Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

κεφάλαιο 17-προσβόλα





17

Είχε κατεβασμένα τα μάτια του και δεν είδε τους συνεργάτες του να την κοιτάνε με αναμεμειγμένη περιέργεια και περιφρόνηση. Φυσικά. Δεν ήταν κανείς από τη χώρα της. Την αντιπαθούσαν όσο τους αντιπαθούσε. Σηκώθηκαν ωστόσο όλοι. Ένιωσε τα βλέμματά τους να την καίνε. Εκείνος συνέχισε να διαβάζει κάτι από έναν πάκο χαρτιά μπροστά του.
«Πώς μπορώ να βοηθήσω;» τη ρώτησε και όλοι έκατσαν. Η Ινγκρντ ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι στεκόνταν μπροστά σε όλους αυτούς τους άντρες, μέσα σε ένα τόσο επαγγελματικό κλίμα, ξυπόλυτη, άβαφη, με ένα απλό τζιν. Ντράπηκε, αλλά δεν το άφησε να την επηρεάσει. Ούτε αυτό, ούτε τον τρόπο που φτερούγισε η καρδιά της όταν την αποκάλεσε βασίλισσα του.
«Θα ήθελα να παρευρεθώ στις συζητήσεις για τη ζεύξη» είπε αποφασιστικά. Εκείνος την κοίταξε προσεκτικά πριν απαντήσει. Οι άντρες έδειχναν να τα έχουν χαμένα.
«Είναι λίγο δύσκολο να παρακολουθήσεις αυτή τη συζήτηση μιας και έχεις χάσει τις οκτώ προηγούμενες» της είπε σταθερά, με έναν τόνο ουδέτερο, αλλά η Ινγκριντ ήξερε ότι προσπαθούσε να την βάλει στη θέση της.
«Κάποιος πρέπει να εκπροσωπήσει και τη χώρα μου» είπε εκείνη με πιο έκδηλο εκνευρισμό.
«Η χώρα είναι ενιαία πια» της θύμισε. Ένας άντρας, κοντά στην ηλικία τους έβηξε νευρικά. Ήταν φανερό ότι τους είχε διακόψει.
«Πού είναι ο Πάτρικ; Ο θείος μου; Ο Κόλιν;» τον ρώτησε.
«Το επιτελείο σου έχει αναλάβει την μεταρρύθμιση στα θέματα παιδείας. Μήπως είναι φρονιμότερο να τους βοηθήσεις κι εσύ;» πρότεινε εκείνος.
«Θέλω να μείνω εδώ» του είπε εκείνη και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος. Το ήξερε ότι έκανε σαν κακομαθημένο παιδί, αλλά το είχε πάρει απόφαση. Και δε θα άφηνε τίποτα να της σταθεί εμπόδιο.
«Δύο ώρες διάλλειμα» είπε εκείνος παραιτημένος. Οι άντρες τον κοίταξαν σοκαρισμένοι, αλλά δεν εξέφρασαν τη δυσαρέσκεια τους προφορικά. «Μπορείτε να απολαύσετε το γεύμα σας λίγο πιο νωρίς σήμερα και να κάνετε χρήση όλων των υπηρεσιών του παλατιού» τους είπε. «Θέλω να ενημερώσω την μεγαλειοτάτη για τις συζητήσεις μας και συνεχίζουμε με εκείνη παρούσα».
Οι άντρες σηκώθηκαν και με μια ελαφρά υπόκλιση αποχώρησαν από την αίθουσα τάχιστα. Η Ινγκριντ έμεινε μόνη της μαζί του και ξαφνικά ένιωσε πολύ αμήχανα.
«Μήπως θες δέκα λεπτά για να φορέσεις κάτι πιο επαγγελματικό;» την παρότρυνε.
«Θέλω να ενημερωθώ πρώτα και θα ντυθώ σε δύο ώρες παρά δέκα λεπτά από τώρα» του είπε πεισματικά. Εκείνος χαμογέλασε φευγαλέα.
«Θα κρυώσεις» έδειξε τα ξυπόλυτα πόδια της.
«Ε και;» ρώτησε εκείνη.
«Την τελευταία φορά που αρρώστησες δε μας βγήκε σε καλό» της θύμισε. Η Ινγκριντ κοκκίνισε. Ξεφύσηξε απελπισμένη και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Σε δέκα λεπτά επέστρεψε, φορώντας ένα μαύρο φόρεμα και μαύρες μπαλαρίνες. Ήταν ένα απλό σύνολο και πολύ κλασικό.
«Εντάξει τώρα;» τον ρώτησε σαρκαστικά και έκανε ένα γύρο μπροστά του. Εκείνος δεν απάντησε ποτέ, παρόλο που την κοίταξε διεξοδικά.
«Μπορείς να με ενημερώσεις για τη λύση που προτείνεις; Θέλω να μου πεις τα συν και τα πλην κάθε λύσης» τον παρακάλεσε.
«Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ σε δύο ώρες να σου εξηγήσω τι συζητάμε εδώ και βδομάδες. Κι εγώ καλά καλά δεν καταλαβαίνω απόλυτα τις οικονομοτεχνικές μελέτες. Οι συνεργάτες μου είναι δεινοί οικονομολόγοι και πρέπει να έχεις γερά νεύρα για να καταλάβεις τι λένε».
«Πες μου ότι σε νοιάζει να μη βαρεθώ» γέλασε εκείνη, εκφράζοντας τη δυσπιστία της.
«Δε βλέπω το λόγο να το περάσεις όλο αυτό. Σκέφτηκα να σε ενημερώσω λιγάκι εγώ, αλλά αν θες να το παρακάμψεις και να ασχοληθείς με την παιδεία εγώ δεν…»
«Μη μου λες τι να κάνω» του είπε αυστηρά και εκείνος ανακάθισε στην καρέκλα του. «Μου περνάει από το μυαλό ότι θες να με αφήσεις έξω από μια σημαντική απόφαση για να κάνεις ό,τι θες εσύ» του είπε, χωρίς να φιλτράρει λίγο τα λόγια της.
«Είσαι τρελή» είπε εκείνος ρουθουνίζοντας. «Μπαίνεις εδώ μέσα με το έτσι θέλω, μας διακόπτεις και ζητάς να συμμετάσχεις σε κάτι που αγνοείς. Δείξε λίγη σοβαρότητα σε παρακαλώ, και ανάλαβε έναν τομέα στον οποίον να είσαι καλή».
«Σαν ποιον δηλαδή;» ρώτησε εκείνη ειρωνικά.
«Δεν ξέρω…το μακιγιάζ ίσως;» είπε εκείνος σκληρά. Η Ινγκριντ πάνιασε. Ήταν τόσο έντονη η προσβολή, τόσο απότομη, τόσο αναπάντεχη, που ένιωσε σαν να της έδωσε χαστούκι. Δεν της είχε ξαναμιλήσει ποτέ έτσι. Τον κοίταξε για λίγο και πήρε βαθιές ανάσες. Προσπάθησε να μην κλάψει. Προσπάθησε σκληρά και τα κατάφερε. Αλλά δεν μπορούσε να είναι σίγουρη για τη φωνή της. Δε μίλησε. Μόνο κοίταξε το πάτωμα. Δεν της είχε μιλήσει ποτέ κανείς έτσι. Ήταν πάντα σε ένα κουκούλι αγάπης και προστασίας. Πρώτη φορά κάποιος αμφισβητούσε τις ικανότητές της, πρώτη φορά κάποιος της πετούσε κατάμουτρα την περιφρόνησή του. Από τότε που τον παντρεύτηκε είχε καταλάβει ότι δεν εκτιμούσε τη γνώμη της για τα σοβαρά θέματα, αλλά δεν είχε συνειδητοποιήσει μέχρι πριν από μερικά δευτερόλεπτα ότι τη θεωρούσε μια πάνινη κούκλα, ανίκανη να πάρει αποφάσεις πέρα από το κραγιόν και το ρουζ της.
«Ινγκριντ, συγγνώμη, εγώ δεν…»
«Φτάνει» είπε εκείνη απλά. Δεν ήθελε να ακούσει. «Θα μείνω να ενημερωθώ. Θα προσφέρω τη γνώμη μου, και μετά θα σε αφήσω να πάρεις εσύ τις αποφάσεις».
«Ινγκριντ, σε παρακαλώ, άσε με να…»
«Είπα εντάξει» τον διέκοψε ξανά. Δεν ήθελε να ακούσει τη συγγνώμη του. «Μη χάνουμε χρόνο. Εξήγησέ μου» του είπε και κάθισε σε μια καρέκλα απέναντί του.




Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

κεφάλαιο 16- σκληρός



16

«Ο κύριος δείπνησε μόνος του και επέστρεψε στη βιβλιοθήκη. Δείχνει πολύ απασχολημένος» είπε η Λίντια. Επρόκειτο για μια γυναίκα 40 ετών, η οποία εδώ και 10 χρόνια ήταν η πιο έμπιστη καμαριέρα της. Μιλούσαν σχεδόν ανοιχτά για ό,τι την απασχολούσε. Η γυναίκα πρέπει να είχε καταλάβει ότι η σχέση της με τον Τζάρεντ δεν ήταν φυσιολογική, αλλά δεν ήξερε ότι επρόκειτο για συμβόλαιο. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι τόσο αυτή, όσο και το υπόλοιπο προσωπικό είχαν πολύ καλή γνώμη για εκείνον. Συχνά της μετέφεραν το θαυμασμό τους για τις ώρες που δούλευε και το πόσο ευγενικός ήταν μαζί τους κάθε φορά που ζητούσε κάτι. Σπάνια δηλαδή. Συνήθως προτιμούσε να αυτοεξυπηρετείται. Αυτό που την είχε σοκάρει πιο πολύ, δε, ήταν όταν έμαθε ότι ο Τζάρεντ μαγείρευε. Πολλές φορές έμπαινε στην κουζίνα και ετοίμαζε μόνος του το βραδινό του. Την είχε πειράξει όταν το έμαθε. Δεν υπήρχε λόγος και το ήξερε. Αλλά ένιωθε ότι δεν ήξερε τίποτα για εκείνον. Είχε επιμείνει τόσο πολύ στο να τον μισεί, που είχε ίσως αγνοήσει μερικά πράγματα.

«Ναι, είναι» είπε η Ινγκριντ τσιμπολογώντας από το δίσκο που της είχε φέρει στο δωμάτιό της. Άλλοι μαγείρευαν μόνοι τους  και άλλοι έτρωγαν στο κρεβάτι, σκέφτηκε. Μήπως ήταν πιο κακομαθημένη από ό,τι νόμιζε; «Στο τέλος του μήνα πρέπει να αποφασιστεί η ζεύξη των νησιών και θέλει να προωθήσει και κάτι αλλαγές στην παιδεία» είπε. Είχαν γυρίσει από την Εστόρια πριν από ένα μήνα και τον είχε δει ελάχιστα. Στις σύντομες συναντήσεις που είχαν, η επικοινωνία περιοριζόταν σε γρυλίσματα. Κυρίως εκ μέρους του. Είχε μπει μια αόρατη τελεία στη σχέση τους μετά από εκείνο το πρωινό.

«Πάντως όλη η χώρα ξετρελάθηκε με την στέψη» είπε η Λίντια και έσφιξε τα χέρια στο στήθος της ονειροπόλα. Πριν λίγες μέρες είχε λάβει χώρα μια τελετή όπου έγινε και τυπικά η στέψη της σε βασίλισσα. Τα περιοδικά έγραφαν ακόμα για εκείνη και τον Τζάρεντ, για το πόσο ευτυχισμένοι και ερωτευμένοι έδειχναν, για το πόσο αισιόδοξοι ήταν όλοι για το μέλλον τους. Πού να ήξεραν. Πού να ήξεραν ότι την έβλεπε και άλλαζε δρόμο. Πού να ήξεραν ότι την πλησίασε μόνο τρεις φορές κατά τη δεξίωση (ναι, μετρούσε!) και αυτό για να φωτογραφηθεί μαζί της. Κανείς δεν είχε προσέξει ότι δεν είχε χορέψει μαζί της, ενώ εκείνη χόρεψε τόσο με τον Πάτρικ, όσο και με τον θείο της και τον ξάδερφό της. Ήταν όλοι τόσο εύπιστοι, τόσο έτοιμοι να χάψουν το παραμύθι του έρωτα, που ξέχασαν να κοιτάξουν πραγματικά.

«Έχω αρχίσει και τα βαριέμαι αυτά» είπε η Ινγκριντ. Κόντεψε να τρελαθεί για να διαλέξει φόρεμα. Δεκάδες σχεδιαστές της έστειλαν δείγματα, παρακαλώντας τη να διαλέξει τη δική τους δημιουργία. Και μετά, έπρεπε να διαλέξει χτένισμα και κοσμήματα. Φωτογραφήθηκε όσο καμία γαλαζοαίματη. Χαμογελούσε σε κάθε φωτογραφία που της τράβηξαν. Αλλά από μέσα της αναρωτιόταν αν ο άντρας της σκόπευε να της μιλήσει καθόλου όλο το βράδυ. Δε συνέβη. Στάθηκε στωικά στο πλάι της για τις φωτογραφίες φορώντας την επίσημη πριγκιπική του στολή. Αλλά ήταν σαν να έλειπε.
«Μα αυτή είναι η θέση σας» είπε η Λίντια, ανίκανη να συνηθίσει να της μιλάει στον ενικό.
«Η θέση μου είναι στην αίθουσα συνεδριάσεων» είπε εκείνη κοφτά. Είχε εκνευριστεί να την αγνοούν όλοι.
«Μα τότε, γιατί δεν…»
«Προσπάθησα να συμμετάσχω στην απόφαση, αλλά ο Πάτρικ με έπεισε ότι εκείνος εκπροσωπεί τα συμφέροντά μας. Δεν θέλω να τον προσβάλω. Ήταν πάντα πιστός μας σύμβουλος».
«Μπορείτε να συμμετάσχετε στη συζήτηση για τις αλλαγές στην παιδεία. Ξέρω πόσο αγαπάτε τα παιδιά» είπε η Λίντια. Η Ινγκριντ έγνεψε θετικά. Ήταν αλήθεια αυτό. Και είχε πολλές ιδέες. Και είχε αρχίσει να νιώθει δειλά δειλά πιο ισχυρή. Σκόπευε να αξιοποιήσει τις σπουδές της και να βοηθήσει το λαό της. Είχε ανάγκη να κάνει κάτι δημιουργικό. Για να ξεχάσει πόσο μόνη ένιωθε, αλλά και για να νιώσει πιο χρήσιμη. Αλλά ο Τζάρεντ δε θα την ήθελε ανάμεσα στα πόδια του.
«Ο Τζάρεντ δε θα θέλει» είπε η Ινγκριντ. Ήταν ακόμα θυμωμένος μαζί της, μετά από εκείνη την απαίσια μέρα. Και εκείνη ήταν μαζί του θυμωμένη όμως.
«Θα θέλει. Ποιος δε θέλει να περνάει χρόνο μαζί σας;» είπε γλυκά η Λίντια και η Ινγκριντ της χαμογέλασε. Την αγαπούσε ειλικρινά. «Αν του το προτείνετε θα δεχτεί».
«Δεν έχω σκοπό να του ζητήσω την άδεια» είπε η Ινγκριντ και έπιασε τα μαλλιά της σε μια σφικτή κοτσίδα. Σηκώθηκε αποφασισμένη και φόρεσε ένα τζιν και φούτερ. Θα κατέβαινε στον κάτω όροφο και θα τον αντιμετώπιζε. Είχε βαρεθεί να περνάει τη μέρα της στην πισίνα, στο χαμάμ και στα μαγαζιά. Ήθελε να κάνει κάτι δημιουργικό και, κυρίως, ήθελε να βάλει τέλος στην αρρωστημένη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο παλάτι ανάμεσά τους.

Κατέβηκε τα σκαλιά ξυπόλυτη, με ενθουσιασμό και πείσμα μικρού παιδιού. Σκόπευε να του ανακοινώσει την απόφασή της να βοηθήσει, χωρίς να του αφήσει περιθώριο να αντιδράσει. Αν της έλεγε όχι, θα του θύμιζε το ρόλο της και θα του…
Μπούκαρε στην αίθουσα συνεδριάσεων χωρίς να χτυπήσει. Αυτό που βρήκε μέσα δεν ήταν ακριβώς αυτό που περίμενε.
«Συγνώμη…δεν ήξερα» είπε, με γουρλωμένα τα μάτια. Εκτός από τον Τζάρεντ, που μαγνήτισε αμέσως το βλέμμα της, άλλα εφτά ζευγάρια μάτια στύλωσαν το βλέμμα τους πάνω της. Ήταν όλοι άγνωστοι. Προφανώς ήταν όλοι από την Εστόρια. Είχε διακόψει μια επίσημη συνεδρίαση. Ωραία, σκέφτηκε. Άντε να τους πείσει ότι ήταν σοβαρή.
«Όρθιοι» είπε κοφτά ο Τζάρεντ, όταν οι άντρες δεν κουνηθήκαν από τη θέση τους, αδιαφορώντας ή αγνοώντας ποια ήταν ίσως.
«Είναι η βασίλισσα μου» συμπλήρωσε ο άντρας της και κατέβασε το βλέμμα του στα χαρτιά του.


Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

κεφάλαιο 15-πού πας, Τζάρεντ;

15
Η πρώτη αίσθηση ήταν ότι ήταν ευτυχισμένη για κάποιο λόγο. Μια ζεστή αίσθηση οικειότητας. Μετά άνοιξε τα μάτια της, και αντίκρισε έναν πανέμορφο άντρα να κοιμάται δίπλα της. Μια οποιαδήποτε παντρεμένη γυναίκα, θα το είχε θεωρήσει απολύτως φυσιολογικό να ξυπνήσει δίπλα στον άντρα της. Εκείνη, ούρλιαξε.
«Μα τι στο καλό;» ρώτησε εκείνος τρομαγμένος και κοίταξε τριγύρω. Μετά κάρφωσε το βλέμμα του το δικό της διερευνητικά. Ο Τζάρεντ φορούσε φανελάκι και πιτζάμα κανονική, ευτυχώς, και είχε κοιμηθεί πάνω από τα σκεπάσματα. Οπότε δεν τον ακουμπούσε. Αν ήθελε να είναι ακριβής, δεν υπήρχε λόγος να νιώθει έτσι. Αλλά την είχε σοκάρει η ανακάλυψη ότι είχαν κοιμηθεί μαζί.
«Τι κάνεις στο κρεβάτι δίπλα μου;» του επιτέθηκε, ενώ με το χέρι της ίσιωνε νευρικά τα μαλλιά της. Είχε ξεβαφτεί καλά χθες μέσα στον πανικό της ή θύμιζε πάντα;
«Θυμάσαι ότι είχες πυρετό χθες;» είπε εκείνος κοφτά. «Μέσα στον ύπνο σου, παραμιλούσες. Δε με άφησες να φέρω τον γιατρό και φοβήθηκα. Ξάπλωσα δίπλα για να σε προσέχω και πρέπει να αποκοιμήθηκα. Δεν ήταν προσχεδιασμένο» πρόλαβε τις σκέψεις της.
«Μια χαρά είμαι. Δεν ήταν ανάγκη να μπεις σε τόσον κόπο» είπε εκείνη, φανερά εκνευρισμένη. Δεν ένιωθε άνετα, για κάποιο λόγο.
«Να σου θυμίσω ότι κοιμήθηκα πάνω από τα σκεπάσματα. Θα μπορούσαμε να κοιμόμαστε κάθε βράδυ έτσι αν δεν ήσουν μια αχάριστη κακομαθημένη! Με έχεις και κοιμάμαι στον καναπέ και δε διαμαρτυρήθηκα ούτε μία φορά. Και χθες το βράδυ, δεν έκλεισα μάτι μήπως πάθαινες κάτι. Παραμιλούσες, και μάλιστα σε κάποια φάση με φώναξες κιόλας».
«Αποκλείεται» είπε εκείνη με σιγουριά.
«Μάλλον ήσουν σε παραλήρημα. Και εγώ εξεπλάγην. Δεν είναι να πεις…ότι το συνηθίζεις να με καλείς στο κρεβάτι σου».
«Είσαι χυδαίος» του πέταξε εκείνη και έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Έπρεπε να πλύνει τα δόντια της, πρώτα από όλα, και μετά να σουλουπωθεί. Πρώτη φορά την έβλεπε τόσο απεριποίητη. Συνήθως ξυπνούσε αυτός πιο πρωί, έφευγε, και εκείνη είχε χρόνο να περιποιηθεί πριν τον δει.  Την άρπαξε από το χέρι και την ανάγκασε να καθίσει ξανά στο κρεβάτι και να τον κοιτάξει.
«Η συμπεριφορά σου είναι παράλογη. Δεν περίμενα ευχαριστώ, αλλά γιατί κάνεις έτσι;» τη ρώτησε με ειλικρινή απορία.
«Ξύπνησα και σε βρήκα στο κρεβάτι μου. Συγγνώμη κιόλας, αλλά το σοκ ήταν τεράστιο!».
«Και η δυσαρέσκεια προφανώς» είπε εκείνος και στα μάτια του είδε φευγαλέα, κάτι παράξενο. Κάτι που θύμιζε παράπονο. Μάλλον χρειαζόταν έναν καφέ πριν αρχίσει να βγάζει παράλογα συμπεράσματα.
«Με εκμεταλλεύτηκες επειδή ήμουν αβοήθητη!» του φώναξε, και μετά θυμήθηκε ότι είχε κάνει εμετό μπροστά του και τη βοήθησε. Αν ήθελε να είναι αξιοπρεπής, έπρεπε να σταματήσει να τον κατηγορεί. Αλλά για κάποιο λόγο, ήταν ακόμα θυμωμένη, και δεν ήθελε να αποχωριστεί το θυμό της. Ήταν η μόνη άμυνα που είχε, μπροστά σε έναν άντρα που την έκανε να νιώθει τελείως αδύναμη.
«Δεν έχω ανάγκη να καταφεύγω σε τέτοιες λύσεις με τις γυναίκες, Ινγκριντ» της είπε εκείνος ξερά. Δεν είχε καμία όρεξη για τα τερτίπια της και το έβλεπε τώρα. Τον είχε εκνευρίσει. Σηκώθηκε όρθιος και φόρεσε μια ρόμπα. Είχε κρύο. Εκείνη έμεινε στο κρεβάτι και τον κοιτούσε να περπατάει νευρικά. Αυτή ήταν η κατάρα των γυναικών, σκέφτηκε. Ξυπνούσαν πρησμένες, άβαφες, άχρωμες. Και οι άντρες… Εκείνος… ξυπνούσε πιο όμορφος από ποτέ. Όχι ότι αυτό είχε σημασία αυτή τη στιγμή. Προς Θεού. Καμία.
«Αυτό το διασταυρώσαμε χθες το βράδυ» του πέταξε. Εκείνος γρύλισε.
«Νόμιζα ότι το λύσαμε αυτό. Δε θα σε ενοχλήσουν ξανά οι σχέσεις μου. Είναι παράλογο να ζηλεύεις τόσο πολύ, δεδομένου ότι…δε  με θες» της είπε και την άφησε με το στόμα ανοιχτό. Κυριολεκτικά.
«Νομίζεις ότι ζηλεύω;» τον ρώτησε.
«Ε τι κάνεις; Ανέβασες πυρετό από τα νεύρα σου! Γιατί κρυβόμαστε πίσω από  το δάκτυλό μας;» συνέχισε να την πυροβολεί. Και εκείνη το είχε σκεφτεί, αλλά είχε απορρίψει την ιδέα. Πώς τολμούσε να υπονοεί κάτι τόσο τρελό;
«Και ζηλεύω ποιον ακριβώς; Εκείνη ή εσένα;» ρώτησε για να κερδίσει χρόνο.
«Ειλικρινά και εγώ αναρωτιέμαι. Δεν έχεις τίποτα να ζηλέψεις από οποιαδήποτε γυναίκα άρα συμπεραίνω ότι ζήλεψες εμένα» είπε εκείνος ξύνοντας το σαγόνι του. Προφανώς ήταν μπερδεμένος με τις σκέψεις του. Η Ινγκριντ σκέφτηκε ότι είναι ο μόνος άντρας που πετάει τα κομπλιμέντα λες και είναι προσβολές.
«Δε ζηλεύω κανέναν. Απλώς ένιωσα άβολα με την αδιακρισία σου και κάτι με πείραξε στο δείπνο. Δεν καταλαβαίνω γιατί ένιωσες την ανάγκη να κοιμηθείς μαζί μου» του είπε αποφασιστικά.
«Κοιμήθηκα στο κρεβάτι δίπλα σου!» φώναξε εκείνος, δείχνοντας  την αγανάκτησή του ανοιχτά. «Αν κοιμόμουν μαζί σου, θα το καταλάβαινες! Θα το ήθελες! Και δε θα μπορούσες να κουνηθείς τώρα!» της είπε και η Ινγκριντ ένιωσε τα μάγουλά της να καίνε. Πρέπει να είχε κοκκινίσει. Εικόνες πλημμύρισαν το μυαλό της. Σκισμένα ρούχα, τσαλακωμένα σεντόνια, ερεθισμένο δέρμα και εκείνον, μόνο δικό της, για μερικές ώρες. Δεν το ήθελε αυτό όμως. Δεν το ήθελε. Έπρεπε να το επαναλαμβάνει στον εαυτό της ως προσευχή.
«Και περίμενα να είναι πιο ειλικρινής με τον εαυτό σου!» της πέταξε.
«Τι σημαίνει αυτό;» τον ρώτησε, κι ας ήξερε.
«Σημαίνει ότι αρνείσαι τα πάντα, για να κρατήσεις τη μύτη σου ψηλά. Μας πας πάλι στο  μείον δέκα» είπε πικρά.
«Δεν είχα καταλάβει ότι είχαμε κάνει πρόοδο» ειρωνεύτηκε εκείνη. Καμία φορά απορούσε και η ίδια με τον εαυτό της. Γιατί το τραβούσε τόσο στα άκρα; Γιατί κρατούσε τον εγωισμό της με τόσο λυσσαλέο πάθος; Ο άντρας απέναντί της ήταν πιο διαλλακτικός. Υπήρχαν και άλλοι τρόποι να σώσει τον εγωισμό της και να του αποδείξει ότι δε ζήλευε.
«Ήμουν τίμιος απέναντί σου» της είπε εκείνος, αφού την κοίταξε για λίγο. Η Ινγκριντ ένιωσε άβολα κάτω από το βλέμμα του. «Και προφανώς ερμήνευσα τα γεγονότα όπως ήθελα και όχι όπως ήταν».
«Τζάρεντ» προσπάθησε να τον διακόψει αλλά δεν είχε κάτι να του πει.
«Τέλος» είπε εκείνος και σήκωσε την παλάμη του προς το μέρος της. «Νόμιζα ότι εμείς οι δύο θα μπορούσαμε να κάνουμε τη σχέση μας, όχι  κανονικό γάμο, αλλά έστω λειτουργική. Σκέφτηκα ότι δε σου αξίζει αυτό που σου συνέβη και μπορούσα να σου δείξω ένα πιο ήπιο πρόσωπο για να χαλαρώσεις και να…»
«Με λυπήθηκες δηλαδή;» ξεχείλισε η οργή μέσα της. Επειδή της πήρε τη χώρα; Για αυτό τα κομπλιμέντα; Για αυτό η ευγένεια και το διακριτικό φλερτ; Διάολε, διάολε, διάολε. Και τώρα γιατί την κοιτούσε έτσι; Ένιωθε ότι θέλει να τη σκοτώσει. Και κάτι άλλο. Γιατί δεν μπορούσε να τον διαβάσει;

«Τέλος» είπε εκείνος πικρά και εξαφανίστηκε από το δωμάτιο, φορώντας ακόμα τις πιτζάμες του.

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

κεφάλαιο 14-εσείς τι καταλάβατε;

Η σιωπή μέσα στη λιμουζίνα ήταν σχεδόν εκκωφαντική. Μόνο το γκάζι του σωφέρ έσπαγε πού και πού την απόλυτη ηρεμία. Και ένα ενοχλητικό μονότονο τραγούδι που έπαιζε σε χαμηλή ένταση μέσα στην καμπίνα. Ο καθένας είχε πιάσει από μία γωνία και κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Η Ινγκριντ ήταν απορροφημένη στις σκέψεις της και το ίδιο έδειχνε και εκείνος. Εντάξει, είχε παραφερθεί ίσως λιγάκι, αλλά δεν άντεχε τη «χαρούμενη» ατμόσφαιρα. Αν δεν βούλωνε το στόμα της Ιρένε, θα κατέληγαν να λένε τι κάνουν στο κρεβάτι και να γελάνε σαν φιλενάδες. Η ναυτία που την είχε πιάσει το απόγευμα, επανήλθε δριμύτερη. Σιχαινόταν τον εαυτό της αυτή τη στιγμή. Σιχαινόταν τον τρόπο με τον οποίο το σώμα της αντιδρούσε σε κάτι που δεν έπρεπε να την επηρεάζει καν. Σε κάτι στο οποίο είχε συμφωνήσει. Ήθελε να βάλει τα κλάματα. Σκεφτόταν όλες αυτές τις κοπέλες που ονειρεύονταν να γίνουν πριγκίπισσες. Αυτή ήταν αληθινή πριγκίπισσα, και είχε παντρευτεί έναν αληθινό πρίγκιπα. Μόνο που δεν υπήρχε έρωτας, παρά μόνο ένα συμβόλαιο. Και πολλές πολλές γκόμενες στην ατζέντα του πρίγκιπα. Σέξι γκόμενες. Γυναίκες που την έκαναν να νιώθει τελείως άχρωμη, τελείως άπειρη, τελείως αδιάφορη.

Η λιμουζίνα σταμάτησε έξω από το παλάτι και την έβγαλε από τις σκέψεις τις. Εκείνος πετάχτηκε και της άνοιξε την πόρτα. Η Ινγκριντ βγήκε, αλλά δεν τον περίμενε. Ορμησε στο εσωτερικό, χαιρέτισε με ένα βιαστικό νεύμα τις κοπέλες που καθάριζαν τον κάτω όροφο, και σχεδόν τρέχοντας στον πάνω όροφο, χώθηκε στο δωμάτιό τους. Αύριο ευτυχώς έφευγαν και επέστρεφαν στην Γρεδόρα. Επιτέλους θα είχαν δικά ξεχωριστά δωμάτια και δε θα έπρεπε να τον βλέπει συνέχεια.

Εκείνος ακολούθησε πέντε βήματα πίσω. Έκλεισε την πόρτα πίσω του με φόρα και ξεντύθηκε στο μπάνιο. Βγήκε μετά από ελάχιστα λεπτά φορώντας το εσώρουχό του. Η Ινγκριντ τον είδε και κοκάλωσε. Πρώτη φορά τον έβλεπε μισόγυμνο. Τον είχε ξαναδεί, κρυφοκοιτώντας πάντα. Αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε να στέκεται μπροστά της φορώντας τόσο λίγα. Εκείνη φορούσε ένα φανελάκι και ένα σορτς, είχε ξελύσει τα μαλλιά της και περίμενε να μπει στο μπάνιο όταν αντίκρισε το θέαμα. Κατέβασε τα μάτια στο πάτωμα.
«Τέλειωσες;» τον ρώτησε, ελπίζοντας να μην είχε κοκκινίσει. «Μπορώ να μπω;» τραύλισε σχεδόν, σοκαρισμένη από το μοναδικό θέαμα.
«Έλεγα να κάνω ντους, αλλά μπες πρώτη» της είπε εκείνος, σταυρώνοντας τα χέρια του στο στήθος, απόλυτα άνετα, λες και ήταν ντυμένος. Σίγουρα ήξερε πόσο πολύ επηρέαζε τις γυναίκες. Μόνο που αυτή είχε ένα μικρό προβληματάκι αυτή τη στιγμή.
«Τι στο…» τον άκουσε να λέει όταν την είδε να τρέχει πανικόβλητη στην τουαλέτα και να σωριάζεται πάνω στη λεκάνη, κάνοντας εμετό. Όλο της το κορμί τρανταζόταν, ενώ προσπαθούσε να ελέγξει τα κύματα που την τάραζαν. Άδικα. Δεν μπορούσε να σταματήσει. Ένιωσε τα χέρια του να την αγκαλιάζουν από πίσω και το ζεστό κορμί του να προσπαθεί να την προστατεύσει από τον ίδιο της τον εαυτό.
«Μη με αγγίζεις» του ούρλιαξε, ενώ προσπαθούσε να ηρεμήσει, ανασαίνοντας με δυσκολία. Εκείνος της μάζεψε τα μαλλιά πίσω, κρατώντας την κοτσίδα της με την μπουνιά του. Τη βοήθησε να ανασηκωθεί. Δεν μπορούσε να σταθεί.
«Τι στο καλό έχει συμβεί;» τη ρώτησε. «Σε πείραξε κάτι;».
«Μάλλον» είπε εκείνη. Αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν το φαγητό. Διάολε, είχε μπλέξει για τα καλά.
«Τζάρεντ, άσε με ήσυχη για λίγο» τον παρακάλεσε. Εκείνος την κοίταξε για λίγο, σαν χαμένος.
«Πρώτη φορά λες το όνομά μου» ψέλλισε εκείνος, σοκαρισμένος. Ήταν αλήθεια. Πάντα του μιλούσε χωρίς ουσιαστικά να του απευθύνεται.
«Άσε με μόνη» επέμεινε εκείνη ντροπαλά. Είχε κάνει εμετό μπροστά του. Ωραία. Πόσο σέξι. Εκείνος σεβάστηκε την επιθυμία της και έκλεισε την πόρτα πίσω του απαλά. Η Ινγκριντ έκανε ένα γρήγορο ντους και ξεβάφτηκε, προσπαθώντας να ξεχάσει την αίσθηση των χεριών του πάνω της.
«Είμαι απέξω. Είσαι καλά;» τη ρώτησε εκείνος καναδυο φορές. Η αλήθεια είναι ότι είχε αργήσει λίγο. Απλά φοβόταν να τον αντιμετωπίσει. Βγήκε δειλά, κοιτώντας πιστά το πάτωμα.

 
«Μπορείς να μπεις» του είπε εκείνη και κατευθύνθηκε στο κρεβάτι της τυλιγμένη με ένα αφράτο μπουρνούζι. Έπρεπε να αλλάξει πιτζάμες και να χτενιστεί. Αλλά δεν είχε κουράγιο. Ένιωθε έτοιμη να λιποθυμήσει. Μήπως ήταν άρρωστη; Ήλπιζε να είναι αυτό.
Μισή ώρα μετά, εκείνη βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, φορώντας ένα  και εκείνος περιφερόταν στο δωμάτιο άσκοπα. Όλο κάτι έκανε. Η Ινγκριντ είχε ζαλιστεί.
«Θα ήθελα να ξεκουραστώ λιγάκι» του είπε κοφτά. «Με έχεις τρελάνει πάνω κάτω».

«Συγγνώμη που είμαι λίγο νευρικός, αλλά δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει» της είπε έντονα και την κοίταξε. Τώρα φορούσε φόρμα και φανέλα. Πόσο κρίμα. Είχε ένα κορμί που άξιζε να απαθανατιστεί από κάποιον γλύπτη. Θα έπρεπε να κυκλοφορεί γυμνός.
«Έχω πονοκέφαλο. Τι θες να πούμε;» είπε εκείνη. Δεν ήξερε τι να απαντήσει.
«Δεν θες να πούμε τίποτα δηλαδή;» εκνευρίστηκε εκείνος.
«Όχι, τίποτα» επέμεινε εκείνη.
«Είσαι δειλή» την προκάλεσε.
«Άσε με ήσυχη» του είπε και κουκουλώθηκε με την κουβέρτα της. «Νομίζω ότι έχω πυρετό».

«Πυρετό; Πάω να φωνάξω τον βασιλικό γιατρό» της είπε και εκείνη τον σταμάτησε.
«Ποιον;» γέλασε, παρά την απελπισία της.
«Τον βασιλικό γιατρό» είπε εκείνος φυσικά. «Εσείς δεν έχετε;»
«Όχι!»
«Και τι κάνετε όταν αρρωσταίνετε;»
«Φωνάζουμε κάποιον. Δεν μένει μέσα στο παλάτι» συνέχισε εκείνη να γελάει με το σοκαρισμένο βλέμμα του.
«Εμάς μένει εδώ. Είναι πολύ βολικό» είπε ενθουσιασμένος σαν παιδί. «Πάω να τον φωνάξω».
«Τζάρεντ, σταμάτα!» του είπε πάλι, απολαμβάνοντας τη γεύση του ονόματός του στο στόμα της. «Απλώς είμαι λίγο άρρωστη. Αύριο θα είμαι καλά» τον διαβεβαίωσε.

Εκείνος έδειχνε αναποφάσιστος, αλλά τελικά άφησε το χερούλι. Κάθισε στον καναπέ και την κοίταξε. «Κοιμήσου εσύ» της είπε ήρεμα. «Εγώ θα σε έχω στο νου μου».
«Δεν θα μπορέσω να κοιμηθώ αν με κοιτάς» σούφρωσε εκείνη τα χείλη της. Εκείνος της χαμογέλασε απλά. Αλλά όλο νόημα. Τι σήμαινε αυτό; Αυτό που νόμιζε;

«Είμαι σίγουρος ότι θα μπορέσεις» είπε εκείνος και γύρισε το κεφάλι του από την άλλη. Η Ινγκριντ όμως, λίγο πριν χαμηλώσει το φως στο πορτατίφ του κομοδίνου της, θα ορκιζόταν ότι τον είδε να κοκκινίζει. 

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

κεφάλαιο 13-νεύρα λέμε

13

«Δεν είναι ανάγκη να πάμε, σου το ξαναλέω. Σταμάτα να πηγαινοέρχεσαι. Θα ανοίξεις τρύπες στο πάτωμα» της είπε. Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού, ντυμένος με ένα υφασμάτινο παντελόνι και μονόχρωμο πουκάμισο, και την κοιτούσε. Εκείνη δε γύριζε καν προς το μέρος του.
«Δεν πηγαινοέρχομαι άσκοπα. Ντύνομαι» του είπε απλά, κι ας έβραζε μέσα της. «Ντύνομαι για να συναντήσω την ερωμένη σου. Και αναρωτιέμαι τι πρέπει να φορέσω» κοίταξε την ντουλάπα της. «Τι φοράνε άραγε σε μια τέτοια περίσταση; Τόσα μαθήματα σαβουάρ βιβρ, τόσα μαθήματα στιλ και μόδας. Κανείς δε με προετοίμασε για αυτή την τόσο όμορφη βραδιά» είπε ειρωνικά. Έσταζε δηλητήριο, αλλά δεν την ένοιαζε. Κοπάνησε την πόρτα της ντουλάπας λίγο πιο δυνατά από όσο έπρεπε.
«Σε παρακαλώ, ειλικρινά μπορούμε να…»
«Όχι, θα πάμε» είπε εκείνη αποφασιστικά, προσπαθώντας πιο πολύ να πείσει τον εαυτό της. «Ο πατέρας σου έχει δίκιο. Είναι καλύτερο να μας δούνε και τους τρεις μαζί. Θα κάτσω δίπλα της και θα μας βγάλουν 2-3 φωτογραφίες τάχαμ τυχαία. Ο κόσμος θα πειστεί ότι είμαστε φιλενάδες. Κανείς δε θα ξέρει ότι θα μου λέει πόσο καλός είσαι στο κρεβάτι».
«Μη μιλάς έτσι».
«Λυπάμαι αν σε προκαλώ» είπε εκείνη και γέλασε. Είχε όρεξη να γελάσει. Όλο αυτό που ζούσε ήταν τρελό. Σε μισή ώρα έφευγαν να συναντήσουν την Ιρένε Νίκολσον. Κόρη ενός μεγάλου Αμερικανού κατασκευαστή που είχε αναλάβει εδώ και χρόνια μερικά έργα στην Εστόρια. Η Ιρένε βοηθούσε τον μπαμπά στις επιχειρήσεις του, και όταν βρισκόταν στη χώρα, «εξυπηρετούσε» και τις ανάγκες του πρίγκιπα.

Άραγε τι έπρεπε να φορέσει;  Έβαλε κολόνια και ακούμπησε με φόρα το μπουκάλι στο πάγκο του μπάνιου. Πήρε ένα πινέλο να ξαναβάλει σκιά. Το άφησε νευρικά κάτω. Να φορούσε κάτι σέξι για να μη φανεί υποδεέστερη ή κάτι κλασικό και κομψό για να φανεί ποια είναι η κυρία και ποια είναι η… Διάολε. Δεν είχε τίποτα να φορέσει. Έλεγξε τα μαλλιά της για εκατοστή φορά. Τα είχε πιάσει σε μια σφικτή κοτσίδα και δεν πετούσε ούτε μία τρίχα. Βγήκε φουριόζα από το μπάνιο. Σκόνταψε πάνω σε ένα σανδάλι στο πάτωμα. Το κλώτσησε και χώθηκε κάτι από το κρεβάτι. Θα το έβρισκε μετά. Δεν την ένοιαζε και πολύ.
«Σε παρακαλώ, ας μην το κάνουμε αυτό» είπε εκείνος και έκανε να την πιάσει, αλλά τον έσπρωξε. Κρύφτηκε πίσω από το παραβάν. Φόρεσε ένα φόρεμα αρκετά αποκαλυπτικό και βγήκε πάλι για να δει τον εαυτό της στον ολόσωμο καθρέπτη.
«Αυτό θα φορ…»
«Πάψε» είπε εκείνη και δεν τον άφησε να ολοκληρώσει ποτέ. Δε θα της έλεγε και τι να φορέσει.
«Δε σε έχω ξαναδεί τόσο θυμωμένη» είπε εκείνος. «Σε παρακαλώ να το ξανασκεφτείς και να μην πάμε. Δε θέλω να το περάσεις όλο αυτό» είπε εκείνος.
«Το είδαμε αυτό» του είπε εκείνη και χώθηκε πάλι πίσω από το παραβάν. Πέταξε το φόρεμα που φορούσε στο κρεβάτι. Τίποτα δεν ένιωθε ότι της πάει. Τίποτα δεν της άρεσε.
«Είχαμε συμφωνήσει σε ανοιχτή σχέση και δε θα απολογηθώ. Άλλωστε κι εσύ έχεις το ελεύθερο».
«Δεν μπορώ ούτε να σε ακούω» του είπε εκείνη. Ένιωθε ναυτία. Τι στο καλό είχε ξεσπάσει μέσα της; Τι μανιασμένη φουρτούνα; Τι απελπισία;
Διάλεξε ένα μαύρο μίντι φόρεμα με πολύ απλό κόψιμο, αλλά χαμηλό ντεκολτέ, και απλά μαύρα πέδιλα. Ήταν  η τέλεια λύση. Κομψό, αλλά και σέξι.
Βγήκε ξανά από το παραβάν, κοπανώντας το χέρι της σε μια καρέκλα. Αλλά δεν πόνεσε.
«Αυτό θα φορέσεις;» τη ρώτησε εκείνος όταν την είδε και έχωσε το κεφάλι του μέσα στα χέρια του. Η Ινγριντ έκανε μια γκριμάτσα. Δεν την ένοιαζε αν δεν την ενέκρινε. Άλλωστε δεν την είχε επιλέξει. Εκείνος την ξανακοίταξε φευγαλέα και ξανακατέβασε τα μάτια στο πάτωμα.
«Πάμε;» τον παρότρυνε αλλά εκείνος δε σηκώθηκε. Στεκόταν μπροστά του, όρθια, και εκείνος συνέχισε να είναι καθισμένος.
«Με τιμωρείς. Έτσι δεν είναι; Το φόρεσες αυτό για να με τιμωρήσεις;» τη ρώτησε απλά.
«Δεν καταλαβαίνω τι λες. Εσύ με τιμωρείς. Εσύ μου έχεις καταστρέψει τη ζωή» είπε εκείνη. «Πριν έρθεις εσύ, ήμουν ήρεμη. Είχα τη χώρα μου, είχα ζωή, είχα όρεξη. Τώρα;» ξέφυγε ο τόνος της φωνής της. «Τώρα διαλέγω τι να φορέσω για το δείπνο μου με την γκόμενα του άντρα μου» ξέσπασε. Ήθελε να κλάψει.
«Δεν είναι γκόμενά μου. Δεν έχουμε σχέση σταθερή. Απλώς…»
«Μην το πεις!» φώναξε η Ινγκριντ. Εκείνος σηκώθηκε και της έδωσε το παλτό της. Το είχε κρεμάσει σε μια καρέκλα λίγο πριν.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί θες να πάμε. Είναι εμφανές ότι είσαι αναστατωμένη».
«Να δω τι θα λέμε!» είπε εκείνη. Ειλικρινά αναρωτιόταν.
«Μπορείς να μιλάς μαζί μου» πρότεινε εκείνος.
«Με εσένα νιώθω ακόμα πιο άβολα».
«Και είναι φυσικό αυτό; Είμαι άντρας σου ξέρεις».
«Μόνο στα χαρτιά».
«Αν ήμασταν και αλλού ίσως ένιωθες πιο άνετα» είπε εκείνος νευριασμένος.
«Μου προτείνεις να κάνουμε σεξ για να είμαι πιο άνετη μαζί σου; Προτιμώ να πιω ένα κουτί ηρεμιστικά. Μετά θα δεις πόσο ήρεμη θα είμαι».
«Είσαι απίστευτη» είπε εκείνος έξαλλος, αλλά δεν του έδωσε σημασία.

Βγήκαν μαζί από το δωμάτιο και κατευθύνθηκαν στο ισόγειο. Ο σοφέρ τους περίμενε έξω από την πόρτα σχεδόν. Η Ινγκριντ μπήκε μέσα, αφού εκείνος της άνοιξε την πόρτα.
«Λυπάμαι τα νιάτα μου» είπε εκείνη. «Και τα κορίτσια σε όλο τον κόσμο που θέλουν να γίνουν πριγκίπισσες».
«Δεν καταλαβαίνω» της είπε, όταν το αμάξι ξεκίνησε. Πήγαιναν σε ένα εστιατόριο στο κέντρο της πόλης. Οι παπαράτσι θα έρχονταν κατά τις 22.15 για μερικές φωτό και θα έφευγαν. Τι ωραία που λειτουργούσαν τα ΜΜΕ, σκέφτηκε ειρωνικά.
«Είναι ξεφτίλα όλο αυτό. Μεγάλη ξεφτίλα» είπε. Κοιτούσε έξω από το παράθυρό της, αλλά ένιωθε ότι εκείνος την κοιτούσε. «Και είναι η τελευταία φορά που το κάνω αυτό. Να είσαι πιο διακριτικός στο μέλλον».
«Θα είμαι» της είπε σιγά.

 Το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από ένα πολυτελές εστιατόριο μετά από δέκα λεπτά. Εκείνη έσφιξε παρατεταμένα το χερούλι της πόρτας. Έκανε να ανοίξει, αλλά δίστασε λίγο. Εκείνος είδε την απροθυμία της. Βγήκε από τη λιμουζίνα αποφασιστικά και της άνοιξε την πόρτα απέξω. Πήρε το χέρι της στο δικό του πριν εκείνη προλάβει να αντισταθεί. Και μπήκαν στο μαγαζί.

Έκατσαν σε ένα μικρό τραπέζι σε ένα σεπαρέ και περίμεναν. Όχι για πολύ. Μια μελαχρινή καλλονή με τεράστια μαύρα μάτια και λαμπερά μαλλιά μπήκε στο εστιατόριο και κοίταξε τριγύρω. Όταν τους είδε, πλησίασε χαμογελαστή. Φορούσε ένα μίνι φόρεμα και ψηλές κόκκινες γόβες. Ήταν όμορφη. Και ήξερε να το δείχνει.
«Ποιος στη χάρη σου απόψε» του είπε και τον φίλησε στο μάγουλο άνετα. «Να συνοδεύεσαι από δύο τόσο όμορφες γυναίκες» συνέχισε. Η Ινγκριντ έσφιξε το χέρι που της τέντωσε η κοπέλα λίγο πριν κάτσει δίπλα της.
«Ιρένε».
«Ινγκριντ» είπε εκείνη.
«Σε ξέρω» γέλασε η κοπέλα. «Όλος ο κόσμος σε ξέρει. Και ομολογώ ότι είσαι από κοντά όσο όμορφη είσαι και στα περιοδικά. Χίλια μπράβο, φίλε μου» είπε στον άντρα της παρέας με ένα καυστικό ύφος.
Για λίγο δεν μίλησε κανείς. Διάβασαν φευγαλέα το μενού και παρήγγειλαν φαγητό και ένα κόκκινο κρασί.
«Λυπάμαι για την αναστάτωση» είπε η Ιρένε, ανάλαφρα, λες και μιλούσε για κάποιο πάρτι. «Αλλά αν είμαστε τυχεροί, έντεκα η ώρα θα είμαστε σπίτι μας».
«Για να διευκρινίσω» είπε η Ινγκριντ χαμογελώντας όλο νόημα. «Σε τι συνδυασμό θα επιστρέψουμε;».
Η ατμόσφαιρα πάγωσε αμέσως. Τα πιρούνια του άντρα δίπλα της έπεσαν από τα χέρια του και η όμορφη Ιρένε δάγκωσε τα χείλη της.
«Έχεις γλωσσίτσα βλέπω» της είπε με κακία και η Ινγκριντ χαμογέλασε.
«Για τη δική σου τη γλωσσίτσα δεν ξέρω» της είπε «αλλά μπορώ να ρωτήσω τον άντρα μου» είπε.
«Ινγκριντ, αρκετά» άκουσε μια κοφτή φωνή δίπλα της, αλλά τον αγνόησε.
«Δε φταίω εγώ που δεν μπορείς να τον κρατήσεις» της είπε, αλλά η Ινγκριντ δεν πειράχτηκε. Δεν είχε προσπαθήσει να τον κρατήσει. Δεν είχε αποτύχει. Σωστά;
«Σε δέκα λεπτά, θα έρθουν οι φωτογράφοι» είπε η Ινγκριντ κοιτώντας το ρολόι της. «Και μετά, μπορείς να πας κι εσύ και αυτός στο διάολο. Ή μάλλον, ακόμα καλύτερα, σε κάποιο ξενοδοχείο εδώ κοντά» είπε, ανίκανη να συγκρατήσει τα νεύρα της.
«Πολύ θυμωμένη είναι» είπε η Ιρένε κοιτώντας τον άντρα της παρέας. «Μου είχες πει ότι δε σε γουστάρει καθόλου». Η Ινγκριντ ένιωσε την ανάσα της να κόβεται.
«Έτσι είναι» είπε εκείνος. Και μετά στο τραπέζι απλώθηκε σιωπή.



Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

κεφάλαιο 12-κι η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη...

12

Το επόμενο πρωί, η Ινγκριντ ξύπνησε και βρήκε το δωμάτιο άδειο, όπως και το προηγούμενο απόγευμα. Εκείνος είχε πάει στη συνάντηση για το τούνελ και δεν είχε μπει στον κόπο να την ξυπνήσει για να πάει μαζί του. Βέβαια θα μπορούσε κι εκείνη να έχει το νου της και να βάλει ξυπνητήρι, αλλά και πάλι. Δεν της άρεσε που την αγνόησε. Ούτε που γύρισε πάλι μετά τα μεσάνυχτα της άρεσε. Δεν την είχε πάρει ο ύπνος, αλλά δεν τον άφησε να το καταλάβει. Έκανε ότι κοιμόταν, και εκείνος προσπάθησε να μην την ενοχλήσει.

Το πρωί που ξύπνησε, σήμερα δηλαδή, πάλι εκείνος ήταν άφαντος. Σκέφτηκε ότι αυτός ο λευκός γάμος τελικά δεν ήταν και τόσο πνιγηρός. Καλά καλά δεν τον έβλεπε. Και έπρεπε να παραδεχτεί ότι ήταν βολικός συγκάτοικος. Τα πράγματά του στο μπάνιο τα είχε πάντα τακτοποιημένα σε ένα νεσεσέρ και της άφηνε όλο τον πάγκο για να απλώνει τα εκατομμύρια πραγματάκια της. Στο δωμάτιο μάζευε τα πράγματά του, τακτοποιούσε τα ρούχα του και τα παπούτσια του, μάζευε τα σεντόνια από τον καναπέ όπου κοιμόταν και γενικά ήταν πολύ αυτόνομος. Είχε προσέξει ότι σερβιριζόταν μόνος του, κουβαλούσε τις βαλίτσες του και όταν πεινούσε, κατέβαινε στην κουζίνα και έφτιαχνε ένα τοστ. Ποτέ δε ζητούσε να τον εξυπηρετήσει κάποιος από το προσωπικό. Επίσης, παρόλο που κάθε πρωί τον έβλεπε να σηκώνεται με πόνους στη μέση επειδή είχε κοιμηθεί στον καναπέ, ποτέ δεν παραπονιόταν και δεν της είχε πει να κοιμηθεί στο κρεβάτι ούτε μία φορά. Δεν ήθελε να είναι αχάριστη. Είχε μερικά χαρακτηριστικά που ήταν πολύ εκτιμητέα.
Η πόρτα χτύπησε και μια κοπέλα την ενημέρωσε ότι ο μεγαλειότατος την περίμενε στην αίθουσα συσκέψεων. Η Ινγκριντ ντύθηκε γρήγορα. Αναρωτήθηκε τι μπορεί να την ήθελε. Η μεγαλειοτάτη έλειπε σε ένα ταξίδι για φιλανθρωπίες και δεν την είχε δει εδώ και δύο μέρες. Τον πατέρα του όμως τον έβλεπε καθημερινά. Συνήθως της μιλούσε ήρεμα, αλλά ψυχρά. Δεν την ένοιαζε και πολύ, αλλά δεν ένιωθε άνετα μαζί του.

Μπήκε στην αίθουσα φορώντας ένα πλεκτό φόρεμα στο χρώμα της μόκας. Δεν ήξερε τι έπρεπε να φορέσει και διάλεξε κάτι ανάλαφρο. Δεν την ένοιαζε και πολύ η γνώμη του άλλωστε.
Δεν το περίμενε, αλλά μέσα στην αίθουσα βρήκε και τους δύο άντρες. Πατέρα και γιο. Ο Φίοντορ τής πέταξε ένα καλημέρα μέσα από σφικτά δόντια, αλλά ο άλλος δεν της έδωσε σημασία. Περπατούσε νευρικά πάνω κάτω. Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι. Τι είχε συμβεί; Άρχισε να ανησυχεί.
«Όλα καλά; Μήπως έγινε κάτι στη συνάντηση για τη ζεύξη;» ρώτησε ήρεμα και κάθισε σε μια από τις καρέκλες. Ο Φίοντορ μπήκε αμέσως στο ψητό. Ποτέ δε μασούσε τα λόγια του.
«Μια χαρά πήγε η συνάντηση. Άλλο είναι το θέμα» είπε και ξεφύσηξε. «Διέρρευσε μια φωτογραφία από τα προχθεσινά νυχτοπερπατήματα του γιο μου».
«Μάλιστα» είπε εκείνη. Αν και δεν είχε καταλάβει.
«Είναι με μια γυναίκα» συνέχισε ο βασιλιάς. Η Ινγκριντ προσπάθησε να αγνοήσει το σφίξιμο στην καρδιά της. «Και ενώ καταλαβαίνω ότι η σχέση σας είναι πλατωνική, περίμενα να είστε και οι δύο πιο προσεκτικοί. Τι θα πούμε τώρα; Πώς θα πείσουμε τους λαούς μας ότι είστε ερωτευμένοι και ότι δεν παντρευτήκατε για να τους κοροϊδέψουμε;».
«Δεν ξέρω» ανασήκωσε εκείνη τους ώμους. «Δεν ήταν δική μου ιδέα αυτή η φαρσοκωμωδία. Ήταν δική σας. Βρείτε εσείς τρόπο να καλύψετε τα αίσχη του γιου σας» είπε εκείνη. Είχε εκνευριστεί.
«Ο κόσμος εδώ σε έχει συμπαθήσει. Θα χαλάσει η εικόνα μας αν φανεί ότι είσαι η απατημένη γυναίκα. Κάτι πρέπει να κάνεις» είπε ο βασιλιάς και την κοίταξε.
«Σαν τι;» γέλασε εκείνη. «Να τηλεφωνήσω στη Χίλαρι Κλίντον και να τη ρωτήσω πώς να διαχειριστώ ένα δημόσιο κέρατο;».
«Μην με ειρωνεύεσαι!» φώναξε εκείνος, αλλά η Ινγκριντ δεν φοβήθηκε. Είχε άλλα συναισθήματα μέσα της, τόσο ισχυρά που την είχαν ναρκώσει.
«Μπορώ να φύγω; Λύστε μόνοι σας την κατάσταση που δημιουργήσατε» είπε και έκανε να ανασηκωθεί, αλλά ο βασιλιάς έκανε μια χειρονομία και την ανάγκασε να καθίσει.
«Ας ήσουν κι εσύ άξια να κρατήσεις τον άντρα σου» της είπε.
«Πατέρα, φτάνει!» άκουσε μια φωνή να σκίζει τον αέρα και η ατμόσφαιρα στο χώρο πάγωσε αμέσως. Είχε σοκαριστεί από την αισχρότητα των λόγων του βασιλιά, και δεν βρήκε κάτι να απαντήσει. Η αντίδραση του γιου του ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Δεν περίμενε να αντιμιλήσει στον πατέρα του κι ας είχε ξεπεράσει κάθε όριο λογικής και ευπρέπειας.
«Πώς τολμάς και μιλάς έτσι στον πατέρα σου;» τον κατακεραύνωσε ο πατέρας του;
«Πώς τολμάς και μιλάς έτσι στη γυναίκα μου;» απάντησε εκείνος και οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν συνοφρυωμένοι για αρκετή ώρα χωρίς να μιλάνε. Η Ινγκριντ ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Ήταν ένα ψέμα. Αλλά ακουγόταν όμορφο.
«Γυναίκα σου;» είπε τελικά ο βασιλιάς. «Τώρα το θυμήθηκες;».
«Ξέρεις τη φύση της σχέσης μας, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα επιτρέπω να την κατηγορείς για αυτό. Δεν ήταν επιλογή της ο γάμος αυτός. Δε θα την υποχρεώσω να κοιμηθεί μαζί μου εφόσον δεν το θέλει». Η Ινγκριντ αναδευτήκε. Ναι, φυσικά και δεν ήθελε.
«Να είσαι πιο διακριτικός. Πώς θα διαχειριστούμε τώρα αυτή την κρίση;».
«Εγώ γιατί είμαι εδώ;» επενέβη εκείνη. «Μπορώ να πάω στο δωμάτιό μου να κλάψω;» ειρωνεύτηκε. Άκουσε έναν αναστεναγμό από πίσω της. Ήξερε από ποιους πνεύμονες είχε ξεφύγει.
«Να βάλετε μπρος για παιδί» είπε ο βασιλιάς αυστηρά. Το στομάχι της σφίχτηκε. «Θα πούμε ότι με την κοπέλα στη φωτογραφία είστε γνωστοί ή κάτι τέτοιο. Θα βγείτε μια φορά και οι τρεις ίσως. Και σε τρεις μήνες περιμένω να ανακοινώσετε εγκυμοσύνη»,
«Μα τι λέτε; Εγώ δεν…» ξεκίνησε να λέει. Ο άντρας από πίσω της είχε σταματήσει να περπατάει. Τον κοίταξε για βοήθεια, αλλά έδειχνε και εκείνος σοκαρισμένος.
«Έχετε τρεις μήνες» είπε ο γέρος άντρας και βγήκε από το δωμάτιο κοπανώντας την πόρτα πίσω του έξαλλος.


Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

κεφάλαιο 11-ψώνια

11

Η Ινγκριντ πέρασε τις πύλες του παλατιού κατά τις τέσσερις το απόγευμα. Ήξερε ότι είχε αργήσει πολύ, αλλά βρήκε στο δρόμο της ένα μικρό μαγαζάκι για χειροτεχνίες όπου μερικές γυναίκες είχαν ένα σεμινάριο πλεξίματος. Δεν μπορούσε να χάσει την ευκαιρία. Από μικρή ήθελε να μάθει να πλέκει αλλά οι δικοί της της έλεγαν ότι οι πριγκίπισσες δεν πλέκουν. Πέρασε δύο υπέροχες ώρες με τις κοπέλες εκεί, και έμαθε τα βασικά ώστε να μπορεί να φτιάξει ένα κασκώλ. Αγόρασε μάλιστα και βελόνες και διάφορα χρώματα μαλλί για να μπορεί να ξεκινήσει άμεσα το χόμπι της. Ευτυχώς καμία δεν την είχε αναγνωρίσει.
Χαιρέτισε ευγενικά το προσωπικό που έσπευσε να τη βοηθήσει με τις τσάντες της, αλλά αρνήθηκε τη βοήθειά τους. Αλίμονο. Πέντε τσάντες ήταν. Δεν ήταν ποτέ τέτοια γαλαζοαίματη και δε σκόπευε να γίνει στην Εστόρια. Ανέβηκε τις σκάλες αργά, γνωρίζοντας ότι μπορεί να την περίμενε εκείνος πάνω. Δεν είχε όρεξη να τσακωθεί πάλι μαζί του και είχε περάσει πολύ όμορφα στη βόλτα της. Δεν ήθελε να της το χαλάσει, όπως είχε κάνει και με τόσα άλλα.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και γύρισε το πόμολο. Φυσικά, τον βρήκε μέσα. Καθόταν στο μικρό γραφείο δίπλα στο παράθυρο και έδειχνε να δουλεύει. Μέχρι που την είδε. Και σταμάτησε αυτό που έκανε. Η Ινγκριντ ένιωσε άβολα. Την κοιτούσε απροκάλυπτα, για ατελείωτα δευτερόλεπτα, χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι σκεφτόταν. Ίσως καλύτερα.
«Τι;» ρώτησε εκείνη, νιώθοντας αμηχανία με το διαπεραστικό βλέμμα του. Έδειχνε έκπληκτος. Με τι όμως; Εκείνος την έδειξε από πάνω μέχρι κάτω με τον δείκτη του και έδειξε να δυσκολεύεται να μιλήσει.
«Έχεις…έχεις τζιν;» τη ρώτησε και ανασήκωσε τα φρύδια του. Η Ινγκριντ θύμωσε.
«Φυσικά και έχω τζιν! Είμαι νέα κοπέλα. Τι θες να πεις με αυτό;» τον ρώτησε έξαλλη. Την κορόιδευε; Και κυρίως, μήπως δεν της πήγαινε αυτό που φορούσε;
«Τίποτα, απλώς δε σε έχω ξαναδεί έτσι. Είσαι πάντα τόσο…»
«Τόσο τι; Ηρθα εδώ για να με χλευάσεις;»
«Τόσο ατσαλάκωτη» συνέχισε εκείνος. «Φοράς πάντα τέλεια ρούχα και ένα σωρό κοσμήματα. Και μακιγιάζ. Πάντα είσαι βαμμένη. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ το δέρμα σου. Είναι σοκαριστικό» είπε. Η Ινγκριντ ήθελε να πεθάνει. Ασυναίσθητα έφερε το χέρι στο πρόσωπό της. Τόσο χάλια ήταν; Δεν είχε σπυράκια και είχε λεία επιδερμίδα, αλλά μήπως παραήταν χλωμή; Ίσως, μπορεί και ναι. Ήταν άσχημη; Αυτό της έλεγε; Πρώτη φορά κάποιος υπονοούσε κάτι για την εμφάνισή της. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο ανασφαλής. Από πού είχε ξεφυτρώσει όλο αυτό;
«Κυκλοφόρησα ανώνυμα σήμερα και σκέφτηκα ότι έτσι είναι καλύτερα» είπε η Ινγκριντ. Για κάποιο λόγο, της ερχόταν να κλάψει. Η αλήθεια ήταν ότι σπάνια κυκλοφορούσε ντυμένη τόσο σπορ και άβαφη. Αλλά δεν περίμενε τέτοια αντίδραση.
«Πολύ καλύτερα» είπε εκείνος. Η Ινγκριντ σήκωσε το βλέμμα της και συνάντησε το δικό του. Αυτό που είχε πει, η βραχνάδα στη φωνή του, ο τρόπος που την κοιτούσε… Όχι. Αποκλείεται.
«Λοιπόν» είπε εκείνη αμήχανα και καθάρισε τη φωνή της. «Θα τακτοποιήσω τα ψώνια μου και μετά θέλω να κάνω μπάνιο. Εσύ πότε θα φύγεις;» τον ρώτησε. Ήθελε να κάνει μπάνιο και δεν ένιωθε άνετα να είναι και αυτός στο δωμάτιο.
«Τι ψώνισες;» την ξάφνιασε με την ερώτησή του. Η Ινγκριντ δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.
«Δεν έχεις δουλειά;» τον ρώτησε. «Απόψε είναι η συνάντηση με τους επενδυτές για το τούνελ» του θύμισε. Θα πήγαινε και εκείνη. Και ήξερε πόση προετοιμασία ήταν απαραίτητη για μια τέτοια συνάντηση. Εκείνη κάθε βράδυ πήγαινε για ύπνο κατά τις 11, και εκείνος δούλευε αθόρυβα στον υπολογιστή του μέχρι ξημερώματα.
«Έχω δέκα λεπτά» είπε εκείνος.

«Εσύ ήσουν έξαλλος μέχρι πριν από λίγες ώρες. Τι έπαθες τώρα και θες να σου δείξω τι ψώνισα;».
«Αντέδρασα υπερβολικά, αλλά περίμενα να σε βρω εδώ».
«Θα έπρεπε να σε περιμένω να γυρίσεις σαν καλή σύζυγος και να σε ρωτήσω αν πέρασες καλά το βράδυ σου;» του είπε όλο υπονοούμενο. Εκείνος δεν κουνήθηκε από το θέση του.
«Να δω τι αγόρασες;» επέμεινε. Ήταν φανερό ότι ήθελε να δώσει τέλος στην προηγούμενη ένταση. Έπρεπε να κάνει και αυτή ένα βήμα πίσω.

Του εξήγησε ότι αγόρασε ένα μικρό άρωμα που το έφτιαξε κάποιος μόνο για εκείνη, αλλά δεν της ζήτησε να το μυρίσει. Του έδειξε το μπουκαλάκι απλά. Μετά του είπε για τα μαθήματα πλεξίματος και του έδειξε τα μαλλιά που αγόρασε. Του είπε ότι σκόπευε να ξεκινήσει σύντομα ένα κασκώλ για να μην ξεχάσει την τεχνική. Μετά έβγαλε τα κεριά από τη σακούλα και του είπε ότι της άρεσε ο ήπιος φωτισμός στο δωμάτιο και ήθελε να τα χρησιμοποιήσει μόλις γυρνούσαν στη Γρεδόρα.
«Μυρίζουν βανίλια» του είπε ενθουσιασμένη. «Και μου είπαν ότι αυτό το σχέδιο» του έδειξε το μεταλλικό ρεσώ «είναι παραδοσιακό» τον ενημέρωσε. Εκείνος γέλασε.
«Λες να μην το ξέρω;» τη ρώτησε. Εκείνη κοκκίνισε. Φυσικά. Είχε ξεχάσει με ποιον μιλούσε!
«Ξέρεις τι είναι αυτά τα σχέδια;» τον ρώτησε, κρατώντας το ρεσώ κάτω από το φως, μελετώντας το προσεκτικά. Της άρεσε πολύ. Το είχε ερωτευτεί με το που το είδε.
«Αυτό το σχέδιο λέγεται Φύλλα στο Βοριά. Κάποτε στην Εστόρια είχε φυσήξει ένας δυνατός άνεμος, σαν τυφώνας, και έκανε πολλές καταστροφές. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν για μήνες να επιδιορθώσουν τα σπίτια τους, να βάλουν σε τάξη τις ζωές τους. Και ξαφνικά, μετά από ένα χρόνο, φύσηξε ξανά ένας δυνατός άνεμος, και γέμισε ο ουρανός φύλλα και πέταλα από λουλούδια. Αλλά τίποτα δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Ο λαός είχε δουλέψει σκληρά για τη σταθερότητα. Ένας καλλιτέχνης ζωγράφισε την εικόνα που είχε στο μυαλό του από τα λουλούδια και τα φύλλα στον αέρα. Για όλους εμάς συμβολίζει ότι η σκληρή δουλειά φέρνει σταθερότητα. Και μετά, κανένας κίνδυνος δεν είναι αρκετά μεγάλος».
Η Ινγκριντ έγνεψε. Κατάλαβε. Ήταν μια όμορφη ιστορία. Ήταν ενδεικτική της αγάπης αυτού του λαού για τη χώρα τους. Είχαν πάρει ένα άγονο νησί και το είχαν μετατρέψει σε μια εύρωστη χώρα. Έβαλε τα κεριά στη σακούλα και μετά στη βαλίτσα της. Αν ήξερε ότι ήταν κάτι τόσο παραδοσιακό, ίσως δεν το αγόραζε. Ήταν οξύμωρο να έχει κάτι τόσο «βαρύ» στο δωμάτιό της.
«Με σοκάρει που πέρασες τόσο καλά» είπε εκείνος.
«Εσένα όλα σε σοκάρουν» του πέταξε εκείνη. «Πώς γίνεται να σε σοκάρω; Αφού δε με ξέρεις».
«Θες να σε μάθω;» τη ρώτησε εκείνος απλά. Η Ινγκριντ πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν είχε ιδέα τι έπρεπε να απαντήσει σε αυτό.
«Όχι, δε χρειάζεται. Μην σπαταλάς φαιά ουσία» του είπε τελικά. Καλύτερα να μην την ξέρει, παρά να την ξέρει και να την…αγνοεί.
«Έχω πολλή» γέλασε εκείνος.
«Αφού το λες εσύ» είπε εκείνη, αμφισβητώντας ανοιχτά τη νοημοσύνη του, και εκείνος συνέχισε να γελάει.

Η Ινκριντ τακτοποίησε τα πράγματά της και ξάπλωσε στο κρεβάτι για να ξεκουραστεί. Δεν θα έκανε μπάνιο με εκείνον μέσα στο δωμάτιο.
«Θες να φύγω;» τη ρώτησε εκείνος, αφουγκραζόμενος μάλλον τις σκέψεις της.
«Όχι» του είπε εκείνη, τελείως ενστικτωδώς. Και βυθίστηκε στον ύπνο.


 Αποτέλεσμα εικόνας για candle metallic leaves

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

κεφάλαιο 10-κορίτσια, ο άντρας μας δεν έχει μασήσει ακόμα!!

10

Η Ινγκριντ ζήτησε ευγενικά από τον Φίοντορ, έναν σωματοφύλακα και έναν σοφέρ για να μπορέσει να κάνει μια βόλτα στην πόλη. Είχε αφήσει το προσωπικό ασφαλείας της στην Εστόρια και τους είχε δώσει άδεια για διακοπές. Για κάποιο λόγο ένιωθε ότι θα ήταν ασφαλής στη Γρεδόρα.

Ο γκριζομάλλης άντρας ήταν πάντα κοφτός μαζί της, αλλά σήμερα έδειξε ενδιαφέρον για να την εξυπηρετήσει. «Θες να δεις την πόλη μας;» τη ρώτησε και όταν εκείνη του είπε ότι είδε μερικά μαγαζάκια που θέλει να επισκεφτεί, εκείνος έδειξε να φουσκώνει από περηφάνια. Την προέτρεψε να προσέχει πολύ και να προσπαθήσει να καλύψει την ταυτότητά της. Η Ινγκριντ τον διαβεβαίωσε ότι είχε φέρει μεγάλα γυαλιά και ένα σκουφάκι για να κρύψει τα μαλλιά της.
«Ελπίζω ο γιος μου να σκοπεύει να σε πάει να δεις τα αξιοθέατα. Δεν έχουμε και φοβερά πράγματα, αλλά έχουμε καναδυό σημεία που ίσως αξίζουν μια επίσκεψη» της είπε απλά. Εκείνη του είπε ότι ο γιος του της είχε υποσχεθεί να την πάει μια βόλτα το απόγευμα, μόλις γυρνούσε από τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του. Ψέματα. Και τα δύο ήταν ψέματα. Ούτε επαγγελματικές υποχρεώσεις είχε το πρωί, ούτε σκόπευε να την πάει βόλτα.

Έφυγε μετά από μισή ωρίτσα, φορώντας ένα απλό τζιν και φούτερ, αθλητικά παπούτσια, σκουφάκι και γυαλιά ηλίου. Ο σωματοφύλακάς της λεγόταν Πίτερ και ήταν ολιγομίλητος. Ό,τι ακριβώς ήθελε. Ηρεμία και χρόνο για τον εαυτό της.
Ο σοφέρ την άφησε σε μια κεντρική πλατεία και η Ινγκριντ συνδέθηκε στο κινητό της για να δει ποια ήταν τα καλύτερα μαγαζιά στη γύρω ακτίνα. Περιπλανήθηκε σε μικρά δρομάκια, που σε τίποτα δε θύμιζαν τα πλακόστρωτα και γραφικά δρομάκια της Γρεδόρα, αλλά είχαν και αυτά μια γοητεία διαφορετική. Έμπαινε και έβγαινε σε μαγαζιά και χάζευε μικρές πορσελάνινες φιγούρες, δερμάτινα προϊόντα, μεταξωτά μαντίλια και αρώματα. Βρήκε μερικά πολύ ενδιαφέροντα βιβλία σε μια υπαίθρια αγορά και αποκαμωμένη κάθισε κατά τις 12.30 να απολαύσει έναν καφέ σε ένα μικρό μπιστρό δίπλα ακριβώς από ένα ρυάκι που διέρρεε την πρωτεύουσα. Είχε καιρό να νιώσει ήρεμη. Σπάνια είχε την ευκαιρία να κυκλοφορήσει ιγκόγκνιτο στη χώρα της, αλλά και αλλού. Ήταν διάσημη σε όλη την Ευρώπη αλλά και σε άλλες ηπείρους και οι κάμερες την ακολουθούσαν παντού. Αυτή τη στιγμή όμως ήταν μια φυσιολογική κοπέλα που απολάμβανε έναν ωραίο καφέ και ξεκουραζόταν μετά τα ψώνια της. Είχε απολαύσει τις αγορές της. Ειδικά ένα μικρό κρυστάλλινο κρυστάλινο μπουκάλι με ένα ξεχωριστό άρωμα που το σκάρωσε εκείνη την ώρα ο αρωματολόγος μόνο για εκείνη. Είχε αγοράσει και μερικά λευκά κεριά για το δωμάτιο, και μια μεταξένια ρόμπα.
Ξαφνικά ο ήχος του κινητού του διέλυσε την ηρεμία της. Πολύ κράτησε, σκέφτηκε από μέσα της.
«Ποιος είναι;» ρώτησε χωρίς να δει την αναγνώριση. Ήταν εκείνος. Τον κατάλαβε πριν μιλήσει. Ρουθούνιζε σαν ταύρος.
«Πού είσαι; Γύρισα στο παλάτι και λείπεις» της είπε άγρια.
«Είμαι βόλτα. Το ξέρει ο πατέρας σου. Είμαι φυλακισμένη και δεν το ξέρω;» ειρωνεύτηκε. Δεν ήταν δυνατόν να τη ρωτάει πού είναι ενώ έλειπε όλο το βράδυ.
«Δεν πρέπει να φάμε μαζί μεσημεριανό;» είπε εκνευρισμένος εκείνος.
«Φάε μόνος σου! Έχω βγει βόλτα είπαμε» είπε εκείνη γλυκά. Δεν του έκανε αντίποινα. Γιατί άλλωστε να κάνει; Δεν είχε δικαίωμα. Ειλικρινά ήθελε απλώς να απολαύσει την βολτίτσα της.
«Δεν προβλέπεται νιόπαντρος άνθρωπος να τρώω μόνος μου στην βασιλική τραπεζαρία» είπε εκείνος. Ακουγόταν έξαλλος. Είχε πλάκα ο άνθρωπος.
«Προβλέπεται να λείπεις όλο το βράδυ και να γυρνάς το μεσημέρι της επόμενης;» τον ρώτησε απαλά. Δεν ήθελε να το πει, αλλά δεν κρατήθηκε.
«Συμφωνήσαμε νομίζω να έχουμε ελεύθερη προσωπική ζωή. Είμαι άντρας και έχω ανάγκες. Θέλεις μήπως να προσφέρεις και αυτές τις υπηρεσίες;» την σόκαρε με το υπονοούμενό του και αμέσως κατάπιε τις εξυπνάδες που σκεφτόταν να του πει και άρχισε να σκέφτεται πράγματα τελείως…διαφορετικά.
«Ευχαριστώ, δε θα πάρω» είπε κοφτά εκείνη.
«Αυτό νόμιζα κι εγώ» απάντησε εκείνος, έξαλλος ακόμη. «Πότε θα γυρίσεις;»
«Έλεγα σε καμιά ώρα. Αν πεινάς, φάε».
«Φυσικά και θα φάω. Σιγά μη σε περιμένω».
«Καλά θα κάνεις. Καλή όρεξη».
«Μου σπας τα νεύρα» είπε εκείνος και της έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα.









Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

κεφάλαιο 9-ομορφιές

«Κοντεύει να ξημερώσει» είπε εκείνος ξερά. Η Ινγκριντ βρισκόταν πίσω από ένα ξύλινο παραβάν μέσα στο τεράστιο δωμάτιο και άλλαζε. Εκεί άλλαξε και το μεσημέρι, που έπρεπε να φορέσει ένα επίσημο ένδυμα για το οικογενειακό τραπέζι. «Αν θέλουμε να είμαστε στην ώρα μας στη δεξίωση, πρέπει να είμαστε σε δέκα λεπτά στην είσοδο».
«Μα δεν μπορώ να αποφασίσω τι να φορέσω» γκρίνιαξε εκείνη. «Είναι η πρώτη φορά που εμφανίζομαι δημόσια στη χώρα σου».
«Και δική σου πια» της θύμισε. Η Ινγκριντ έκανε ένα μορφασμό αηδίας, αλλά ευτυχώς εκείνος δεν την είδε. Δεν είχε όρεξη για άλλον έναν τσακωμό. Πριν από δυο τρεις ώρες τσακώθηκαν γιατί εκείνος της δήλωσε, έτσι απλά, ότι μόλις γυρνούσαν έπρεπε να κανονίσουν να πάνε κάπου για μήνα του μέλιτος. Φυσικά εκείνη αντέδρασε. Το θέμα είχε τεθεί σε αναμονή.
«Είμαι βαμμένη, χτενισμένη και έχω διαλέξει παπούτσια» του είπε. «Απλά είμαι ανάμεσα σε 3 τουαλέτες και δεν μπορώ να διαλέξω. Μόλις το κάνω, σε τρία λεπτά θα είμαι έτοιμη».
«Και τι θες τώρα;» ρώτησε εκείνος ανυπόμονα. Φορούσε ένα φοβερό σμόκιν και καθόταν στον καναπέ όπου είχε κοιμηθεί και χθες το βράδυ, που έφτασαν. «Να διαλέξω εγώ;».
«Πες καμιά ιδέα έστω» του είπε εκείνη. Πραγματικά δεν μπορούσε να διαλέξει. Ήθελε να κάνει καλή εντύπωση. Είχε φέρει πέντε φορέματα μαζί της, αλλά είχε απορρίψει δύο ήδη. Τα υπόλοιπα τρία, όμως, ήταν μοναδικά κομμάτια.
«Τι έχεις φέρει;» ρώτησε εκείνος ανυπόμονα. Η Ινγκριντ εξεπλάγη με την έστω απρόθυμη βοήθειά του. Βγήκε από το παραβάν φορώντας ένα μακρύ νυχτικό και του έδειξε τις τουαλέτες, κρατώντας τις κρεμάστρες μπροστά της.
«Αυτό είναι αποκαλυπτικό» έδειξε το κόκκινο φόρεμα εκείνος. «Αυτό είναι βαρετό» έδειξε ένα μπλε σκούρο με μακριά μανίκια και ταφτά. «Αυτό πιστεύω ότι θα είναι εντάξει» έδειξε ένα ολόλευκο φόρεμα με ασημί λεπτομέρειες. «Άλλωστε είμαστε και νιόπαντροι και θα τους θυμίσει νυφικό. Ίσως είναι καλό από άποψη εικόνας» συμπλήρωσε.
«Έχεις τίποτα άλλο στο μυαλό σου εκτός από το μάρκετινγκ;» τον ρώτησε εκείνη και χώθηκε στο παραβάν για να φορέσει το φόρεμα που της υπέδειξε.
«Τι άλλο κριτήριο να έχω σε αυτή την περίπτωση;»
«Δεν ξέρω…τι μου πάει ίσως;» ειρωνεύτηκε εκείνη.
«Αυτό δε θα βοηθούσε και πολύ. Όλα σου πάνε» της είπε. Η Ινγκριντ έμεινε για λίγο ακίνητη. Δεν ήταν σίγουρη ότι είχε ακούσει καλά. Μάλλον το μυαλό της της έπαιζε παράξενα παιχνίδια. Δεν έδωσε σημασία. Άλλωστε δε σήμαινε και τίποτα αυτό που της είπε. Στην πραγματικότητα, λίγα ήταν τα πράγματα που δεν της πήγαιναν. Ήταν τυχερή και είχε μια πολύ καλλίγραμμη σιλουέτα.

Χρειάστηκε βοήθεια με το κούμπωμα αλλά δεν τόλμησε να του ζητήσει να το κάνει εκείνος. Τράβηξε με χίλια ζόρια το φερμουάρ ως πάνω. Είχε κάνει τα μαλλιά της ένα σφικτό κότσο και είχε βαφτεί διακριτικά, αλλά με έντονη σκιά στα μάτια, μιας και ήξερε ότι θα έπαιρναν φωτιά τα φλας απόψε.
«Είμαι έτοιμη» είπε και βγήκε από το παραβάν. Εκείνος τράβηξε το βλέμμα του από το κινητό του και την κοίταξε μερικά δευτερόλεπτα. Δεν της είπε τίποτα, φυσικά, αλλά σηκώθηκε όρθιος. Εκείνη προχώρησε μπροστά του, προς την πόρτα. Ένιωσε ένα μικρό σοκ όταν εκείνος ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της και τη σταμάτησε.
«Τώρα είσαι έτοιμη» είπε εκείνος, απλά, και σήκωσε το φερμουάρ ως πάνω. Μάλλον εκείνη δεν τα είχε καταφέρει 100%.
«Ευχαριστώ» του είπε εκείνη. Περπάτησαν μαζί μερικά μέτρα και κατέβηκαν στην είσοδο, όπου τους περίμενε μια λιμουζίνα.
«Δε θα γυρίσω στο δωμάτιο απόψε» της είπε εκείνος όταν έμειναν ξανά μόνοι, στο πίσω κάθισμα. «Θα γυρίσουμε μαζί στο παλάτι, για να μην κινήσουμε υποψίες, αλλά θα φύγω μετά από λίγο» διευκρίνισε. Εκείνη έγνεψε. Δεν είπε τίποτα. Ήταν φυσιολογικό να έχει φίλους και κυρίως, φίλες, στη χώρα του. Ίσως είχε και κάποια μόνιμη. Ήταν δυνατόν; Θα μπορούσε να έχει μια μόνιμη σχέση, να είναι ερωτευμένος με κάποια, και το εθνικό χρέος που ένιωθε, να τον είχε δεσμεύσει μαζί της; Ήταν θλιβερό. Ξαφνικά ένιωσε ένα αβάσταχτο βάρος στην καρδιά της. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο τις εικόνες μιας χώρας που είχε μάθει να μισεί. Είχαν φτάσει αργά το βράδυ, και δεν είχε δει πολλά γιατί σήμερα είχε περάσει όλη τη μέρα να γνωρίζει κόσμο και συγγενείς στο παλάτι και να δίνει συνεντεύξεις.
«Με άκουσες;» τη ρώτησε εκείνος και διέλυσε τις σκέψεις της.
«Ναι, ναι» είπε εκείνη και προσπάθησε να ακουστεί χαλαρή και ανάλαφρη. Συνέχισε να κοιτάει έξω. Η Εστόρια ήταν πολύ μοντέρνα χώρα. Δε θύμιζε σε τίποτα τη δική της. Τα κτίρια ήταν σύγχρονα, υπήρχαν ουρανοξύστες, πάρκα, εμπορικά κέντρα. Μια μικρή Νέα Υόρκη. Δεν ήταν όσο άσχημα είχε ακούσει, όσο άσχημα νόμιζε. Υπήρχαν στοιχεία γοητευτικά, και αν έκανε μια πρωινή βόλτα, ήταν σίγουρη ότι θα έβρισκε μέρη όπου θα μπορούσε να περάσει όμορφα μερικές ώρες.
«Θα γυρίσω έγκαιρα για το αυριανό μεσημεριανό με την οικογένεια» της είπε.
«Μην ανησυχείς καθόλου» του είπε εκείνη και προσπάθησε να μπλοκάρει τις σκέψεις της. Συνέχισε να κοιτάει έξω από το παράθυρο. Ένα επώνυμο μαγαζί με δερμάτινες τσάντες, ένα μικρό μπιστρό, ένα χαριτωμένο νηπιαγωγείο.
«Το ίδιο ίσως γίνει και αύριο». Μα γιατί δεν το βουλώνει; Σκέφτηκε η Ινγκριντ και προσπάθησε να ηρεμήσει ξανά. Την ενοχλούσε όλο αυτό.
«Ελεύθερος άνθρωπος είσαι» του είπε. Γύρισε προς το μέρος του. Τον κοίταξε φευγαλέα. Εκείνος την κοιτούσε ήδη.
«Ευχαριστώ για την κατανόηση» της είπε ξερά, λες και έφταιγε εκείνη για κάτι.
«Αλίμονο» είπε εκείνη και χαμογέλασε. «Ένας καλός γάμος πρέπει να βασίζεται στην κατανόηση» συμπλήρωσε, λίγο πιο σαρκαστικά από όσο σκόπευε.
«Μάλιστα» είπε εκείνος. Την κοίταξε άλλο λίγο και μετά στράφηκε στην οθόνη του κινητού του. Πάλι.

Όταν ο σοφέρ τράβηξε χειρόφρενο μπροστά από ένα μεγάλο ξενοδοχείο, ένιωσε το ίδιο άγχος που την κυρίευε κάθε φορά που έμπαινε σε ένα ξένο χώρο. Αλλά δεν είχε χρόνο να το σκεφτεί. Εκείνος βγήκε πρώτος και  της άνοιξε την πόρτα. Στάθηκαν καρτερικά για μερικά λεπτά μέχρι οι φωτογράφοι που περίμεναν απέξω να τους βάλουν εκατοντάδες φωτογραφίες.
Το χέρι του, φυσικά, δεν άφησε το δικό της. Την κρατούσε σφιχτά, λες και φοβόταν να μην την χάσει. Μπήκαν στην μεγάλη αίθουσα συνοδεία μιας μικρής ομάδας από σωματοφύλακες. Η Ινγκριντ χαιρέτισε ευγενικά και ένιωσε ότι κάτι είχε κάνει καλά όταν ακούστηκε ένας αναστεναγμός θαυμασμού σε όλη την αίθουσα. Τα φλας άστραψαν ξανά και όλοι οι καλεσμένοι την κοιτούσαν.
«Πάμε» την παρότρυνε εκείνος και τη σύστησε σε ένα σωρό άτομα. Ευτυχώς είχε κάνει προετοιμασία και λίγο πολύ ήξερε ποιους θα γνώριζε απόψε. Ήταν ευγενική και απαντούσε με τον ίδιο τρόπο στην ερώτηση που της έκαναν όλοι. «Πώς σας φαίνεται η Εστόρια;» «Είναι μια γοητευτική χώρα και χαίρομαι πολύ που έχω την ευκαιρία να την επισκεφτώ. Είναι μια καλή ευκαιρία για τους δύο λαούς να ενώσουν τις δυνάμεις τους» έλεγε ξανά και ξανά, με άλλα λόγια. Εκείνος φυσικά είχε προτείνει να προσθέσει τη φράση «και να αφήσουμε πίσω το παρελθόν» αλλά εκείνη δε συμφώνησε.

Δεν έτρωγαν τελικά. Η Ινγκριντ έπιασε τον εαυτό της να περνάει καλά μετά από λίγο. Εντάξει, κάποιοι έδειχναν πολύ διστακτικοί στο να την πλησιάσουν, κολλημένοι ίσως στις ιδέες που και αυτή εν μέρει υιοθετούσε. Αλλά υπήρχαν και κάποιοι ζεστοί άνθρωποι, κάποιοι νέοι άνθρωποι, που έδειχναν ειλικρινές ενδιαφέρον να τη γνωρίσουν. Και ευτυχώς είχε αποφύγει τα άτομα που ήξερε εκ των προτέρων ότι ίσως τη δυσκόλευαν με αδιάκριτες ή και προκλητικές ερωτήσεις.
«Θες λίγη σαμπάνια;» της πρόσφερε ένα ποτήρι ο «άντρας» της, διακόπτοντας τη συζήτηση που είχε με μια νεαρή διπλωμάτη της  Γαλλίας στην Εστόρια. Πήρε το ποτήρι και ευχαρίστησε ευγενικά.
«Φαίνεστε τόσο ταιριαστοί» είπε η κοπέλα και τους κοίταξε με θαυμασμό. Η Ινγκριντ κοκκίνισε. Πού να ήξερε.
«Ευχαριστούμε» είπε εκείνος βραχνά.
«Είστε το τέλειο ζευγάρι» επέμεινε εκείνη και η Ινγκριντ γέλασε.
«Μας το λένε συχνά» είπε η Ινγκριντ εύθυμα. Πρέπει να ήταν πειστική, παρόλο που το γέλιο ήταν τελείως ειρωνικό.
«Ανυπομονούμε για τον απόγονο» είπε και εκείνος έγνεψε. Άλλο ένα αγκάθι, σκέφτηκε. Άλλο ένα πρόβλημα που έπρεπε να διευθετήσουν.

Η βραδιά κύλησε ευχάριστα, αλλά η ώρα είχε περάσει και αναπόφευκτα έπρεπε να φύγουν. Δεν ήθελε. Δεν ήθελε να γυρίσει πίσω. Κι όμως, εκείνος κατά τις δύο μετά τα μεσάνυχτα τη ρώτησε αν είναι έτοιμη. Εκείνη του είπε ότι δεν είχε πρόβλημα. Έδειχνε να ανυπομονεί. Σε σαράντα λεπτά βρίσκονταν στο δωμάτιό τους. Εκείνη ξεβαφόταν και εκείνος έβγαζε το σμόκιν του αμίλητος. Τον κοίταξε μέσα από τη χαραμάδα της πόρτας να φοράει ένα τζιν και πουλόβερ. Ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται τα λίγα δευτερόλεπτα που έμεινε με τα εσώρουχο. Μετά έβαλε μερικά πράγματα σε ένα βαλιτσάκι. Έδειχνε ανάλαφρος.
«Έφυγα» τον άκουσε να λέει κελαρυστά. Τι; Πώς; Αναρωτήθηκε εκείνη. Τόσο γρήγορα; Άκουσε την πόρτα να κλείνει πριν προλάβει καν να βγει από το μπάνιο.