Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

κεφάλαιο 7-κρεβατομουρμούρα



Ο ήχος της βαριάς πόρτας που έκλεισε πίσω τους την έκανε να αναπηδήσει. Καθόλη τη διάρκεια της τελετής, του φιλιού και της εντυπωσιακής τελετής που ακολούθησε, δεν είχε φοβηθεί όσο τώρα. Ήταν επίσημο. Ήταν τελεσίδικο. Ήταν ο άντρας της και αυτή τη στιγμή βρίσκονταν ολομόναχοι σε ένα δωμάτιο γεμάτο αναμμένα κεριά και ρομαντική διακόσμηση. Οι κοπέλες είχαν δώσει τον καλύτερο εαυτό τους, μετατρέποντας το κεντρικό υπνοδωμάτιο σε μια ερωτική φωλιά. Η Ινγκριντ τούς είχε πει κάπως έμμεσα ότι είναι ένας γάμος ευθύνης και όχι έρωτα, αλλά μάλλον δεν της έπεισε. Παρόλο που τους είχε ζητήσει πλήρη εχεμύθεια αλλά και κατανόηση, αυτές έκαναν του κεφαλιού τους.
«Τι σόι κατάσταση είναι αυτή; Νόμιζα ότι είχαν καταλάβει» είπε εκείνος ξερά, κοιτώντας τριγύρω του με μια έκφραση τρόμου στα μάτια. Κρατούσε ένα μικρό σακ βουαγιάζ με πράγματα και φορούσε ακόμα το φανταστικό κοστούμι του. Κι εκείνη όμως, φορούσε το νυφικό της και ανυπομονούσε να μείνει μόνη και να το βγάλει.
«Μάλλον δεν ήμουν αρκετά σαφής» είπε εκείνη και κάθισε σε μια πολυθρόνα εξουθενωμένη. Εκείνος δεν απάντησε. Απλώς ξεφύσηξε.
«Περίμενα να έχω δικό μου δωμάτιο. Τι εφιάλτης είναι αυτός;» είπε μετά από λίγο. Δεν ήθελε να το πιστέψει. Δεν είχε ακουμπήσει καν το σακ βουαγιάζ του κάτω.
«Ειλικρινά είναι παρεξήγηση. Τα κορίτσια μάλλον παρασύρθηκαν…δεν ξέρω από τι» του είπε. Η Ινγκριντ ήξερε την αλήθεια. Απλώς τον είχαν δει. Και άρχισαν αυτόματα να φαντασιώνονται. «Θα τις καλέσω αμέσως να ετοιμάσουν το διπλανό δωμάτιο» είπε εκείνη. «Και ελπίζω να μη θεωρείς ότι έχω κάποια σχέση με όλο αυτό» είπε. Εκείνος την κοίταξε για λίγο. Μετά έκανε μια γκριμάτσα και πέταξε με φόρα το σακ βουαγιάζ στο πάτωμα.
«Ίσως είναι καλύτερο να μην ξέρουν την αλήθεια» είπε σκεπτικός. «Αφησέ τις να πιστεύουν ότι έστω το πρώτο βράδυ το περάσαμε μαζί» είπε.
«Μάλιστα» είπε εκείνη ξερά. «Να εξασφαλίσουμε ότι θα…είσαι ο πρώτος». Εκείνος γέλασε.
«Ο πρώτος; Δεν έχω τέτοιες ψευδαισθήσεις» κάγχασε και ξέλυσε με μια επιδέξια κίνηση το παπιγιόν του. Η Ινγκριντ ένιωθε το δωμάτιο να μικραίνει επικίνδυνα. Πολύ επικίνδυνα. Εκείνος άναψε ένα φωτιστικό και με μεγάλη επιμέλεια έσβησε τα λευκά κεριά που φώτιζαν γλυκά το δωμάτιο.
«Εγώ θα κοιμηθώ στον καναπέ» της είπε. «Και από αύριο θέλω ένα κανονικό δωμάτιο. Πες τους ότι ροχαλίζω. Βρες κάτι. Θα περνάμε μερικές ώρες εδώ μέσα να νομίζουν ό,τι νομίζουν. Και μετά θα γυρνάω στο δωμάτιό μου. Δε θέλω να ξέρουν την αλήθεια. Ή έστω την πλήρη αλήθεια».
«Θα το καταλάβουν. Με ξέρουν από μικρή. Δε γίνεται να πείσουμε κανέναν που μας βλέπει τόσο ψυχρούς ότι είμαστε κανονικό ζευγάρι».
«Δεν είναι όλα τα ζευγάρια μέσα στα μέλια».
«Δεν μιλάω για μέλια. Αλλά εμείς δεν έχουμε καν οπτική επαφή» του θύμισε εκείνη και εκείνος επιτέλους την κοίταξε.
«Παράπονα;» ανασήκωσε ειρωνικά τα φρύδια. «Ακόμα δεν παντρευτήκαμε και γκρινιάζεις;» συνέχισε.

Η Ινγκριντ κούνησε το κεφάλι και δεν απάντησε. Ο άνθρωπος ήταν ανυπόφορος. Πώς θα περνούσε μαζί του όσα χρόνια κρατούσε αυτή η φαρσοκωμωδία; Άραγε ήθελε κι εκείνος να απαλλαγεί σύντομα όπως κι εκείνη; Αν είχε αποκατασταθεί η ηρεμία στο βασίλειο γιατί να μην…
«Πάω να αλλάξω» της ανακοίνωσε και μπήκε στο εσωτερικό μπάνιο. Η Ινγκριντ περίμενε καθισμένη. Άκουσε το νερό να τρέχει, μετά ησυχία, μετά μπουκαλάκια να τσουγκρίζουν μέσα στο νεσεσέρ του.  Βγήκε μετά από λίγο φορώντας μια πετσέτα γύρω από τους γοφούς του. Η Ινγκριντ τον κοίταξε στιγμιαία και μετά κατέβασε τα μάτια, προσπαθώντας να επεξεργαστεί τι είχε δει. Δεν τα κατάφερε. Όταν κατάφερε να ξανασηκώσει το βλέμμα της, εκείνος είχε μάλλον αρπάξει κάτι από το σακ βουαγιάζ γιατί φορούσε ένα σορτς και μια φανέλα. Διάολε.
Η Ινγκριντ κοίταξε μέσα στην ντουλάπα και βρήκε μόνο μερικά λευκά σατέν νυχτικά. Ξεφύσηξε. Τι βλακεία κι αυτή. Τι βλακεία να μείνουν σε αυτό τα παλάτι, σε έναν ξένο και σε αυτή χώρο.
Πήρε από το βαλιτσάκι της ένα απλό πιτζαμάκι και μπήκε στην τουαλέτα για να ετοιμαστεί. Εκείνος εντωμεταξύ είχε ξαπλώσει στον καναπέ. Χωρίς σεντόνι. Χωρίς μαξιλάρι. Χάζευε κάτι στο κινητό του.
«Πάρε ένα από τα σεντόνια από το κρεβάτι μου» του φώναξε ενώ προσπαθούσε να ξεντυθεί. Εκείνος δεν απάντησε αλλά τον άκουσε να σηκώνεται.
Έβγαλε τις φουρκέτες από το κεφάλι της και άφησε τα μαλλιά της να χυθούν στην πλάτη της. Μέτρησε 33 τσιμπιδάκια και φουρκέτες συνολικά. Πονούσε το κεφάλι της. Προσπάθησε ξανά να βγάλει το νυφικό της αλλά μάταια. Ξεβάφτηκε προσεκτικά για να μη λερώσει το φόρεμα και μετά προσπάθησε και πάλι. Βγήκε από το μπάνιο και κοντοστάθηκε μπροστά του.
«Χρειάζομαι τη βοήθειά σου» του είπε απλά. Εκείνος την κοίταξε. «Πρέπει να βγάλω το νυφικό» ψέλλισε. «Έχει 20 κουμπιά και δεν τα φτάνω. Μπορώ να φωνάξω τα κορίτσια αλλά…».
«Θα το κάνω εγώ» τη διέκοψε εκνευρισμένος, λες και τον είχε βάλει να κάνει καταναγκαστικά έργα. Η Ινγκριντ έμεινε ακίνητη και τον περίμενε να ξεκουμπώσει τα κουμπιά γρήγορα και αποτελεσματικά, σίγουρη ότι αυτό το είχε κάνει εκατοντάδες φορές και με διαφορετικές γυναίκες. «Εντάξει» της είπε και την άφησε, όταν η πλάτη της είχε απελευθερωθεί. Η Ινγκριντ πήγε στο μπάνιο, ξεντύθηκε κανονικά, και αφού φόρεσε την πιτζάμα της, επέστρεψε στο υπνοδωμάτιο.
«Μπορούμε τουλάχιστον να είμαστε ευγενείς μεταξύ μας» του είπε όταν ξάπλωσε και η σιωπή μέσα στο δωμάτιο κόντευε να την πνίξει. Τι στο καλό; Νόμιζε ότι μόνο αυτός υπέφερε;
«Δε βλέπω το λόγο» είπε εκείνος, παίζοντας με το κινητό του. «Μπορούμε να συνυπάρχουμε ειρηνικά, ναι, αλλά η ευγένεια δεν είναι το φόρτε μου».
«Είναι και το DNA σου στη μέση» πέταξε εκείνη, ανίκανη να συγκρατήσει τα νεύρα της. Εκείνος γέλασε μέσα στο σκοτάδι. «Είσαι ένας άξεστος χωριάτης».
«Συνήθισέ το, γιατί θα είμαστε για πάντα μαζί» της είπε με δραματικό τόνο.
«Ε όχι και για πάντα» του είπε. «Είχαμε πει δέκα χρόνια» του θύμισε.
«Και μία βδομάδα πολύ μού φαίνεται» είπε εκείνος. Η Ινγκριντ ξεφύσηξε.
«Αν προσπαθούσες να μην είσαι τόσο βλάκας, και μιλούσαμε σαν ώριμοι άνθρωποι, θα ήταν πιο εύκολο» του πρότεινε σε μια ύστατη απόπειρα να τον συνετίσει.
«Σκέφτομαι ότι πρέπει να μιλήσουμε για το διάδοχο κάποια στιγμή» την αποστόμωσε. Η Ινγκριντ πήρε μια κοφτή ανάσα.
«Ποιον διάδοχο; Εσένα;» ρώτησε αν και ήξερε την απάντηση.
«Σκέφτομαι σε έξι μήνες να υποβληθείς σε εξωσωματική. Σε πειράζει να κάνουμε άμεσα παιδί;». Η Ινγκριντ ειλικρινά δεν πίστευε όσα άκουγε. Το ήξερε ότι έπρεπε να το κάνουν κι αυτό, αλλά δεν περίμενε να το ακούσει τόσο ξερά.
«Δεν είμαι ρομπότ» του απάντησε κοφτά.
«Σκέφτηκα να πάμε στην Αγγλία για πλήρη εχεμύθεια» επέμεινε εκείνος.
«Μόλις αποφασίσεις, πες μου και σε τι σχολείο θες να πάει η κόρη ή ο γιος μας» ειρωνεύτηκε.
«Ο γιος μας» είπε δυναμικά «θα πάει σε κολλέγιο στην Ελβετία. Τι άλλο;».
«Είσαι τρελός. Το ξέρεις;» τον ρώτησε. Ήθελε να γελάσει.
«Είμαι ρεαλιστής. Παντρευτήκαμε για ένα λόγο. Για να αξίζει όλη αυτή η θυσία, πρέπει να είμαστε αποτελεσματικοί».
«Δε σε υποχρέωσα εγώ να με παντρευτείς».
«Δε σε χάλασε! Προτιμούσες έναν πόλεμο; Είσαι ανίκανη να διοικήσεις. Δεν έχεις πυγμή» της θύμισε.
«Δε με ξέρεις καθόλου. Πώς τολμάς και μου λες τόσο άσχημα πράγματα; Ο πατέρας μου πέθανε πρόσφατα. Δεν είχα όρεξη για τίποτα και…»
«Όταν είσαι ηγέτης, δεν έχεις χρόνο για πένθος. Η οικογένειά σου είναι ο λαός σου. Εσύ μπέρδεψες τις προτεραιότητές σου».
«Είσαι πορωμένος» τον κατηγόρησε.
«Τιμή μου. Αγαπώ τη χώρα μου και θα έκανα τα πάντα».
«Απλώς είσαι πολύ αδύναμος χαρακτήρας» του πέταξε εκείνη. «Δεν αγαπάς τη χώρα σου» ανασηκώθηκε. Εκείνος δεν έπαιζε πια με το κινητό του και την κοιτούσε. «Είσαι ένα πιόνι και κάνεις ό,τι θέλει ο μπαμπάς σου. Δεν έχεις το θάρρος να του πεις όχι» τον βομβάρδισε. Τον είδε να σφίγγεται ολόκληρος, αλλά δε φοβήθηκε. Κάτι της έλεγε ότι δεν κινδύνευε η σωματική της ακεραιότητα μαζί του.
Για λίγο δε μίλησε. Απλώς την κοιτούσε, ρουθουνίζοντας αργά, προσπαθώντας με δυσκολία να συγκρατήσει τα νεύρα του.
«Δρω για το καλό του λαού μου. Αν αυτό περιλαμβάνει και τον πατέρα μου, έχει καλώς» της είπε μέσα από σφικτά δόντια.
«Και το δικό σου καλό; Δεν περιλαμβάνεται σε αυτό του λαού σου; Θες εσύ να βρίσκεσαι σε έναν άβολο καναπέ σε ένα ξένο σπίτι, σε μια ξένη χώρα, με μια γυναίκα που εμφανώς σιχαίνεσαι;».
«Δε σε σιχαίνομαι» της είπε απλά. Η Ινγκριντ εξεπλάγη που αυτό ήταν το μόνο που διέψευσε. «Απλώς αδιαφορώ» συμπλήρωσε και η Ινγκριντ σκέφτηκε ότι καμία γυναίκα δε θα ήθελε να ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο. Αδιαφορία;
«Έστω» του είπε.
«Θα κάνω ό,τι πρέπει. Όχι ό,τι θέλω» της είπε.
«Τι θέλεις;» τον ρώτησε εκείνη. «Δεν έχεις προσωπικές φιλοδοξίες; Όνειρα;»
«Δε σε αφορά αυτό» της το ξέκοψε.
«Τι στο καλό με αφορά επιτέλους;» ξέσπασε εκείνη. Δε γινόταν να συζητήσει καν μαζί του.
«Δεν ξέρω. Τι θα φορέσεις αύριο, υποθέτω» απάντησε εκείνος ξερά.
«Είσαι γελοίος» του είπε εκείνη και ξάπλωσε ξανά πίσω. «Ελπίζω αύριο το πρωί να μη σε βρω εδώ».
«Ξυπνάω νωρίς» της είπε εκείνος ήρεμα.

«Μακάρι να μην ξυπνούσες καθόλου» είπε εκείνη και εκείνος γέλασε.

4 σχόλια:

  1. Μου αρέσουν πάρα πολύ! Φανή

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ωραιο ζευγαρι και προπαντων αγαπημενο!!!!!! χαχαχαχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τυχαια ανακαλυψα τις ιστοριες σου αγαπημενη μου συγγραφεα. Τις διαβασα ολες μεσα σε 2 μερες δεν εχω λογια εισαι φανατστικη...ανυπομονω για το επομενο καιφαλαιο...φιλια πολλαα💖

    ΑπάντησηΔιαγραφή