Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

κεφάλαιο 13-νεύρα λέμε

13

«Δεν είναι ανάγκη να πάμε, σου το ξαναλέω. Σταμάτα να πηγαινοέρχεσαι. Θα ανοίξεις τρύπες στο πάτωμα» της είπε. Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού, ντυμένος με ένα υφασμάτινο παντελόνι και μονόχρωμο πουκάμισο, και την κοιτούσε. Εκείνη δε γύριζε καν προς το μέρος του.
«Δεν πηγαινοέρχομαι άσκοπα. Ντύνομαι» του είπε απλά, κι ας έβραζε μέσα της. «Ντύνομαι για να συναντήσω την ερωμένη σου. Και αναρωτιέμαι τι πρέπει να φορέσω» κοίταξε την ντουλάπα της. «Τι φοράνε άραγε σε μια τέτοια περίσταση; Τόσα μαθήματα σαβουάρ βιβρ, τόσα μαθήματα στιλ και μόδας. Κανείς δε με προετοίμασε για αυτή την τόσο όμορφη βραδιά» είπε ειρωνικά. Έσταζε δηλητήριο, αλλά δεν την ένοιαζε. Κοπάνησε την πόρτα της ντουλάπας λίγο πιο δυνατά από όσο έπρεπε.
«Σε παρακαλώ, ειλικρινά μπορούμε να…»
«Όχι, θα πάμε» είπε εκείνη αποφασιστικά, προσπαθώντας πιο πολύ να πείσει τον εαυτό της. «Ο πατέρας σου έχει δίκιο. Είναι καλύτερο να μας δούνε και τους τρεις μαζί. Θα κάτσω δίπλα της και θα μας βγάλουν 2-3 φωτογραφίες τάχαμ τυχαία. Ο κόσμος θα πειστεί ότι είμαστε φιλενάδες. Κανείς δε θα ξέρει ότι θα μου λέει πόσο καλός είσαι στο κρεβάτι».
«Μη μιλάς έτσι».
«Λυπάμαι αν σε προκαλώ» είπε εκείνη και γέλασε. Είχε όρεξη να γελάσει. Όλο αυτό που ζούσε ήταν τρελό. Σε μισή ώρα έφευγαν να συναντήσουν την Ιρένε Νίκολσον. Κόρη ενός μεγάλου Αμερικανού κατασκευαστή που είχε αναλάβει εδώ και χρόνια μερικά έργα στην Εστόρια. Η Ιρένε βοηθούσε τον μπαμπά στις επιχειρήσεις του, και όταν βρισκόταν στη χώρα, «εξυπηρετούσε» και τις ανάγκες του πρίγκιπα.

Άραγε τι έπρεπε να φορέσει;  Έβαλε κολόνια και ακούμπησε με φόρα το μπουκάλι στο πάγκο του μπάνιου. Πήρε ένα πινέλο να ξαναβάλει σκιά. Το άφησε νευρικά κάτω. Να φορούσε κάτι σέξι για να μη φανεί υποδεέστερη ή κάτι κλασικό και κομψό για να φανεί ποια είναι η κυρία και ποια είναι η… Διάολε. Δεν είχε τίποτα να φορέσει. Έλεγξε τα μαλλιά της για εκατοστή φορά. Τα είχε πιάσει σε μια σφικτή κοτσίδα και δεν πετούσε ούτε μία τρίχα. Βγήκε φουριόζα από το μπάνιο. Σκόνταψε πάνω σε ένα σανδάλι στο πάτωμα. Το κλώτσησε και χώθηκε κάτι από το κρεβάτι. Θα το έβρισκε μετά. Δεν την ένοιαζε και πολύ.
«Σε παρακαλώ, ας μην το κάνουμε αυτό» είπε εκείνος και έκανε να την πιάσει, αλλά τον έσπρωξε. Κρύφτηκε πίσω από το παραβάν. Φόρεσε ένα φόρεμα αρκετά αποκαλυπτικό και βγήκε πάλι για να δει τον εαυτό της στον ολόσωμο καθρέπτη.
«Αυτό θα φορ…»
«Πάψε» είπε εκείνη και δεν τον άφησε να ολοκληρώσει ποτέ. Δε θα της έλεγε και τι να φορέσει.
«Δε σε έχω ξαναδεί τόσο θυμωμένη» είπε εκείνος. «Σε παρακαλώ να το ξανασκεφτείς και να μην πάμε. Δε θέλω να το περάσεις όλο αυτό» είπε εκείνος.
«Το είδαμε αυτό» του είπε εκείνη και χώθηκε πάλι πίσω από το παραβάν. Πέταξε το φόρεμα που φορούσε στο κρεβάτι. Τίποτα δεν ένιωθε ότι της πάει. Τίποτα δεν της άρεσε.
«Είχαμε συμφωνήσει σε ανοιχτή σχέση και δε θα απολογηθώ. Άλλωστε κι εσύ έχεις το ελεύθερο».
«Δεν μπορώ ούτε να σε ακούω» του είπε εκείνη. Ένιωθε ναυτία. Τι στο καλό είχε ξεσπάσει μέσα της; Τι μανιασμένη φουρτούνα; Τι απελπισία;
Διάλεξε ένα μαύρο μίντι φόρεμα με πολύ απλό κόψιμο, αλλά χαμηλό ντεκολτέ, και απλά μαύρα πέδιλα. Ήταν  η τέλεια λύση. Κομψό, αλλά και σέξι.
Βγήκε ξανά από το παραβάν, κοπανώντας το χέρι της σε μια καρέκλα. Αλλά δεν πόνεσε.
«Αυτό θα φορέσεις;» τη ρώτησε εκείνος όταν την είδε και έχωσε το κεφάλι του μέσα στα χέρια του. Η Ινγριντ έκανε μια γκριμάτσα. Δεν την ένοιαζε αν δεν την ενέκρινε. Άλλωστε δεν την είχε επιλέξει. Εκείνος την ξανακοίταξε φευγαλέα και ξανακατέβασε τα μάτια στο πάτωμα.
«Πάμε;» τον παρότρυνε αλλά εκείνος δε σηκώθηκε. Στεκόταν μπροστά του, όρθια, και εκείνος συνέχισε να είναι καθισμένος.
«Με τιμωρείς. Έτσι δεν είναι; Το φόρεσες αυτό για να με τιμωρήσεις;» τη ρώτησε απλά.
«Δεν καταλαβαίνω τι λες. Εσύ με τιμωρείς. Εσύ μου έχεις καταστρέψει τη ζωή» είπε εκείνη. «Πριν έρθεις εσύ, ήμουν ήρεμη. Είχα τη χώρα μου, είχα ζωή, είχα όρεξη. Τώρα;» ξέφυγε ο τόνος της φωνής της. «Τώρα διαλέγω τι να φορέσω για το δείπνο μου με την γκόμενα του άντρα μου» ξέσπασε. Ήθελε να κλάψει.
«Δεν είναι γκόμενά μου. Δεν έχουμε σχέση σταθερή. Απλώς…»
«Μην το πεις!» φώναξε η Ινγκριντ. Εκείνος σηκώθηκε και της έδωσε το παλτό της. Το είχε κρεμάσει σε μια καρέκλα λίγο πριν.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί θες να πάμε. Είναι εμφανές ότι είσαι αναστατωμένη».
«Να δω τι θα λέμε!» είπε εκείνη. Ειλικρινά αναρωτιόταν.
«Μπορείς να μιλάς μαζί μου» πρότεινε εκείνος.
«Με εσένα νιώθω ακόμα πιο άβολα».
«Και είναι φυσικό αυτό; Είμαι άντρας σου ξέρεις».
«Μόνο στα χαρτιά».
«Αν ήμασταν και αλλού ίσως ένιωθες πιο άνετα» είπε εκείνος νευριασμένος.
«Μου προτείνεις να κάνουμε σεξ για να είμαι πιο άνετη μαζί σου; Προτιμώ να πιω ένα κουτί ηρεμιστικά. Μετά θα δεις πόσο ήρεμη θα είμαι».
«Είσαι απίστευτη» είπε εκείνος έξαλλος, αλλά δεν του έδωσε σημασία.

Βγήκαν μαζί από το δωμάτιο και κατευθύνθηκαν στο ισόγειο. Ο σοφέρ τους περίμενε έξω από την πόρτα σχεδόν. Η Ινγκριντ μπήκε μέσα, αφού εκείνος της άνοιξε την πόρτα.
«Λυπάμαι τα νιάτα μου» είπε εκείνη. «Και τα κορίτσια σε όλο τον κόσμο που θέλουν να γίνουν πριγκίπισσες».
«Δεν καταλαβαίνω» της είπε, όταν το αμάξι ξεκίνησε. Πήγαιναν σε ένα εστιατόριο στο κέντρο της πόλης. Οι παπαράτσι θα έρχονταν κατά τις 22.15 για μερικές φωτό και θα έφευγαν. Τι ωραία που λειτουργούσαν τα ΜΜΕ, σκέφτηκε ειρωνικά.
«Είναι ξεφτίλα όλο αυτό. Μεγάλη ξεφτίλα» είπε. Κοιτούσε έξω από το παράθυρό της, αλλά ένιωθε ότι εκείνος την κοιτούσε. «Και είναι η τελευταία φορά που το κάνω αυτό. Να είσαι πιο διακριτικός στο μέλλον».
«Θα είμαι» της είπε σιγά.

 Το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από ένα πολυτελές εστιατόριο μετά από δέκα λεπτά. Εκείνη έσφιξε παρατεταμένα το χερούλι της πόρτας. Έκανε να ανοίξει, αλλά δίστασε λίγο. Εκείνος είδε την απροθυμία της. Βγήκε από τη λιμουζίνα αποφασιστικά και της άνοιξε την πόρτα απέξω. Πήρε το χέρι της στο δικό του πριν εκείνη προλάβει να αντισταθεί. Και μπήκαν στο μαγαζί.

Έκατσαν σε ένα μικρό τραπέζι σε ένα σεπαρέ και περίμεναν. Όχι για πολύ. Μια μελαχρινή καλλονή με τεράστια μαύρα μάτια και λαμπερά μαλλιά μπήκε στο εστιατόριο και κοίταξε τριγύρω. Όταν τους είδε, πλησίασε χαμογελαστή. Φορούσε ένα μίνι φόρεμα και ψηλές κόκκινες γόβες. Ήταν όμορφη. Και ήξερε να το δείχνει.
«Ποιος στη χάρη σου απόψε» του είπε και τον φίλησε στο μάγουλο άνετα. «Να συνοδεύεσαι από δύο τόσο όμορφες γυναίκες» συνέχισε. Η Ινγκριντ έσφιξε το χέρι που της τέντωσε η κοπέλα λίγο πριν κάτσει δίπλα της.
«Ιρένε».
«Ινγκριντ» είπε εκείνη.
«Σε ξέρω» γέλασε η κοπέλα. «Όλος ο κόσμος σε ξέρει. Και ομολογώ ότι είσαι από κοντά όσο όμορφη είσαι και στα περιοδικά. Χίλια μπράβο, φίλε μου» είπε στον άντρα της παρέας με ένα καυστικό ύφος.
Για λίγο δεν μίλησε κανείς. Διάβασαν φευγαλέα το μενού και παρήγγειλαν φαγητό και ένα κόκκινο κρασί.
«Λυπάμαι για την αναστάτωση» είπε η Ιρένε, ανάλαφρα, λες και μιλούσε για κάποιο πάρτι. «Αλλά αν είμαστε τυχεροί, έντεκα η ώρα θα είμαστε σπίτι μας».
«Για να διευκρινίσω» είπε η Ινγκριντ χαμογελώντας όλο νόημα. «Σε τι συνδυασμό θα επιστρέψουμε;».
Η ατμόσφαιρα πάγωσε αμέσως. Τα πιρούνια του άντρα δίπλα της έπεσαν από τα χέρια του και η όμορφη Ιρένε δάγκωσε τα χείλη της.
«Έχεις γλωσσίτσα βλέπω» της είπε με κακία και η Ινγκριντ χαμογέλασε.
«Για τη δική σου τη γλωσσίτσα δεν ξέρω» της είπε «αλλά μπορώ να ρωτήσω τον άντρα μου» είπε.
«Ινγκριντ, αρκετά» άκουσε μια κοφτή φωνή δίπλα της, αλλά τον αγνόησε.
«Δε φταίω εγώ που δεν μπορείς να τον κρατήσεις» της είπε, αλλά η Ινγκριντ δεν πειράχτηκε. Δεν είχε προσπαθήσει να τον κρατήσει. Δεν είχε αποτύχει. Σωστά;
«Σε δέκα λεπτά, θα έρθουν οι φωτογράφοι» είπε η Ινγκριντ κοιτώντας το ρολόι της. «Και μετά, μπορείς να πας κι εσύ και αυτός στο διάολο. Ή μάλλον, ακόμα καλύτερα, σε κάποιο ξενοδοχείο εδώ κοντά» είπε, ανίκανη να συγκρατήσει τα νεύρα της.
«Πολύ θυμωμένη είναι» είπε η Ιρένε κοιτώντας τον άντρα της παρέας. «Μου είχες πει ότι δε σε γουστάρει καθόλου». Η Ινγκριντ ένιωσε την ανάσα της να κόβεται.
«Έτσι είναι» είπε εκείνος. Και μετά στο τραπέζι απλώθηκε σιωπή.



4 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έχω φάει χοντρό κόλλημα... Τους αγαπώ και τους δύο και θέλω πολυ να στραγγαλισω τον πατερα του. Χαχα. Ανυπομονώ για την συνέχεια!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τελειο κεφαλαιο! Βάσω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τελειο κεφαλαιο ... Επομενο ποτε ?

    ΑπάντησηΔιαγραφή