Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 31-Δύο Bud και γρήγορα.

31

Η Μπέτι έφυγε κατά τις εφτά το απόγευμα από το γραφείο και η Λέξι έμεινε μόνη της. Οχι για πολύ όμως. Ο Μπιλ πέρασε να την πάρει στις οκτώ, όπως είχαν κανονίσει.
«Πού θα πάμε, κορίτσι;» τη ρώτησε και τη φίλησε στο μάγουλο βάζοντας ταχύτητα στο αμάξι του.
«Όπου θες» του είπε εκείνη. Ένιωθε κουρασμένη. Ο Νόα έλειπε τέσσερις μέρες και είχαν πέσει όλα στις πλάτες της. Του έστελνε μέιλ με ό,τι αλλαγές είχε κάνει στα σχέδια, αλλά αυτός δεν απαντούσε. Υπέθετε ότι θα είχε πεθάνει ο πατέρας του αλλά όσες φορές κι αν είχε αποπειραθεί να τον καλέσει, το έκλεισε πριν καν χτυπήσει.
«Τι έχεις πάλι;»τη ρώτησε ο φίλος της μετά από μερικά λεπτά σιωπής. «Τρίβεις τους κροτάφους σου. Πονάς;»
«Όχι» του είπε ήρεμα, αν και δεν ίσχυε. Είχε φοβερό πονοκέφαλο. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί αλλά η συμβολή του Νόα στο πρότζεκτ ήταν σημαντική. Ο τρόπος που διαχειριζόταν τις δυσκολίες την ανακούφιζε. Μπορεί να μη συμφωνούσε πάντα με τις αισθητικές επιλογές του αλλά σχεδόν πάντα την έβγαζε από τη δύσκολη θέση όταν δεν μπορούσε να αποφασίσει κάτι. «Απλώς δουλεύω σχεδόν 11 ώρες χωρίς διάλειμμα σήμερα».
«Τι έγινε τελικά με τη συγκατοίκηση;» τη ρώτησε με περιέργεια. Δεν είχαν προλάβει να τα πουν.
«Καλά υποθέτω» του είπε. «Ο Νόα έφυγε λίγο νωρίς λόγω μιας οικογενειακής υποχρέωσης. Οι Κίναν φυσικά με αποδέσμευσαν κι εμένα πιο νωρίς. Ήταν θεότρελη εμπειρία αλλά νομίζω ότι κάτι μάθαμε και οι δύο» συμπλήρωσε.
«Σαν τι;» γέλασε και την κοίταξε, αλλά αμέσως έστρεψε την προσοχή του στο δρόμο. Η Λέξι ήξερε πού πήγαιναν. Στην μπυραρία κοντά στο σπίτι του.
«Το σπίτι έχει μια συγκεκριμένη αύρα. Δεν μπορώ να σου το εξηγήσω. Ίσως είναι ο τρόπος που μπαίνει το φως από τα παράθυρα ή και ο αέρας εκεί μέσα. Θέλω να διατηρήσουμε μερικά πράγματα. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το ύφος του. Η κουζίνα συμφωνήσαμε να μείνει ως έχει, αλλά θα μετατρέψουμε δύο υπνοδωμάτια από τα εφτά σε βοηθητικούς χώρους και ίσως χωρίσουμε το μεγάλο σαλόνι σε βιβλιοθήκη και καθιστικό. Ο Νόα δείχνει ελαστικός» του είπε.
«Με την εξωτερική διαμόρφωση τι θα κάνετε; Μήπως να το συζητήσετε κι αυτό τώρα που είναι ελαστικός;» επανέλαβε τον χαρακτηρισμό γελώντας. Η Λέξι χαμογέλασε.
«Πιστεύω ότι η διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου και η πρόσοψη θα μας στείλουν στο ψυχιατρείο ή στη φυλακή. Οπότε σιγά σιγά. Ας γυρίσει με το καλό και βλέπουμε».
«Ξέρεις τι έχει συμβεί;».
«Μάλλον πέθανε ο πατέρας του».
«Και το λες έτσι ψυχρά;» την κοίταξε παραξενεμένος. «Πατριός σου δεν ήταν;»
«Τυπικά όχι. Δεν παντρεύτηκε τη μητέρα μου» του είπε εκείνη προσπαθώντας τεχνηέντως να αλλάξει θέμα. Δεν έπιασε όμως.
«Ήταν σπαστικός σαν το γιο του;» τη ρώτησε.
«Ναι, ναι» είπε η Λέξι. «Αυστηρός και τέτοια». Άλλαξε το σταθμό και έβαλε επίτηδες μουσική που ήξερε ότι θα τον προκαλέσει, μήπως και ξεχαστεί.
«Τι βλακεία έβαλες;» έπεσε εκείνος στην παγίδα.
«Δεν ξέρεις τι λες» του είπε ζεστά. «Είναι φοβερή μπαλάντα». Ο Μπιλ δεν επέμεινε. Ήταν πολύ ευγενικός και υποχωρητικός μαζί της. Τη λάτρευε αλλά κι εκείνη το ίδιο.

Κάθισαν στο μπαρ και παρήγγειλαν μπίρες και μια ποικιλία με κρέας. Έφαγαν με όρεξη αλλά η Λέξι δεν ήπιε πολύ γιατί σκόπευε να πάρει ένα παυσίπονο πριν κοιμηθεί.
«Λέξι μου, γιατί κοιτάς συνεχώς την οθόνη του κινητού σου;» διέκοψε τις σκέψεις της ο φίλος της. Τον κοίταξε ντροπαλά, λες και την έπιασε με το δάχτυλο στο βάζο με το γλυκό. «Αν θες να του τηλεφωνήσεις, γιατί δεν το κάνεις;» την παρότρυνε. Η Λέξι κοκάλωσε. Ο Μπιλ δεν την είχε συνηθίσει σε διορατικές παρατηρήσεις και βαθιές συζητήσεις. Ήταν πανέξυπνος, φυσικά, αλλά μάλλον από διακριτικότητα, σπάνια αναφερόταν στα προσωπικά της και στο οικογενειακό παρελθόν της γιατί είχε νιώσει ότι κάτι προσπαθούσε να του κρύψει. Αλλά αυτό το σχόλιο την έκανε να καταλάβει ότι οι όμορφες μέρες όπου μπορούσε να φοράει το προσωπείο της χαρούμενης είχαν τελειώσει…
«Δεν ξέρεις τι λες» του είπε. Εκείνος ήπιε μια γερή γουλιά και άδειασε την μπίρα του λες και έπαιρνε δύναμη.
«Ξέρω τι λέω. Και νομίζω ότι είναι καιρός να σταματήσεις να κρύβεσαι κι από μένα και από τον εαυτό σου τον ίδιο. Πες μου» είπε επιτακτικά.
«Δεν έχω να σου πω κάτι».
«Πες μου» επέμεινε εκείνος σχεδόν αυστηρά. «Γιατί δεν τον παίρνεις τηλέφωνο; Γιατί φοβάσαι να δείξεις ότι ενδιαφέρεσαι;».
«Δε φοβάμαι. Απλώς δε με νοιάζει» του είπε αδύναμα. Ποιον κορόιδευε;
«Λέξι, τον έχω δει. Θυμάσαι;» της χαμογέλασε σατανικά. Η Λέξι δεν κρατήθηκε. Χαμογέλασε κι αυτή. «Ο άνθρωπος είναι…αλλού. Θες να μου πεις ότι δεν υπάρχει τίποτα; Ότι δεν υπήρξε ποτέ;». Η Λέξι κατέβασε απλά το κεφάλι. Δεν είχε τι να του πει.
«Απλώς μου άρεσε όταν ήμασταν μικρά. Τίποτα περισσότερο». Έπρεπε να του δώσει κάτι, αλλιώς θα τη σταύρωνε. Δε θα έκανε πίσω.
«Και τώρα; Το ξεπέρασες;» είπε εκείνος και έσφιξε το ποτήρι του στο χέρι του νευρικά. «Τι διάολο; Περιφέρεται μπροστά σου με αυτά τα στενά τζιν και τα φοβερά πουκάμισα και τολμάς να λες ότι δεν ενδιαφέρεσαι; Ο άνθρωπος έχει τα πιο όμορφα μάτια που έχω δει και το πρόσωπό του αξίζει να το ζωγραφίσει κάποιος. Χαζεύεις όταν τον κοιτάς. Μην το παίζεις αδιάφορη».
«Είσαι τόσο γκέι μερικές φορές» τον τσίμπησε στο μπράτσο, αλλά ο αντιπερισπασμός δεν έπιασε.
«Πάντα είμαι γκέι. Και το ωραίο είναι ωραίο. Ο άνθρωπος είναι κόλαση. Γιατί λοιπόν να μην το προσέξω; Και γιατί να μην το προσέξεις κι εσύ;».
«Έχει αφόρητο χαρακτήρα» είπε η Λέξι και αυτή τη φορά έλεγε αλήθεια.
«Ελα μωρέ! Κι αυτός το ίδιο θα λέει για σένα, αλλά είσαι γλυκύτατη» της είπε, αλλά πριν προλάβει να του χαμογελάσει την ξέρανε. «Με μένα και την Μπέτι».
«Δε με ενδιαφέρει να είμαι αρεστή».
«Ούτε και σε αυτόν φαντάζομαι».
«Μα τι κάνεις τώρα; Προξενιό; Τι σε μέλλει αν μου αρέσει ή όχι;» τον ρώτησε ξαναμμένη.
«Δε με μέλλει. Το θεωρώ δεδομένο ότι σου αρέσει. Απλώς με προβληματίζει για ποιο λόγο αντιστέκεσαι τόσο».
«Δεν αντιστέκομαι σε τίποτα. Άσε με ήσυχη».
«Έχεις μήνυμα» της είπε και η Λέξι άρπαξε το κινητό με τόση φόρα που κόντεψε να ρίξει το ποτήρι της. «Πλάκα σου κάνω» της είπε ο Μπιλ θριαμβευτικά.
Η Λέξι του έβγαλε γλώσσα. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Δεν την πείραζε που είχε δίκιο ο φίλος της. Την πείραζε που ήθελε να πάρει τηλέφωνο τον Νόα και να ακούσει τη φωνή του.
«Αν σε κεράσω μια μπίρα, έχει ο κακομοίρης καμία ελπίδα να τον πάρεις;» τη ρώτησε ο Μπιλ, σχεδόν θλιμμένος. Η Λέξι τον κοίταξε. Δεν ήταν σκληρή. Όχι. Ήξερε πολύ καλά γιατί αντιστεκόταν σε μια έλξη που την είχε σκοτώσει ήδη μια φορά.
«Καμία ελπίδα» του είπε και κούνησε το κεφάλι της. «Με όλο το αλκοόλ του κόσμου, εγώ δεν ξαναμπλέκω μαζί του».
«Μίλα μου» της είπε απλά ο φίλος της. Η Λέξι δεν άντεχε άλλη μάχη. Και του μίλησε.


1 σχόλιο: