Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

κεφάλαιο 64-Dress to kill-008




«Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σου που με κάλεσες» είπε ο Μπιλ στη Λέξι για τρίτη φορά ενώ ίσιωνε την μπλε γραβάτα του. Ήταν πολύ κομψός με το βραδινό κοστούμι του και το λευκό πουκάμισο. Είχε διαλέξει μπλε γραβάτα, ακριβώς στον ίδιο τόνο με το μπλε ιλεκτρίκ φόρεμά της για να ταιριάζουν. «Τα εγκαίνια είναι το απόλυτο γεγονός της χρονιάς σε μια πόλη που δεν της λείπουν τα κοσμικά γεγονότα! Είμαι πολύ τυχερός» συνέχισε να πολυλογεί, δείγμα του ότι ήταν πραγματικά ενθουσιασμένος.
«Είσαι ο καλύτερος φίλος μου και βοήθησες στο πρότζεκτ και έμμεσα και άμεσα. Πώς είναι δυνατόν να μη σε καλούσα; Άσε που είσαι και κούκλος. Δε θα έβρισκα καλύτερο συνοδό» γέλασε εκείνη.
«Κανονικά άλλος έπρεπε να είναι αλλά…»
«Μπιλ!» τον διέκοψε εκείνη απότομα. Εκείνος σήκωσε τα χέρια παραιτημένος.
«Καλά, καλά» υποχώρησε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που της το έλεγε. Ο Μπιλ συμπαθούσε τον Νόα και όταν εκείνη του είχε μιλήσει για όλα όσα είχαν προηγηθεί, εκείνος εξεπλάγη με την απόφασή της να μην είναι μαζί του. Φυσικά εξεπλάγη και που ο Νόα δεν επέμεινε περισσότερο, αλλά έπρεπε να αναγνωρίσει αν ήταν ειλικρινής  με τον εαυτό της ότι με την επιδεικτική αδιαφορία της δεν του άφησε περιθώρια να ελπίσει σε κάτι. Αυτή την μικρή λεπτομέρεια την είχε παραλείψει στην αφήγησή της στον Μπιλ.
«Πώς είμαι;» τον ρώτησε εκείνη και έκανε μια στροφή μπροστά του. Ντύνονταν στο σπίτι που νοίκιαζε στην πόλη. Σε λίγες μέρες έληγε το συμβόλαιό της και θα επέστρεφε στη Νάπα.
«Είσαι πανέμορφη» είπε ο Μπιλ ζεστά. «Αυτό το φόρεμα σε κολακεύει φοβερά και τα μαλλιά σου είναι πολύ όμορφα ανέμελα. Είσαι πολύ όμορφη. Θα σε περάσουν για σελέμπριτι!».
«Σε ευχαριστώ» του είπε και τον φίλησε στο μάγουλο. Είχε κάνει μεγάλη προσπάθεια να είναι εντυπωσιακή απόψε. Τα εγκαίνια ήταν όντως μεγάλο κοσμικό γεγονός και θα ακολουθούσε δεξίωση με καλεσμένους επώνυμους ηθοποιούς, πολιτικούς και εξέχουσες προσωπικότητες από τον χώρο της τέχνης και της επιστήμης. Και φυσικά θα έβλεπε κι εκείνον. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί αλλά σε μεγάλο ποσοστό είχε ντυθεί για εκείνον απόψε. Αρχικά πολέμησε την επιθυμία της να τον εντυπωσιάσει, αλλά τελικά κέρδισε η περηφάνια της και αποφάσισε να κάνει όσα χρειάζονταν για να μαγνητίσει το ενδιαφέρον του. Το ενδιαφέρον που δεν είχε πια για εκείνη. Είχε μία βδομάδα να τον δει και πριν από αυτό, ερχόταν ελάχιστα στο γραφείο. Περνούσε πιο πολύ χρόνο κάνοντας εξωτερικές δουλειές. Ουσιαστικά το πρότζεκτ είχε τελειώσει πριν από μέρες, αλλά δεν μπορούσε να φύγει πριν από τα εγκαίνια. Η Λέξι αναρωτιόταν ποιο θα ήταν το επόμενο βήμα του. Δεν την είχε ενοχλήσει ξανά για την πιθανή τους συνεργασία για το κάστρο στη Σκωτία. Θα πήγαινε εκεί; Μόνος; Θα συνέχιζε να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο; Δεν της άρεσε το τελευταίο σενάριο. Δεν ήξερε αν θα είχε την ευκαιρία να τον ξαναδεί μετά το αποψινό.
Ακόμα δεν είχε ψηλαφίσει πλήρως τα συναισθήματά της. Δηλαδή ήξερε πώς ένιωθε για εκείνον, αλλά δεν ήξερε αν μπορούσε να το ρισκάρει. Όχι ότι είχε σημασία πια, αλλά έπρεπε κάποια στιγμή να πολεμήσει τους δαίμονές της και ας μην ήταν εκείνος παρών. Πάντως, η ιδέα να μην το ξαναδεί, την έκανε να τρέμει.
«Όλη η πόλη μιλάει για εσάς» είπε ο Μπιλ. «Είστε το πιο καυτό θέμα στα πηγαδάκια αρχιτεκτόνων και διακοσμητών. Κάποιοι λένε ότι μπορεί να πάρετε και το βραβείο Νίκελσον».
«Το έχω ακούσει κι εγώ» είπε η Λέξι χαμογελώντας. «Αλλά το θεωρώ απίθανο. Είμαστε πολύ νέοι για αυτό το βραβείο».
«Γιατί; Κάνατε απίθανη δουλειά. Δέσατε τις ιδέες σας πολύ δημιουργικά και το αποτέλεσμα είναι άψογο. Άκουσα από ένα συνάδελφο να λέει ότι είναι αδύνατο να μη σου αρέσει το κτίριο, ακόμα και αν είσαι ένας κακοπροαίρετος ζηλιάρης».
«Υπερβολές» είπε η Λέξι αλλά φούσκωσε από περηφάνια. Το ήξερε ότι η έπαυλη ήταν πανέμορφη. Είχαν δώσει και οι δύο τον καλύτερο εαυτό τους. Ο Νόα είχε πολύ πρωτοποριακές ιδέες και φοβερό γούστο και ταλέντο. Ήλπιζε κι εκείνος να πίστευε το ίδιο και για αυτή. Η συνεργασία τους ήταν δύσκολη λόγω του παρελθόντος τους, αλλά τελικά το αποτέλεσμα δικαίωσε την επιλογή των Κίναν.
«Δεν πάμε;» είπε ο Μπιλ και κοίταξε το ρολόι του. «Δεν είναι ωραίο να αργήσουμε».
Η Λέξι ήξερε ότι σε πέντε λεπτά θα έφτανε η λιμουζίνα που είχε στείλει ο κύριος Κίναν να τους παραλάβει. Ήταν πολύ ευγενικός και σκέφτηκε κάθε λεπτομέρεια για απόψε. Είχε οργανώσει τα πάντα με ακρίβεια. Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για εσάς, της είχε πει, όταν του είπε ότι θεωρεί υπερβολή τη λιμουζίνα, γιατί δώσατε στις αναμνήσεις μιας ολόκληρης οικογένειας πνοή.
«Έχουμε πέντε λεπτά» είπε η Λέξι και κάθισε στον καναπέ. Ο Μπιλ τής είπε να προσέχει να μην τσαλακωθεί αλλά δεν του έδωσε σημασία. Χρειαζόταν πέντε λεπτά για να βάλει τις σκέψεις της σε σειρά. Έπρεπε να είναι ήρεμη όταν θα τον έβλεπε απόψε. Δεν ήξερε πώς να το χειριστεί, τι να του πει.
Ένα πράγμα ήλπιζε μόνο.
Να μη συνοδεύεται.




κεφάλαιο 63-ούπσι

63

«Δε σε αντέχω» κοπάνησε την πόρτα στα μούτρα του. Εκείνος φυσικά, την άνοιξε ατάραχος και μπήκε στο γραφείο της με απόλυτη ηρεμία.
«Δεν είναι επαγγελματική συμπεριφορά αυτή» της είπε. «Δε γίνεται κάθε φορά που διαφωνούμε, να οδύρεσαι και να κοπανάς τις πόρτες».
«Δεν διαφωνούμε απλά» του διευκρίνισε. «Έχουμε διαφορετική αισθητική αντίληψη. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που δε λύνεται. Ανάθεμα την ώρα που συμφώνησα σε αυτό το έργο και κάθομαι και συζητώ μαζί σου για το αν ταιριάζει το κροκί στην είσοδο. Το κροκί!» κάγχασε. Ο Νόα έχωσε τα χέρια του στις τσέπες του παντελονιού του. Ήταν φανερό ότι έχανε την υπομονή του αργά και σταθερά, αλλά δεν την ένοιαζε.
«Πώς είναι δυνατόν να είσαι τόσο ξεροκέφαλη; Όλα είναι θέμα διακόσμησης. Ο Μπιλ συμφωνεί».
«Τι; Πότε μιλήσατε πίσω από την πλάτη μου;» εκνευρίστηκε κι άλλο η Λέξι.
«Δεν ήξερα ότι απαγορεύεται».
«Εγώ είμαι η συνεργάτης σου!» του θύμισε.
«Τότε να συμπεριφέρεσαι και ανάλογα» της είπε ήρεμα, αλλά η Λέξι ήταν σίγουρη ότι έβραζε μέσα του. «Όταν προτείνω κάτι, μην κάνεις λες και σε τσίμπησε μέλισσα. Σκέψου το λίγο πριν το απορρίψεις».
«Αυτό κάνω» σούφρωσε τα χείλη της. «Δεν φταίω εγώ αν όλα όσα προτείνεις είναι έξω από τη σφαίρα της λογικής» του είπε όλο ύφος και αμέσως σταμάτησε. Τον είδε να σμίγει τα φρύδια του για κλάσματα δευτερολέπτου. Έχασε την αυτοκυριαρχία του μόνο για λίγο. Κάποιος άλλος ίσως δεν το είχε προσέξει, αλλά εκείνη το είχε νιώσει. Αυτό που του είχε πει είχε προεκτάσεις. Η ένταση μεταξύ τους όλες αυτές τις μέρες ήταν αποτέλεσμα του σκοτεινού σύννεφου που πλανάτο πάνω από το κεφάλι τους. Εκείνος είχε πετάξει τη βόμβα. Κι εκείνη δεν είχε απαντήσει. Τον απέφευγε και οι συζητήσεις τους ήταν καθαρά επαγγελματικές. Δεν ήξερε τι να του πει.

Δεν είναι ότι δεν τον ήθελε. Απλώς δεν άντεχε να πονέσει ξανά τόσο. Την πλήγωνε που το παρελθόν την είχε κάνει επιφυλακτική, αλλά ίσως ήταν για καλό. Δεν είχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι ο Νόα σκόπευε να κάνει αυτή τη φορά κάτι διαφορετικά. Θα κοιμόταν μαζί της, θα είχαν σχέση, αλλά για πόσο; Δεν ζητούσε το πάντα. Ήξερε ότι ο Νόα δεν φυλακιζόταν. Αλλά ήθελε μια σταθερότητα γιατί την είχε στερηθεί.
«Μάλλον είμαι ηλίθιος» είπε εκείνος πικρά και έκανε να φύγει.
 «Νόα…» του είπε και τον σταμάτησε πριν ανοίξει την πόρτα. Γύρισε και την κοίταξε και το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο. Είτε ήταν 16 χρονών είτε 27. Όλο της το σώμα σείστηκε από την απόλαυση του να τον κοιτάει.
«Νόα, τι;» είπε εκείνος συγκρατημένα. «Να εκλάβω την προηγούμενη δήλωση ως απάντηση τόσο στην επαγγελματική όσο και στην προσωπική πρόταση που σου έχω κάνει;» τη ρώτησε.
«Δεν είπα κάτι τέτοιο» του είπε. Ίσως και να το είχε κάνει ασυναίσθητα. Αλήθεια, τι ήθελε;
«Λέξι» καθάρισε τη φωνή του και την κοίταξε για ένα ατελείωτο διάστημα. Η Λέξι είχε σχεδόν υπνωτιστεί. «Δεν περιμένω πια» της είπε τελικά. Η Λέξι ένιωσε σαν να της έδωσε χαστούκι. Ένα χέρι παγωμένο έσφιξε την καρδιά της και ένα άσχημο προαίσθημα φώλιασε μέσα της.
«Τι εννοείς;» ρώτησε απλά.
«Έχει περάσει σχεδόν ένας μήνας» της είπε. Η Λέξι δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι είχε περάσει τόσος καιρός. «Ένας μήνας που με αγνοείς και με αποφεύγεις. Δεν περιμένω πια» της είπε πάλι και η Λέξι βεβαιώθηκε ότι τον είχε καταλάβει καλά.

Τον κοιτούσε αποσβολωμένη. Ήθελε να του φωνάξει ότι δεν περίμενε και πολύ. Να τον ειρωνευτεί και να τον βρίσει. Αλλά αν τα έκανε όλα αυτά, τι θα κέρδιζε; Θα έχανε και την λίγη αξιοπρέπεια που της είχε απομείνει. Ήταν πραγματικά η πιο πικρή στιγμή της ζωής της. Δεν μπορούσε να του εκφράσει πώς ένιωθε. Δε ήξερε αν ήθελε ή δεν ήθελε να την περιμένει.

«Όπως νιώθεις» του είπε τελικά και κατέβασε το βλέμμα στο πάτωμα. Δεν την περίμενε πια. Ήταν πολύ όσο την περίμενε; Ήταν λίγο; Πόσο διάστημα θα την έκανε ευτυχισμένη; Θα άλλαζε κάτι ή απλώς ήθελε να τον τυραννήσει; Αλλά αυτό που τη βασάνιζε ήταν ένα άλλο ερώτημα. «Δεν μου αξίζει να περιμένω τόσο μια απάντηση» της είπε. Η Λέξι χαμογέλασε. Εκείνη περίμενε λίγο παραπάνω για εκείνον. Μία ζωή. Δεν του είπε φυσικά τίποτα. «Μπορείς να ηρεμήσεις λοιπόν» συμπλήρωσε καυστικά.

Ήθελε να τον ρωτήσει αν βγαίνει με κάποια ή κάτι τέτοιο, αλλά δεν το έκανε. Δεν ωφελούσε. Τίποτα δεν ωφελούσε. Τον είχε χάσει πάλι. Άλλη μια φορά που δεν ήξερε αν έφταιγε εκείνη. Άλλη μια φορά που αναρωτιόταν πώς θα εξελισσόταν η σχέση αν... Αν μπορούσε, θα ούρλιαζε.
«Θα ηρεμήσω όταν τελειώσει αυτή η συνεργασία» του είπε σκληρά, πιο πολύ για να προστατεύσει τον εαυτό της. Για να μην κλάψει μπροστά του.

«Μπορεί να γίνει και πιο νωρίς από ό,τι νομίζεις» χαμογέλασε ο Νόα γλυκά και αποχώρισε από το γραφείο της, αφήνοντάς με πολλά, πολλά ερωτηματικά και με μια καρδιά χίλια κομμάτια.

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

κεφάλαιο 62-λίγο χρόνο σού ζητήσαμε κύριε. οχι τον ουρανό με τ αστρα




62

Ο Νόα μπήκε στην τραπεζαρία την ώρα που οι εργάτες τέλειωναν την απογευματινή βάρδια. Η Λέξι έκανε φοβερές προσπάθειες να μην διασταυρωθούν οι δρόμοι τους τόσες μέρες και να μη μείνουν μόνοι και εν μέρει το είχε καταφέρει. Αλλά τώρα, έπρεπε να τον αντιμετωπίσει. Ένιωθε το αίμα της να βράζει και τον σφυγμό της να ανεβαίνει. Ο χώρος μίκρυνε ξαφνικά και η ατμόσφαιρα βάρυνε. Το άρωμά του εισέβαλε στα ρουθούνια της, και αυτόματα το κορμί της μπήκε σε επιφυλακή.
«Είχες δίκιο για την αψίδα» της είπε εκείνος και της έδειξε το σημείο που είχε αλλάξει. Η Λέξι είχε αφαιρέσει μια διακοσμητική αψίδα στα αρχικά σχέδια και είχαν τσακωθεί γι’ αυτό, αλλά τελικά της αναγνώρισε ότι είχε δίκιο.
«Κάτι ξέρω κι εγώ» του είπε εκείνη, χωρίς να τον κοιτάει. Ήταν σίγουρη ότι αν είχαν οπτική επαφή θα έχανε το κουράγιο της. Θα το έπαιζε άνετη. Απλά δε θα τον κοιτούσε. Την αποδιοργάνωνε το να τον κοιτάει.
«Κι επειδή κάτι ξέρεις κι εσύ» είπε εκείνος, κεφάτος, «θέλω να σου πω κάτι αλλά δεν ξέρω πώς θα σου φανεί».
«Πάλι;» είπε κι εκείνη ανάλαφρα, αλλά ο Νόα δεν ανταποκρίθηκε στο αστειάκι. Ωραία. Ήθελε να εστιάσουν στο επαγγελματικό. Δεν είχε άδικο. Αυτή τα φορά αυτή παρεκτράπη.
«Ένας φίλος της Λίσα έχει ένα έργο για εμάς» είπε. Η Λέξι τον κοίταξε έκπληκτη. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.
«Και για τους δύο;»
«Η Λίσα μίλησε με θετικά λόγια και για τους δύο μας. Μάλλον ο πιθανός πελάτης μας θα έβγαλε το συμπέρασμα ότι δουλεύουμε μαζί και μας ζήτησε μαζί».
«Μπορείς να κάνεις αποκατάσταση της αλήθειας. Πάρε τη δουλειά εσύ» είπε η Λέξι παρόλο που αναρωτιόταν για τι επρόκειτο.
«Είναι ένα κάστρο στη Σκωτία» είπε ο Νόα χαμογελώντας με ένα σατανικό τρόπο. Η ανάσα της κόπηκε.
«Κάστρο; Σκωτία;» επανέλαβε σαν ρομπότ. Ο Νόα γέλασε.
«Αυτή είναι η αντίδραση που περίμενα».
«Δε  γίνεται να συνεργαστούμε πάλι. Κοντέψαμε να σκοτωθούμε» του είπε εκείνη. «Σε ένα μήνα παραδίδουμε την έπαυλη και είναι θαύμα που δεν θρηνήσαμε θύματα».
«Πρέπει να βελτιώσουμε την επικοινωνία μας» είπε εκείνος σοβαρά. «και ένα πρώτο βήμα είναι να βγούμε…για ένα ποτό» πρότεινε απολύτως ήρεμα.
«Νόα, ξέρεις, εγώ…» ξεκίνησε αλλά δεν ολοκλήρωσε. Δεν ήξερε τι να του πει.
«Μην κάνεις λες και σου πρότεινα να περπατήσεις στη φωτιά. Θέλω να βγούμε και να μιλήσουμε. Δεν ωφελεί να αγνοούμε άλλο την κατάσταση που υπάρχει μεταξύ μας. Αρκετά με απέφευγες τόσες μέρες» είπε. Η Λέξι κοκκίνισε. Το είχε προσέξει; Διάολε. «Σου έχω πει μερικά πράγματα και οφείλεις να μου ξεκαθαρίσεις τη θέση σου. Αν θες να με απορρίψεις, μπορείς να το κάνεις και θα το δεχτώ, αλλά θέλω να μου το πεις κανονικά. Με λέξεις και προτάσεις. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η μέθοδος που διαλέγεις είναι να με αγνοείς και να με αποφεύγεις» συνέχισε. Η Λέξι ξεφύσηξε. Τι άλλο μπορούσε να κάνει; Την είχε τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί.
«Νόα, είμαι μπερδεμένη. Αυτή την περίοδο έχει έρθει ο πατριός μου γιατί η ετεροθαλής αδερφή μου θέλει να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο και μένουν στο σπίτι μου στη Νάπα. Αυτό από μόνο του φτάνει για να με αποδιοργανώσει» προσπάθησε να απολογηθεί.



«Γιατί;» ρώτησε εκείνος.
«Την ξέρεις την κατάσταση με τον πατέρα μου».
«Ξέρω μόνο ότι έχεις μπερδέψει λιγάκι το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον. Και με εμάς το ίδιο κάνεις».
«Δεν υπάρχει εμάς».
«Μάλιστα» είπε εκείνος ξερά.
«Θέλω λίγο χρόνο να σκεφτώ».
«Σου έχω προτείνει δύο πράγματα» της θύμισε.
«Ε…το πρώτο» ψέλλισε εκείνη.
«Ποιο; Πες το!» εκνευρίστηκε ο Νόα και ανέβασε τον τόνο της φωνής του. «Τόσο πολύ σε αηδιάζει η σκέψη που δεν μπορείς να το πεις καν;».
«Το να είμαστε μαζί» είπε εκείνη παραιτημένη.

«Θα περιμένω» της είπε τελικά εκείνος, με ένα βλέμμα που προμήνυε καταιγίδα και λίγο πριν βγει από το δωμάτιο με μεγάλες δρασκελιές τον άκουσε να προσθέτει κάτι μέσα από σφιγμένα δόντια. «Αλλά όχι για πάντα».

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

κεφάλαιο 61-φιλενάδες





61

«Μην κουράζεσαι» είπε η Μπέτι στη Λέξι μερικές μέρες μετά. Ήταν η τρίτη φορά που το έλεγε και η Λέξι χάρηκε επειδή υπήρχε βελτίωση. Την πρώτη μέρα που επέστρεψε στη δουλειά, σχεδόν δεν την άφησαν να δουλέψει από τη συνεχή φροντίδα και προσοχή. Η Μπέτι ακούμπησε ένα δίσκο με τσάι και βουτήματα μπροστά της. «Κάνε ένα διάλειμμα» συνέχισε ανήσυχη η φίλη της.
«Είμαι καλά και σκοπεύω να συνεχίσω τη ζωή μου. Παίρνω συμπληρώματα διατροφής και προσέχω» είπε η Λέξι αλλά ήξερε ότι δεν την άκουγε. «Αντιδράς υπερβολικά».
«Δε φταίω εγώ. Με έχει τρομοκρατήσει ο Νόα να σε προσέχω» είπε η Μπέτι ντροπαλά και η Λέξι γέλασε. Το ήξερε ότι αυτός κρυβόταν πίσω από όλα αλλά πάντα ήλπιζε.
«Πες του ότι το κάνεις και άσε με ήσυχη» πρότεινε διπλωματικά η Λέξι αλλά δεν την έπεισε. «Τι σου έταξε;».
«Ένα καινούργιο κινητό» απάντησε η Μπέτι γρήγορα και μετά γούρλωσε τα μάτια απότομα. Η Λέξι γέλασε. Την είχε ρωτήσει για πλάκα τι της είχε τάξει για να την έχει από κοντά, αλλά η Μπέτι καρφώθηκε.
«Δέχεσαι δώρα από τον εχθρό;» είπε η Λέξι ανάλαφρα.
«Ποιον εχθρό;» τον υπερασπίστηκε με πάθος η Μπέτι. «Ο εχθρός είναι πιο φίλος και από φίλος».
«Καλός είναι» είπε η Λέξι με τη σειρά της και προσπάθησε να μην κοκκινίσει.
«Πώς τα πάτε;» είπε η Μπέτι απλά. Ήταν η πρώτη φορά που τη ρωτούσε κάτι τόσο άμεσα, παρόλο που μάλλον έβλεπε τι συμβαίνει εδώ και καιρό.
«Δεν ξέρω τι να απαντήσω σε αυτό» είπε η Λέξι τελικά.
«Αν δε θες να μιλήσεις, καταλαβαίνω…» έκανε να φύγει η Μπέτι αλλά η Λέξι την απέτρεψε.
«Δεν ξέρω τι να σου πω. Δεν είναι ότι δεν θέλω. Ο Νόα κι εγώ έχουμε μεγάλη ιστορία μαζί» είπε η Λέξι. Η Μπέτι έγνεψε. «Για έναν τρίτο ίσως είναι εύκολο να βάλει το συμπέρασμα ότι πρέπει ή ότι δεν πρέπει να είμαστε μαζί. Η αλήθεια όμως είναι πιο σύνθετη» είπε.
«Δηλαδή;» την προέτρεψε η Μπέτι και κάθισε στην καρέκλα απέναντι από το γραφείο της Λέξι. Η Λέξι υπολόγισε νοερά τι έπρεπε να κάνει πριν το μεσημέρι. Ευτυχώς το έργο προχωρούσε πολύ καλά και τώρα δούλευαν μόνο μικρές λεπτομέρειες. Είχε λίγο χρόνο να συζητήσει με την Μπέτι. Ίσως χρειαζόταν μια καθαρή ματιά, αν και δεν ήταν σίγουρη ότι η φίλη της θα ήταν αντικειμενική.
«Είναι πολλά αυτά που έχουν συμβεί. Εγώ δεν τον εμπιστεύομαι ότι θα είναι εκεί για μένα και εκείνος μάλλον νιώθει ενοχές για όσα έγιναν στο παρελθόν. Δεν μπορώ να σου μιλήσω για αυτό».
«Καταλαβαίνω. Συνέχισε».









«Ξέρω ότι ενδιαφέρεται και με κολακεύει η προσοχή που μου δείχνει» παραδέχτηκε η Λέξι.
«Μιλάς για τα λουλούδια; Για τα κοπλιμέντα; Για τη φροντίδα;» γέλασε η Μπέτι. Η αλήθεια ήταν ότι τον τελευταίο καιρό ο Νόα ήταν παραπάνω από δίπλα της.
«Σε έναν ιδανικό κόσμο θα ήθελα να είμαστε μαζί» συννέφιασε η Λέξι «αλλά δε θέλω να είμαι με κάποιον που με λυπάται».
«Εγώ βλέπω ότι σε θέλει ειλικρινά. Γιατί βασανίζεσαι;».
«Το να θέλει ο ένας τον άλλον δεν είναι αρκετό. Το παρελθόν θα μας πνίξει αργά ή γρήγορα. Τα φαντάσματα θα μπουν ανάμεσά μας».
«Αν τα αφήσετε εσείς» είπε η Μπέτι αυστηρά. Η Λέξι ζύγισε τα λόγια της φίλης της.
«Σε τι φάση είστε τώρα; Πού το αφήσατε;».

Η Λέξι σκέφτηκε τι να απαντήσει. Δεν ήταν απόλυτα ξεκάθαρο, ούτε καν στην ίδια, που ήταν παρούσα στη συζήτηση.
«Νομίζω ότι ο Νόα έκανε σαφή τη θέση του να προσπαθήσουμε και μου είπε ότι αν θέλω κι εγώ θα πρέπει να του δώσω ένα σημάδι».
«Κι εσύ;» ρώτησε η Μπέτι με κομμένη την ανάσα.
«Εγώ σκέφτομαι» είπε η Λέξι.

«Σταμάτα να σκέφτεσαι και ξεκίνα να νιώθεις, φιλενάδα» είπε η Μπέτι τελικά και σηκώθηκε για να επιστρέψει στο γραφείο της. «Άντρες σαν τον Νόα, δεν υπάρχουν πολλοί».

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

κεφάλαιο 60-δωράκι (Τα λέμε από Δευτέρα!)

60

«Θα σε σκοτώσω» της είπε εκνευρισμένος το επόμενο μεσημέρι. Στεκόταν στο κατώφλι του σπιτιού της στη Νάπα. Πραγματικά έξαλλος.
«Φίλε, πέρνα πρώτα μέσα» είπε ο Μπιλ ανάλαφρα, αλλά ο Νόα δεν πήρε είδηση ότι υπήρχε άλλος στο δωμάτιο. Δεν γύρισε ούτε το βλέμμα του.
«Πήγα στο νοσοκομείο για να πάρουμε μαζί εξιτήριο και μαθαίνω ότι έχεις φύγει ήδη; Είσαι με τα καλά σου;» συνέχισε εκείνος ακάθεκτος.
«Είπα στον Μπιλ» του είπε εκείνη ήρεμα. Φορούσε ένα πιτζαμάκι κοντό αλλά το βλέμμα του δεν άφησε το δικό της ούτε λεπτό.
«Φίλε, πέρνα μέσα» είπε ο Μπιλ ξαφνικά, μετά από μια οπτική αναμέτρηση των δυο τους. Ο Νόα πέρασε. Διστακτικά στην αρχή, αλλά μετά έβγαλε το τζάκετ του και το πέταξε στον καναπέ.
«Θες ένα νερό;» προσφέρθηκε ο Μπιλ αλλά ο Νόα έγνεψε αρνητικά.
«Καταλαβαίνω ότι είστε φίλοι, εντάξει» είπε στη Λέξι, που κάθισε δίπλα του στον καναπέ. «Αλλά έπρεπε να με ενημερώσεις».
«Δεν ήξερα ότι θα έρθεις» του είπε εκείνη καυστικά.
«Δεν μπορεί να περίμενες ότι δε θα έρθω. Ειδικά μετά το χθεσινοβραδινό θέατρο που έστησες. Με το που άνοιξε το επισκεπτήριο ήρθα για να σε σκοτώσω».
«Και ήθελες να σε περιμένω;» γέλασε εκείνη. Ο Νόα δεν ανταποκρίθηκε στο πείραγμα.
«Παιδιά, ηρεμήστε λίγο» είπε ο Μπιλ και κάθισε μαζί τους. «Η Λέξι χρειάζεται ξεκούραση. Και χαλάρωση. Οι γιατροί είπαν ότι η συναισθηματική φόρτιση την έκανε τόσο αδύναμη». Η Λέξι κοκκίνισε λίγο.
«Ποια συναισθηματική φόρτιση; Η γυναίκα αυτή είναι…θα με τρελάνει!» είπε ο Νόα έξαλλος. Η Λέξι γέλασε. Την αγριοκοίταξε.
«Νόα, προφανώς ήθελα να μείνω μόνη μου και να σε αποφύγω. Και ο Μπιλ είναι δικός μου άνθρωπος» του είπε.
«Και εγώ τι είμαι;» τη ρώτησε εκείνος. Ο Μπιλ ξερόβηξε αμήχανα και εξαφανίστηκε από το δωμάτιο σε κλάσματα δευτερολέπτου.
«Δεν είμαι έτοιμη να αντιμετωπίσω όλο αυτό που συμβαίνει» του είπε εκείνη τελικά. «Και προτεραιότητα έχει να ηρεμήσω».
«Θα ηρεμήσεις αν μου πεις τι έγινε. Μόνο τότε» είπε εκείνος με αυτοπεποίθηση και η Λέξι παραδέχτηκε σιωπηλά ότι είχε δίκιο σε αυτό που έλεγε. Εν μέρει φυσικά.
«Είσαι πιεστικός ε;» του χαμογέλασε. «Μάλλον επειδή είσαι μοναχοπαίδι».
«Κι εσύ μοναχοπαίδι είσαι» της θύμισε.
«Είναι ανυπόφορος».
«Όσο πιο γρήγορα μιλήσεις, τόσο πιο γρήγορα θα ηρεμήσεις και τόσο πιο γρήγορα θα προχωρήσουμε».
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Τι πιστεύεις ότι σημαίνει;».
«Μην παίζεις με τα λόγια» τον παρακάλεσε.
«Δεν παίζω καθόλου. Πρέπει να ρίξουμε μερικά εμπόδια για να δούμε τι θα κάνουμε εμείς οι δυο».
«Σαν τι θες να κάνουμε;» είπε αμήχανα εκείνη.
«Έχω δύο απαντήσεις σε αυτή την ερώτηση. Η μία θα σε κάνει να κοκκινίσεις. Η άλλη όχι. Ποια προτιμάς;».
«Ωχ Νόα, όλα δύσκολα είναι μαζί σου» είπε εκείνη. Ευτυχώς τον καθυστερούσε.
«Κι εσύ δεν είσαι ακριβώς εύκολη περίπτωση».

 «Έχω ζήσει δύσκολες καταστάσεις, Νόα. Κι εσύ το ίδιο. Έχασες τη μητέρα σου. Τώρα και τον πατέρα σου. Έζησες με μητριά και με μια αδερφή που δεν ήθελες».
«Σε ήθελα» τη διόρθωσε.
«Καταλαβαίνεις τι εννοώ».
«Ήταν δύσκολο και για μένα».
«Το ξέρω. Αλλά εγώ έμεινα μόνη μου να ζω με την απόρριψη, μέχρι που τελικά την αποδέχτηκα. Την έκανα φίλη μου. Δεν ήξερα καν πώς ένιωθα για σένα. Για όσο καιρό κοιμόμασταν αναρωτιόμουν αν όντως σε ήθελα ή απλώς ήθελα τη σιγουριά».
«Και τι αποφάσισες;» τη ρώτησε γεμάτος αγωνία.
«Έχει σημασία τώρα;» τον ρώτησε πικρά.
«Για μένα ναι» είπε εκείνος, και με το βλέμμα του σχεδόν την παρακάλεσε να του πει. Η Λέξι δεν ήθελε να τον βλέπει να αναρωτιέται. Σηκώθηκε αργά από τον καναπέ και πήγε στην μεγάλη βιβλιοθήκη που στόλιζε τον τοίχο της. Σε ένα ράφι, είχε ένα ξύλινο μεγάλο σκαλιστό κουτί που είχε αγοράσει από έναν πάγκο στο Παρίσι. Ήταν ό,τι πιο όμορφο είχε βρει για να βάλει μέσα κάτι τόσο πολύτιμο.
«Δεν ήξερα αν θα σε ξαναδώ…» του είπε κρατώντας το ξύλινο κουτί. «Εδώ μέσα βρίσκεται κάτι σημαντικό για σένα. Το κράτησα, ελπίζοντας μάλλον ότι κάποια μέρα θα σε ξαναδώ ή θα βρω τα ίχνη σου» του χαμογέλασε.  «Τώρα είναι καλή ευκαιρία να σου το δώσω».

Ο Νόα την κοιτούσε παραξενεμένος. Πήρε στο χέρι του το ξύλινο κουτί και το ακούμπησε στα πόδια του. Η Λέξι κάθισε ήρεμα δίπλα του και τον άφησε να χαϊδέψει με τα δάχτυλά του γρήγορα την επιφάνεια πριν το ανοίξει. Μετά είδε την έκφρασή του να αλλάζει. Το σοκ διαδέχτηκε η συγκίνηση.
«Λέξι…» είπε με βραχνή φωνή αλλά δεν συνέχισε τη φράση του.
Τον είδε να ξεφυλλίζει τα μπλοκ με τα σκίτσα του, να στέκεται στα πορτρέτα της μητέρας του και μερικά τοπία.  Ήταν τα εφηβικά έργα του και ήταν όλα γεμάτα πάθος και ζωή. Πάντα θαύμαζε τον τρόπο που ζωγράφιζε και ζήλευε το ταλέντο του, παρόλο που εκείνος κλείδωνε με τυπικότητα την σοφίτα και δεν την άφηνε να δει όσα έφτιαχνε. Έβλεπε μόνο όσα ζωγράφιζε για τα καλλιτεχνικά του σχολείου και με αυτά κέρδιζε βραβεία, και όσα μουτζούρωνε ασυναίσθητα σε χαρτοπετσέτες ή σε χαρτάκια στο σπίτι. Ήταν πολύ ταλαντούχος.
«Δεν το πιστεύω ότι τα κράτησες» της είπε συγκινημένος, κοιτώντας πεινασμένα τις εικόνες που είχε φτιάξει. «Δεν περίμενα να τα ξαναδώ. Είναι το πιο πολύτιμο δώρο που μου έχει κάνει κανείς. Νόμιζα ότι χάθηκαν όλα στη φωτιά. Πίστευα ότι έφταιγες εσύ. Τόσα χρόνια πίστευα ένα ψέμα…» είπε σοκαρισμένος και την κοίταξε. Τα μάτια του ήταν κόκκινα.
«Χαίρομαι που τα κράτησα» του είπε εκείνη και ανασήκωσε τους ώμους.
«Εδώ μέσα είναι όλες οι αναμνήσεις μου. Τα έχεις δει;» τη ρώτησε. Η Λέξι έγνεψε αρνητικά.
«Κλείδωνες πάντα τη σοφίτα. Σεβάστηκα την ιδιωτικότητά σου» του είπε ήρεμα.
«Είσαι υπέροχη. Το ξέρεις;» τη ρώτησε εκείνος. Η Λέξι χαμογέλασε δειλά.
«Καλή είμαι» του είπε απαλά.

Ο Νόα την ευχαρίστησε με ένα φιλί. 




Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

κεφάλαιο 59-τζιζ

«Είμαι στο νοσοκομείο» του είπε αδύναμα. «Είναι ανάγκη να το συζητήσουμε εδώ;».
«Ναι, θέλω να μάθω. Εδώ και καιρό νιώθω ότι κάτι μου κρύβεις. Ίσως σου κάνει καλό να μιλήσεις. Ίσως ξελαφρώσεις» της είπε.
«Δεν ξέρεις πόσο θα ήθελα να ισχύει αυτό. Φοβάμαι ότι απλώς θα με σιχαθείς μετά» του είπε. Εκείνος απλώς έγνεψε αρνητικά.
«Δεν πρόκειται» χαμογέλασε.
«Ο πατέρας σου έπινε» του είπε τελικά. «Το ξέρεις αυτό. Λίγο καιρό πριν φύγεις είχε αρχίσει να κάνει χυδαία σχόλια για μένα» του είπε και παρακολούθησε την έκφρασή του να αλλάζει. Σταμάτησε.
«Συνέχισε» την παρότρυνε.
«Μπροστά στη μητέρα μου. Κι εκείνη δεν έλεγε τίποτα. Της έλεγε ότι είμαι πολύ πιο όμορφη από εκείνη και ότι αναρωτιέται τι δεν πάει καλά μαζί μου και δεν με βλέπει ποτέ με κάποιον και άλλα πιο…άσχημα».
«Γιατί δε μου είπες τίποτα;» ρώτησε εκείνος σοβαρά.
«Δεν ήξερα ότι σκόπευες να φύγεις τόσο απότομα» του θύμισε εκείνη ξερά. «Αν συνέχιζε να μου μιλάει έτσι, θα σου έλεγα κάτι».
«Δεν είχα ιδέα ότι σε άφησα σε τέτοια επικίνδυνη θέση» της είπε εκείνος. Η Λέξι τον πίστεψε αλλά δεν τον συγχώρεσε.
«Το πιο άσχημο είναι ότι έφυγες, Νόα» του είπε πικρά. «Όχι ότι έμεινα μόνη μου με δύο ακατάλληλους κηδεμόνες».
«Σκεφτόμουν μόνο τον εαυτό μου, Λέξι. Συγγνώμη» της είπε ταπεινά.
«Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι αυτό που είχαμε δεν ήταν μόνο σεξ. Δε θα σου έλεγα ποτέ να μη φύγεις, να μη σπουδάσεις. Αλλά περίμενα ένα αντίο, ένα…» άρχισε να δακρύzει ξαφνικά. Εκείνος δεν προσπάθησε να την παρηγορήσει. Έδειχνε πραγματικά συγκλονισμένος.
«Λέξι, δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι είχα δεθεί. Ήμουν πολύ μικρός για να καταλαβαίνω τι νιώθω. Λυπάμαι που σε άφησα. Ειλικρινά λυπάμαι» έσβησε η φωνή του. Τα είχε χαμένα.
«Ο πατέρας σου δεν περίμενε πολύ να φύγεις για να συνεχίσει να με ενοχλεί. Έπινε πολύ και η μητέρα μου σχεδόν δεν έβγαινε από το δωμάτιό της για να μην τον πετύχει και τσακωθούν».
«Και η φωτιά; Πώς ξέσπασε η φωτιά;» τη ρώτησε.
«Η μητέρα μου είχε ανάψει έναν καινούργιο κηροστάτη στο σαλόνι και είχε ανέβει να κοιμηθεί. Ο πατέρας σου είχε πιει και έβλεπε τηλεόραση στο σαλόνι. Γύρισα αργά από την Τζιλ και άρχισε να μου λέει ότι καλά θα κάνει ο γκόμενός μου να με φέρνει μέχρι την πόρτα και κάτι τέτοια. Δεν καταλάβαινα καλά τι έλεγε. Προσπάθησα να τον αποφύγω αλλά μετά μου είπε κάτι βλακείες ότι είμαι όμορφη και ότι θα ήθελε πολύ να μάθει αν είμαι αθώα ή αν εσύ…ο γιος του, είχε πάρει την πρωτιά. Κάτι τέτοιο» είπε η Λέξι και σταμάτησε γιατί της ήρθε εμετός. Για χρόνια ένιωθε ενοχές για την εμφάνισή της. Ένιωθε βρώμικη και πρόστυχη. Προκλητική. Λες και έφταιγε εκείνη για κάτι. Η μητέρα της αυτό την είχε κατηγορήσει άλλωστε.
«Θεέ μου, πόσο ντρέπομαι» είπε και έκρυψε στα χέρια του το πρόσωπό του. Η Λέξι τον χάιδεψε λιγάκι στο κεφάλι.
«Έκανα να φύγω και με άρπαξε. Προσπάθησα να του ξεφύγω και άρχισε να με σφίγγει πάνω του. Βρωμούσε αλκοόλ. Φώναξα για βοήθεια αλλά η μητέρα μου πρέπει να κοιμόταν. Τρέχοντας στον πάνω όροφο για να σωθώ παρέσυρα τον κηροστάτη και…τα υπόλοιπα τα ξέρεις».
«Συνέχισε» την παρότρυνε ακόρεστος.
«Η φωτιά εξαπλώθηκε όταν ήμουν στον πάνω όροφο. Ο πατέρας σου βγήκε αμέσως έξω και τηλεφώνησε σε βοήθεια. Ξύπνησα τη μητέρα μου βιαστικά και κατέβηκε από την πίσω σκάλα. Εγώ καθυστέρησα λιγάκι και κάηκα. Πήρε φωτιά το πουκάμισό μου. Αυτό είναι».
«Γιατί χρεώθηκες το ατύχημα;».
«Ο πατέρας σου ήταν γνωστός στην περιοχή. Εξέχων δικηγόρος. Τι θα έλεγε η κοινωνία αν μάθαιναν ότι έπινε; Ότι είχε ριχτεί στην προγονή του; Μου είπαν να το βουλώσω και ότι θα με πλήρωναν για να εξαφανιστώ μετά από αυτό».
«Και αν έμπαινες φυλακή;».
«Τα κανόνισε όλα ο πατέρας σου. Όταν ξεμέθυσε, μάλλον συνειδητοποίησε τι είχε κάνει».
«Πού πήγες μετά;»
«Το δρομολόγιο ήταν ως εξής: νοσοκομείο, σπίτι της Τζιλ, Καναδάς».
«Στον πατέρα σου;».
«Δε χάρηκε, αλλά του εξήγησα ότι είναι για ένα χρόνο μόνο. Η μητέρα μου θα πλήρωνε τις σπουδές μου και έτσι δεν θα επιβαρυνόταν πολύ».
«Ωραίους γονείς έχουμε» είπε ειρωνικά. Η Λέξι χαμογέλασε.
«Να και ένα κοινό μας».
«Έχουμε κι άλλα» της είπε εκείνος.
«Νόα…»
«Λυπάμαι για όσα πέρασες, αλλά θέλω να μας δώσεις μια ευκαιρία. Γιατί δεν αφήνεσαι λίγο;»
«Δεν εμπιστεύομαι κανέναν και τίποτα πια, Νόα. Άσε με ήσυχη» του είπε και ξεφύσηξε. Ο πονοκέφαλος την τρέλαινε.
«Δε μου είπες κάτι όμως» της είπε και ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. «Γιατί καθυστέρησες;»

Η Λέξι ήλπιζε να μην την ρωτήσει. Αλλά ο Νόα ήταν πολύ έξυπνος για να το ξεχάσει.
«Μπορώ να μείνω μόνη;»
«Μόνο αν μου πεις».
«Ζαλίστηκα λίγο και…».
«Ψεύτρα» την κατηγόρησε. Και τότε η Λέξι, έκανε το πρώτο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό. Πάτησε ένα μικρό κουμπί στο κομοδίνο της. Τον είδε να εκνευρίζεται αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Η νοσοκόμα μπήκε με φόρα στο δωμάτιο.
«Πείτε μου» είπε ανήσυχη.
«Θέλω να κοιμηθώ» είπε απλά η Λέξι. Η κοπέλα οδήγησε τον Νόα έξω από το δωμάτιο ευγενικά.
«Δεν τελειώσαμε» της είπε εκείνος σχεδόν απειλητικά.


Παρά τη σύγχυση, η Λέξι αποκοιμήθηκε γρήγορα και για πρώτη φορά μετά από καιρό δεν είδε εφιάλτες.

κεφάλαιο 58-πέμπτη παρασκευή παίρνω άδεια!

58

Η Λέξι άνοιξε τα μάτια της. Η πρώτη εικόνα που είδε ήταν ο Νόα. Κοίταξε τριγύρω. Ήταν στο νοσοκομείο και πρέπει να φορούσε μόνο τα εσώρουχά της. Πανικόβλητη τράβηξε το σεντόνι προς τα πάνω αλλά...
«Μη» άκουσε τη φωνή του, κοφτή και παγωμένη, να κομματιάζει την ησυχία στο δωμάτιο. Το χέρι του με αστραπιαία ταχύτητα άρπαξε τον καρπό της. Την έσφιξε. Ακούμπησε το χέρι της στο πλάι, ανίκανη να αντιδράσει, να αγωνιστεί. Ένιωθε πολύ αδύναμη και το φως μέσα στο δωμάτιο τη ζάλιζε. Πρέπει να είχε λιποθυμήσει. Αλλά αυτή τη στιγμή ένιωθε ότι κινδύνευε πιο πολύ από τον Νόα. Τον άντρα που την κοιτούσε με ένα μείγμα θυμού και τρόμου στα μάτια. Σαν να είχε κινδυνεύσει να χάσει κάτι πολύτιμο. Αν δεν τον ήξερε καλά θα πίστευε… Όχι. Δεν είχε ώρα για αυτά. Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. Δεν μπορούσε να τον βλέπει να την κοιτάει με ύφος διερευνητικό. Και ειλικρινά δεν ήταν έτοιμη να δώσει εξηγήσεις.
«Θες να μου πεις τι είναι αυτό;» τον άκουσε να λέει. Δεν γύρισε καν να κοιτάξει τι έδειχνε. Ήξερε πολύ καλά.
«Δε νιώθω καλά. Θέλω να μείνω μόνη. Θέλω να μιλήσω με κάποιον γιατρό» ψέλλισε, κοκκινίζοντας. «Γιατί είμαι εδώ;» ρώτησε.
«Λιποθύμησες. Σου βάλανε ορό και θα μείνεις μέσα μέχρι αύριο για παρακολούθηση. Οι γιατροί δεν ανησυχούν. Μάλλον αναιμία είναι. Λέγε» τη διέταξε.
«Αναιμία; Εγώ δεν έχω πρόβλημα».
«Λέγε» τη διέκοψε. Η Λέξι δεν ήξερε τι να πει. Και απλώς έκλεισε το στόμα της. Ο Νόα δεν έδειχνε να έχει υπομονή όμως. «Γι’ αυτό ήθελες κλειστό το φως; Γι’ αυτό με αποφεύγεις; Γι’ αυτό τα ζιβάγκο;» συνέχισε να της επιτίθεται.
«Σε αποφεύγω γιατί με εκνευρίζεις» είπε εκείνη απλά. Δεν ήταν απάντηση, αλλά τουλάχιστον είχε πει κάτι.
«Στη φωτιά έγινε αυτό;» τη ρώτησε και πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Καλά! Μην δείχνεις και τόσο αηδιασμένος!» ξέσπασε ξαφνικά η Λέξι. Δεν μπορούσε να δει χωρίς καθρέπτη τα σημάδια στον ώμο και στο σβέρκο της. Αλλά ήξερε ότι ήταν αντιαισθητικά. Είχε μάθει να ζει με αυτά όμως. Σχεδόν δεν τα παρατηρούσε όταν έβγαινε από το ντους. Και τα έκρυβε επιμελώς, οπότε σπάνια αντιμετώπιζε αδιάκριτα βλέμματα. Ήταν η αχίλλειος πτέρνα της. Και τώρα ήταν εκτεθειμένη.
«Αηδιασμένος;» φώναξε ξαφνικά εκείνος και η Λέξι τρόμαξε. «Αηδιασμένος σου φαίνομαι;» επανέλαβε έκπληκτος. «Πιστεύεις ότι με σόκαραν μερικά σημάδια στον ώμο σου; Για ποιον με πέρασες;». Η Λέξι δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Τι να υποθέσει. Είχε περάσει πολλά χρόνια κρύβοντας τα σημάδια της και πάντα φοβόταν ότι είναι αποκρουστική.
«Μη φωνάζεις» τον ικέτεψε.
«Τι μου κρύβεις; Είναι εγκαύματα αυτά που βλέπω. Ήσουν μέσα στη φωτιά; Τι έγινε; Πες μου» επέμεινε εκείνος.
«Θέλω να μείνω μόνη μου» του είπε.
«Έχεις μείνει πολύ καιρό μόνη σου υποπτεύομαι» την ξάφνιασε με το σχόλιό του. «Γι’ αυτό ξεκίνα να μιλάς. Αν δεν το κάνεις εσύ, θα αναγκαστώ να μάθω αλλιώς. Η Τζιλ, οι δικηγόροι μας, η αστυνομία… κάποιος θα ξέρει. Θα μου πάρει δυο τρεις μέρες, αλλά θα το μάθω. Και μετά θα σε σκοτώσω» είπε, και προς το τέλος η φωνή του έσπασε κάπως. Έγινε λίγο πιο απαλή. Πιο τρυφερή.
«Δεν είναι τίποτα, Νόα. Και αν σε ενδιαφέρει, ντρέπομαι πολύ. Θέλω να σκεπαστώ. Άσε με» του είπε και έκανε να καλυφθεί αλλά την σταμάτησε πάλι.
«Ποιον ντρέπεσαι; Εμένα;» έδειξε ειλικρινά έκπληκτος. Η Λέξι χαμογέλασε με την αφέλειά του. Φυσικά εκείνον.
«Νόα…» ξεκίνησε να του λέει αλλά τη σταμάτησε. Το χέρι του κινήθηκε στο πρόσωπό της και χάιδεψε απαλά με τον δείχτη του το μάγουλό της.
«Κόντεψα να τρελαθώ μέχρι να συνέλθεις» της είπε ήρεμα. Την κοιτούσε βαθιά μέσα στα μάτια και η Λέξι ένιωθε ότι τρυπούσε το μυαλό της. «Νόμιζα ότι έχεις πάθει κάτι σοβαρό. Δεν έχω υπομονή» σοβάρεψε τελικά. «Πες μου τι έγινε».
«Είχα ένα ατύχημα πέρσι με το αυτοκίνητο και…»
«Αυτά είναι παλιά εγκαύματα. Λέγε» τη διέκοψε. Η Λέξι αναστέναξε.
«Τι θες να μάθεις;» τον ρώτησε απελπισμένη. «Ο,τι μάθεις δε θα είναι για καλό».
«Η αλήθεια είναι πάντα για καλό» τη διόρθωσε.
«Δε θέλω να με λυπάσαι» του είπε και ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της πριν καταφέρει να το ελέγξει. Εκείνος τη χάιδεψε ξανά απαλά.
«Από όλα τα συναισθήματα που νιώθω αυτή τη στιγμή, και πίστεψέ με είναι πολλά, ο οίκτος δεν είναι ανάμεσα σε αυτά» της είπε κατηγορηματικά.
«Κάηκα στη φωτιά» του είπε μετά από μερικά δευτερόλεπτα. «Το βράδυ εκείνο…που μπούκαρες στο δωμάτιο της Τζιλ, προσευχόμουν να μην ανοίξεις το φως. Ήμουν καλυμμένη με γάζες».
«Το βράδυ που σου είπα ότι σε μισώ;» είπε σκληρά εκείνος. Η Λέξι έγνεψε.
«Τι συνέβη εκείνο το βράδυ;».
«Δεν έχει σημασία. Απλώς ας πούμε ότι κάηκα και τέλος».
«Και τέλος; Εσύ δεν αντέχεις να σε κοιτάω. Μου λες ότι τέλος;» κάγχασε.
«Απλώς έχει πολύ φως εδώ μέσα και…» δεν τελείωσε ποτέ και έγειρε το κεφάλι στο πλάι. Κοιτούσε τον τοίχο. Καλύτερα από εκείνον. Ντρεπόταν τόσο πολύ. Θα πίστευε ότι είναι ένα απαίσιο τέρας.
«Λέξι» της είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα του και κάθισε δίπλα της. «Πες μου ότι περνάει από το ηλίθιο μυαλό σου ότι μπορεί να μη σε θέλω» την εξέπληξε πάλι με την οξύνοιά του και ζέστανε την καρδιά της με τα λόγια του. «Γιατί αν δεν είχες αυτή τη βλακεία» έδειξε τον ορό «θα σου έδειχνα πόσο, μα πόσο λίγο, με νοιάζουν μερικά σημαδάκια» της είπε και έσκυψε αργά από πάνω της. Ακούμπησε τα χείλη του στον ώμο της απαλά,  στην αρχή διερευνητικά, μα στη συνέχεια πιο διεκδικητικά. Η Λέξι ανατρίχιασε ολόκληρη. Το σώμα της άνθισε.
«Νόα…» είπε, αλλά ξέχασε τι σκόπευε να πει. Δεν έπρεπε να ανταποκρίνεται έτσι. Το χέρι του χώθηκε στα μαλλιά της και τα χείλη του κάλυψαν τα δικά της. Το φιλί του ήταν βαθύ και παθιασμένο, σχεδόν εχθρικό.

«Πιστεύω ότι καλύψαμε το ότι σε θέλω» της είπε ασθμαίνοντας, μετά από μερικά δευτερόλεπτα. Η Λέξι δεν μπορούσε ακόμα να μιλήσει από την ταχυκαρδία. Ο Νόα ήταν ο πιο σέξι άντρας που είχε γνωρίσει ποτέ και ήξερε πώς να τη στέλνει στα ουράνια. «Τώρα μπορώ να μάθω και τα υπόλοιπα;» τη ρώτησε και η Λέξι ήξερε ότι δε θα γλίτωνε εύκολα. 

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

κεφάλαιο 57-άβυσσος

57

Η Λέξι δεν ήθελε πραγματικά να δει το υπόγειο. Το είχε δει εκατό φορές και είχε όλα τα σχέδια στο γραφείο της. Δε χρειαζόταν να επιθεωρήσει τίποτα. Απλώς ήθελε να μείνει λίγο μόνη, μακριά από τη βαβούρα στον πάνω όροφο.

Τις τελευταίες μέρες περνούσε πολύ χρόνο στην έπαυλη Κίναν, προσπαθώντας να εγγυηθεί ότι εφαρμόζονταν οι επιλογές της. Αν άφηνε τον Νόα μόνο του θα έκανε ό,τι ήθελε. Ωστόσο, η φασαρία από τα μηχανήματα, η σκόνη, οι συνεχείς καβγάδες μεταξύ εργατών, οι φωνές του εργολάβου και οι ομηρικές διαφωνίες της με τον Νόα την είχαν εξουθενώσει τελείως. Έλεγχε την πίεσή της εδώ και μια βδομάδα με ένα ηλεκτρονικό πιεσόμετρο που είχε στην τσάντα της και έβλεπε συνεχώς ότι ήταν χαμηλή. Ένιωθε πολύ κουρασμένη. Ήταν σίγουρη ότι η κατάσταση με τον Νόα έφταιγε για όλα. Της ήταν πολύ δύσκολο να συνεργάζεται τόσο στενά μαζί του, να τον βλέπει καθημερινά. Της ήταν αδύνατο να τον αγγίζει, να τον μυρίζει, να τον αισθάνεται. Η ψυχική απόσταση μεταξύ τους ήταν κάτι που την πονούσε, αλλά δεν ήξερε τι μπορούσε να κάνει γι’ αυτό. Ο Νόα είχε δείξει κάποιο ενδιαφέρον, αλλά δεν ήξερε αν ήταν ουσιαστικό ή επιφανειακό. Περιστασιακό ή μόνιμο. Θα μπορούσε κάλλιστα να θέλει απλώς να παίξει μαζί της ή απλώς να κλείσει τον κύκλο του παρελθόντος.

Όλες του οι κουβέντες γυρνούσαν στο μυαλό της. Είχε δίκιο σε πολλά πράγματα αλλά η καρδιά της ήταν ακόμα πολύ πληγωμένη για να ρισκάρει κάτι μαζί του. Κι εκείνος τον τελευταίο καιρό έδειχνε πολύ απόμακρος. Της μιλούσε μόνο για να την προσβάλει και απέφευγε να την κοιτάξει.

Κατέβηκε τα σκαλιά και αμέσως την πλημμύρισε η ευχάριστη δροσιά του υπογείου. Δεν υπήρχε λάμπα αλλά ο χώρος φωτιζόταν λιγάκι επειδή είχε ανοιχτή την πόρτα. Κοίταξε τριγύρω τον άδειο χώρο και προσπάθησε να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη. Μήπως ήταν καλή ιδέα να γινόταν μια βιβλιοθήκη εδώ κάτω; Μια ήσυχη βιβλιοθήκη για το κοινό, με σπάνιες εκδόσεις και αναγνωστήριο και ίσως πολυχώρος για τέχνες; Ίσως έπρεπε αν το συζητήσει μαζί του. Δεν ήταν ωραίο το υπόγειο να γίνει απλώς αποθήκη. Με μερικές αλλαγές, θα βελτίωναν τον φωτισμό και τον εξαερισμό και θα ήταν καλή προσθήκη για το ίδρυμα Κίναν να προσφέρουν μια βιβλιοθήκη… Η Λίσα; Άκουσε το εκνευριστικό γέλιο της κοπέλας ξαφνικά και οι σκέψεις της διακόπηκαν βίαια. Είχε μέρες να τη δει αλλά μάλλον η τύχη της είχε στερέψει. Ωχ. Και οι υπόλοιποι Κίναν; Άκουσε τις φωνές τους. Μάλλον είχαν έρθει για επίσκεψη. Η Λέξι ξεφύσηξε εκνευρισμένη. Δεν ήθελε να δει κανέναν. Ήθελε να μείνει μόνη και να σκεφτεί, όχι να χαμογελάει και να δίνει απαντήσεις στις χαζοερωτήσεις τους.

Το σώμα της συνήθισε στη θερμοκρασία και σιγά σιγά άρχισε να ιδρώνει. Στηρίχτηκε σε έναν τοίχο και σκέφτηκε άλλο λίγο με τι αλλαγές θα κατάφερνε να μετατρέψει το χώρο σε κάτι λειτουργικό. Οι φωνές από πάνω συνεχίζονταν. Άραγε η Λίσα και ο Νόα…; Σταμάτα! Είπε αυστηρά από μέσα της. Αρκετά με αυτή τη σκέψη. Αρκετά βασανίστηκε. Δεν της άξιζε να υποφέρει άλλο. Ο Νόα την είχε εκμεταλλευτεί ως έφηβος. Πήρε από εκείνη προσωπικές στιγμές και όταν ήρθε η ώρα την άφησε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Στη συνέχεια την κατηγόρησε για κάτι αισχρό. Δεν είχε καταλάβει ποτέ πόσο τον αγαπούσε επειδή δεν ήθελε να καταλάβει. Ήταν για τα εύκολα. Και τώρα; Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ζήλεψε τον «νέο εραστή» της και σκέφτηκε να τη διεκδικήσει. Αλλά θα ήταν χαζή αν τον άφηνε ξανά να την πληγώσει. Δεν ήταν πια μικρή. Είχε τα ηνία της ζωής της.

Ζεσταινόταν πολύ. Αυτές οι σκέψεις πάντα την έκαναν να νιώθει δυσφορία. Δεν ένιωθε καλά. Ζαλιζόταν και ίδρωνε πολύ. Μάλλον έπρεπε να ανέβει πάνω και να πιει λίγο νερό. Αυτό θα έκανε.

Τι της συνέβαινε ξαφνικά; Ένα βήμα τη φορά. Ένιωθε να την εγκαταλείπουν οι δυνάμεις της, να σβήνει ολόκληρη. Ένα σκαλί. Και άλλο ένα.

Σκοτάδι.




Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

κεφάλαιο 56-eggshell

«Ο Νόα μάς έχει πει να το βάψουμε ώχρα» είπε ο εργολάβος για εκατοστή φορά. Στεκόταν μπροστά του και προσπαθούσε να του εξηγήσει, αλλά εκείνος απλώς επαναλάμβανε τι του είχε πει ο Νόα. Ο Νόα. Ο Νόα. Όλα ο Νόα. Ο Νόα ο θεός.
«Και εγώ σας λέω να ακολουθήσετε το σχέδιο, το οποίο είναι και η επίσημη οδός» του είπε ήρεμα. «Δεν επιτρέπεται να αλλάζει γνώμη χωρίς να με συμβουλευτεί. Δε σας λέω να κάνετε αυτό που θέλω εγώ. Σας ζητάω να κάνετε αυτό που έχουμε συμφωνήσει τόσο μεταξύ μας όσο και με την οικογένεια Κίναν».
«Ο Νόα μάς είπε ότι η ώχρα ταιριάζει καλύτερα εδώ μέσα» έδειξε την τραπεζαρία. Η Λέξι ξεφύσησε. Δε θα έβγαζε άκρη.
«Εσύ δηλαδή κάνεις ό,τι σου λέει ο Νόα;» εκνευρίστηκε. «Γιατί θα ήθελα να σου θυμίσω ότι δικαιοδοτείς και στους δυο μας. Και αν συνεχίσεις να με αγνοείς, θα πρέπει να ακολουθήσω άλλη οδό».
«Ξέρεις κάτι;» είπε ο εργολάβος εξίσου αναστατωμένος. «Δε θα κάτσω να ασχοληθώ άλλο. Ο καθένας λέει τα δικά του. Βρείτε τα μεταξύ μας γιατί μας έχετε τρελάνει τόσες μέρες» της είπε και της έδωσε το κινητό του για να καλέσει τον Νόα. «Τσακώνεστε συνεχώς και διαφωνείτε σε όλα. Έχουμε βάψει και ξεβάψει δυο φορές τους τοίχους και οι εργάτες τρέμουν τι θα γίνει όταν θα πρέπει να καταλήξετε σε αυτά τα ρημάδια τα μάρμαρα. Δεν ξέρω τι τρέχει με εσάς τους δύο, κόρη μου, αλλά εδώ και μερικές μέρες δε θέλουμε ούτε να σας βλέπουμε» της είπε ο ηλικιωμένος άντρας. Η Λέξι εξεπλάγη με το ξέσπασμα του συνήθως ήσυχου Πάτρικ. Στη συνέχεια εκνευρίστηκε με το θράσος του, αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι είχε δίκιο. Η κατάσταση μεταξύ τους ήταν έκρυθμη μετά το δείπνο τους μαζί. Ο Νόα ήταν συνεχώς νευριασμένος.
«Πάτρικ, δε σου ζητάω να μας συμπαθείς. Κάνε αυτό που έχουμε υπογράψει όλοι και αν ο Νόα παραπονεθεί, θα πρέπει να μιλήσει μαζί μου» του είπε ήρεμα και τον άφησε.

Ήθελε να επιθεωρήσει μερικά πράγματα και να μιλήσει με τους κηπουρούς που είχαν αναλάβει τη διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου. Φορούσε το κίτρινο προστατευτικό κράνος της την ώρα που ο Νόα πέρασε στο εσωτερικό του σπιτιού. Η Λέξι ένιωσε λες και ο χώρος ξαφνικά φωτίστηκε. Κρατούσε στο χέρι του μερικά πλακάκια και με το άλλο μιλούσε στο κινητό. Έδινε σε κάποιον οδηγίες σχετικά με επενδύσεις, αν καταλάβαινε καλά. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Η επικοινωνία τους εδώ και λίγο καιρό περιοριζόταν σε φωνές και γρυλίσματα. Αλλά δεν έπαυε να τον κοιτάζει και να λιώνει.
«Βάζεις κράνος; Θα χαλάσεις τα μαλλιά σου» της είπε εκείνος ξερά όταν έκλεισε το κινητό. Η Λέξι δεν του απάντησε καν. «Τώρα που ήρθα μπορείς να φύγεις» συμπλήρωσε και άπλωσε μερικά πράγματα πάνω σε έναν πάγκο.
«Θέλω να διαλέξω κι εγώ» του είπε πεισματικά. Εκείνος έγνεψε.
«Αυτά νομίζω θα σου αρέσουν» της είπε τελικά, αν και έδειχνε απρόθυμος. «Είναι έτσι όπως τα λέγαμε. Διάλεξε».
«Εσύ ποιο λες;»
«Διάλεξε εσύ πρώτα. Αν σου πω ποιο θέλω εγώ εσύ θα το απορρίψεις αμέσως».
«Για τόσο κατίνα με περνάς;» εκνευρίστηκε εκείνη. Ο Νόα δεν απάντησε και αυτό την έκανε ακόμα πιο έξαλλη.
«Πάω να δω λίγο το υπόγειο» του είπε αφού έδειξε με το δάχτυλο την επιλογή της. Εκείνος έμεινε ανέκφραστος.
«Δεν έχει φως και είναι όλα στη μέση. Δεν έχει κάτι να δεις».
«Θέλω να δω λίγο τι μπορούμε να κάνουμε με το χώρο τώρα που μεταφέραμε τα παλιά έπιπλα» του είπε απλά.
«Κάνε ό,τι νομίζεις. Σκόπευα να μην ασχοληθούμε με το υπόγειο. Ας γίνει αποθήκη. Αν έχεις κάποια ιδέα, ανάλαβέ το μόνη σου» της είπε απλά. «Αλλά πρόσεχε εκεί κάτω. Δεν έχει φως» της είπε.
«Μου το ξανάπες αυτό. Ανησυχείς;» τον ειρωνεύτηκε.
«Αν πάθεις κάτι θα πάει πίσω η δουλειά» της είπε ξερά.

«Είσαι τόσο γλυκός» του είπε κι εκείνη και τον άφησε. 

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

κεφάλαιο 55-μη με πιέζετε, θα κάνω απεργία

55

«Συζητάμε εδώ και ώρα περί ανέμων και υδάτων» είπε ο Νόα χαμογελώντας μερικές ώρες μετά. «Είπαμε μέχρι και για τον καιρό» συνέχισε, τρώγοντας λίγη από τη σαλάτα από το πάτο της, με μια φοβερή άνεση, λες και ήταν ζευγάρι χρόνια. «Πότε θα μιλήσουμε για εμάς;» την αιφνιδίασε. Η Λέξι κόντεψε να πνιγεί με το κρασί της. Η αντίδρασή της τον έκανε να γελάσει. «Τι; Αλήθεια περίμενες να μην το θίξω; Ως πότε θα εθελοτυφλούμε;».
«Ηρθα υπό τον όρο να μιλήσουμε ουδέτερα» του θύμισε κοφτά. Τόση ώρα το πήγαιναν μια χαρά. Τι τον έπιασε τώρα;
«Αλήθεια πίστευες ότι δε θα κάναμε ποτέ αυτή τη συζήτηση; Ότι θα το αφήναμε έτσι απλά να περάσει;» της είπε εκείνος έκπληκτος. Η Λέξι θύμωσε λίγο με το ύφος του και αποφάσισε να μην του χαριστεί.
«Γιατί; Έτσι δεν κάναμε πάντα;» του απάντησε γλυκά, αλλά με σαφές υπονοούμενο.
«Μάλιστα» είπε εκείνος και ανασήκωσε το φρύδι. «Μπήκαμε στο ψητό».
«Δεν υπάρχει ψητό, Νόα. Όπως το αφήσαμε τότε, μπορούμε να το αφήσουμε και τώρα».
«Την προηγούμενη φορά, έβαλες φωτιά στο σπίτι μου. Σε ό,τι αγαπούσα. Στο παρελθόν μου. Περίμενες να το συζητήσω περαιτέρω;» της είπε σκληρά.
«Αυτό αγαπούσες εσύ; Ένα σπίτι; Ντουβάρια;» τον ρώτησε.
«Ντουβάρια;» είπε εκείνος με οξύ τόνο. «Ένας αρχιτέκτονας αποκαλεί ντουβάρια ένα σπίτι και όσα αυτό συμβολίζει για κάποιον;».
«Και οι άνθρωποι; Οι άνθρωποι που ζουν μέσα σε αυτό; Τι είναι; Διακοσμητικά στοιχεία;» τον ρώτησε.
«Όχι φυσικά. Αλλά ήξερες τι ήταν για μένα το πατρικό μου. Και όσα προκάλεσες δεν με άφησαν ασυγκίνητο».
«Να σου θυμίσω ότι είχες φύγει από εμένα, πριν το περιστατικό. Πριν κάψω το σπίτι» του είπε. Είχε αρχίσει να τρέμει. Αυτή η συζήτηση δεν έπρεπε να γίνει. Γιατί μπλέχτηκε έτσι;
«Ώστε το παραδέχεσαι ότι το έκανες;» τη ρώτησε. «Είναι η πρώτη φορά που το λες ανοιχτά».
«Δεν έχει σημασία τι λέω εγώ, αλλά τι πιστεύεις εσύ».
«Πες μου τι έγινε» την παρότρυνε. Αλλά δε σκόπευε να του πει.
«Έφυγες, Νόα. Και δεν είχε να κάνει με όσα νομίζεις ότι έκανα. Έφυγες από μένα» είπε ήρεμα. Ήταν κάτι που της ξέσκιζε τα σωθικά, αλλά με κάποιον μαγικό τρόπο κατάφερε να το πει χωρίς να κλάψει.
«Δεν είχα καταλάβει ότι ήθελες να μείνω» είπε κι εκείνος εξίσου ήρεμα.
«Έπρεπε να σε παρακαλέσω να μείνεις; Να είμαι ο λόγος που θα έμενες πίσω;» του είπε. Ήθελε να του πει ότι τον αγαπούσε πολύ για να κόψει τα φτερά του αλλά συγκρατήθηκε ευτυχώς.
«Και τώρα; Τι ακριβώς κάνεις; Με παροτρύνεις να σε αφήσω πάλι;».
«Μια χαρά το κάνεις και μόνος σου» γέλασε εκείνη ξερά και ήπιε λίγο κρασί για να καθαρίσει την φωνή της που έτρεμε. «Δε χρειάζεσαι βοήθεια».
«Δεν έγινε τίποτα με τη Λίσα. Είχα πιει και με έφερε με το αμάξι μου σπίτι. Κοιμήθηκα στο κρεβάτι μου κι εκείνη στον ξενώνα. Εγώ της το πρότεινα, για να μην οδηγεί κι εκείνη βραδιάτικα μετά».
«Δε μου χρωστάς εξηγήσεις. Ας αφήσουμε αυτή τη συζήτηση» του είπε εκείνη κουρασμένη.
«Και τι θες; Να μιλάμε για ένα σωρό βλακείες και να αγνοούμε το θέμα σαν να μην έγινε;».
«Θέλω να ηρεμήσω λιγάκι και να μην ασχολούμαι άλλο με το παρελθόν ή το παρόν ή το μέλλον μας» είπε εκείνη. Ο Νόα έκανε μια γκριμάτσα, λες και τον είχε χτυπήσει.
«Δεν το εννοείς» της είπε ήσυχα, μετά από λίγο.
«Δε με νοιάζει τι έκανες με τη Λίσα. Πληγώθηκε λίγο ο εγωισμός μου και σοκαρίστηκα, αλλά πιστεύω ότι εμείς οι δύο είμαστε…κακή ιδέα».
«Πού το ξέρεις;» είπε εκείνος πικρά.
«Πες το ένστικτο».
«Δεν είσαι εσύ η Λέξι που ήξερα. Τι φοβάσαι τόσο;»
«Νόα, δεν μπορώ να αναπνεύσω» του είπε ειλικρινά. «Η συζήτηση αυτή με εξουθενώνει. Ηρθαμε να φάμε για να νιώσω καλύτερα. Νιώθω πολύ πιεσμένη. Δεν βγαίνει άκρη. Δε θα συμφωνήσουμε ποτέ».
«Δε θες να βγει άκρη».
«Εγώ φταίω για όλα» ειρωνεύτηκε η Λέξι.
«Δεν προσπαθείς».
«Για ποιο πράγμα; Σου έκαψα το σπίτι και εσύ με εγκατέλειψες. Πώς θα τα βρούμε;» γέλασε πικρά.
«Σε εγκατέλειψα; Έτσι το βλέπεις;».
«Έφυγες σαν τον κλέφτη, Νόα! Δεν μου είπες καν αντίο. Πώς να σε πιστέψω;».
«Δεν ήταν εύκολο να φύγω, Λέξι».
«Αν δεν ήταν εύκολο για σένα που έφυγες, μπορείς να φανταστείς πώς ήταν για μένα που έμεινα;» ύψωσε τον τόνο της φωνής της αλλά τον κατέβασε απότομα όταν είδε μερικά παραξενεμένα βλέμματα θαμώνων. «Μπορείς να μπεις λίγο στη θέση μου;».
«Προσπαθώ. Τον τελευταίο καιρό προσπαθώ» της είπε ήρεμα. Έδειχνε να το εννοεί.
«Έχω μπουχτίσει από ανασφάλεια και αστάθεια. Δε θέλω τα ίδια πάλι» τον κάρφωσε.
«Με τον φίλο του Μπιλ έχεις όσα θες;» ρώτησε εκείνος τρίβοντας το σαγόνι του. Έδειχνε εκνευρισμένος με την τροπή της συζήτησης.
«Είναι ωραίο να ξεκινάς κάτι χωρίς φορτίο» του είπε εκείνη. Δεν υπήρχε άλλος άντρας, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί.
«Χωρίς φορτίο και χωρίς συναίσθημα» σχολίασε ο Νόα δεικτικά.
«Δεν το ξέρεις αυτό».
«Αλεξάνδρα, είσαι ερωτευμένη;» τη ρώτησε εκείνος. Η Λέξι τον κοίταξε για μια ατελείωτη στιγμή. Ήταν τόσο όμορφος. Δεν μπορούσες να μείνεις θυμωμένη μαζί του. Το πρόσωπο, το σώμα του, η απίστευτη άνεση που είχε, ο αέρας και το πνεύμα του μάγευαν κάθε άνθρωπο που είχε την τύχη να τον συναναστραφεί. Σε ένα άλλο σύμπαν, θα ήθελε να ον συναντήσει ξανά, χωρίς όλες αυτές τις άσχημες αναμνήσεις και να ζήσει μαζί του ευτυχισμένη.

«Ναι» του είπε ήρεμα. Ο Νόα έγνεψε αργά. Μετά έκανε νόημα στο σερβιτόρο για τον λογαριασμό.

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

κεφάλαιο 54-θα βγαίνατε;

54


 «Δεν περιμένω από σένα να έχεις κανένα φοβερό ταλέντο ή ξαφνικά να σου έρθει η επιφοίτηση, αλλά απαιτώ ό,τι παραδίδεις να το έχεις ελέγξει τουλάχιστον μία φορά. Τα λάθη σου κοστίζουν χρόνο και ο χρόνος είναι χρήμα» είπε αυστηρά ο Νόα στη Λέξι δύο μέρες μετά. Στέκονταν πάνω από τον υπολογιστή και κοιτούσαν ένα σχέδιο εδώ και μερικά λεπτά. Η Λέξι δεν έβλεπε τίποτα στραβό. Εκείνος επέμενε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Πολύ θα ήθελε να μπορέσει να συγκεντρωθεί και να το βρει αλλά δεν ήταν τυχερή.
«Αφού εσύ είσαι τόσο έξυπνος, διόρθωσέ το και στείλτο πίσω. Δεν έγινε τίποτα» του είπε ξερά.
«Δεν είναι δουλειά μου να διορθώνω τις βλακείες σου. Ούτε να σε δικαιολογώ στον εργολάβο. Δεν μπορώ να μεταφράζω τι ήθελες να σχεδιάσεις και τι τελικά σχεδίασες. Μπορεί καταλαβαίνω τι ήθελες να κάνεις, αλλά αυτό δεν είναι ξεκάθαρο» της έδειξε ένα σημείο στην οθόνη. Η Λέξι έγνεψε. Ααα…αυτό.
«Νόα, έχω λίγο πονοκέφαλο. Σε μισή ώρα θα το έχω έτοιμο. Μπορώ να μείνω λίγο μόνη μου;» τον ρώτησε δείχνοντας τη δυσφορία της. Εκείνος δεν έδειξε να επηρεάζεται και ιδιαίτερα.
«Τι έχεις εσύ;» γύρισε την περιστρεφόμενη καρέκλα της προς το μέρος του και την κοίταξε κατάματα. «Δείχνεις καταβεβλημένη» παρατήρησε. Η αλήθεια ήταν ότι ένιωθε πολύ κουρασμένη, αλλά όχι και καταβεβλημένη. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί αλλά αυτό που είχε συμβεί με τον Νόα την είχε πληγώσει και η συναισθηματική της αστάθεια είχε επηρεάσει όλο της τον οργανισμό.
«Καλά είμαι. Απλώς έχω πεσμένη πίεση» του είπε. Είχε κάνει εξετάσεις και ο γιατρός της είχε πει να προσέχει λιγάκι τι τρώει και να πίνει πολύ νερό αλλά δεν ακολουθούσε κατά γράμμα τις συμβουλές του.
«Έχεις φάει;» τη ρώτησε ανήσυχος και εκείνη έγνεψε θετικά. Ψέματα. Δεν είχε φάει τίποτα. Δεν είχε όρεξη να φάει. Η εικόνα της Λίσα να ανοίγει την πόρτα του με ένα φανελάκι επανερχόταν στο μυαλό της οδυνηρά συχνά. Τα λόγια του την είχαν μπερδέψει περισσότερο από όσο την είχαν βοηθήσει να καταλάβει.

Φυσικά και εκείνος είχε προσπαθήσει να αρνηθεί ότι είχε κοιμηθεί με την κοπέλα, αν και αν το καλοσκεφτόσουν, δεν υπήρχε λόγος να το κάνει, μιας και δεν της είχε δώσει κάποια υπόσχεση.  Κάποια λόγια του όμως την είχαν βάλει σε σκέψεις. Της είχε πει ότι την τρόμαζε ότι δεν υπήρχε κάποιο εμπόδιο ανάμεσά τους. Αυτό την είχε στοιχειώσει. Γιατί ένιωθε ότι εν μέρει είχε δίκιο. Είχε συνηθίσει στην ιδέα ότι τους χώρισε ένας γκρεμός και ότι αν έκαναν ένα βήμα μπροστά θα έχαναν. Αλλά τώρα, η κατάσταση ήταν αλλιώς. Δεν τους χώριζε τίποτα. Οι γονείς τους ήταν νεκροί και το παρελθόν με λίγη προσπάθεια θα ξεχνιόταν. Μήπως όντως έβαζε μόνη της εμπόδια μεταξύ τους; Αλλά και πάλι, ο Νόα δεν μπορούσε να μείνει. Δεν ήταν εκεί όταν τον είχε ανάγκη. Και αν αυτό δεν ήταν εμπόδιο, τότε ποιο ήταν;
«Λέξι, πού ταξιδεύεις;» τη ρώτησε και την κοίταξε ακόμα πιο βαθιά στα μάτια, λες και θα μπορούσε να διαβάσει μέσα τους τη σκέψη της.
«Σε μισή ώρα θα το έχω έτοιμο» του είπε αποφασιστικά. Εκείνος δεν απομακρύνθηκε ούτε χιλιοστό. Η μύτη του σχεδόν ακουμπούσε τη δική της.
«Θες να πάμε να φάμε κάπου;» τη ρώτησε.
«Έχω φάει σου είπα» είπε εκείνη.
«Δε σε πιστεύω» της χαμογέλασε. Η Λέξι χαμογέλασε κι εκείνη, παρά τη θέλησή της.
«Νόα…» ψέλλισε και κατέβασε το κεφάλι της. «Προτιμώ να κρατήσουμε μια απόσταση. Θέλω να είμαστε απλώς συνεργάτες. Το παρελθόν μας το καθιστά αδύνατο εμείς οι δύο να έχουμε πολιτισμένες σχέσεις και…».
«Λέξι» τη διέκοψε με μια χειρονομία «πρότεινα να πάμε για φαγητό. Γιατί όλα πρέπει να είναι τόσο δύσκολα μαζί σου; Ένα φαγητό μόνο» είπε.
«Δε θέλω να βγούμε μαζί. Θα αρχίσεις πάλι τις δικαιολογίες για αυτό που είδα και…»
«Ποιες δικαιολογίες; Εγώ και η Λίσα δεν κοιμόμαστε μαζί! Σε βολεύει; Σε βολεύει να πιστεύεις ότι είμαστε μαζί; Σκέψου ό,τι θες. Δεν μπορώ να σου αλλάξω το ηλίθιο μυαλό σου» φώναξε εκείνος, χάνοντας την ψυχραιμία του γρήγορα. «Άλλωστε κι εσύ βγαίνεις με κάποιον, οπότε οι σχέσεις μας, θέλοντας και μη, πρέπει να είναι ουδέτερες» της θύμισε. Η Λέξι φυσικά είχε σταματήσει να βγαίνει με τον φίλο του Μπιλ, αλλά δε σκόπευε να του το πει αυτό.
«Ουδέτερες σχέσεις εμείς;» γέλασε η Λέξι. Τη μιμήθηκε.
«Λέξι, άσε μια χαραμάδα» της είπε ξαφνικά και σοβαρεύτηκε. Η Λέξι τον κοίταξε. Ήταν πολύ κουρασμένη και βαθιά λυπημένη. Δεν ήθελε να βγουν, αλλά δεν ήθελε και να δείξει ότι τον φοβόταν.
«Καλά» του είπε απλά. «Αλλά μόνο ως συνάδελφοι» του ξεκαθάρισε κοφτά.
«Εννοείται!» είπε εκείνος ενθουσιασμένος. Η Λέξι δεν τον πίστεψε.


Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

κεφάλαιο 53-friends with benefits

53

Θα τη σκοτώσω. Μα τω Θεώ, θα τη σκοτώσω και θα μπω φυλακή. Η γυναίκα έχει βαλθεί να με τρελάνει, να με κλείσει στο ψυχιατρείο ή στη φυλακή για να ικανοποιηθεί. Δεν ξέρω αν είναι εκούσιο ή αν απλώς της βγαίνει φυσικά το να πατάει ένα ένα τα κουμπιά μου, πάντως αυτή τη στιγμή σκέφτομαι ότι μπορώ να ζήσω μερικά χρόνια σε ένα κελί αν είναι να μην ζω αυτή την παράνοια.
«Έχω ζητήσει ρητά να μην έρχεσαι εδώ όποτε σου καπνίσει» της λέω ήρεμα κι ας βράζω. «Εσύ όχι μόνο έρχεσαι, αλλά δε φοράς και το προστατευτικό κράνος για το ηλίθιο κεφάλι σου. Τι προσπαθείς να αποδείξεις; Ότι είσαι θαρραλέα;» τη ρωτάω ειρωνικά. Μου χαμογελάει, λες και η απάντηση είναι καταφατική. Αλλά δεν της χαρίζομαι. Έχουν περάσει πέντε μέρες και τρέμω ακόμα από τα νεύρα. «Γιατί αν ήσουν…» χαμογελάω κι εγώ, έτοιμος να ρίξω τη βόμβα μου «θα είχες τα κότσια να κάτσεις να ακούσεις όσα είχα να σου πω».

Βλέπω το χαμόγελό της να σβήνει αργά και ξέρω ότι πέτυχα το στόχο μου. Ακόμα δεν μπορώ να ξεπεράσω την παιδιάστικη συμπεριφορά της εκείνο το πρωί. Άνοιξε την πόρτα η Λίσα και πριν προλάβουμε να της εξηγήσουμε το οτιδήποτε, έγινε καπνός. Η Λίσα με φώναξε αμέσως και την κυνήγησα στα σκαλιά. Μπήκα στο γραφείο φορώντας το μποξεράκι μου, αγνόησα την Μπέτι που κοιτούσε έκπληκτη, και επιχείρησα να εξηγήσω στην τρελογυναίκα τι είχε συμβεί. ‘Η μάλλον τι δεν είχε συμβεί. Αλλά όχι. Άρπαξε την τσάντα της και έφυγε από το γραφείο και φυσικά δεν μπορούσα να την κυνηγήσω φορώντας μόνο τα εσώρουχα. Την πήρα τηλέφωνο και την περίμενα να γυρίσει, αλλά δεν απάντησε ποτέ και ήρθε την επόμενη μέρα στη δουλειά. Προσπάθησα ξανά αλλά μου είπε ότι δε θέλει να ακούσει τα ψέματά μου. Της είπα μερικά πράγματα προχθές, μετά από άπειρες προσπάθειες. Όση ώρα μιλούσα μουρμούριζε έναν χαρούμενο σκοπό και έπαιζε με μια μπούκλα από τα μαλλιά της. Με αγνοούσε παντελώς και επιδεικτικά.

«Δεν έχω χρόνο να ακούω βλακείες» μου λέει. Θα τη σκοτώσω. Φαίνεται χαρούμενη. Εγώ είμαι ράκος κι αυτή απλώς το διασκεδάζει.
«Μάλλον δε σε νοιάζει» της λέω προσπαθώντας να κρύψω την πικρία μου αλλά δεν τα καταφέρνω. «Έχεις αποφασίσει μέσα στο κεφάλι σου τι συνέβη. Μάλλον σε βολεύει. Μάλλον δε θες να προσπαθήσεις» της λέω ξερά. Με κοιτάει μερικά δευτερόλεπτα και κατεβάζει τα μάτια. Ο,τι κι αν ήταν αυτό που είδα, ήταν φευγαλέο. Της τράβηξα την προσοχή όμως.  Κάτι είναι και αυτό.
«Είμαι απασχολημένη. Ο εργολάβος κάνει ό,τι του κατέβει» λέει αδιάφορα και κοιτάει ένα σχέδιο. Της το αρπάζω απότομα και το κάνω κομμάτια μπροστά της. Κάνει μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας. Εντάξει, αυτό θα μπορούσα και να το παραλείψω.
«Φόρα το κράνος σου και κάνε ό,τι θες» της λέω και της τείνω ένα κόκκινο, αλλά δεν το παίρνει.
«Νόα, δεν έχεις κάτι άλλο να κάνεις;» μου δείχνει προς μια ασαφή κατεύθυνση. «Ας ολοκληρώσουμε μια ώρα νωρίτερα να κάνουμε ο καθένας το πρόγραμμά του» χαμογελάει. Θα τη σκοτώσω. Υπονοεί αυτό που κατάλαβα; Βγαίνει με αυτόν τον ηλίθιο ακόμα;
«Δεν έχω να κάνω τίποτα καλύτερο» της λέω με πάσα ειλικρίνεια. «Προτιμώ να κάθομαι εδώ και να τσακώνομαι μαζί σου όλη τη μέρα». Τη βλέπω να κοκκινίζει. Μόνο για λίγο όμως. Κρίμα. Είναι πολύ όμορφη όταν κοκκινίζει. Πάντα είναι πολύ όμορφη, φυσικά, αλλά όταν κοκκινίζει, μου θυμίζει τον τρόπο που αντιδρούσε κάθε φορά που δοκιμάζαμε κάτι καινούργιο όταν ήμασταν μικρά. Το σώμα μου αντιδράει έντονα στις εικόνες που πλημμυρίζουν το μυαλό μου. Πρέπει να ηρεμήσω. Πρέπει να…
«Θα σε περιμένει η φίλη σου» μου λέει τελικά. Το προτιμώ αυτό. Το προτιμώ χίλιες φορές από την ψυχρότητα όλων αυτών των ημερών. Έμπαινε στο γραφείο της και έφευγε κρυφά. Με αγνοούσε και κάθε φορά που επιχειρούσα να της πω κάτι για τη Λίσα, μου έλεγε ότι δε χρειάζεται να της εξηγήσω και ότι είναι δική μου η ζωή και άλλα τέτοια ‘ωραία’ κλισέ.
«Σωστά το έθεσες. Φίλη μου» τονίζω. Δεν αντιδράει και συνεχίζω. «Φόρα το κράνος. Δε θέλω να πάθεις κάτι» επιμένω. Φοβάμαι να κυκλοφορεί έτσι. Γιατί δεν το καταλαβαίνει; Δεν το παίρνει όμως.
«Θα φύγω. Δε χρειάζεται» μου λέει τελικά. Μαζεύει την τσάντα της από το πάτωμα και κάνει να φύγει αλλά την τραβάω από το χέρι. Δε θέλω να φύγει. Θεέ μου, δε θέλω να φύγει έτσι. Θέλω να καταλάβει.
«Γιατί δε θες να με ακούσεις; Τι φοβάσαι;» τη ρωτάω. Προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από τη λαβή μου αλλά δεν την αφήνω. Την τραβάω πάνω μου και την κολλάω στο στήθος μου για να τη νιώσω πάνω μου.
«Δε φοβάμαι τίποτα» μου λέει, ασθμαίνοντας.
«Φοβάσαι» της λέω με σιγουριά και αφήνω το χέρι της. Δεν απομακρύνεται, παρόλο που την άφησα ελεύθερη όμως. «Φοβάσαι ότι δεν υπάρχουν εμπόδια».

Με κοιτάει και χαμηλώνει το βλέμμα. Με κοιτάει ξανά. Πάει να πει κάτι αλλά σταματάει. Είναι η ευκαιρία μου.
«Δεν κοιμήθηκα με τη Λίσα και δεν έχω κοιμηθεί ποτέ. Ούτε σκοπεύω. Είμαστε φίλοι» της λέω ήρεμα.
«Φίλοι που κάνουν σεξ;» γελάει. Διάολε, τι στο καλό συμβαίνει εδώ; Περίμενα λίγη ζήλια, ίσως λίγο γυναικείο εγωισμό. Αυτό που βλέπω μπροστά μου είναι κάτι άλλο. Κάτι που μου δίνει δύναμη να συνεχίσω. Υποφέρει; Υποφέρει για μένα; Τα μάτια της είναι θλιμμένα. Χαμογελάει, αλλά δεν με πείθει. Δείχνει βαθιά πληγωμένη. Λυπάμαι που χαίρομαι.
«Οδήγησε το αμάξι μου γιατί είχα πιει. Κοιμήθηκε σε μένα για να μη γυρνάει σπίτι τέτοια ώρα. Δεν…εγώ δε θα το έκανα ποτέ με τη Λίσα ενώ εσύ…».
«Σώπα» μου λέει και τεντώνει την παλάμη της μπροστά μου. «Δεν πιστεύω λέξη από όσα λες. Είσαι διπρόσωπος και το μόνο που σε νοιάζει είναι να μου επιβληθείς. Θα κοιμόσουν και με τον Κίναν για να καταφέρεις τους σκοπούς σου» μου λέει. Φυλακή, σκέφτομαι. Δεν μπορεί να είναι τόσο άσχημα.
«Ξαναπές το μου αυτό» της λέω αργά, προειδοποιητικά. Δεν έχω απύθμενη υπομονή. Όχι. Η γυναίκα αυτή το παρατράβηξε.
«Δε σε πιστεύω» μου λέει κοφτά.
«Δε θες να καταλάβεις» της λέω απογοητευμένος.

«Εγώ τέλειωσα μαζί σου».

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

κεφάλαιο 52-Χρόνια πολλά, Καλλιόπη!!!

52

«Τι έχεις εσύ και είσαι έτσι;» ρώτησε η Μπέτι την Λέξι το επόμενο πρωί. Η Λέξι γρύλισε ενώ έφτιαχνε τον καφέ της στο μικρό κουζινάκι τους.
«Βγήκα χθες το βράδυ και ξενύχτησα» είπε μετά από λίγη ώρα.
«Ραντεβού;» είπε πονηρά η Μπέτι και όταν η Λέξι έγνεψε καταφατικά τσίριξε με ενθουσιασμό. Είχε καιρό να βγει με άντρα και η φίλη της συχνά της παρότρυνε να το κάνει.
«Μη χαίρεσαι» είπε η Λέξι ξερά. «Ο τύπος ήταν τόσο βαρετός που κόντεψα να κοιμηθώ πάνω στο πιάτο μου. Και δεν έλεγε να τελειώσει η βραδιά. Πήγαμε για φαγητό και μετά για ποτό. Και μίλαγε, μίλαγε, μίλαγε. Δεν έλεγε να σκάσει».
«Ωραίος;» γέλασε η Μπέτι με την απελπισία της φίλης της.
«Πολύ, αλλά τι να το κάνεις;» είπε η Λέξι και επέστρεψε στο γραφείο της. Είχε περάσει απαίσια. Ο συνοδός της μπορεί να ήταν λίγο βαρετός αλλά και εκείνη δεν προσπάθησε καθόλου να συγκεντρωθεί σε όσα της έλεγε. Κάθε φορά που άκουγε την πόρτα του εστιατορίου να ανοίγει, νόμιζε, ήλπιζε ότι θα δει τον Νόα να μπαίνει μέσα. Κάθε φορά που δονείτο το κινητό της νόμιζε ότι θα της έχει στείλει μήνυμα. Τίποτα από αυτά δε συνέβη όμως.
«Μην πεις στον Νόα τίποτα για το ραντεβού» είπε η Λέξι στην Μπέτι και η κοπέλα έγνεψε.
«Και πού στο καλό είναι τέτοια ώρα;» ρώτησε εκνευρισμένη κοιτώντας το ρολόι της. Ήταν δέκα.
«Δεν ξέρω. Εσύ πάντα ενημερώνεις ότι θα αργήσεις. Αυτός όχι. Αλλά κι εμένα μου κάνει εντύπωση που έχει αργήσει. Τηλεφώνησαν από το εργοτάξιο ότι έχει μείνει λίγο πίσω η δουλειά γιατί έπαθαν πέντε εργάτες γαστρεντερίτιδα. Τον ενημέρωσα μήπως μπορεί να πάει να ρίξει μια ματιά αλλά δε μου απάντησε».
«Παράξενο πολύ» είπε η Λέξι και ανησύχησε κάπως. Ο Νόα ήταν παθιασμένος με τη δουλειά του και σπάνια αργούσε. Πόσω μάλλον να μην απαντάει στα μηνύματα της Μπέτι.
«Ίσως παρακοιμήθηκε» είπε η Μπέτι. «Περιμένω να έρθει ένας κούριερ. Ανέβα λίγο να δεις αν είναι πάνω και μετά βλέπουμε» την παρότρυνε. Η Λέξι δεν είχε καμία όρεξη να το κάνει. Ξεφύσησε και μετά πήρε μια βαθιά ανάσα.
Ανέβηκε από τα σκαλιά, ώστε να έχει χρόνο να σκεφτεί τι θα του πει. Δεν υπήρχε λόγος να νιώθει τόση αμηχανία. Τι είχε γίνει άλλωστε; Απλώς της είχε πει να μη βγει με τον άλλον άντρα. Ήταν μια κρίση κτητικότητας. Δε σήμαινε τίποτα πιο βαθύ. Δεν έπρεπε να δίνει σημασία, ούτε να τρέμει να τον αντικρύσει σήμερα. Αν τη ρωτούσε πώς πήγε το ραντεβού, θα του έλεγε απλώς «καλά». Δε θα το παρουσίαζε ως ονειρεμένο ραντεβού, αλλά δε θα του έλεγε ότι πέρασε και απαίσια.
Χτύπησε την πόρτα δυο τρεις φορές, αλλά δεν άκουσε τίποτα. Μετά χτύπησε το κουδούνι. Μία. Δύο φορές. Τίποτα. Μα πού ήταν και δεν απαντούσε στο σπίτι και στο τηλέφωνο; Μήπως είχε πάθει κάτι;
Άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες όταν άκουσε την πόρτα να ανοίγει δειλά. Ο χαρακτηριστικός ήχος του τριξίματος την έκανε να γυρίσει πίσω απότομα. Αλλά στην πόρτα δεν την περίμενε ο Νόα. Ο πόνος την έκανε να ανατριχιάσει. Η αηδία της έφερε εμετό και το μίσος για την άλλη γυναίκα ξεχύθηκε από πίσω της λυσσαλέο.
«Λίσα, καλημέρα…» είπε η Λέξι ευγενικά αλλά με ύφος που έσταζε φαρμάκι. «Χαίρομαι που φροντίζεις να είναι ικανοποιημένο το προσωπικό σου» συμπλήρωσε επιθεωρώντας επιδεικτικά το φανελάκι που φορούσε και άφηνε ακάλυπτα τα πόδια της. Έδειχνε αγουροξυπνημένη. Η Λέξι ήξερε ότι με το σχόλιό της κινδύνευε η θέση αλλά ειλικρινά, σε αυτή τη φάση, δεν την ενδιέφερε τίποτα.
«Λέξι, δεν κατάλαβες…» ξεκίνησε να λέει η Λίσα. Δεν είχε καλοξυπνήσει και μπέρδευε τα λόγια της.
«Τι έγινε; Ποιος είναι;» ακούστηκε μια φωνή από πίσω και η Λέξι είδε τον Νόα.Φορούσε πιτζάμες, πάνω κάτω και έδειχνε κι αυτός ταλαιπωρημένος. Ετριβε το πηγούνι του. Μάλλον το είχαν γλεντήσει χθες το βράδυ. Τόση υποκρισία λοιπόν; Ποιος ο λόγος να της κάνει κρίση ζηλοτυπίας αν ήταν να κοιμηθεί με την Λίσα λίγες ώρες μετά; Μόλις την είδε κι εκείνος, πάγωσε. Άνοιξε το στόμα του να πει κάτι αλλά δεν το έκανε ποτέ.
«Όταν είσαι έτοιμος, σε περιμένουμε κάτω. Προέκυψε ένα θέμα στο εργοτάξιο» του είπε η Λέξι χωρίς να τον κοιτάει, δεν μπορούσε άλλωστε, και άρχισε να κατεβαίνει τρέχοντας τις σκάλες.

«Λέξι, να σου εξηγήσω…» άκουσε τη φωνή της Λίσα από πίσω της αλλά φυσικά δε σταμάτησε. 

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

κεφάλαιο 51-Ενα Τζόνι, μάστορα

51

«Πόσο σκοπεύεις να πιεις;» του είπε κεφάτη η Λίσα μετά από μερικές ώρες. «Δεν μπορείς να μιλήσεις καλά καλά. Θα σε πάω εγώ σπίτι».
«Όχι, καλά είμαι» είπε εκείνος αδύναμα, αν και ήξερε ότι η κοπέλα είχε δίκιο. Δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει. Δε θυμόταν καν πώς είχαν έρθει. Το κεφάλι του ήταν καζάνι και πονούσαν τα μάτια του. Αλλά πιο πολύ υπέφερε ο εγωισμός του.
«Δεν είμαι σίγουρη ότι κάναμε καλά και βγήκαμε. Ίσως έπρεπε να μείνουμε σπίτι σου και να δούμε καμιά ταινία» συνέχισε ανάλαφρα. Ο Νόα έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. Ένα λίτρο ουίσκι και ένα καλό πούρο. Αυτό χρειαζόταν. Όχι μια χαζορομαντική κομεντί.
«Ποια γυναίκα θα το έκανε αυτό;» ρώτησε την Λίσα. «Μα έτοιμο τον είχε;» αναρωτήθηκε για εκατοστή φορά το ίδιο βράδυ. Η Λίσα γέλασε.
«Πολύ πετυχημένο και πολύ ώριμο το έκτακτο οικογενειακό συμβούλιο που συγκάλεσες» του είπε.
«Επίτηδες το έκανα για να ακυρώσει τα σχέδιά της αλλά ποιος ξέρει τι λιγούρι είναι ο άλλος και την περίμενε από τις εφτά που είχαν ραντεβού μέχρι τις δέκα που ξεμπερδέψαμε».
«Εγώ πάντως το διασκέδασα πολύ. Σε κοιτούσε έτοιμη να σκοτώσει. Ήταν πολύ βαρύ αυτό που της έκανες».
«Το άξιζε».
«Αν το σκεφτείς αντικειμενικά, κι εσύ δε φέρεσαι καλύτερα».
«Εγώ δεν πάω από τη μια γυναίκα στην άλλη»! θύμωσε ξαφνικά και ήπιε μια γουλιά ουίσκι. Κι άλλη μία.
«Μας άκουσε να κανονίζουμε να βγούμε. Σίγουρα ότι θα πιστεύει ότι κοιμόμαστε μαζί» του θύμισε.
«Αν είναι ηλίθια δε φταίω εγώ. Δεν έχω δώσει δικαίωμα να πιστεύει ότι τρέχει κάτι μεταξύ μας».
«Αυτό που προσπαθώ να σου πω είναι ότι τα φαινόμενα απαντούν. Μπορεί κι εκείνη να μην κάνει τίποτα με τον καινούργιο τύπο. Μπορεί απλά να βγουν και να μην υπάρχει ενδιαφέρον ερωτικό. Όπως εμείς» του χαμογέλασε πονηρά. «Φυσικά, αν ποτέ θες…».
«Σταμάτα, μικρή» της είπε εκείνος ψευτοαυστηρά. «Ποτέ δε θα έμπλεκα μαζί σου».
«Μα γιατί;» σούφρωσε εκείνη τα χείλη της. Ο Νόα ήξερε ότι η Λίσα θα έπεφτε στο κρεβάτι μαζί του αμέσως αν εκείνος της το ζητούσε, αλλά η φιλία που σιγά σιγά αναπτυσσόταν μεταξύ τους ήταν και για τους δύο πιο σημαντική. Και γι’ αυτό όταν η Λίσα άρχισε να παρατηρεί τον τρόπο που κοιτούσε τη Λέξι και τον ρώτησε ευθέως, δεν προσπάθησε να της κρυφτεί.
«Άλλο ένα» είπε στον μπάρμαν αλλά η Λίσα τού έκανε νόημα να ακυρώσει την παραγγελία. Ο Νόα δεν είχε όρεξη να φέρει αντιρρήσεις.
 «Η Λέξι είναι οκέι άτομο και δεν πρόκειται να κάνει κάτι τόσο βεβιασμένο» του είπε μετά από μια τεταμένη σιωπή. «Άλλωστε αποκλείεται να βρήκε τόσο εύκολα και τόσο γρήγορα κάποιον αξιόλογο άνθρωπο για να τη ρίξει αμέσως στο κρεβάτι» προσπάθησε να τον ηρεμήσει αλλά μάταια.
«Γιατί όχι; Ο Μπιλ σίγουρα θα ξέρει ποιον της σύστησε» είπε ο Νόα.
«Νόα, σταμάτα να ξεφυσάς. Και αν θες κάτι, ζήτα το. Τι περιμένεις; Να μυρίσει τα νύχια της ότι ενδιαφέρεσαι;».
«Το ξέρει ότι ενδιαφέρομαι. Όλο αυτό το δράμα που έστησα όταν έμαθα ότι θα βγει τι ήταν; Δεν ήταν ενδιαφέρον; Διάολε, ξεφτιλίστηκα! Τι στο καλό ήθελε για να βεβαιωθεί; Να τη ζητήσω σε γάμο;».
«Μια κρίση ζήλιας και κτητικότητας δε λέει κάτι. Τουλάχιστον όχι σε μένα» είπε η Λίσα. Ο Νόα έγνεψε. Ίσως είχε δίκιο. Στην αρχή την είχε πάρει για μια ανώριμη κακομαθημένη αλλά με τον καιρό είχε συνειδητοποιήσει ότι η Λίσα ήταν πιο συγκροτημένη από ό,τι φαινόταν αρχικά. «Κάτι πιο συγκεκριμένο έχεις να της πεις;».

Κανείς δε μίλησε για λίγο. Η ερώτηση της Λίσα έμεινε αναπάντητη. Ο Νόα δεν είχε να πει κάτι. Δεν ήξερε τι έπρεπε να πει στην Λέξι. Δεν ήξερε καλά καλά τι ένιωθε. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι δεν ήθελε να τη σκέφτεται με άλλον άντρα. Το σώμα του πονούσε από την οργή που ένιωθε. Η ζήλια τον έτρωγε ζωντανό, όπως το σαράκι τρώει το ξύλο, αργά και σταθερά. Ήταν κτητικότητα και ζήλια ή μήπως ένιωθε κάτι πιο βαθύ και δεν μπορούσε να του δώσει όνομα;
«Έχει αλλάξει τόσο πολύ» μονολόγησε ο Νόα.
«Κι εσύ, Νόα. Κι εκείνη αυτό θα σκέφτεσαι για σένα» είπε η Λίσα δυναμικά.
«Θέλω να τους βρω και να τους σκοτώσω. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι τώρα μπορεί να την αγγίζει» είπε και ένιωσε τον εμετό να ανεβαίνει στο λαιμό του. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Δε ήταν φυσιολογικό να νιώθει έτσι. Σωστά;
«Στείλε ένα μήνυμα και πες της ότι τη σκέφτεσαι» τον παρότρυνε η Λίσα. Του το είχε ξαναπεί αλλά δεν έβρισκε το κουράγιο να το κάνει. Δεν ήθελε να εκτεθεί άλλο.
«Μην τους ενοχλώ κιόλας» είπε πικραμένος και η Λίσα γέλασε. Την στραβοκοίταξε.
 «Είστε και οι δύο εγωιστές» είπε εκείνη. «Τραβάτε το σκοινί και θα σπάσει».
«Ξέρω μέσα μου ότι δε θα βρει καλύτερο» είπε ο Νόα, σχεδόν ψιθυρίζοντας. Η Λίσα έβαλε το χέρι της στον ώμο του και τον χάιδεψε λιγάκι. Έδειχνε συντετριμμένος.
«Κι αυτή μπορεί να βρει καλύτερο κι εσύ μπορείς να βρεις καλύτερη. Αλλά για κάποιο λόγο ο ένας θέλει τον άλλον».
«Εκείνη δε με θέλει» είπε ήρεμα ο Νόα, γεμάτος παράπονο. Η Λίσα είχε άλλη άποψη αλλά δεν του το είπε.

«Πάμε σπίτι σου» του είπε και του άρπαξε τα κλειδιά του αυτοκινήτου από τον τσέπη του σακακιού του.

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

κεφάλαιο 50-Νόα, κοκοκό!

50

«Δεν είσαι με τα καλά σου μου φαίνεται, Αλεξάντρα» της είπε, προφέροντας το όνομά της με τον αργό, ερωτικό τρόπο που το έκανε πάντα, και την έκανε να ξεχνάει τι ήθελε να του πει. ‘Ήταν όμως πολύ εκνευρισμένη για να δώσει συνέχεια στην προσφώνησή του.
«Είμαι μια χαρά, ευχαριστώ» του χαμογέλασε πλατιά.
«Ποιος είναι;» τη ρώτησε άγρια.
«Ένας συνάδελφος του Μπιλ. Λέμε εδώ και καιρό να βγούμε αλλά τώρα έκατσε» του απάντησε ανάλαφρα.
«Τώρα έκατσε;» της γύρισε τα λόγια της πίσω ειρωνικά. «Πιστεύεις ότι είναι η κατάλληλη στιγμή;»
«Γιατί; Τι έχει η στιγμή;» τον ρώτησε αθώα. Της άρεσε που τον είχε εκνευρίσει. Του το χρωστούσε.
«Όταν σου μιλάω να με κοιτάς!» της είπε ξαφνικά, φωνάζοντας δυνατά. Η Λέξι τον κοίταξε βαριεστημένα.
«Καλύτερα τώρα;» τον ειρωνεύτηκε.
«Κοιμηθήκαμε μαζί πριν από λίγες μέρες και τώρα θα βγεις με άλλον; Πότε έγινες εσύ έτσι;».
«Πότε έγινα πώς; Δεν είχα καταλάβει ότι έπρεπε να απαρνηθώ τους άντρες δια παντός».
«Αν θες τόσο πολύ να κάνεις σεξ γιατί δεν κάνεις μαζί μου;» τη ρώτησε απλά, λες και της έλεγε κάτι φυσικό. Εκείνη γέλασε.
«Νόα, έχεις πλάκα» του είπε μόνο.
«Δε γελάω» της είπε σοβαρά. «Τόσο ασήμαντο ήταν για σένα αυτό που έγινε;»
«Γιατί; Για σένα ήταν κοσμογονικό γεγονός;» τον προκάλεσε. Άνοιξε το στόμα του να της πει κάτι αλλά δεν ολοκλήρωσε. Η Λέξι απογοητεύτηκε. Περίμενε να της πει κάτι. Κάτι ουσιαστικό. Αλλά όχι. Ούτε τώρα. Μάλλον ούτε ποτέ.
«Είσαι τόσο σκληρή όσο φαίνεσαι ή το παίζεις; Αναρωτιέμαι» της είπε δείχνοντας προβληματισμένος.
«Νόα, η συζήτηση έχει ξεφύγει λιγάκι. Θα βγω για ένα ποτό με τον άνθρωπο. Είμαι ελεύθερη. Δε βλέπω το λόγο να το συζητάμε».
«Μίλησα με τον Μπιλ προχθές. Δεν μου είπε τίποτα» της είπε.
«Νόα, πρέπει να ολοκληρώσω κάτι. Αν θες, μιλάμε αργότερα».
«Αργότερα έχεις ραντεβού. Τώρα θα λήξει αυτό» επέμεινε.
«Είσαι ανυπόφορος. Δεν καταλαβαίνω τι θες από μένα. Με θες πάντα διαθέσιμη μήπως και θες να κάνουμε σεξ; Ε όχι, Νόα. Όχι ξανά. Δεν είμαι 16 πια. Είμαι ολόκληρη γυναίκα».
«Το πρόσεξα».
«Αν έχεις κάτι να μου πεις λίγο πιο συγκεκριμένο, θα σε ακούσω. Μέχρι τότε, όμως, αρνούμαι να παίξω το παιχνιδάκι σου».
«Δε με διευκολύνεις».
«Νομίζω ότι σε έχω διευκολύνει πολύ στο παρελθόν και πριν από λίγες μέρες. Δε χρειάζεται να φέρεσαι τόσο εγωιστικά. Θέλω να είμαι ελεύθερη και να παίρνω τις αποφάσεις μου».
«Σου απαγορεύω να βγεις με αυτόν τον ηλίθιο» της είπε και η Λέξι γέλασε ξανά.
«Δεν μπορείς να μου απαγορεύεις τίποτα».
«Θα σε κλειδώσω εδώ μέσα και δε θα σε αφήσω να φύγεις» την απείλησε.
«Θα καλέσω την αστυνομία».
«Είσαι ανώριμη!»
«Εγώ;» γέλασε ξανά. «Εγώ είμαι ανώριμη; Εσύ τι είσαι;».
«Εγώ δε βγαίνω με άλλες».
«Η Λίσα ήρθε χθες να σου φέρει κρουασάν! Αν είναι δυνατόν. Μόνο για σένα. Κλειδωθήκατε στο γραφείο σας. Αυτό τι είναι; Επαγγελματική σχέση;»
«Εγώ ποτέ δε θα το έκανα αυτό με σένα δίπλα».
«Είναι γεωγραφικό το θέμα; Εμείς λέμε να απομακρυνθούμε, αν αυτό σου κάθεται πιο καλά».
«Δεν έχεις να πας πουθενά. Θα σε ακολουθήσω και θα του σπάσω τα μούτρα».
«Από πότε έγινες εσύ τόσο…κτητικός;» τον κάρφωσε με το βλέμμα ξαφνικά. Ταρακουνήθηκε. Αλλά σύντομα βρήκε την αυτοκυριαρχία του.
«Δεν έκατσες ποτέ να μιλήσουμε εμείς οι δύο» της είπε. Η Λέξι έψαξε το βλέμμα του. Και μέσα είδε ότι το εννοούσε.
«Είσαι τρελός! Πότε να κάτσω; Όταν έφυγες τότε; ‘Η όταν έφυγες τις προάλλες; Ποιος έκοψε τη δίοδο επικοινωνίας;» του είπε με ειλικρίνεια.
«Μη βγάζεις γλώσσα. Δε θα βγεις με τον άλλον και πάει και τελείωσε».
«Το ενδιαφέρον σου, έστω και τόσο επιπόλαιο και επιφανειακό, άργησε πολύ» του είπε με πικρία που πήγαζε από βαθιά μέσα της και πρέπει να καταγράφηκε στο πρόσωπό της γιατί τον είδε να μαζεύεται κάπως. «Δε θέλω να συνεχίσω άλλο αυτή την παράλογη συζήτηση γιατί χάνω το χρόνο μου. Δεν ξέρεις τι θες».
«Ξέρω» της είπε εκείνος αστραπιαία. Η Λέξι περίμενε λίγο. Κι άλλο λίγο. Αλλά ο απύθμενος εγωισμός του, αυτός που ήταν πάντα ανάμεσά τους σαν ένα απόρθητο φρούριο, τον απέτρεψε από το να συνεχίσει.

«Θέλω να μείνω μόνη μου» του είπε απλά και προς μεγάλη της απογοήτευση, ο Νόα έφυγε. Πάλι.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

κεφάλαιο 49-Δρ Ζιβάγκο

49

Η Λέξι δεν είχε ξεκουραστεί καλά και με το ζόρι άνοιξε τα μάτια της για να πάει στο γραφείο. Όλο το βράδυ έβλεπε εφιάλτες. Έβλεπε ότι έπεφτε από ψηλά και τιναζόταν μέσα στον ύπνο της. Καθώς ανέβαινε με το ασανσέρ προσευχόταν να έλειπε ο Νόα σήμερα, αλλά δεν ήταν τυχερή. Με το που άνοιξε την πόρτα, τον είδε να μιλάει εύθυμα με την Μπέτι. Το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη του όταν την αντίκρισε.
«Καλημέρα» είπε η Λέξι, κοιτώντας πιο πολύ την Μπέτι. Η Μπέτι τη ρώτησε αν θέλει καφέ. Εκείνος απλώς έβγαλε έναν απροσδιόριστο ήχο.

Οι σχέσεις τους είχαν παγώσει τελείως. Αναγνώριζε στον εαυτό της ότι φερόταν παράλογα και ήξερε ότι είχε μιλήσει σε πολλές περιπτώσεις με αλαζονεία και σκληρότητα, αλλά τίποτα δε συγκρινόταν με τη δική του στάση απέναντί της. Πρώτον, την άφησε και έφυγε, δίνοντας έτσι ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι αυτό που έκαναν ήταν μόνο σαρκικό. Δεύτερον, από τη στιγμή που γύρισε κι εκείνη, δεν  έδειξε να την αποζητά. Μπήκε καναδυο φορές στο γραφείο της αλλά δεν κατάφερε να αποκρυπτογραφήσει αν ήθελε εκείνη ή απλώς τα έγγραφα που της είχε ζητήσει! Τρίτον, το περιστατικό στην έπαυλη. Δεν της άρεσε ότι υπονόησε ότι είναι προκλητική και ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι δεν μπορούσε να επιβλέπει τις εργασίες για να μην ξεμυαλίζει τους εργάτες. Σιγά. Οι εργάτες ήταν σοβαροί άνθρωποι. Εκείνη περίμεναν; Άλλωστε, πολύ αργά τον έπιασε η ανάγκη να την προστατεύσει από τα βλέμματα. Όταν ήταν πιο μικρή, δεν τον είδε να διστάζει και πολύ πριν πάρει το αμαξάκι του και χαθεί προς νέες περιπέτειες.

«Θα έρθουν οι Κίναν σε λίγο» άκουσε τη φωνή του από πίσω της. Αναπήδησε. «Θέλουν να βάλουν κάτι υπογραφές στα νέα συμβόλαια και λέω να τους δείξουμε και λίγο τις ιδέες για τον κήπο μήπως και καταλήξουμε κάπου» συνέχισε, μιλώντας με τόνο κοφτό και νευρικό. Της μετέδιδε τον εκνευρισμό του.
«Εγώ έχω καταλήξει» του είπε κι εκείνη εξίσου κοφτά. «Και επιμένω ότι η δική μου είναι η καλύτερη λύση».
«Καλώς, Λέξι, συνέχισε έτσι» ξεφύσηξε εκείνος. «Είναι πολύ επαγγελματικό να εμμένεις στην άποψή σου. Σίγουρα οι Κίναν θα εκτιμήσουν τη διχόνοια ανάμεσά μας» είπε ειρωνικά.
«Δεν τους είπε κανείς να μας βάλουν να δουλέψουμε μαζί» απάντησε η Λέξι. «Είναι λογικό και αναμενόμενο δύο άνθρωποι δημιουργικοί να έχουν διαφωνίες. Απλώς πρέπει κι αυτοί να διαλέξουν επιτέλους τι θέλουν. Το δίλημμα είναι απλό. Μπορώ τώρα να μείνω λίγο μόνη μου;» του είπε και έβγαλε το μαντήλι από το λαιμό της. Το βλέμμα του πλανήθηκε λίγο πάνω της, στις δερμάτινες γόβες της και το στενό μαύρο ταγέρ της. Θα έβγαινε μετά και είχε περιποιηθεί λίγο παραπάνω.
«Δε ζεσταίνεσαι;» τη ρώτησε εκείνος σουφρώνοντας τα χείλη με απορία. «Φοράς πάντα επίσημα ρούχα και όλα είναι κουμπωμένα μέχρι πάνω πάνω. Και αυτά τα ζιβάγκο… Τι στο καλό; Καλόγρια είσαι;» επέμεινε με τόνο οξύ.
«Από τη μία με κατηγορείς ότι προκαλώ τους εργάτες και από την άλλη μου λες ότι είμαι σεμνή» του απάντησε, προσπαθώντας να κρύψει την αναστάτωσή της. «Δεν δέχομαι υποδείξεις για την εμφάνισή μου. Αν δεν την εγκρίνεις, μπορεί πολύ απλά να μη με κοιτάς» του είπε μελιστάλαχτα και άνοιξε τον υπολογιστή της.
«Δεν είναι ότι δεν εγκρίνω…» είπε μακρόσυρτα. Η Λέξι ήθελε πολύ να τον κοιτάξει, αλλά δεν το έκανε. Κρατήθηκε. «Απλώς απορώ».
«Ολη αυτή την ενέργεια» του χαμογέλασε ξανά «που διοχετεύεις στο να ασχολείσαι με μένα, μπορείς να τη διοχετεύσεις στη δουλειά» τον κάρφωσε.
«Είσαι μια μέγαιρα» της είπε εκείνος εκνευρισμένος με την απάντησή της.
«Δεκτό» του απάντησε και πληκτρολόγησε τον κωδικό της. Ο υπολογιστής της πήρε ζωή. Το φόντο της έδειχνε μια βάρκα στη μέση μιας λίμνης. Εκεί θα ήθελε να είναι αυτή τη στιγμή. Μακριά του. Μακριά από όλα τα συναισθήματα που την έκανε να νιώθει.
«Δεν ήσουν τόσο κακιά όταν ήσουν μικρή» την αιφνιδίασε με την αναφορά στο παρελθόν.
«Θυμάσαι πώς ήμουν μικρή;» γέλασε εκείνη ανάλαφρα αλλά το γέλιο της μάλλον ακούστηκε πικρό. «Νόμιζα ότι το μόνο που θυμάσαι από μένα είναι τα πόδια μου ανοιχτά» τον χτύπησε. Τον είδε να μορφάζει και να χάνει το χρώμα του. Δεν του το συγχωρούσε που έφυγε. Την είχε χρησιμοποιήσει μόνο για σεξ. Εκείνη είχε κάνει όνειρα, παρά τη λογική της, αλλά αυτός της έδειξε πόσο λίγο την υπολόγιζε με πολύ τελεσίδικο τρόπο.
«Είσαι χυδαία» της πέταξε, αλλά δεν είχε κάτι άλλο να πει.
«Χυδαία, αλλά ακριβής».
«Δεν ήταν τόσο επιπόλαιη η σχέση μας. Δεν ξέρω πώς ένιωθες. Καλά καλά δεν ξέρω πώς ένιωθα κι εγώ. Αλλά σίγουρα δε θυμάμαι μόνο τα πόδια σου ανοιχτά».
«Νόα, έχω βαρεθεί να μιλάμε για το παρελθόν. Ο,τι έγινε έγινε» χασμουρήθηκε, τάχαμ αδιάφορα. «Μπορώ τώρα να ησυχάσω λιγάκι;» του έδειξε την πόρτα.
«Πολλά νεύρα έχεις» γέλασε εκείνος. «Μάλλον έχεις ανάγκη από σεξ» της είπε και ανασήκωσε το φρύδι του.
Η Λέξι ένιωσε το σχόλιό του να της καίει το στομάχι σαν κάρβουνο. Αλλά δε θα το άφηνε να περάσει έτσι.

«Ισχύει! Γι΄ αυτό έχω ραντεβού απόψε» του χαμογέλασε πλατιά.