εγώ υποπτεύομαι ότι δεν ξέρει να κάνει επισύναψη και δεν μπορεί να μου στείλει αρχεία.
Είμαι ευχαριστημένη με την εικόνα μου. Είμαι όμορφη και έχω ένα σώμα λεπτό, αλλά γεμάτο καμπύλες. Το μόνο πράγμα που με ενοχλεί πάνω μου (όχι ότι δεν έχω ψεγάδια αλλά δε με ενδιαφέρει κιόλας και πολύ) είναι οι μαύροι κύκλοι. Ειδικά τις Δευτέρες, μετά από τόσες ώρες δουλειά το Σαββατοκύριακο, είμαι πάντα πολύ καταπονημένη.
Ανοίγω τη γυάλινη πόρτα που χωρίζει εμένα και την Κέντρα από το υπόλοιπο τμήμα μάρκετινγκ. Με περιμένει ένα μικρό σοκ. Μέσα στο γυάλινο κουβούκλιο δίπλα στο δικό μου υπάρχει ένας άντρας, ο οποίος έχει γυρισμένη την πλάτη του σε εμένα και αδειάζει ένα κιβώτιο που υποθέτω έχει τα προσωπικά του αντικείμενα. Η Κέντρα είναι μαζί του και χασκογελάει με κάτι που της είπε. Διάφορες σκέψεις περνάνε από το μυαλό μου. Δεν είναι γκόμενός της αλλά ο νέος υπάλληλος. Μου είχε πει ότι δεν ξέρει τίποτα, αλλά σήμερα μπήκαν μαζί. Είναι εμφανές ότι της αρέσει. Βλέπω το πρόσωπό της, αλλά όχι το δικό του. Χαμογελάει σαν χαζή. Είναι προφανές ότι θα δημιουργηθεί συμμαχία. Θα με βγάλουν από τη μέση σίγουρα. Θα έκανα κι άλλα σενάρια, ούσα καχύποπτη εκ φύσεως και απαισιόδοξη, αλλά δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Ο άντρας αυτός έχει ένα φοβερό κορμί. Σφικτό σώμα, πλατείς ώμους και καλοσχηματισμένους γλουτούς. Ουάο. Ελπίζω να μην…
Η στιγμή που γυρνάει, λες και ένιωσε την παρουσία μου, και με κοιτάει, ορκίζομαι ότι είναι η πιο φορτισμένη στιγμή της ζωής μου. Κρατιέμαι από το γραφείο για να μη λιποθυμήσω. Από όλες τις μέρες του χρόνου, από όλα τα μέρη του πλανήτη, έπρεπε να μπει σε αυτό το γραφείο, σήμερα. Έπρεπε να είναι εκείνος ο νέος μου συνάδελφος. Ο άντρας που έχω να δω 2 χρόνια, που μου ράγισε την καρδιά, αλλά δεν την έσπασε. Γιατί αυτή τη στιγμή τη νιώθω να βροντοχτυπάει μέσα μου.
«Να και η βοηθός μου» λέει η Κέντρα και χαμογελάει. «Η Μπριάνα Σμιθ» λέει και τον βλέπω να απλώνει το χέρι του. Θα πρέπει να τον αγγίξω.
«Κίραν Κάβανο» συστήνεται και συνειδητοποιώ ότι είναι πρώτη φορά που τον ακούω να λέει το όνομά του. Έχουν περάσει δύο χρόνια και είναι ακόμα πιο όμορφος. Πιο αρρενωπός. Αν είναι δυνατόν. «Χάρηκα» λέει ουδέτερα και συνεχίζει να τακτοποιεί. Μήπως δε με θυμήθηκε;
«Ο Κίραν θα μείνει έξι μήνες μαζί μας» λέει κεφάτη η Κέντρα. «Το ΔΣ του ομίλου τον έχει επιλέξει ως τον καλύτερο υπάλληλο της χρονιάς στη Νέα Υόρκη και του έδωσε τη δυνατότητα να περάσει τέσσερα εξάμηνα σε τέσσερα διαφορετικά τμήματα μάρκετινγκ, πριν πάρει τον τίτλο του διευθυντή μάρκετινγκ του ομίλου».
«Εντυπωσιακό» λέω. Το εννοώ αλλά δεν το δείχνω. Έχω ένα εκατομμύριο ερωτήσεις αλλά δεν κάνω καμία. Εκείνος δείχνει ήρεμος και αδιάφορος. Δε θέλω να ξέρει ότι με επηρεάζει. Ούτε καν με κοιτάζει.
«Έχει τελειώσει το Στάνφορντ και έχει κάνει και μεταπτυχιακό. Είναι πολύ ικανός και η εμπειρία του θα μας φανεί χρήσιμη εδώ μέσα» λέει η Κέντρα. «Ειδικά σε σένα» μου λέει. «Έχεις πολλά να μάθεις από εκείνον». Εκείνος με κοιτάει φευγαλέα. Δεν αντιδρώ στην προσβολή της. Θέλω να της πω ότι ξέρω διπλάσια από όσα ξέρει εκείνη, αλλά δεν το κάνω.
«Μακάρι μέσα σε έξι μήνες να μάθει τη δουλειά και να καταφέρει να με μάθει κι εμένα κάτι» λέω εγώ ευγενικά, αλλά η ειρωνεία μου είναι ξεκάθαρη. Δύο μήνες θα του πάρει να μάθει τη δουλειά και μένουν τέσσερις. Πόσο έξυπνος είναι πια; Πολύ, θυμάμαι. Αλλά κι εγώ είμαι. Στάνφορντ ε; σκέφτομαι. Δεν είχα ιδέα.
«Κίραν, αν θες καφέ, η Μπριάνα μπορεί…» ξεκινάει να λέει αλλά τη διακόπτω.
«Αποκλείεται» λέω κοφτά. «Δεν φτιάχνω καφέ για άλλον» ξεκαθαρίζω. Εκείνος με κοιτάει με ευθυμία.
«Η Μπριάνα μπορεί να σου πει πού είναι η κουζίνα θα έλεγα» λέει ξερά η Κέντρα. Μαζεύομαι. Είμαι εκνευρισμένη και βγάζω τρελά συμπεράσματα. Αλλά ικανή την έχω.
«Έτοιμος» λέει. Η φωνή του με ταράζει. «Τακτοποίησα τα πάντα και είμαι έτοιμος να ξεκινήσω. Κέντρα, περιμένω οδηγίες».





Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Θρίλερ η ψηφοφορία!

Το Έρωτας στις Κυκλάδες εγώ θα το στείλω και να λέτε εσείς ότι θέτε!! χεχεχε

ΥΓ. Ψηφίζετε η καθεμία μία φορά!  Φιλιάαααα

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

κεφάλαιο 4-κορίτσια, ψηφίστε παρακάτω!!

Κεφάλαιο 4
Γυρνώντας εξαντλημένη στο σπίτι ξημερώματα Σαββάτου, βγάζω τα παπούτσια μου και σωριάζομαι στον καναπέ. Δεν έχω κουράγιο να κάνω μπάνιο και δε θέλω να ξαπλώσω βρώμικη. Η Ντάνι λείπει αυτό το Σαββατοκύριακο για το γάμο μιας ξαδέρφης του Πίτερ στη Νέα Υόρκη. Μου λείπει όταν δεν είναι εδώ, αλλά χαλαρώνω κιόλας. Όταν είναι εδώ, όλο και κάποια φαεινή ιδέα έχει για να «περάσουμε σούπερ».
Όταν είχα χωρίσει με τον Κίραν, εκείνη την απαίσια περίοδο, με τραβολογούσε σε ένα σωρό δραστηριότητες. Δοκιμάσαμε γιόγκα, ραπτική, κεραμική, μαθήματα χειρομαντείας, ποδηλασία, μαγειρική και τοξοβολία. Ήταν εξουθενωτικό, αλλά είχε τόση επιθυμία να με στηρίξει, που δεν ήθελα να της χαλάσω χατίρι. Παρόλο που η καρδιά μου είχε σπάσει σε εκατομμύρια κομμάτια και ήξερα ότι ποτέ δε θα ήμουν η ίδια. Παρόλο που δεν έβρισκα χαρά σε τίποτα.
Ευτυχώς εκείνος δεν είχε έρθει ποτέ σπίτι μου. Θα ήταν αφόρητο να γυρνάω κάθε βράδυ σε ένα χώρο γεμάτο αναμνήσεις. Θα ακούγεται σίγουρα παράξενο που δεν είχε έρθει σπίτι μου και μάλλον ήταν, αλλά η σχέση μας δεν ήταν συμβατική.   Περνούσαμε χρόνο σπίτι του αλλά δε μιλούσαμε πολύ για τη ζωή πριν γνωριστούμε. Δε βγαίναμε πολύ. Εγώ δούλευα σε δύο δουλειές και εκείνος προσπαθούσε να ανελιχθεί στην εταιρεία όπου δούλευε και γυρνούσε βράδια σπίτι. Βρισκόμασταν στο διαμέρισμά του, το οποίο απείχε 4 στάσεις από το δικό μου. Ήταν μικρό, αλλά ευτυχώς έμενε μόνος. Ήταν πολύ κομψό, γεμάτο ωραία έργα τέχνης και καλαίσθητα έπιπλα. Δεν έδειχνε να έχει οικονομικό πρόβλημα, αλλά δεν έκανε και πολλά έξοδα. Δεν ήξερα λεπτομέρειες βέβαια. Δε με ένοιαζε. Δε με ένοιαζε να μάθω το παρελθόν του. Αρκεί το παρόν του και το μέλλον του να ήταν μαζί μου.
Το παρόν του ήταν για δύο μήνες. Το μέλλον του δε με περιελάμβανε. Δυο χρόνια τώρα, δεν έχω νέα του. Ίσως έχει φύγει από την πόλη. Ίσως  έχει παντρευτεί.  Δεν τον έχω ψάξει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Με πλήγωσε ο τρόπος που χωρίσαμε και εκείνος δεν κοίταξε ποτέ πίσω του. Δε θα έκανα ποτέ εγώ ένα τέτοιο πισωγύρισμα.
Δεν ξέρω γιατί με πλημμύρισαν οι αναμνήσεις. Συνήθως προσπαθώ να σκέφτομαι τις καλές στιγμές. Το κάνω για να δικαιολογώ τον εαυτό μου που δυσκολεύομαι τόσο να ξεχάσω. Συνήθως μετά από ένα χωρισμό θυμάσαι μόνο τα άσχημα. Αλλά εγώ δεν έχω πολλά άσχημα να θυμάμαι. Θυμάμαι τα καλά και ξέρω ότι δεν είμαι τρελή που ακόμα δεν βρήκα κάτι καλύτερο. Θυμάμαι να τρώμε παγωτό στο κρεβάτι, να μιλάμε για τις φιλοδοξίες μας, για κάποιο βιβλίο που μας άρεσε. Λέγαμε τα πάντα και τίποτα. Η συμβατότητά μας, και όχι μόνο η σεξουαλική, ήταν υπέροχη. Ταιριάζαμε απόλυτα. Λάτρευα το χιούμορ του και εκείνος απολάμβανε να με ακούει. Ένιωθα άνετα να του μιλάω για ένα σωρό πράγματα. Ακόμα και τελείως ασήμαντα.

Νυστάζω και ελπίζω να αποκοιμηθώ. Συνήθως  όταν τον σκέφτομαι δεν μπορώ να ηρεμήσω εύκολα. Είχα καιρό να τον σκεφτώ. Ίσως είναι που πλησιάζει η μέρα που χωρίσαμε. Τη Δευτέρα συμπληρώνονται ακριβώς δύο χρόνια από εκείνον τον απαίσιο τσακωμό. Δεν χωρίσαμε επιτόπου. Ανταλλάξαμε λόγια βαριά. Πολλές φορές είχε δείξει ότι δεν εγκρίνει τον τρόπο ζωής μου, αλλά δεν περίμενα να ασκήσει βέτο. Ανώριμη εγώ, ανώριμος και εκείνος, δεν το διαχειριστήκαμε καλά και ο καβγάς ξέφυγε. Εκείνο το βράδυ κοπάνησα την πόρτα πίσω μου και επέστρεψα στο διαμέρισμά μου για να κοιμηθώ. Δεν με ξαναπήρε ποτέ. Δεν τον ξαναπήρα ποτέ.

Ψηφίστε ποια ιστορία σας άρεσε πιο πολύ

Λέω να προσπαθήσω να εκδοθώ.

Ψηφίστε πλιζ ποια ιστορία προτιμάτε!

Μία ψήφο η καθεμία σας για να έχουμε αντικειμενικά αποτελέσματα!!

https://goo.gl/YDxeZ5

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

πρωταγωνιστες



κεφάλαιο 3-κρακεράκια για μεσημεριανό

Κεφάλαιο 3

«Μη μου πεις ότι το μεγάλο αφεντικό θα έρθει να δουλέψει εδώ» λέω γελώντας ενώ κρεμάω το παλτό μου στον καλόγερο.  Η Κέντρα βρίσκεται ήδη στο γραφείο της , πράγμα που με εκπλήσσει αλλά δεν το σχολιάζω. Συνήθως έρχεται δέκα παρά και όχι εννιά με εννιάμιση που είναι η κανονική ώρα προσέλευσης για όλους μας.
«Πολύ αμφιβάλλω» μου λέει αλλά δεν με τιμάει με περισσότερες πληροφορίες. Δείχνει να δουλεύει συγκεντρωμένη. Νιώθω σαν να έχω χάσει κάποιο επεισόδιο.  Πέντε άτομα από το συνεργείο συντήρησης στήνουν δίπλα στο δικό μου ένα ίδιο κουβούκλιο. Προσπαθώ να αγνοήσω την ανησυχία που νιώθω, αλλά δεν μπορώ.
«Κέντρα, θα δουλέψει κάποιος καινούργιος εδώ;» ρωτάω. Η σκύλα ζήτησε κι άλλο βοηθό; Σίγουρα θα με έθαψε και θα είπε ότι χρειάζεται κι άλλο άτομο ενώ ειλικρινά δε χρειάζεται κανείς. Μόνο να αντικατασταθεί εκείνη. Ποιος θα έρθει; Γιατί έχει ίδιο γραφείο με εμένα;
«Δεν έχει να κάνει με μένα» λέει βαριεστημένα και ισιώνει τα γυαλιά τη μύτη της. Φοράει κοκάλινα γυαλιά μερικές φορές. Της πάνε άψογα φυσικά. Όπως και το κολλητό μωβ φόρεμα που φοράει, οι ροζ γόβες και το λεπτό χρυσό κολιέ στο λαιμό της. Τα μαλλιά της σήμερα είναι πλεγμένα σε μια κομψή γαλλική κοτσίδα. Είναι χάρμα οφθαλμού αλλά όχι αυτιού. «Κάποιος μας κουβάλησε έναν εκπαιδευόμενο. Λες και δεν είχαμε ήδη αρκετούς άπειρους» λέει καυστικά. Εμένα εννοεί. Εμένα. Που βγάζω όλη τη δουλειά και εκείνη καρπώνεται τις ιδέες μου. Κουνάω το κεφάλι με κατανόηση κι ας μη με βλέπει.
«Το μεγάλο αφεντικό φάνηκε;» ρωτάω  και ανοίγω τον υπολογιστή μου. Έχουμε πολλή δουλειά σήμερα. Είναι Παρασκευή και πρέπει να παραδώσουμε μια αναλυτική αναφορά  στο τμήμα εσόδων. Και όλα αυτά πριν από τις έξι, γιατί αν αργήσω, δε θα προλάβω να ξεκουραστώ πριν το βράδυ.
«Δε νομίζω ότι ενδιαφέρεται να σε δει» γελάει ξερά. «Και από εμένα είναι πολύ ευχαριστημένος, οπότε λογικά δε θα τον δούμε. Αν δεν κάνεις κάτι στραβό, δεν τον βλέπεις».
«Άρα κι εγώ δεν έχω κάνει κάτι στραβό» λέω ανάλαφρα για να μη τη βρίσω.
«Αμφιβάλλω ότι γνωρίζει την ύπαρξή σου» λέει ξερά. Δε λυγίζει, σκέφτομαι. Δε λυγίζει ούτε με αστειάκια η σκύλα. Εκεί, να πει την κακία της. Κάποια μέρα όμως θα δουλέψω κάπου όπου με ξέρουν. Και θα πετύχω και θα φτάσω ψηλά και ποτέ δε θα μιλήσω έτσι σε υφισταμένους μου.
Δουλεύω χωρίς να κάνω διάλειμμα και στις δύο και κάτι σταματάω για να τεντωθώ. Η Κέντρα λείπει από το γραφείο της εδώ και μία ώρα, προφανώς για να φάει. Παραδίδουμε αναφορά και αυτή λείπει μία ολόκληρη ώρα. Και η φασαρία από την κατασκευή του μυστήριου κουβουκλιου συνεχίζεται. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ αλλά τα καταφέρνω. Τρώω ένα σάντουιτς που αγόρασα το πρωί ενώ ελέγχω νούμερα, τυπώνω, σβήνω και ξαναεκτυπώνω.
 Αναρωτιέμαι ποιος θα είναι αυτός που θα έρθει και αναπόφευκτα το μυαλό μου κάνει σενάρια.  Θα είναι άντρας ή γυναίκα; Θα είναι φιλικός ή θα κάνει κόμμα με την Κέντρα; Χρειάζομαι ένα άτομο να μπορώ να λέω καμιά κουβέντα. Θέλω να γκρινιάζω παρέα με κάποιον! Είναι αστείο και το ξέρω, αλλά σε κάθε δουλειά υπάρχει ο συνάδελφος με τον οποίο μοιράζεσαι τα παράπονά σου. Εγώ δεν έχω κανέναν τέτοιο και καταλήγω να τα λέω όλα στη Ντάνι το βράδυ.
Η Κέντρα γυρνάει με ανανεωμένο μακιγιάζ και χτενισμένα μαλλιά. Ικανή την έχω να πετάχτηκε κομμωτήριο. Ξέρω ότι έχει ραντεβού απόψε. Το δεύτερο μέσα σε δέκα μέρες.  Παραπονιέται ότι δε βρίσκει αυτό που θέλει όμως. Δεν έχω καταλάβει τι είναι αυτό, αλλά δεν το βρίσκει. Για να είμαι ειλικρινής όμως, δεν την κρίνω και πολύ για αυτό. Κι εγώ, που ξέρω τι θέλω, δεν είμαι πιο τυχερή. Ίσως φταίει ότι πριν από δύο χρόνια γνώρισα κάποιον και νόμιζα ότι αυτός είναι για μένα. Πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις. Και είμαι πολύ δύσκολη. Δεν είχα βρει ποτέ κάποιον να κάνει την καρδιά μου να τρέμει. Και τον γνώρισα. Από τη μία είμαι ευτυχισμένη που μου συνέβη, αλλά ο τρόπος που εξελίχθηκαν και τέλειωσαν όλα με γεμίζει θλίψη.
Ίσως φταίει ότι πέσαμε και οι δύο με τα μούτρα στη σχέση μας. Παρόλο που ήταν μόνο πριν από δύο χρόνια, νιώθω ότι ήμουν πολύ πιο ανώριμη. Ενθουσιάστηκα. Μου άρεσε πολύ και τον αγάπησα σχεδόν τη στιγμή που τον είδα πρώτη φορά, να μπαίνει στο βιβλιοπωλείο που δούλευα και να μου ζητάει ένα βιβλίο. Ήταν τόσο όμορφος. Σχεδόν τυφλώθηκα. Σαν να τον ακολουθούσε μια λάμψη. Οι τρόποι του, η ομιλία, το περπάτημά του… Μου χαμογέλασε και ενώ του έδινα τα ρέστα, το βλέμμα του στάθηκε πάνω μου. Δεν περίμενα ότι θα τον προσελκύσω. Μέσα σε δέκα μέρες είχε έρθει τρεις φορές στο μαγαζί. Σε δύο εβδομάδες βγήκαμε το πρώτο ραντεβού.

«Μπριάνα, έλα εδώ!» ακούω την τσιριχτή φωνή της Κέντρα να διαλύει την ονειροπόλησή μου και σηκώνομαι όρθια.  Δεν έχω ιδέα τι θέλει, αλλά ό,τι και να είναι αυτό, είμαι αποφασισμένη να την εξυπηρετήσω. 

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

κεφάλαιο 2-μανό και ασετόν

Κεφάλαιο 2
Το διαμέρισμά μας είναι ανέλπιστα μεγάλο και χαριτωμένο για τα οικονομικά μας. Μεγάλο είναι επειδή ρίξαμε λίγο τα στάνταρ όσον αφορά την παλαιότητα και νοικιάσαμε κάτι με τρία υπνοδωμάτια, μεγάλο σαλόνι και κουζίνα, δύο μπάνια και άνετο μπαλκόνι, αλλά σε ένα συγκρότημα κατοικιών χτισμένο περίπου το 1970. Χαριτωμένο είναι επειδή επενδύσαμε σε απλά αλλά καλαίσθητα έπιπλα και αφιερώσαμε πολύ χρόνο στο να το φτιάξουμε να ταιριάζει στο γούστο μας. Τα αγαπάμε το σπιτάκι μας, και παρόλο που και οι δύο θέλουμε κάποια στιγμή να βρούμε κάτι δικό μας, με χαρά γυρνάμε σπίτι και χαλαρώνουμε στον καναπέ με λίγο κρασί ή παγωτό.
«Πότε επιτέλους θα ηρεμήσεις λίγο;» με ρώτησε γελώντας η Ντάνι ενώ μου έβαφε τα νύχια των ποδιών. Είναι φοβερά βολικό να ζεις με μια αισθητικό! Δε χρειάζεται ποτέ να ανησυχήσεις για τα νύχια, το δέρμα σου, το μακιγιάζ σου. Ποτέ δεν ξεμένεις από κρέμες και καλλυντικά.  «Αφού δεν έχει έρθει ακόμα. Αλλά ακόμα και να έρθει, δεν έχεις να φοβάσαι κάτι. Κάνεις καλά τη δουλειά σου. Ακόμα και αν η αφεντικίνα σου προσπαθεί να σε επισκιάσει, θα πρέπει εκείνος να δει την αποδοτικότητά σου».
«Έχεις δίκιο, αλλά ανησυχώ» της είπα για πολλοστή φορά. Εδώ και ένα μήνα είχε ακουστεί στην εταιρεία ότι είχε έρθει το μεγάλο αφεντικό στην πόλη για δουλειές και θα ερχόταν να μας δει. Να «περάσει χρόνο μαζί μας». Αυτό σήμαινε, σε ελεύθερη μετάφραση, ότι θα ερχόταν να εργαστεί μερικές βδομάδες μαζί μας και να δει ποια κεφάλια θα κόψει. Η εταιρεία χρειαζόταν ανανέωση και εδώ και καιρό συζητάνε απολύσεις.
Το μεγάλο αφεντικό λέγεται Μάθιου Γουέστμπρουκ και είναι περίπου 70 ετών. Η Κέντρα μού έχει πει ότι τον έχει μόνο πέντε φορές στα δέκα χρόνια που δουλεύει για την εταιρεία. Ο Γουέστμπρουκ έχει έναν τεράστιο όμιλο που αποτελείται από 30 τηλεοπτικά κανάλια, εφημερίδες και περιοδικά και μερικούς εκδοτικούς οίκους. Είναι από τους πιο ισχυρούς άντρες της χώρας, αλλά αποφεύγει τα φώτα της δημοσιότητας και σπάνια απομακρύνεται από το γραφείο του στα κεντρικά του ομίλου, στη Νέα Υόρκη. Για να μπει το αφεντικό στον κόπο να έρθει ως το Σικάγο, δεν ήταν για καλό.  Κάθε μέρα που περνάει και δεν τον βλέπουμε, ενώ ξέρουμε ότι είναι στην πόλη, το άγχος αυξάνεται και η ένταση στο γραφείο έχει χτυπήσει κόκκινο.
«Αν έρθει πώς θα τον αναγνωρίσετε;» γέλασε η Ντάνι. Οι φωτογραφίες του στο ίντερνετ ήταν πολύ παλιές.
«Εγώ ελπίζω να έρθει να μιλήσει στην Κέντρα και έτσι να ενώσω τις κουκκίδες και να καταλάβω ποιος είναι» γέλασα κι εγώ. Ειλικρινά, δεν πίστευα ότι θα γίνει τόσο ανεπίσημα, αλλά δεν ήξερα κιόλας τι λέει το πρωτόκολλο. Λογικά όμως θα έπρεπε να κανονίσει μια μικρή γιορτή και να μας γνωρίσει όλους.
«Εγώ πιστεύω ότι δουλεύει ήδη κρυφά σε κάποιο γραφείο στην εταιρεία και σας παρακολουθεί όλους» με πειράζει η Ντάνι, αλλά δε γελάω. Αυτό λένε και άλλοι συνάδελφοι στο γραφείο. Δε βγαίνει κανείς διάλειμμα και όλοι είμαστε στην τσίτα. Είναι αστείο και τραγικό ταυτόχρονα. Η Κέντρα δεν ανησυχεί, φυσικά. Λέει ότι ο Μάθιου «είναι μια χαρά άνθρωπος».
Τα νύχια μου είναι και πάλι άψογα. Η Ντάνι διάλεξε ένα σκούρο μπλε για να ταιριάζει με το φόρεμα που θα φορέσω αύριο. 

«Ο Πίτερ έχει ένα φίλο και θέλει να βγούμε μαζί και οι τέσσερις» μου λέει η φίλη μου και μου ξεφεύγει μια γκριμάτσα. Μισώ τα στημένα ραντεβού. Γενικά μισώ τα ραντεβού.
«Ξέρεις ότι δε μου αρέσει να βγαίνω με άτομα που δεν ξέρω» της λέω. Το ξέρει ήδη αλλά επιμένει να μου το προτείνει πού και πού. Είναι πολύ ευτυχισμένη με τον Πίτερ. Και σαν σωστή ερωτευμένη, θέλει να δει και τους υπολοίπους έτσι.
«Είσαι νέα κοπέλα και όμορφη. Γιατί να μην είσαι με κάποιον;»
«Όταν χρειάζομαι σεξ το βρίσκω. Δε βλέπω το λόγο να καταπιέζομαι» απαντάω ξερά.
«Δεν είναι όλες οι σχέσεις πιεστικές. Μην κρίνεις από τον Κίραν» λέει και το γνωστό σφίξιμο εγκαθίσταται στο στομάχι μου. «Εχουν περάσει δύο χρόνια και ακόμα μορφάζεις όταν λέω το όνομά του» μου λέει. Ισχύει.
«Όλοι θέλουν να σε αλλάξουν αργά ή γρήγορα» λέω. Δε θέλω να αλλάξω. Δε θέλω να θέλουν να αλλάξω.
«Έχουν περάσει δύο χρόνια» επαναλαμβάνει. Το ξέρω ότι είναι γελοίο, αλλά ακόμα δεν τον έχω ξεχάσει.
«Δεν το σκέφτομαι καν» της λέω ψέματα και ανασηκώνει τα φρύδια. Με ξέρει καλά. «Απλώς δεν έχω εμπιστοσύνη στους άντρες».

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Αντίπαλοι στον Έρωτα/Κεφάλαιο 1

Κεφ1

Η διευθύντριά μου είναι μια τεράστια σκύλα. Δουλεύω μαζί της 13 μήνες και κάθε μέρα είναι πιο δύσκολη από την προηγούμενη. Όποιος έχει δει το «ο Διάβολος φορούσε Πράντα» μάλλον καταλαβαίνει. Όχι απολύτως όμως. Γιατί η δικιά μου δεν ξέρει ότι είναι σκύλα. Μου φέρεται σαν να είμαι σκυλάκι, αλλά ταυτόχρονα επαναλαμβάνει πόσο τυχερή είμαι που δουλεύω στο πλάι της και δείχνει περήφανη κάθε φορά που κάνω κάτι σωστά, λες και εκείνη ευθύνεται για την πρόοδο μου.

Δεν φταίει απόλυτα για την κατάσταση, για να είμαι ειλικρινής. Είχα ένα καλό μυαλό στο σχολείο και οι γονείς μου με πίεζαν να διαβάζω για να μπω σε ένα καλό πανεπιστήμιο. Τελικά σπούδασα διοίκηση επιχειρήσεων και μάρκετινγκ σε ένα κολλέγιο αρκετά καλό, αλλά όχι και φοβερό. Όλοι όσοι έβλεπαν το βιογραφικό μου με ρωτούσαν πού είναι το κολέγιό  μου και ποια ήταν η θέση του στην κατάταξη της χώρας. Όταν έλεγα το νούμερο, μόρφαζαν.
Δυσκολεύτηκα να βρω δουλειά γραφείου, αλλά τώρα που τα κατάφερα δε σκόπευα να τα παρατήσω εύκολα. Πιστεύω στον εαυτό μου και έχω πολλή όρεξη για δουλειά. Δεν έχει σημασία πού σπούδασα, αλλά ότι ήμουν καλή φοιτήτρια και είχα καλές συστατικές από τους καθηγητές μου.  Δεν είχε δικαίωμα να μου λέει να της φτιάξω καφέ, ούτε να μου φωνάζει μπροστά σε τρίτους (αυτό το μισούσα κυριολεκτικά), ούτε να με στέλνει για εξωτερικές δουλειές. Ο ρόλος μου στο γραφείο ήταν να λειτουργώ ως βοηθός σε όλο το τμήμα μάρκετινγκ και όχι να είμαι γραμματέας της διευθύντριας του τμήματος. Αντί να εξυπηρετώ όλο το τμήμα, 15 άτομα για να είμαι ακριβής, καθόμουν σε ένα μικρό κουβούκλιο απέναντι από το τεράστιο γυάλινο γραφείο της και περίμενα τις διαταγές της.

Γενικά είμαι αισιόδοξος και θετικός άνθρωπος αλλά μερικές μέρες με παίρνει από κάτω. Σκέφτομαι ότι θέλω να αποπληρώσω επιτέλους τα φοιτητικά μου δάνεια (ναι, πληρώνω ακόμα το 84ο καλύτερο κολλέγιο της χώρας) και να αγοράσω επιτέλους ένα μικρό αυτοκίνητο για να μπορώ να επισκέπτομαι πιο συχνά τους γονείς μου στην πόλη τους. Θέλω να κάνω πράγματα, να ταξιδέψω, να αφήσω το στίγμα μου στον κόσμο. Αλλά χρειάζομαι λεφτά. Και με μία δουλειά δεν τα βγάζω πέρα. Γι’ αυτό και σήμερα είμαι τόσο χάλια. Εκτός από εκνευρισμένη με τη διευθύντριά μου, η οποία μου ζήτησε να ετοιμάσω μια αναφορά σε μία ώρα, είμαι και νυσταγμένη. Έπεσα για ύπνο στις τρεις και ξύπνησα στις οκτώ. Δύο στρώσεις κονσίλερ και πούδρα και ακόμα φαίνομαι σαν να έχω φάει μπουνιά.
«Μπριάνα, θα έρθεις επιτέλους;» την ακούω να λέει με την τσιριχτή φωνή της και ανατριχιάζω. Έχω έτοιμη την αναφορά, αλλά την αφήνω να περιμένει. Δε θέλω να τα κάνω όλα αμέσως και να κακομαθαίνει. Την κοιτάω μέσα από το τζάμι, σκυμμένη πάνω από χαρτιά. Είναι μόλος 38 χρονών (δηλαδή 10 χρόνια παραπάνω από μένα) αλλά δε χωνεύει την τεχνολογία, λέει, και προτιμά να γράφει τα πάντα παρά να δουλεύει στον υπολογιστή. Έλεος.  

«Όλα έτοιμα» ακουμπάω τον φάκελο στο γραφείο. Την κοιτάω όσο επιθεωρεί το περιεχόμενο. Είναι πολύ εντυπωσιακή. Αποπνέει αυτοπεποίθηση και σιγουριά και οι άντρες το λατρεύουν αυτό. Βγαίνει ραντεβού και όλοι μετά τις στέλνουν ανθοδέσμες και ακριβά δώρα λες και τους έκανε τιμή που βγήκε μαζί τους. Είναι πραγματικά όμορφη. Ψηλή, ξανθιά, με γεμάτα χείλη και πράσινα μάτια. Δε γίνεται να μην την κοιτάξεις. Μόνο εγώ ξέρω όμως πόσο σκύλα είναι. Σκύλα, σκύλα, σκύλα.
«Σίσσυ, μπορώ να επιστρέψω στο γραφείο μου;» τη ρωτάω ανυπόμονα. Της αρέσει να στέκομαι και να περιμένω να διαβάσει 7 σελίδες.
«Περίμενε λίγο. Βιάζεσαι; Μη μου πεις ότι έχεις ραντεβού;» γελάει ξερά και κοιτάει το ρολόι της. Έχω σχολάσει εδώ και μισή ώρα και έχω μια μικρή εκκρεμότητα ακόμα πριν φύγω. Δε βλέπω γιατί  της φαίνεται τόσο αστεία η πιθανότητα να έχω ραντεβού. Φυσικά και δεν έχω, αλλά γιατί είναι αστείο; Εμφανισιακά δεν είμαι υποδεέστερη και σίγουρα είμαι πολύ πιο συμπαθητική σαν χαρακτήρας. Αν έχει εκείνη, μπορώ να έχω κι εγώ.
«Αν είναι να κάνεις θόρυβο, φύγε» λέει μετά από λίγο. Κάνω επίτηδες έναν ήχο με το τακούνι που ξέρω ότι την ενοχλεί. Πιάνει πάντα.

Τακτοποιώ αυτό που είχα να κάνω και παίρνω την τσάντα μου. Πετάω ένα «γεια» στον αέρα και εξαφανίζομαι. Ο παγωμένος αέρας του Νοέμβρη με αναζωογονεί. Δεν έχω σχέδια για το απόγευμά μου. Το πιο πιθανό είναι να γυρίσω σπίτι και να δω ταινίες με τη συγκάτοικο και κολλητή μου, την Ντάνι. Γνωριζόμαστε από το κολέγιο και δεν έχουμε χωρίσει λεπτό από την μέρα που μπήκε στο κοινό μας δωμάτιο στην φοιτητική εστία. Είναι αισθητικός σε ένα σπα και ευτυχώς είναι ευχαριστημένη με τη δουλειά της. Αντίθετα από μένα που βγάζω φωτοτυπίες και στέλνω ευχαριστήριες κάρτες στους μνηστήρες της αυτού μεγαλειότητος Κέντρα Ρόμπινσον.
Μπλοκάρω τις αρνητικές σκέψεις και μπαίνω στο μετρό. Αγνοώ έναν οξύ πόνο στην καρδιά όταν περνάω από τη στάση του, και συνεχίζω ακάθεκτη ανατολικά.




Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Για ρίξτε καμιά ιδέα...
Γραμματέα/αφεντικό κάναμε.
Καθηγητη/μαθητρια κάναμε.
Φτωχόπαιδο/πλούσια κάναμε.
Κακομαθημένη/σωματοφύλακα κάναμε.
Ανήλικα κάναμε.
Απαγορευμένη αγάπη κάναμε.
Τι μου διαφεύγει;

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Κεφάλαιο 50-τέλος

"Νομίζω ότι αυτός ο γάμος ήταν ο καλύτερος" χαμογέλασε η Ινγκριντ ενώ ο Τζάρεντ τήν κρατούσε σφιχτά πάνω του. Χόρευαν ένα αργό βαλς στη μικρή δεξίωση μετά την τελετή.
"Αν θες μπορούμε κάθε χρόνο να κάνουμε μια μικρή γιορτή και να φοράς νυφικό" γέλασε εκείνος. 'Ηξερε πόσο είχε χαρεί την επιλογή του νυφικού αυτή τη φορά.
"Δεν είναι κακή ιδέα. Και να μαζευόμαστε λίγοι και καλοί φίλοι" του είπε, δείχνοντάς του τον θείο της και τα ξαδέρφια της, φίλους τους και από τα δύο νησιά αλλά και από το εξωτερικό. Και φυσικά τους γονείς του. Ναι, είχαν έρθει. Ο πατέρας του είχε πει το αμίμητο "δεν μπορώ να ζητήσω συγγνώμη, γιατί δεν έχω μάθει πώς, αλλά υπόσχομαι να μην ξαναμπλεχτώ στα πόδια σας". Ο Τζάρεντ τη ρώτησε πώς θα ένιωθε αν τον καλούσαν και εκείνη δέχτηκε αμέσως. Η καρδιά της δεν είχε χώρο για μίσος. Ήθελε να βάλει τελεία σε όλο αυτά.
"Σου έχω μια έκπληξη" τη φίλησε εκείνος. "Θέλω να μετακομίσουμε στο δικό μας σπίτι και αγόρασα ένα. Δεν είναι παλάτι, αλλά είναι άνετο. Θέλω να το διακοσμήσεις εσύ και να το γεμίσουμε με δικε΄ς μας αναμνήσεις. Τι λες;" τη ρώτησε. Εκείνη είχε ήδη συγκινηθεί.
"Σου έχω κι εγώ μια έκπληξη" έγλειψε τα χείλη της ντροπαλά. "Είμαι έγκυος".

Ο Τζάρεντ έχασε το βήμα του και κοκάλωσε. Μυριάδες συναισθήματα πέρασαν από το πρόσωπό του αλλά τελικά χαμογέλασε. Πλατιά. και τη σήκωσε στον αέρα. Ολοι σταμάτησαν και τους κοίταξαν!
"Είμαι πολύ ευτυχισμένος μαζί σου. Μου φτάνεις και μου περισσεύεις. Αλλά ένα παιδί θα μας ολοκληρώσει".
"Είσαι σίγουρος ότι είσαι έτοιμος;" τον ρώτησε αγχωμένη.
"Είμαι μαζί σου και αυτό με γεμίζει αυτοπεποίθηση. Θα κάνουμε την πιο όμορφη οικογένεια. Σε αγαπώ πολύ, κορίτσι μου" τη φίλησε.
"Κι εγώ, ζωή μου" ανταπέδωσε κι εκείνη.