Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

κεφάλαιο 59-τζιζ

«Είμαι στο νοσοκομείο» του είπε αδύναμα. «Είναι ανάγκη να το συζητήσουμε εδώ;».
«Ναι, θέλω να μάθω. Εδώ και καιρό νιώθω ότι κάτι μου κρύβεις. Ίσως σου κάνει καλό να μιλήσεις. Ίσως ξελαφρώσεις» της είπε.
«Δεν ξέρεις πόσο θα ήθελα να ισχύει αυτό. Φοβάμαι ότι απλώς θα με σιχαθείς μετά» του είπε. Εκείνος απλώς έγνεψε αρνητικά.
«Δεν πρόκειται» χαμογέλασε.
«Ο πατέρας σου έπινε» του είπε τελικά. «Το ξέρεις αυτό. Λίγο καιρό πριν φύγεις είχε αρχίσει να κάνει χυδαία σχόλια για μένα» του είπε και παρακολούθησε την έκφρασή του να αλλάζει. Σταμάτησε.
«Συνέχισε» την παρότρυνε.
«Μπροστά στη μητέρα μου. Κι εκείνη δεν έλεγε τίποτα. Της έλεγε ότι είμαι πολύ πιο όμορφη από εκείνη και ότι αναρωτιέται τι δεν πάει καλά μαζί μου και δεν με βλέπει ποτέ με κάποιον και άλλα πιο…άσχημα».
«Γιατί δε μου είπες τίποτα;» ρώτησε εκείνος σοβαρά.
«Δεν ήξερα ότι σκόπευες να φύγεις τόσο απότομα» του θύμισε εκείνη ξερά. «Αν συνέχιζε να μου μιλάει έτσι, θα σου έλεγα κάτι».
«Δεν είχα ιδέα ότι σε άφησα σε τέτοια επικίνδυνη θέση» της είπε εκείνος. Η Λέξι τον πίστεψε αλλά δεν τον συγχώρεσε.
«Το πιο άσχημο είναι ότι έφυγες, Νόα» του είπε πικρά. «Όχι ότι έμεινα μόνη μου με δύο ακατάλληλους κηδεμόνες».
«Σκεφτόμουν μόνο τον εαυτό μου, Λέξι. Συγγνώμη» της είπε ταπεινά.
«Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι αυτό που είχαμε δεν ήταν μόνο σεξ. Δε θα σου έλεγα ποτέ να μη φύγεις, να μη σπουδάσεις. Αλλά περίμενα ένα αντίο, ένα…» άρχισε να δακρύzει ξαφνικά. Εκείνος δεν προσπάθησε να την παρηγορήσει. Έδειχνε πραγματικά συγκλονισμένος.
«Λέξι, δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι είχα δεθεί. Ήμουν πολύ μικρός για να καταλαβαίνω τι νιώθω. Λυπάμαι που σε άφησα. Ειλικρινά λυπάμαι» έσβησε η φωνή του. Τα είχε χαμένα.
«Ο πατέρας σου δεν περίμενε πολύ να φύγεις για να συνεχίσει να με ενοχλεί. Έπινε πολύ και η μητέρα μου σχεδόν δεν έβγαινε από το δωμάτιό της για να μην τον πετύχει και τσακωθούν».
«Και η φωτιά; Πώς ξέσπασε η φωτιά;» τη ρώτησε.
«Η μητέρα μου είχε ανάψει έναν καινούργιο κηροστάτη στο σαλόνι και είχε ανέβει να κοιμηθεί. Ο πατέρας σου είχε πιει και έβλεπε τηλεόραση στο σαλόνι. Γύρισα αργά από την Τζιλ και άρχισε να μου λέει ότι καλά θα κάνει ο γκόμενός μου να με φέρνει μέχρι την πόρτα και κάτι τέτοια. Δεν καταλάβαινα καλά τι έλεγε. Προσπάθησα να τον αποφύγω αλλά μετά μου είπε κάτι βλακείες ότι είμαι όμορφη και ότι θα ήθελε πολύ να μάθει αν είμαι αθώα ή αν εσύ…ο γιος του, είχε πάρει την πρωτιά. Κάτι τέτοιο» είπε η Λέξι και σταμάτησε γιατί της ήρθε εμετός. Για χρόνια ένιωθε ενοχές για την εμφάνισή της. Ένιωθε βρώμικη και πρόστυχη. Προκλητική. Λες και έφταιγε εκείνη για κάτι. Η μητέρα της αυτό την είχε κατηγορήσει άλλωστε.
«Θεέ μου, πόσο ντρέπομαι» είπε και έκρυψε στα χέρια του το πρόσωπό του. Η Λέξι τον χάιδεψε λιγάκι στο κεφάλι.
«Έκανα να φύγω και με άρπαξε. Προσπάθησα να του ξεφύγω και άρχισε να με σφίγγει πάνω του. Βρωμούσε αλκοόλ. Φώναξα για βοήθεια αλλά η μητέρα μου πρέπει να κοιμόταν. Τρέχοντας στον πάνω όροφο για να σωθώ παρέσυρα τον κηροστάτη και…τα υπόλοιπα τα ξέρεις».
«Συνέχισε» την παρότρυνε ακόρεστος.
«Η φωτιά εξαπλώθηκε όταν ήμουν στον πάνω όροφο. Ο πατέρας σου βγήκε αμέσως έξω και τηλεφώνησε σε βοήθεια. Ξύπνησα τη μητέρα μου βιαστικά και κατέβηκε από την πίσω σκάλα. Εγώ καθυστέρησα λιγάκι και κάηκα. Πήρε φωτιά το πουκάμισό μου. Αυτό είναι».
«Γιατί χρεώθηκες το ατύχημα;».
«Ο πατέρας σου ήταν γνωστός στην περιοχή. Εξέχων δικηγόρος. Τι θα έλεγε η κοινωνία αν μάθαιναν ότι έπινε; Ότι είχε ριχτεί στην προγονή του; Μου είπαν να το βουλώσω και ότι θα με πλήρωναν για να εξαφανιστώ μετά από αυτό».
«Και αν έμπαινες φυλακή;».
«Τα κανόνισε όλα ο πατέρας σου. Όταν ξεμέθυσε, μάλλον συνειδητοποίησε τι είχε κάνει».
«Πού πήγες μετά;»
«Το δρομολόγιο ήταν ως εξής: νοσοκομείο, σπίτι της Τζιλ, Καναδάς».
«Στον πατέρα σου;».
«Δε χάρηκε, αλλά του εξήγησα ότι είναι για ένα χρόνο μόνο. Η μητέρα μου θα πλήρωνε τις σπουδές μου και έτσι δεν θα επιβαρυνόταν πολύ».
«Ωραίους γονείς έχουμε» είπε ειρωνικά. Η Λέξι χαμογέλασε.
«Να και ένα κοινό μας».
«Έχουμε κι άλλα» της είπε εκείνος.
«Νόα…»
«Λυπάμαι για όσα πέρασες, αλλά θέλω να μας δώσεις μια ευκαιρία. Γιατί δεν αφήνεσαι λίγο;»
«Δεν εμπιστεύομαι κανέναν και τίποτα πια, Νόα. Άσε με ήσυχη» του είπε και ξεφύσηξε. Ο πονοκέφαλος την τρέλαινε.
«Δε μου είπες κάτι όμως» της είπε και ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. «Γιατί καθυστέρησες;»

Η Λέξι ήλπιζε να μην την ρωτήσει. Αλλά ο Νόα ήταν πολύ έξυπνος για να το ξεχάσει.
«Μπορώ να μείνω μόνη;»
«Μόνο αν μου πεις».
«Ζαλίστηκα λίγο και…».
«Ψεύτρα» την κατηγόρησε. Και τότε η Λέξι, έκανε το πρώτο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό. Πάτησε ένα μικρό κουμπί στο κομοδίνο της. Τον είδε να εκνευρίζεται αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Η νοσοκόμα μπήκε με φόρα στο δωμάτιο.
«Πείτε μου» είπε ανήσυχη.
«Θέλω να κοιμηθώ» είπε απλά η Λέξι. Η κοπέλα οδήγησε τον Νόα έξω από το δωμάτιο ευγενικά.
«Δεν τελειώσαμε» της είπε εκείνος σχεδόν απειλητικά.


Παρά τη σύγχυση, η Λέξι αποκοιμήθηκε γρήγορα και για πρώτη φορά μετά από καιρό δεν είδε εφιάλτες.

3 σχόλια:

  1. Απιθανο κεφαλαιο. Ανυπομονω για το επομενο. Ελευθερια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μηπως καθυστερησε για να σωσει κατι δικο του!

    ΑπάντησηΔιαγραφή