Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Ανακοίνωση

Κορίτσια μου,

θα λείψω λίγο καιρό στην Αγγλία.
Τέλος Ιουλίου θα επικοινωνήσω για να δούμε πώς θα προχωρήσουμε σχετικά με το μπλογκ.
Εντωμεταξύ, να περνάτε καλά!

Σας φιλώ πολύ πολύ

κεφάλαιο 69-δι εντ

69

«Μπορείς να μη θυμώνεις κάθε φορά που διαφωνώ μαζί σου; Η ιδέα σου είναι φανταστική, αλλά θεωρώ ότι υπάρχει περιθώριο βελτίωσης» είπε ο Νόα στη Λέξι. Είχαν περάσει εφτά μήνες από τη μέρα που είχαν σμίξει και ήταν εφτά υπέροχοι μήνες, εκτός από τους τσακωμούς που είχαν σχετικά με τα σχέδια για το κάστρο.
«Είσαι ξεροκέφαλος» του είπε, αλλά δεν ήταν θυμωμένη. Τον τελευταίο καιρό, είχαν αρχίσει να συνειδητοποιούν και οι δύο ότι δεν υπήρχε λόγος να νιώθουν αντιπαλότητα σχετικά με το επάγγελμά τους.
«Είμαι» γέλασε εκείνος. «Γι’ αυτό με αγαπάς» της είπε και χάιδεψε την κοιλιά της, που είχε αρχίσει ήδη να φουσκώνει. Λίγο μετά τον παραμυθένιο γάμο τους στην Σκωτία, με καλεσμένους λίγους και καλούς φίλους, είχε μείνει έγκυος. Ήταν ήδη τεσσάρων μηνών.
«Σε λατρεύω. Δε σε αγαπάω απλά» του είπε εκείνη και μαλάκωσε αμέσως. «Και λατρεύω τη δουλειά μας και πιστεύω ότι αυτό το κάστρο θα μας καθιερώσει στον κόσμο της αρχιτεκτονικής παγκοσμίως, αλλά ανυπομονώ να γυρίσουμε σπίτι μας».
«Κι εγώ, αγάπη μου» της είπε και την αγκάλιασε από πίσω ενώ κοιτούσαν και οι δύο έξω από το παράθυρο του δωματίου τους. Έμεναν σε μια μονοκατοικία κάπου 50 χιλιόμετρα έξω από το Εδιμβούργο και η οικογένεια της Έλενας είχε φροντίσει να είναι απόλυτα άνετα και να έχουν πρόσβαση σε ιατρική βοήθεια ανά πάσα στιγμή για το μωρό.
«Σε ένα μήνα θα είμαστε εκεί» είπε ο Νόα χαρούμενος. «Και πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε το σπίτι σου. Το δικό μας είναι έτοιμο και…».
«Έλεγα να προτείνω στον Μπιλ να μετακομίσει κοντά μας» είπε εκείνη ντροπαλά. Ο Νόα χαμογέλασε πλατιά.
«Τέλεια ιδέα. Λες να το δεχτεί;»
«Έλεγε εδώ και καιρό ότι θέλει να μείνει στη Νάπα και να είμαστε κοντά. Θα με κάνει πολύ ευτυχισμένη αυτή η αλλαγή».
«Τότε, ναι!» είπε ο Ναι και τη φίλησε. «Ο,τι σε κάνει ευτυχισμένη, με κάνει κι εμένα ευτυχισμένο».
«Νόα, πώς είναι δυνατόν να είμαστε τόσο καλά; Για χρόνια φοβόμουν ότι δε θα σε ξαναδώ. Και μετά σε ξαναβρήκα και πάλι σε έχασα. Καμιά φορά βλέπω εφιάλτες ότι όλο αυτό είναι ένα ψέμα» του είπε. Εκείνος την έσφιξε πάνω του.
«Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα. Είμαστε μαζί και θα μείνουμε μαζί για πάντα. Σε αγαπώ και με αγαπάς. Και αν χρειάζεται να σε τσιμπάω για να σου θυμίζω ότι δεν ονειρεύεσαι, μετά χαράς» της είπε και την τσίμπησε ελαφριά στο γοφό.
«Σκεφτόμουν πώς θα ονομάσουμε το μωρό τον τελευταίο καιρό» του είπε μετά από λίγο.
«Αφού δεν ξέρουμε το φύλο ακόμα» της είπε εκείνος.
«Θέλω να είμαι έτοιμη. Έχεις καμιά ιδέα;» τον ρώτησε. Ο Νόα έσμιξε τα φρύδια του.
«Αν είναι αγόρι, θα μπορούσαμε να του δώσουμε ένα σκωτσέζικο όνομα, επειδή μάθαμε εδώ ότι είσαι έγκυος. Αν είναι κορίτσι, θα μου άρεσε κάτι πιο ρομαντικό. Μεσαιωνικό. Αντελίνα ή Βεατρίκη ή Ιζόλδη».
«Μπλιαχ» είπε μόνο η Λέξι.
«Το ήξερα ότι δε θα σου αρέσουν!» γέλασε εκείνος. «Διάλεξε εσύ λοιπόν!».
«Δε γίνεται να διαλέξω μόνη μου το όνομα του παιδιού μας».
«Μα απέρριψες τις ιδέες μου!»
«Επειδή είναι χάλια!» του είπε απεγνωσμένη. Ο Νόα γέλασε ξανά.
«Προβλέπω ότι δε θα συμφωνούμε ποτέ και σε τίποτα» είπε εκείνη χαμογελώντας. «Είτε πρόκειται για την επένδυση στο τζάκι στο σαλόνι είτε για το σε ποιο σχολείο θα πάνε τα παιδιά μας».
«Δεν έχει σημασία το να συμφωνούμε, αλλά το να βγαίνει κάτι από τη διαφωνία μας. Να είναι εποικοδομητική».
«Έχεις δίκιο, αγάπη μου» τον φίλησε απαλά στα χείλη. «Είσαι πανέξυπνος!» του είπε και του τσίμπησε το μάγουλο.

«Είδες;» την σήκωσε στην αγκαλιά του για να την ακουμπήσει στο κρεβάτι. «Ήδη αρχίσαμε να συμφωνούμε!»

κεφάλαιο 68-ένα σπίτι, παρακαλώ. Θα το φάω εδώ.


68

Η Λέξι άκουσε την πόρτα να χτυπάει αλλά δεν είχε όρεξη να ανοίξει. Δεν περίμενε κάποιον. Ο Μπιλ είχε μείνει το Σαββατοκύριακο σπίτι της και τη βοήθησε λίγο να συμμαζέψει, αλλά είχε φύγει την προηγούμενη μέρα. Δεν ήταν δυνατόν να είχε επιστρέψει. Ο ταχυδρόμος περνούσε μόνο κάθε Πέμπτη και είχε πληρώσει τους λογαριασμούς της. Δεν θα ήταν κάτι σημαντικό.

Κουκουλώθηκε κάτω από την κουβέρτα στον καναπέ της και άλλαξε κανάλι. Έβλεπε εδώ και δύο ώρες κάτι, αλλά δεν πρόσεχε πραγματικά. Ήταν ένα ντοκιμαντέρ για πύθωνες αλλά δε θυμόταν λέξη από όσα άκουσε. Ντριν, το κουδούνι ήχησε ξανά. Η Λέξι ξεφύσηξε και αγνόησε πάλι τον ήχο. Γιατί δεν την άφηναν ήσυχη;

Μετά από μερικά δευτερόλεπτα άκουσε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα, από γροθιά. Τρομοκρατήθηκε. Σηκώθηκε και έστρωσε κάπως τα μαλλιά της. Σίγουρα έμοιαζε με άστεγη. Είχε μέρες να περιποιηθεί. Έκανε μπάνιο και έτρωγε ένα γεύμα τη μέρα. Αυτά μόνο.
«Ποιος;» ρώτησε χωρίς να κοιτάξει το ματάκι, ενώ στο χέρι της κρατούσε το κινητό της για να καλέσει σε βοήθεια.
«Άνοιξε, διάολε! Έχω ανησυχήσει! Γιατί δεν ανοίγεις τόση ώρα;» άκουσε μια αγριεμένη φωνή και το αίμα της πάγωσε. Ήταν δυνατόν; Αυτή η φωνή της θύμιζε τον Νόα.

Κοίταξε το ματάκι και κόντεψε να λιποθυμήσει όταν τον είδε απέξω. Άνοιξε την πόρτα βιαστικά, αλλά κατάφερε ένα κρύψει την έκπληξή της πίσω από μασκαρεμένη αδιαφορία.
«Τι θες εσύ εδώ;» τον ρώτησε απλά. Ο Νόα επιθεώρησε την εμφάνισή της αργά. Η Λέξι ντράπηκε αλλά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά.
«Ηρθα να σου ζητήσω λίγη ζάχαρη, αλλά φαίνεται ότι εσύ με έχεις περισσότερη ανάγκη» είπε εκείνος ξερά. Η Λέξι ήθελε πολύ να τον αγκαλιάσει, αλλά συγκρατήθηκε. Δεν την ένοιαζε που δεν καταλάβαινε τι της έλεγε. Εκείνη ήθελε να τον αγκαλιάσει.
«Δεν έχει ζάχαρη στο χωριό σου;» τον ρώτησε εκείνη ανάλαφρα και έκανε στο πλάι για να περάσει. Εκείνος μπήκε στο σαλόνι και η πρώτη του δουλειά ήταν να ανοίξει τα παράθυρα να μπει φως και αέρας.
«Αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ» είπε εκείνος. «Είναι δυνατόν να μην υπάρχει ένα σούπερ μάρκετ εδώ γύρω;»
«Τι εννοείς;» ρώτησε η Λέξι παραξενεμένη. «Λείπεις τόσο καιρό, έφυγες σαν τον κλέφτη και έρχεσαι και μου ζητάς ζάχαρη; Κάτι μου διαφεύγει».
«Σιγά…Δεν έλειψα και έναν μήνα» είπε εκείνος.
«Δεκαεννιά μέρες για να είμαστε ακριβείς».
«Μετρούσες;» ανασήκωσε εκείνος τα φρύδια του. «Μου δίνεις ελπίδες».
«Για ποιο πράγμα; Τι συζητάμε τόση ώρα; Και τι κάνεις στη Νάπα;»
«Μου αρέσει η περιοχή» είπε εκείνος φυσικά.
«Μάλιστα».
«Και…είπα…να…» είπε εκείνος χαμογελώντας αργά. «Είπα να αγοράσω το σπίτι απέναντι».

Η Λέξι κοκάλωσε. Ένιωθε το σώμα της να πετρώνει από το σοκ. Δεν ήξερε αν μπορούσε να μιλήσει, παρόλο που είχε χιλιάδες ερωτήσεις να κάνει.
«Τι;» ψέλλισε απλά. Εκείνος συνέχισε να χαμογελάει. Την έπιασε απαλά από τον ώμο και την έβγαλε στη βεράντα. Η Λέξι είδε μερικούς άντρες έξω από το απέναντι σπίτι. Ήταν ένα σπίτι περίπου διπλάσιο από το δικό της, με ξύλινες λεπτομέρειες και πέτρα. Πολλοί το εποφθαλμιούσαν, αλλά ο ιδιοκτήτης ζητούσε μια παράλογη τιμή και έτσι παρέμενε 2 χρόνια κλειστό και απούλητο. Οι εργάτες εντωμεταξύ μετρούσαν κάτι και κοιτούσαν σχέδια.
«Λέω να μεγαλώσω τον κήπο και να βάλω πισίνα. Και ίσως να αλλάξω το χρώμα στους τοίχους και να βάλω ένα φράκτη. Σου φαίνεται υπερβολικό να βάλω ένα κιόσκι;» τη ρώτησε ήρεμα. Η Λέξι ήταν μπερδεμένη. Οι σκέψεις της ήταν κουβάρι.
«Γιατί το έκανες αυτό;» τον ρώτησε.
«Ήμουν στη Σκωτία» της είπε μετά από λίγο. Η Λέξι τον κοίταξε. Τα μάτια του ήταν πολύ μπλε στο φως. Είχε αφήσει μούσι. Ήταν πολύ  όμορφος. «Έκλεισα τη δουλειά που μου πρόσφερε η Έλενα». Η Λέξι έκανε μια γκριμάτσα άθελά της και εκείνος το πρόσεξε. «Η Έλενα είναι η φίλη της Λίσα. Θέλει να συνεργαστεί και μαζί σου αλλά της εξήγησα μέσες άκρες ότι είμαστε λίγο…μπερδεμένοι».
«Της είπες για εμάς;»
«Το ήξερε εξαρχής. Της το είχε πει η Λίσα» είπε ο Νόα. Η Λέξι μπερδεύτηκε περισσότερο.
«Εκεί ήσουν τόσο καιρό;».
«Ναι» είπε εκείνος. «Σκέφτηκα να σε αφήσω να ηρεμήσεις λίγο».
«Και τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε.
«Δεν βλέπω να έχεις ηρεμήσει» είπε εκείνος. «Νομίζω ότι είσαι λίγο χάλια».
«Σε ευχαριστώ» του είπε σκληρά.
«Κι εγώ είμαι χάλια» την κοίταξε στα μάτια. «Και δε θέλω να είμαστε άλλο έτσι».
Η Λέξι δεν μίλησε. Δεν είχε κάτι να πει. Ηλπιζε όσα ήθελε να του πει να τα έβλεπε στα μάτια της.
«Και το σπίτι;» του έδειξε απέναντι.
«Σκέφτηκα να ριζώσω κάπου» της είπε απλά.
«Εδώ; Γιατί;».
«Γιατί είσαι εσύ εδώ» της είπε απλά, λες και μιλούσε σε παιδάκι. «Και θέλω να σου δείξω ότι αυτή τη φορά θα μείνω».
«Θα μείνεις;» ρώτησε εκείνη, έκπληκτη, αλλά η ελπίδα είχε αρχίσει να ανθίζει μέσα της.
«Θα μείνω, εδώ απέναντί σου, μέχρι να βαρεθείς να αντιστέκεσαι και να έρθεις κοντά μου».
«Μη βιάζεσαι» του είπε εκείνη.
«Θα σου κάνω τη ζωή μαύρη. Θα βάζω δυνατά τη μουσική και θα παρκάρω μπροστά στην πόρτα σου» είπε εκείνος χιουμοριστικά.
«Δε θα πηγαίνεις στη Σκωτία;».
«Σπάνια. Θα δουλεύω από εδώ».
«Θα μείνεις εδώ; Σοβαρολογείς;».
«Γιατί σε παραξενεύει τόσο;» τη ρώτησε. Έσκυψε και της έδωσε ένα απαλό φιλί στα χείλη. Η Λέξι άρχισε να κλαίει. Εκείνος την έσφιξε πάνω του. «Νόμιζα ότι είχες καταλάβει πόσο σε αγαπάω. Αυτή τη φορά δεν ήθελα να κάνω λάθη».
«Με αγαπάς;» τον ρώτησε εκείνη. «Ξαναπές το».
«Σε λατρεύω. Και συγγνώμη αν σε έκανα να πονέσεις, αλλά ήθελα να ηρεμήσεις. Προφανώς δεν το κατάφερα».
«Νόμιζα ότι τα έχεις με την Έλενα».
«Τόσο γρήγορα να βρω άλλη γυναίκα; Για ποιον με πέρασες; Και μάλιστα μελαχρινή; Ποτέ» της χαμογέλασε.
«Τα εννοείς όσα λες;» τον ρώτησε, ανίκανη να πιστέψει όσα άκουγε.
«Σε αγαπάω και σκοπεύω να μείνω. Ακόμα και αν δε με θες τώρα, θα μείνω και θα το παλέψω. Θα μείνω. Δε φεύγω. Είσαι η γυναίκα που αγαπώ, η οικογένεια, το παρελθόν και το μέλλον μου. Δεν θέλω να τρέχω πια. Θέλω να πάρω το χέρι σου στο δικό μου και να περπατάμε μαζί» της είπε. Η Λέξι ακούμπησε το πρόσωπό της στο στέρνο του.
«Πολλά χρόνια ονειρευόμουν το απέναντι σπίτι αλλά ήταν πολύ ακριβό» του είπε τελικά.
«Μπορείς πάντα να έρθεις να μείνεις μαζί μου» χαμογέλασε εκείνος. «Να κάνεις και τα μπάνια σου στην πισίνα και να με εκνευρίζεις με τις πρωτοποριακές ιδέες που θα έχεις για την ανακαίνιση…».
«Δεν εξαγοράζομαι εύκολα» του είπε πονηρά.
«Θα σου φτιάξω και σχεδιαστήριο».
«Για σένα θα το φτιάξεις, ψεύτη» γέλασε η Λέξι.
«Ήλπιζα να μοιραζόμαστε τα παιχνίδια μας από εδώ και πέρα» της είπε εκείνος και κοκκίνισε.
«Τι εννοείς;» ρώτησε εκείνη.
«Εγώ σε λατρεύω» είπε εκείνος τρυφερά και τη χάιδεψε. «Αν με αγαπάς κι εσύ έστω και λίγο, μπορούμε να το δουλέψουμε. Να μείνουμε αρχικά μαζί και να προσπαθήσουμε να…».
«Κι εγώ σ’αγαπώ» τον διέκοψε εκείνη. Ήταν φανερό ότι ένιωθε ανασφάλεια. Ο Νόα! Ανασφάλεια! Της φαινόταν αστείο.
«Τέλεια! Αυτό ήλπιζα να ακούσω» είπε εκείνος φανερά ανακουφισμένος και τη φίλησα αργά.
«Πολύ» τον διαβεβαίωσε.
«Αλεξάνδρα Βέγκα…» είπε εκείνος ονειροπολώντας, δοκιμάζοντας το όνομά της με το επώνυμό του.

«Ναι;» απάντησε εκείνη και τη σήκωσε ψηλά.

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

κεφάλαιο 67-δε θέλω πια...να ξαναρθείς...δε θέλω πια...μες στην καρδια φωτιά...Το ξέρετε το σονγκ?

67

«Είναι δυνατόν να αδυνάτισες κι άλλο;» έχασε την υπομονή του ο Μπιλ και άρχισε να φωνάζει ενώ εκείνη έκλεινε την εξώπορτα πίσω του. Ήταν έξαλλος. Γι’ αυτό το λόγο η Λέξι απέφευγε τα  τηλέφωνά του, αλλά εκείνος είχε αποφασίσει να την αγνοήσει και εμφανίστηκε στο κατώφλι της. Τάχαμ έκπληξη. Της είχε φέρει και τα αγαπημένα της κρουασάν. Αλλά η Λέξι δεν είχε όρεξη ούτε να τα δει.
«Σου φαίνεται. Φοράω μαύρα» του είπε εκείνη. Φορούσε ένα μαύρο μακρύ φόρεμα, πρόχειρο, και μπορεί να έδειχνε λίγο πιο αδύνατη λόγω του χρώματος, αλλά η αλήθεια ήταν πιο αντικειμενική και την έδειχνε η ζυγαριά της. Είχε χάσει όντως δύο κιλά από τη μέρα που έφυγε ο Νόα. Πριν από 16 μέρες δηλαδή. Δεν ήθελε να μετράει, αλλά δυστυχώς το έκανε.
«Αρκετά κρατήθηκα!» είπε ο Μπιλ έξαλλος. «Τι παιδιάστικη συμπεριφορά είναι αυτή;» τη ρώτησε και το βλέμμα του πλανήθηκε στο ακατάστατο σαλόνι. Πάνω στο τραπεζάκι υπήρχαν κουτιά από πίτσες και αποτσίγαρα. Στο πάτωμα υπήρχαν μαξιλάρια που δεν είχε μπει στον κόπο να σηκώσει και η κουζίνα ήταν ένα χάος. Δεν είχε όρεξη να συγυρίσει. Ε και; Δεν είχε δικαίωμα να ξεκουραστεί λιγάκι;
«Άσε με ήσυχη. Είμαι μια χαρά» του είπε και ξάπλωσε στον καναπέ. Εκεί όπου περνούσε όλο το 24ωρο. Έβλεπε τηλεόραση, έκλαιγε και κοιμόταν. Σπάνια έτρωγε και ακόμα πιο σπάνια έβγαινε από το σπίτι. Το ήξερε ότι βούλιαζε στην μελαγχολία και στην κατάθλιψη, αλλά ήθελε να το ζήσει. Να μπορέσει να το βγάλει από μέσα της.
«Είσαι χλωμή και έχεις αδυνατίσει» της επανέλαβε, δείχνοντάς τη. Το ύφος του μαρτυρούσε ότι πραγματικά τον είχε ανησυχήσει. «Και καταλαβαίνω ότι πληγώθηκες που έφυγε ο Νόα, αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, εσύ φταις».
«Μην το λες αυτό» ούρλιαξε απότομα, και η κραυγή της αντήχησε στο δωμάτιο σαν κραυγή πληγωμένου ζώου. Ο Μπιλ την κοίταξε για μια ατελείωτη στιγμή, προφανώς σοκαρισμένος με την αντίδρασή της. Το ήξερε ότι της έλεγε την αλήθεια, αλλά δεν ήθελε να ακούει ότι έφταιγε.
«Λέξι, μην αυτοκαταστρέφεσαι» της είπε πιο ήπια αυτή τη φορά. Κάθισε δίπλα της και προσπάθησε να την αγκαλιάσει αλλά η Λέξι τραβήχτηκε. Δεν άντεχε κανέναν. «Η Μπέτι μού είπε ότι δεν της απαντάς στα τηλέφωνα και ότι δεν μπορεί άλλο να σε καλύπτει σε πελάτες που παίρνουν και σε ζητάνε».
«Να περιμένουν. Είμαι διακοπές» του είπε ειρωνικά. Καθάρισε τα γυαλιά της. Πόσο καιρό είχε να το κάνει; Σχεδόν δεν έβλεπε.
«Πολύ ωραίες διακοπές» κάγχασε ο Μπιλ. «Σκοπεύεις να αυτοκτονήσεις; Γιατί έτσι δείχνεις» της είπε εκείνος. Η Λέξι δεν απάντησε. Φυσικά και δεν το σκεφτόταν. Απλώς ήθελε να μιζεριάσει με την ησυχία της. Ποιον ενοχλούσε; Ήθελε να κλάψει και να το βγάλει από μέσα της. Περίμενε ότι σε μια βδομάδα θα ήταν καλά, αλλά έκανε λάθος. Σε αυτό το σπίτι είχαν κάνει έρωτα. Το είχε γεμίσει με την παρουσία του. Όταν το κατάλαβε ότι δεν είχε ελπίδα να ηρεμήσει εκεί μέσα, είχε αποδυναμωθεί πολύ για να μπορέσει να σηκωθεί και να φύγει.
«Θες κάτι να πιεις;» του είπε και του έδειξε ένα μπουκάλι κρασί πάνω στο τραπεζάκι. Ο Μπιλ έγνεψε αρνητικά.
«Θέλω να σηκωθείς και να ανοίξεις τα παράθυρα. Να πάρει αέρα το σπίτι. Να σε δει ο ήλιος. Τι έχεις πάθει; Στάσου όρθια, στα πόδια σου. Δεν είναι η πρώτη φορά που σε αφήνει. Περίμενα να πεισμώσεις» της είπε ο φίλος της.
«Είμαι πεισμωμένη. Αυτό που βλέπεις» γέλασε εκείνη ξερά, «δεν είναι μόνο απογοήτευση, αλλά και θυμός».
«Με ποιον;»
«Με μένα, με εκείνον, δεν ξέρω…» ψέλλισε εκείνη. «Ένιωσα πολύ ηλίθια όταν κατάλαβα ότι έφυγε. Και πληγώθηκα που δεν με αποχαιρέτισε. Αλλά κάθε μέρα που περνάει, ακόμα και σήμερα το πρωί που μπήκα στα μέιλ μου, περιμένω να μου στείλει κάτι. Όχι συγγνώμη, όχι δικαιολογία. Ένα άσχετο μέιλ, για κάτι διαδικαστικό. Τον ξέρω τον Νόα. Αυτός θα ήταν ο τρόπος του να μου δείξει ότι θα είμαστε σε επαφή. Ούτε αυτό δεν έκανε. Ούτε αυτό. Να μην ξέρω πού είναι και τι κάνει».
«Σε νοιάζει πού είναι και τι κάνει;» ρώτησε εκείνος σκληρά.
«Με νοιάζει αν είναι καλά» του είπε εκείνη.
«Εκείνον τον νοιάζει αν είσαι εσύ;» τη ρώτησε. Ο Μπιλ συμπαθούσε ειλικρινά τον Νόα, αλλά ήταν εμφανές ότι εκείνη ήταν η φίλη του, και τώρα προσπαθούσε να τη στηρίξει, αναδεικνύοντας τη σκληρότητα του Νόα.
«Με αφήνει παγερά αδιάφορη αν ανησυχεί για μένα» είπε η Λέξι όλο πάθος. «Από πότε είχε σημασία πώς νιώθει ο άλλος; Εγώ…εγώ τον αγαπάω» είπε για πρώτη φορά δυνατά, παρουσία κι άλλου ατόμου. «Δε με νοιάζει πώς νιώθει. Θέλω να έχω μια επαφή μαζί του και να ξέρω ότι είναι καλά».
«Επικοινώνησε εσύ τότε» είπε ο Μπιλ.
«Το έχω σκεφτεί» είπε η Λέξι. Ο Μπιλ σκούπισε τα δάκρυά της με το χέρι του. Έκλαιγε ξανά. «Αλλά θέλω να περάσει λίγος καιρός πρώτα. Είμαι λίγο ευαίσθητη» γέλασε μέσα στα δάκρυά της. «Αν τον πάρω τώρα, θα αρχίσω να κλαίω».
«Θες να επικοινωνήσω εγώ; Τάχαμ ότι θέλω κάτι. Να δω πού είναι» προσφέρθηκε η Μπιλ αλλά η Λέξι έγνεψε αρνητικά.
«Όχι, όχι. Θα ηρεμήσω λιγάκι και θα επικοινωνήσω εγώ. Θα ρίξω τον εγωισμό μου».
«Μην το βλέπεις έτσι. Ο εγωισμός σου ήταν αυτό που…»
«Μην το πεις» έκλεισε τα αφτιά της σαν παιδάκι. Ο Μπιλ τη χάιδεψε τρυφερά.
«Αφού τον αγαπάς, ρε χαζή. Γιατί άφησες να φτάσουν ως εδώ τα πράγματα;» τη ρώτησε κοφτά. Η Λέξι δεν ήξερε τι να απαντήσει σε αυτό. Χιλιάδες φορές το είχε αναρωτηθεί.
«Είναι άσχημο το παρελθόν μας και τα εμπόδια ανυπέρβλητα» του είπε.
«Σιγά» είπε ο Μπιλ, φανερά δύσπιστος.
«Άλλωστε κι εκείνος δεν έμεινε να το παλέψουμε» του είπε με παράπονο.
«Σε περίμενε όμως».
«Για πόσο; Ένα μήνα; Σκοτώθηκε» είπε η Λέξι ειρωνικά. Αυτή η σκέψη ήταν η μόνη που την κρατούσε για να μην τρελαθεί. «Και μετά πήρε την Ωραία Ελένη και πήγε στη Χαβάη να ξεκουραστεί».
«Λες;» ρώτησε ο Μπιλ.
«Ποιος ξέρει» ανασήκωσε τους ώμους της. «Εγώ θέλω να είναι ευτυχισμένος» είπε τελικά και άρχισε ξανά να κλαίει. Ο Μπιλ την έσφιξε πάνω του και την άφησε να ξεσπάσει.



Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 66-ΠΟΥ ΛΕΤΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ;

66

Η είδηση ότι ο Νόα έφυγε έσκασε σαν βόμβα στα αφτιά της Λέξι. Ο αγγελιαφόρος δεν ήταν άλλος από τη φίλη της την Μπέτι την οποία ένιωσε να μισεί τη στιγμή που της είπε, αμήχανα, ότι ο Νόα έφυγε. Τα αφτιά της πονούσαν από το άκουσμα των λέξεων και το κορμί της σιγά σιγά άρχισε να μουδιάζει. Ένιωθε ότι το σώμα της ήταν εκεί αλλά η καρδιά της είχε ξεκολλήσει από μέσα της και πετούσε ήδη μακριά. Έφυγε. Η Λέξι δεν μπορούσε να το πιστέψει, αλλά της φαινόταν και λογικό. Η δουλειά τους είχε τελειώσει και μετά την φαντασμαγορική τελετή δεν υπήρχε λόγος να μείνει. Να κάτσει να κάνει τι; Η ζωή του του ανήκε και το μέλλον του ήταν μπροστά του, και προφανώς, μακριά από εκείνη.

Αλλά πώς μπορούσε να μην πικραθεί; Την είχε αφήσει πάλι, χωρίς ένα γεια. Αν δεν ήταν τόσο λυπημένη, θα γελούσε. Θα γελούσε με την αφέλειά της να πιστέψει ότι αυτή τη φορά, τώρα που ήξερε ίσως πώς είχε νιώσει τότε, μπορεί να της έκανε την τιμή να την αποχαιρετίσει. Να της εξηγήσει ότι πρέπει να φύγει και να έχει την ευκαιρία να τον αγκαλιάσει. Να βάλει μια τελεία και να μη νιώθει αυτή την εγκατάλειψη που ένιωθε τώρα.
«Μήπως είπε τίποτα; Πού θα πάει; Για πόσο;» ρώτησε η Λέξι τάχαμ αδιάφορα. Η Μπέτι στεκόταν δίπλα της. Έδειχνε πολύ αναστατωμένη και ανήσυχη για τις αντιδράσεις της Λέξι.
«Δεν είπε τίποτα. Απλώς άδειασε το γραφείο του και το διαμέρισμα χθες και μου είπε ότι φεύγει» είπε η κοπέλα διστακτικά. «Κι εμένα μου φάνηκε παράξενο που δεν είπε τίποτα περισσότερο, αλλά δεν ήθελα να ρωτήσω λεπτομέρειες, μη νομίζει ότι ρωτάω για σένα».
«Ναι, ναι, καλά έκανες» είπε η Λέξι. Είχε σκεφτεί καλά η Μπέτι. Τουλάχιστον περιέσωσε την αξιοπρέπειά της.
«Λέξι, είσαι χλωμή. Να σε βοηθήσω να μαζέψεις;» είπε η Μπέτι μετά από μια ατελείωτη σιωπή. Η Λέξι κοίταξε τριγύρω της. Είχε δυο τρία γεμάτα κουτιά και ένα άδειο. Έπρεπε να πακετάρει μερικά προσωπικά αντικείμενα και να κανονίσει να τα μεταφέρει στο γραφείο της. Η Μπέτι κι εκείνη θα συνέχισαν να συνεργάζονται όπως πριν. Η έπαυλη των Κίναν ήταν έργο με μεγάλη προβολή και περίμενε κύμα επαγγελματικών προτάσεων.
«Κάλεσε τους μεταφορείς να περάσουν σε δύο ώρες» είπε η Λέξι και η Μπέτι έγνεψε. «Θα μαζέψω μόνη μου. Θέλω να…»
«Καταλαβαίνω» είπε η Μπέτι και εξαφανίστηκε πριν ολοκληρώσει. Η Μπέτι ήταν μοναδική στο να αντιλαμβάνεται πότε έπρεπε να την αφήσει μόνη.

Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω της, η Λέξι έκανε το μόνο που μπορούσε να κάνει. Έκλαψε. Έκλαψε καυτά δάκρυα, δάκρυα απελπισίας και ανεκπλήρωτου έρωτα. Δεν ωφελούσε να αρνείται όσα ένιωθε για εκείνον. Τον αγαπούσε απελπισμένα και ίσως είχε μια ευκαιρία μαζί του, αλλά η φυγή του, άλλη μια φορά, της έδωσε να καταλάβει ότι δεν υπήρχε μέλλον με έναν άντρα που δεν έμενε πλάι της στα δύσκολα. Άλλωστε είχε φτιάξει τη ζωή του. Με την Έλενα έδειχναν να είναι πολύ κοντά.

Πώς είχε τολμήσει να φύγει ξανά χωρίς να την αποχαιρετίσει; Προσπαθούσε να σκεφτεί λογικά αλλά της ερχόταν ουρλιάξει από το παράπονο. Περίμενε ότι θα κλάψει και θα τον παρακαλέσει να μείνει; Δεν το έκανε τότε, που ήταν ολομόναχη και τελείως αδύναμη. Δεν θα το έκανε ούτε τώρα. Για τόσο απελπισμένη την περνούσε; Αν ήξερε πού είναι, θα πήγαινε να τον βρει, να τον φτύσει και να του πει ότι οι άνθρωποι μετά από μια συνεργασία τόσων μηνών, μετά από μια παρολίγο σχέση και μετά από όσα είχαν ζήσει μαζί, δεν φεύγουν σαν ποντίκια μέσα στη νύχτα. Οι άντρες που τιμούν τα παντελόνια τους δεν αποφεύγουν τα δύσκολα, αλλά τα πολεμούν.

Καλά έκανε και δεν του έδωσε άλλη ευκαιρία. Ο Νόα ήταν για τα εύκολα. Ήθελε μια γυναίκα στο πλάι του χωρίς συναισθηματικό φορτίο και ίσως δεν είχε άδικο. Γιατί να θέλει να είναι μαζί της; Είχε δει μόνο το χειρότερο εαυτό της, μόνο τσακωμούς, φωνές και δράματα. Ποιος ηλίθιος θα καθόταν δίπλα της;

Σκούπισε τα δάκρυά της με το μανίκι της, αλλά τα μάτια της δεν έμειναν για πολύ στεγνά. Άρχισε ξανά να κλαίει. Πού να ήταν;  Πού ήταν η βάση του; Θα επέστρεφε στο πατρικό του ή είχε κάπου αλλού αγοράσει σπίτι; Αν ήθελε, θα μπορούσε ίσως να τον βρει. Το είχε το κινητό του. Θα μπορούσε να τον καλέσει και να τον βρίσει. Να ξεσπάσει. Αλλά δεν ήθελε να του δώσει την ικανοποίηση ότι την έπληξε και πάλι. Αυτός που θα τα άκουγε ήταν ο Μπιλ. Αυτός. Που της έλεγε ότι ο Νόα τη θέλει και ότι εκείνη είναι η παράλογη της υπόθεσης. Που το βράδυ των εγκαινίων της έλεγε ότι ο Νόα δε έχει πάρει τα μάτια του από πάνω της και ότι η γλώσσα του σώματος λέει ότι με την Ελενα δεν είναι ζευγάρι. Όλοι, όλοι, όλοι την κοροϊδεύουν. Η Λέξι ένιωθε σαν ηλίθια που άφησε τα λόγια του φίλου της να γίνουν λίπασμα για ηλίθιες ελπίδες.


Ο Νόα είχε φύγει πάλι, χωρίς αντίο. Το γραφείο του ήταν άδειο και το διαμέρισμά του το ίδιο. Η Λέξι ήταν σίγουρη ότι και η καρδιά του ήταν άδεια. Το κάθαρμα. Πόσο τον μισούσε που την άφησε να τον αγαπήσει πάλι.

Ανακοίνωση/end of an era

Κορίτσια,

την Παρασκευή τελειώνει η ιστορία και φεύγω για μερικές βδομάδες για δουλειά.
Θα ήθελα να ανακοινώσω ότι μάλλον αυτή θα είναι και η τελευταία ιστορία μου.
Είμαι κουρασμένη εδώ και καιρό και δεν έχω καθόλου έμπνευση.
Θα το αποφασίσω μέσα στο καλοκαίρι αν θα ξεκινήσω κάτι από Σεπτέμβριο αλλά το θεωρώ λίγο απίθανο.
Θα σας δώσω το ΟΚ να μου στείλετε τα μέιλ σας, για να είμαστε σε επαφή αν αλλάξει κάτι.

Φιλικά,
Π.

ΥΓ. Παρακαλώ μη μου το κάνετε πιο δύσκολο με τα μηνύματά σας. Αν εσείς λυπάστε, φανταστείτε πόσο πιεσμένη και φορτισμένη νιώθω εγώ. Ειλικρινά έχω φτάσει στα όριά μου.

κεφάλαιο 65-αρχίστε να ράβεστε

Κεφάλαιο 65

Δεν ήταν τυχερή.
Μπήκε στην αίθουσα στηριζόμενη στο μπράτσο του Μπιλ και το βλέμμα της έπεσε αυτόματα σε μια ψηλή μελαχρινή κοπέλα με έντονα χαρακτηριστικά. Φορούσε ένα μακρύ κόκκινο φόρεμα και είχε τα μαλλιά της μαζεμένα σε μια σφικτή κοτσίδα. Η μύτη της ήταν κάπως γαμψή και δεν ήταν αυτό που θα έλεγες πανέμορφη, αλλά ξεχώριζε μέσα στην αίθουσα λόγω της κομψότητας και της κορμοστασιάς της. Πριν σκεφτεί κάτι περισσότερο, είδε τον Νόα να της προσφέρει ένα ποτήρι σαμπάνια και να συζητάει μαζί της ανάλαφρα. Μάλιστα. Συνοδευόταν.

Εκείνος την είδε σχεδόν αμέσως και το βλέμμα του πλανήθηκε πάνω της λίγο παραπάνω από όσο θα όριζε η ευγένεια. Τη χαιρέτισε ευγενικά με ένα νεύμα αλλά δεν πλησίασε. Η Λέξι πήρε ένα ποτό από το μπαρ και πήγε να χαιρετίσει τους Κίναν. Η καρδιά της είχε βουλιάξει τελείως και δεν είχε όρεξη να γιορτάσει αυτή τη σημαντική μέρα, αλλά  έπρεπε. Πρώτα έπρεπε να μιλήσει με τους συνεργάτες της και μετά να κάνει μερικές δημόσιες σχέσεις, να ανταλλάξει κάρτες και να δεχτεί συγχαρητήρια από όλους τους παρευρισκόμενους. Μίλησε με άτομα που δεν είχε ξαναδεί. Με το δήμαρχο της πόλης, με καναδυο άτομα που ενδιαφέρονταν για μια συνεργασία μαζί της, με έναν παλιό καθηγητή της που έτυχε να είναι καλεσμένος των Κίναν. Αλλά το μυαλό της ήταν αλλού. Ο Μπιλ είχε καταλάβει πώς ένιωθε και στεκόταν δίπλα της τον περισσότερο χρόνο, αλλά σε κάποια φάση έμεινε μόνη. Σκέφτηκε να βάλει κάτι στο στόμα της γιατί ένιωθε να ζαλίζεται και έτσι πήρε ένα καναπεδάκι από ένα δίσκο.
«Δε θα το φας;» άκουσε μια φωνή από πίσω της και συνειδητοποίησε ότι κοιτούσε το καναπεδάκι αντί να το τρώει. Ήταν ο Νόα. Δεν ήξερε τι να απαντήσει και έτσι δοκίμασε το καναπεδάκι για να απασχολήσει το στόμα της. «Πρέπει να κόψουμε την κορδέλα» είπε εκείνος. Η Λέξι έγνεψε.
«Σου έφαγε η γάτα τη γλώσσα;» γέλασε ο Νόα. Η Λέξι πάλι δεν ήξερε τι να πει. Χαμογέλασε μόνο και τον κοίταξε. Δεν τον είχε ξαναδεί τόσο επίσημα ντυμένο. Της είχε ραγίσει την καρδιά άλλη μια φορά αλλά άξιζε κάθε στιγμή. Ήταν μοναδικός.
«Μίλησα με τον Μπιλ λίγο πιο πριν. Χάρηκα πολύ που αποφάσισε να ανοίξει δική του επιχείρηση. Είναι πολύ ταλαντούχος» συνέχισε να φλυαρεί. «Θες να σου συστήσω την Ελενα;» την ρώτησε απλά. Η Λέξι σκέφτηκε να ουρλιάξει όχι, αλλά συγκρατήθηκε.
«Ναι, φυσικά» του είπε ήρεμα. Πόσος πολιτισμός, σκέφτηκε από μέσα της.
Κατευθύνθηκαν στην άλλη άκρη της αίθουσας, εκεί όπου βρίσκονταν οι μεγάλες ροτόντες. Η Έλενα μιλούσε με τη Λίσα.
«Ελενα, να σου γνωρίσω τη συνεργάτιδά μου» είπε εκείνος και η κοπέλα σηκώθηκε όρθια. Έτεινε ευγενικά το χέρι της και η Λέξι το έσφιξε.
«Χαίρω πολύ, είμαι η Λέξι» της είπε.
«Είναι φοβερό το έργο σας. Πάτε σίγουρα για βραβείο» είπε η Έλενα.
«Είστε συνάδελφος;» ρώτησε η Λέξι απλά.
«Είμαι συντηρήτρια έργων τέχνης. Όχι αρχιτέκτονας, αλλά λάτρης της αρχιτεκτονικής» είπε και κοίταξε τον Νόα. Εκείνος κοκκίνισε. Αν ήταν δυνατόν!
«Πάμε;» είπε ο Νόα στη Λέξι τελικά και η Λέξι συμφώνησε. Ο κύριος Κίναν τους έκανε νόημα ότι έπρεπε να κόψουν την κορδέλα.
«Είμαι πολύ χαρούμενος με το αποτέλεσμα. Κάναμε πολύ καλή δουλειά» της είπε εκείνος ενώ περπατούσαν. Όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω τους. Η Λέξι ένιωθε σαν σταρ.
«Κι εγώ είμαι ικανοποιημένη. Δεν ξέρω αν θα ήταν το ίδιο χωρίς εσένα. Τελικά είναι καλό να ανταλλάζεις ιδέες» του είπε με ειλικρίνεια.
«Ακόμα και με τον εχθρό;»
«Δεν είσαι εχθρός» του είπε εκείνη πειραγμένη και τον κοίταξε. Εκείνος κοιτούσε ευθεία.

Έκοψαν την κορδέλα και δέχτηκαν ένα δυνατό χειροκρότημα. Τα φλας άστραψαν και αγκαλιάστηκαν για τις φωτογραφίες. Την κρατούσε ψυχρά, από την πλάτη σχεδόν. Χαμογελούσε χαλαρά όμως. Αβίαστα. Πώς μπορούσε;
«Οι Κίναν είναι πολύ ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα. Μου το είπαν όλοι» της είπε.
«Ναι, κι εμένα» του είπε εκείνη. Ήθελε να τον ρωτήσει τι σκόπευε να κάνει από εδώ και στο εξής αλλά δεν το έκανε. Ντρεπόταν.
«Εκείνος ο τύπος εκεί» της έδειξε διακριτικά έναν ασπρομάλλη άντρα «είναι δημοσιογράφος για το Οίκος και Διακόσμηση. Θέλει να μας πάρει συνέντευξη. Θα είναι πολύ καλό για εμάς επαγγελματικά» της είπε.
«Ναι, κανόνισέ το. Μπορούμε να στείλουμε τις απαντήσεις με μέιλ και μερικές κοινές φωτογραφίες μας με το σπίτι» του πρότεινε.
«Καλή ιδέα» είπε εκείνος.

Αυτά… Η συζήτηση είχε κρεμάσει. Η Λέξι έστυβε το μυαλό της να βρει κάτι να του πει, αλλά δεν έβρισκε. Ήταν το τέλος. Ίσως η τελευταία φορά που μιλούσαν.
«Λέξι, με συγχωρείς» είπε εκείνος και κοίταξε το ποτήρι του αμήχανα. «Κάτι με θέλει η Έλενα» της είπε απλά και την άφησε μόνη.