Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 18-smack

18

«Μπέτι, πού είναι ο Νόα;» ρώτησε η Λέξι το επόμενο πρωί. Κάθισε στο γραφείο της και άνοιξε τον υπολογιστή προσπαθώντας να ελέγξει τους παλμούς της. Είχε περάσει ένα διάστημα, αλλά ακόμα την εξέπληττε ο τρόπος που είχε μπει στη ζωή της. Ήταν τρελό να προφέρει το όνομά του. Τον χρόνο που έμειναν μαζί, δεν τον είχε αποκαλέσει με αυτό πάνω από 2-3 φορές, και αυτό για να εισπράξει πλήρη αδιαφορία. Όταν έφυγε και έμεινε μόνη της, έσβησε κάθε ανάμνησή του. Δεν πρόφερε το όνομα. Δεν ήθελε να θυμάται. Και τώρα; Τώρα ρωτούσε τη γραμματέα της πού είναι γιατί έπρεπε να περνάνε τουλάχιστον οκτώ ώρες μαζί καθημερινά για ποιος ξέρει πόσους μήνες ακόμα.
«Πετάχτηκε να φέρει ντόνατ» άκουσε τη βοηθό της να λέει εύθυμα. Η Λέξι δεν εξεπλάγη με τον ανάλαφρο τόνο της. Οι δυο τους έδειχναν να τα πηγαίνουν καλά και η αξιοπρέπεια και ο εγωισμός της δεν της επέτρεπαν να επέμβει. Η ίδια ήξερε καλύτερα από τον καθένα μόνο μαγνητική ήταν η γοητεία του, ακόμα και όταν ήθελε να είναι μισητός.

Είχε πιει μια γουλιά από τον καφέ της όταν εκείνος μπούκαρε στο γραφείο της με ένα τετράγωνο κουτί φορώντας ένα φθαρμένο τζιν και μαύρο δερμάτινο τζάκετ. Του πήγαινε πολύ ό,τι κι αν φορούσε αλλά τα τζιν του ήταν μοναδικά. Αναδείκνυαν τα καλογυμνασμένα, ψηλά πόδια του και συμπλήρωναν τέλεια το ανεπιτήδευτο, νεανικό λουκ του.
«Χτυπάνε» του υπενθύμισε ξερά χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από τον υπολογιστή.
«Καλημέρα» είπε εκείνος ειρωνικά και της ακούμπησε το κουτί κοντά της. Εκείνη το κοίταξε στιγμιαία και επέστρεψε στην οθόνη της. «Σου έφερα ντόνατ» είπε εκείνος λες και δεν τα είχε δει.
«Δεν τρώω» απάντησε η Λέξι.
«Κάνεις μούτρα;» τη ρώτησε επιθεωρώντας το πρόσωπό της. Καταλάβαινε ότι την κοιτούσε παρόλο που ήταν στραμμένη στον υπολογιστή και θαύμαζε…την προστασία της οθόνης της.
«Δεν κάνω μούτρα».
«Λυπάμαι που σου μίλησα άσχημα χθες το βράδυ. Τα ντόνατ είναι κάτι σαν λευκή σημαία» είπε εύθυμα εκείνος. Η Λέξι τον κοίταξε στάζοντας αδιαφορία. «Εφερα με σοκολάτα και καραμέλα» συμπλήρωσε. Είχε θυμηθεί την αγαπημένη της γεύση ή ήταν τυχαίο;
«Να υποθέσω ότι η ικανότητα να νιώθεις ενοχές είναι μέρος του βελτιωμένου σου εαυτού;».
«Ώστε πρόσεξες κι εσύ ότι βελτιώθηκα;» γέλασε εκείνος, αλλά επιφανειακά. Η συζήτηση είχε ξεφύγει πάλι.
«Τι θες;» τον προκάλεσε. «Με σιχαίνεσαι. Πάμε παρακάτω;».
«Πότε το είπα εγώ αυτό;» τη ρώτησε και αμέσως σταμάτησε. Το βλέμμα του συνάντησε το δικό της κάπου στη μέση και πάλεψαν για το ποιος θα υποχωρήσει πρώτος. Το είδε στα μάτια του ότι θυμήθηκε. Ότι συνειδητοποίησε τι της είχε πει.  Της ήρθε εμετός από την ένταση των συναισθημάτων. Οι κουβέντες του την είχαν κομματιάσει, την άφησαν ανάπηρη, ανίκανη να αγαπήσει. Αλλά θυμόταν. Και αυτό της έδινε μεγάλη ικανοποίηση.
«Έτσι θα είναι;» σήκωσε τον τόνο της φωνής της. Δεν άντεχε. Ένιωθε ότι θα σκάσει. Δεν είχε περάσει ούτε μια στιγμή από την φυγή του, την προδοσία του. «Θα σε έχω να μου φέρνεις ντόνατ κάθε φορά που μου λες κάτι σκληρό; Προτιμώ να μη με προσβάλεις. Δε θέλω ντόνατ!» ούρλιαξε. Η Μπέτι έκλεισε διακριτικά την πόρτα. «Αν έρθει κανείς θα μας βρει να τσακωνόμαστε; Να τραβολογιόμαστε σαν έφηβοι;».
«Γιατί είσαι τόσο έξαλλη; Θαρρεί κανείς ότι σου έχω κάνει κακό» ειρωνεύτηκε εκείνος.
«Νιώθεις το θύμα, Νόα;» φώναξε και σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα της. Είχαν περάσει τόσες ώρες από το χθεσινό επεισόδιο και δεν είχε ηρεμήσει. Τον πλησίασε και ακούμπησε το δείκτη της στο στήθος του με δύναμη. «Σκέψου και κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό σου!».
«Έχεις περίοδο;» την προκάλεσε. «Φάει μερικά ντόνατ».
«Είσαι γελοίος!» του είπε.
«Να κάτι που δεν έχω ξανακούσει» είπε εκείνος τάχαμ σκεπτικός.
«Σου απαγορεύω να μου μιλάς έτσι!» επέμεινε εκείνη. «Θέλω επαγγελματισμό. Δε θέλω ντόνατ, σεξιστικά σχόλια, αστειάκια. Θέλω να βάλουμε όρια. Εσύ κι εγώ είμαστε δύο ξένοι που πρέπει να συνεργαστούμε».
«Μα ποιος είπε το αντίθετο;» συνέχισε εκείνος να τη σκοτώνει. Ώστε έτσι; Ξένοι;
«Αν αυτό είναι ένα κολπάκι για να με κάνεις να τα παρατήσω για να αναλάβεις μόνος σου σε γέλασαν! Συνέχισε έτσι και θα σε μηνύσω για σεξουαλική παρενόχληση».
«Ε όχι και σεξουαλική παρενόχληση. Γι΄ αυτό δεν πρέπει να μη θέλει η γυναίκα;» ρώτησε ξεδιάντροπα και γέλασε. Η Λέξι πάγωσε με το σχόλιο. Τι είχε ξεστομίσει; Θεωρούσε δεδομένη την παράδοσή της;
«Έχουν αλλάξει λίγο τα πράγματα» είπε.
«Αμφιβάλλω» είπε ο Νόα.
«Θα μιλήσω στον κύριο Κϊναν» του είπε χαμογελώντας με κόπο.
«Θα μιλήσεις με τον άρχοντα της σεξουαλικής παρενόχλησης για σεξουαλική παρενόχληση;» γέλασε εκείνος. «Έχεις δει πώς σε κοιτάει; Αυτός κοιτάει τον πισινό σου συνέχεια! Και τα σχόλιά του είναι αηδιαστικά!».
«Σοκαρίστηκες;» τον ειρωνεύτηκε.
«Κυρίως που κάποιος μπορεί να έλκεται από εσένα» είπε εκείνος ξερά.
Η Λέξι χαμογέλασε. Μάλιστα.
«Ξεκουμπίσου από μπροστά μου» του είπε ήρεμα. «Από αυτή τη στιγμή θα επικοινωνούμε μέσω της Μπέτι και με μέιλ. Δεν αξίζεις ούτε λεπτό από τη ζωή μου» του είπε περιφρονητικά. Αρκετά είχε σπαταλήσει.
Είχαν πλησιάσει πολύ. Σχεδόν η μύτη της ακουμπούσε στο σαγόνι του. Πώς είχε γίνει αυτό;
«Είσαι πολύ εκνευριστική» της είπε απλά εκείνος.
«Κι εσύ είσαι ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο» του είπε. Ήξερε τι τον πονούσε και το χρησιμοποίησε.
«Αναρωτιέμαι» είπε εκείνος και σταμάτησε. Για λίγο δε μιλούσε κανείς. Ακούγονταν μόνοι οι ανάσες τους, βαριές.
«Τι;» τον παρότρυνε θαρραλέα. Τι μπορούσε να της πει ακόμα χειρότερο;
«Τόσο πάθος…τόση φλόγα. Ποιος τα έφερε στην επιφάνεια; Γιατί εγώ θυμάμαι…» είπε και ανέμισε το χέρι στον αέρα απορριπτικά.

Ο ήχος της παλάμης της πάνω στο μάγουλό του έκανε έναν τόσο έντονο θόρυβο που σχεδόν έτριξαν τα τζάμια. Το χέρι της πόνεσε. Το ίδιο και εκείνος. Το είδε. Αλλά δεν της είπε τίποτα. Έτριψε το μάγουλό του, έξαλλος, και αυτή τη φορά έφυγε αυτός από το γραφείο της.


Η Λέξι έμεινε μόνη της και έβαλε την κλάματα. Είχε καιρό να το κάνει, και κυρίως για εκείνον. Αλλά δεν άντεχε άλλο την πίεση. Θα ζούσε έτσι τους υπόλοιπους μήνες μέχρι να τελειώσει το πρότζεκτ; Ήλπιζε όχι. Δεν καμάρωνε για την αντίδρασή της. Δεν της άρεσε η βία, αλλά την τρέλαινε. Την τρέλαινε με την αλαζονεία του. Αυτό το τελευταίο που είπε, ήταν φρικτό. Ήταν τόσο ψεύτικο, τόσο άδικο, που δεν πίστευε ότι το είχε ακούσει. Ήθελε να τον σκοτώσει. Όλο αυτό που ένιωθε μέσα της για εκείνον, δεν το άντεχε. Έπρεπε να απεμπλακεί με κάποιον τρόπο και το πρώτο βήμα ήταν να τον βλέπει όσο το δυνατόν λιγότερο. 

10 σχόλια:

  1. Wxxx mou mirizei thiellwdis erwtas
    Gwgw Ts

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θελω να την κυνηγησει, να την φλερταρει επιμονα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αγαπουν τοσο πολυ ο ενας τον αλλο που δεν ξερουν πως να το διαχειριστουν!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε ο Νοα με το τελευταίο που ειπε..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Απο οτι έχω καταλάβει μάλλον εννοεί οτι οταν ήταν "μικροί" ο Νοα "ασκουσε" την γοητεια του και στην Λεξι και επειδη ο Νόα πήγαινε με άλλες ουσιαστικά την απερριπτε.... Κάτι του στυλ μπορω να έχω και να απορρίπτω οποία θέλω ακόμα και αν αυτη ειναι η "αδερφή" μου.... Ή κάτι τέτοιο.

      Διαγραφή
    2. Νομιζω απο προηγουμενα κεφαλαια, εκει που της πικαριζε για τον Μπιλι οτι δεν ηταν μονο αδελφια οταν εμενα μαζι αλλα κατι παραπανω συνεβη μεταξυ τους!!

      Διαγραφή
    3. Εγώ καταλαβαίνω πως είτε μαζί του δεν είχε πάθος/φοβόταν να το εκφράσει, είτε πως αυτός ήταν ο πρώτος π το έφερε στην επιφάνεια! Φανή

      Διαγραφή
  5. Κορίτσια να ρωτήσω η συγγραφέας ανεβάζει συνήθως Δευτέρα με Πέμπτη?? Ειρήνα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κάποτε ανεβαζα κ Παρασκευή αλλά εχω πιεστει πολύ κ εχω ριξει ρυθμους...

      Διαγραφή
    2. Κάποτε ανεβαζα κ Παρασκευή αλλά εχω πιεστει πολύ κ εχω ριξει ρυθμους...

      Διαγραφή