Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 23-σας μισούμε, κυρία μου, αλλά είστε θεά.

Ήταν πολύ ζαλισμένη και με δυσκολία ξεβάφτηκε. Έβγαλε τα ρούχα και τα άφησε στο πάτωμα και ξάπλωσε στο κρεβάτι της με τα εσώρουχα. Ήταν πολύ κουρασμένη. Η Τζιλ την είχε αφήσει σπίτι πριν από είκοσι περίπου λεπτά. Της έκανε αναπάντητη όταν έφτασε στο σπίτι και η Λέξι ανακουφίστηκε.

Σκέπασε το πρόσωπό της με το μπράτσο της. Της άρεσε αυτό το σπίτι. Έμενε λίγο καιρό εδώ αλλά είχε καταφέρει να το αγαπήσει. Είχε χαρακτήρα. Ήταν χτισμένο με γούστο και μεράκι. Όταν το βράδυ έμενε μόνη, αντί να φοβάται, αφουγκραζόταν την ηρεμία και ένιωθε ξαφνικά απόλυτα ήρεμη. Εκτός από απόψε. Απόψε η ησυχία του σπιτιού την ανατρίχιαζε. Η Μπονίτα έλειπε γιατί είχε ρεπό και έξω είχε σκοτάδι λες και το φεγγάρι είχε ξεχάσει την αποστολή του.

Ξανάπαιξε στο μυαλό της τη σκηνή που τον είδε στο πάρτι και προσπάθησε να βρει κάτι για να πιαστεί αλλά μάταια. Τίποτα που να έδειχνε κάτι παραπάνω από χρέος που του επιβλήθηκε από τρίτους. Είχε θυμώσει που είχε πάει στο πάρτι; Επειδή του χαλούσε την εικόνα. Είχε ανησυχήσει που πήγε μέχρι εκεί με αμάξι; Επειδή θα τον έπρηζαν αν πάθαινε κάτι.

Έπρεπε να κοιμηθεί. Ήθελε πολύ να την πάρει ο ύπνος και να βυθιστεί σε μια γλυκιά χαλάρωση. Είχε πολλά βράδια να κοιμηθεί χωρίς να ξυπνήσει από κάποιον εφιάλτη. Ίσως απόψε αν ήταν τυχερή.

Μα τι; Τι στο καλό; Τι συνέβαινε;

Ένας δυνατός θόρυβος διέκοψε τις σκέψεις της. Ένας δυνατός θόρυβος σαν πόρτα που έκλεινε με φόρα. Το σπίτι σχεδόν σείστηκε. Σηκώθηκε από το κρεβάτι απότομα και πριν προλάβει να φορέσει την πιτζάμα της, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, είδε τον Νόα να μπουκάρει στο δωμάτιό της.
«Τι κάνεις εδώ; Βγες αμέσως;» ούρλιαξε αγκαλιάζοντας σαν χαζή το σώμα της λες και προστατευόταν έτσι. Ήταν γελοίο. «Τι έπαθες; Βγες έξω» επανέλαβε έξαλλη αλλά εκείνος δεν κουνιόταν. Έδειχνε απειλητικός, έτσι, φορώντας το μαύρο δερμάτινο τζάκετ του και το σκισμένο τζιν που είχε αγοράσει πρόσφατα. Την κοιτούσε ευθεία, στα μάτια, λες και δεν ήταν γυμνή. Λες και δεν τον ένοιαζε.
Η Λέξι έριξε πάνω της βιαστικά ένα μακρύ φανελάκι που βρήκε μπροστά της και τον έσπρωξε έξω αλλά εκείνος δεν κουνήθηκε. «Τι θέλεις εδώ μέσα;» τον ρωτούσε ενώ προσπαθούσε να τον μετακινήσει αλλά εκείνος απλώς ξεφυσούσε λες και προσπαθούσε να ηρεμήσει. Μάταια μάλλον. Η Λέξι είχε αρχίσει να φοβάται. Αλήθεια, τι ήθελε μέσα στο δωμάτιό της και γιατί έδειχνε να συγκρατείται με δυσκολία;
«Ηρθα να δω αν γύρισες με ασφάλεια» είπε εκείνος ξερά. Ο τόνος του έδειχνε ότι δεν το εννοούσε.
«Ναι, όλα καλά» είπε η Λέξι και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. Ξαφνικά ήθελε να βάλει ένα εμπόδιο ανάμεσα τους.
«Για ποιο λόγο ήρθες απόψε;» είπε εκείνος μετά από μια τεράστια, άβολη σιωπή. Τα χαρακτηριστικά του ήταν σφιγμένα, λες και μόλις είχε ακούσει άσχημα νέα. Τα χείλη του είχαν γίνει μια γραμμή και τα μάτια του έμοιαζαν σχεδόν μαύρα.
«Για να διασκεδάσω» είπε η Λέξι και χαμογέλασε στιγμιαία. Δεν το εννοούσε.
«Και;» χαμογέλασε κι εκείνος ξερά. «Διασκέδασες;». Αμέσως μετά, τη μιμήθηκε και σταύρωσε κι εκείνος τα χέρια στο στήθος.
«Πολύ» είπε η Λέξι γρήγορα. «Είχα καιρό να πάω σε πάρτι εξαιτίας σου» τον κατηγόρησε άμεσα.
«Σε ενοχλεί που δε σε θέλω γύρω μου;» την προκάλεσε κι εκείνος με τη σειρά του.
«Με προβληματίζει θα έλεγα» του είπε εκείνη. «Δε δαγκώνω».
«Εγώ όμως δαγκώνω» χαμογέλασε εκείνος αχνά. Η Λέξι κοκκίνισε από το υπονοούμενο. «Έτσι μπράβο» συνέχισε ακάθεκτος. «Χαίρομαι που κατάλαβες».
«Είσαι γελοίος» του πέταξε και έκανε να απομακρυνθεί αλλά την άρπαξε από τον καρπό με αστραπιαία ταχύτητα.
«Γιατί ντύθηκες έτσι απόψε;» απάντησε, αγνοώντας το παιδιάστικο σχόλιό της.
«Επειδή ήρθα σε πάρτι» απάντησε εκείνη.
«Αυτά που άκουσες…όλα…ήταν βλακείες» είπε εκείνος διακεκομμένα, τρίβοντας νευρικά το σαγόνι του και κοιτώντας μια την ίδια και μία τα πόδια του. «Έβγαλες λάθος συμπεράσματα και αντέδρασες σπασμωδικά» της είπε με τόνο απολογητικό.
«Δεν ξέρεις τι λες» του είπε εκείνη, σαστισμένη από αυτά που της έλεγε.
«Δε χρειαζόταν να παρελάσεις τα πόδια σου γυμνά για να τα προσέξω. Ούτε να αφήσεις τα μαλλιά σου κάτω, ούτε να βαφτείς. Ούτε τίποτα» είπε εκείνος ήρεμα. Πολύ ήρεμα. Σχεδόν τρυφερά. Άκουγε με τα αφτιά ή με την καρδιά της;
«Είμαι κουρασμένη, αν δε σε πειράζει και…».
«Δε χρειάζεσαι τίποτα για να είσαι όμορφη. Ακόμα και αν ξύριζες τα μαλλιά σου και κυκλοφορούσες με ένα σακί και πάλι θα ήσουν πάρα, πάρα πολύ όμορφη» της είπε. Η Λέξι μισάνοιξε το στόμα. Εκείνος χαμογέλασε. «Και συγγνώμη αν σε έκανα να αμφιβάλεις. Δεν ξέρω ποιον ήθελα να πείσω».
«Εντάξει, εντάξει…» ψέλλισε εκείνη, λίγο χαμένη. Τι της έλεγε; Και πώς θα συνέχιζαν μετά από όλο αυτό.
«Γι’ αυτό, αν θες το καλό σου» χαμογέλασε εκείνος πικρά «μόλις βγω από αυτό το δωμάτιο, κλείδωσε την πόρτα σου και συνέχισε να το κάνεις, μέχρι να έρθει εκείνη η ευλογημένη μέρα που θα φύγω από εδώ μέσα και δε θα κινδυνεύεις κι εσύ από εμένα κι εγώ από σένα».





6 σχόλια:

  1. Αρα την ηθελε στο παρελθον....Στο μελλον???

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φανταστικός! Θα μας άρεσαν οι σκέψεις του! Καλή εβδομάδα, Φανή

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τι εγινε τωρα ???? Αυτος ειναι τρελα ερωτευμενος μαζι της !!!! Σιγουρα χρειαζομαστε της σκεψη του

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αχ έρωτας ... Αρα και ο Νόα την θέλει για να δούμε τι θα γινει στο μέλλον ;;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Τι εγινε τωρα ???? Αυτος ειναι τρελα ερωτευμενος μαζι της !!!! Σιγουρα χρειαζομαστε της σκεψη του

    ΑπάντησηΔιαγραφή