Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

κεφάλαιο 15-πού πας, Τζάρεντ;

15
Η πρώτη αίσθηση ήταν ότι ήταν ευτυχισμένη για κάποιο λόγο. Μια ζεστή αίσθηση οικειότητας. Μετά άνοιξε τα μάτια της, και αντίκρισε έναν πανέμορφο άντρα να κοιμάται δίπλα της. Μια οποιαδήποτε παντρεμένη γυναίκα, θα το είχε θεωρήσει απολύτως φυσιολογικό να ξυπνήσει δίπλα στον άντρα της. Εκείνη, ούρλιαξε.
«Μα τι στο καλό;» ρώτησε εκείνος τρομαγμένος και κοίταξε τριγύρω. Μετά κάρφωσε το βλέμμα του το δικό της διερευνητικά. Ο Τζάρεντ φορούσε φανελάκι και πιτζάμα κανονική, ευτυχώς, και είχε κοιμηθεί πάνω από τα σκεπάσματα. Οπότε δεν τον ακουμπούσε. Αν ήθελε να είναι ακριβής, δεν υπήρχε λόγος να νιώθει έτσι. Αλλά την είχε σοκάρει η ανακάλυψη ότι είχαν κοιμηθεί μαζί.
«Τι κάνεις στο κρεβάτι δίπλα μου;» του επιτέθηκε, ενώ με το χέρι της ίσιωνε νευρικά τα μαλλιά της. Είχε ξεβαφτεί καλά χθες μέσα στον πανικό της ή θύμιζε πάντα;
«Θυμάσαι ότι είχες πυρετό χθες;» είπε εκείνος κοφτά. «Μέσα στον ύπνο σου, παραμιλούσες. Δε με άφησες να φέρω τον γιατρό και φοβήθηκα. Ξάπλωσα δίπλα για να σε προσέχω και πρέπει να αποκοιμήθηκα. Δεν ήταν προσχεδιασμένο» πρόλαβε τις σκέψεις της.
«Μια χαρά είμαι. Δεν ήταν ανάγκη να μπεις σε τόσον κόπο» είπε εκείνη, φανερά εκνευρισμένη. Δεν ένιωθε άνετα, για κάποιο λόγο.
«Να σου θυμίσω ότι κοιμήθηκα πάνω από τα σκεπάσματα. Θα μπορούσαμε να κοιμόμαστε κάθε βράδυ έτσι αν δεν ήσουν μια αχάριστη κακομαθημένη! Με έχεις και κοιμάμαι στον καναπέ και δε διαμαρτυρήθηκα ούτε μία φορά. Και χθες το βράδυ, δεν έκλεισα μάτι μήπως πάθαινες κάτι. Παραμιλούσες, και μάλιστα σε κάποια φάση με φώναξες κιόλας».
«Αποκλείεται» είπε εκείνη με σιγουριά.
«Μάλλον ήσουν σε παραλήρημα. Και εγώ εξεπλάγην. Δεν είναι να πεις…ότι το συνηθίζεις να με καλείς στο κρεβάτι σου».
«Είσαι χυδαίος» του πέταξε εκείνη και έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Έπρεπε να πλύνει τα δόντια της, πρώτα από όλα, και μετά να σουλουπωθεί. Πρώτη φορά την έβλεπε τόσο απεριποίητη. Συνήθως ξυπνούσε αυτός πιο πρωί, έφευγε, και εκείνη είχε χρόνο να περιποιηθεί πριν τον δει.  Την άρπαξε από το χέρι και την ανάγκασε να καθίσει ξανά στο κρεβάτι και να τον κοιτάξει.
«Η συμπεριφορά σου είναι παράλογη. Δεν περίμενα ευχαριστώ, αλλά γιατί κάνεις έτσι;» τη ρώτησε με ειλικρινή απορία.
«Ξύπνησα και σε βρήκα στο κρεβάτι μου. Συγγνώμη κιόλας, αλλά το σοκ ήταν τεράστιο!».
«Και η δυσαρέσκεια προφανώς» είπε εκείνος και στα μάτια του είδε φευγαλέα, κάτι παράξενο. Κάτι που θύμιζε παράπονο. Μάλλον χρειαζόταν έναν καφέ πριν αρχίσει να βγάζει παράλογα συμπεράσματα.
«Με εκμεταλλεύτηκες επειδή ήμουν αβοήθητη!» του φώναξε, και μετά θυμήθηκε ότι είχε κάνει εμετό μπροστά του και τη βοήθησε. Αν ήθελε να είναι αξιοπρεπής, έπρεπε να σταματήσει να τον κατηγορεί. Αλλά για κάποιο λόγο, ήταν ακόμα θυμωμένη, και δεν ήθελε να αποχωριστεί το θυμό της. Ήταν η μόνη άμυνα που είχε, μπροστά σε έναν άντρα που την έκανε να νιώθει τελείως αδύναμη.
«Δεν έχω ανάγκη να καταφεύγω σε τέτοιες λύσεις με τις γυναίκες, Ινγκριντ» της είπε εκείνος ξερά. Δεν είχε καμία όρεξη για τα τερτίπια της και το έβλεπε τώρα. Τον είχε εκνευρίσει. Σηκώθηκε όρθιος και φόρεσε μια ρόμπα. Είχε κρύο. Εκείνη έμεινε στο κρεβάτι και τον κοιτούσε να περπατάει νευρικά. Αυτή ήταν η κατάρα των γυναικών, σκέφτηκε. Ξυπνούσαν πρησμένες, άβαφες, άχρωμες. Και οι άντρες… Εκείνος… ξυπνούσε πιο όμορφος από ποτέ. Όχι ότι αυτό είχε σημασία αυτή τη στιγμή. Προς Θεού. Καμία.
«Αυτό το διασταυρώσαμε χθες το βράδυ» του πέταξε. Εκείνος γρύλισε.
«Νόμιζα ότι το λύσαμε αυτό. Δε θα σε ενοχλήσουν ξανά οι σχέσεις μου. Είναι παράλογο να ζηλεύεις τόσο πολύ, δεδομένου ότι…δε  με θες» της είπε και την άφησε με το στόμα ανοιχτό. Κυριολεκτικά.
«Νομίζεις ότι ζηλεύω;» τον ρώτησε.
«Ε τι κάνεις; Ανέβασες πυρετό από τα νεύρα σου! Γιατί κρυβόμαστε πίσω από  το δάκτυλό μας;» συνέχισε να την πυροβολεί. Και εκείνη το είχε σκεφτεί, αλλά είχε απορρίψει την ιδέα. Πώς τολμούσε να υπονοεί κάτι τόσο τρελό;
«Και ζηλεύω ποιον ακριβώς; Εκείνη ή εσένα;» ρώτησε για να κερδίσει χρόνο.
«Ειλικρινά και εγώ αναρωτιέμαι. Δεν έχεις τίποτα να ζηλέψεις από οποιαδήποτε γυναίκα άρα συμπεραίνω ότι ζήλεψες εμένα» είπε εκείνος ξύνοντας το σαγόνι του. Προφανώς ήταν μπερδεμένος με τις σκέψεις του. Η Ινγκριντ σκέφτηκε ότι είναι ο μόνος άντρας που πετάει τα κομπλιμέντα λες και είναι προσβολές.
«Δε ζηλεύω κανέναν. Απλώς ένιωσα άβολα με την αδιακρισία σου και κάτι με πείραξε στο δείπνο. Δεν καταλαβαίνω γιατί ένιωσες την ανάγκη να κοιμηθείς μαζί μου» του είπε αποφασιστικά.
«Κοιμήθηκα στο κρεβάτι δίπλα σου!» φώναξε εκείνος, δείχνοντας  την αγανάκτησή του ανοιχτά. «Αν κοιμόμουν μαζί σου, θα το καταλάβαινες! Θα το ήθελες! Και δε θα μπορούσες να κουνηθείς τώρα!» της είπε και η Ινγκριντ ένιωσε τα μάγουλά της να καίνε. Πρέπει να είχε κοκκινίσει. Εικόνες πλημμύρισαν το μυαλό της. Σκισμένα ρούχα, τσαλακωμένα σεντόνια, ερεθισμένο δέρμα και εκείνον, μόνο δικό της, για μερικές ώρες. Δεν το ήθελε αυτό όμως. Δεν το ήθελε. Έπρεπε να το επαναλαμβάνει στον εαυτό της ως προσευχή.
«Και περίμενα να είναι πιο ειλικρινής με τον εαυτό σου!» της πέταξε.
«Τι σημαίνει αυτό;» τον ρώτησε, κι ας ήξερε.
«Σημαίνει ότι αρνείσαι τα πάντα, για να κρατήσεις τη μύτη σου ψηλά. Μας πας πάλι στο  μείον δέκα» είπε πικρά.
«Δεν είχα καταλάβει ότι είχαμε κάνει πρόοδο» ειρωνεύτηκε εκείνη. Καμία φορά απορούσε και η ίδια με τον εαυτό της. Γιατί το τραβούσε τόσο στα άκρα; Γιατί κρατούσε τον εγωισμό της με τόσο λυσσαλέο πάθος; Ο άντρας απέναντί της ήταν πιο διαλλακτικός. Υπήρχαν και άλλοι τρόποι να σώσει τον εγωισμό της και να του αποδείξει ότι δε ζήλευε.
«Ήμουν τίμιος απέναντί σου» της είπε εκείνος, αφού την κοίταξε για λίγο. Η Ινγκριντ ένιωσε άβολα κάτω από το βλέμμα του. «Και προφανώς ερμήνευσα τα γεγονότα όπως ήθελα και όχι όπως ήταν».
«Τζάρεντ» προσπάθησε να τον διακόψει αλλά δεν είχε κάτι να του πει.
«Τέλος» είπε εκείνος και σήκωσε την παλάμη του προς το μέρος της. «Νόμιζα ότι εμείς οι δύο θα μπορούσαμε να κάνουμε τη σχέση μας, όχι  κανονικό γάμο, αλλά έστω λειτουργική. Σκέφτηκα ότι δε σου αξίζει αυτό που σου συνέβη και μπορούσα να σου δείξω ένα πιο ήπιο πρόσωπο για να χαλαρώσεις και να…»
«Με λυπήθηκες δηλαδή;» ξεχείλισε η οργή μέσα της. Επειδή της πήρε τη χώρα; Για αυτό τα κομπλιμέντα; Για αυτό η ευγένεια και το διακριτικό φλερτ; Διάολε, διάολε, διάολε. Και τώρα γιατί την κοιτούσε έτσι; Ένιωθε ότι θέλει να τη σκοτώσει. Και κάτι άλλο. Γιατί δεν μπορούσε να τον διαβάσει;

«Τέλος» είπε εκείνος πικρά και εξαφανίστηκε από το δωμάτιο, φορώντας ακόμα τις πιτζάμες του.

2 σχόλια:

  1. Ανθπομονω για το επομενο...πολλα μπραβο 💗💘

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ειναι υπεροχο!! Εχω τρελαθει με αυτη την ιστορια <3 Μπραβο σου <3!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή