Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

κεφάλαιο 8-driving under the influence

8

«Αν είναι να γνέφεις απλώς και να συμφωνείς με όλα, γιατί μπαίνεις στον κόπο να έρχεσαι στις συναντήσεις;» την ρώτησε, προχωρώντας με μεγάλες δρασκελιές μπροστά της. Είχαν μόλις βγει από την αίθουσα συνεδριάσεων, έξαλλοι και οι δύο και τσακώνονταν εν κινήσει.
«Γιατί πρέπει να διαφωνώ; Αφού με αγνοείς όταν μιλάω».
«Δε σε αγνοώ. Κάνεις λάθος. Αλλά δεν με πείθεις ότι έχεις κάτι να πεις όταν σιγοψιθυρίζεις με τον θείο σου λες και είστε στο σχολείο».
«Ο θείος μου και ο Πάτρικ είναι οι μόνοι άνθρωποι που εμπιστεύομαι. Φρόντισες και όλη η κυβέρνηση να αποτελείται από Εστόριους. Πού να μιλήσω;».
«Οι δικοί μου είναι πιο ικανοί. Τι ήθελες να κάνω; Έπρεπε να γίνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις. Η πρωτεύουσα έμεινε εδώ. Εμείς μένουμε εδώ» συνέχισε να περπατάει γοργά. Η Ινγκριντ δεν είχε ιδέα πού πήγαιναν. Απλά είχαν ορμήξει έξω από την αίθουσα.
«Αυτό έλειπε. Να πάμε στην Εστόρια!» γέλασε εκείνη. «Να αφήσουμε μία από τις ομορφότερες χώρες για να πάμε να μείνουμε αλλού».
«Αντί να κομπάζεις, μπορείς να γίνεις λίγο πιο παραγωγική;» τη ρώτησε. «Θέλω να μπορούμε να συνεννοούμαστε για το καλό της χώρας. Πρότεινα σήμερα να φτιαχτεί ένα υπόγειο τούνελ που να ενώνει τα νησιά και εσύ απάντησες ότι είναι πολύ ακριβό. Λες και ξέρεις πόσο θα κοστίσει! Λες και ξέρεις αν έχουμε λεφτά! Λες και έχεις ιδέα τι είναι!» κάγχασε. Η Ινγκριντ είχε αρχίσει να λαχανιάζει. Διέσχιζαν το κεντρικό παλάτι και κατευθύνονταν στο υπόγειο πάρκινγκ. Επέστρεφαν σπίτι; Δεν είχε ιδέα.
«Δεν είμαι ούφο, ξέρεις» του θύμισε. «Εμείς δεν έχουμε λεφτά. Εσείς αν θέλετε να ξοδεύετε, μπορείτε να το κάνετε. Ο θείος μου πρότεινε να δημιουργήσουμε ζεύξη με φέρι. Να φεύγουν κάθε πέντε λεπτά και να ενώνουν τα δύο νησιά. Θα είναι πολύ πιο εύκολο και λιγότερο δαπανηρό».
«Σκέφτηκες να ζητήσεις κάποια μελέτη για αυτό ή έτσι το λες;» τη ρώτησε. Η Ινγκριντ δεν απάντησε. Είχε ίσως κάποιο δίκιο σε αυτό που έλεγε. «Σκέφτηκες να δεις μακροπρόθεσμα ποια από τις δύο λύσεις θα είναι πιο αποδοτική; Και όταν έχει κύμα; Όταν έχει απαγορευτικό; Τι θα γίνεται; Η λογική είναι να ενώνονται τα δύο νησιά σαν να είναι ένα. Να μπορεί ένα παιδί από την Εστόρια να φοιτήσει σε κάποιο από τα ιδιωτικά σας σχολεία και μια κοπέλα από τη Γρεδόρα να εργάζεται σε ένα κατάστημα της Εστόρια χωρίς να ανησυχούν για τα μποφόρ» επέμεινε.
«Ε τότε να το μελετήσουμε. Όλη η οικονομοτεχνική ομάδα όμως αποτελείται από Εστόριους. Γιατί να σας εμπιστευτώ;»
«Έτσι θα το πάμε τώρα;» τη ρώτησε. Είχαν σταματήσει και περίμεναν το ασανσέρ για το υπόγειο. «Θα με αμφισβητείς συνέχεια;».
«Πού πάμε;»
«Εγώ γυρίζω στο γραφείο μου. Εσύ μπορείς να πας για ψώνια» της πέταξε. Η Ινγκριντ εκνευρίστηκε.
«Είσαι σοβινιστής».
«Μπορεί και να είμαι, αλλά δεν κάνεις και πολύ καλή δουλειά για να με πείσεις ότι αξίζει να κάθομαι να μιλάω μαζί σου για τόσο μεγάλες αποφάσεις».
Η Ινγκριντ τον ακολούθησε και μπήκε στο αμάξι μαζί του. Από πίσω τους φυσικά ακολούθησαν δύο τζιπ με τους σωματοφύλακές τους. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε στο αμάξι του. Ένα μήνα τώρα που ήταν παντρεμένοι, είχε χρειαστεί να πάνε πολλές φορές σε κάποια εκδήλωση. Εκείνος επέμενε να οδηγεί αυτός και εκείνη τον ακολουθούσε. Η σιωπή μέσα στο αυτοκίνητο ήταν εκνευριστική. Ήταν η ίδια σιωπή που επικρατούσε στο θερινό παλάτι, όταν μετά από ώρες συσκέψεων και δουλειάς, επέστρεφαν εκεί. Εκείνος κοιμόταν σε ένα μικρότερο δωμάτιο, δίπλα στο δικό της, και μοιράζονταν το μπάνιο. Υπήρχαν και μέρες που δεν τον είχε δει καθόλου. Έφευγε νωρίς, κι εκείνη είχε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις και δε διασταυρώνονταν οι δρόμοι τους.
«Και επιτέλους κανόνισε να έρθεις στην Εστόρια!» της πέταξε εκνευρισμένος μετά από λίγο. Η Ινγκριντ αναπήδησε. Ήταν ένα θέμα που την απασχολούσε πολύ. Ακόμα και ο Πάτρικ την πίεζε να το κάνει και να τελειώνει.
«Μα είμαι απασχολημένη εδώ και…»
«Τέρμα οι δικαιολογίες. Εγώ δέχτηκα να παντρευτώ εδώ, ζω εδώ και δουλεύω εδώ. Ο λαός μου πρέπει να σε δει από κοντά. Έχουν αρχίσει να εκλαμβάνουν την απουσία σου ως προσβολή».
«Δε θα νιώθω άνετα».
«Δεν τρώμε».
«Φοβάμαι» του είπε απλά, λίγο πιο γρήγορα και πιο αυθόρμητα από όσο ήθελε. Είχε μιλήσει από την καρδιά της και εκείνος πρέπει να το ένιωσε γιατί γύρισε προς το μέρος της στιγμιαία και την κοίταξε. Στη συνέχεια έστρεψε την προσοχή του στο δρόμο. Οδηγούσε πολύ προσεκτικά πάντα.
«Τι φοβάσαι; Θα πάμε να μείνουμε μία βδομάδα. Θα φωτογραφηθείς με μερικούς αξιωματούχους, θα παρευρεθείς σε εκδηλώσεις και θα χαμογελάς. Τίποτα περισσότερο από όσο κάνεις εδώ».
«Είναι ανάγκη κάθε σου κουβέντα να είναι προσβολή;» του είπε με θυμό.
«Μου βγαίνει αυθόρμητα».
«Και θες να έρθω τώρα εγώ, μαζί σου μια ολόκληρη βδομάδα, χωρίς τους δικούς μου ανθρώπους, να ακούω όλη μέρα προσβολές;» γέλασε ξερά.
«Όχι, δε θέλω» της είπε κοφτά. «Αλλά πρέπει. Ούτε για μένα είναι ευχάριστο. Θα πρέπει να μείνουμε ξανά σε ένα δωμάτιο, θα πρέπει να είμαστε όλη τη μέρα μαζί. Θα πρέπει να σε ξεναγήσω σε όλα τα αξιοθέατα, να σε συστήσω σε κόσμο».
«Ε ας μην πάμε» του είπε.
«Δε θα σου κάνω τη χάρη. Θα πάμε. Πρέπει να τιμήσεις τη χώρα με την παρουσία σου εκεί. Ο κόσμος έχει ενθουσιαστεί μαζί σου. Τα μέσα μιλάνε συνεχώς για σένα».
«Επειδή τους έχουμε ζητήσει να επηρεάσουν την κοινή γνώμη. Δεν είναι ειλικρινής αγάπη».
«Πρέπει να κάνεις κάτι για να σε αγαπήσουν. Και εδώ και εκεί».
«Σαν τι δηλαδή;»
«Δεν ξέρω. Να δοθείς σε αυτό που κάνεις ίσως. Εσύ περιφέρεσαι άσκοπα λες και σου φτάνει ο τίτλος της πιο όμορφης γαλαζοαίματης στον κόσμο».
«Ποτέ δε μου άρεσε αυτός ο τίτλος» μόρφασε η Ινγκριντ. Ήταν πολύ δημοφιλής παγκοσμίως και θεωρείτο όντως από τις πιο όμορφες γυναίκες, αλλά εκείνη δεν έδινε και πολλή σημασία σε αυτά. Η ομορφιά ήταν υποκειμενική. Ο άντρας δίπλα της, για παράδειγμα, δεν πρέπει να τη θεωρούσε πολύ πιο όμορφη από έναν κάκτο.
«Αδιαφορώ τι σου αρέσει και τι όχι» είπε. Έμειναν για αρκετή ώρα αμίλητοι και όταν πλησίαζαν στο θερινό παλάτι, όπου είχε εκείνος διαμορφώσει ένα μεγάλο γραφείο, τη ρώτησε μήπως ήθελε να την αφήσει κάπου.
«Θα έρθω σπίτι» του είπε απλά. Σπίτι. Σπίτι τους. Ήταν πολύ αστείο.
«Αύριο έχουμε την δεξίωση στο μουσείο. Το θυμάσαι;» της είπε.
«Εγώ το διοργάνωσα. Λες να το ξέχασα;» ειρωνεύτηκε εκείνη. Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους και μετά από μερικά λεπτά τράβηξε χειρόφρενο.


Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

κεφάλαιο 7-κρεβατομουρμούρα



Ο ήχος της βαριάς πόρτας που έκλεισε πίσω τους την έκανε να αναπηδήσει. Καθόλη τη διάρκεια της τελετής, του φιλιού και της εντυπωσιακής τελετής που ακολούθησε, δεν είχε φοβηθεί όσο τώρα. Ήταν επίσημο. Ήταν τελεσίδικο. Ήταν ο άντρας της και αυτή τη στιγμή βρίσκονταν ολομόναχοι σε ένα δωμάτιο γεμάτο αναμμένα κεριά και ρομαντική διακόσμηση. Οι κοπέλες είχαν δώσει τον καλύτερο εαυτό τους, μετατρέποντας το κεντρικό υπνοδωμάτιο σε μια ερωτική φωλιά. Η Ινγκριντ τούς είχε πει κάπως έμμεσα ότι είναι ένας γάμος ευθύνης και όχι έρωτα, αλλά μάλλον δεν της έπεισε. Παρόλο που τους είχε ζητήσει πλήρη εχεμύθεια αλλά και κατανόηση, αυτές έκαναν του κεφαλιού τους.
«Τι σόι κατάσταση είναι αυτή; Νόμιζα ότι είχαν καταλάβει» είπε εκείνος ξερά, κοιτώντας τριγύρω του με μια έκφραση τρόμου στα μάτια. Κρατούσε ένα μικρό σακ βουαγιάζ με πράγματα και φορούσε ακόμα το φανταστικό κοστούμι του. Κι εκείνη όμως, φορούσε το νυφικό της και ανυπομονούσε να μείνει μόνη και να το βγάλει.
«Μάλλον δεν ήμουν αρκετά σαφής» είπε εκείνη και κάθισε σε μια πολυθρόνα εξουθενωμένη. Εκείνος δεν απάντησε. Απλώς ξεφύσηξε.
«Περίμενα να έχω δικό μου δωμάτιο. Τι εφιάλτης είναι αυτός;» είπε μετά από λίγο. Δεν ήθελε να το πιστέψει. Δεν είχε ακουμπήσει καν το σακ βουαγιάζ του κάτω.
«Ειλικρινά είναι παρεξήγηση. Τα κορίτσια μάλλον παρασύρθηκαν…δεν ξέρω από τι» του είπε. Η Ινγκριντ ήξερε την αλήθεια. Απλώς τον είχαν δει. Και άρχισαν αυτόματα να φαντασιώνονται. «Θα τις καλέσω αμέσως να ετοιμάσουν το διπλανό δωμάτιο» είπε εκείνη. «Και ελπίζω να μη θεωρείς ότι έχω κάποια σχέση με όλο αυτό» είπε. Εκείνος την κοίταξε για λίγο. Μετά έκανε μια γκριμάτσα και πέταξε με φόρα το σακ βουαγιάζ στο πάτωμα.
«Ίσως είναι καλύτερο να μην ξέρουν την αλήθεια» είπε σκεπτικός. «Αφησέ τις να πιστεύουν ότι έστω το πρώτο βράδυ το περάσαμε μαζί» είπε.
«Μάλιστα» είπε εκείνη ξερά. «Να εξασφαλίσουμε ότι θα…είσαι ο πρώτος». Εκείνος γέλασε.
«Ο πρώτος; Δεν έχω τέτοιες ψευδαισθήσεις» κάγχασε και ξέλυσε με μια επιδέξια κίνηση το παπιγιόν του. Η Ινγκριντ ένιωθε το δωμάτιο να μικραίνει επικίνδυνα. Πολύ επικίνδυνα. Εκείνος άναψε ένα φωτιστικό και με μεγάλη επιμέλεια έσβησε τα λευκά κεριά που φώτιζαν γλυκά το δωμάτιο.
«Εγώ θα κοιμηθώ στον καναπέ» της είπε. «Και από αύριο θέλω ένα κανονικό δωμάτιο. Πες τους ότι ροχαλίζω. Βρες κάτι. Θα περνάμε μερικές ώρες εδώ μέσα να νομίζουν ό,τι νομίζουν. Και μετά θα γυρνάω στο δωμάτιό μου. Δε θέλω να ξέρουν την αλήθεια. Ή έστω την πλήρη αλήθεια».
«Θα το καταλάβουν. Με ξέρουν από μικρή. Δε γίνεται να πείσουμε κανέναν που μας βλέπει τόσο ψυχρούς ότι είμαστε κανονικό ζευγάρι».
«Δεν είναι όλα τα ζευγάρια μέσα στα μέλια».
«Δεν μιλάω για μέλια. Αλλά εμείς δεν έχουμε καν οπτική επαφή» του θύμισε εκείνη και εκείνος επιτέλους την κοίταξε.
«Παράπονα;» ανασήκωσε ειρωνικά τα φρύδια. «Ακόμα δεν παντρευτήκαμε και γκρινιάζεις;» συνέχισε.

Η Ινγκριντ κούνησε το κεφάλι και δεν απάντησε. Ο άνθρωπος ήταν ανυπόφορος. Πώς θα περνούσε μαζί του όσα χρόνια κρατούσε αυτή η φαρσοκωμωδία; Άραγε ήθελε κι εκείνος να απαλλαγεί σύντομα όπως κι εκείνη; Αν είχε αποκατασταθεί η ηρεμία στο βασίλειο γιατί να μην…
«Πάω να αλλάξω» της ανακοίνωσε και μπήκε στο εσωτερικό μπάνιο. Η Ινγκριντ περίμενε καθισμένη. Άκουσε το νερό να τρέχει, μετά ησυχία, μετά μπουκαλάκια να τσουγκρίζουν μέσα στο νεσεσέρ του.  Βγήκε μετά από λίγο φορώντας μια πετσέτα γύρω από τους γοφούς του. Η Ινγκριντ τον κοίταξε στιγμιαία και μετά κατέβασε τα μάτια, προσπαθώντας να επεξεργαστεί τι είχε δει. Δεν τα κατάφερε. Όταν κατάφερε να ξανασηκώσει το βλέμμα της, εκείνος είχε μάλλον αρπάξει κάτι από το σακ βουαγιάζ γιατί φορούσε ένα σορτς και μια φανέλα. Διάολε.
Η Ινγκριντ κοίταξε μέσα στην ντουλάπα και βρήκε μόνο μερικά λευκά σατέν νυχτικά. Ξεφύσηξε. Τι βλακεία κι αυτή. Τι βλακεία να μείνουν σε αυτό τα παλάτι, σε έναν ξένο και σε αυτή χώρο.
Πήρε από το βαλιτσάκι της ένα απλό πιτζαμάκι και μπήκε στην τουαλέτα για να ετοιμαστεί. Εκείνος εντωμεταξύ είχε ξαπλώσει στον καναπέ. Χωρίς σεντόνι. Χωρίς μαξιλάρι. Χάζευε κάτι στο κινητό του.
«Πάρε ένα από τα σεντόνια από το κρεβάτι μου» του φώναξε ενώ προσπαθούσε να ξεντυθεί. Εκείνος δεν απάντησε αλλά τον άκουσε να σηκώνεται.
Έβγαλε τις φουρκέτες από το κεφάλι της και άφησε τα μαλλιά της να χυθούν στην πλάτη της. Μέτρησε 33 τσιμπιδάκια και φουρκέτες συνολικά. Πονούσε το κεφάλι της. Προσπάθησε ξανά να βγάλει το νυφικό της αλλά μάταια. Ξεβάφτηκε προσεκτικά για να μη λερώσει το φόρεμα και μετά προσπάθησε και πάλι. Βγήκε από το μπάνιο και κοντοστάθηκε μπροστά του.
«Χρειάζομαι τη βοήθειά σου» του είπε απλά. Εκείνος την κοίταξε. «Πρέπει να βγάλω το νυφικό» ψέλλισε. «Έχει 20 κουμπιά και δεν τα φτάνω. Μπορώ να φωνάξω τα κορίτσια αλλά…».
«Θα το κάνω εγώ» τη διέκοψε εκνευρισμένος, λες και τον είχε βάλει να κάνει καταναγκαστικά έργα. Η Ινγκριντ έμεινε ακίνητη και τον περίμενε να ξεκουμπώσει τα κουμπιά γρήγορα και αποτελεσματικά, σίγουρη ότι αυτό το είχε κάνει εκατοντάδες φορές και με διαφορετικές γυναίκες. «Εντάξει» της είπε και την άφησε, όταν η πλάτη της είχε απελευθερωθεί. Η Ινγκριντ πήγε στο μπάνιο, ξεντύθηκε κανονικά, και αφού φόρεσε την πιτζάμα της, επέστρεψε στο υπνοδωμάτιο.
«Μπορούμε τουλάχιστον να είμαστε ευγενείς μεταξύ μας» του είπε όταν ξάπλωσε και η σιωπή μέσα στο δωμάτιο κόντευε να την πνίξει. Τι στο καλό; Νόμιζε ότι μόνο αυτός υπέφερε;
«Δε βλέπω το λόγο» είπε εκείνος, παίζοντας με το κινητό του. «Μπορούμε να συνυπάρχουμε ειρηνικά, ναι, αλλά η ευγένεια δεν είναι το φόρτε μου».
«Είναι και το DNA σου στη μέση» πέταξε εκείνη, ανίκανη να συγκρατήσει τα νεύρα της. Εκείνος γέλασε μέσα στο σκοτάδι. «Είσαι ένας άξεστος χωριάτης».
«Συνήθισέ το, γιατί θα είμαστε για πάντα μαζί» της είπε με δραματικό τόνο.
«Ε όχι και για πάντα» του είπε. «Είχαμε πει δέκα χρόνια» του θύμισε.
«Και μία βδομάδα πολύ μού φαίνεται» είπε εκείνος. Η Ινγκριντ ξεφύσηξε.
«Αν προσπαθούσες να μην είσαι τόσο βλάκας, και μιλούσαμε σαν ώριμοι άνθρωποι, θα ήταν πιο εύκολο» του πρότεινε σε μια ύστατη απόπειρα να τον συνετίσει.
«Σκέφτομαι ότι πρέπει να μιλήσουμε για το διάδοχο κάποια στιγμή» την αποστόμωσε. Η Ινγκριντ πήρε μια κοφτή ανάσα.
«Ποιον διάδοχο; Εσένα;» ρώτησε αν και ήξερε την απάντηση.
«Σκέφτομαι σε έξι μήνες να υποβληθείς σε εξωσωματική. Σε πειράζει να κάνουμε άμεσα παιδί;». Η Ινγκριντ ειλικρινά δεν πίστευε όσα άκουγε. Το ήξερε ότι έπρεπε να το κάνουν κι αυτό, αλλά δεν περίμενε να το ακούσει τόσο ξερά.
«Δεν είμαι ρομπότ» του απάντησε κοφτά.
«Σκέφτηκα να πάμε στην Αγγλία για πλήρη εχεμύθεια» επέμεινε εκείνος.
«Μόλις αποφασίσεις, πες μου και σε τι σχολείο θες να πάει η κόρη ή ο γιος μας» ειρωνεύτηκε.
«Ο γιος μας» είπε δυναμικά «θα πάει σε κολλέγιο στην Ελβετία. Τι άλλο;».
«Είσαι τρελός. Το ξέρεις;» τον ρώτησε. Ήθελε να γελάσει.
«Είμαι ρεαλιστής. Παντρευτήκαμε για ένα λόγο. Για να αξίζει όλη αυτή η θυσία, πρέπει να είμαστε αποτελεσματικοί».
«Δε σε υποχρέωσα εγώ να με παντρευτείς».
«Δε σε χάλασε! Προτιμούσες έναν πόλεμο; Είσαι ανίκανη να διοικήσεις. Δεν έχεις πυγμή» της θύμισε.
«Δε με ξέρεις καθόλου. Πώς τολμάς και μου λες τόσο άσχημα πράγματα; Ο πατέρας μου πέθανε πρόσφατα. Δεν είχα όρεξη για τίποτα και…»
«Όταν είσαι ηγέτης, δεν έχεις χρόνο για πένθος. Η οικογένειά σου είναι ο λαός σου. Εσύ μπέρδεψες τις προτεραιότητές σου».
«Είσαι πορωμένος» τον κατηγόρησε.
«Τιμή μου. Αγαπώ τη χώρα μου και θα έκανα τα πάντα».
«Απλώς είσαι πολύ αδύναμος χαρακτήρας» του πέταξε εκείνη. «Δεν αγαπάς τη χώρα σου» ανασηκώθηκε. Εκείνος δεν έπαιζε πια με το κινητό του και την κοιτούσε. «Είσαι ένα πιόνι και κάνεις ό,τι θέλει ο μπαμπάς σου. Δεν έχεις το θάρρος να του πεις όχι» τον βομβάρδισε. Τον είδε να σφίγγεται ολόκληρος, αλλά δε φοβήθηκε. Κάτι της έλεγε ότι δεν κινδύνευε η σωματική της ακεραιότητα μαζί του.
Για λίγο δε μίλησε. Απλώς την κοιτούσε, ρουθουνίζοντας αργά, προσπαθώντας με δυσκολία να συγκρατήσει τα νεύρα του.
«Δρω για το καλό του λαού μου. Αν αυτό περιλαμβάνει και τον πατέρα μου, έχει καλώς» της είπε μέσα από σφικτά δόντια.
«Και το δικό σου καλό; Δεν περιλαμβάνεται σε αυτό του λαού σου; Θες εσύ να βρίσκεσαι σε έναν άβολο καναπέ σε ένα ξένο σπίτι, σε μια ξένη χώρα, με μια γυναίκα που εμφανώς σιχαίνεσαι;».
«Δε σε σιχαίνομαι» της είπε απλά. Η Ινγκριντ εξεπλάγη που αυτό ήταν το μόνο που διέψευσε. «Απλώς αδιαφορώ» συμπλήρωσε και η Ινγκριντ σκέφτηκε ότι καμία γυναίκα δε θα ήθελε να ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο. Αδιαφορία;
«Έστω» του είπε.
«Θα κάνω ό,τι πρέπει. Όχι ό,τι θέλω» της είπε.
«Τι θέλεις;» τον ρώτησε εκείνη. «Δεν έχεις προσωπικές φιλοδοξίες; Όνειρα;»
«Δε σε αφορά αυτό» της το ξέκοψε.
«Τι στο καλό με αφορά επιτέλους;» ξέσπασε εκείνη. Δε γινόταν να συζητήσει καν μαζί του.
«Δεν ξέρω. Τι θα φορέσεις αύριο, υποθέτω» απάντησε εκείνος ξερά.
«Είσαι γελοίος» του είπε εκείνη και ξάπλωσε ξανά πίσω. «Ελπίζω αύριο το πρωί να μη σε βρω εδώ».
«Ξυπνάω νωρίς» της είπε εκείνος ήρεμα.

«Μακάρι να μην ξυπνούσες καθόλου» είπε εκείνη και εκείνος γέλασε.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Κεφάλαιο 6-ρύζια


Πόσο γελοίο όλο αυτό. Αν δε διακυβεύονταν όλα αυτά, θα γελούσα. Αν δεν ήταν στραμμένα πάνω μου 200 ζευγάρια μάτια μέσα στην εκκλησία και μερικά εκατομμύρια που καραδοκούσαν για μια φωτογραφία, αν δεν κινδύνευα να ρεζιλευτώ και να μπλέξω τη χώρα μου σε πόλεμο, θα έσκιζα το τούλι που μου κρύβει το πρόσωπο και θα έτρεχα προς της πλησιέστερη έξοδο. Θα έπαιρνα ένα ελικόπτερο και θα έφευγα μερικές μέρες διακοπές. Δε θα ξανάβλεπα ποτέ αυτό τον απαίσιο άνθρωπο που με εκβίασε να τον παντρευτώ, δε θα ένιωθα ότι προδίδω τον πατέρα μου και όλη μου την ύπαρξη, δε θα μου ερχόταν να κάνω εμετό, δε θα μισούσα τον εαυτό μου που δε βρήκα άλλη λύση.

Το εννοούσε. Αρνήθηκα την πρότασή του πολλές φορές και προσπάθησα να καθυστερήσω, να βρω μια άλλη λύση. Ώσπου μια ωραία πρωία, με ενημέρωσαν ότι κατευθύνονται προς τα παράλιά μας πέντε πολεμικά πλοία. Ήξερα τι ήταν. Για ποιο λόγο έρχονταν. Είδα τον τρόμο στα μάτια του θείου μου. Είχα στα χέρια μου το μέλλον δύο εκατομμυρίων ανθρώπων. Δεν είχα δικαίωμα να παίζω με αυτό. Ο Πάτρικ ήταν αυτός που μου είπε την κουβέντα που περίμενα να ακούσω. «Κάν’το για την πατρίδα μας. Δεν υπάρχει σωτηρία για τη χώρα μας αλλιώς».

Μου φαίνεται τραγελαφικό το πόσο όμορφος είναι. Στέκεται δίπλα στον ιερέα, στον καθεδρικό του Αγίου Σεβαστιανού, και εγώ περπατάω αργά, με συρτά βήματα, στηριζόμενη στο μπράτσο του θείου μου. Με κοιτάει σταθερά, αλλά τα βλέμμα του είναι όπως πάντα ανεξιχνίαστο. Ίσως ήταν λίγο πιο εύκολο αν δεν ήταν τόσο γοητευτικός. Καμιά φορά, παρόλο που τον σιχαίνομαι για τον τρόπο που με εκβίασε, πιάνω τον εαυτό μου να τον χαζεύει. Είναι απαίσιος, αλλά είναι χάρμα οφθαλμών.

Ο πατέρας του στέκεται αγέρωχος πλάι στη βασίλισσά του και δεν χαμογελούν. Σε εμένα είναι εμφανές ότι χαίρονται για αυτή την εξέλιξη αλλά ξέρουν να κρύβουν τα συναισθήματά τους. Κι εγώ όμως, αν το σκεφτείς, μάλλον φαίνομαι ήρεμη κι ας μην είμαι. Προσπαθώ να θυμάμαι πόσα κερδίζω από αυτή τη συμφωνία. Η χώρα μου μένει ασφαλής. Οι χώρες μας ενώνονται, αλλά έχω διοικητική ισχύ. Και ο λαός μου; Ο προδότης λαός μου είναι ενθουσιασμένος. Το ίδιο και οι απέναντι. Μια καλή προπαγάνδα και όλοι είναι χαρούμενοι. Η ομάδα δημοσίων σχέσεων των απέναντι ανέλαβε την «καμπάνια». Διέδωσαν την ρομαντική ιστορία ότι ερωτευτήκαμε κεραυνοβόλα. Τελικά είχε δίκιο ότι όλοι αγαπούν μια καλή ρομαντική ιστορία. Μόλις διαβεβαιώθηκαν ότι η πρωτεύουσα της χώρας θα συνεχίσει να είναι η Γρεδόρα, λες και αυτό ήταν το μόνο πρόβλημα, ανακουφίστηκαν. Και φυσικά, υποδέχτηκαν την ιδέα ότι θα υπάρχει άντρας στη ζωή μου με μεγάλη ανακούφιση. Λες και είμαι ανίκανη για δικαιοπραξία, λες και χρειάζομαι κηδεμόνα. Κούνια που τους κούναγε. Πού να ήξεραν.

Μου αγγίζει το χέρι και νιώθω ένα ρεύμα να με διαπερνάει. Τον κοιτάω. Με κοιτάει. Χαμογελάει αχνά. Το διασκεδάζει; Ικανό τον έχω. Η τελετή είναι ατελείωτη. Η χορωδία ψάλλει, οι ιερείς το ίδιο. Οι καλεσμένοι χαμογελούν. Οι φωτογράφοι περιμένουν σαν τους γυπαετούς έξω για μερικές φωτογραφίες. «Ο γάμος του αιώνα» έγραψε ο τύπος. «Ο γάμος που θα σβήσει το μίσος». «Ένας γάμος τους χώρισε, ένας γάμος τούς ενώνει». «Βασιλικός έρωτας». «Φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον». Αυτό το τελευταίο με αποτελείωσε. Πρέπει να γελούσα πέντε λεπτά μέσα όταν είδα τη δημοσίευση λίγες μέρες πριν από το γάμο.

«Και τώρα μπορείς να φιλήσεις τη νύφη» ακούω τον ιερέα να λέει και γουρλώνω τα μάτια. Τα είχα σκεφτεί όλα. Διάλεξα ένα φόρεμα από δαντέλα, αριστοκρατικό, αλλά όχι πολύ βαρύ. Διάλεξα ένα χτένισμα απλό και διακριτικό μακιγιάζ σε ροζ αποχρώσεις. Έδειχνα τέλεια και πρέπει να ήμουν τέλεια. Όλα τα είχα οργανώσει. Αλλά είχα ξεχάσει αυτή τη μικρή λεπτομέρεια. Με κοιτάει με έναν τρόπο που μου κόβει τα πόδια και με πλησιάζει αργά. Ακουμπάει τα χείλη του στα δικά μου λίγο. Πολύ λίγο. Όλοι ξεσπούν σε ξέφρενα χειροκροτήματα. Διπλωμάτες από όλο τον κόσμο, γαλαζοαίματοι, φίλοι και συγγενείς. Εκείνος με κοιτάει, με ένα ερωτηματικό να πλανάται στα μάτια του. Νιώθω ότι με ρωτάει κάτι αλλά δεν ξέρω τι. Αγγίζω στιγμιαία τα χείλη μου, ασυναίσθητα, παγωμένη στη θέση μου. Δεν ξέρω τι να κάνω και γυρίζω προς τον κόσμο. Τους χαιρετάω με μια ευγενική χειρονομία. Εκείνος κάνει το ίδιο. Οι πόρτες ανοίγουν απότομα και χιλιάδες φλας αστράφτουν προς το μέρος μας. Αυτό είναι. Αρχίζει η παράσταση.
 


Δημοκρατικες διαδικασιες

Κορίτσια, άντρα έχω βρει.
Για Ινγκριντ προτιμάτε Candice Swanepoel ή Doutzen Kroes?

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

κεφάλαιο 5-ρομαντικούλης



Η Ινγκριντ πρέπει να είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό, γιατί τον είδε να κοιτάει τα μισάνοιχτα χείλη της. Περίμενε καρτερικά να τον δει να γελάει, αλλά δεν το έκανε. Έβηξε ξερά για να καθαρίσει το λαιμό της. Ξεκίνησε να λέει κάτι, αλλά δεν ολοκλήρωσε. Δεν ήταν σίγουρη ότι είχε ακούσει καλά.
«Πλάκα θα κάνετε σίγουρα» του είπε, χωρίς να ρωτάει. Ήταν μια απλή, καταφατική πρόταση. Εκείνος έγνεψε αρνητικά.
«Μα σκεφτείτε το» είπε σχεδόν ενθουσιασμένος. «Με αυτή τη λύση, τα δύο βασίλεια θα ενωθούν και δεν θα υπάρχουν απώλειες όσον αφορά στη δημόσια εικόνα μας. Ίσα ίσα. Όλοι αγαπούν ένα καλό ρομάντζο. Θα αφήσουμε να διαρρεύσει ότι ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά ή κάτι τέτοιο. Ο λαός σας θα απολαύσει σταθερότητα και ο λαός μου θα έχει επιτέλους την αναγνώριση που έχει ανάγκη».
«Πλάκα κάνετε» επανέλαβε εκείνη. Σιγά σιγά άρχιζε να πιστεύει ότι το εννοεί. Στ’ αλήθεια το εννοούσε; Πίστευε ότι κάτι τόσο γελοίο θα έπειθε τον κόσμο; Πίστευε ότι θα ανεχόταν για άντρα της κάποιον σαν κι εκείνον;
«Όχι, δεν κάνω πλάκα» έσμιξε εκείνος τα φρύδια. «Και καταλαβαίνω ότι σας ακούγεται τρελό, αλλά σκεφτείτε το. Δεν έχετε πολλές επιλογές. Αν δε δεχτείτε, στο τέλος της βδομάδας θα σας επιτεθούμε» την απείλησε ανοιχτά.
«Μα είπατε ότι αυτό δε θα κάνει καλό στη δημόσια εικόνα σας» του θύμισε. Εκείνος μόρφασε.
«Το έχουμε σκεφτεί αυτό. Θα αντέξουμε λίγη αντιπάθεια ακόμα. Η επόμενη γενιά όμως, θα απολαμβάνει τα εδάφη σας και κανείς δε θα θυμάται τίποτα. Έχετε προσέξει πόσο γρήγορα ξεχνάει ο κόσμος; Επίσης, έχετε προσέξει πόσα προβλήματα μαστίζουν τον κόσμο; Οικολογικές καταστροφές, πυρηνικές δοκιμές, τρομοκρατία. Νομίζω δε θα ασχοληθούν επί μακρώ μαζί μας. Καλό είναι να αποφύγουμε κάτι τόσο ριζοσπαστικό, αλλά δε θα σκάσουμε κιόλας» ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.
«Δεν μπορεί να μιλάτε τόσο αδιάφορα για έναν επικείμενο πόλεμο. Για θάνατο».
«Στο χέρι σας είναι να τα αποφύγουμε όλα αυτά. Αν παντρευτούμε, θα βασιλεύσουμε μαζί και όλα θα πάνε καλά».
«Πόσο ρομαντικό!».
«Περιμένατε λουλούδια μήπως;» την ειρωνεύτηκε.
«Από έναν Εστόριο; Δεν περίμενα να ξέρετε καν τι είναι τα λουλούδια» γέλασε εκείνη. Για λίγη ώρα δε μίλησαν. Απλώς εκείνος έπινε αργά τον καφέ του κι εκείνη έπαιζε νευρική με τα μαλλιά της.
«Αυτό που μου ζητάτε είναι τρελό» του είπε. «Όσο και αν το σκεφτώ, δε βρίσκω το πώς θα μπορούσε να δουλέψει. Εγώ έχω μάθει να μισώ τη χώρα σας κι εσείς υποθέτω τη δική μου. Μου είστε αντιπαθής. Δεν μπορώ να σκεφτώ ότι θα είμαι σύζυγός σας, σύζυγος ενός Εστόριου. Δε θέλω να μοιραστώ την εξουσία, δε θεωρώ ότι είμαι ανίκανη»
«Τότε τι προτείνετε;» είπε εκείνος. «Και τι ακριβώς έχετε στο μυαλό σας; Ότι θα γνωρίσετε κάποια στιγμή έναν νεαρό και θα ερωτευτείτε σφόδρα και θα γίνετε βασίλισσα;».
«Γιατί όχι;».
«Γιατί είστε αυτή που είστε!» είπε εκείνος έντονα. «Δεν μπορεί να πιστεύετε ότι θα σας ερωτευτεί κανείς ειλικρινά. Όλοι εποφθαλμιούν τη θέση σας. Κανείς δε θα σας αντιμετωπίσεις ως ίση. Αυτό είναι κάτι που μόνο εγώ μπορώ να σας προσφέρω. Ειλικρίνεια για τις προθέσεις μου».
«Ανυπομονώ» είπε εκείνη ξερά.
«Είναι μεγάλο στοίχημα για μένα να σας πείσω και να αποφύγω μια κοστοβόρα σύρραξη».
«Και εσείς;» τον ρώτησε ξαφνικά. «Εσείς θέλετε να παντρευτείτε μια ξένη; Εμένα;» ανασήκωσε με δυσπιστία τα φρύδια. Ήταν σοκαρισμένη.
«Εγώ γενικά δε θέλω να παντρευτώ. Οπότε αν είναι να το κάνω, καλό είναι να γίνει για καλό σκοπό. Και αυτός είναι ένας καλός σκοπός».
«Ο πατέρας μου με έμαθε να περιμένω. Και αυτό κάνω. Αντί να αρπάξω την ευκαιρία να παντρευτώ κάποιον γαλαζοαίματο και να γίνω βασίλισσα, περιμένω, κύριε. Και δεν είστε εσείς αυτό που περιμένω» τον διαβεβαίωσε.
«Μήπως θέλετε να το σκεφτείτε λιγάκι; Ίσως σας σόκαρα και ομολογώ ότι μπορώ να είμαι λίγο δυσάρεστος αν θέλω. Πάρτε το χρόνο σας» της είπε. Η Ινκριντ ανακουφίστηκε. «Θα περιμένω έξω» της είπε και εκείνη άρχισε να γελάει. Την κοίταξε μπερδεμένος.
«Πολύ χρόνο μου αφήνετε!» είπε εκείνη. Η κατάσταση έμοιαζε πραγματικά αστεία. Θα το διασκέδαζε περισσότερο, αν ο άντρας απέναντί της δεν σηκωνόταν απότομα, θυμίζοντάς της πόσο εντυπωσιακά ψηλός, πόσο γυμνασμένος και κομψός ήταν. Είχε πιάσει τον εαυτό της να αφαιρείται, να χαζεύει τα τέλεια χαρακτηριστικά του, τα γκρίζα μάτια και τα πυκνά μαλλιά του. Ήταν πράγματι  ένας εντυπωσιακός άντρας που αιχμαλώτιζε το βλέμμα. Κρίμα που ήταν αυτός που ήταν. Κρίμα, κρίμα.
«Πρέπει να μιλήσω με τους συμβούλους μου. Δε γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα» του είπε, όταν εκείνος κοντοστάθηκε. «Ο γάμος περιλαμβάνει πολλά…και…» σταμάτησε. Πρέπει να είχε κοκκινίσει. Κοιτούσε τα πόδια της.
«Δε θα περιλαμβάνει τίποτα τέτοιο ο δικός μας» της είπε με σιγουριά. Η Ινγκριντ έγνεψε χωρίς να τον κοιτάει. Ήταν στριμωγμένη. Δεν υπήρχε διαφυγή.




Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

κεφάλαιο 4-πυρηνική ενέργεια


«Είναι απειλή αυτή;» τον ρώτησε. Είχε αρχίσει να νιώθει άβολα και σκέφτηκε προς στιγμή να καλέσει τον θείο της. Δεν ήθελε όμως να του δείξει ότι τον φοβόταν.
«Όχι, όχι. Μη φοβάστε» της είπε ήρεμα, αν και όλο του το σώμα απέπνεε μια αδιόρατη απειλή για τις αισθήσεις της.
«Δε φοβάμαι» του είπε μηχανικά. Εκείνος γέλασε ξερά. Το ήξερε ότι της προκαλούσε ένταση.
«Ηρθα να συζητήσουμε κάτι» της είπε και έπλεξε τα δάχτυλά του αργά. Την κοίταξε. «Είναι κάτι που πρέπει να σκεφτείτε καλά πριν απαντήσετε. Ελπίζω να δείξετε τη δέουσα ωριμότητα και ψυχραιμία».
«Δε μου αρέσουν τα πολλά λόγια, κύριε Σέζαρ» του είπε εκείνη και κοίταξε με έκδηλη αγένεια το ρολόι της.
«Υψηλότατος» τη διόρθωσε. Η Ινγκριντ έμεινε ανέκφραστη. Δεν υπήρχε περίπτωση να του αναγνωρίσει το αξίωμα. Είχαν αυτονομηθεί και είχαν κλέψει εδάφη της χώρας της. Εκείνος συνέχισε να την κοιτάει για λίγο, περιμένοντας, αλλά τελικά παραιτήθηκε και συνέχισε να μιλάει. «Η χώρα μου είναι μικρή αλλά οικονομικά πολύ ισχυρή» της είπε με περηφάνια. «Δύο αιώνες τώρα, οι πρόγονοί μας αλλά και η σημερινή γενιά έχουν χύσει ιδρώτα για να φτάσουμε να έχουμε το ΑΕΠ που έχουμε. Παράγουμε και εξάγουμε αγροτικά προϊόντα και χάλυβα και έχουμε τρία υπερσύγχρονα ναυπηγεία, εργοστάσια παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας, δύο λατομεία και προσφέρουμε χαμηλή φορολογία σε εταιρείες ώστε να παρέχουμε σε πολλές πολυεθνικές ένα φορολογικό παράδεισο».
«Συγχαρητήρια» του είπε ξερά. Λίγο πιο ξερά από όσο σκόπευε. Δεν ήθελε να του δείξει πόσο ζήλευε που η χώρα τους άνθιζε οικονομικά, αλλά δεν μπόρεσε να κρατηθεί.
«Ευχαριστώ» είπε εκείνος, προσποιούμενος ότι δεν κατάλαβε την ειρωνεία της. Και συνέχισε ακάθεκτος. «Καταλαβαίνετε ότι έχουμε πολλά έσοδα. Έσοδα που επενδύουμε στην παιδεία, στην κοινωνική ευμάρεια αλλά και σε στρατιωτικό εξοπλισμό». Η Ινγκριντ δεν καταλάβαινε τι της έλεγε και πού το πήγαινε αλλά έκανε υπομονή. Μήπως σκόπευε να την τρομάξει; «Η αλήθεια είναι ότι μας το κάνετε πολύ εύκολο» της χαμογέλασε.
«Δεν σας καταλαβαίνω».
«Με τον εξοπλισμό που έχουμε, θα μας πάρει περίπου δύο ώρες να καταλάβουμε και να κατακτήσουμε το βασίλειό σας» της είπε. Η Ινγκριντ πάγωσε. «Έχουμε καλά εκπαιδευμένους άντρες. Άντρες που έχουν ζυμωθεί με μίσος για εσάς. Δε νομίζω ότι είστε σε θέση να μας αντιμετωπίσετε».
«Τι μου λέτε ακριβώς;».
«Σας λέω ότι μπορώ με ένα τηλέφωνο να κάνω το βασίλειό σας δικό μου. Δικό μας» της είπε.
«Και τι πιστεύετε ότι θα πει ο λαός μου; Ότι είστε μεγάλος και τρανός;».
«Έχετε χάσει κάθε σεβασμό, κυρία μου» της είπε εκείνος χωρίς περιστροφές. «Ο λαός σας φοβάται. Μπορεί και να χαρούν αν σας κατακτήσουμε. Αν επιτέλους κυβερνήσει κάποιος με πυγμή».
«Ένας γυπαετός;» του πέταξε.
«Ένας ικανός άνθρωπος. Εσείς είστε μια πάνινη κούκλα. Δεν παίρνετε αποφάσεις και αφήνετε να κυλάει ο χρόνος. Είστε απλός παρατηρητής μιας έκρυθμης κατάστασης».
«Πώς τολμάτε;» τον διέκοψε εκνευρισμένη.
«Ο λαός σας δεν σας έχει πια εμπιστοσύνη. Φοβούνται ότι δεν είστε σε θέση να διοικήσετε το βασίλειο. Ο στρατός σας έχει διαλυθεί και δεν έχετε εξοπλισμό. Λεφτά δεν έχετε» συνέχισε να την πυροβολεί.
«Πού το ξέρετε αυτό;» τον ρώτησε, μόνο και μόνο για να τον σταματήσει.
«Ποιος δεν το ξέρει; Εκτός αν έχετε κάποιο κρυφό αδαμαντωρυχείο. Αλλά αν έχετε, γιατί μειώνεται κάθε χρόνο το βιοτικό επίπεδο στη χώρα;».
«Η ερμηνεία που δίνετε στα γεγονότα είναι υποκειμενική» του είπε. Έλεγε αλήθεια όμως. Σε όλα. Με μαθηματική ακρίβεια.
«Είμαι απόλυτα αντικειμενικός, και όσα λέω είναι αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας και προετοιμασίας». Η Ινγκριντ ντράπηκε που δεν είχε κάνει κι αυτή το ίδιο. Δεν ήξερε σχεδόν τίποτα για τους δίπλα. Πώς ήταν δυνατόν να μην έχει μελετήσει την κοινωνία τους, την οικονομία τους; Πώς ήταν δυνατόν να μην ξέρει ονομαστικά όλη την βασιλική οικογένεια; Μήπως αυτό ήταν ενδεικτικό της ανικανότητάς της να κυβερνήσει; Ο Πάτρικ συχνά της έλεγε ότι έπρεπε να πάρει το χρόνο της μέχρι να νιώσει έτοιμη αλλά ξαφνικά ένιωθε ηλίθια. Όχι έτοιμη.
«Μάλιστα. Εκτός από το να με προσβάλετε μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, τι άλλο θέλετε;» τον ρώτησε μετά από μια παύση. Ο άντρας απέναντί της την κοιτούσε σταθερά. Αλλά στο βλέμμα του δεν έβλεπε τίποτα.
«Θέλω…θέλουμε» είπε αργά «το βασίλειό μας να αποκτήσει αίγλη» της είπε και η Ινγκριντ άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. Εκείνος είδε το σοκ της και έσπευσε να διευκρινίσει. «Η χώρα μου είναι πλούσια και ισχυρή, αλλά δεν εμπνέει θαυμασμό.  Είναι το μόνο που έχει η δική σας χώρα σε σχέση με τη δική μου» συμπλήρωσε. Η Ινγκριντ έκανε μια γκριμάτσα. Του έβγαινε πολύ φυσικά να την προσβάλει.
«Στα εδάφη σας έχουν βρεθεί αρχαία, έχετε πιο πλούσιο φυσικό περιβάλλον, πολύ τουρισμό και ως εκ τούτου, όλη η παγκόσμια κοινότητα γνωρίζει για εσάς. Εμείς είμαστε μια πλούσια χώρα, αλλά είμαστε ο φτωχός συγγενής. Δεν ξέρει κανείς πού βρισκόμαστε στο χάρτη και θα έλεγα ότι αν ερχόταν κάποιος στη χώρα μας δε θα είχε και πολλά να κάνει».
«Κρίμα» του είπε ξερά, χωρίς να το εννοεί. Σίγουρα εκείνος το εισέπραξε αυτό. Αλλά δε φάνηκε να τον πειράζει.
«Σκεφτήκαμε λοιπόν» της είπε και ήπιε μια γουλιά καφέ «να κατακτήσουμε τα εδάφη σας, ώστε να γίνουμε πάλι μια ενιαία χώρα». Η Ινγκριντ κόντεψε να πνιγεί με το σάλιο της και άρχισε να βήχει. Ήπιε λίγο νερό ενώ ο άντρας την κοιτούσε αδιάφορα, χωρίς να επιχειρήσει να τη βοηθήσει να μην πνιγεί μπροστά του. «Να ενώσουμε την οικονομική μας δύναμη με την αίγλη σας. Υπό τους όρους μας φυσικά».
«Και γιατί να το δεχόμουν εγώ;» ψέλλισε εκείνη.
Ο άντρας γέλασε. «Μα δεν θα περιμέναμε να δεχτείτε! Μιλάμε για πόλεμο».
«Πόλεμο; Μου λέτε ότι σκέφτεστε να μου κάνετε πόλεμο; Να σκοτώσετε ανθρώπους;»
«Πώς αλλιώς θα γινόταν; Θα το δεχόσασταν να αναλάβουμε την εξουσία αμαχητί;» τη ρώτησε. «τώρα που το σκέφτομαι» χαμογέλασε ειρωνικά «ικανή σας έχω να το δεχόσασταν τελείων παθητικά και αυτό».
«Είστε ένας απαίσιος άνθρωπος» του είπε η Ινκγριντ.
«Μου το έχουν ξαναπεί» είπε εκείνος αδιάφορα. «Η σκέψη να σας κατακτήσουμε κατέρρευσε βέβαια, γιατί σκεφτήκαμε ότι μια επίθεση εκ μέρους μας θα μας έκανε ακόμα πιο αντιπαθείς στον κόσμο, οπότε δε θα καταφέρναμε το σκοπό για τον οποίο κάναμε τον πόλεμο. Δεν είμαστε τρελοί» της είπε. Η Ινγκριντ σκέφτηκε κάτι αλλά δεν μίλησε. Εκείνος γέλασε λιγάκι. Μάλλον είχε καταλάβει. Ήταν περίεργο να μιλάει με έναν τόσο έξυπνο συνομιλητή. Σχεδόν διάβαζε τη σκέψη της. «Έτσι σκεφτήκαμε κάτι πιο δημιουργικό».
«Μιλάτε πάντα στον α’ πληθυντικό;» τον ρώτησε εκείνη.
«Μόνο όταν αναφέρομαι σε μένα και στον πατέρα μου».
«Και λειτουργείτε πάντα…σαν ντουέτο;».
«Αυτό απαιτεί η εύρυθμη λειτουργία της χώρας μας» είπε εκείνος, αλλά στο βλέμμα του είδε ότι κατάφερε μια ρωγμή στην πανοπλία του. Μα καλά, δεν έβλεπε ότι δεν είχε καθόλου προσωπική επιλογή;
«Και τι απαιτεί η εύρυθμη λειτουργία της Εστόρια λοιπόν; Αν όχι, πόλεμο, τότε τι;».
«Σκεφτήκαμε…σκέφτηκα…ότι εφόσον ένας γάμος χώρισε το βασίλειο, ένας δεύτερος γάμος θα μπορούσε να το ενώσει ξανά».
«Δεν καταλαβαίνω» είπε εκείνη μετά από μερικά δευτερόλεπτα άβολης σιωπής. Την κοιτούσε, λες και περίμενε να καταλάβει κάτι, αλλά η Ινγκριντ ήταν ειλικρινά μπερδεμένη.
«Τι ακριβώς δεν καταλαβαίνετε;» χαμογέλασε ο άντρας σατανικά. «Σας προτείνω να παντρευτούμε».






Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

κεφάλαιο 3: δηλητηριο


«Δεν καταλαβαίνω τι μπορεί να θέλει» είπε η Ινγκριντ. Ο Πάτρικ έλειπε και είχε στα χέρια της μια βόμβα έτοιμη να σκάσει. Πριν από 10 λεπτά την είχαν ενημερώσει ότι ένας διπλωματικός εκπρόσωπος των δίπλα είχε ζητήσει να τη δει. Τα νέα τής έφερε ο θείος της, ο οποίος έδειχνε εξίσου μπερδεμένος.
«Δεν ξέρω κι εγώ. Δεν έχω ιδέα ποιος είναι και τι θέλει. Μου κάνει εντύπωση που είναι εδώ. Δεν τους έχουμε απαγορέψει την είσοδο, αλλά δεν έχει έρθει κανείς αξιωματούχος ποτέ ως εδώ».
«Καλά, και πώς έφτασε στο νησί χωρίς να τον αντιληφθούμε; Αφού τα ελέγχουμε αυτά!» είπε η Ινγκριντ.
«Ηρθε με πτήση κατευθείαν από το Λονδίνο. Κανονικά. Εμπορική πτήση. Σαν κανονικός τουρίστας. Πού να τον αντιληφθούμε;».
«Να του πεις ότι δεν μπορεί να περιμένει να τον δεχτεί η αρχηγός κράτους έτσι απλά. Χωρίς ραντεβού» είπε αυστηρά εκείνη, αλλά κάτι της έλεγε ότι δε θα τέλειωνε έτσι εύκολα ο μπελάς.
«Δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα» είπε ο θείος της προβληματισμένος. «Είναι έξω και περιμένει. Θέλεις να δώσουμε τέτοια εικόνα; Μπορεί οι άνθρωποι να είναι ζώα, αλλά εμείς υποτίθεται ότι είμαστε ευγενείς» της είπε. Η Ινγκριντ ξεφύσηξε. Δεν ήθελε να αντιμετωπίσει την κατάσταση χωρίς τον Πάτρικ. Φοβόταν. Αλλά την έτρωγε και η περιέργεια να δει τι στο καλό ήθελε ο εκπρόσωπος της Εστόρια. Δεν είχε γνωρίσει ποτέ κανέναν από δαύτους. «Ίσως είναι ευκαιρία να δείξεις ένα πιο δυναμικό πρόσωπο. Να τους τρίξεις τα δόντια σχετικά με τις συνεχείς προκλήσεις τους».
«Ναι, και θα ιδρώσει το αυτί τους» είπε ξερά εκείνη. «Εδώ τις προάλλες βγήκαν στα μέσα και είπαν ότι θα μας έκαναν χάρη αν μας κατακτούσαν». Ο θείος Κρίστιαν φυσικά ήταν ενήμερος. Όλη η Γρεδόρα ήταν ενήμερη και ο κόσμος είχε θιχτεί πολύ από όλο αυτό. Και πάλι είχε αποτύχει να ανακουφίσει την οργή του λαού της όμως. Και πάλι είχε κλειστεί στο καβούκι της και δεν είχε αντιδράσει. Ντρεπόταν για αυτό, αλλά δεν είχε ιδέα τι να κάνει.
«Καλό μου κορίτσι» είπε γλυκά ο θείος της και της χάιδεψε το κεφάλι όπως έκανε όταν ήταν μικρή «είναι καιρός να αντιμετωπίσεις την κατάσταση».
«Μα ο Πάτρικ λείπει» είπε εκείνη.
«Ξέχνα τον Πάτρικ!» είπε εκείνος κοφτά. «Εσύ είσαι αρχηγός. Εσύ θα γίνεις βασίλισσα αργά ή γρήγορα. Πώς είναι δυνατόν να εμπιστεύεσαι τόσο πολύ κάποιον; Ούτε εμένα δεν πρέπει να εμπιστεύεσαι!».
«Θείε, εγώ…»
«Ινγκρντ, τέρμα!» τη διέκοψε. «Είναι κάποιος στην αίθουσα αναμονής και ζητάει να σε δει. Δεν μπορεί να σε βλάψει. Είναι μόνος του και είναι άοπλος. Θα είμαι στη διπλανή αίθουσα. Καλύτερα να δούμε τι στο καλό θέλει» της είπε.
Η Ινγκριντ έμεινε για λίγο σκεπτική. Είχε περιέργεια. Φοβόταν πολύ αλλά ήθελε να μάθει. Και φυσικά θα άδραττε την ευκαιρία να του πει ότι τη συμπεριφορά τους δεν ήταν πολιτισμένη.

Έκανε ένα νεύμα στο θείο της που εκείνος αμέσως ερμήνευσε. Της χαμογέλασε ζεστά και αποχώρησε αφού κανόνισαν σε ποιο δωμάτιο θα γινόταν η συνάντηση. Επέλεξαν το γραφείο της.
Η Ινγκριντ κατευθύνθηκε εκεί. Είχε μερικά λεπτά στη διάθεσή της μέχρι να συναντήσει τον άγνωστο άντρα. Είπε σε μια από τις κοπέλες να φέρει καφέ και μπισκότα. Είχε και ένα καλό μπράντι πάντα στο γραφείο και πούρα. Δεν την ένοιαζε και πολύ να του προσφέρει ό,τι θέλει. Δεν ήταν προσκεκλημένος της, αλλά εισβολέας, αν ήθελε να είναι ακριβής. Αυτά και πολλά του ήταν.

Άραγε θα είναι έστω ευπρεπώς ενδεδυμένος; Δεν ήταν σνομπ, αλλά μέσα σε ένα παλάτι, έπρεπε όλοι να είναι περιποιημένοι. Δεν ήταν δυνατόν να θέλει να συναντήσει μια βασίλισσα, έστω και εν αναμονή, φορώντας τσουβάλια. Άραγε ήξεραν οι δίπλα να ντύνονται σαν άνθρωποι ή ήταν ακόμα κολλημένοι στο παρελθόν; Σίγουρα ήταν μια πλούσια χώρα, αλλά είχαν…έστω και την ελάχιστη ιδέα περί μόδας και κομψότητας; Χλωμό.

Η πόρτα χτύπησε αρκετά δυνατά και η καρδιά της σφίχτηκε. Το νερό είχε κυλήσει στο ρυάκι. Δεν υπήρχε γυρισμός. Η πόρτα άνοιξε και ο θείος της πέρασε πρώτος, ανοίγοντας την πόρτα διάπλατα για να περάσει πίσω του ένας νέος άντρας.
«Να σας αφήσω» είπε ο θείος της και πριν προλάβει εκείνη να του πει ότι μπορεί να τους συντροφεύσει, είχε γίνει καπνός.

Η Ινγκριντ έκανε νόημα στον άντρα απέναντί της να καθίσει και εκείνος το έκανε.
«Σας ευχαριστώ που με δεχτήκατε» της είπε. Η Ιγκριντ απλώς έγνεψε. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Είχε σοκαριστεί από το θέαμα απέναντί της. Ο άντρας ήταν πολύ κομψά ντυμένος. Φορούσε ένα σπορ μπλε κοστούμι και δερμάτινα παπούτσια. Κρατούσε ένα χαρτοφύλακα και έδειχνε ήρεμος και δυναμικός. «Ονομάζομαι Τζάρεντ Σέζαρ» της είπε και έτεινε το χέρι του προς εκείνη. Η Ινγκριντ χαμογέλασε αχνά.
«Χρόνια έχουν να μου κάνουν χειραψία» του είπε. Συνήθως της υποκλίνονταν. Αν όχι, απλώς…δεν την άγγιζαν.
«Δεν σκόπευα να υποκλιθώ, οπότε δεν είχα άλλες επιλογές» της είπε και ανακάθισε. Το χαμόγελό της έσβησε. Ο άντρας απέναντί της δεν είχε όρεξη για χαλαρή συζήτηση προφανώς. Όχι ότι θα μπορούσε να κάνει χαλαρή συζήτηση μαζί του. Εκτός ότι ήταν εκπρόσωπος της Εστόρια, ήταν και…πώς μπορούσε να το θέσει κομψά…πολύ γοητευτικός.

Τον σέρβιρε καφέ χωρίς να τον ρωτήσει αν θέλει και τον παρατήρησε ενώ ρουφούσε αργά το υγρό. Τα χαρακτηριστικά του ήταν σχεδόν τέλεια. Είχε σμιλεμένα ζυγωματικά, γεμάτα χείλη, λείο δέρμα και ένα ζευγάρι μάτια τόσο υποβλητικά που ένιωθε να κοκκινίζει όταν την κοιτούσε. Όταν την αγριοκοιτούσε, για να είναι ακριβής.

Αυτός ο άντρας ήταν ένα υπέροχο θέαμα. Εμφανισιακά ήταν τέλειος. Κρίμα που ήταν Εστόριος. Κρίμα, κρίμα, κρίμα.

«Πραγματικά δεν έχω ιδέα τι μπορεί να θέλετε από εμένα» είπε εκείνη τελικά και του έτεινε μερικά μπισκότα. Αρνήθηκε.
«Η συζήτηση που θα κάνουμε σήμερα έχει καθυστερήσει κιόλας» της είπε κοφτά. Ήταν ανέκφραστος, αλλά δεν έδειχνε να νιώθει αμηχανία, όπως εκείνη.
«Παρακαλώ» τον παρότρυνε και ίσιωσε το φόρεμά της. Είχε διαλέξει ένα λινό φόρεμα ως το γόνατο, αλλά όπως καθόταν, είχε λιγάκι ανασηκωθεί και ένιωθε εκτεθειμένη. Όχι ότι έδειχνε και να σκανδαλίζεται εύκολα εκείνος.
«Γνωρίζετε φυσικά το πόσο δυνατό είναι το βασίλειό μας» είπε εκείνος και στη στεγνή φωνή του άκουσε την περηφάνια.
«Γνωρίζω πολλά για εσάς» είπε εκείνη με υπονοούμενο.
«Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω» είπε εκείνος και την κοίταξε. «Αν γνωρίζατε πολλά για εμάς, θα έπρεπε να αναγνωρίσετε το όνομά μου» της είπε. Η Ινγκριντ ένιωθε να μπερδεύεται ακόμα περισσότερο.
«Είστε κάποιος σελέμπριτι;» τον ρώτησε καυστικά. Γιατί έπρεπε να τον ξέρει;
«Μπορείς να το πεις κι έτσι» είπε εκείνος και έκανε μια γκριμάτσα που θύμισε χαμόγελο. Μόνο που δεν ήταν χαμόγελο. «Είμαι ο πρωτότοκος γιος του Θίοντορ Σέζαρ. Είμαι ο πρίγκιπας της Εστόρια και μελλοντικός βασιλιάς».

Η Ινκριντ δε μίλησε. Το σοκ τής είχε κόψει τα πόδια. Πόσο χαζή ήταν; Γνώριζε ότι ο γερό Φίοντορ είχε ένα γιο και μια κόρη. Αλλά δεν ήξερε πώς τους έλεγαν. Φυσικά το επώνυμο δεν ήταν γνωστό. Όλοι αποκαλούσαν τους μονάρχες με κάποιον τίτλο. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε αφήσει το λύκο να μπει στο σπίτι της.
«Δηλώσατε ότι είστε διπλωματικός αντιπρόσωπος. Δε θεωρείτε ότι είναι άπρεπο να λέτε ψέματα;» του γύρισε.
«Μα είμαι και αυτό. Απλώς είμαι και πρίγκιπας».
«Δυσκολεύομαι να το πιστέψω» του είπε.
«Περιμένατε να έρθω με λευκό άλογο;» την ειρωνεύτηκε. Η Ινγκριντ ξεφύσηξε.
«Ας αφήσουμε τις προσβολές» είπε απλά. «Πείτε μου το λόγο για τον οποίο ήρθατε μήπως και γλυτώσω από την παρέα σας».
«Δε νομίζω» είπε εκείνος και δάγκωσε λιγάκι το κάτω χείλος του. Η Ινγκριντ προσπάθησε να μην κοιτάξει.
«Τι δε νομίζετε;».
«Ότι θα γλυτώσετε σύντομα από την παρέα μου».






Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Κεφάλαιο 2- Σειρήνες στο Αιγαίο

Ο Πάτρικ βάδιζε νευρικά πάνω κάτω μέσα στο δωμάτιο της Ινγκριντ. Είχε γυρίσει εσπευσμένα από το ταξίδι του στις ΗΠΑ για να τη βοηθήσει να αντιμετωπίσουν μαζί την κρίση που είχε ξεσπάσει.
«Για να ανακεφαλαιώσω…» είπε και έξυσε το κεφάλι του. Ξαφνικά σταμάτησε να περπατάει.
Την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Κυκλοφόρησαν δημοσιεύματα, προφανώς από τους δίπλα, ότι είσαι ανίκανη να κυβερνήσεις, γιατί έχεις κάποια ψυχική ασθένεια».
«Σωστά» είπε η Ινγκριντ, αναψοκοκκινισμένη. Δεν πίστευε όσα διάβαζε να γράφονται εις βάρος της εδώ και μερικούς μήνες, αλλά αυτό το τελευταίο ήταν φρικτό. Τι να έκανε; Να έβγαινε να πει ότι δεν είναι όσα της προσάπτουν ή να τους αγνοήσει; 
«Και πού το στηρίζουν αυτό;» ρώτησε ο Πάτρικ, πιο πολύ μιλώντας στον εαυτό του.
«Έγραψαν ότι είναι κάτι κληρονομικό. Δεν είπαν τι ακριβώς, αλλά άφησαν να εννοηθεί ότι έχω κάτι κληρονομικό και ότι σταδιακά δε θα μπορώ να αντεπεξέλθω».
«Φταις κι εσύ!» της είπε εκείνος. «Αντί να εμφανίζεσαι πιο πολύ δημόσια και να μιλάς στην τηλεόραση, ζεις σαν ερημίτισσα. Πολύ θέλουν οι γλώσσες να αρχίσουν να μιλάνε;».
«Δεν έχω όρεξη. Δεν μπορώ να βγαίνω να κάνω δημόσιες σχέσεις για να αποδείξω ότι δεν είμαι τρελή».
«Και τι προτιμάς;» ρώτησε εκείνος ξερά. Η Ινγκριντ ήξερε ότι ο Πάτρικ δεν της χάιδευε ποτέ τα αφτιά και τον εκτιμούσε για αυτό. «Ακόμα δεν έχει γίνει η στέψη σου. Αν δεν παντρευτείς, δεν μπορείς να γίνεις και επίσημα βασίλισσα του κράτους. Όσο είμαστε σε αυτή την…ενδιάμεση κατάσταση, ο λαός νιώθει ανασφάλεια».
«Ο λαός πρέπει να ξέρει ότι θα έκανα τα πάντα για εκείνον. Πρέπει να ξέρουν ότι γεννήθηκα, μεγάλωσα και μορφώθηκα για να τους υπηρετώ πιστά» του είπε. Και ήταν η αλήθεια.
«Ναι, αλλά δεν είναι όλα τα μέλη του επιτελείου σου πιστά όπως εγώ. Φοβάμαι κάποια απόπειρα πραξικοπήματος».
«Και πραξικόπημα;» είπε εκείνη γελώντας πικρά. «Δε με φτάνουν οι δίπλα;».
«Καλύτερα ο εχθρός που ξέρεις, παρά ο άγνωστος εχθρός» της απάντησε ο Πάτρικ σοφά. «Τι θες να κάνω. Πες μου και θα το κάνω» ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της. Η Ινγκριντ ένιωθε πραγματικά άνετα μαζί του. Ήταν ακριβώς στην ηλικία της, πολύ συμπαθητικός, και ποτέ δεν την είχε κάνει να νιώσει άβολα, αν και πάντα πίστευε ότι ίσως της είχε κάτι παραπάνω από συμπάθεια.
«Δεν έχω ιδέα, Πάτρικ» του είπε εκείνη ειλικρινά. «Είμαι μπερδεμένη και αναποφάσιστη. Θέλω να είμαι πιο δυναμική, αλλά νιώθω πολύ εξαντλημένη, συναισθηματικά. Δεν μπορώ να βγαίνω και να εξηγώ ότι δεν είμαι τρελή».
«Πρώτο βήμα να διαλύσω την ομάδα τύπου» είπε ο Πάτρικ μονολογώντας. Η Ινγκριντ τον κοίταξε σοκαρισμένη. «Τι είναι; Περιμένατε να έρθω μετά από τρεις μέρες για να βγάλετε ανακοίνωση τύπου; Δεν μπορούν ούτε αυτό να διαχειριστούν;».
«Δεν είναι κρίμα να διαλυθεί όλη η ομάδα; Όλο το επιτελείο δημοσίων σχέσεων; Είναι μέσα άτομα που εμπιστεύομαι. Άτομα που τα ξέρω από μικρή. Άτομα που ο πατέρας μου είχε στηρίξει και τον είχαν στηρίξει».
«Μήπως έχουν όλοι χαλαρώσει λιγάκι επειδή είσαι πια μόνη σου; Θα τους ξηλώσω» είπε δυναμικά. «Σταμάτα να είσαι τόσο ευαίσθητη. Πρέπει να μάθεις να απολύεις. Θα βρούμε άλλους» της είπε και τον θαύμασε για τον δυναμισμό του. Ίσως είχε δίκιο τελικά. Ήταν μαλθακή.
«Θα το δούμε αυτό σε άλλη φάση» του είπε. Δεν της άρεσε να βιάζεται. «Τώρα πες μου τι να κάνω με τους δίπλα. Έχω ένα κακό προαίσθημα ότι μας κατασκοπεύουν».
«Γιατί το λες αυτό;» τη ρώτησε.
«Ένα υποβρύχιό τους άλλαξε πορεία και μας προσέγγισε πολύ, και μετά απομακρύνθηκε πριν προκληθεί επεισόδιο».
«Δε θα τολμήσουν να μας επιτεθούν» της είπε ήρεμα.
«Γιατί;» ρώτησε εκείνη φοβισμένη. «Μιλάμε για άξεστους ανθρώπους. Το βασίλειο των δίπλα είναι πλούσιο. Έχουν ένα σωρό στρατιωτικό εξοπλισμό. Εμείς τι έχουμε;».
«Ιστορία! Κύρος!» της είπε εκείνος. Η Ινγκριντ σώπασε. Όλα αυτά ήταν πολύτιμα, αλλά δεν έφταναν.
«Και πώς αυτό βοηθάει ακριβώς;»
«Θα αντιδράσει η παγκόσμια κοινή γνώμη. Ο κόσμος μας λατρεύει» είπε ο Πάτρικ. Η Ινγκριντ σώπασε. Η εισροή τουρισμού στο βασίλειο ήταν ανέκαθεν φοβερή. Ο κόσμος λάτρευε την πυκνή βλάστηση και τις υπέροχες λίμνες, το γραφικό τοπίο και τα μουσεία με τα τεχνουργήματα από την πλούσια ιστορία του βασιλείου. «Προτείνω να δώσεις χρόνο» κατέληξε.
«Δεν έχω και επιλογές» είπε εκείνη πικρά. «Δεν έχουμε στρατό, δεν έχουμε εξοπλισμό, δεν έχω επιθυμία για συρράξεις. Και επιπλέον, δεν έχω καν σχέδιο εθνικής άμυνας».
«Προτιμούσες να έχουμε τον Γιόχαν να σχεδιάζει πραξικόπημα πίσω από την πλάτη σου;» απάντησε ο Πάτρικ αμέσως. Διαφωνούσαν συχνά για την απόφαση του Πάτρικ να συνταξιοδοτήσει πρόωρα μερικούς ανώτερους αξιωματικούς.
«Δε μας είχε δώσει ποτέ δικαίωμα».
«Θα μας έδινε μια και καλή» απάντησε ο Πάτρικ σκληρά. Η Ινγκριντ δεν είχε όρεξη να διαφωνήσει, παρόλο που είχε πολλές αμφιβολίες για αυτή την απόφαση.
«Πάτρικ, θα ήθελα να ξεκουραστώ» τον παρακάλεσε. Βρίσκονταν στην δυτική πτέρυγα του μεγάλου κάστρου. Ήθελε ιδιωτικότητα και προτιμούσε αυτή την πτέρυγα, γιατί δεν είχε πολλά δωμάτια και άρα το προσωπικό ήταν περιορισμένο. Επίσης, η θέα στη Βόρεια Θάλασσα ήταν μαγευτική.
«Εντάξει» της είπε και αφού έγειρε λίγο μπροστά το σώμα του σε μια ελαφρά υπόκλιση, την άφησε μόνη.

Έβγαλε τα ρούχα της και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Τον τελευταίο καιρό δεν κοιμόταν καλά. Απλώς ξάπλωνε στο κρεβάτι και διάβαζε, ή δούλευε στο λάπτοπ της. Προσπάθησε να αποφύγει τα δημοσιεύματα που την αφορούσαν και ασχολήθηκε με το να γράψει ένα ευγενικό μέιλ, απαντώντας αρνητικά σε μια δημοσιογράφο που της ζητούσε συνέντευξη. Μετά παρήγγειλε ένα φόρεμα για μια μικρή δεξίωση που θα παρέθετε σε ένα μήνα προς τιμήν του θείου της, ο οποίος γινόταν 70 ετών. Ήταν ο μεγάλος αδερφός του πατέρα της και ουσιαστικά, ο θείος Κρίστιαν μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά τους, ήταν οι μόνοι εν ζωή συγγενείς που είχε.

Έκλεισε το λάπτοπ μετά από περίπου δύο ώρες, προσπαθώντας μάταια να κοιμηθεί. Ήταν πολύ κουρασμένη αλλά δεν την έπαιρνε ο ύπνος ξανά. Σκεφτόταν τα ίδια και τα ίδια. Πόσο αγαπούσε το λαό της, πόσο απογοητευμένη ήταν που δεν την εμπιστεύονταν, πόσο φοβόταν τους δίπλα μήπως επιτεθούν. Μα κυρίως σκεφτόταν πόσο μόνη ένιωθε, πόσο απροστάτευτη. Δεν είχε κάποιον σύντροφο. Σχεδόν ποτέ δεν είχε, εκτός από μερικές ανάλαφρες σχέσεις όσο σπούδαζε στην Ελβετία. Δεν είχε φίλους, εκτός από τον Πάτρικ. Δεν είχε συγγενείς, εκτός από το θείο και τα ανήλικα ξαδέρφια της. Όλα τα κορίτσια, σκέφτηκε, ονειρεύονται να γίνουν πριγκίπισσες. Βασίλισσες. Και αυτή; Αυτή ήθελε απλώς, να γίνει ένα απλό κορίτσι.







Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Εμπόλεμη Ζώνη-1-Καλή μας αρχή (με αργούς ρυθμούς αυτη τη φορά)

Το σκαλιστό ξύλινο ρολόι στον τοίχο έδειχνε 11.15 αλλά η Ίνγκριντ ένιωθε εξαντλημένη λες και ήταν βράδυ. Χάιδεψε με τα δάχτυλα το παλιό ξύλινο γραφείο του πατέρα της. Η φωτογραφία του ισχυρού αλλά και γλυκού μονάρχη κρεμόταν στον τοίχο. Είχε πεθάνει σε ένα τροχαίο δυστύχημα πριν από εννιά μήνες και την είχε αφήσει μονάχη, να παλεύει με τη μοναξιά της και ένα ολόκληρο βασίλειο.

Η μητέρα της είχε πεθάνει όταν η  Ίνγκριντ ήταν πέντε χρονών, δηλαδή πριν από 20 χρόνια. Είχε μεγαλώσει με τον πατέρα της και ένα σωρό νταντάδες, καθηγητές και εκπαιδευτές για να είναι έτοιμη μια μέρα να αναλάβει την εξουσία. Τα είχε μάθει όλα και μάλιστα άψογα. Μιλούσε τρεις ξένες γλώσσες, είχε σπουδάσει Διεθνές Δίκαιο και είχε μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση. Ήταν εξπέρ στο σαβουάρ βιβρ, είχε επαφές με όλους τους γαλαζοαίματους του πλανήτη, διάβαζε τα νέα από μικρό κορίτσι και ήταν πάντα σε θέση να ξέρει λεπτομερώς την κατάσταση στο εσωτερικό του μικρού βασιλείου του οποίου ήταν πριγκίπισσα.

Όλα ήταν υπέροχα. Ήταν νέα και όμορφη και ο πατέρας της είχε όλη την υπομονή του κόσμου μέχρι εκείνη να έβρισκε κάποιον και να τον παντρευόταν από γνήσιο έρωτα ώστε να βασιλεύσουν μαζί ευτυχισμένοι. Αργότερα. Πολύ αργότερα. Όχι τώρα Όχι όταν ήταν μόνο 25 ετών.

Πάντα ένιωθε πολύ δυνατή και πολύ ικανή. Όλοι την επαινούσαν για τις ικανότητές της, αλλά όταν ο πατέρας της έφυγε τόσο απότομα από τη ζωή, ένιωσε ξαφνικά πολύ μόνη. Και πολύ αδύναμη. Και αυτή η αίσθηση δεν την είχε εγκαταλείψει τόσους μήνες. Κάθε πρωί σηκωνόταν με βαριά καρδιά και έσερνε τα βήματά της μέχρι το γραφείο του πατέρα της για να μιλήσει με το επιτελείο της και να οργανώσει κάπως την κατάσταση στο βασίλειο, η οποία είχε αρχίσει να εκτροχιάζεται.

Αρχικά, ο λαός που κάποτε την λάτρευε και περίμενε να τη δει στα περιοδικά και να τη χαζέψει στην τηλεόραση, ο λαός που την αποκαλούσε «το λουλούδι της Γρεδόρα», τώρα είχε αρχίσει να νιώθει «ανασφάλεια» για το αν ήταν ικανή, «μια γυναίκα μόνη», να διοικήσει τη χώρα. Το επιτελείο της της πρότεινε να μην δίνει σημασία, άλλοι πρότειναν να διεξάγει εκλογές για πρώτη φορά στην ιστορία της Γρεδόρα για να ισχυροποιήσει τη θέση της, άλλοι της έλεγαν να επιβάλει φόρους για να φανεί πιο αυστηρή, άρα και πιο ικανή. Εκείνη δεν ήθελε τίποτα από αυτά. Ήθελε λίγο την ησυχία της. Λίγο χρόνο να θρηνήσει τον πατέρα της και την χαμένη νιότη της. Ξαφνικά ένιωθε 100 ετών.

Ευτυχώς είχε έναν καλό φίλο, τον Πάτρικ, και σε αυτόν έλεγε τα πάντα. Είχαν μεγαλώσει μαζί και ο πατέρας της τον είχε χρίσει υπεύθυνο για θέματα παιδείας στο βασίλειο. Στην ουσία, ο Πάτρικ, βοηθούσε σε όλα, και η  Ίνγκριντ ήθελε να του δώσει σε 2-3 χρόνια θέση υπουργού εσωτερικών υποθέσεων. Ήταν πολύ ικανός και την βοηθούσε πρακτικά όταν είχε ανάγκη. Δυστυχώς τώρα ο Πάτρικ έλειπε και έτσι δεν μπορούσε να μιλήσει μαζί του για αυτό το κακό προαίσθημα που είχε εδώ και μέρες.

Έκλεισε την ατζέντα της και έστειλε δύο μέιλ, απαντώντας προσεκτικά σε μερικές προσκλήσεις που της είχαν αποστείλει. Ήταν ακόμα σε πένθος, αλλά δειλά δειλά παρευρισκόταν σε κάποιες δεξιώσεις. Τις συγκεκριμένες όμως της απέρριψε και τις δύο. Ήταν γνωστό σε όλα τα διπλωματικά πηγαδάκια, σε διεθνές επίπεδο, ότι δεν παρευρισκόταν ποτέ σε δεξιώσεις όπου ήταν καλεσμένη και η βασιλική οικογένεια της Εστόρια. Ωστόσο, της απέστελλαν προκλήσεις, από ευγένεια και εκείνη μάθαινε μέσω τρίτων αν εκείνοι θα παρευρισκόταν. Σε αυτή την περίπτωση τα φίδια θα πήγαιναν και στις δυο δεξιώσεις. Οπότε δε θα πήγαινε αυτή.

Η έχθρα, το ασίγαστο μίσος των δύο γειτονικών κρατιδίων έκαιγε εδώ και δύο αιώνες. Κάθε λαός είχε διαφορετική εκδοχή για την αιτία που διχάστηκε το κάποτε ενωμένο βασίλειο. Η  Ίνγκριντ φυσικά ήταν σίγουρη ότι εκείνη ήξερε την αλήθεια. Ένας ελεεινός αγρότης της ενιαίας τότε Γρεδόρα είχε κλέψει την πριγκίπισσα του βασιλείου. Σύντομα ξεσηκώθηκε πόλεμος, ανάμεσα στη βασιλική οικογένεια της Γρεδόρα, και του απλού λαού, που συντάχθηκαν με τον αγρότη. Ο πόλεμος είχε ως αποτέλεσμα πολλά θύματα. Η Γρεδόρα έμεινε ένα μεγάλο νησί-βασίλειο και το διπλανό νησί, κάποτε μέρος της Γρεδόρα, έγινε επίσης ανεξάρτητο βασίλειο με το όνομα Εστόρια. Διακόσια χρόνια τώρα, τα δύο βασίλεια βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση. Τα τελευταία 50 χρόνια δεν γίνονταν συρράξεις, αλλά πάντα η στάση των γειτόνων ήταν προκλητική. Παραβίαζαν τα χωρικά τους ύδατα και δήλωναν όπου στέκονταν ότι ήταν ένα εύρωστο κράτος και η Γρεδόρα δεν είχε παρά μόνο την ιστορία της. Η ίδια δεν είχε γνωρίσει ποτέ κάποιον από εκεί, αλλά δεν ήθελε κιόλας. Ήξερε ότι η Εστόρια είχε έναν νέο πρίγκιπα, αλλά ο βασιλιάς Θίοντορ ήταν αυτός που έπαιρνε τις αποφάσεις. Και ήταν σκληροπυρηνικός.

Τους μισούσε τόσο πολύ. Ήταν όλοι άξεστοι. Το βασίλειό τους είχε πολλά λεφτά και αυτό τους έκανε ακόμη πιο αδίστακτους. Συνεχώς ανανέωναν τον στρατιωτικό εξοπλισμό τους και το έκαναν με τρόπο δημόσιο ώστε να την εκφοβίσουν. Ειδικά εδώ και 9 μήνες που ήταν η μόνη ηγέτης του κράτους, οι γείτονες έκαναν ότι μπορούσαν για να προκαλέσουν. Το χειρότερο ήταν όταν ο γερο Θίοντορ βγήκε και είπε στις εφημερίδες ότι μια γυναίκα μόνη δεν μπορεί να διοικήσει ένα κράτος και ότι θα της κάνει και χάρη αν τη βγάλει από τη δυσκολία και κατακτήσει τη Γρεδόρα. Αυτό πυροδότησε την ανησυχία στους υπηκόους της και αποδυνάμωσε την θέση της. Αλλά όχι να την απειλήσει ότι θα κατακτήσει τα εδάφη της κιόλας.

Η  Ίνγκριντ κάγχασε. Πάνω από το πτώμα της.