Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

κεφάλαιο 68-ένα σπίτι, παρακαλώ. Θα το φάω εδώ.


68

Η Λέξι άκουσε την πόρτα να χτυπάει αλλά δεν είχε όρεξη να ανοίξει. Δεν περίμενε κάποιον. Ο Μπιλ είχε μείνει το Σαββατοκύριακο σπίτι της και τη βοήθησε λίγο να συμμαζέψει, αλλά είχε φύγει την προηγούμενη μέρα. Δεν ήταν δυνατόν να είχε επιστρέψει. Ο ταχυδρόμος περνούσε μόνο κάθε Πέμπτη και είχε πληρώσει τους λογαριασμούς της. Δεν θα ήταν κάτι σημαντικό.

Κουκουλώθηκε κάτω από την κουβέρτα στον καναπέ της και άλλαξε κανάλι. Έβλεπε εδώ και δύο ώρες κάτι, αλλά δεν πρόσεχε πραγματικά. Ήταν ένα ντοκιμαντέρ για πύθωνες αλλά δε θυμόταν λέξη από όσα άκουσε. Ντριν, το κουδούνι ήχησε ξανά. Η Λέξι ξεφύσηξε και αγνόησε πάλι τον ήχο. Γιατί δεν την άφηναν ήσυχη;

Μετά από μερικά δευτερόλεπτα άκουσε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα, από γροθιά. Τρομοκρατήθηκε. Σηκώθηκε και έστρωσε κάπως τα μαλλιά της. Σίγουρα έμοιαζε με άστεγη. Είχε μέρες να περιποιηθεί. Έκανε μπάνιο και έτρωγε ένα γεύμα τη μέρα. Αυτά μόνο.
«Ποιος;» ρώτησε χωρίς να κοιτάξει το ματάκι, ενώ στο χέρι της κρατούσε το κινητό της για να καλέσει σε βοήθεια.
«Άνοιξε, διάολε! Έχω ανησυχήσει! Γιατί δεν ανοίγεις τόση ώρα;» άκουσε μια αγριεμένη φωνή και το αίμα της πάγωσε. Ήταν δυνατόν; Αυτή η φωνή της θύμιζε τον Νόα.

Κοίταξε το ματάκι και κόντεψε να λιποθυμήσει όταν τον είδε απέξω. Άνοιξε την πόρτα βιαστικά, αλλά κατάφερε ένα κρύψει την έκπληξή της πίσω από μασκαρεμένη αδιαφορία.
«Τι θες εσύ εδώ;» τον ρώτησε απλά. Ο Νόα επιθεώρησε την εμφάνισή της αργά. Η Λέξι ντράπηκε αλλά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά.
«Ηρθα να σου ζητήσω λίγη ζάχαρη, αλλά φαίνεται ότι εσύ με έχεις περισσότερη ανάγκη» είπε εκείνος ξερά. Η Λέξι ήθελε πολύ να τον αγκαλιάσει, αλλά συγκρατήθηκε. Δεν την ένοιαζε που δεν καταλάβαινε τι της έλεγε. Εκείνη ήθελε να τον αγκαλιάσει.
«Δεν έχει ζάχαρη στο χωριό σου;» τον ρώτησε εκείνη ανάλαφρα και έκανε στο πλάι για να περάσει. Εκείνος μπήκε στο σαλόνι και η πρώτη του δουλειά ήταν να ανοίξει τα παράθυρα να μπει φως και αέρας.
«Αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ» είπε εκείνος. «Είναι δυνατόν να μην υπάρχει ένα σούπερ μάρκετ εδώ γύρω;»
«Τι εννοείς;» ρώτησε η Λέξι παραξενεμένη. «Λείπεις τόσο καιρό, έφυγες σαν τον κλέφτη και έρχεσαι και μου ζητάς ζάχαρη; Κάτι μου διαφεύγει».
«Σιγά…Δεν έλειψα και έναν μήνα» είπε εκείνος.
«Δεκαεννιά μέρες για να είμαστε ακριβείς».
«Μετρούσες;» ανασήκωσε εκείνος τα φρύδια του. «Μου δίνεις ελπίδες».
«Για ποιο πράγμα; Τι συζητάμε τόση ώρα; Και τι κάνεις στη Νάπα;»
«Μου αρέσει η περιοχή» είπε εκείνος φυσικά.
«Μάλιστα».
«Και…είπα…να…» είπε εκείνος χαμογελώντας αργά. «Είπα να αγοράσω το σπίτι απέναντι».

Η Λέξι κοκάλωσε. Ένιωθε το σώμα της να πετρώνει από το σοκ. Δεν ήξερε αν μπορούσε να μιλήσει, παρόλο που είχε χιλιάδες ερωτήσεις να κάνει.
«Τι;» ψέλλισε απλά. Εκείνος συνέχισε να χαμογελάει. Την έπιασε απαλά από τον ώμο και την έβγαλε στη βεράντα. Η Λέξι είδε μερικούς άντρες έξω από το απέναντι σπίτι. Ήταν ένα σπίτι περίπου διπλάσιο από το δικό της, με ξύλινες λεπτομέρειες και πέτρα. Πολλοί το εποφθαλμιούσαν, αλλά ο ιδιοκτήτης ζητούσε μια παράλογη τιμή και έτσι παρέμενε 2 χρόνια κλειστό και απούλητο. Οι εργάτες εντωμεταξύ μετρούσαν κάτι και κοιτούσαν σχέδια.
«Λέω να μεγαλώσω τον κήπο και να βάλω πισίνα. Και ίσως να αλλάξω το χρώμα στους τοίχους και να βάλω ένα φράκτη. Σου φαίνεται υπερβολικό να βάλω ένα κιόσκι;» τη ρώτησε ήρεμα. Η Λέξι ήταν μπερδεμένη. Οι σκέψεις της ήταν κουβάρι.
«Γιατί το έκανες αυτό;» τον ρώτησε.
«Ήμουν στη Σκωτία» της είπε μετά από λίγο. Η Λέξι τον κοίταξε. Τα μάτια του ήταν πολύ μπλε στο φως. Είχε αφήσει μούσι. Ήταν πολύ  όμορφος. «Έκλεισα τη δουλειά που μου πρόσφερε η Έλενα». Η Λέξι έκανε μια γκριμάτσα άθελά της και εκείνος το πρόσεξε. «Η Έλενα είναι η φίλη της Λίσα. Θέλει να συνεργαστεί και μαζί σου αλλά της εξήγησα μέσες άκρες ότι είμαστε λίγο…μπερδεμένοι».
«Της είπες για εμάς;»
«Το ήξερε εξαρχής. Της το είχε πει η Λίσα» είπε ο Νόα. Η Λέξι μπερδεύτηκε περισσότερο.
«Εκεί ήσουν τόσο καιρό;».
«Ναι» είπε εκείνος. «Σκέφτηκα να σε αφήσω να ηρεμήσεις λίγο».
«Και τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε.
«Δεν βλέπω να έχεις ηρεμήσει» είπε εκείνος. «Νομίζω ότι είσαι λίγο χάλια».
«Σε ευχαριστώ» του είπε σκληρά.
«Κι εγώ είμαι χάλια» την κοίταξε στα μάτια. «Και δε θέλω να είμαστε άλλο έτσι».
Η Λέξι δεν μίλησε. Δεν είχε κάτι να πει. Ηλπιζε όσα ήθελε να του πει να τα έβλεπε στα μάτια της.
«Και το σπίτι;» του έδειξε απέναντι.
«Σκέφτηκα να ριζώσω κάπου» της είπε απλά.
«Εδώ; Γιατί;».
«Γιατί είσαι εσύ εδώ» της είπε απλά, λες και μιλούσε σε παιδάκι. «Και θέλω να σου δείξω ότι αυτή τη φορά θα μείνω».
«Θα μείνεις;» ρώτησε εκείνη, έκπληκτη, αλλά η ελπίδα είχε αρχίσει να ανθίζει μέσα της.
«Θα μείνω, εδώ απέναντί σου, μέχρι να βαρεθείς να αντιστέκεσαι και να έρθεις κοντά μου».
«Μη βιάζεσαι» του είπε εκείνη.
«Θα σου κάνω τη ζωή μαύρη. Θα βάζω δυνατά τη μουσική και θα παρκάρω μπροστά στην πόρτα σου» είπε εκείνος χιουμοριστικά.
«Δε θα πηγαίνεις στη Σκωτία;».
«Σπάνια. Θα δουλεύω από εδώ».
«Θα μείνεις εδώ; Σοβαρολογείς;».
«Γιατί σε παραξενεύει τόσο;» τη ρώτησε. Έσκυψε και της έδωσε ένα απαλό φιλί στα χείλη. Η Λέξι άρχισε να κλαίει. Εκείνος την έσφιξε πάνω του. «Νόμιζα ότι είχες καταλάβει πόσο σε αγαπάω. Αυτή τη φορά δεν ήθελα να κάνω λάθη».
«Με αγαπάς;» τον ρώτησε εκείνη. «Ξαναπές το».
«Σε λατρεύω. Και συγγνώμη αν σε έκανα να πονέσεις, αλλά ήθελα να ηρεμήσεις. Προφανώς δεν το κατάφερα».
«Νόμιζα ότι τα έχεις με την Έλενα».
«Τόσο γρήγορα να βρω άλλη γυναίκα; Για ποιον με πέρασες; Και μάλιστα μελαχρινή; Ποτέ» της χαμογέλασε.
«Τα εννοείς όσα λες;» τον ρώτησε, ανίκανη να πιστέψει όσα άκουγε.
«Σε αγαπάω και σκοπεύω να μείνω. Ακόμα και αν δε με θες τώρα, θα μείνω και θα το παλέψω. Θα μείνω. Δε φεύγω. Είσαι η γυναίκα που αγαπώ, η οικογένεια, το παρελθόν και το μέλλον μου. Δεν θέλω να τρέχω πια. Θέλω να πάρω το χέρι σου στο δικό μου και να περπατάμε μαζί» της είπε. Η Λέξι ακούμπησε το πρόσωπό της στο στέρνο του.
«Πολλά χρόνια ονειρευόμουν το απέναντι σπίτι αλλά ήταν πολύ ακριβό» του είπε τελικά.
«Μπορείς πάντα να έρθεις να μείνεις μαζί μου» χαμογέλασε εκείνος. «Να κάνεις και τα μπάνια σου στην πισίνα και να με εκνευρίζεις με τις πρωτοποριακές ιδέες που θα έχεις για την ανακαίνιση…».
«Δεν εξαγοράζομαι εύκολα» του είπε πονηρά.
«Θα σου φτιάξω και σχεδιαστήριο».
«Για σένα θα το φτιάξεις, ψεύτη» γέλασε η Λέξι.
«Ήλπιζα να μοιραζόμαστε τα παιχνίδια μας από εδώ και πέρα» της είπε εκείνος και κοκκίνισε.
«Τι εννοείς;» ρώτησε εκείνη.
«Εγώ σε λατρεύω» είπε εκείνος τρυφερά και τη χάιδεψε. «Αν με αγαπάς κι εσύ έστω και λίγο, μπορούμε να το δουλέψουμε. Να μείνουμε αρχικά μαζί και να προσπαθήσουμε να…».
«Κι εγώ σ’αγαπώ» τον διέκοψε εκείνη. Ήταν φανερό ότι ένιωθε ανασφάλεια. Ο Νόα! Ανασφάλεια! Της φαινόταν αστείο.
«Τέλεια! Αυτό ήλπιζα να ακούσω» είπε εκείνος φανερά ανακουφισμένος και τη φίλησα αργά.
«Πολύ» τον διαβεβαίωσε.
«Αλεξάνδρα Βέγκα…» είπε εκείνος ονειροπολώντας, δοκιμάζοντας το όνομά της με το επώνυμό του.

«Ναι;» απάντησε εκείνη και τη σήκωσε ψηλά.

4 σχόλια:

  1. χαχαχαχα τελεια!!!! Καιρος ηταν!!!! Τελικα μ΄αρεσει πολυ ο Νοα. Κι εγω που τον παρεξηγησα οτι την παρατησε. Χρονο και χωρο της εδινε βρε, αλλα αυτο την εκανε χειροτερα. Δεν πειραζει ομως. Ειναι μαζι και αυτο εχει σημασια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ααααααα!!!!! επιτελους καιρος ηταν να τα βρουν :) ειναι τοσο γλυκος αμα θελει ο ΝΟΑ ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ιιιιιιιιιιι χαμουλης στη Ναπα!!! Αντε να ζησουν τα παιδια...γαμος δν θα ακολουθησει?
    Καλλιοπη

    ΑπάντησηΔιαγραφή