Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 27-στο κεφάλι του Νόα. Το πάνω.

27

Ηρέμησε, Νόα. Ηρέμησε. Παίζει με το μυαλό σου. Ποιος ξέρει τι βρώμικο σχέδιο έχει σκαρφιστεί. Σού πέταξε τη βόμβα και σε άφησε να βουρλίζεσαι. Όχι, μην υποκύπτεις. Κλασική γυναικεία τακτική. Έχεις γνωρίσει αρκετές γυναίκες για να ξέρεις πότε σε χειραγωγούν.

Αποκλείεται να είναι αλήθεια αυτό που είπε. Είχα καταλάβει ότι ήταν τσιμπημένη. Εντάξει. Αυτό ήταν εμφανές. Στο σχολείο ήταν σχεδόν όλες μαζί μου. Αλλά όχι ότι με αγαπούσε και κουραφέξαλα. Όχι ότι την εγκατέλειψα! Και τι δηλαδή; Περίμενε να μη φύγω να σπουδάσω επειδή εκείνη είχε κολλήσει μαζί μου; Πότε της έδωσα ελπίδες; Πότε της υποσχέθηκα κάτι και δεν το κατάλαβα;

Καλή ηθοποιός σαν τη μάνα της όμως η άτιμη. Το βλέμμα της όσο μου έλεγε όλα αυτά τα ψέματα ήταν σχεδόν ειλικρινές. Για μερικά κλάσματα δευτερολέπτου την πίστεψα. Πιο πολύ από όλα όμως με τρόμαξε ότι αυτή η αποκάλυψη μού άρεσε. Ότι ήθελα να την πιστέψω.

Πού είναι τώρα; Άφησα τα πράγματά μου σε ένα δωμάτιο που θυμίζει σανατόριο. Όλα είναι ολόλευκα. Τα ελάχιστα έπιπλα είναι καθαρά αλλά τόσο παλιά που θέλουν πέταγμα.
Βγαίνω από το δωμάτιό μου και περιφέρομαι στον πάνω όροφο. Είναι αστείο. Ξέρω το σπίτι απέξω και ανακατωτά. Έχω περάσει ώρες κοιτώντας τα σχέδια, αλλά είναι σαν να το βλέπω πρώτη φορά. Χτυπάω μερικές πόρτες, αλλά δεν απαντάει.
Επιστρέφω στο δικό μου και πριν ανοίξω την πόρτα, κοντοστέκομαι. Αυτό είναι.
Χτυπάω στη δίπλα πόρτα. Δεν ακούω τίποτα. Μπαίνω μέσα χωρίς να περιμένω άλλο. Φυσικά. Έπρεπε να το σκεφτώ. Στο διπλανό δωμάτιο. Η δύναμη της συνήθειας.
«Μη μου πεις ότι θα κοιμηθείς από τις οκτώ» λέω εύθυμα στο σώμα που διαγράφεται κάτω από τα σκεπάσματα. Το δικό της δωμάτιο είναι πιο ζωηρό. Δε μου απαντάει.
«Δεν ωφελεί να κρύβεσαι» συνεχίζω να την πειράζω. Αναδεύεται λιγάκι και το κατάξανθο κεφάλι της ξεπροβάλλει από τα σκεπάσματα. Εικόνες πλημμυρίζουν το μυαλό μου από εκείνα τα βράδια.
«Έχω πονοκέφαλο» μου λέει και με μια χειρονομία μού δείχνει την πόρτα. Την αγνοώ.
«Έχεις σκοπό να αγνοήσουμε τελείως αυτό που είπες; Πετάς μια βόμβα και μετά κρύβεσαι;» επιμένω. Με κοιτάει και το πρόσωπό της αλλάζει χρώματα.
«Δεν κρύβομαι» λέει. Το βλέπω ότι έχει χάσει την συνηθισμένη ευγλωττία της. Πόσο καλά το παίζει…!
«Έχω μερικές απορίες» της λέω και πλησιάζω στο κρεβάτι της. Κάθομαι σε μια πολυθρόνα και την σέρνω κοντά της.
«Θέλω να ξεχάσεις ό,τι σου είπα. Ντρέπομαι πολύ. Έχουν περάσει χρόνια και νιώθω πολύ χαζή και για τότε και για τώρα» μου λέει. Της γνέφω σκεπτικός. Ένας κύριος θα το άφηνε να περάσει. Αλλά εγώ δεν είμαι τέτοιος μαζί της. Δεν της αξίζει.
«Δεν πιστεύω λέξη από όσα μου είπες, οπότε μη νιώθεις άσχημα. Είσαι μια ψεύτρα. Απλώς αναρωτιέμαι ποιος ο λόγος για τόσα ψέματα» της λέω προκλητικά. Το κάτω χείλος της τρεμοπαίζει για λίγο. Τα μαλλιά της είναι λυτά και λούζουν τους ώμους της. Φοράει ένα απλό πιτζαμάκι αν βλέπω καλά. Αναρωτιέμαι τι εσώρουχα φοράει. Εστίασε, Νοα. Πάλι σε τραβάει κοντά της, σαν σειρήνα.
«Αναρωτιέμαι τι κακό έχω κάνει» ξεφυσάει «και βρίσκομαι σε ένα ερημωμένο σπίτι με έναν άνθρωπο που με μισεί».
«Δε σε μισώ» τη διορθώνω. «Το μίσος είναι μεγάλη λέξη. Βαθύ συναίσθημα. Δε σου αξίζει».
«Μάλιστα. Τίποτα άλλο;» με ρωτάει με ένα βλέμμα που μου θυμίζει ελαφάκι. Δείχνει τόσο απροστάτευτη με την πιτζάμα της, κάτω από τα σκεπάσματα. Στην εφηβεία είχε μια άγρια ομορφιά, μια εσωστρέφεια που, περιέργως, απέπνεε φοβερή σιγουριά. Δε σκεφτόμουν ποτέ ότι είναι μόνη. Τώρα, ξαφνικά, συνειδητοποιώ ότι δεν έχει κανέναν. Ούτε και είχε ποτέ ουσιαστικά.
«Θα φάμε τίποτα;» τη ρωτάω αδιάφορα και τη βλέπω να εκνευρίζεται με την πεζή ερώτησή μου. Κι εγώ θα εκνευριζόμουν με την απότομη αλλαγή θέματος. Το κάνω επίτηδες. «Οι Κίναν έχουν κανονίσει ένα κέτερινγκ. Απλώς θα πάρουμε τηλέφωνο και θα πούμε τι θέλουμε. Έχουν αφήσει ένα μενού. Εγώ λέω να πάρω μπιφτέκια» συνεχίζω ανάλαφρα, λες και δε μου είχε ποτέ πει ότι με αγαπούσε.
«Εγώ λέω να πάρω έναν υπνάκο, αν ξεκουμπιστείς» μου λέει ξερά. Χαμογελάω. Βρήκε τον εαυτό της.
«Πρέπει να φας αν έχεις πονοκέφαλο. Θα σου κάνει καλό» επιμένω. Μην πεθάνει και της πείνας. Θέλω να την τυραννήσω.
«Εχω κράκερ στην τσάντα μου» μου απαντάει και χώνεται κάτω από τα σκεπάσματα. Γελάω. Κάνει σαν παιδί. Πιάνω τον εαυτό μου να διασκεδάζει.
«Θα σκάσεις» την προειδοποιώ.
«Να μη σε νοιάζει τι κάνω» μου λέει πεισμωμένη.
Αντιστέκομαι σε μια μαγνητική έλξη που μου προκαλεί το σχήμα της. Θέλω να τη χαϊδέψω λιγάκι. Είναι τρελό. Ταυτόχρονα θέλω να τη σκοτώσω και…
«Θα παραγγείλω και για τους δύο. Για εμένα μπιφτέκια και για σένα σούπα. Σου αρέσουν ακόμα ε;» τη ρωτάω. Καρφώθηκα. Ποιος ξέρει τώρα τι θα νομίσει. Δεν αντιδράει. Κοιμήθηκε κιόλας; Τραβάω το σεντόνι. Φαίνεται κλαμένη. Τι στο καλό συμβαίνει;
«Πάμε να φύγουμε» της λέω και σηκώνομαι απότομα. Το εννοώ. «Αν είναι να υποφέρεις, πάμε σπίτι» επιμένω. Σπίτι. Ποιο σπίτι; Κάποτε είχαμε ένα. Τώρα…
«Όχι, καλά είμαι» λέει και ρουθουνίζει. Με σκοτώνει. Με τρελαίνει αυτή η γυναίκα. Με αποσυντονίζει.
«Έλα κάτω να φάμε» της λέω ήρεμα. Με κοιτάει διστακτικά. «Δε θα αναφέρω τίποτα» της υπόσχομαι διαβάζοντας τη σκέψη της. Χαμογελάει λιγάκι. Το δωμάτιο φωτίζεται ξαφνικά. Είναι πανέμορφη.


Μου γνέφει θετικά. Συνεχίζω να θέλω να τη σκοτώσω, αλλά όταν χαμογελάει δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε το όνομά μου. Νόα. Σωστά;

6 σχόλια:

  1. Σου ταιριαζει και το καψουρίξ ...
    Καλλιοπη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αχχχ νιωθω τοσο ερωτευμενη οταν διαβαζω αυτη την ιστορια.
    Γωγω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. τελεια τελεια τελεια!!!Νάντια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τι κριμα που δεν ενιωθε το ιδιο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Σωστα Νοα σε λενε XD και αυτος νιωθει το ιδιο απλα δεν το παραδεχετε <3

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. η καρδιά μου ήταν έτοιμη Ν σπάσει όταν είπε ο Νοα Ν φύγουν επειδή την είδε κλεμμένη

    ΑπάντησηΔιαγραφή