Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 29-μικράκι

29

«Κράτα το φακό» είπε ο Νόα λίγο πριν κάνουν το πρώτο βήμα μέσα στο υπόγειο. Περπατούσε εκείνος μπροστά για να την προστατεύει, αλλά χρειαζόταν τα χέρια του για να ψηλαφεί το χώρο. Η ατμόσφαιρα ήταν πυκνή και η υγρασία σε έκανε να ανατριχιάζεις. Ο μόνος φακός που είχαν βρει στο πάνω σπίτι ήταν σχετικά μικρός και δε φώτιζε καλά τον τεράστιο χώρο.
«Μάλιστα» είπε εκείνη απρόθυμα. Είχε αντισταθεί στο να κατέβει αλλά τελικά δέχτηκε. Ήθελε πολύ να δει τι υπήρχε εκεί αλλά την προβλημάτιζε…η παρέα.

Προχώρησαν μέσα στο πυκνό σκοτάδι με μόνο βοήθημα την ισχνή δέσμη φωτός που έβγαζε ο φακός. Τριγύρω τους υπήρχαν ογκώδη αντικείμενα καλυμμένα με σελοφάν και σεντόνια. Ο Νόα κοίταξε μερικά.
«Έπιπλα» της είπε και της έδειξε ένα απίθανο σκαλιστό τραπέζι και μια κουνιστή πολυθρόνα.
«Πανέμορφο» σχολίασε η Λέξι για το τραπέζι, μαγεμένη από τη λεπτομέρεια. Σκέφτηκε ήδη ένα χώρο όπου θα ταίριαζε αλλά δεν του είπε τίποτα. Σίγουρα θα της έφερνε αντίρρηση.

Συνέχισαν να περπατάνε στο χώρο πλάι πλάι για να μοιράζονται το φως του φακού. Η Λέξι άνοιξε ένα κουτί προσεκτικά. Ήταν γεμάτο παλιές φωτογραφίες.
«Κλότσα πρώτα» της είπε εκείνος αυστηρά. «Αν υπάρχει κανένα ποντίκι, να πεταχτεί έξω».
«Σταμάτα να με τρομάζεις!» του είπε εκείνη αλλά σημείωσε νοερά αυτό που της είπε. Είχε πολύ δίκιο.

Χάζεψε λίγο τις φωτογραφίες. Ήταν από διάφορες εποχές. Κάποιες ήταν ασπρόμαυρες αλλά υπήρχαν και λίγες ξεθωριασμένες έγχρωμες.
«Δες τη Λινέτ μικρή!» του έδειξε. Εκείνος έριξε μια αδιάφορη ματιά. «Είναι όμορφη. Μοιάζει με τη Λίσα εδώ» του είπε, αλλά εκείνος δεν απάντησε. Περίμενε να ρίξει έστω μια δεύτερη ματιά όταν άκουσε το όνομα της Λίσα, αλλά δεν το έκανε.
Έκλεισε το κουτί και τον ακολούθησε. Το βλέμμα του τράβηξε ένα πιάνο.
«Αυτό θα ανέβει πάνω» είπε κοφτά.
«Δουλεύει;» τον ρώτησε εκείνη.
«Όλα φτιάχνονται» είπε εκείνος αποφασιστικά.
«Όχι και όλα» μουρμούρισε η Λέξι. Την κοίταξε φευγαλέα αλλά δε σχολίασε τίποτα.

Στην άλλη άκρη του υπογείου, στο πιο απομακρυσμένο σημείο από την πόρτα, βρισκόταν ένα σεντούκι. Ευτυχώς δεν είχε κλειδαριά. Ο Νόα πήγε να το ανοίξει αλλά η Λέξι τον έσπρωξε. Επιδεικτικά κλότσησε το σεντούκι μπροστά του.
«Μην το ξεχνάς» του είπε ειρωνικά. Εκείνος ξεφύσησε αποδοκιμαστικά.
«Εξυπνάδες» της είπε μόνο.

Έψαξαν το περιεχόμενο με περιέργεια μικρών παιδιών.
«Αυτό που κάνουμε δεν είναι σωστό» είπε η Λέξι γεμάτη ενοχές.
«Νιώθουμε την ενέργεια του χώρου» απάντησε ο Νόα περιπαικτικά.
«Μου αρέσει που βρίσκεις πάντα δικαιολογία σε όλα» είπε εκείνη απλά. «Μου αρέσει που ντύνεις τις παρανομίες με μια ωραία διακόσμηση».
«Εμένα μου αρέσει που με κρίνεις την ίδια στιγμή που ανυπομονείς να ψάξουμε πιο βαθιά» της είπε. Η Λέξι ανατρίχιασε με την ευθύτητά του. Είχε δίκιο.
«Είσαι αφόρητος» του είπε.
«Κράτα τον φακό» τη διέταξε και της τον έδωσε ξανά. Τον είχε πάρει κάπου στη μέση της αναζήτησης.

Σήκωσε τα μανίκια του και έψαξε πιο βαθιά στο σεντούκι. Η Λέξι παρατήρησε τα χέρια του. Τα τατουάζ του ήταν εκεί που τα είχε αφήσει. Ένα μάτι στον πήχυ του, ένα παράξενο σχέδιο στις φλέβες του αριστερού καρπού. Άραγε είχε προσθέσει άλλα;
«Τι ακριβώς ψάχνεις;» του είπε τελικά. «Δείχνεις πολύ παθιασμένος».
«Αυτό είναι το modus operandi μου. ‘Η πάθος ή τίποτα» της είπε και της έκλεισε το μάτι. Η Λέξι δεν απάντησε. Κάποτε νόμιζε ότι είχε νιώσει κάτι από αυτό, αλλά αν έκρινε από τον καινούργιο Νόα, δεν είχε πάρει τίποτα δικό του.
Η Λέξι έχωσε κι αυτή τα χέρια της μέσα στα αντικείμενα, χαζεύοντας μερικές πορσελάνινες κούκλες και ένα παλιό ρολόι.
«Δεν έχει ράβδους χρυσού» είπε εκείνος τάχαμ απογοητευμένος.
Η Λέξι γέλασε λιγάκι.
«Εχουμε μια ευκαιρία ακόμα» του είπε, δείχνοντας ένα κουτί μέσα στο σεντούκι, δεμένο με μια κόκκινη κορδέλα. Ο Νόα το πήρε στα χέρια του και το άνοιξε. Ήταν γεμάτο κιτρινισμένους φακέλους. Γράμματα. Γράμματα. Ατελείωτα γράμματα. Γράμματα εραστών από ο,τι έδειχναν οι δυο τρεις γραμμές που διάβασαν.
«Δεν έχεις περιέργεια;» τον παρότρυνε, όταν τον είδε να ξαναβάζει τα γράμματα στο κουτί.
«Όχι» της είπε αυστηρά, σχεδόν θυμωμένος. Το πρόσωπό του είχε αλλοιωθεί από κάτι. Μια καταιγίδα είχε ξεσπάσει στα μάτια του. Πώς άλλαξε τόσο πολύ και τόσο γρήγορα;  «Κάποια μυστικά καλά θα κάνουν να μείνουν θαμμένα» της είπε και έκλεισε με φόρα το σεντούκι..


1 σχόλιο:

  1. Θελω πολυ να μαθω τι γραφουν τα γραμματα και ποιο ειναι το μυστικο τους
    Καλλιοπη

    ΑπάντησηΔιαγραφή