Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

κεφάλαιο 48-πεταμένα λεφτά...

48

«Πήγαινε μέσα!» η φωνή του, άγρια και επιτακτική, έσκισε στα δύο τον αέρα εκείνο το πρωινό. Είχαν περάσει δύο βδομάδες από τη μέρα που την άφησε στη Νάπα. Εντωμεταξύ εκείνη είχε βάλει κάπως σε τάξη τη ζημιά με τη διαρροή και σε μία βδομάδα περίμενε να πάρει και την επιταγή με την αποζημίωση από την ασφαλιστική. Όλα πήγαιναν καλά σε αυτό τον τομέα. Γιατί με τον Νόα η κατάσταση ήταν κόλαση. Δε μιλούσαν. Ούρλιαζαν. Τις ελάχιστες φορές που συναντούσε το βλέμμα του την κοιτούσε λες και ήθελε να τη σκοτώσει. Και η συνεργασία τους είχε γίνει αφόρητη. Δε συμφωνούσαν ποτέ, και τραβούσαν και οι δύο τόσο το σκοινί που η Μπέτι συχνά επενέβαινε για να μην κλιμακωθεί περαιτέρω η κατάσταση.
«Πώς τολμάς και μου μιλάς έτσι μπροστά στο συνεργείο μας;» απάντησε εκείνη κοιτώντας τον ευθεία στα μάτια. Δεν είχε ξεπεράσει ακόμα την απότομη φυγή του εκείνο το βράδυ. Όσο κι αν είχε προσπαθήσει, δεν κατάφερε να καταλάβει τι τον έκανε να το βάλει στα πόδια. Η αντίδρασή του όμως όλες αυτές τις μέρες, αυτός ο θυμός του που έβραζε, την έκανε να νιώθει ότι μπορεί να της διέφευγε κάτι σημαντικό.
«Πέρνα μέσα!»της επανέλαβε μέσα από σφιγμένα δόντια και την έσυρε από τον αγκώνα στο εσωτερικό της έπαυλης Κίναν. Εδώ και τέσσερις μέρες οι εργάτες είχαν ξεκινήσει να κατεδαφίζουν μερικούς τοίχους ενώ εκείνοι δεν είχαν καν καταλήξει για τη διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου. Ο κύριος Κίναν είχε περάσει μία φορά για να τους ευχηθεί καλή αρχή.
«Τι στο καλό έπαθες και πώς τολμάς να μου φέρεσαι έτσι; Μην τολμήσεις να με αγγίξεις ξανά έτσι!» του είπε άγρια. Εκείνος την άφησε απότομα και η Λέξι παραπάτησε. Δεν άπλωσε το χέρι του να τη βοηθήσει.
«Η συμπεριφορά σου είναι αντιεπαγγελματική» της είπε εκείνος αυστηρά. «Τι στο καλό κάνεις τέτοια ώρα εδώ; Επρεπε να είσαι στο γραφείο και να δουλεύεις αυτό που είπαμε χθες. Γιατί ήρθες στην έπαυλη; Δεν είπαμε ότι εγώ θα επιτηρώ τους εργάτες;» τη ρώτησε εκνευρισμένος.
«Ναι, το είπαμε, αλλά ένιωσα την επιθυμία να δω τι κάνουν» του είπε. Δεν το είχε κάνει επίτηδες αλλά της άρεσε που τον είχε κάνει έξαλλο. «Δεν έχω συνηθίσει να δουλεύω από το γραφείο και να μην πηγαίνω καθόλου στα έργα».
«Τι είχαμε συμφωνήσει;»τη ρώτησε.
«Δεν ήξερα ότι απαγορεύεται να έρθω» τον ειρωνεύτηκε. «Οι μισοί από τους εργάτες είναι συνεργάτες μου. Τους ξέρω. Με ξέρουν. Θέλω να τους δω. Τέλος της συζήτησης» του είπε και έκανε να φύγει αλλά την σταμάτησε τραβώντας τη πάλι από το χέρι.
«Και οι υπόλοιποι;» συνέχισε να φωνάζει. «Οι υπόλοιποι εργάτες είναι καινούργιοι! Και δεν δουλεύουν παραγωγικά ούτε με ασφάλεια ότι σκας στην έπαυλη με κολλητό φόρεμα και δεκάποντες γόβες, Λέξι!».
Η Λέξι άνοιξε το στόμα να πει κάτι, αλλά σταμάτησε. Την είχε αιφνιδιάσει. Αυτό τον είχε κάνει τόσο έξαλλο;
«Εσύ δεν παίρνεις χαμπάρι, ελπίζω, αλλά παίρνουν αυτοί!» συνέχισε εκείνος.
«Τι σημαίνει αυτό το ‘ελπίζω’;» τόλμησε να τον ρωτήσω.
«Ότι ελπίζω να μην σου αρέσει να προκαλείς» απάντησε εκείνος χυδαία γρήγορα. Στην άκρη της γλώσσας του την είχε τη προσβολή.
«Πρώτον» σήκωσε το δείκτη της «δεν είμαι από τις γυναίκες που τους αρέσει να προκαλούν. Αν προκαλώ, φταίει η εμφάνισή μου και δε φταίω εγώ γι’ αυτό και ούτε σκοπεύω να θαφτώ σε κανέναν λαγούμι για να μη με κοιτάνε οι άντρες» χαμογέλασε ξερά. «Δεύτερον, δεν ανέχομαι φαλλοκρατικά σχόλια εκ μέρους σου και τρίτον, έχουμε τα ίδια δικαιώματα εδώ μέσα» του έδειξε το σπίτι. «Αν θέλω να έρχομαι, θα έρχομαι».
«Ντυμένη έτσι;» κάγχασε εκείνος.
«Δε σου αρέσω, Νόα;» τον ρώτησε προκλητικά, βάζοντας το χέρι στη μέση, και χαμογελώντας ήρεμα. Τον είδε να χάνει την ψυχραιμία του, αλλά σύντομα συνήλθε.
«Αν συνεχίσεις να τους αποσπάς την προσοχή, θα αναγκαστώ να μιλήσω στον Κίναν» της είπε. Η Λέξι έκανε μια παράξενη γκριμάτσα που έδειχνε πόσο αδιαφορούσε.
«Σιγά μην το πεις και στην κυρία, να με βάλει τιμωρία» τον ειρωνεύτηκε.
«Είσαι η πιο εκνευριστική γυναίκα στον κόσμο» είπε παραιτημένος.
«Κι εμένα δεν είσαι ακριβώς ο αγαπημένος μου» του αντιγύρισε.


Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

κεφάλαιο 47-παρεξηγησεις...



47

«Εγώ πρέπει να γυρίσω, Λέξι» είπε εκείνος αργά το απόγευμα της Κυριακής. «Αλλά εσύ πρέπει να μείνεις λίγες μέρες ακόμα για να συντονίσεις τα συνεργεία» της είπε. Η Λέξι αιφνιδιάστηκε αλλά δεν το έδειξε. Μέχρι πριν από λίγο έκαναν σεξ και τώρα ήθελε να φύγει; Κλασικός Νόα, σκέφτηκε αλλά δεν είπε τίποτα. Συνέχισε να τακτοποιεί την κουζίνα. Σκόπευε να φτιάξει λίγο τσάι για να πιει. Δεν είχε πολλά τρόφιμα και έτσι είχαν παραγγείλει κινέζικο, αλλά ξαφνικά είχε όρεξη για ένα ζεστό ρόφημα.
«Τι έχεις εσύ;» τη ρώτησε πίσω από την πλάτη της μετά από μερικά δευτερόλεπτα αμήχανης σιωπής. Ευτυχώς δεν τον κοιτούσε, και έτσι δεν φαίνονταν τα συναισθήματά της.
«Φτιάχνω τσάι. Θες;» τον ρώτησε διπλωματικά. Εκείνος την άρπαξε από το μπράτσο και τη γύρισε προς το μέρος του. Την κοίταξε μπερδεμένος.
«Τι έχεις εσύ;» επανέλαβε. Σκέφτηκε να του πει ότι δεν είχε τίποτα, αλλά δεν θα τον έπειθε. Δεν μπορούσε όμως και να του πει την αλήθεια. Δεν μπορούσε να του πει ότι δεν ήθελε να φύγει. Ότι όλες οι αναμνήσεις της εγκατάλειψης είχαν επιστρέψει. «Πρέπει να γυρίσω. Κάποιος πρέπει να φροντίσει το γραφείο» είπε ήρεμα εκείνος. Η Λέξι νόμισε ότι άκουσε μια απολογητική χροιά στον τόνο της φωνής του αλλά δεν ήταν σίγουρη. «Άλλωστε» της χαμογέλασε εκείνος «πρέπει κάποια στιγμή να αλλάξω και ρούχα».
Η Λέξι στιγμαία συνειδητοποίησε πόσο απροετοίμαστος ήταν για όλο αυτό και κάπως τον λυπήθηκε που χάλασε το πρόγραμμά του για εκείνη, αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορούσε να σκεφτεί πολύ καθαρά.
«Όχι, όχι, καταλαβαίνω» του είπε ψυχρά. «Θα έρθω κι εγώ σύντομα. Απλώς θα πω στην Μπέτι να αναλάβει το αμάξι».
«Εννοείται ότι θα το αναλάβω εγώ αυτό» της είπε αυστηρά. «Και εννοείται ότι θα σου παρέχω όποια βοήθεια χρειαστείς». Η Λέξι εκνευρίστηκε. Είχε αυτό το ύφος της ανωτερότητας που την έκανε έξαλλη. Ο ιππότης με την αστραφτερή πανοπλία. Που θα τη βοηθούσε στα δύσκολα. Γιατί δε μένεις, τότε; Γιατί δεν μένεις εδώ, Νόα; Όλα αυτά ήθελε να του πει αλλά και πάλι δεν είπε τίποτα.
«Μπορώ και μόνη μου» είπε μέσα από τα δόντια της και γύρισε προς τον νεροχύτη πάλι. Σέρβιρε το καυτό νερό σε ένα φλυτζάνι και έριξε ένα φακελάκι τσάι με άρωμα τριαντάφυλλο.
«Μάλιστα» είπε εκείνος. Άκουγε στη φωνή του το πόσο μπερδεμένος ήταν αλλά δεν την ένοιαζε.
«Έχει ένα φέρι σε 40 λεπτά. Νομίζω αυτό πρέπει να πάρεις» συνέχισε εκείνη ακάθεκτη, κοιτώντας φευγαλέα το ρολόι πάνω από το τζάκι. «Καλύτερα να φύγεις νωρίς, για να μην πετύχεις κίνηση» συμπλήρωσε. Ήλπιζε να ακούγεται κουλ.
«Δεν είχα καταλάβει ότι βιάζεσαι να φύγω» είπε εκείνος. Γύρισε και τον κοίταξε. Είχε σταυρώσει τα χέρια στο στήθος και την κοιτούσε συνοφρυωμένος.
«Δε θέλω να σου χαλάω το πρόγραμμα» είπε η Λέξι ευγενικά. Κατάφερε και χαμογέλασε και λιγάκι.
«Μα ποιος το είπε αυτό; Διάολε, τι μου διαφεύγει;» φώναξε εκείνος και τέντωσε τα χέρια στον ουρανό.
«Νόα, ηρέμησε» είπε εκείνη χαλαρά, λες και μιλούσε σε παιδάκι που κάνει αταξίες. «Όλα καλά. Θα φύγεις και θα έρθω σε μερικές μέρες. Δεν ήταν να μείνεις. Καταλαβαίνω» του είπε όσο πιο πειστικά μπορούσε.
  
«Δεν φεύγω επειδή δεν θέλω να μείνω. Αλλά χρειάζομαι μερικά πράγματα και θέλω να δω μερικά πράγματα στη δουλειά. Γιατί κάνεις έτσι;» ρώτησε.
«Πώς κάνω δηλαδή;» αναρωτήθηκε. «Δεν περίμενα κάτι περισσότερο. Κάτι καλύτερο. Κάναμε λίγο σεξ και πας σπίτι σου. Νομίζω ότι αυτό είναι το φυσιολογικό» του είπε ήπια.
«Αυτό…αυτό έγινε;» ανασήκωσε εκείνος τα φρύδια του;
«Νόα, ξέρεις κάτι;» έχασε την ψυχραιμία της. «Δεν γίνεται όλες οι συζητήσεις μας να καταλήγουν σε καβγά. Δε με νοιάζει και τόσο» του είπε. «Δε συνηθίζω να καταναλώνω τόση ενέργεια με όποιον κάνω λίγο σεξ!».

Εκείνος την κοιτούσε σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός. Η Λέξι από μέσα της έβραζε αλλά κάπως χαιρόταν που τον είχε σοκάρει. Τι ακριβώς περίμενε; Ότι θα του έλεγε να μείνει; Όχι! Δεν τον έκανε ποτέ. Ούτε τότε, ούτε τώρα.
«Νομίζω ότι καλά θα κάνω να φύγω» της είπε εκείνος με ένα βλέμμα που δεν μπορούσε να το αποκρυπτογραφήσει.

«Καλή ιδέα» του είπε εκείνη απλά.

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

κεφάλαιο 46-σεξ weekend


46

«Αυτή είναι η τελευταία φορά» είπε η Λέξι χαμογελώντας ντροπαλά κάτω από το σεντόνι της.  
«Έτσι είπες και τις έξι προηγούμενες» είπε εκείνος ενώ φιλούσε απαλά την πλάτη της. Την είχε στην αγκαλιά του, και το σώμα του της έδειχνε ότι ήταν πάλι έτοιμος.
«Πρέπει να σηκωθούμε κάποια στιγμή από το κρεβάτι» είπε εκείνη και έκανε να τραβηχτεί αλλά εκείνος την έσφιξε πάνω του με πάθος.
«Πήγες τουαλέτα και έκανες μπάνιο. Σηκώθηκα και έφερα να φάμε. Δε βλέπω το λόγο να ξανασηκωθείς» γέλασε εκείνος ενώ τη χάιδευε στο γοφό.
«Είναι Κυριακή!» είπε εκείνη παραπονιάρικα. «Υποτίθεται ότι χθες θα επικοινωνούσα με τους τεχνίτες. Υποτίθεται ότι θα κανόνιζα το θέμα του αυτοκινήτου μου» του θύμισε.
«Λέξι, τα είπαμε αυτά. Το συνεργείο για τα χαλιά και οι άνθρωποι για το πάτωμα θα έρθουν Δευτέρα. Μιλήσαμε. Όσο για το αμάξι, έβαλα την Μπέτι και το κανόνισε. Τι άλλο θες;;» ρώτησε εκείνος. Η Λέξι είχε πολλά να του απαντήσει σε αυτό αλλά κρατήθηκε.
«Και αν πληρώσω θα μου το ξεκλειδώσουν τη Δευτέρα;». Τον είχε ρωτήσει ήδη αλλά της φαινόταν παράξενο που το είχε κανονίσει τόσο άμεσα.
«Αν σε αφήσω να σηκωθείς και να πας να το πάρεις» είπε εκείνος ήρεμα. Η Λέξι αναστέναξε. Είχε βαλθεί να την τρελάνει με αυτά που της έλεγε. Και της έκανε.
«Νόα…τι κάνουμε;» τον ρώτησε ανήσυχη. Το τελευταίο 24ωρο δεν είχαν σταματήσει να κάνουν σεξ, να μιλάνε, να φιλιούνται, να κοιμούνται λίγο και να ξυπνάνε ξανά για σεξ. Ήταν όπως τότε. Μόνο που τώρα μιλούσαν περισσότερο. Τώρα είχαν καλύψει μέσα σε μερικές ώρες ένα σωρό θέματα. Θέματα που αφορούσαν τη δουλειά και τις σπουδές τους, αλλά φυσικά τίποτα σχετικά με την προσωπική ζωή τους ή το κοινό παρελθόν τους.
«Το μόνο πράγμα που κάνουμε χωρίς να τσακωνόμαστε» είπε εκείνος. Έδωσε ένα φιλάκι ακόμα στον ώμο της.
«Είναι λάθος» του είπε εκείνη παραπονιάρικα.
«Λέξι, σταμάτα να βασανίζεσαι» τον ένιωσε να σφίγγεται. Η καλή του διάθεση εξαφανίστηκε. Το καταλάβαινε ότι τον εκνεύριζε με τις ερωτήσεις της αλλά ένιωθε ανασφάλεια και ήθελε να ξέρει τι στο καλό έκαναν μαζί. «Είμαστε μεγάλα παιδιά και κάνουμε σεξ. Τι δεν καταλαβαίνεις;» τη ρώτησε. Δεν ήταν πολύ σέξι η επιμονή της να βάλει ταμπέλα σε αυτό που έκαναν αλλά έτσι το είχε πάθει και τότε και δεν ήθελε να το ξαναζήσει.
Τον άφησε να φύγει χωρίς να μάθει ποτέ αν σήμαινε κάτι για εκείνον. Δεν τον ρώτησε ποτέ, δεν διεκδίκησε ποτέ, δεν του μίλησε ποτέ για το πώς νιώθει. Πληγώθηκε όταν έφυγε αλλά κατά μία άποψη εκείνος δεν έφταιγε. Δεν είχε ιδέα πώς ένιωθε η Λέξι. Τώρα όμως; Θα το άφηνε ξανά να συμβεί έτσι απλά; Θα έπεφτε στην αγκαλιά του και χωρίς καμία δέσμευση θα τον άφηνε να την πειράζει ότι τον ενοχλεί με τις γυναικουλίστικες ερωτήσεις της;

«Τι δεν καταλαβαίνω;» επανέλαβε την ερώτησή του για να κερδίσει χρόνο. Δεν καταλαβαίνω αν με θες ή αν απλώς έτυχε να είμαι μπροστά σου όταν είχες όρεξη. Δεν καταλαβαίνω αν είμαι για σένα ένα απωθημένο ή αν με θες όσο απόλυτα σε θέλω εγώ. Δεν καταλαβαίνω πού πάει όλο αυτό και πόσο θα κρατήσει. Όλα αυτά σκέφτηκε. Αλλά φυσικά δεν είπε τίποτα. «Δε θέλω να μαθευτεί» του είπε απλά.
«Αν δε θέλεις, δε θα μαθευτεί» της είπε με σιγουριά και ξάπλωσε από πάνω της. Η Λέξι απολάμβανε την αίσθηση του δέρματός του πάνω της. Τον λάτρευε ολόκληρο. Ένιωθε ότι το κορμί του ήταν κάτι σαν ναός, ένα μέρος που της θύμιζε ότι υπάρχει θεός. Ένιωθε ζωντανή όταν ήταν κοντά του, όταν τον άγγιζε, όταν τον μύριζε και τον γευόταν.
«Δε θέλω να αλλάξει τίποτα στη δουλειά» του είπε και θαύμασε τον εαυτό της που ενώ ήξερε ότι σε μερικά δευτερόλεπτα ο Νόα θα εισέβαλε στο κορμί της και θα την οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην έκσταση, μπορούσε να εκφέρει ολοκληρωμένες προτάσεις.
«Σαν τι να αλλάξει; Το ίδιο άσχημα σκοπεύω να σου φέρομαι και μετά» χαμογέλασε εκείνος. Το ίδιο και η Λέξι. Πού την έβρισκε την όρεξη για πλάκα;
«Νόα, μη…» είπε αδύναμα, ενώ εκείνος είχε ήδη αρχίσει την εισβολή του.
«Μη τι;» είπε εκείνος μισοκλείνοντας τα μάτια του.

«Μη σταματάς» απάντησε η Λέξι παρακλητικά.

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

κεφάλαιο 45-μιαμ μιαμ

45

«Μη! Όχι ξανά! Όχι πάλι» είπε η Λέξι αδύναμα αλλά ο Νόα συνέχιζε να τη φιλάει. Το χέρι του είχε ακινητοποιήσει το λαιμό της και τη γευόταν όπως ήθελε. Η Λέξι απολάμβανε το φιλί του γιατί τον είχε στερηθεί τόσα χρόνια. Αλλά και τότε, ποτέ δεν τόσο εκδηλωτικός. Δεν ήθελε να σταματήσει, αλλά ταυτόχρονα ένιωθε ότι το μονοπάτι που χάρασσε την οδηγούσε ξανά στην καταστροφή.
«Μη με σταματάς, μωρό μου» της είπε εκείνος ψιθυριστά, παρακλητικά, φιλώντας το λαιμό της αργά και βασανιστικά. Ήξερε τα κουμπιά της και τα πατούσε συστηματικά.
«Νόα…» ξεκίνησε να λέει κάτι αλλά δεν ολοκλήρωσε. Η αναπνοή της κόπηκε όταν το χέρι του άρχισε να κατηφορίζει στην πλάτη της. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε σηκώσει την μπλούζα της.
«Από πότε;» της χαμογέλασε ξεδιάντροπα και συνέχισε να τη χαϊδεύει ηδονικά ενώ την κοιτούσε με βλέμμα που έκαιγε.
«Δε φοράω μόνο μαύρα πια» του είπε εκείνη στρώνοντας ντροπαλά το μπορντό σουτιέν της. «Πέρασαν τόσα χρόνια. Είναι πολλά που έχουν αλλάξει». Φοβήθηκε ότι δεν του άρεσε αλλά μάλλον δεν ίσχυε αυτό, όπως έσπευσε να της διευκρινίσει.
«Είσαι πανέμορφη» της είπε. «Λες και ο Θεός σε κάνει κάθε μέρα και πιο όμορφη για να μην μπορώ να μείνω μακριά σου» συνέχισε να τη φιλάει απαλά στα χείλη. Απαλά και πεταχτά τώρα. «Είσαι πανέμορφη» επανέλαβε και το φιλί του βάθυνε. Η Λέξι κρύωνε και σφίχτηκε πάνω του. Τον ήθελε απεγνωσμένα, αλλά ντρεπόταν για την αντίδρασή της.
«Νόα, είναι ένα λάθος όλο αυτό» του είπε. «Είμαι συναισθηματικά ευάλωτη κι εσύ είσαι εδώ…δεν ξέρω αν είναι καλή ιδέα». Εκείνος φίλησε ανάλαφρα το σαγόνι της και την έσπρωξε απαλά πίσω μέχρι που ξάπλωσε από κάτω του.
«Ολόσωστο είναι» της είπε με σιγουριά. «Σε θέλω και με θέλεις».
«Νόα, σταμάτα» του είπε εκείνη αδύναμα, όταν το χέρι του άρχισε να την εξερευνεί πιο προκλητικά. «Δεν το ξαναπερνάω όλο αυτό» του είπε αλλά εκείνος δε σταμάτησε.
«Δεν έχει να κάνει με το παρελθόν» της είπε εκείνος, τυραννώντας τη. «Έχει να κάνει με εσένα και με μένα. Αυτή τη στιγμή σε θέλω και εσύ το ίδιο. Γιατί να κοιμηθούμε χώρια; Με τρελαίνεις τόσο καιρό» της χαμογέλασε. «Έρχεσαι στο γραφείο με αυτά τα σεμνά φορέματα και τις γόβες και το μόνο που σκέφτομαι είναι να σε στριμώξω κάπου και να σε πάρω πάνω στο σχεδιαστήριο» της είπε και η Λέξι κοκκίνισε. Αλήθεια σκεφτόταν έτσι για εκείνη;
«Νόα, μη» του είπε αδύναμα όταν έβγαλε την μπλούζα του. Επιτέλους η περιέργειά της ικανοποιήθηκε. Και ταυτόχρονα καθόλου. Καινούργια τατουάζ στο στήθος και στα μπράτσα του την έκαναν να αναρωτηθεί τι τον ενέπνευσε για να τα κάνει. Ήταν όμως τόσο σέξι που δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Το σώμα του είχε δέσει πολύ και η τεστοστερόνη ξεχείλιζε από παντού. Ήταν εντυπωσιακός, σαν άγριο ζώο που ορμάει στο θήραμά του. Κάποια στιγμή θα τον ρωτούσε για τα καινούργια τατουάζ. Αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στα σχέδια.
«Γιατί με σταματάς;» ρώτησε εκείνος και φίλησε το χώρισμα ανάμεσα στο στήθος της. «Θα πεθάνω αν δεν μπω μέσα σου»της είπε απλά.
«Θα μπλεχτούν κι άλλο τα πράγματα. Εμείς οι δύο είμαστε κακός συνδυασμός. Είμαστε συνεργάτες, διακυβεύονται πολλά…ω!» είπε μόνο και έκλεισε τα μάτια της όταν το χέρι του κινήθηκε ανάμεσα στα πόδια της.
«Πες μου ότι δε με θες και θα σταματήσω» της είπε διασκεδάζοντας με την αντίδρασή της. Η παράδοσή της ήταν ολοκληρωτική.
«Δε θα κοιμηθώ με έναν άντρα που με μισεί» του είπε παίρνοντας βαθιές ανάσες για να μην ουρλιάξει από την ηδονή.
«Δε σε μισώ» της είπε φιλώντας της ενώ το χέρι του την εξερευνούσε ξεδιάντροπα. «Νιώθω ότι κάτι μου διαφεύγει αλλά δεν είμαι ακόμα έτοιμος να το ψάξω. Ξέρω όμως ότι σε θέλω, σαν τρελός. Γι’ αυτό σκάσε λίγο και φίλα με» της είπε επιτακτικά φιλώντας με περισσότερο πάθος. Η Λέξι λύγισε. Δεν πίστευε ότι μπορούσε κάποιος να πονέσει όσο πόνεσε εκείνη το πρωί που την εγκατέλειψε, άρα αυτή τη φορά ήταν ασφαλής. Σωστά; Δεν μπορούσε να την πληγώσει περισσότερο. Όχι αν τον χρησιμοποιούσε χωρίς να επενδύσει πάνω του.
«Ένα βράδυ» του είπε αναστενάζοντας. «Μόνο ένα βράδυ».

«Θα δούμε» είπε εκείνος και την τράβηξε κοντά του.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

κεφάλαιο 4-λοβ ιζ ιν δι ερ

44

Η Λέξι δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Λίγο η κατάσταση στο σαλόνι, λίγο η πίτσα που της έπεσε βαριά, λίγο η σκέψη ότι ο Νόα κοιμόταν έναν τοίχο μακριά της, στριφογύριζε στο κρεβάτι δύο ώρες αλλά τα μάτια της δεν έλεγαν να κλείσουν.

Προσπάθησε να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη. Αυτό έκανε όταν ήταν μπερδεμένη. Το πρωί σκόπευε να ανοίξει τα παράθυρα για να μπει αέρας και να στεγνώσει τελείως το πάτωμα και μετά θα τηλεφωνούσε άμεσα σε κάποια τεχνική εταιρεία για να κανονίσει να αλλάξουν το πάτωμα. Κατόπιν θα έπρεπε να κανονίσει τις δουλειές της ώστε να μπορεί να είναι στη Νάπα για μερικές μέρες για να επιβλέπει τις εργασίες. Αυτό θα ήταν δύσκολο, μιας και σύντομα ξεκινούσαν τα έργα στην έπαυλη Κίναν, αλλά ο Νόα θα καταλάβαινε. Ήλπιζε δηλαδή.

Έδειχνε να είναι σε θέση να καταλάβει τα πάντα. Είχε φερθεί πολύ ώριμα και τη βοήθησε πολύ. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ αυτή την πλευρά του και της άρεσε. Ήταν ψύχραιμος και χωρίς να το παίζει ήρωας εκτέλεσε τις αποφάσεις του και βρήκες λύσεις παρόλο που εκείνη τα είχε χαμένα τελείως. Μέσα σε όλο τον πανικό δεν μπορούσε παρά να θαυμάσει το πώς πήρε πάνω του την κατάσταση και αποσόβησε την κρίση. Ακόμα και η ιδέα του να μείνει εκεί έδειχνε ότι δεν φοβόταν τα δύσκολα. Υπό άλλες συνθήκες, σε έναν κόσμο όπου εκείνη και ο Νόα δεν είχαν ένα τόσο βεβαρημένο παρελθόν, θα ήθελε πολύ να είναι με έναν τέτοιο άντρα. Καταρχήν της έκοβε την ανάσα. Ήταν ένας πανέμορφος άντρας, γεμάτος αυτοπεποίθηση και αέρα. Επίσης, ήταν καλλιεργημένος, φοβερά ταλαντούχος και δημιουργικός και δε φοβόταν τις προκλήσεις. Αν δεν ήταν αυτός ο τέλειος άντρας τότε ποιος ήταν;
Αυτός που σε θέλει κιόλας, σκέφτηκε με πικριά και αναστέναξε. Ένιωθε πολύ μόνη μέσα στο υπνοδωμάτιό της. Στη σκέψη της τρύπωσε η ιδέα ότι εκείνος μπορεί να κρυώνει. Άραγε θα του φτάνει η κουβέρτα; Αναρωτήθηκε. Ίσως έπρεπε να του πει πού είναι το πάπλωμα.

Έκλεισε τα μάτια με σκοπό να μετρήσει μέχρι το δέκα αλλά έφτασε μέχρι το τρία. Άκουσε έναν ήχο στην πόρτα. Ήταν διακριτικός αλλά ήταν αληθινός. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά.
«Κοιμάσαι;» τον άκουσε να τη ρωτάει. Είχε ανοίξει την πόρτα λιγάκι και είχε χώσει το κεφάλι του μέσα. Όπως έκανε και τότε. Τουλάχιστον στην αρχή. Γιατί μετά έμπαινε στο δωμάτιο, στη ζωή και στο σώμα της χωρίς να έχει ανάγκη από έγκριση.
«Όχι» του είπε εκείνη και ανακάθισε. Εκείνος την πλησίασε αργά και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της. Φορούσε ένα μποξεράκι και ένα φανελάκι μόνο. Δεν ντρεπόταν. Δεν ωφελούσε άλλωστε. Τον είχε δει τόσες φορές γυμνό…
«Μη στενοχωριέσαι τόσο πολύ, Λέξι» της είπε εκείνος ψιθυριστά.
«Καλά είμαι» του είπε εκείνη για να τον καθησυχάσει. «Αλλά μου έπεσαν πολλά. Το σπίτι, η δουλειά…Νιώθω ότι είμαι απλά άτυχη» παραδέχτηκε.
«Θα πάρουμε ένα συνεργείο και το άλλο Σάββατο το σπίτι σου θα είναι καλύτερο. Και αν έχεις πρόβλημα ρευστότητας μπορώ να σε βοηθήσω. Και βρήκα και έναν ξυλουργό φίλο φίλου, και μπορεί να αντιγράψει τα πόδια του καναπέ και ό,τι θες. Μη στενοχωριέσαι τόσο» της είπε παρακλητικά. Είχε κάνει κι άλλη έρευνα; Την εξέπληττε συνεχώς.
«Εντάξει, εντάξει, είμαι καλύτερα» του είπε. «Σε ευχαριστώ που με βοήθησες σήμερα. Τελικά είναι χρήσιμο να υπάρχει ένας άντρας στο σπίτι» είπε ανάλαφρα. Εκείνος γέλασε λιγάκι.
«Για πολλούς λόγους» της είπε ήσυχα.

«Ψιθυρίζεις όπως τότε» του είπε ξαφνικά. «Δε χρειάζεται πια». Εκείνος χαμογέλασε μέσα στο σκοτάδι. «Δε θα μας ακούσουν οι δικοί μας» του θύμισε.
«Οι παλιές συνήθειες δεν κόβονται εύκολα» απάντησε εκείνος σχεδόν πικρά. Η Λέξι αναρωτήθηκε αν υπήρχε κάποιο υπονοούμενο σε αυτό. Αν υπονοούσε ότι κι αυτή ήταν μια παλιά συνήθεια που εκείνος δεν μπορούσε να κόψει. Δεν ήξερε τι να απαντήσει και έμεινε σιωπηλή. Έσφιξε τα σκεπάσματα γύρω της. Ένιωθε ξαφνικά απροστάτευτη.
«Σε κάνω να νιώθεις άβολα» την κοίταξε μέσα στο σκοτάδι. Δεν ήταν ερώτηση. Έδειχνε σίγουρος γι’ αυτό και είχε δίκιο. Αλλά η Λέξι δεν ήθελε να του το επιβεβαιώσει. «Νομίζω ότι είναι καλύτερα να φύγω απόψε».
«Όχι!» της ξέφυγε απότομα. Πολύ απότομα. Εκείνος σοκαρίστηκε με την παθιασμένη απάντησή της και την κοίταξε για λίγο. Τα μάτια τους είχαν συνηθίσει στο σκοτάδι και τώρα έβλεπαν σχεδόν καθαρά.
«Θες να μείνω;» τη ρώτησε απαλά. Η Λέξι ήθελε. Δεν μπορούσε να φανταστεί την ιδέα ότι θα έφευγε μέσα στο βράδυ. Την είχε βοηθήσει πολύ και του χρωστούσε τη φιλοξενία της. Αλλά πάνω από όλα, δεν ήθελε να μείνει μόνη. Δεν ήθελε να τον δει να φεύγει.
«Δεν θέλω να φύγεις» του είπε διπλωματικά. Εκείνος χαμογέλασε με την τρίπλα της.
«Τι θες;» βάθυνε τη φωνή του και χαμογέλασε σατανικά. Η Λέξι ανατρίχιασε. Ήθελε πολλά πράγματα αλλά δε σκόπευε να εκτεθεί άλλο απόψε.
«Θέλω να ξεχάσω» του είπε εκείνη μετά από μια σιωπή φορτισμένη με χιλιάδες αναμνήσεις. Από τη μέρα που ξύπνησε και δεν τον βρήκε εκεί.
Τον είδε να κουνάει το κεφάλι του, σε μια σιωπηρή αναγνώριση ότι καταλάβαινε.
«Δεν είχα ιδέα ότι…ότι ίσως τα πράγματα ήταν διαφορετικά για σένα. Η αντίδρασή σου απόψε, ο τρόπος που τραβιέσαι κάθε φορά που σε προσεγγίζω μου δείχνει ότι κάτι μου διαφεύγει» της είπε εκείνος.
«Έχουν περάσει τόσα χρόνια» αναστέναξε εκείνη. «Ας μην το συζητάμε άλλο».
«Με ήθελες, Λέξι;» τη ρώτησε εκείνος ξαφνικά. «Με ήθελες περισσότερο από όσο καταλάβαινα ή ήθελα να καταλάβω;». Η Λέξι ένιωσε ξαφνικά την επιθυμία να κλάψει. Πραγματικά η συζήτηση την πονούσε.
«Δεν έχει σημασία πια» του είπε μόνο.
«Πες μου» επέμεινε εκείνος.
«Ας πούμε απλά ότι σοκαρίστηκα τη μέρα που έφυγες χωρίς ένα αντίο» του είπε εκείνη στεγνά. «Ας πούμε απλά ότι δεν είχα καταλάβει ότι ήμουν τόσο ασήμαντη για σένα».
«Ξαφνικά νιώθω πολύ ηλίθιος» είπε εκείνος. Έδειχνε έκπληκτος.
«Νόα, ειλικρινά δεν πειράζει. Πήγαινε για ύπνο. Είναι αστείο να συζητάμε κάτι τέτοιο, τέτοια ώρα, ενώ φοράς το μποξερακι σου» προσπάθησε να ελαφρύνει τη συζήτηση. Εκείνος δεν έδειξε να διασκεδάζει.
«Θέλω να κοιμηθώ εδώ» της είπε δυναμικά. Η καρδιά της σφίχτηκε.
«Επειδή νιώθεις ενοχές;» τον προκάλεσε. Είχε θυμώσει μαζί του.
«Επειδή θέλω» είπε εκείνος.
«Δεν κάνω πια τα καπρίτσια σου» του είπε η Λέξι.
«Κάνε τα δικά σου καπρίτσια λοιπόν» απάντησε ο Νόα. «Το θες όσο κι εγώ» την αιφνιδίασε. «Δεν μπορεί να μη με θες. Το βλέπω. Το μυρίζω, διάολε» της είπε με αυτοπεποίθηση.

«Νόα, εγώ…» ξεκίνησε να λέει αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Τον είδε μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου να κινείται προς το μέρος της, σαν αστραπή και να φυλακίζει τα χείλη της στα δικά του. Το φιλί του ήταν τόσο απαιτητικό που δεν μπορούσε να του αντισταθεί. Άνοιξε το στόμα της και τον υποδέχτηκε, τύλιξε τα χέρια της γύρω στο δυνατό κορμί του και αφέθηκε στον τρόπο που πάντα ήξερε να την κάνει δική του.

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

κεφάλαιο 43-πλημμύρα

43

«Πού είναι η παροχή νερού; Σταμάτα να κλαις» είπε ο Νόα στην Λέξι και την άφησε για μερικά δευτερόλεπτα. Την αγκάλιασε ξανά όμως γιατί εκείνη τρανταζόταν ολόκληρη. «Πρέπει να κάνω μερικά πράγματα. Είσαι καλά να σε αφήσω λίγο μόνη;» τη ρώτησε ανήσυχος. Εκείνη έγνεψε αν και δεν ήθελε να απομακρυνθεί ούτε βήμα από κοντά της. Είχε αρχίσει να νιώθει άνετα στην αγκαλιά του.
«Έξω από την πόρτα» του είπε με αναφιλητά και κοίταξε τριγύρω την καταστροφή. Το ξύλινο πάτωμα είχε φουσκώσει σε δύο σημεία, τα χαλιά είχαν μουλιάσει, τα ξύλινα πόδια του υπέροχου καναπέ της το ίδιο. Η κατάσταση ήταν απελπιστική και η μυρωδιά αηδιαστική.
«Δώσε μου το τηλέφωνο του Ντέιβιντ» της είπε αλλά η Λέξι δεν μπορούσε να συντονίσει τη σκέψη και τις πράξεις της. Εκείνος της έβγαλε το κινητό από την τσέπη και απομακρύνθηκε ξανά. Η Λέξι τον παρακολουθούσε να πηγαινοέρχεται και να ελέγχει βρύσες και καλοριφέρ, το πλυντήριο και την τουαλέτα. «Νομίζω ότι είναι το καλοριφέρ δίπλα από την πόρτα» τον άκουσε να λέει. «Σε περιμένουμε» συμπλήρωσε δυναμικά.
«Λέξι, κάθισε κάπου και σταμάτα να κλαις» της είπε απαλά αφού έκλεισε το κινητό. Την έσφιξε ξανά πάνω του. Η Λέξι ένιωσε τεράστια ανακούφιση. «Είναι μερικά έπιπλα και λίγος προσωπικός κόπος. Δεν είναι θέμα υγείας. Θα το αντιμετωπίσουμε. Μην κλαις» προσπάθησε να την ηρεμήσει και παρόλο που ένιωθε άσχημα, η Λέξι βρήκε κάποιο δίκιο στα λόγια του. «Έχεις ασφάλεια για τέτοια πράγματα;».
«Δεν ξέρω» του είπε και συνέχισε να κλαίει.
«Λέξι, σταμάτα να κλαις να συνεννοηθούμε, κορίτσι μου!» της είπε αυστηρά, αλλά και τρυφερά ταυτόχρονα. «Πότε έγινες τόσο κλαψιάρα» τη ρώτησε χαμογελώντας πειρακτικά και η Λέξι κρατήθηκε με κόπο να του πει ότι άρχισε να κλαίει τη μέρα που εκείνος έφυγε για το κολλέγιο.
«Λοιπόν» είπε ο Νόα και σήκωσε τα μανίκια του. «Πρώτα θα βγάλουμε τα χαλιά έξω και μετά θα σφουγγαρίσουμε. Φέρε πετσέτες και ό,τι έχεις» της είπε και άρχισε να μετακινεί τα έπιπλα.
«Νόα, σταμάτα» του είπε εκείνη αδύναμα. «Θα τα κάνω όλα εγώ. Εσύ…πρέπει να γυρίσεις» είπε χωρίς να το εννοεί.
«Πλάκα κάνεις» της είπε εκείνος γουρλώνοντας τα μάτια του. «Είσαι έτοιμη να καταρρεύσεις και το σπίτι είναι σε μαύρα χάλια. Θέλω να βοηθήσω και με χρειάζεσαι. Θα μείνω για λίγο και βλέπουμε» είπε κοιτώντας το ρολόι του. «Φέρε πετσέτες» επανέλαβε. «Ο Ντέιβιντ έρχεται σε είκοσι λεπτά».

Μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι, είχαν βγάλει στην αυλή τα έπιπλα και τα χαλιά, αλλά δεν είχαν καταφέρει να στεγνώσουν το πάτωμα. Ο Ντέιβιντ σοκαρίστηκε με το μέγεθος της ζημιάς.
«Λέξι, δεν είχα ιδέα…» είπε απολογητικά. «Πίστευα ότι η τσιμούχα θα έφτανε για να περιορίσει την διαρροή, αλλά φαίνεται ότι αυτό εδώ και δέκα μέρες δούλευε» είπε, δείχνοντας τη διαρροή από το καλοριφέρ. «Το σπίτι είναι παλιό και η σκουριά διέλυσε τους σωλήνες» είπε ο υδραυλικός της μετά από μερικά λεπτά. «Αφήστε κλειστή την παροχή και θα έρθω αύριο να ξεκινήσω την επισκευή».
«Ευχαριστώ, Ντέιβιντ» είπε η Λέξι ευγενικά, παρόλο που ήταν πολύ εκνευρισμένη. Τον εμπιστεύτηκε ότι η διαρροή μπορούσε να περιοριστεί. Αλλά φαίνεται ότι είχε άδικο. Τώρα δε θυμόταν καν αν στο συμβόλαιο του σπιτιού της υπήρχε πρόβλεψη για ζημιές από διαρροές και τα οικονομικά της δεν της επέτρεπαν να ξαναγοράσει έπιπλα, να στρώσει ξύλινο δάπεδο και να ξαναβάψει τους τοίχους γιατί το σπίτι είχε μυρίσει λίγο. Ήταν μια καταστροφή.
«Ευτυχώς έχει ξηρό αέρα και ζέστη» είπε ο Νόα μετά από λίγο, όταν έμειναν μόνοι. «Σε δυο μέρες θα έχουν στεγνώσει τα χαλιά και μπορείς να τα στείλεις για στεγνό καθάρισμα και φύλαξη».
«Και τα έπιπλα θα είναι για πέταγμα» είπε η Λέξι με βαριά καρδιά. «Τα είχα αγοράσει από ένα μαγαζί με χειροποίητα ξύλινα έπιπλα και τα λάτρεψα. Πλήρωνα για αυτά ένα χρόνο δόσεις».
«Θα βρούμε έναν ξυλουργό να αντιγράψει τα πόδια. Ο σκελετός δεν έχει πάθει τίποτα, ούτε τα μαλακά μέρη» της εξήγησε με υπομονή. Η Λέξι σκέφτηκε ότι δεν του είχε προσφέρει τίποτα. Ξαφνικά τον κοίταξε. Είχαν περάσει δύο ώρες και έδειχνε σαν να μην είχε κάνει τίποτα. Δεν είχε ζητήσει ούτε ένα ποτήρι νερό και έδειχνε φρέσκος παρόλο που είχε κουβαλήσει δύο χαλιά, 2 καναπέδες και μια τραπεζαρία έξω, είχε σφουγγαρίσει 2 φορές, είχε βοηθήσει τον Ντέιβιντ με την επιθεώρηση της ζημιάς και είχε τηλεφωνήσει στον ασφαλιστή της για να του αναφέρει το συμβάν και να του ζητήσει να στείλει με μέιλ το συμβόλαιο για να το διαβάσουν. Αφού το διάβασε στα γρήγορα, ζήτησε στον δικηγόρο του να αναλάβει την αποζημίωση. Ευτυχώς υπήρχε ένας όρος όπου μπορούσαν να πατήσουν για να πάρει μερικά χρήματα, αλλά θα έπρεπε να εμπλακεί ο δικηγόρος του Νόα.
«Θες να σου προσφέρω κάτι;» τον ρώτησε εκείνη, νιώθοντας κουρασμένη, αν και δεν την είχε αφήσει να κάνει τίποτα. «Έχω κρασί και πατατάκια» χαμογέλασε ντροπαλά. «Δεν μένω εδώ τώρα και…».
«Θα παραγγείλουμε πίτσα» της είπε και κοίταξε ένα φυλλάδιο πάνω στο ψυγείο της. Η Λέξι αναρωτήθηκε πότε σκόπευε να φύγει. Όχι επειδή ήθελε να μείνει μόνη της. Επειδή δεν ήθελε με τίποτα.
«Καλή ιδέα» του είπε εκείνη και κάθισε στη μοναδική καρέκλα που δεν είχε βραχεί. Εκείνος κάθισε πάνω στον πάγκο της κουζίνας άνετα. Είχε σηκώσει τα μπατζάκια του και είχε βγάλει παπούτσια και κάλτσες. Θύμιζε ψαρά αλλά παρέμενε σέξι σαν διάβολος.
«Το γνωστό;» τη ρώτησε άνετα και εκείνη έγνεψε. Μανιτάρια, τσένταρ, πιπεριές και μπέικον. Η πίτσα τους. Την παραξένευε κάθε φορά που συνειδητοποιούσε ότι θυμόταν ακόμα πράγματα που έκαναν μαζί.
«Νόα, λυπάμαι για όλο αυτό» του είπε μετά από λίγο. Εκείνος είχε χωθεί πίσω από την τηλεόραση και επιθεωρούσε την κατάσταση των καλωδίων. Ευτυχώς δεν έδειχνε ανήσυχος. «Σου χάλασα το βράδυ. Προλαβαίνεις να γυρίσεις όμως» του είπε. «Μη χάσεις το βράδυ σου».
Την κοίταξε για λίγο και χαμογέλασε. Στράφηκε στην τηλεόραση και την άναψε.
«Αν δε σε πειράζει, λέω να μείνω» της είπε ήρεμα. Η Λέξι κράτησε την ανάσα της. Πώς μπορούσε να απαντήσει καταφατικά χωρίς να του δείξει πόσο το ήθελε;
«Δεν υπάρχει λόγος να ταλαιπωρείσαι…» ξεκίνησε αλλά τη διέκοψε με μια χειρονομία.
«Χρειάζεσαι βοήθεια. Πρέπει να καταγράψουμε τις ζημιές και να βγάλουμε φωτογραφίες τα πάντα αύριο. Και πρέπει να δω τι μπορώ να φτιάξω χωρίς να χρειαστεί να έρθει μάστορας» της είπε. Η Λέξι δεν πείστηκε και πολύ αλλά έγνεψε καταφατικά.
«Θα κοιμηθείς στον ξενώνα» του είπε από το πουθενά. Εκείνος γέλασε λιγάκι.
«Χαίρομαι που ένιωσες την ανάγκη να το διευκρινίσεις» της είπε. Η Λέξι χαμογέλασε άθελά της.
«Θα με κάνεις να το μετανιώσω. Ε;»τον ρώτησε εύθυμα. Με τον Νόα στο σπίτι της, η διαρροή ξαφνικά έμοιαζε μηδαμινό πρόβλημα.

« Εννοείται» γέλασε εκείνος και έτριψε το σαγόνι του.

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Κεφάλαιο 42-ευδαπ

42

«Γιατί το τραβάω όλο αυτό;» λέει και δείχνει πόσο δυσανασχετεί. Η αλήθεια είναι ότι την έχω τρελάνει στις ερωτήσεις αλλά κι εγώ δε νιώθω πολύ άνετα, οπότε θα υποφέρει μαζί μου. «Μέσα σε αυτό το τέταρτο που κάνει το φέρι να περάσει απέναντι με έχεις ρωτήσει τα πάντα».
«Για το σπίτι σου» της λέω με μια δόση χιούμορ. «Είδες πόσο διακριτικός είμαι» συμπληρώνω. Εχω μεγάλη καρδιά.
«Υπάρχει κάποια ερώτηση που δεν απάντησα;» με ειρωνεύεται ανοιχτά αλλά δε με νοιάζει. Στηρίζεται στην κουπαστή και ο αέρας φυσάει τα μαλλιά της. Δείχνει τόσο μελαγχολική αυτή τη στιγμή. Πραγματικά της είναι αφόρητο να είναι μαζί μου. Πάντα έτσι ήταν; Μήπως και όταν κοιμόμασταν μαζί…δεν ήθελε; Η σκέψη με κάνει ξαφνικά να ανατριχιάσω. Μπορεί να μη με ήθελε; Μπορεί να συναινούσε απλώς επειδή οι ορμόνες της έκαναν πάρτι ή πολύ απλά επειδή είχε κάποιο σκοτεινό σκοπό;
Δεν μπορεί, μαλώνω τον εαυτό μου. Μόνο εγώ ξέρω πόσο ειλικρινής ήταν η ανταπόκρισή της σε μένα. Αποκλείεται. Με ήθελε.
«Γιατί μένεις στη Νάπα;» τη ρωτάω για να βάλω φρένο στις σκέψεις μου πιο πολύ.
«Ήθελα ένα πιο ήρεμο περιβάλλον από το Σαν Φρανσίσκο. Ήθελα να στήσω μια ήρεμη ζωή» απαντάει.
«Περίμενα να θες κάτι πιο κοσμοπολίτικο» της λέω.
«Με μπερδεύεις με κάποια που μου μοιάζει. Μου έμοιαζε» μου λέει πικρά. Όσο καιρό δουλεύουμε μαζί δεν την έχω δει να κάνει ακρότητες. Δεν φοράει πανάκριβα ρούχα, το αμάξι της είναι πολύ συνηθισμένο. Δε βγαίνει σε πολυτελή εστιατόρια και δεν φλερτάρει με αριστοκράτες. Με την εμφάνιση που είχε θα μπορούσε να έχει όποιον και ό,τι θέλει.
«Πόσο καιρό έχεις να πας σπίτι σου;» τη ρωτάω. Τα μαλλιά της καλύπτουν το πρόσωπό της για μερικά δευτερόλεπτα και τεντώνω το χέρι μου να τη βοηθήσω αλλά το κατεβάζω. Όχι. Μην την αγγίξεις. Τα μαζεύει σε μια κοτσίδα. Κρίμα.
«Προσπαθώ να έρχομαι τα σαββατοκύριακα αλλά τώρα έχω να έρθω 10 μέρες. Είχαμε αυτά τα θέματα με τα σχέδια και γύριζα στο ξενοδοχείο αργά το βράδυ μόνο για ύπνο» μου λέει. Το ξέρω ότι μας έπεσε πολλή δουλειά. Αλλά δεν ξέρω γιατί είχα απωθήσει στο μυαλό μου ότι οι Κίναν έχουν νοικιάσει ξενοδοχείο για να μένει όποτε θέλει. Μάλλον δεν ήθελα να σκέφτομαι ότι είναι τόσο κοντά. «Χρειάζομαι μερικά πράγματα και πρέπει επιτέλους ο Ντέιβιντ να φτιάξει μια μικρή διαρροή που είχε ο νεροχύτης από κάτω. Έχει πάρει το ανταλλακτικό. Χρειάζεται μόνο να το τοποθετήσει. Είμαι χαζή που δεν του έδωσα κλειδιά την τελευταία φορά, αλλά μένω καιρό μόνη μου και έχω μάθει να είμαι καχύποπτη» μου λέει.
«Καλά κάνεις» της λέω και τη βοηθάω να κατέβει τα λίγα σκαλιά μέχρι το γκαράζ του φέρι. Μπαίνουμε στο αμάξι και περιμένουμε να ανοίξει η μπουκαπόρτα.
«Δώσε μου οδηγίες» της λέω όταν βγαίνουμε στην άσφαλτο και ένα σφύριγμα φεύγει από τα χείλη μου. Την ακούω να γελάει.
«Ναι, είναι πολύ διαφορετικό το τοπίο» διαβάζει τις σκέψεις μου. Μικρή μάγισσα, σκέφτομαι. Πάντα το έκανε αυτό. «Μόνο 15’ με το φέρι και είναι σαν να είσαι σε ξένη χώρα. Στρίψε εδώ» δείχνει με το δάχτυλο και ακολουθώ τις οδηγίες της.
Κανείς δε μιλάει για λίγο μέχρι που την ακούω να μου λέει ένα απλό «ευχαριστώ».
Την κοιτάω μόνο για λίγο και στρέφομαι ξανά στο δρόμο.
«Ήταν ευκαιρία να δω τη Νάπα» της λέω ανάλαφρα. Η αλήθεια είναι ότι απλά δεν τη χόρτασα απόψε. Για κάποιο λόγο όταν τελειώσαμε με το γλυκό, ένιωθα ότι ήθελα η βραδιά να διαρκέσει κι άλλο. «Θα περιμένω να φτιάξει τη βλάβη ο άνθρωπος και φεύγω» της λέω.
«Καλύτερα να μη σε δει ο Ντέιβιντ. Δε θέλω να με ρωτάνε μετά όλοι ποιος είσαι» μου λέει.
«Θες να μου πεις ότι δεν έχει ξαναμπεί άντρας στο σπίτι σου;» γελάω, αν και νιώθω λίγο θιγμένος. Χωρίς λόγο φυσικά. Έχει δίκιο μάλλον.
Δεν απαντάει και από το μυαλό μου περνάνε διάφορες σκέψεις. Διάφοροι άντρες. Πολλοί.
«Αν του πούμε ότι είμαστε συγγενείς» προτείνω. Με αγριοκοιτάει χωρίς λόγο. Αφού δεν είπα τη λέξη-ταμπού. Τι θέλει πάλι;
«Θα σε κεράσω ένα καφέ και μπορείς να φύγεις μετά» μου λέει και μου κάνει νόημα να σταματήσω. Παρκάρω το αμάξι μπροστά από ένα μικρό σπίτι, και χαμογελάω. Είναι πανέμορφο. Οικείο αλλά και διαφορετικό ταυτόχρονα. Βλέπω τις πινελιές της. Ένας αρχιτέκτονας ξέρει. Ανυπομονώ να δω το εσωτερικό. Άραγε θα έχει προτιμήσει ρομαντικά έπιπλα ή πιο μοντέρνα σχέδια; Μάλλον το πρώτο.

Βγαίνει από το αμάξι πριν προλάβω να της ανοίξω την πόρτα και προχωράει μπροστά μου για να ανοίξει την πόρτα. Το θέαμα από πίσω είναι μοναδικό. Τι θαύμα συντελέσθη στο κορμί της; Ήταν πάντα καλλονή αλλά το σώμα της πια είχε αποκτήσει καμπύλες και είχε γίνει ακόμα πιο θελκτικό.
Ξεκλείδωσε την πόρτα και προχώρησε διστακτικά μερικά βήματα στο εσωτερικό. Άνοιξε τα φώτα και την ακολούθησα. Κάτι παράξενο συνέβαινε. Μια μυρωδιά…σαν…
«Νόα, Θεέ μου» την ακούω να τσιρίζει και νιώθω κάτι υγρό. Κοιτάω τα πόδια μου. Πατάμε και οι δύο πάνω σε ένα μουλιασμένο χαλί. Το μυαλό μου δεν καταγράφει διακοσμητικές λεπτομέρειες γιατί πολύ απλά όλο το σαλόνι είναι πλημμυρισμένο. Τη βλέπω να αλλάζει χρώματα και να περνάει από το σοκ στην απελπισία. Δε σκέφτομαι πολύ. Απλώς την αγκαλιάζω και όταν αρχίζει να κλαίει της χαϊδεύω τρυφερά την πλάτη και τη διαβεβαιώνω ότι θα μείνω όσο χρειαστεί και ότι όλα θα γίνουν όπως πριν.


Αλλά ξέρουμε και οι δύο ότι τίποτα δε θα είναι όπως πριν.



Μικράκια


Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Κεφάλαιο 41-liposan cherry

41

«Γιατί δεν παραγγέλνουμε και ένα γλυκό;» πρότεινε ο Νόα ανάλαφρα. Η Λέξι είχε κάπως χαλαρώσει αλλά όχι και τόσο. Όχι και για να επιμηκύνει τη βραδιά.
«Δε θέλω να αργήσω. Ο Ντέιβιντ έχει παιδιά και δε θέλω να τον ταλαιπωρώ τόσο αργά» είπε και κοίταξε το ρολόι της. Οι άντρες την αγνόησαν τελείως. Ο Μπιλ ήδη κοιτούσε το μενού. «Με ακούει κανείς;» τους ρώτησε.
«Προλαβαίνουμε» είπε ο Νόα ήρεμα. «Αφού φεύγουν φέρι κάθε ένα τέταρτο. Σε μισή ώρα θα είσαι εκεί» της είπε.
«Περνάμε τόσο καλά. Μη μας το χαλάς» είπε ο Μπιλ με πάσα ειλικρίνεια. Το γεύμα είχε κυλήσει όντως πολύ όμορφα. Οι άντρες μιλούσαν λες και γνωρίζονταν από παλιά και η Λέξι ευτυχώς δεν χρειάστηκε να έρθει πολλές φορές σε αμήχανη θέση. Εκτός από τη φορά που ο Μπιλ ανέφερε ότι στο πανεπιστήμιο είχε πολλή πέραση αλλά  ήταν πολύ κλεισμένη στον εαυτό της. Και όταν ο Νόα ρώτησε για ποιο λόγο και την κοίταξε, ο φίλος της πετάχτηκε και είπε ότι ποτέ δεν έβρισκε κάποιον αρκετά καλό. Η Λέξι ήξερε φυσικά το λόγο που δεν της ήταν εύκολο να κάνει σχέση. Αλλά ήλπιζε να μην τον υποπτευθεί και ο Νόα.
«Είδα δουλειά σου στην ιστοσελίδα σας» είπε ο Νόα στον Μπιλ συνεχίζοντας τη συζήτηση που είχαν. «Είμαι εντυπωσιασμένος. Οι επιλογές χρωμάτων που κάνεις είναι μοναδικές. Δεν περίμενα ποτέ να δω τόσα ψυχρά χρώματα μαζί σε τόση αρμονία. Μπλε, μωβ και πράσινο. Πολύ καλό» είπε κουνώντας το κεφάλι του. «Το γραφείο όπου δουλεύεις έχει πάρει καλές δουλειές» συμπλήρωσε.
«Ναι, ναι. Και μου δίνουν ελευθερία κινήσεων» είπε ο Μπιλ. Του άρεσε πολύ η δουλειά του και μιλούσαν εδώ και ώρα για αυτή. «Σχεδιάζω και έπιπλα και σκέφτομαι να επεκταθώ και σε χρηστικά αντικείμενα. Θα δω».
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο σερβιτόρος και ακούμπησε στη μέση του τραπεζιού ένα μεγάλο πιάτο με τάρτες και παγωτό βανίλια. Ο Μπιλ διάλεξε το μήλο. Είχαν μείνει δύο κομμάτια. Ένα κομμάτι με κεράσια και ένα με βατόμουρο. Κανείς δεν έκανε κίνηση. Η Λέξι τον κοίταξε. Τον βρήκε να την κοιτάει κι αυτός με ένα βλέμμα σχεδόν υπνωτικό.
«Ε…μπορείς να πάρεις το κεράσι» της είπε εκείνος.
«Όχι, όχι» είπε ντροπαλά και κοίταξε το τραπέζι. Ο Μπιλ έτρωγε αμέριμνος, χωρίς να καταλαβαίνει και πολλά.
«Λέξι, φάε το κεράσι» είπε εκείνος ήρεμα αλλά αποφασιστικά. «Θα φάω το βατόμουρο» πρόσθεσε και έκανε να το πάρει αλλά εκείνη τον σταμάτησε.
«Όχι, όχι, αλήθεια. Θα φάω το βατόμουρο» του είπε.
«Λέξι, φάε το κεράσι» της είπε πιο εμφατικά και της σέρβιρε το κομμάτι στο πιάτο της ενώ δοκίμασε το δικό του κομμάτι. «Πολύ καλή» σχολίασε.

Κανείς δε μιλούσε για μερικά λεπτά. Απολάμβαναν το γλυκό τους ήρεμα, ενώ η Λέξι είχε την ευκαιρία να αναπολήσει τα βράδια της μαζί του. Πολύ συχνά έτρωγαν μαζί κάτι στο κρεβάτι. Αυτό που είχε αρχίσει σαν μάχη, είχε εξελιχθεί σε ένα τελετουργικό. Ήταν χαζό και το ήξερε, αλλά της άρεσε που θυμόταν. Πριν αρχίσουν να κοιμούνται μαζί είχαν παρατήσει ο ένας τις συνήθειες του άλλου. Ο Νόα έπαιρνε πάντα παγωτό κεράσι από το σούπερ μάρκετ και ομηρικοί καβγάδες ξεσπούσαν όταν του το έτρωγε. Παγωτό κεράσι εκείνη, τάρτα κεράσι εκείνος. Τσιζκέικ κεράσι εκείνη, ζελέ κεράσι εκείνος. Όταν ήρθαν πιο κοντά, μοιράζονταν φρούτα στο κρεβάτι, ακόμα και σκέτη μαρμελάδα από το βάζο.

Η τάρτα ήταν απίθανη. Ένιωθε ενοχές που του την είχε στερήσει. Σίγουρα θα του άρεσε πολύ αλλά ντρεπόταν να του δώσει να δοκιμάσει. Άνοιξε τα μάτια και τον βρήκε να τη κοιτάει χαμογελαστός.
«Ώρα να φύγουμε» είπε χωρίς να σταματήσει να την κοιτάει. Ο Μπιλ συμφώνησε.
Ο Νόα πλήρωσε με την κάρτα του παρά τις αντιρρήσεις τους και βγήκαν στο πάρκινγκ.
«Θα σε γυρίσω εγώ» είπε ο Νόα και πριν προλάβει η Λέξι να του πει ότι θα την πήγαινε ο Μπιλ για να πάρει το αμάξι της από το γραφείο και να φύγει για Νάπα, ο Μπιλ είχε ήδη μπει στο αμάξι. Προδότης.
«Δε χρειάζεται, μπορεί και ο Μπιλ…» είπε αδύναμα αλλά ο Νόα αντέδρασε.
«Μην είσαι χαζή. Ο Μπιλ θα βγει από το δρόμο του. Μερικά χιλιόμετρα είναι. Ελα, μην αργείς. Ο Ντέιβιντ έχει παιδιά» της είπε ειρωνικά. Η Λέξι ξεφύσηξε.

Μπήκε στο αμάξι του και καρτερικά υπέφερε την εγγύτητα των κορμιών τους και τη μυρωδιά του. Ήταν τόσο οικείο το να κάθεται στη θέση του συνοδηγού, δίπλα του. Το μυαλό της, το ηλίθιο μυαλό της, της έπαιζε παιχνίδια.
«Πού έχεις παρκάρει;» τη ρώτησε ενώ πλησίαζαν στο γραφείο. Η Λέξι του έδειξε ένα δρομάκι όπου το άφηνε συνήθως.
Μια δυσάρεστη έκπληξη την περίμενε όμως. Δεν πίστευε στα μάτια της.
«Τι στο καλό;» αναφώνησε, βγαίνοντας από το αμάξι του βιαστικά. Εκείνος πάρκαρε με αλάρμ και κατέβηκε από πίσω της. Η αστυνομία είχε δέσει με τη γνωστή κίτρινη δαγκάνα τον μπροστά τροχό της.
«Μα καλά; Δεν είδες ότι δεν επιτρέπεται να παρκάρεις εδώ;» της είπε εκείνος αυστηρά.
«Μα εδώ το παρκάρω τόσο καιρό. Έχει τόσα αμάξια» του έδειξε γύρω.
«Ωραίο επιχείρημα» είπε εκείνος ξερά. Παρά τον εκνευρισμό του, έδειχνε να συμμερίζεται το σοκ της όμως.
«Ένα μικρό δρομάκι είναι. Πού να το φανταστώ;»
«Τώρα που το αμάξι σου είναι ακινητοποιημένο και πρέπει να πας αύριο να πληρώσεις 200 δολάρια για την κλήση για να το πάρεις, το φαντάζεσαι;» επέμεινε. Η Λέξι ήθελε να κλάψει.
«Αύριο είναι Σάββατο! Ω Θεέ μου» του είπε τρομαγμένη. «Θα μείνω χωρίς αμάξι και πρέπει να πάω στη Νάπα. Τι ατυχία!» είπε. Είχε μεγάλη αυτοσυγκράτηση λόγω βιωμάτων αλλά η μέρα της ήταν πραγματικά εφιάλτης.
«Μπες» είπε εκείνος και της έδειξε το αμάξι του. «Θα σε πάω σπίτι σου και γυρνάω αργότερα» της είπε ξεφυσώντας. «Και μην μπεις στον κόπο να φέρεις αντιρρήσεις, γιατί αυτή τη φορά είμαι ο μόνος που μπορεί να σε βοηθήσει».
«Μπορώ να πω και στον Μπιλ» του είπε θαρρετά.

«Είναι σπίτι του και είμαι εδώ. Αντί να δεχτείς τη βοήθειά μου, προτιμάς να υποχρεωθείς στο φίλο σου;» τη ρώτησε έκπληκτος. «Πες μου, Λέξι, ποιον φοβάσαι;» την προκάλεσε. «Εμένα ή εσένα;»


Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

κεφάλαιο 40-κύπελλο

40

«Μπορείς να σταματήσεις να τον κοιτάζεις λες και είναι λουκούμι;» είπε η Λέξι αυστηρά στον Μπιλ. Είχε έρθει να τη βοηθήσει λιγάκι, γιατί είχε κολλήσει λίγο σε ένα σημείο και δεν ήθελε να το παραδεχτεί στον Νόα. Ο Μπιλ είχε καταπληκτικές ιδέες για το εσωτερικό της έπαυλης Κίναν αλλά ο Νόα ήταν ξεκάθαρος ότι δεν ήθελε και τρίτο συνεργάτη. Οπότε το πρωί τού είχε πει ότι ο φίλος της είχε έρθει για να της ζητήσει βοήθεια σε κάτι. Δηλαδή το αντίθετο.
«Μα κοίτα τον» της είπε εκείνος ψιθυριστά. Η Λέξι ακολούθησε τη συμβουλή του. «Είναι κούκλος. Κάθεται εκεί και δουλεύει συγκεντρωμένος, λες και είναι ένας απλός αρχιτέκτονας».
«Γιατί; Τι είναι;» ρώτησε η Λέξι αδιάφορα. Περίπου δηλαδή.
«Αυτός θα μπορούσε να είναι μοντέλο. Δεν έχω ξαναδεί πιο αβίαστη ομορφιά. Είναι τόσο…ανεπιτήδευτα σέξι. Σίγουρα είναι στρέιτ;» τη ρώτησε γελώντας.
«Ελπίζω να μην άλλαξε κατεύθυνση μετά από μένα» του είπε και συνέχισε να κοιτάει το σχέδιο μπροστά της. Δεν είχε ιδέα πώς να προχωρήσει και ο Μπιλ προφανώς ήταν πολύ απασχολημένος με τον Νόα για να τη βοηθήσει.
«Αυτά τα παπούτσια που φοράει είναι τέλεια. Από πού λες να τα πήρε;» μονολόγησε ο Μπιλ και η Λέξι ξεφύσησε. Μετάνιωνε που είχαν ανοιχτές πόρτες σήμερα.
«Ρώτα τον» του είπε ξερά. Ειλικρινά εξεπλάγη όταν ο Μπιλ απλά βγήκε από το γραφείο της και μπήκε στου Νόα χωρίς δεύτερη παρότρυνση. Τους άκουσε να συζητάνε για μερικά λεπτά σε πολύ ανάλαφρο τόνο.

Ο φίλος της γύρισε σύντομα.
«Από πού;» τον ρώτησε εκείνη.
«Παραγγελία» σούφρωσε τα χείλη του ο Μπιλ. «Αλλά θα μου στείλει το λινκ για να δω τα σχέδια».
«Χαίρομαι που τα πάτε καλά» απάντησε εκείνη προσπαθώντας να συγκρατηθεί.
«Τον είχα για ξινό, αλλά δεν είναι. Έχει πολλή πλάκα. Για τον ίδιο άνθρωπο μιλάμε;» τη ρώτησε. Η Λέξι σηκώθηκε από τον υπολογιστή της και έκλεισε την πόρτα της.
«Ήρθες εδώ για να με βοηθήσεις, όχι για να ανταλλάζεις στυλιστικές επιλογές με τον εχθρό» του θύμισε. Δε φερόταν ώριμα, αλλά δεν της άρεσε που ο Νόα ήταν τόσο γοητευτικός.

«Ενοχλώ;» άκουσε τη φωνή του να διακόπτει τη συζήτηση. Στράφηκαν και οι δύο στην πόρτα με ένα ύφος που μάλλον μαρτυρούσε ότι μιλούσαν για εκείνον. Ο Νόα χαμογελούσε. Το ήξερε. «Υποπτεύομαι ότι ο Μπιλ είναι εδώ για να σε βοηθήσει σε κάτι που δε θες να μου παραδεχτείς ότι σε δυσκολεύει» είπε. Η Λέξι δεν απάντησε. Διάολε, την είχε μυριστεί. Ο Μπιλ γέλασε λιγάκι. «Νομίζω ότι του χρωστάμε ένα ποτό» κατέληξε.
«Όχι, όχι» είπε η Λέξι, σοκαρισμένη με το θράσος του. «Είχαμε άλλα σχέδια, και εμείς λέγαμε να…»
«Γιατί όχι;» είπε ο Μπιλ ενθουσιασμένος με την ιδέα. «Σκοπεύαμε να πάμε κάπου κοντά για φαγητό και να το λήξουμε νωρίς γιατί η Λέξι πρέπει να πάει στη Νάπα απόψε. Θα περάσει ο υδραυλικός να δει μια διαρροή σπίτι της και θα μείνει εκεί όλο το Σαββατοκύριακο για να μαζέψει λιγάκι επειδή λείπει καιρό και ξέρεις τώρα…»
«Φτάνει!» τον διέκοψε η Λέξι απότομα. «Δεν είναι ανάγκη να του πεις και πώς λένε τον υδραυλικό!». Ο φίλος της είχε μεγάλο στόμα.
«Ντέιβιντ» είπε ο Μπιλ στον Νόα και οι δύο άντρες γέλασαν. Η Λέξι τούς κοιτούσε μπερδεμένη. Πώς είχε γίνει τώρα όλο αυτό;
«Θα πάμε λοιπόν να τσιμπήσουμε κάτι και μετά το διαλύουμε» είπε ο Νόα. «Είναι Παρασκευή απόγευμα. Μην κλείσει έτσι η βδομάδα» είπε και κοίταξε με νόημα τη Λέξι.
«Όλη τη βδομάδα τσακωνόμαστε και Παρασκευή απόγευμα θα βγούμε» είπε εκείνη ειρωνικά.
«Γυναικείες ευαισθησίες» είπε ο Μπιλ και οι δυο τους γέλασαν πάλι.
«Είπαμε μερικές κουβέντες παραπάνω» είπε ο Νόα ανάλαφρα. «Ας φάμε μια μπουκιά απόψε μαζί και από Δευτέρα βριζόμαστε πάλι».

Οι άντρες σταύρωσαν τα χέρια στο στήθος και την περίμεναν να αποφασίσει. Δεν της πήρε πολύ. Δεν ήθελε να τους δείξει πόσο φοβόταν την κατάσταση.
«Μια φιλία γεννιέται» είπε ειρωνικά και τους έδειξε. «Δε θέλω να το χαλάσω».
Ο φίλος της και ο εχθρός της την κοιτούσαν ενθουσιασμένοι. Μα τι στο καλό είχαν πει τα λίγα λεπτά που έμειναν μόνοι και τώρα έδειχναν έτοιμοι να πάνε για κυνήγι μαζί;
«Τι ώρα πρέπει να είσαι στη Νάπα;» ρώτησε ο Νόα κοιτώντας το ρολόι του. Η ώρα ήταν πέντε.
«Οκτώ είναι εντάξει» του είπε κοιτώντας τα πόδια της. Της γινόταν όλο και πιο δύσκολο να κοιτάζει τα μάτια του χωρίς να θυμάται.
«Τι σόι υδραυλικός πάει σε σπίτια τέτοια ώρα;» τη ρώτησε λες και αμφισβητούσε τη σχέση τους.
«Ένας υδραυλικός που μένει κοντά και θέλει να με εξυπηρετήσει» του απάντησε εκείνη όσο πιο ξερά μπορούσε.
«Θα πρέπει να σου έχει αδυναμία» της είπε εκείνος ειρωνικά.
«Το κάνεις να ακούγεται σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας το να με συμπαθεί κάποιος» του είπε. Ο Νόα δεν απάντησε. Απλά την κοιτούσε. Σταθερά.
«Πάμε;» διέκοψε ο Μπιλ ανυπόμονα το διαγωνισμό «ποιος θα κατεβάσει πρώτος το βλέμμα».
«Πάμε» είπε ο Νόα χωρίς να σταματήσει να την κοιτάζει. Ούτε κι αυτή έκανε πίσω όμως.

«Κάτι μου λέει ότι η βραδιά θα έχει ενδιαφέρον» είπε ο Μπιλ ενθουσιασμένος. Η Λέξι βόγγηκε από πίσω τους ενώ εκείνοι ήδη έπαιρναν τα σακάκια τους από τον καλόγερο.

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

κεφάλαιο 39-autocad

39

«Θα ξεκινήσουν τα συνεργεία τα έργα κι εμείς ακόμα δεν έχουμε τελειώσει τα σχέδια» μονολόγησε η Λέξι, εκνευρισμένη πιο πολύ με τον εαυτό της. Πώς είχε επιτρέψει να γίνει όλο αυτό; Αυτή ήταν επαγγελματίας. Δε θόλωνε η κρίση της τόσο εύκολα.
«Αν δεν κρυβόσουν όλες αυτές τις μέρες θα είχαμε ολοκληρώσει ίσως» είπε ο Νόα ήρεμα, και η Λέξι ήξερε ότι είχε δίκιο. Αυτό έκανε. Το παραδεχόταν. Αλλά δεν περίμενε να το είχε προσέξει κι εκείνος.
«Δεν κρυβόμουν!» είπε με πάθος, γελώντας από μέσα της με τις υποκριτικές της ικανότητες. «Απλώς ήμουν πολύ απασχολημένη».
«Δε σε έχω δει ολόκληρη τη βδομάδα πάνω από 2-3 φορές. Αυτό για μένα, είναι ο ορισμός του «κρύβομαι» γέλασε εκείνος. Την είχε πιάσει.
«Να σταματήσεις να μου λες βλακείες τότε» του είπε αυστηρά. «Δεν κρυβόμουν» άνοιξε τα χαρτιά της. «Αλλά ένιωθα άβολα να σε συναντήσω και σε απέφευγα».
«Και όλα αυτά γιατί;» σταμάτησε να πληκτρολογεί. Είχαν τους υπολογιστές τους δίπλα δίπλα και δούλευαν μαζί εδώ και τρεις ώρες αλλά δε μιλούσαν. Είχαν μείνει πίσω σε ένα κομμάτι και αποφάσισαν επιτέλους να κάτσουν πλάι και να ανταλλάξουν ιδέες. Να συνεργαστούν. Κυριολεκτικά. 
«Ξέρεις γιατί;» του είπε εκείνη και τον κοίταξε. Της ήταν αφόρητο να δουλεύουν τόσο κοντά. Τα χέρια τους και τα πόδια τους σχεδόν αγγίζονταν και μπορεί να έκανε λάθος αλλά ένιωθε την ένταση ανάμεσά τους. Την εμποδίζει να αποδώσει και να συγκεντρωθεί. Ακόμα και όταν με την άκρη του ματιού της δεν παρατηρούσε τα μακριά του δάχτυλα πάνω στο πληκτρολόγιο, τον τρόπο που έτριβε το αξύριστο σαγόνι του κάθε φορά που κολλούσε σε κάτι, τον μύριζε. Θα μπορούσε να αναγνωρίσει την μυρωδιά του ανάμεσα σε 100 άντρες. Το λάτρευε το άρωμά του. Ακόμα και όταν δε φορούσε κολόνια, μύριζε σαπούνι και κάτι άλλο. Σαν ταμπάκο ή ξύλο.
«Μένουν μερικοί μήνες μέχρι το τέλος του πρότζεκτ. Σκοπεύεις να επιμείνεις στην παιδιάστικη αυτή συμπεριφορά;» βάθυνε τη φωνή του λες και το έκανε επίτηδες. Ανατρίχιασε ολόκληρη. Τι έπρεπε να απαντήσει τώρα; Ότι ναι; Ήθελε να τον αποφεύγει αιωνίως;
«Δε θέλω να το συζητήσω» του είπε και αφού του έδειξε κάτι στην οθόνη του που τον ταλαιπωρούσε μισή ώρα του είπε «αυτό βάλτο εδώ και πάτα enter».
«Ευχαριστώ» είπε εκείνος ξερά, μετά από λίγο. Τον είχε γλυτώσει από πολύ κόπο αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Ευτυχώς η συζήτηση είχε ξεχαστεί.
«Μπορείς να κλείσεις τη συζήτηση όσες φορές θες»της είπε τελικά. «Αλλά δεν μπορείς να με κάνεις να μην το σκέφτομαι». Ωραία. Δεν είχε ξεχαστεί τίποτα.
«Νόα, επιτέλους!» του είπε νευριασμένη και έκανε πίσω την καρέκλα της. Γύρισε προς το μέρος του και τον βρήκε να την κοιτάει χαμογελαστός, λες και είχε κάνει κάποια αταξία. Αυτό που είδε στα μάτια του την έκανε να κομπιάσει. Άνοιξε το στόμα της να πει κάτι αλλά δε θυμόταν τι ήταν αυτό.
«Επιτέλους τι;» είπε εκείνος, βραχνά, πλησιάζοντας την καρέκλα του στη δική της.
«Επιτέλους κάν’ το;» ένιωσε την αναπνοή του κοντά στο αυτί της να της γαργαλάει τις αισθήσεις.
«Σταμάτα» του είπε αδύναμα και εκείνος γέλασε ανάλαφρα.
«Είναι θέμα χρόνου» της έβαλε μια τούφα πίσω από το αυτί, κοιτώντας τη σταθερά. Ήταν πολύ κοντά της για να μπορεί να σκεφτεί καθαρά. Το βλέμμα του καρφώθηκε στα χείλη της και την πλησίασε λίγο. Ελάχιστα. Αλλά μετά έκανε πίσω.
«Γιατί παίζεις μαζί μου;» τον ρώτησε.
«Ανδρική περιέργεια» ανασήκωσε τους ώμους. «Θέλω να δω τι άλλαξε».
«Είσαι πολύ σκληρός» του είπε αηδιασμένη. Αυτό ήθελε; Ευτυχώς  που δεν παραδόθηκε αμαχητί.
«Είμαι» της είπε με ένα προκλητικό ύφος που δεν άφηνε αμφιβολίες για το αν είχε υπονοούμενο. Η Λέξι κούνησε το κεφάλι της ανυπόμονα.
«Και τώρα τι; Περιμένεις να υποκύψω; Για να κάνεις εσύ σύγκριση; Δεν πιστεύω να με έχεις για τόσο φτηνή;».
«Πάντα δραματική, Λέξι!» δυσανασχέτησε. «Πίστευα ότι έχεις ωριμάσει».
«Ναι» του είπε. Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται σοβαρά μαζί του. «Ήμουν δραματική στα 16. Έκλαιγα και χτυπιόμουν. Σε παρακαλούσα να κοιμηθείς μαζί μου, να είσαι μαζί μου» τον προκάλεσε. Όσα ένιωθε, το πόσο τον αγαπούσε τα είχε θάψει μέσα της τόσο βαθιά που καμιά φορά αναρωτιόταν αν ήταν αλήθεια. Ένα άγγιγμά του κάθε βράδυ και θυμόταν όμως. Ο ήχος της πόρτας που άνοιγε μέσα στο σκοτάδι και θυμόταν.
Δεν της απάντησε. Η αναφορά στο παρελθόν τον πάγωσε. Η Λέξι συνέχισε την αντεπίθεση.
«Σε τρέλαινα με τις απαιτήσεις μου. Σε διεκδικούσα και ζήλευα, σε καταπίεζα, σου ζητούσα δώρα. Αυτή ήμουν!» κάγχασε. «Ήμουν ανώριμη και συνεχίζω να είμαι» κατέληξα θριαμβευτικά.
«Δεν είπα αυτό» της είπε μόνο. Σιγανά.
«Σταμάτα να μου στέλνεις μηνύματα και να με προκαλείς. Μη με φλερτάρεις λες και είμαι μια εύκολη κατάκτηση. Δεν είμαι!».
«Δεν το είπα αυτό ποτέ».
«Κοιμόμουν μαζί σου αλλά δε το ξανακάνω με την ίδια ευκολία. Δε σου ανήκω» του είπε με σιγουριά. Της χαμογέλασε λιγάκι.
«Έτσι λες εσύ» τη διόρθωσε. Η Λέξι έκανε μια γκριμάτσα.
«Δε σε αντέχω!» φώναξε. «Η τελευταία σου κουβέντα ήταν ότι με σιχαίνεσαι πριν από 11 χρόνια. Σου πέρασε; ‘Η είναι όλο αυτό μια άρρωστη εκδίκηση;» τον ρώτησε.
Τα χείλη του σφίχτηκαν και η αναπνοή του ξαφνικά έγινε πιο βαθιά και αργή, λες και προσπαθούσε να ηρεμήσει. Ξεκίνησε να λέει κάτι, αλλά σταμάτησε. Η Λέξι ένιωσε ότι κέρδισε αλλά για κάποιο λόγο δε χαιρόταν.

«Ξέρεις κάτι;» της είπε ξαφνικά, ήρεμος σαν να είχε μόλις ξυπνήσει από ένα κακό όνειρο. «Κακώς ασχολήθηκα»

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

Κεφάλαιο 38-δωρεάν mb και μηνύματα

38

«Τι ακριβώς κάνουμε; Πίνουμε για να ξεχάσουμε;» γέλασε ο Μπιλ, ο οποίος διασκέδαζε με τα νεύρα της. Είχαν πιει ήδη από δύο κοκτέιλ με φρούτα και βότκα ο καθένας και η Λέξι κοιτούσε ξανά τον κατάλογο.
«Ναι, σιγά» είπε εκείνη αδιάφορα. «Πίνουμε για να διασκεδάσουμε» τον διόρθωσε. Κάθονταν σε ένα ωραίο μπαράκι μερικά χιλιόμετρα μακριά από γραφείο όπου δούλευε ο Μπιλ. Το μαγαζί ήταν γεμάτο και οι θαμώνες ήταν περίπου στην ηλικία τους. Η Λέξι πήγαινε συχνά εκεί με τον Μπιλ, γιατί η μουσική δεν έπαιζε πολύ δυνατά και μπορούσαν να μιλάνε άνετα.
«Δηλαδή θες να μου πεις ότι δε σε επηρέασε αυτό που σου είπε;» είπε ο Μπιλ φανερά δύσπιστος. Η Λέξι δεν απάντησε. «Δε γίνεται να μη σε επηρέασε» συνέχισε εκείνος να τη χτυπάει αλύπητα.
«Ο άνθρωπος είναι παίχτης» του είπε ήρεμα. «Από 16 χρονών χρησιμοποιεί τις γυναίκες κατά βούληση. Αυτό έκανε και απόψε. Ενώ ετοιμαζόταν να βγει με τη Λίσα, αποφάσισε να παίξει και μαζί μου».
«Μπορεί να του βγήκε αυθόρμητα» είπε ο Μπιλ χαμογελώντας σατανικά.
«Ήθελε να με αποσυντονίσει. Άκου με που σου λέω» του είπε με σιγουριά. «Δε με θέλει και δε με ήθελε ποτέ ουσιαστικά. Κάλυπτα κάποιες σεξουαλικές ανάγκες του. Ήταν έφηβος και ήμουν έφηβη. Οι ορμόνες μας έβραζαν. Τώρα είμαστε ώριμοι. Και ξέρουμε καλά και οι δύο ότι δεν υπάρχει πιθανότητα για κάτι άλλο».
«Πώς ήταν το σεξ;» τη ρώτησε ο Μπιλ απότομα και η Λέξι κόντεψε να πνιγεί με το ποτό της.
«Τι με ρωτάς;» τον μάλωσε, αλλά αυθόρμητα χαμογέλασε και ο Μπιλ το πρόσεξε.
«Εσύ χαμογελάς! Τόσο καλά;» της είπε και την τσίμπησε στο μάγουλο.
«Δεν πρόκειται να πω κουβέντα για το θέμα» ξεκαθάρισε, συνεχίζοντας να χαμογελάει. Πολύ, πολύ, πολύ καλό ήταν η απάντηση που θα έδινε αν μπορούσε να το φωνάξει. Σεξ που δεν ξαναβρήκε ποτέ με κανένα φίλο της.
«Και τώρα; Δε ζηλεύεις που είναι με τη μικρή; Δε θες να πάμε στα εγκαίνια και να την ξεμαλλιάσεις;» συνέχισε ο Μπιλ. Η Λέξι κούνησε το κεφάλι της παραιτημένη. Ωραίο φίλο είχε!
«Δεν είμαι τέτοια γυναίκα εγώ» του θύμισε. «Να είναι καλά και με όποια παρέα θέλει. Εγώ θέλω καλλιτεχνική ελευθερία. Αν δε με ενοχλεί στη δουλειά μπορεί να βγαίνει με όποια θέλει. Δεν έχουμε ερωτική σχέση».
«Άλλα λένε τα λόγια του» της θύμισε την τελευταία ατάκα του Νόα, αλλά η Λέξι δεν έδωσε σημασία. Ο Νόα έπαιζε μαζί της για να την μπερδέψει. Αν ενέδιδε, σίγουρα θα εκμεταλλευόταν την ευκαιρία για να την αποδυναμώσει.
«Νομίζω ότι θα το καταλάβαινα αν με ήθελε. Δεν με κοιτάει καν» του είπε με σιγουριά.
«Και πού το ξέρεις εσύ;» τη ρώτησε σοβαρός ο φίλος της.
«Γιατί τον παρατηρώ» είπε γρήγορα και μετά δαγκώθηκε. Πολύ αργά.
«Αρα σου αρέσει!» είπε θριαμβευτικά ο Μπιλ. Η Λέξι γέλασε. Είχε πιαστεί στη φάκα.
«Είσαι πολύ ρομαντικός. Κάναμε σεξ στα 16 και τώρα απλώς συνεργαζόμαστε. Συγκεκριμένα, αυτή τη στιγμή έχει βγει με άλλη γυναίκα. Δε βλέπω πού κολλάω στην εικόνα» του είπε. Εννοούσε όσα έλεγε και τα πίστευε. Αυτό φυσικά δε σήμαινε ότι διασκέδαζε και με την αλήθεια.
«Αυτή η Λίσα είναι σαν ποντίκι. Την γκούγκλαρα» είπε ο Μπιλ. Η Λέξι χαμογέλασε με την αθωότητα του φίλου της. «Εσύ…» της είπε και την έδειξε με το δείχτη του «είσαι απίστευτη! Δεν υπάρχει άντρας που να μη σε κοιτάει, που να μη σε θέλει. Από το πανεπιστήμιο, σε θυμάμαι να περιφέρεσαι αδιάφορη και να σκορπάς θύματα γύρω σου».
«Κόψε κάτι» του είπε εκείνη γελώντας.
«Τι να κόψω; Είσαι απίστευτα όμορφη. Μπορώ να σου το λέω συνεχώς. Είναι αλήθεια. Αλλά ακόμα κι αν δεν είχες αυτά τα υπέροχα ξανθά μαλλιά, το θεϊκό κορμί και το πανέμορφο πρόσωπο με τα τέλεια χαρακτηριστικά, και πάλι θα ήσουν όμορφη. Γιατί είσαι αυθεντική, αστεία και δοτική. Και σου εγγυώμαι ότι αυτός ο ηλίθιος αυτή τη στιγμή είναι με την μικρή αλλά σκέφτεται εσένα» είπε με σιγουριά.
«Δε χρειάζομαι να τα ακούω αυτά. Δε νιώθω προδομένη» του είπε. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι όταν τον άκουσε να βγαίνει από το γραφείο του για να φύγει, ένιωσε κάπως σαν να την εγκατέλειψε. Ήταν ένα ηλίθιο συναίσθημα, αλλά για κάποιο λόγο πίστευε ότι θα ακυρώσει την έξοδό του.

Η συζήτηση άλλαξε θέμα μετά από λίγο και μετά από μερικά σφηνάκια, κάλεσαν ένα ταξί και επέστρεψαν στο σπίτι της για να κοιμηθούν εκεί. Ο Μπιλ φόρεσε τις πιτζάμες του και ξάπλωσε στον καναπέ και εκείνη στο κρεβάτι με την πόρτα ανοιχτή για να μιλάνε. Ήταν πολύ τυχερή που τον είχε στη ζωή της. Ο Μπιλ την αγαπούσε ειλικρινά.
«Κάτι δονείται» άκουσε τον φίλο της μετά από λίγη ώρα να της λέει. Η Λέξι απόρησε. Είχε αφήσει το κινητό της στον πάγκο της κουζίνας. Σηκώθηκε ξυπόλυτη και πήγε να δει ποιος της είχε στείλει μήνυμα τόσο αργά.

Η Λέξι διάβασε το μήνυμα αλλά της πήρε μερικά δευτερόλεπτα να συνειδητοποιήσει τι διάβαζε. Το χέρι της κάλυψε το στόμα της από το σοκ. Ήταν εκείνος. Δεν είχε αποθηκεύσει το νούμερό του αλλά το ήξερε απέξω.
«Συνεχίζω να θέλω να σε κάνω να το βουλώσεις» της είχε γράψει. Έτσι απλά. Χωρίς σημεία στίξης, χωρίς εικονίτσες. Τίποτα. Πληκτρολόγησε την απάντησή της γρήγορα.
«Δε θα ξαναπώ κουβέντα αν είναι να γλιτώσω» του έγραψε, επιχειρώντας κάτι πιο ανάλαφρο. Τι έκανε; Φλέρταρε με τον εχθρό; Ο Μπιλ δε ρώτησε ποιος ήταν. Απλώς χαμογελούσε. Είναι δυνατόν ο φίλος της να είχε δίκιο; Ο Νόα τη σκεφτόταν ενώ ήταν σε ραντεβού με άλλη;
«Δεν πρόκειται να γλιτώσεις. Παίρνω πάντα αυτό που θέλω» της απάντησε άμεσα εκείνος.

Η Λέξι βούλιαξε στον καναπέ, δίπλα στον Μπιλ και ακούμπησε το κινητό μπροστά της. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Τι της είχε πει; Την ήθελε; Για πόσο; Τι σήμαινε αυτό για εκείνη; Εκείνη πώς ένιωθε; Το μυαλό της ταλανιζόταν από εκατοντάδες ερωτηματικά.
«Φέρνω το παγωτό» είπε απλά ο Μπιλ και σηκώθηκε.


Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

κεφάλαιο 37-μουτς μουτς

37

«Όλα αυτά τα λες επειδή οι Κίναν συμφώνησαν μαζί μου» της είπε εκείνος θριαμβευτικά λίγες μέρες μετά τη συνάντηση. Η αλήθεια είναι ότι η οικογένεια κινήθηκε περισσότερο προς τις απόψεις του Νόα, αλλά προφανώς δεν του κρατούσε κακία για αυτό.
«Είσαι αστείος!» είπε εκείνη εκνευρισμένη. «Δε λειτουργώ έτσι. Οι Κίναν συμφώνησαν να έχουμε ψηλά κάγκελα αλλά όχι φράκτη. Αν το σκεφτείς καλά, αυτή η λύση μάς καλύπτει και τους δύο. Εγώ ήθελα να φαίνεται το σπίτι και εσύ να προστατεύεται. Δεν κέρδισε κανείς» του θύμισε.
«Και τώρα τι θες;» τη ρώτησε βαριεστημένα. «Έχω κάνει τόση δουλειά για τον κήπο ήδη. Γιατί θες να χώσεις τη μύτη σου;».
«Θέλω να πω τη γνώμη μου. Θέλω να βάλουμε ένα πλακόστρωτο δρομάκι στη μέση του γκαζόν» του είπε αποφασισμένη.
«Είχαμε πει ότι θα κάνουμε μια μεγαλοπρεπή είσοδο με μάρμαρο. Μη μου κάνεις γυμνάσια» είπε αυστηρά.
«Σκέψου το λίγο. Θα είναι πιο όμορφο» του είπε εκείνη και κάθισε σε μια καρέκλα απέναντί του. Εδώ και λίγες μέρες μιλούσαν αρκετά. Εκείνος τη ρωτούσε αν θέλει να φάει και παρήγγελνε και για τους τρεις και εκείνη τον ρωτούσε ό,τι ήθελε από κοντά και όχι μέσω μέιλ. Όχι φυσικά ότι αυτό σήμαινε ότι είχαν λυθεί οι επαγγελματικές διαφορές.
«Θα το σκεφτώ και θα σου πω. Τώρα, θα ήθελα να μείνω λίγο μόνος να δουλέψω. Βιάζομαι να τελειώσω» της είπε και στράφηκε στον υπολογιστή. Η Λέξι απόρησε.
«Θα βγεις;» ρώτησε απλά. Σε κάποια φάση είχε ανέβει στον πάνω όροφο και είχε φορέσει ένα μαύρο γιλέκο πάνω από το λευκό πουκάμισό του και ένα λίγο πιο κομψό παντελόνι. Ήταν πολύ γοητευτικός. Τίποτα δε θύμισε τον σέξι ατημέλητο νεαρό που είδε για τελευταία φορά εκείνο το βράδυ μέσα στο σκοτάδι. Τώρα ήταν ένας άντρας γεμάτος αυτοπεποίθηση. Ακαταμάχητος.
«Θα βγω με τη Λίσα» της είπε εκείνος. «Θα πάμε στα εγκαίνια μιας γκαλερί και μετά για ποτό» πρόσθεσε απλά. Λες και δεν της είχε πει μόλις ότι θα έβγαινε με το αφεντικό τους.
«Μήπως είναι λίγο αθέμιτο όλο αυτό;» τον ρώτησε προσπαθώντας ανεπιτυχώς να μην ακουστεί ειρωνική.
«Γιατί; Δεν είναι κάτι ρομαντικό» είπε εκείνος αδιάφορα. Την κοίταξε φευγαλέα και στράφηκε ξανά στον υπολογιστή του.
«Είναι αστείο να βγαίνεις με μια Κίναν. Θα υποστηρίζει κάθε φορά τις δικές σου επιλογές».
«Γι’ αυτό παρουσιάζουμε τις επιλογές μας ανώνυμα κάθε φορά που τους ρωτάμε τι θέλουν».
«Και θες να μου πεις ότι δεν της λες ιδιωτικά τι έχεις προτείνει εσύ;» γέλασε εκείνη δύσπιστα. Ο Νόα έσμιξε τα φρύδια του κι σταμάτησε να πληκτρολογεί. Την κοίταξε σταθερά.
«Οι επιλογές μου είναι ξεκάθαρα καλύτερες γιατί πολύ απλά είμαι καλύτερος. Δε χρειάζομαι συμμάχους» της είπε.
«Και γιατί βγαίνετε δηλαδή; Επειδή έχεις τόσα πολλά να μοιραστείς με ένα 19χρονο;» τον προκάλεσε ανοιχτά αυτή τη φορά. Δεν τον πίστευε.
«Η Λίσα είναι κεφάτη. Περνάω καλά μαζί της» της είπε ήρεμα. Η Λέξι σκέφτηκε ότι ποτέ κανείς δεν πρέπει να την χαρατήρισε κεφάτη. Ήταν πάντα μελαγχολική. Μήπως αυτό τον έκανε να… Στοπ! Η Λέξι κούνησε το κεφάλι της. Είχε πολλά χρόνια να σκεφτεί έτσι. Είχε περάσει χρόνια να αναρωτιέται τι τον απώθησε. Ή μάλλον τι δεν τον κράτησε. Τι ήταν αυτό πάνω της που τον έκανε να φύγει σαν τον κλέφτη.
«Δε φοβάσαι τι θα πουν οι δικοί της; Είσαι μεγαλύτερος» του είπε.
«Δε σκοπεύουμε να παντρευτούμε» είπε κι εκείνος ειρωνικά. Η Λέξι ξεφύσηξε.
«Να σου πω κάτι; Κόψε το κεφάλι σου» του είπε εκείνη επιθετικά και έκανε να φύγει.
«Μείνε» άκουσε τη φωνή του πίσω της να τη διαβάζει. Η Λέξι γύρισε προς το μέρος του και τον βρήκε να την κοιτάει. «Τι συμπεριφορά είναι αυτή; Αν δε σε ήξερα καλύτερα, θα έλεγα ότι ζηλεύεις» της είπε κοιτώντας τη διερευνητικά, λες και αυτή η ιδέα ήταν θεότρελη. Κι όμως.
«Γιατί να ζηλέψω;» γέλασε εκείνη, βγάζοντας έναν ήχο παράξενο.
«Αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ» συνέχισε εκείνος ανέκφραστος. «Νιώθω ότι κάτι μου διαφεύγει».
«Δε σου διαφεύγει τίποτα. Δε ζηλεύω» του είπε εκείνη. «Απλώς έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου».
«Δηλαδή;» ανασήκωσε το φρύδι και σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος. Χαμογελούσε.
«Δηλαδή είσαι νάρκισσος και φιλάρεσκος και πιστεύεις ότι ο κόσμος γυρίζει γύρω από σένα».
«Πες κι άλλα» συνέχισε να χαμογελάει αλλά έχωσε τα χέρια του στις τσέπες του. Και έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.
«Είσαι αναιδής και προκλητικός και η έλλειψη επαγγελματισμού σου με κάνει έξαλλη» του είπε. Την πλησίαζε. Γιατί το έκανε αυτό;
«Συνέχισε» την παρότρυνε.
«Βγαίνεις με τη Λίσα για να προωθήσεις τα συμφέροντά σου και αυτό σε κάνει τελείως φτηνό στα μάτια μου» τόλμησε να του πει. Ο Νόα την πλησίασε άλλο ένα βήμα. Τώρα στεκόταν ακριβώς μπροστά της. Τον άκουγε να ανασαίνει βαριά.
Ενιωθε τη ζεστασιά του κορμιού του και αφουγκραζόταν το θυμό που έβραζε μέσα του.
«Ξέρω έναν τρόπο για να το βουλώσεις» της είπε κοιτώντας ξαφνικά τα χείλη της. Η Λέξι πέρασε τη γλώσσα της από πάνω τους από αμηχανία. Τι; Πώς την είχε στριμώξει έτσι; Έτρεμε ολόκληρη, αλλά από τι; Από πόθο ή από φόβο; «Αλλά δε θα το κάνω» της είπε ξαφνικά. Η απογοήτευση που ένιωσε την έκανε να τρομάξει.
«Είσαι τελείως τρελός» απάντησε εκείνη απλά. Ήταν ό,τι πιο έξυπνο μπορούσε να σκεφτεί.
«Που το σκέφτηκα ή που δε το έπραξα;» τη ρώτησε εκείνος. Η Λέξι έκανε μια παράξενη γκριμάτσα αλλά απέφυγε να απαντήσει ξεκάθαρα.

«Δεν παίζεσαι εσύ» του είπε απλά και βγήκε από το γραφείο του.

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

κεφάλαιο 36-επικοινωνία ώρα μηδεν

36

«Αν είναι δυνατόν να γυρνάς πιο αργά από μένα σπίτι!» της είπα και το εννοούσα. Μπήκα στο δωμάτιο στις τρεις. Ήταν άδειο. Στις τρεις και είκοσι το ίδιο. «Είναι τέσσερις παρά. Έχεις ενημερώσει κανέναν;» τη ρωτάω ενώ ξεβάφεται με ένα μαντιλάκι. Το φως είναι σβηστό και ψιθυρίζουμε.  
«Ποιος ενδιαφέρεται;» λέει αδιάφορα και ανασηκώνει τους ώμους. Έχει δίκιο. Η μάνα της νοιάζεται μόνο για την καλοπέρασή της.
«Σε περίμενα» λέω και αμέσως το μετανιώνω. Ακούγομαι σαν προδομένη γκόμενα. Μπράβο, Νόα. Πολύ κουλ. Γιατί δε της λες ότι κοιτούσες από το παράθυρο ποιος θα τη φέρει;
«Δε σου είπα να με περιμένεις» μου λέει με θράσος. Θέλω να την πνίξω αλλά συγκρατούμαι. Βγάζει σιγά σιγά τις φουρκέτες από τα μαλλιά της. Κάθε φουρκέται απελευθερώνει και ένα τσουλούφι. Τα μαλλιά της χαλαρώνουν και πέφτουν στην πλάτη της. Την πλάτη που άφηνε τελείως γυμνή το φόρεμα που φορούσε. Δεν μπορώ να αποφασίσω αν την προτιμώ με τα μαλλιά πάνω, πιασμένα σε ένα ανεπιτήδευτα σέξι κότσο και την πλάτη γυμνή ή με τα μαλλιά κάτω. Μου αρέσουν πολύ τα μαλλιά της. Αλλά και η πλάτη της.
«Ποιος σε γύρισε;» επιμένω στην «αξιοπρεπή» προσέγγιση. Ξεφυσάει. Ξέρω ποιος. Γιατί ρωτάω; Βουρτσίζει τα μαλλιά της μερικές φορές με τη βούρτσα της. Το κάνει αυτό κάθε βράδυ όταν την πετυχαίνω πριν ξαπλώσει. «Σε φίλησε;» ρωτάω. Δεν απαντάει πάλι. Θέλω να μάθω. Δεν ξέρω τι με έχει πιάσει. Η κατρακύλα είναι ανελέητη.
«Πέρασα ωραία απόψε» μου λέει χαρούμενη. Σπάνια είναι χαρούμενη. Τι στο διάολο της έκανε; Εγώ βάζω τα δυνατά μου κάθε βράδυ και ούτε καν χαμογελάει.
«Κι εγώ» της λέω. Ψέματα. Βαρέθηκα τη ζωή μου. Η Κριστίνα, η συνοδός μου, ήθελε να πάμε σπίτι της μετά. Οι γονείς της λείπουν. Αλλά εγώ, ο ηλίθιος, βιαζόμουν να γυρίσω να μάθω ότι η κυρία πέρασε καλά με τον Λάρι.
«Σε είδα» μου λέει και με πλησιάζει. Δεν ξέρω τι θέλει. Μου γυρνάει την πλάτη. Μάλιστα. Κατεβάζω το φερμουάρ με την οικειότητα που ταιριάζει σε κάποιον που τη βλέπει γυμνή κάθε βράδυ. «Η Κριστίνα φαίνεται να σε γουστάρει πολύ. Οπτικά ταιριάζετε πολύ» μου λέει λες και παρουσιάζει τον καιρό. Η Κριστίνα είναι μελαχρινή σαν κι εμένα και έχουμε παρόμοιο ύψος. Αλλά…τίποτα. Αυτό. Εκεί τελειώνει το ενδιαφέρον μου. Τι έχω πάθει; Δεν είναι ότι είμαι ερωτευμένος με την Λέξι ή κάτι τέτοιο. Όχι. Απλώς προοδευτικά, αυτές οι συζητήσεις μού φέρνουν εμετό. Δεν μπορώ να συζητάω με τη Λέξι για την Κριστίνα λες και είμαστε φιλαράκια από το στρατό.
«Και ο Λάρι...είναι καλό παιδί. Όλοι το λένε» λέω. Έχουμε πάει την «πολιτισμένη» συζήτηση σε άλλο επίπεδο. Είμαστε πολύ κυριλέ.
«Θα του πω να ζητήσει το χέρι μου από σένα» λέει και γελάει λιγάκι. Φοράει ένα φανελάκι και ένα σορτσάκι και ξαπλώνει αφού κλειδώσει. Την ακολουθώ. Έχω εκνευριστεί. Δεν έχω καν όρεξη για σεξ. Με χαϊδεύει στην κοιλιά και ξέρω πού θα οδηγήσει αυτό αλλά τη σταματώ. Δείχνει μπερδεμένη.
«Τα έχετε;» τη ρωτάω θυμωμένος. «Γιατί δε θέλω να κολλήσω τίποτα» συνεχίζω. Μπράβο, Νόα. Επίπεδο υπέδαφος.
«Θες αποκλειστικότητα;» με ρωτάει. Πραγματικά έκπληκτη. Τι στο καλό; Τι απαντάς σε αυτό; Φυσικά θέλω αποκλειστικότητα, αλλά δε θέλω να το παραδεχτώ.
«Δε θέλω αφροδίσια» της λέω.
«Προσέχουμε» μου θυμίζει. Τι σημαίνει αυτό; Το κάνουν; Με αυτόν παίρνει προφύλαξη ή εννοεί με εμένα;
«Το προφυλακτικό δε σε καλύπτει πάντα» της θυμίζω.
«Δεν ήμουν ενεργή πριν από εσένα. Εγώ πρέπει να ανησυχώ» μου θυμίζει.
«Εξετάζομαι τακτικά» της λέω.
«Πόσο τακτικά; Γιατί έχεις πάει με ό,τι κινείται» μου λέει και γυρνάει πλάτη. Το μισώ αυτό. Τη σκουντάω για να με κοιτάξει. Δεν το κάνει.
«Ζηλεύεις;» τη ρωτάω.
«Ναι. Καίγομαι από τη ζήλια» μου λέει ειρωνικά. Στο χορό απόψε ούτε που γύρισε να με κοιτάξει. Μιλούσε με την Τζιλ και τον Λάρι και μετά με κάτι άλλους. Έδειχνε να αγνοεί την ύπαρξή μου. Εγώ προσπάθησα να τη μιμηθώ αλλά απέτυχα. Φορούσε αυτό το απίθανο μαύρο φόρεμα και δε γινόταν να μην την κοιτάξεις. Ήταν λες και ο προβολέας έδειχνε εκείνη όλο το βράδυ. Ήταν πολύ όμορφη. Μου έκοψε την ανάσα όταν μπήκε στην αίθουσα. Και τώρα, με το σορτσάκι και τη φανέλα είναι όμορφη. Πάντα είναι όμορφη. Δεν της το λέω συχνά. Πρέπει να το ξέρει. Σωστά; Δε χρειάζεται επιβεβαίωση.
«Τουλάχιστον είσαι ειλικρινής» της λέω.
«Αν είναι να μην κάνουμε σεξ, μπορώ να κοιμηθώ;» μου λέει. Καταπνίγω την επιθυμία μου να τη σκοτώσω. Δε θέλω να μπω φυλακή. Τι μου είπε μόλις;
«Νόμιζα ότι μπορείς να τα συνδυάσεις» της λέω. Καμιά φορά με εκπλήσσω με την σκληρότητά μου. Είναι δυνατόν να της μιλάω έτσι; Εντάξει, γενικά είμαι λίγο κάφρος. Αλλά μαζί της το παρακάνω. Κάτι πάνω της με προκαλεί να την πληγώσω.
«Λυπάμαι που δεν σου κάνω τα κόλπα που κάνουν οι υπόλοιπες» μου λέει και κάτι ακούω στη φωνή της. Σαν να τρέμει. Μάλλον νυστάζει. Αυτό πρέπει να είναι. «Αλλά ποτέ δεν κοιμάμαι όταν εμείς…» σταματάει απότομα. Την ακούω να παίρνει βαθιές ανάσες. Μακάρι να μπορούσα να πάρω πίσω αυτό που είπα. Αλλά είμαι εγωιστής. Και δε λέω ποτέ συγγνώμη.
«Εντάξει, ας κοιμηθούμε τώρα» λέω. Τη βλέπω να τρίβει τα μάτια της. Σίγουρα θα νυστάζει.
«Ναι, ναι» μου λέει ήρεμα. «Ας κοιμηθούμε».


Την αγκαλιάζω από πίσω. Αρχικά είναι σφιγμένη αλλά σιγά σιγά χαλαρώνει. Η αναπνοή της είναι ρυθμική και ξέρω ότι κοιμάται βαθιά όταν πλησιάζω το στόμα μου στο αυτί της και της ψιθυρίζω ότι είναι ό,τι πιο όμορφο έχω δει ποτέ στη ζωή μου και πόσο θα ήθελα να έχουμε συναντηθεί σε κάποια άλλη εποχή, μακριά από όλα αυτά τα εμπόδια…

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Κεφάλαιο 35-pillowtalk, my enemy, my ally

«Έχω περίοδο» ψιθύρισε ντροπαλά η Λέξι στα σκοτεινά. Εκείνος βόγκηξε από τη δυσαρέσκεια. Όπως κάθε βράδυ και απόψε τρύπωσε στο δωμάτιό της λίγο μετά τα μεσάνυχτα, και ξάπλωσε δίπλα της με άνεση.
«Πάλι; Πότε πέρασε ένας μήνας;» είπε σχεδόν θυμωμένος.
«Δεν το ελέγχω ξέρεις» του απάντησε εκείνη. Τον ένιωσε να σφίγγεται πλάι της. Μάλλον σκεφτόταν να φύγει. Την προηγούμενη φορά που συνέβη αυτό είχαν κοιμηθεί μαζί και τα τρία βράδια αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν σίγουρη. «Μπορείς να…» ξεκίνησε να του λέει αλλά τον ένιωσε να την αγκαλιάζει και ξέχασε τι σκόπευε να πει.
«Πονάς;» τη ρώτησε. Η Λέξι απόρησε. Αυτός πρέπει να ήταν ο πιο μεγάλος διάλογος που είχαν εδώ και μερικές βδομάδες. Κάθε βράδυ έκαναν σεξ και κάθε πρωί χανόταν σαν κλέφτης.
«Όχι πολύ. Αλλά νιώθω άβολα» του είπε. Φοβόταν μήπως λερωθεί, μήπως γίνει ρεζίλι μπροστά του.
«Θες να φύγω;» ρώτησε εκείνος κοφτά. Η Λέξι κράτησε την αναπνοή της. Ωραία. Αυτό κατάλαβε; Πώς να του απαντούσε χωρίς να του δείξει πόσο πολύ ήθελε να μείνει πλάι της;
«Όχι, όχι, θα μου κάνει καλό λίγη παρέα. Απλώς σου το είπα γιατί δεν μπορώ…ξέρεις…» ψέλλισε, ελπίζοντας να καταλάβει τι υπονοούσε.
«Για πόσο γελοίο με έχεις περάσει;» είπε εκείνος άχρωμα. Τον είχε θίξει; Η Λέξι εξεπλάγη που είχε ανθρώπινα συναισθήματα. Πίστευε ότι δεν τον αγγίζει κανείς και τίποτα.
«Συγγνώμη αλλά είναι λίγο ασαφή τα όρια όλου αυτού» ψιθύρισε. «Θέλω να είμαι ξεκάθαρη».
«Εντάξει» της είπε εκείνος. Βρισκόταν από πίσω της, και την είχε αγκαλιάσει με το ένα χέρι χαλαρά. Πώς ήταν δυνατόν να σκεφτεί καθαρά; «Τώρα που ήσουν ξεκάθαρη μπορούμε να κοιμηθούμε;» τη ρώτησε.
«Δε νυστάζω» του είπε με ειλικρίνεια.
«Εγώ πάλι ναι».
«Κοιμήσου. Δε θα σε ενοχλώ» του είπε. Καλύτερα. Της άρεσε να τον βλέπει να κοιμάται.
«Θα πας στον ανοιξιάτικο χορό του σχολείου;» τη ρώτησε μετά από λίγο. Η Λέξι αιφνιδιάστηκε. Νόμιζε ότι τον είχε πάρει ο ύπνος.
«Ετσι έλεγα» του είπε. «Η Τζιλ θα πάει με τον Πίτερ και εγώ με τον αδερφό της».
«Με τον Λάρι;» είπε ανεβάζοντας τον τόνο του. Έδειχνε παραξενεμένος, σχεδόν εκνευρισμένος.
«Ναι, γιατί; Τι έχει;» ετοιμάστηκε για πόλεμο η Λέξι.
«Ο Λάρι είναι στην τάξη μου. Είναι μεγαλύτερός σου!» της είπε. Η Λέξι γέλασε.
«Κι εσύ είσαι μεγαλύτερός μου» του θύμισε και για λίγο σίγησε. Δυστυχώς όχι για πολύ.
«Λέξι και Λάρι» είπε εύθυμα. «Εύηχο. Σκέφτομαι ήδη τα προσκλητήρια του γάμου σας. Δύο καλλιγραφικά Λ και μια καρδιά με ένα περιστέρι».
«Πολύ καλόγουστο» του είπε ήρεμα αλλά με ειρωνικό ύφος. Ο Λάρι είχε δεχτεί να τη συνοδεύσει επειδή του το ζήτησε η αδερφή του. Δεν υπήρχε κάτι ρομαντικό. Πώς θα μπορούσε άλλωστε;
«Μα σκέψου τα Λ δίπλα δίπλα» συνέχισε εκείνος να την πειράζει. «Μου έρχεται η επιθυμία να ζωγραφίσω ένα λογότυπο».
«Αν και όταν παντρευτώ» του είπε εκείνη ήρεμα «το προσκλητήριό μου θα γράφει το κανονικό μου όνομα, όχι το υποκοριστικό μου» του είπε. Εκείνος αναδεύτηκε λιγάκι πίσω της.
«Τι; Πώς σε λένε κανονικά;» ρώτησε με περιέργεια.
«Αλεξάνδρα» του είπε ήρεμα. Εκείνος δεν απάντησε. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα. Η Λέξι αναρωτιόταν τι να σκέφτεται.
«Πολύ όμορφο όνομα» της είπε απλά.
Η Λέξι έκλεισε τα μάτια στο σκοτάδι και προσευχήθηκε να της πει ότι της ταιριάζει, ή κάτι τέτοιο παρόμοιο. Να καταλάβει ότι τη θεωρούσε όμορφη ή κομψή. Κάτι καλό. Είχε ανάγκη από ένα κομπλιμέντο.
«Έτσι θα σε λέω» της ανακοίνωσε αποφασιστικά. «Το Λέξι είναι βλακεία».
«Μη λες βλακεία. Δε γίνεται να με αποκαλείς έτσι μόνο εσύ» του είπε.
«Γιατί όχι; Όταν είμαστε μόνοι».
«Σκοπεύεις να συνεχιστεί για πολύ όλο αυτό;» του είπε ξερά, τάχαμ ότι δεν ήθελε.
«Για όσο θες κι εσύ» της είπε εκείνος. Η Λέξι στριμώχθηκε στη γωνία. Τι μπορούσε να του απαντήσει σε αυτό; Ότι δε θέλει; Θα γελούσαν και οι τοίχοι. Αλλά έπρεπε να το παίξει αδιάφορη.
«Για όσο μείνω εδώ» του είπε με περηφάνεια.

«Μάλλον εγώ θα φύγω πρώτος» της είπε και μετά από λίγο βυθίστηκε σε γαλήνιο ύπνο. Εκείνος. Γιατί η Λέξι βυθίστηκε στην κόλαση.

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

κεφάλαιο 34-καφές ελληνικός και σμυρνέικα κουλούρια

34

«Μπέτι, ετοίμασε την αίθουσα συσκέψεων. Θα έρθουν οι Κίναν» είπε η Λέξι στη βοηθό της το επόμενο πρωί. Ο Νόα δεν είχε ξαναβγεί από το γραφείο του όλη μέρα και όταν εκείνη του χτύπησε για να τον ρωτήσει κάτι, της φώναξε να μην τον ενοχλεί.
«Γιατί; Τι έγινε;» τη ρώτησε η κοπέλα. Ευτυχώς οι εντολείς τους είχαν ησυχάσει λίγο τον τελευταίο καιρό. Αλλά όχι για πολύ από ό,τι φάνηκε. Πριν από λίγο έλαβε ένα τηλεφώνημα από τον κύριο Κίναν, κατά τη διάρκεια του οποίου έβγαλε το συμπέρασμα ότι θα κατέφθαναν σύντομα όλοι.
«Υποθέτω ότι συγκάλεσε ο Νόα τη συνάντηση. Πρέπει να τους ενημερώσουμε για μερικά πράγματα αλλά περίμενα να με ρωτήσει πρώτα. Τέλοσπάντων» είπε η Λέξι και ξεφύσηξε. «Το έργο προχωράει και κάθε μέρα που περνάει, πλησιάζουμε και στη λύση της συνεργασίας μας».
«Έχουμε καιρό ακόμα» είπε η Μπέτι, χαλώντας τις αυταπάτες της. «Βρείτε έναν τρόπο να επικοινωνείτε γιατί μου έχει πάρει τα αφτιά και ο ένας και ο άλλος έτσι όπως φωνάζετε».
«Συγγνώμη, Μπέτι» είπε στην κοπέλα με ειλικρίνεια. «Αλλά ο Νόα και εγώ είχαμε ανέκαθεν τεταμένη σχέση. Είναι κρίμα που οι δρόμοι μας συναντήθηκαν πάλι».
«Ίσως ήταν καρμικό» είπε η Μπέτι γελώντας.
«Μάλλον σατανικό ήταν» τη διόρθωσε η Λέξι χωρίς διάθεση για γέλια. Η Μπέτι σοβαρεύτηκε.
«Αντί να μαλακώνετε με τον καιρό εσείς χειροτερεύετε» της είπε. «Εσύ δε μιλιέσαι καν, και ο Νόα μόνο γρυλίζει. Ειδικά από χθες πού γύρισε. Τι του συνέβη; Ξέρεις;».
«Πέθανε ο πατέρας του» είπε η Λέξι άχρωμα. Η Μπέτι πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Μου φαίνεται λυπημένος αλλά δεν είπε τίποτα. Φαίνεται θα ήταν αγαπημένοι».
«Όχι ιδιαίτερα» διευκρίνισε η Λέξι. «Ο πατέρας του τα έφτιαξε με τη μητέρα μου σύντομα μετά το θάνατο της μητέρας του και δεν του το συγχώρεσε ποτέ. Στη συνέχεια ο πατέρας του αδιαφορούσε για εκείνον και μετά έπιασε το ποτό. Δε δεχόταν βοήθεια και έτσι…».
«Είχαν οικονομική άνεση;».
«Ναι. Και μεγάλη περιουσία αν δεν κάνω λάθος. Δεν ξέρω βέβαια τι από αυτά απέμεινε. Γιατί ρωτάς;».
«Τέτοιος κούκλος είναι κρίμα να είναι απένταρος» γέλασε η Μπέτι. Η Λέξι χαμογέλασε. Η βοηθός της λάτρευε την ακριβή ζωή, τα πολυτελή αυτοκίνητα και τα επώνυμα ρούχα.
«Μην ανησυχείς και πιστεύω ότι θα το έχει το κομπόδεμά του» είπε ανάλαφρα η Λέξι.

Η Μπέτι βγήκε από το γραφείο και για την επόμενη ώρα ετοίμασε την αίθουσα συσκέψεων και παρήγγειλε κέικ και καφέδες.
«Πόσοι θα έρθουν;» ρώτησε τον Νόα όταν τον είδε να στέκεται έξω από την πόρτα και να επιθεωρεί τις ετοιμασίες.
«Δεν ξέρω. Έστειλα μέιλ σε όλους» είπε ξερά. Παραδεχόταν λοιπόν ανοιχτά ότι το είχε οργανώσει αυτός; Δεν ντρεπόταν καθόλου ο άνθρωπος! Η Λέξι καθάρισε τη φωνή της και τράβηξε την προσοχή τους.
«Μήπως έπρεπε να με ρωτήσεις πρώτα;» τον ρώτησε εκείνη μπαίνοντας αμέσως στο ψητό.
«Γιατί; Θα μου έλεγες όχι;» την ειρωνεύτηκε και μπήκε στην αίθουσα. Ίσιωσε την κανάτα με το νερό και έβηξε. Είχε κρυώσει;
«Τα σχέδιά σου και τα δικά μου έχουν μερικές θεμελιώδεις διαφορές. Πρέπει να συζητήσουμε με τους Κίναν τις δύο προτάσεις. Όπως κάναμε με την κουζίνα».
«Αν το είχαμε συζητήσει πρώτα μεταξύ μας θα είχαμε κερδίσει χρόνο» του είπε. «Είναι αναποτελεσματικός ο τρόπος που δουλεύεις».
«Αναποτελεσματικό είναι να αργώ επειδή διορθώνω τα λάθη σου» της πέταξε και η Λέξι τσίριξε.
«Η τελευταία φορά που έκανα λάθος σε σχέδια ήταν στο α’ έτος».
«Μετά απλώς δεν ήσουν σε θέση να τα καταλάβεις».
«Δε σου επιτρέπω να μου μιλάς έτσι και ειδικά μπροστά στην Μπέτι» του είπε αυστηρά.
«Μην ανησυχείτε» γέλασε η Μπέτι. «Καλύτερα να τσακώνεστε παρά αυτή η ησυχία δύο μέρες τώρα». Η Λέξι σήκωσε τα μάτια στον ουρανό. Δεν έβγαζε άκρη.
«Και αυτή η βλακεία με τον κήπο και την περίφραξη πρέπει επιτέλους να διευθετηθεί» της είπε εκείνος αποφασιστικά. Η Λέξι σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. Ήξερε πού αναφερόταν.
«Η οικία Κίναν θα γίνει γραφεία του ιδρύματος. Δεν υπάρχει λόγος να υψώσουμε φράκτη λες και είναι κάστρο» του είπε.
«Όχι, θα αφήσουμε τους περαστικούς να έχουν ελεύθερη πρόσβαση. Θα δώσουμε στους νέους έναν ωραίο καμβά για γκράφιτι» ειρωνεύτηκε εκείνος.
«Δεν είπα αυτό. Είπα να διαμορφώσουμε τον κήπο έτσι ώστε να έχει ένα μικρό τοιχάκι από μάρμαρο γύρω γύρω διακοσμητικό. Θέλω να φαίνεται το σπίτι. Να δεσπόζει. Να περνάνε οι περαστικοί και να μην τρομάζουν από τον φράκτη. Να μπορούν να το βγάζουν φωτογραφίες. Θέλω εξωστρέφεια».
«Κι εγώ θέλω να έχει την είσοδο που του αρμόζει. Δεν είναι το μικρό σπίτι στο λιβάδι για να βάλουμε γκαζόν. Σιγά μη βάλουμε και πάπιες».
«Γιατί όχι;»
«Είσαι με τα καλά σου, Αλεξάνδρα;» της είπε και ένα κύμα ηλεκτρισμού διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά της και την άφησε ακίνητη, ανίκανη να αναπνεύσει σχεδόν.
«Μη με λες έτσι» του είπε κοφτά, αλλά εκείνος δεν έδειξε να επηρεάζεται. Δεν άντεχε να τον ακούει να τη λέει με αυτό το όνομα. Ανατρίχιασε ολόκληρη.
«Έτσι σε λένε».
«Λέξι με λένε».
«Θα σε λέω όπως θέλω».
«Κι εγώ θα σε φωνάζω χοντροκέφαλο».
Το γέλιο του την έκανε να χαμογελάσει. Γέλασε με την ψυχή του. Μόνο για λίγο όμως.
«Μου ταιριάζει όσο και σε εσένα το Αλεξάνδρα μάλλον» της είπε.
«Σου ταιριάζει γάντι» το επιβεβαίωσε εκείνη.
«Θα έρθουν οι Κίναν και θα μας πουν αν είμαι χοντροκέφαλος ή απλά οραματιστής» της είπε με ελάχιστη μετριοφροσύνη.
«Κόψε κάτι» του έκανε μια γκριμάτσα αλλά δεν έκαμψε τον εγωισμό του.
«Θα δεις τι θα πουν οι Κίναν» της είπε με σιγουριά.

Η Μπέτι μπήκε με το δίσκο, γεμάτο καφέδες και βουτήματα. Τους κοίταξε με ένα μείγμα ευθυμίας και αυστηρότητας πριν τους μιλήσει.

«Εντάξει; Τελειώσατε; Βάλτε μέσα τα νύχια σας, γιατί οι άνθρωποι χτύπησαν το κουδούνι».



Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

κεφάλαιο 33-φορτσάτος γύρισε ο Νόα

33

«Καλωσόρισες» είπε απλά η Λέξι δύο μέρες μετά. Τον είδε να μπαίνει συνοφρυωμένος στο γραφείο της και η καρδιά της πετάρισε λιγάκι.
«Καλημέρα» της είπε ξερά. «Δείξε μου λίγο τι ιδέες έχεις για την πρόσοψη». Η Λέξι τον κοίταξε παραξενεμένη. Δεν περίμενε να της δώσει αναφορά για το τι έγινε σπίτι του αλλά δεν περίμενε κιόλας τόση παγερότητα.
«Είσαι καλά; Φαίνεσαι λίγο…κομμένος» σχολίασε εκείνη. Είχε μαύρους κύκλους και φορούσε τζιν και αθλητικά, αντί για παντελόνι και πουκάμισο όπως συνήθως.
«Είμαι κουρασμένος από το ταξίδι. Και μετά βίας κατάφερα να ανοίξω όλα αυτά τα μέιλ που μου έστειλες» της πέταξε, σχεδόν εκνευρισμένος.
«Σκέφτηκα να σε ενημερώνω για κάθε απόφαση που έπαιρνα» του είπε εκείνη ήρεμα. Έκανε την καρέκλα της πίσω και τον παρατήρησε. Έδειχνε καταρρακωμένος.
«Είκοσι πέντε μέιλ!» τέντωσε τα χέρια του στον ουρανό, σαν ικεσία. «Και τι ακριβώς έλεγες; Τα ίδια και τα ίδια. Λες και δεν μπορείς να πάρεις μία απόφαση μόνη σου! Λες και με ένοιαζε τι χρώμα θα είχε ο τοίχος του χωλ. Αν είναι δυνατόν!».
«Νόα, ηρέμησε λιγάκι» προσπάθησε να τον διακόψει αλλά μάταια.
«Δεν έβλεπες ότι δεν απαντούσα; Ήταν προφανές ότι δεν άνοιγα τα μέιλ μου».
«Από πού; Πώς να το ήξερα;»
«Αν τα είχα δει θα είχα απαντήσει».
«Γιατί τόσα νεύρα; Εγώ σέβομαι τη γνώμη σου και δεν ήθελα να πάρω αποφάσεις χωρίς εσένα».
«Αυτό ή απλώς δεν έχεις εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου;»
«Είμαι απόλυτα ικανή να εκτελέσω το έργο και μόνη μου. Για μένα έχεις ρόλο επικουρικό. Δεν σε έχω ανάγκη. Αλλά εφόσον είμαστε συνεργάτες θέλω να σε ενημερώνω για κάθε βήμα».
«Απόλυτα ικανή» της είπε περιπαικτικά. «Θέλω να δω τι πρόοδο έχεις κάνει τόσες μέρες» της πέταξε, στάζοντας φαρμάκι. Το βλέμμα του ήταν σκοτεινό. Της θύμισε τον Νόα των εφηβικών της χρόνων. Την κοιτούσε όπως τότε. Λες και ήθελε να την σβήσει από μπροστά του. Ο νέος εαυτός του, ο κουλ και επικοινωνιακός Νόα, είχε εξαφανιστεί. Οι μάσκες είχαν πέσει. Αλλά τον ήξερε καλά. Όπως και τότε, και τώρα είχε κάτι να κρύβει.
«Νόα, τι συμβαίνει;» τον ρώτησε απλά και σηκώθηκε από την καρέκλα της. Ισιωσε νευρικά το φόρεμά της και τον πλησίασε. Στάθηκε μπροστά από το γραφείο της, λίγο πιο κοντά του, και τον κοίταξε.
Εκείνος ταλαντεύτηκε λιγάκι. Έτριψε το σαγόνι του και έκανε να πει κάτι αλλά δεν το έκανε. Πήρε μια ανάσα και έκλεισε τα μάτια του.
«Πες μου» τον παρότρυνε εκείνη.
«Έλειψα τόσες μέρες» είπε εκείνος με σφιγμένα χείλη. «Μου έστειλες τόσα μέιλ και δε σκέφτηκες να σηκώσεις το ρημάδι το χέρι σου να με πάρεις ένα τηλέφωνο να δεις τι μου συνέβη;». Η Λέξι έσμιξε τα φρύδια μπερδεμένη. Ο Νόα ήταν αυτός μπροστά της; Αναρωτιόταν αν ήταν πάντα τόσο ευαίσθητος και απλά εκείνη δεν το είχε προσέξει.
«Σεβάστηκα την ιδιωτικότητά σου» του είπε. Ο Μπιλ θα γελούσε τώρα μαζί της. Σίγουρα. Της είχε πει εκατό φορές να τον πάρει αλλά η Λέξιδ δεν βρήκε ποτέ τη δύναμη. Δεν είχε σεβαστεί την ιδιωτικότητά του. Απλά φοβόταν.
«Ο πατέρας μου» της είπε μετά από μια παύση. «Εφυγε».

Η Λέξι σκέφτηκε να πει «λυπάμαι» αλλά δεν της βγήκε. Κι ας το προσπάθησε. Απλώς τον κοιτούσε. Έδειχνε λυπημένος.
«Δεν είναι ότι δεν το περίμενα. Η υγεία του ήταν βεβαρημένη. Αλλά είναι σοκαριστικό να συνειδητοποιείς ότι είσαι μόνος σου στον κόσμο» της είπε. Η Λέξι έγνεψε.
«Εγώ ανακουφίστηκα όταν έμεινα μόνη στον κόσμο» του είπε γρήγορα, χωρίς να σκεφτεί καλά καλά τι έλεγε. Την κοίταξε παραξενεμένος. «Η μητέρα μου με έσερνε στον πάτο μαζί της. Δε χάρηκα που πέθανε. Όχι. Αλλά συνειδητοποίησα ότι η μοναξιά είναι καλή παρέα».
«Γι’ αυτό δε με πήρες ούτε ένα τηλέφωνο; Διάολε, έμενες στο σπίτι μας ένα χρόνο! Τόσο αχάριστη είσαι;» φώναξε εκείνος ξαφνικά. Η Λέξι έκανε ένα βήμα πίσω από το σοκ.
«Νόα, δεν έχω κάτι για να απολογηθώ. Κι εσύ δεν έδειξες μεγάλη ευαισθησία όταν σκοτώθηκε η μητέρα μου».
«Έλειπα. Και αν θυμάσαι καλά, είχες κάψει το σπίτι μου. Δεν είχα και πολλή όρεξη να δω τα μούτρα σου» της είπε σκληρά.
«Και τώρα; Σου πέρασε;» τον ειρωνεύτηκε. «Τώρα με βλέπεις κάθε μέρα».
«Τι κάθομαι και μιλάω μαζί σου; Είσαι τελείως ανώριμη» της είπε εκείνος αγανακτισμένος.
«Ενώ εσύ είσαι μια χαρά» του είπε η Λέξι με το χέρι στη μέση. «Και συλλυπητήρια για τον πατέρα σου και συγγνώμη αν δε σε πήρα τηλέφωνο αλλά δεν ήξερα ότι έχουμε τέτοια σχέση!» είπε με ύφος.
«Λέγεται ανθρώπινο ενδιαφέρον. Εσύ μάλλον δεν είσαι άνθρωπος όμως».
«Δεν έχω όρεξη να τσακωθώ μαζί σου» του είπε τελικά. «Κάτσε δες τα μέιλ ή μην τα δεις και καθόλου. Είναι πράγματα που δεν ξέρεις και καλύτερα να μείνει έτσι».
«Τι δεν ξέρω;»
«Τίποτα. Άσε με στη ησυχία μου».
«Τι δεν ξέρω;» επέμεινε εκείνος. Πιο άγρια αυτή τη φορά.
«Ασε με ήσυχη» επανέλαβε κι εκείνη.
«Μπλοφάρεις» την προκάλεσε. «Αλλά δεν τσιμπάω. Είσαι απλά αχάριστη».
«Και πυρομανής» του είπε ξερά. Εκείνος ρουθούνισε.
«Και αυτό».
«Και καταχράστηκα και την φιλοξενία σας» του είπε, χαμογελώντας. «Και ευθύνομαι και την τρύπα του όζοντος» συνέχισε ακάθεκτη. Εκείνος δε μιλούσε.

«Φύγε από το γραφείο μου τώρα» του είπε και κάθισε ξανά στην καρέκλα της. Στράφηκε στην οθόνη του υπολογιστή της. «Η πέτρα του σκανδάλου θέλει να δουλέψει».