Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 26-παράνοιξε το στοματάκι

26

«Θα παραιτηθώ. Έχω δουλειά. Έχω μια μικρή επιχείρηση και θα τα καταφέρω. Ίσως δε γίνω πλούσια αλλά θα ζήσω αξιοπρεπώς. Δεν μου αξίζει αυτό» είπε η Λέξι κοιτώντας το χώρο τριγύρω της. Ο Νόα γελούσε από πίσω της. Ήθελε να τον σκοτώσει. Γιατί το είχε πάρει όλο αυτό τόσο αψήφιστα; Την έκανε να δείχνει τελείως τρελή στους Κίναν με αυτή την κουλ συμπεριφορά του. Το ίδιο έκανε και τώρα.
«Κοίτα γύρω σου» τον προέτρεψε. «Το σπίτι δεν έχει βασικά πράγματα» είπε έξαλλη. Ο Νόα ακολούθησε το βλέμμα της αλλά δεν έδειχνε τόσο σοκαρισμένος.
«Έχω εργαστεί εθελοντικά στην Νιγηρία, σε ένα χωριό με καλύβες. Χτίσαμε το πρώτο νοσοκομείο με ξύλα, πέτρες και ελάχιστο τσιμέντο. Τι μου λες τώρα…» ανέμισε το χέρι του αδιάφορα. Η Λέξι το έπαιξε αδιάφορη αλλά εντυπωσιάστηκε με αυτό που της είχε πει. Πόσα ήταν αυτά που δεν ήξερε; Είχαν περάσει πολλά χρόνια σκέφτηκε με πικρία. Δεν ήταν δυνατόν να τον βρει εκεί που τον άφησε. ‘Η μάλλον εκεί που την άφησε εκείνος. Γιατί εκείνος έφυγε. Όχι ότι θα ήθελε να του στερήσει τις σπουδές που του άξιζαν, αλλά ποτέ δεν ξεπέρασε τον τρόπο με τον οποίο έφυγε. Ένα ωραίο πρωί, σηκώθηκε από το κρεβάτι και έμαθε ότι είχε φύγει. Ήταν να φύγει μεσημέρι. Στις δέκα το πρωί όμως είχε ήδη φορτώσει το τζιπάκι του και είχε χαθεί. Και η ζωή της δεν ήταν ποτέ ίδια μετά από αυτό. Η Λέξι ξεφύσηξε. Πώς είχε ξεστρατίσει το μυαλό της έτσι πάλι;
«Εγώ δεν έχω κάνει ούτε κάμπινγκ» του είπε απλά. «Και δε θέλω να κοιμηθώ εδώ μέσα. Ανατριχιάζω» του παραδέχτηκε. Αυτό το σπίτι είχε μια παράξενη αύρα.
«Πρέπει να είναι το φάντασμα της προγιαγιάς Κίναν. Πέθανε στη γέννα και λένε ότι τα βράδια ουρλιάζει από τους πόνους της γέννας» της είπε και όταν την είδε να χλομιάζει ξέσπασε σε γέλια. «Μα είσαι τελείως χαζή;» την πείραξε. Η Λέξι χαμογέλασε αλλά μόνο για λίγο. Δεν ήθελε να τον κάνει να καταλάβει πόσο την συγκλόνιζε το γέλιο του.
«Ευτυχώς το καθάρισαν» παρατήρησε ξερά. Το σπίτι σε λίγο καιρό θα γινόταν γιαπί αλλά οι Κίναν είχαν μπει στον κόπο να το καθαρίσουν για να διευκολύνουν τη διαμονή τους. «Τι τρελή ιδέα όμως» συμπλήρωσε και ακούμπησε σε έναν παλιό καναπέ καλυμμένο με ένα λευκό πανί το μικρό σακιδιάκι της. Τη μιμήθηκε και εκείνος.
«Όχι και τόσο, αν το σκεφτείς» έβαλε το χέρι του απαλά στη μέση της και την έσπρωξε στο εσωτερικό. «Πρέπει να δούμε λίγο το χώρο και από μέσα. Πώς φωτίζεται για παράδειγμα. Θέλω επίσης και να δω μερικά έπιπλα πώς θα ταιριάξουν μετά στο χώρο. Κάποια θα τα αφήσουμε αλλά κάποια πρέπει να τα κρατήσουμε. Να, αυτό το τραπέζι είναι υπέροχο» της είπε και της έδειξε μια σκαλιστή ροτόντα κάτω από ένα πανί που είχε σηκώσει.
«Έχεις πολύ κλασικά γούστα»του είπε εκείνη και σούφρωσε τα χείλη της. «Είπαμε να κάνουμε ανακαίνιση. Όχι να αφήσουμε τα παλιά πράγματα μέσα».
«Ε τότε να πάμε στο ΙΚΕΑ. Να πάρουμε έναν άνθρωπο να συναρμολογήσει τα έπιπλα και τέλος» είπε και χτύπησε τις παλάμες του μεταξύ τους. Είχε όρεξη για πλάκα, αλλά η Λέξι έτρεμε. Έτρεμε στην ιδέα να περάσει χρόνο εκεί μέσα.
«Και τα δωμάτια; Πού θα κοιμηθούμε;» του είπε σχεδόν ψιθυριστά, όταν εκείνος είχε απομακρυνθεί από κοντά της για να δει κάτι.
«Πάμε πάνω» την προέτρεψε. «και σταμάτα να τρέμεις. Δε θα σε φάω» της είπε σχεδόν ειρωνικά. Η Λέξι αντέδρασε αμέσως.
«Δε σε φοβάμαι».
«Δε σου φαίνεται» την προκάλεσε.
«Νόα, μην το κάνεις πιο δύσκολο» του είπε σχεδόν παρακλητικά. «Αυτό που ζούμε είναι τρελό. Μην το χειροτερεύεις».
«Δε λες καλά που σου έτυχα εγώ» είπε εκείνος ανάλαφρα. «Φαντάσου να ήταν κάποιος άλλος εδώ. Κάποιος ξένος. Δε θα φοβόσουν;» τη ρώτησε. Η Λέξι σκέφτηκε πως περισσότερο φοβόταν τώρα.
«Νόα, μην…».
«Ενώ εμείς» τη διέκοψε χαμογελώντας «έχουμε συγκατοικήσει. Ξέρω τι να περιμένω».
«Με άφησες 16 χρονών και είμαι 27. Δε νομίζεις ότι έχουν αλλάξει μερικά πράγματα;»  τον ρώτησε καυστικά. Μέσα της όμως ήξερε ότι τουλάχιστον για εκείνη δεν είχαν αλλάξει πολλά.
«Τίποτα σημαντικό» της είπε και επιθεώρησε με θράσος το πρόσωπο και το σώμα της. Η Λέξι δεν αντέδρασε.
«Θα μου κάνεις τη ζωή κόλαση ε; Με εκδικείσαι;» τον ρώτησε απλά.
«Σου αξίζει νομίζω» της απάντησε. «Μου έκαψες το σπίτι. Τη ζωή μου. Τις αναμνήσεις μου» συνέχισε να τη χτυπάει με τις λέξεις του.
«Δεν έχεις ιδέα τι λες. Κι αν εγώ όπως λες έκαψα το σπίτι σου, εσύ!» του είπε και ακούμπησε τον δείκτη της στο στέρνο του «εσύ έκαψες την καρδιά μου» παραδέχτηκε για πρώτη φορά ειλικρινά, και πιεσμένη από όλη αυτή την τρέλα που ζούσε εδώ και τόσο καιρό μαζί του, από τα ατελείωτα σχόλια και τα πειράγματα, τα υπονοούμενα και τις αναμνήσεις, τον πόνο που ποτέ δεν καταλάγιασε μέσα της, δάκρυσε. Δεν κατάφερε να το πνίξει και δάκρυσε. Μπροστά του, ενώ εκείνος την κοιτούσε αποσβολωμένος.
«Εγώ, δεν…» ξεκίνησε να της λέει αλλά τον σταμάτησε.

«Εσύ τι; Δεν ήξερες ότι σε αγαπούσα;» του είπε, μιλώντας ειλικρινά και παίρνοντας δύναμη από το σοκαρισμένο βλέμμα του. «Ότι τη μέρα που έφυγες σαν τον κλέφτη με σκότωσες; Δεν ήξερες ότι σκόπευα να έρθω να σε βρω όταν θα τέλειωνα;» συνέχισε και με κάθε λέξη της το στόμα του άνοιγε περισσότερο. «Γελοίε» του είπε τελικά, σχεδόν απογοητευμένη μαζί του. «Τολμάς και μιλάς για μερικά ντουβάρια. Αυτά χτίζονται. Εγώ όμως;» του χαμογέλασε και αφού πήρε το τσαντάκι της ανέβηκε δύο δύο τα σκαλιά για τον πάνω όροφο, ψάχνοντας λίγη ηρεμία μετά την άγρια καταιγίδα.

5 σχόλια:

  1. Οπα κάτσε ρε Λέξι, ήταν το σπίτι της μητέρας του ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν το έκαψε η Λεξι.. Αλλά ο Νόα σίγουρα την έχει πληγώσει παρααα πολύ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μα και αυτος γιατι εφυγε ετσι αποτομα. Ταλεπωρησε τον Λεξι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. μπραβο βρε κοριτσι μου επιτελους μιλησες ξεκαθαρα

    ΑπάντησηΔιαγραφή