Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

κεφάλαιο 11-ψώνια

11

Η Ινγκριντ πέρασε τις πύλες του παλατιού κατά τις τέσσερις το απόγευμα. Ήξερε ότι είχε αργήσει πολύ, αλλά βρήκε στο δρόμο της ένα μικρό μαγαζάκι για χειροτεχνίες όπου μερικές γυναίκες είχαν ένα σεμινάριο πλεξίματος. Δεν μπορούσε να χάσει την ευκαιρία. Από μικρή ήθελε να μάθει να πλέκει αλλά οι δικοί της της έλεγαν ότι οι πριγκίπισσες δεν πλέκουν. Πέρασε δύο υπέροχες ώρες με τις κοπέλες εκεί, και έμαθε τα βασικά ώστε να μπορεί να φτιάξει ένα κασκώλ. Αγόρασε μάλιστα και βελόνες και διάφορα χρώματα μαλλί για να μπορεί να ξεκινήσει άμεσα το χόμπι της. Ευτυχώς καμία δεν την είχε αναγνωρίσει.
Χαιρέτισε ευγενικά το προσωπικό που έσπευσε να τη βοηθήσει με τις τσάντες της, αλλά αρνήθηκε τη βοήθειά τους. Αλίμονο. Πέντε τσάντες ήταν. Δεν ήταν ποτέ τέτοια γαλαζοαίματη και δε σκόπευε να γίνει στην Εστόρια. Ανέβηκε τις σκάλες αργά, γνωρίζοντας ότι μπορεί να την περίμενε εκείνος πάνω. Δεν είχε όρεξη να τσακωθεί πάλι μαζί του και είχε περάσει πολύ όμορφα στη βόλτα της. Δεν ήθελε να της το χαλάσει, όπως είχε κάνει και με τόσα άλλα.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και γύρισε το πόμολο. Φυσικά, τον βρήκε μέσα. Καθόταν στο μικρό γραφείο δίπλα στο παράθυρο και έδειχνε να δουλεύει. Μέχρι που την είδε. Και σταμάτησε αυτό που έκανε. Η Ινγκριντ ένιωσε άβολα. Την κοιτούσε απροκάλυπτα, για ατελείωτα δευτερόλεπτα, χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι σκεφτόταν. Ίσως καλύτερα.
«Τι;» ρώτησε εκείνη, νιώθοντας αμηχανία με το διαπεραστικό βλέμμα του. Έδειχνε έκπληκτος. Με τι όμως; Εκείνος την έδειξε από πάνω μέχρι κάτω με τον δείκτη του και έδειξε να δυσκολεύεται να μιλήσει.
«Έχεις…έχεις τζιν;» τη ρώτησε και ανασήκωσε τα φρύδια του. Η Ινγκριντ θύμωσε.
«Φυσικά και έχω τζιν! Είμαι νέα κοπέλα. Τι θες να πεις με αυτό;» τον ρώτησε έξαλλη. Την κορόιδευε; Και κυρίως, μήπως δεν της πήγαινε αυτό που φορούσε;
«Τίποτα, απλώς δε σε έχω ξαναδεί έτσι. Είσαι πάντα τόσο…»
«Τόσο τι; Ηρθα εδώ για να με χλευάσεις;»
«Τόσο ατσαλάκωτη» συνέχισε εκείνος. «Φοράς πάντα τέλεια ρούχα και ένα σωρό κοσμήματα. Και μακιγιάζ. Πάντα είσαι βαμμένη. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ το δέρμα σου. Είναι σοκαριστικό» είπε. Η Ινγκριντ ήθελε να πεθάνει. Ασυναίσθητα έφερε το χέρι στο πρόσωπό της. Τόσο χάλια ήταν; Δεν είχε σπυράκια και είχε λεία επιδερμίδα, αλλά μήπως παραήταν χλωμή; Ίσως, μπορεί και ναι. Ήταν άσχημη; Αυτό της έλεγε; Πρώτη φορά κάποιος υπονοούσε κάτι για την εμφάνισή της. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο ανασφαλής. Από πού είχε ξεφυτρώσει όλο αυτό;
«Κυκλοφόρησα ανώνυμα σήμερα και σκέφτηκα ότι έτσι είναι καλύτερα» είπε η Ινγκριντ. Για κάποιο λόγο, της ερχόταν να κλάψει. Η αλήθεια ήταν ότι σπάνια κυκλοφορούσε ντυμένη τόσο σπορ και άβαφη. Αλλά δεν περίμενε τέτοια αντίδραση.
«Πολύ καλύτερα» είπε εκείνος. Η Ινγκριντ σήκωσε το βλέμμα της και συνάντησε το δικό του. Αυτό που είχε πει, η βραχνάδα στη φωνή του, ο τρόπος που την κοιτούσε… Όχι. Αποκλείεται.
«Λοιπόν» είπε εκείνη αμήχανα και καθάρισε τη φωνή της. «Θα τακτοποιήσω τα ψώνια μου και μετά θέλω να κάνω μπάνιο. Εσύ πότε θα φύγεις;» τον ρώτησε. Ήθελε να κάνει μπάνιο και δεν ένιωθε άνετα να είναι και αυτός στο δωμάτιο.
«Τι ψώνισες;» την ξάφνιασε με την ερώτησή του. Η Ινγκριντ δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.
«Δεν έχεις δουλειά;» τον ρώτησε. «Απόψε είναι η συνάντηση με τους επενδυτές για το τούνελ» του θύμισε. Θα πήγαινε και εκείνη. Και ήξερε πόση προετοιμασία ήταν απαραίτητη για μια τέτοια συνάντηση. Εκείνη κάθε βράδυ πήγαινε για ύπνο κατά τις 11, και εκείνος δούλευε αθόρυβα στον υπολογιστή του μέχρι ξημερώματα.
«Έχω δέκα λεπτά» είπε εκείνος.

«Εσύ ήσουν έξαλλος μέχρι πριν από λίγες ώρες. Τι έπαθες τώρα και θες να σου δείξω τι ψώνισα;».
«Αντέδρασα υπερβολικά, αλλά περίμενα να σε βρω εδώ».
«Θα έπρεπε να σε περιμένω να γυρίσεις σαν καλή σύζυγος και να σε ρωτήσω αν πέρασες καλά το βράδυ σου;» του είπε όλο υπονοούμενο. Εκείνος δεν κουνήθηκε από το θέση του.
«Να δω τι αγόρασες;» επέμεινε. Ήταν φανερό ότι ήθελε να δώσει τέλος στην προηγούμενη ένταση. Έπρεπε να κάνει και αυτή ένα βήμα πίσω.

Του εξήγησε ότι αγόρασε ένα μικρό άρωμα που το έφτιαξε κάποιος μόνο για εκείνη, αλλά δεν της ζήτησε να το μυρίσει. Του έδειξε το μπουκαλάκι απλά. Μετά του είπε για τα μαθήματα πλεξίματος και του έδειξε τα μαλλιά που αγόρασε. Του είπε ότι σκόπευε να ξεκινήσει σύντομα ένα κασκώλ για να μην ξεχάσει την τεχνική. Μετά έβγαλε τα κεριά από τη σακούλα και του είπε ότι της άρεσε ο ήπιος φωτισμός στο δωμάτιο και ήθελε να τα χρησιμοποιήσει μόλις γυρνούσαν στη Γρεδόρα.
«Μυρίζουν βανίλια» του είπε ενθουσιασμένη. «Και μου είπαν ότι αυτό το σχέδιο» του έδειξε το μεταλλικό ρεσώ «είναι παραδοσιακό» τον ενημέρωσε. Εκείνος γέλασε.
«Λες να μην το ξέρω;» τη ρώτησε. Εκείνη κοκκίνισε. Φυσικά. Είχε ξεχάσει με ποιον μιλούσε!
«Ξέρεις τι είναι αυτά τα σχέδια;» τον ρώτησε, κρατώντας το ρεσώ κάτω από το φως, μελετώντας το προσεκτικά. Της άρεσε πολύ. Το είχε ερωτευτεί με το που το είδε.
«Αυτό το σχέδιο λέγεται Φύλλα στο Βοριά. Κάποτε στην Εστόρια είχε φυσήξει ένας δυνατός άνεμος, σαν τυφώνας, και έκανε πολλές καταστροφές. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν για μήνες να επιδιορθώσουν τα σπίτια τους, να βάλουν σε τάξη τις ζωές τους. Και ξαφνικά, μετά από ένα χρόνο, φύσηξε ξανά ένας δυνατός άνεμος, και γέμισε ο ουρανός φύλλα και πέταλα από λουλούδια. Αλλά τίποτα δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Ο λαός είχε δουλέψει σκληρά για τη σταθερότητα. Ένας καλλιτέχνης ζωγράφισε την εικόνα που είχε στο μυαλό του από τα λουλούδια και τα φύλλα στον αέρα. Για όλους εμάς συμβολίζει ότι η σκληρή δουλειά φέρνει σταθερότητα. Και μετά, κανένας κίνδυνος δεν είναι αρκετά μεγάλος».
Η Ινγκριντ έγνεψε. Κατάλαβε. Ήταν μια όμορφη ιστορία. Ήταν ενδεικτική της αγάπης αυτού του λαού για τη χώρα τους. Είχαν πάρει ένα άγονο νησί και το είχαν μετατρέψει σε μια εύρωστη χώρα. Έβαλε τα κεριά στη σακούλα και μετά στη βαλίτσα της. Αν ήξερε ότι ήταν κάτι τόσο παραδοσιακό, ίσως δεν το αγόραζε. Ήταν οξύμωρο να έχει κάτι τόσο «βαρύ» στο δωμάτιό της.
«Με σοκάρει που πέρασες τόσο καλά» είπε εκείνος.
«Εσένα όλα σε σοκάρουν» του πέταξε εκείνη. «Πώς γίνεται να σε σοκάρω; Αφού δε με ξέρεις».
«Θες να σε μάθω;» τη ρώτησε εκείνος απλά. Η Ινγκριντ πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν είχε ιδέα τι έπρεπε να απαντήσει σε αυτό.
«Όχι, δε χρειάζεται. Μην σπαταλάς φαιά ουσία» του είπε τελικά. Καλύτερα να μην την ξέρει, παρά να την ξέρει και να την…αγνοεί.
«Έχω πολλή» γέλασε εκείνος.
«Αφού το λες εσύ» είπε εκείνη, αμφισβητώντας ανοιχτά τη νοημοσύνη του, και εκείνος συνέχισε να γελάει.

Η Ινκριντ τακτοποίησε τα πράγματά της και ξάπλωσε στο κρεβάτι για να ξεκουραστεί. Δεν θα έκανε μπάνιο με εκείνον μέσα στο δωμάτιο.
«Θες να φύγω;» τη ρώτησε εκείνος, αφουγκραζόμενος μάλλον τις σκέψεις της.
«Όχι» του είπε εκείνη, τελείως ενστικτωδώς. Και βυθίστηκε στον ύπνο.


 Αποτέλεσμα εικόνας για candle metallic leaves

1 σχόλιο: