Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 22-βότκα λεμόνι

22

«Δεν το πιστεύω» ψέλλισε η Τζιλ, φανερά αμήχανη.
«Ποιο απ’ όλα;» ρώτησε η Λέξι, η οποία ήταν σε καλύτερη φάση. Βρίσκονταν έξω από το σπίτι της Κάρα και ετοιμάζονταν να χτυπήσουν. Μέσα ακουγόταν δυνατή μουσική και γέλια. Αν έκρινε από τα αμάξια πρέπει να είχαν έρθει ήδη 30 άτομα. «Το ότι είμαστε ντυμένες έτσι; Ότι ήρθαμε απρόσκλητες σε ένα πάρτι; Ότι ήρθαμε ως εδώ με το αμάξι του πατέρα σου ενώ το δίπλωμά μας δεν έχει ακόμα εκδοθεί;» γέλασε η Λέξι. Για κάποιο λόγο όλο αυτό της φαινόταν αστείο. Ίσως είχε έρθει η στιγμή να περάσει καλά, να περάσει τα όρια και να ζήσει σαν έφηβη.
«Όλα» είπε η Τζιλ. «Μη!» την απέτρεψε πριν η Λέξι πιέσει το κουδούνι. «Περίμενε λίγο».

Η Τζιλ τής ίσιωσε ξανά τα ρούχα, λες και ετοιμάζονταν να βγουν στη σκηνή του θεάτρου. Η Λέξι είχε διαλέξει ένα μαύρο σύνολο. Μαύρο σορτσάκι και ένα μαύρο μπλουζάκι με κρόσια. Ο καιρός είχε ανοίξει και μπορούσε να φοράει κάτι κοντό με ένα καλσόν στο χρώμα του ποδιού. Είχε αφήσει τα μαλλιά της κάτω, κάτι που έκανε σπάνια. Η Τζιλ φορούσε ένα κόκκινο μίνι φόρεμα και της πήγαινε πολύ.
«Είσαι πανέμορφη» της είπε η φίλη της απλά. «Πιστεύω ότι απόψε θα κάψεις καρδιές».
«Κι εσύ» είπε η Λέξι και τη φίλησε.
«Σε ευχαριστώ, αλλά εσύ δεν παίζεσαι! Έχεις φανταστικά πόδια. Γιατί τα κρύβεις;»
«Και τι να κάνω; Να έρχομαι στο σχολείο με σορτς;» γέλασε η Λέξι.
«Και τα μαλλιά σου ρε! Είναι φοβερά. Έχω πάθει πλάκα».
«Έλα πάμε μέσα και σταμάτα να μου κάνεις κοπλιμέντα για να το αποφύγεις!» είπε η Λέξι γελώντας, νιώθοντας αμήχανα με την προσοχή. Το ήξερε όμως ότι απόψε τα είχε καταφέρει καλά. Της το είπε ο καθρέπτης της και τις 4.000 φορές που κοιτάχτηκε σε αυτόν.
«Ελπίζω να μη φάμε πόρτα» είπε η Τζιλ.
«Εγώ ελπίζω να είναι μέσα ο Λούκας» απάντησε η Λέξι, εννοώντας το αγόρι που άρεσε αυτό τον καιρό στην Τζιλ. Κάτι της έλεγε ότι θα ήταν.

Πάτησαν το κουδούνι και η Κάρα άνοιξε σχεδόν αμέσως. Το ύφος της όταν τις είδε ήταν αρκετό για να τις κάνει να το βάλουν στα πόδια. Αλλά δεν το έκαναν. Ήταν αποφασισμένες να κάνουν είσοδο.
«Δεν έχουμε μολυσματική ασθένεια» είπε η Λέξι και με μια μεγαλοπρεπή χειρονομία παραμέρισε την Κάρα που τις κοιτούσε με μισάνοιχτο στόμα και μπήκε στο εσωτερικό του σπιτιού.
«Δε θα μείνουμε πολύ» είπε η Τζιλ. Η Λέξι παρέδωσε το δερμάτινο τζάκετ της.
«Κορίτσια, δεν είναι ότι δε σας θέλω, απλά…» ψέλλισε η Κάρα. Η Λέξι της χαμογέλασε και την έβαλε από τη δύσκολη θέση.
«Ξέρω. Μη σκας. Θα μείνουμε λιγάκι και φεύγουμε» επανέλαβε.

Το σπίτι της Κάρα ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Η Λέξι με κάθε βήμα που έκανε ένιωθε τον κόσμο να κάνει άκρη για να περάσει. Το σοκ στο πρόσωπό τους της έδινε μεγάλη χαρά. Αρκετά είχε κρυφτεί στη γωνιά της. Δεν είχε κάτι να ντρέπεται
Μετά από μερικά σφυρίγματα επιδοκιμασίας, πλησίασε στο μπαρ και έβαλε ένα ποτό σε εκείνη και ένα στην Τζιλ. Σκάναρε διακριτικά με την άκρη του ματιού της το χώρο. Εκείνος ήταν άφαντος. Εμ δεν πήγαινε στα πάρτι, εμ την απέκλειε. Πόσο εγωιστής! Και εκείνη…είχε ντυθεί τζάμπα. Δε θα την έβλεπε απόψε. Ηταν χαζή μόνο που το σκέφτηκε να τραβήξει έτσι την προσοχή του.

Μία ώρα μετά και η Τζιλ μιλούσε με το Λούκας ενώ εκείνη μιλούσε με τον Μπομπ, ο οποίος ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος και τον ήξερε γιατί έκαναν ισπανικά μαζί. Όταν της ζήτησε να χορέψουν δεν του είπε όχι. Ο Μπομπ ήταν πολύ χαλαρός τύπος, και δεν ένιωθε την ανάγκη να του εξηγήσει ότι ένας χορός δε σημαίνει κάτι παραπάνω.
Είχαν χορέψει δυο τρεις χορούς, όταν η Τζιλ τους διέκοψε.
«Έχει περάσει μιάμιση ώρα. Νομίζω πρέπει να φύγουμε» είπε ήρεμα. Η Λέξι έγνεψε. Είχαν πει ότι θα κάτσουν λίγο και αυτό θα έκαναν.
«Εντάξει με τον Λούκας;» ρώτησε τη φίλη της και η Τζιλ χαμογέλασε.
«Του έδωσα το κινητό μου. Θα μου στείλει για να βγούμε» είπε ενθουσιασμένη και η Λέξι την αγκάλιασε σφικτά.
«Πάμε λοιπόν» είπε αποφασιστικά. «Μόνο περίμενε ένα λεπτό να πάω να φέρω το μπουφάν μου. Η Κάρα το πήγε πάνω. Θα φέρω και τη ζακέτα σου».

Η Λέξι ανέβηκε τα σκαλιά δύο δύο. Η Κάρα από κάτω τής έδωσε οδηγίες να ανοίξει τη δεύτερη πόρτα αριστερά της. Μπήκε στο δωμάτιο που υπέθετε ότι ήταν το υπνοδωμάτιό της και βρήκε στο κρεβάτι το δερμάτινο τζάκετ της και την μαύρη ζακέτα της Τζιλ. Έσκυψε για να τα πάρει όταν άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω της. Γύρισε απότομα, έτοιμη να φωνάξει, όταν έπεσε πάνω στο στέρνο του Νόα.
«Τι θες εσύ εδώ;» της είπε με το συνηθισμένο άγριο ύφος του αλλά αυτή τη φορά κάτι ήταν διαφορετικό. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε πάνω της λες και την έβλεπε πρώτη φορά. Η Λέξι ένιωθε εκτεθειμένη έτσι όπως ήταν ντυμένη.
«Ηρθα να διασκεδάσω. Και φεύγω» είπε με ύφος. «Καλό βράδυ λοιπόν» του είπε και έκανε να φύγει αλλά την άρπαξε από τον καρπό.
«Έχεις πιει πάλι;» τη ρώτησε θυμωμένος.
«Ένα ποτό. Πιο πολύ χυμός παρά βότκα. Άσε, και δε μας πείθεις ότι σε νοιάζει» του είπε. Γιατί τσακώνονταν πάλι;
«Όσο λείπουν οι γονείς μας είμαι εγώ υπεύθυνος. Και τι σόι ρούχα είναι αυτά;» την επιθεώρησε στάζοντας αποδοκιμασία.
«Προσπάθησε να είσαι υπεύθυνος για τις δικές σου πράξεις κι άσε με εμένα ήσυχη. Λοιπόν, μπορώ να φύγω τώρα;» ρώτησε μελιστάλακτα και τράβηξε το χέρι της.
«Θα σε γυρίσω εγώ σπίτι. Είδα ότι σε έφερε η Τζιλ. Έχει δίπλωμα;».
«Πότε τα είδες όλα αυτά; Ήσουν εδώ;» τον ρώτησε μπερδεμένη. Και μετά κατάλαβε. «Ήσουν…εδώ;» έδειξε το δωμάτιο. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα. «Με…κάποια; Δηλαδή αν ερχόμουν πριν από μερικά λεπτά θα σας έπιανα επ΄ αυτοφώρω;» τον ρώτησε σοκαρισμένη. Έπρεπε να φύγει σύντομα πριν βάλει τα κλάματα. Ηδη ένιωθε τον κόμπο να δένεται στο λαιμό της.
«Θα σε πάω σπίτι» είπε εκείνος νευρικά, αλλά η Λέξι αντέδρασε.
«Και τι θα πει ο κόσμος αν μας δει μαζί;» τον ειρωνεύτηκε. «Δε θα σου χαλάσω το…ιματζ;».

Εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω και την άφησε. Την κοίταξε για λίγο. Η Λέξι τον είδε να μπερδεύεται, να απορεί και μετά να καταλαβαίνει τι εννοούσε.
«Μας άκουσες;» τη ρώτησε βραχνά. Η Λέξι δεν απάντησε. «Γι’ αυτό ντύθηκες έτσι;». Η Λέξι συνειδητοποίησε πόσο ηλίθια ήταν εκείνο ακριβώς το λεπτό. Φαινόταν τόσο απελπισμένη όσο ένιωθε;
«Σε πάρτι ήρθα. Τι να φορούσα;» είπε εκείνη τάχαμ αδιάφορα.
«Αν δε θες να σε πάω σπίτι, μου υπόσχεσαι ότι θα πας απευθείας εκεί;».

«Θα κάνω ό,τι θέλω» του είπε γλυκά, αλλά στάζοντας φαρμάκι και βγήκε από το δωμάτιο όσο πιο γρήγορα της επέτρεπαν τα ψιλοτάκουνά της.


5 σχόλια:

  1. Η κοπέλα είναι πολύ όμορφη, την έχω δει σε ταινία που φορούσε ρούχα εποχής και πάλι ήταν πανέμορφη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έτσι ρε Λέξι μην λυγιζεις .... Και εσυ ρε Νόα μας μπερδευεις, απο την μια μας το παίζεις το κακό αγόρι του σχολείου και απο την άλλη ο καλός αδελφός ....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ειναι η μονη γυναικα που δεν μπορει να εχει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ειναι η μονη γυναικα που δεν μπορει να εχει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Γιατί ο Νόα είναι τόσο βλάκας???? Τι του φταίει το κορίτσι για το τι κάνουν οι γονείς τους

    ΑπάντησηΔιαγραφή