Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

κεφάλαιο 21-swiss airlines

Η Ινγκριντ βημάτιζε νευρικά πάνω κάτω στο δωμάτιό της. Ήταν εκνευρισμένη. Ένα σωρό συναισθήματα κόντευαν να την πνίξουν. Είχε αφήσει από το πρωί τρία μηνύματα ότι θέλει να τον δει. Κατά τις πέντε το απόγευμα, την ώρα που τέλειωνε τη δουλειά της, ήρθε ένα μικρό φακελάκι με ένα μήνυμα που έλεγε ότι είναι απασχολημένος και ότι μόλις τελειώσει θα την επισκεφτεί στο δωμάτιό της αν δεν ήταν πολύ αργά. Σίγουρα δεν ήταν το συνηθισμένο ζευγάρι, αλλά όχι να μιλάνε με γραπτά σημειώματα. Όχι σήμερα. Ειδικά όχι σήμερα.

Ευτυχώς είχε τη δουλειά και ήταν απασχολημένη. Έτσι, δεν σκεφτόταν συνεχώς, παρά μόνο όταν ξάπλωνε στο κρεβάτι της μόνη της το βράδυ, ότι κάτι παράξενο την τραβούσε σε εκείνον. Δεν μπορούσε να τον βγάλει από το μυαλό της. Κάθε φορά που τον έβλεπε, με δυσκολία κρατιόταν να μην τον αγγίξει και ήθελε πάντα να είναι περιποιημένη σε περίπτωση εκείνος τη συναντούσε κάπου τυχαία. Πριν από πέντε μέρες είχαν παρευρεθεί στο χορό ενός φιλανθρωπικού σωματείου για παιδιά με αναπηρίες. Είχε διαλέξει με προσοχή ένα μαγευτικό μωβ φόρεμα και είχε φορέσει σέξι γόβες. Τίποτα. Ούτε ένα βλέμμα επιδοκιμασίας. Ένα νεύμα. Ένα κομπλιμέντο. Τίποτα. Μπήκαν στην λιμουζίνα βουβά, πέρασαν δύο ώρες ανταλλάζοντας ευγένειες με ξένους και γύρισαν πίσω στην απόλυτη σιωπή. Είχε να τον δει από τότε. Αν ήταν δυνατόν. Πέντε ολόκληρες μέρες.

«Είσαι μέσα;» τη ρώτησε εκείνος, χτυπώντας την πόρτα και βγάζοντάς τη από τις σκέψεις της. Είχε θυμηθεί τον τρόπο που έλαμπαν τα μάτια του όταν έπαιζε με μερικά παιδιά που ζούσαν στο ίδρυμα που επισκέφτηκαν. Δεν τον είχε ξαναδεί τόσο ξέγνοιαστο. Έπαιξε μαζί τους, έβγαλε φωτογραφίες, άκουσε τα όνειρά τους. Και αυτά όμως τον λάτρεψαν. Ανταποκρίθηκαν στην ειλικρίνειά του με τρόπο μαγικό. Δεν είχε ιδέα ότι έκρυβε μέσα του τόση τρυφερότητα. Ακόμα κι εκείνη, που είχε μεγάλη εμπειρία σε φιλανθρωπικές εμφανίσεις, ένιωθε πολύ άβολα με τα παιδιά. Ένιωθε ενοχές που εκείνη ήταν τόσο προνομιούχα και σπάνια τα πλησίαζε.
«Ναι» του είπε ήρεμα επιθεωρώντας την εμφάνισή της. Φορούσε μια βελουτέ φόρμα και χνουδωτές παντόφλες. Εντάξει, δεν ήταν και το πιο ελκυστικό ρούχο, αλλά δεν ήθελε να φαίνεται ότι τον περίμενε.
«Είσαι…ντυμένη;» ρώτησε εκείνος απ’ έξω. Εκείνη τον διαβεβαίωσε πως ναι και κοίταξε το ρολόι της. Ήταν περασμένες δέκα.
«Τι με ήθελες;» τη ρώτησε, κοιτώντας τη με περιέργεια ανακατεμένη με ανυπομονησία. Έδειχνε καταπονημένος. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και κάθισε σε μια καρέκλα μακριά της.
«Το θεωρείς λογικό να μαθαίνω από το υπηρετικό προσωπικό ότι έχεις γενέθλια;» του είπε σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος. Ήταν έξαλλη. «Ξέρεις πόσο ηλίθια με κάνεις να νιώθω; Μπήκαν όλες σήμερα να μου ευχηθούν και δεν ήξερα τίποτα» συνέχισε.
«Δε σκόπευα να τους το πω. Δεν γιορτάζω ποτέ ιδιαίτερα αυτή τη μέρα. Απλώς έτυχε να μπουν στο δωμάτιο να στρώσουν το κρεβάτι την ώρα που με πήρε η μητέρα μου για χρόνια πολλά».
«Τι εννοείς δεν το γιορτάζεις; Τι σόι πρίγκιπας είσαι εσύ; Εμένα η μέρα των γενεθλίων μου είναι εθνική εορτή. Έρχονται αρχηγοί κρατών και παραθέτουμε δείπνο. Και απελευθερώνουμε ένα περιστέρι για κάθε χρόνο που συμπληρώνω» είπε με στόμφο. Τον είδε να πνίγει ένα χαμόγελο με δυσκολία.
«Τι;» τον ρώτησε.
«Λυπάμαι που τα δικά μου γενέθλια δεν είναι τόσο φαντασμαγορικά».
«Δε γίνεται να μην τα γιορτάζεις! Και πότε θα μου το έλεγες;» τον ρώτησε.
«Ποτέ. Δεν είναι κάτι σημαντικό. Μπορώ να φύγω τώρα;» τη ρώτησε και έκανε να σηκωθεί αλλά εκείνη τον σταμάτησε.
«Οι γονείς σου δεν σου παίρνουν δώρο;»
«Σαν τι; Μου έπαιρναν μέχρι τα 18. Τώρα έχω ό,τι χρειάζομαι».
«Πάντα υπάρχει κάτι» είπε εκείνη. Εκείνος την κοίταξε για λίγο σκεπτικός, αλλά δε μίλησε. Η Ινγκριντ ένιωσε ότι κάτι της διέφευγε.
«Γιατί δε μου το είπες;» επέμεινε.
«Για ποιο λόγο να το κάνω; Και τώρα που το έμαθες;» είπε εκείνος ήρεμα. «Τι έκανες; Με κατηγορείς και δεν μου ευχήθηκες καν» την αποστόμωσε. Η Ινγκριντ έμεινε να τον κοιτάει με το στόμα μισάνοιχτο. Ήταν δυνατόν να είχε ξεχάσει να του ευχηθεί και να πέρασε κατευθείαν στις φωνές; Είχε καταφέρει να γελοιοποιηθεί. Πάλι.
«Τζάρεντ…συγγνώμη» κατέβασε το κεφάλι ντροπιασμένη. «Χρόνια πολλά σου εύχομαι. Να είσαι γερός και ευτυχισμένος» συνέχισε, λες και έλεγε ποίημα στο νηπιαγωγείο και όλο το σχολείο την κοιτούσε. Ακολούθησε απόλυτη. Άκουγε την ανάσα του να πλησιάζει. Ένιωθε τον χτύπο της καρδιάς της. Ξαφνικά εκείνος ακούμπησε το δάχτυλό του στο πηγούνι της και ανασήκωσε το κεφάλι της. Ήταν τόσο κοντά της, αλλά και μακριά ταυτόχρονα. Δεν ήταν δικός της. Όχι ότι ήθελε φυσικά.
«Σε ευχαριστώ» είπε εκείνος ήρεμα. Και το εννοούσε. Το είδε στο βλέμμα του ότι εκτιμούσε την ευχή της παρόλο που βγήκε άκομψα.
«Για πες μου για τα περιστέρια» της είπε χαμογελώντας. Απομακρύνθηκε λίγο και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της. Η Ινγκριντ δεν ήταν σίγουρη ότι το εννοούσε, αλλά αποφάσισε να απαντήσει.
«Φέτος αποφάσισα να μην είναι όλα λευκά, γιατί είναι βαρετό. Και σκέφτηκα να στολίσουμε την κεντρική πλατεία με λουλούδια. Και στην παρέλαση…».
«Υπάρχει και παρέλαση;» γέλασε εκείνος. Η Ινγκριντ ανασήκωσε τα φρύδια.
«Φυσικά! Γίνεται να έχει η βασίλισσα γενέθλια και να μην υπάρχει παρέλαση;» τον ρώτησε σοβαρή. Σε τι σόι βασίλειο είχε μεγαλώσει;
«Δε γίνεται βέβαια!» γέλασε εκείνος.
«Θες να κανονίσω κάτι και για σένα; Τώρα είσαι σύζυγός μου» πρότεινε ενθουσιασμένη εκείνη. Ήταν πολύ όμορφο να γιορτάζεις μαζί με τον λαό σου.
«Δε μου αρέσει να βάζω σε κόπο τόσο κόσμο».
«Με κάνεις να νιώθω πολύ χαζή» είπε εκείνη σκεπτικά.
«Έχεις διαφορετική νοοτροπία. Κι εσύ και όλη η χώρα. Εμείς…εγώ…είμαστε υπηρέτες του κράτους. Όχι το αντίθετο» διευκρίνισε. Η Ινγκριντ δεν είχε σκεφτεί ποτέ κάτι τέτοιο.
«Και εσύ…δε θα γιορτάσεις καθόλου δηλαδή;» τον ρώτησε απλά. Κάθισε δίπλα του στο κρεβάτι, μιας και η μόνη καρέκλα ήταν μακριά του. Εκείνος την κοίταξε και ξεκίνησε να της πει κάτι αλλά σταμάτησε απότομα. Τι να ήταν;
«Υπάρχει κάτι που σου αρέσει να κάνεις;» επέμεινε.
«Υπάρχει κάτι, και βρισκόμαστε στο σωστό δωμάτιο, αλλά φοβάμαι ότι θα φάω τα μούτρα μου» είπε εκείνος χαμηλόφωνα. Η Ινγκριντ ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Πώς το έκανε αυτό; Πώς γυρνούσε κάθε συζήτηση υπέρ του; Αλλά το ερώτημα που τη βασάνιζε ήταν αν ήθελε εκείνη στο κρεβάτι ή κάποια άλλη.
«Εμ…» ψέλλισε. «Κάτι…κάτι άλλο;». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα.
«Αυτό ήθελα».
«Τζάρεντ…».
«Καλά» ξεφύσηξε. «Μου αρέσει και το σκι. Και συνήθως πάω για μερικές μέρες στο βουνό στα γενέθλιά μου. Αλλά τώρα έχουμε ένα νομοσχέδιο που ετοιμάζουμε και πρέπει να τελειοποιήσω μερικά πράγματα σχετικά με τη ζεύξη» της είπε με μια ανάσα. Είχε ξεχαστεί η αμηχανία.
«Αυτό είναι» του είπε εκείνη με ενθουσιασμό. «Αύριο πρωί φεύγουμε για Ελβετία».




2 σχόλια:

  1. Τι έχει να γίνει στα σαλέ,θα λιώσουν τα χιόνια από το πάθος...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. μμμ!!! είναι που δεν ήθελε να τον βλέπει :p

    ΑπάντησηΔιαγραφή