Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 28-Μινι μάους

28
«Ε εντάξει, τώρα το παράκανες» είπε ο Νόα μπουκάροντας στο δωμάτιό της το επόμενο πρωί, σχετικά αργά. Η Λέξι δεν είχε ακουμπήσει την σούπα που της είχε αφήσει στο κομοδίνο της το προηγούμενο βράδυ. Έκανε τάχαμ ότι κοιμόταν αλλά τον άκουσε. Τον ένιωσε όταν τη σκέπασε, κι ας μην έκανε κρύο. Η κίνηση αυτή της θύμισε πολλά. Τόσο πολλά που όταν βγήκε από το δωμάτιο έβαλε τα κλάματα.
«Τι θες; Βγες έξω» τον διέταξε η Λέξι, αλλά εκείνος ούτε καν ανοιγόκλεισε τα μάτια του.
«Σκοπεύεις να μείνεις εδώ μέσα μέχρι μεθαύριο το βράδυ;» τη ρώτησε. Η Λέξι βόγκηξε. Μέχρι μεθαύριο βράδυ, θυμήθηκε. «Δεν έφαγες. Γιατί;» τη ρώτησε, κοιτώντας το γεμάτο μπολ. Η Λέξι ήθελε να του ουρλιάξει ότι το στομάχι της ήταν κόμπος μετά από όλα όσα του είχε πει. Όσα του είχε εκμυστηρευτεί πάνω στα νεύρα της. Ήθελε να του πει κι άλλα, να τα βγάλει επιτέλους από μέσα της μήπως και ηρεμούσε κάποια στιγμή και συνέχιζε τη ζωή της. Να του εξηγήσει τι είχε συμβεί το βράδυ της φωτιάς, πώς ένιωσε όταν ξύπνησε και εκείνος είχε φύγει, να του πει ότι δεν είχε καταλάβει τίποτα από αυτά που ένιωθε για εκείνον. Ένα σωρό πράγματα. Μόνο που ντρεπόταν. Όπως τότε, όταν τον έβλεπε να περπατάει στο σχολείο λες και του ανήκε όλη η γη και προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή του.
«Δεν πεινάω» του είπε και το εννοούσε.
«Κατέβα να κάνουμε μια βόλτα στο χώρο. Να δούμε μερικά πράγματα. Μην κάνεις σαν παιδί» της είπε ήρεμα. Η Λέξι τον κοίταξε προσεκτικά. Είχε φορέσει ένα μαύρο τζιν και καρώ πουκάμισο, αλλά ήταν ξυπόλυτος. Είχε χρόνια να δει τα πόδια του. Για άντρας, είχε πολύ καλοσχηματισμένα δάχτυλα. Όλα πάνω του ήταν όμορφα και αρμονικά. Εκείνος έκατσε στο κρεβάτι της, δίπλα της. Η Λέξι ανακάθισε.
«Κάνε εσύ και πες μου τι είδες» είπε ειρωνικά.
«Γιατί κάνεις έτσι;» θύμωσε εκείνος απότομα. «Τι θες; Παρακάλια;» ύψωσε τον τόνο της φωνής του. Ο Νόα σπάνια φώναζε, αλλά όταν το έκανε ήξερες ότι ήταν έξαλλος. «Ηρθαμε να κάνουμε μια δουλειά, όχι να μιλάμε για το παρελθόν. Σου είπα!» τόνισε «ότι δε θα αναφέρω αυτό που μου είπες ποτέ ξανά. Δεν το πιστεύω. Οπότε σήκω από το κρεβάτι και σταμάτα να κρύβεσαι!».
«Δεν κρύβομαι. Πώς τολμάς;» επιχείρησε να πει η Λέξι αλλά τη διέκοψε πάλι.
«Ντύσου και πάμε κάτω. Ανακάλυψα μια μικρή πόρτα που κατεβάζει στο υπόγειο. Αναρωτιέμαι τι να έχει» είπε με ενθουσιασμό. Η Λέξι ανυπομονούσε να εξερευνήσει το σπίτι. Ήταν ένα αρχιτεκτονικό διαμάντι. Αλλά όχι μαζί του. Τον έτρεμε. Την έκανε να νιώθει τελείως απροστάτευτη.
«Θα κατέβω» είπε απλά και εκείνος εξαφανίστηκε από το δωμάτιο.

Σε μισή ώρα και αφού είχε κάνει ένα ντους με χλιαρό νερό γιατί οι σωληνώσεις είχαν ένα πρόβλημα, κατέβηκε στον κάτω όροφο όπου τον βρήκε να την περιμένει διαβάζοντας εφημερίδα.
«Βγήκες έξω;» τον ρώτησε έκπληκτη.
«Δεν είμαστε φυλακισμένοι. Σου πήρα μερικά περιοδικά» της είπε και της έδειξε μερικά πάνω στο τραπεζάκι. Είχε διαλέξει ένα περιοδικό μόδας, ένα διακόσμησης και ένα με πολιτική. Μπράβο, σκέφτηκε από μέσα της. Νόα-φαλλοκρατισμός 2-0.
«Ευχαριστώ» μουρμούρισε απλά και έφαγε δύο μπισκότα από μια πιατέλα. Ένα φλιτζάνι καφέ μετά και εκείνος την κοιτούσε με ανυπομονησία.
«Πάμε στο υπόγειο;» έτριψε τα χέρια του.
«Κι αν έχει κανα ποντίκι; Άσε με! Πήγαινε εσύ!» του είπε.
 Την κοίταξε για λίγο σκεπτικός.
«Εσύ δε φοβόσουν τα ποντίκια» της είπε απλά. Διάολε, είχε ξεχάσει τίποτα;
«Άλλο τότε, άλλο τώρα» του είπε ειρωνικά.
«Ας το ελπίσουμε» είπε όλο υπονοούμενο. Η Λέξι κατάπιε τη γλώσσα της. Της έλεγε ότι ήλπιζε ότι δεν τον αγαπούσε ακόμα; Μα αυτός είχε πει ότι δεν την πίστεψε. Τι μπέρδεμα.
«Νόα, δε θέλω να περνάμε χρόνο μαζί» του είπε τελικά. Ήταν αλήθεια και ψέμα μαζί.
«Δε νιώθω άνετα. Μου είναι αφόρητο να συνεργαζόμαστε στενά. Σκέφτομαι όλα όσα έχουν γίνει και…σκάω!».
«Κι εγώ νιώθω εξίσου άσχημα αλλά κάνω τη δουλειά μου και το ίδιο απαιτώ και από σένα. Πρέπει να δείξεις επαγγελματισμό. Αυτή τη στιγμή δεν είμαστε δύο πρώην συγκάτοικοι, αλλά δύο επαγγελματίες» της θύμισε. Ώστε έτσι, σκέφτηκε η Λέξι. Πρώην συγκάτοικοι.
«Ε τότε πήγαινε εσύ στο υπόγειο και εγώ πάω στη σοφίτα» του είπε. «Ας μη χάνουμε χρόνο». Συμπλήρωσε μελιστάλαχτα. «Δεν είναι ανάγκη να πηγαίνουμε μαζί παντού».
Τον είδε ότι κόμπιασε και το ευχαριστήθηκε. Αλλά δεν κράτησε πολύ.
«Είναι σημαντικό να το δούμε μαζί το σπίτι, όχι χώρια. Θα μας κάνει καλό μια δραστηριότητα συλλογική».
«Είμαι σίγουρη ότι απλώς θέλεις να κάνεις τον καλό στους Κίναν» τον προκάλεσε.
«Αυτό το λέει η μελλοντική ερωμένη ενός γηραιού μέλους;» απάντησε εκείνος χαιρέκακα.
«Αυτό με ρωτάει ο νυν εραστής ενός νεαρού μέλους;» απάντησε εκείνη εξίσου σκληρά. Πώς είχε φτάσει εδώ η συζήτηση;
«Τι;» είπε εκείνος εκνευρισμένος και την πλησίασε. Όχι πολύ. Μόνο ένα βήμα αλλά η Λέξι ένιωσε να πνίγεται. «Τι είπες;» τη ρώτησε βραχνά. «Υπονόησες ότι εγώ…ότι τώρα…».
«Έχω μάτια και βλέπω. Όλο στο σπίτι σου είναι. Και είναι νέα και όμορφη. Άσε που θα ανεβάσεις τις μετοχές σου στην οικογένεια. Κίνηση ρουά ματ» του είπε σκληρά. Την κοίταξε λίγο. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα όπου τα μάτια του σκούρυναν επικίνδυνα.
«Νιώθω την επιθυμία να σε χαστουκίσω» είπε εκείνος τρίβοντας τις παλάμες του. Η Λέξι δε φοβήθηκε καθόλου όμως.
«Μην ανησυχείς. Δε θα πω στην οικογένεια ότι η μικρή μπαινοβγαίνει στο γραφείο και στο σπίτι σου» του είπε.
«Δεν έχεις ιδέα τι λες. Κόφτο, πριν θυμώσω».
«Δε σε φοβάμαι, Νοα» του είπε και χαμογέλασε με θράσος. «Μπορείς να κοιμηθείς ακόμα και με τον Ομπάμα. Και πάλι δε θα σε φοβηθώ».
«Με τον Ομπάμα;» τη ρώτησε εύθυμα. Συνέχισε να βράζει όμως.
«Δεν ξέρω πού μπορείς να φτάσεις για λίγη ανέλιξη».
«Δε χρειάζομαι βοήθεια για να ανελιχθώ».
«Τότε τι; Τη θες μόνο για σεξ;» τον ρώτησε, χωρίς να θέλει να ακούσει την απάντηση.
«Μπορεί» χαμογέλασε εκείνος. «Μπορεί να τη θέλω μόνο για σεξ» της είπε και έκανε άλλο ένα βήμα μπροστά. «Ζηλεύεις;» τη ρώτησε. Η Λέξι δεν κατάφερε να πάρει ανάσα όσο κι αν προσπάθησε. Την είχε γραπώσει. Τελείως.
«Εσένα ή αυτή;» ρώτησε η Λέξι στάζοντας αδιαφορία. Επιφανειακά τουλάχιστον.
«Εμένα» της είπε και πλησίασε κι άλλο λίγο. Τώρα μύριζε σχεδόν το λαιμό του. Ήταν πολύ κοντά της. Πολύ κοντά για να μπορεί να σκεφτεί λογικά και να εκφέρει λόγο.
«Είσαι τρελός» τον κατηγόρησε. Εκείνος γέλασε.
«Το ξέρω» της είπε και σοβάρεψε ξαφνικά, λες και τον είχε χτυπήσει το ρεύμα. «Το ξέρω ότι είμαι τρελός» επανέλαβε αργά, λες και πονούσε.


3 σχόλια: