Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Κεφάλαιο 32-σας έλυσα μερικές αποριούλες;

32

«Δεν ακούω αυτά που ακούω» είπε ο Μπιλ, με μισάνοιχτο το στόμα. Η Λέξι ήπιε λίγη μπίρα από το μπουκάλι και καθάρισε τη φωνή της.
«Σώπα και άκου» του είπε, αποφασισμένη να μιλήσει για όλα.
«Σοβαρά τώρα έφερε κοπέλα στο σπίτι και έκανε σεξ στο διπλανό δωμάτιο;» τη ρώτησε. Η Λέξι έγνεψε.
«Τις πήγαινε πάντα στο σπιτάκι του κήπου αλλά από ένα σημείο και μετά, μετά από εκείνο το βράδυ που με είδε στο πάρτι, έγινε προκλητικός. Έφερνε τη μία μετά την άλλη και στο σχολείο ήταν διαχυτικός με ένα σωρό εύκολες κοπέλες. Η φίλη μου μου έλεγε ότι το έκανε επίτηδες για να με προκαλέσει αλλά εγώ το μόνο που ήξερα ήταν ότι πονούσα. Τρελαινόμουν αργά και σταθερά».
«Εσύ τον αγαπούσες ήδη;»
«Νομίζω από την πρώτη στιγμή που τον είδα» του είπε θλιμμένη. Πρώτη φορά το έλεγε δυνατά. «Τον αγάπησα για τη θλίψη στα μάτια του, για την ομορφιά που έκρυβε μέσα του λες και ήταν κάτι κακό. Ήταν τόσο ακαριαία η έλξη που μου έκοψε την ανάσα. Αλλά ήμουν μικρή και δεν το διαχειρίστηκα καλά».
«Και τι έλεγες εσύ που έφερνε τις γκόμενες σπίτι; Οι γονείς σας;».
«Οι γονείς μας έλειπαν όταν τα έκανε αυτά. Εγώ…τι να πω; Έκλαιγα κάθε βράδυ από την απογοήτευση. Έβαζα ωτοασπίδες, άλλαζα δωμάτια, τα δοκίμασα όλα. Αλλά τον άκουγα. Τον άκουγα και με σκότωνε».
«Συνέχισε» την παρότρυνε όταν εκείνη κόμπιασε.
«Ένα βράδυ τρελάθηκα. Ζήλεψα πολύ και αποφάσισα να τον προκαλέσω ξανά. Μου έλεγε πάντα να κλειδώνω την πόρτα μου. Εκείνο το βράδυ την άφησα ανοιχτή. Όχι πολύ. Ίσα ίσα μια χαραμάδα. Ξάπλωσα. Και περίμενα. Κάθε λεπτό που περνούσε ένιωθα την απόρριψη να με χαστουκίζει. Μέχρι που άκουσα τα βήματά του στο δωμάτιό μου».
«Και;» ρώτησε ο Μπιλ ανυπόμονα. Η Λέξι κοκκίνισε.
«Έκλεισε την πόρτα πίσω του, και χωρίς πολλά λόγια ξάπλωσε δίπλα μου».
«Κι εσύ;»
«Εγώ τι; Δεν αντιστάθηκα. Δεν ήθελα να αντισταθώ. Ήταν τόσο φυσικό αυτό που έγινε, τόσο τέλειο. Η χημεία μας ήταν εκρηκτική. Θυμάμαι στιγμή στιγμή τον τρόπο που διεκδίκησε το σώμα μου, το πώς με κατέκτησε. Ήταν υπέροχο. Μια μαγική βραδιά που προσευχόμουν να μην τελειώσει».
«Σου μίλησε; Σου είπε κάτι τρυφερό;».
«Όχι, καθόλου. Ήταν πολύ προσεκτικός να μη με πονέσει και αρκετά επιδέξιος σε όλα, αλλά δε μίλησε. Μόνο με κοιτούσε στα μάτια σταθερά και μου χαμογελούσε. Μου πέρασε στιγμιαία από το μυαλό ότι ήταν ευτυχισμένος».
«Μπορεί και να ήταν».
«Κοιμήθηκε μαζί μου εκείνο το βράδυ, κρατώντας με σφικτά. Εγώ καιγόμουν από επιθυμία να τον ρωτήσω τι σήμαινα για εκείνον, αν θα μπορούσαμε να είμαστε με κάποιον τρόπο μαζί και ένα σωρό άλλα τέτοια. Αλλά δεν τόλμησα, από φόβο μήπως διαλύσω το όνειρο. Τον άφησα να αποκοιμηθεί πρώτος και πέρασα όλο το βράδυ χαζεύοντάς τον να κοιμάται γαλήνια. Ήταν τόσο ήρεμος» είπε και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Είναι αστείο, το ξέρω» γέλασε ξαφνικά. «Αλλά οι στιγμές μου μαζί του, ήταν οι πιο όμορφες της ζωής μου. Ένιωθα ασφαλής, σαν να ανηκα κάπου».
«Δε σε έχω ξανακούσει να μιλάς έτσι. Πάντα σε θεωρούσα λίγο ψυχρή. Τον αγαπούσες τόσο πολύ;».
«Φοβάμαι πως ναι. Στην εφηβεία όλα τα συναισθήματα τα νιώθεις πολλαπλάσια, αλλά εγώ δεν τον ξέχασα ποτέ. Παρόλα όσα έγιναν μετά, παρόλο που με πρόδωσε».
«Εκείνος; Ανταπέδιδε τα συναισθήματά σου πιστεύεις;» τη ρώτησε ο Μπιλ. Η Λέξι γέλασε πικρά.
«Αν ένιωθε κάτι, το έκρυβε πολύ καλά. Δε μου μιλούσε σχεδόν ποτέ και όσες φορές ήμασταν μαζί, απλώς κάναμε έρωτα ή κοιμόμασταν. Στο σχολείο με αγνοούσε. Το ίδιο και στο σπίτι».
«Για πόσο καιρό συνεχίστηκε;»
«Περίπου πέντε μήνες».
«Τόσο μεγάλο διάστημα; Απίστευτο!».
«Κάθε βράδυ».
«Οι γονείς σας δεν κατάλαβαν τίποτα;»
«Γιατί; Εδιναν σημασία; Ήταν τόσο απορροφημένοι στον εαυτό τους που δεν έβλεπαν μπροστά τους. Μόνο η βοηθός του σπιτιού είχε καταλάβει κάτι, γιατί ήταν αυτή που έβλεπε το κρεβάτι του άθικτο κάθε πρωί. Αλλά δε μας μαρτύρησε. Ήταν πολύ ξηγημένη η Μπονίτα» χαμογέλασε η Λέξι με την ανάμνηση της ευγενικής γυναίκας.
«Και οι άλλες;»
«Εξαφανίστηκαν».
«Θα έκανες καλή δουλειά φαίνεται»
«Μην είσαι γελοίος!».
«Σου κάνω λίγη πλάκα. Φαίνεσαι έτοιμη να κλάψεις».
«Κάθε φορά που τα σκέφτομαι κλαίω. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Παραδέχομαι ότι ήταν γελοίο να τον ερωτευτώ. Ήταν χαζό να περιμένω κάτι από εκείνον. Ο Νόα είχε πάντα έναν αέρα, μια αύρα, που σε ανάγκαζε να τον κοιτάξεις. Είχε πάει με 20 κορίτσια μέχρι τα 18 του, ήταν όμορφος, μυστηριώδης, σέξι. Δεν υπήρχε εμπόδιο μπροστά του. Είχε λεφτά, σπίτι, μυαλό. Ο κόσμος ήταν δικός του. Δεν μπορούσε να φυλακιστεί, να δεθεί, να αφήσει ρίζες».
«Κι εσύ;».
«Εγώ ήμουν απλώς φοβισμένη. Ένιωθα συνεχώς ότι θα μας πιάσουν, ότι κάναμε κάτι κακό».
«Εννοώ αν ήσουν σέξι και μυστηριώδης» είπε ανάλαφρα ο Μπιλ.
«Δεν έχω ιδέα. Υποθέτω ότι του άρεσα από αυτό που μου είχε πει εκείνο το βράδυ, αλλά παρέμενα η κόρη της μητριάς του και μας μισούσε και τις δύο. Κρεμάστηκα πάνω του για όσα συμβόλιζε για μένα. Την ελευθερία, την αδιαφορία για τους κανόνες, το απαγορευμένο».
«Πώς τέλειωσε το πράγμα;»
«Δεν τέλειωσε, αν το σκεφτείς» γέλασε η Λέξι ξανά. «Ένα ωραίο πρωί έφυγε για το κολέγιο».
«Πώς σε αποχαιρέτισε;».
«Δε με αποχαιρέτισε».
«Τι; Μα τι λες;» σοκαρίστηκε ο φίλος της.
«Ήταν να φύγει αργότερα, αλλά ένα πρωί σηκώθηκα και έλειπε» του είπε απλά.
«Δεν μπορεί. Το προηγούμενο βράδυ;»
«Το περάσαμε μαζί».
«Δεν κατάλαβες τίποτα;».
«Όχι. Τι να καταλάβω; Δεν ήταν ιδιαίτερα εκδηλωτικός ποτέ. Δε μιλούσε. Έμπαινε στο δωμάτιό μου και αμέσως βγάζαμε τα ρούχα μας. Κάναμε έρωτα και μετά κοιμόμασταν μαζί. Ήταν τόσο απλό».
«Γιατί έφυγε σαν κλέφτης;»
«Υποθέτω ότι δεν ήθελε να με αποχαιρετίσει».
«Επειδή θα του ήταν δύσκολο».
«Ναι, σιγά» κάγχασε η Λέξι. «Για τον Νόα δεν υπάρχουν εμπόδια. Τα βλέπει σαν ευκαιρία να τα παρακάμψει. Αυτό έκανε και με μένα».
«Είσαι πολύ ήρεμη αλλά νιώθω ότι πονάς».
«Πονάω, αλήθεια είναι. Αλλά έχουν περάσει χρόνια και έχω μάθει να ζω με αυτό. Ήταν κάτι σαν σεξ της μία βραδιάς που κράτησε πέντε μήνες! Σηκώθηκε κι έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του».
«Και δεν επέστρεψε για γιορτές ή κάτι τέτοιο;».
«Επέστρεψε λίγους μήνες μετά, αλλά όχι για γιορτές. Συνέβη κάτι…και…δε θέλω να το συζητήσω».
«Ωραία, ωραία, μην πιέζεσαι» είπε ο Μπιλ ευγενικά. «Πες μου απλώς πότε τον είδες τελευταία φορά».
«Εκείνο το βράδυ που επέστρεψε. Είχαμε ένα ατύχημα ας πούμε. Η τελευταία του κουβέντα ήταν ότι με σιχαίνεται». Ο Μπιλ έκανε μια γκριμάτσα λες και του έριξαν οινόπνευμα στην πληγή. «Στην κηδεία της μητέρας μου φυσικά δεν ήρθε. Είχε ξεκαθαρίσει τη θέση του».
«Σκληρός».
«Γρανίτης» χαμογέλασε η Λέξι.
«Και τόσα χρόνια δεν είχες νέα του;».
«Όχι, τίποτα. Ένιωθα ότι θα ασχοληθεί με την αρχιτεκτονική γιατί έδειχνε ενδιαφέρον για το σπίτι του και ζωγράφιζε».
«Ζωγράφιζε;».
«Στη σοφίτα του σπιτιού του είχε ένα μικρό ατελιέ πάντα κλειδωμένο».
«Πού ξέρεις τι είχε μέσα;».
«Δεν ήξερα. Τον είχα δει καναδυο φορές να μεταφέρει χαρτιά και τελάρα. Το υπέθεσα».
«Είχες δει δουλειά του;»
«Έχω δει ελάχιστα έργα, ναι. Σε κάποια περίσταση χρειάστηκε να τα δω».
«Και;»
«Και;» χαμογέλασε η Λέξι. «Ας πούμε ότι ο Νόα είναι τέλειος σε όλα του».
«Μόνο που είσαι λίγο στραβός και δε βλέπει γύρω του» είπε ο Μπιλ εύστοχα.
«Δεν ήταν υποχρεωμένος να μείνει μαζί μου» είπε η Λέξι.
«Ήταν υποχρεωμένος να ξέρει πώς νιώθεις και να σε αποχαιρετίσει με σεβασμό. Γιατί; Γιατί κλαις;» τη ρώτησε τρυφερά.
«Δεν ξέρω. Θυμάμαι εκείνο το πρωί που σηκώθηκα και ένιωσα ότι κάτι δεν πάει καλά. Κατέβηκα κάτω και οι γονείς μας έπιναν καφέ ήρεμα. Μου είπαν ότι ο Νόα έφυγε. Ήθελα να ουρλιάξω αλλά θα πρόδιδα τα συναισθήματά μου. Απλά χαμογέλασα ενώ μέσα μου γκρεμιζόταν ο κόσμος μου».
«Μην κλαις, σώπα».
«Δε θα τον συγχωρήσω ποτέ που με άφησε έτσι. Δε θα του έλεγα ποτέ να μη φύγει. Αλλά ήξερε πού με άφηνε. Ήθελα να μου πει κάτι, να μου δώσει μια ελπίδα πριν φύγει. Ότι όταν τελειώσω μπορώ να τον ακολουθήσω. Δεν ξέρω. Κάτι».
«Μάλλον δεν ήθελε την ευθύνη».
«Δεν τον αδικώ. Αλλά μόλις έφυγε τα πράγματα στο σπίτι εκτροχιάστηκαν τελείως. Έδειχνε ανοιχτά ότι με αντιπαθεί αλλά με έναν παράξενο τρόπο όταν τον χρειαζόμουν ήταν πάντα εκεί».
«Η σχέση σας είναι τόσο μπερδεμένη. Και τώρα;».
«Τώρα τι;»
«Τώρα πώς σου φέρεται;».
«Είναι…απόμακρος. Μιλάει ευγενικά. Είναι πολύ κουλ. Πώς να σου το πω; Λες και δε θυμάται».
«Αυτό θα νομίζει κι αυτός για σένα».
«Έχεις δίκιο σε αυτό».
«Σίγουρα δε θα σε έχει ξεχάσει».
«Είναι μίλια μακριά. Δεν τον νοιάζει τίποτα. Άσε που μάλλον βγαίνει με τη Λίσα Κίναν».
«Αυτή δεν είναι μικρή;».
«Είκοσι νομίζω. Ε και;».
«Αποκλείεται να μην του αρέσεις. Είσαι καλλονή. Μέσα και έξω».
«Κι όμως, άκου με» επέμεινε η Λέξι.
«Πόσο τον λυπάμαι τον κακομοίρη» γέλασε ο Μπιλ. «Θα είναι τόσο μπερδεμένος».
«Σιγά».
«Πάρτον ένα τηλέφωνο. Δεν ξέρω τι δε μου λες, αλλά αν περνάει δύσκολα, δείξε του ότι είσαι εκεί».
«Όπως ήταν κι εκείνος;».
«Μην είσαι εκδικητική».
«Δε θέλω να ξέρω τι κάνει. Δεν αντέχει η καρδιά μου άλλο πόνο».
«Τον αγαπάς ακόμα;»
«Είσαι τρελός;».
«Ναι».
«Δεν τον αγαπώ. Δεν θυμάμαι πώς είναι να αγαπώ».
«Όποιος ξέρει να αγαπάει, δεν το ξεχνάει ποτέ. Είναι σαν το ποδήλατο».
«Εγώ λέω να πάρουμε δύο μπίρες ακόμα και να κόψουμε αυτή τη συζήτηση, αλλιώς θα σκάσω».
«Καλώς. Σε ευχαριστώ που μου μίλησες».
«Σε ευχαριστώ που με άκουσες».


εΥχΕς!

Κοριτσάκια μου,

Καλές γιορτές! Δε θα έχω υπολογιστή για μερικές μέρες αλλά Τρίτη του Πάσχα θα ανεβάσω πάλι!

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας και σας εύχομαι κάθε καλό!

Η συγγραφέας της καρδιάς σας

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 31-Δύο Bud και γρήγορα.

31

Η Μπέτι έφυγε κατά τις εφτά το απόγευμα από το γραφείο και η Λέξι έμεινε μόνη της. Οχι για πολύ όμως. Ο Μπιλ πέρασε να την πάρει στις οκτώ, όπως είχαν κανονίσει.
«Πού θα πάμε, κορίτσι;» τη ρώτησε και τη φίλησε στο μάγουλο βάζοντας ταχύτητα στο αμάξι του.
«Όπου θες» του είπε εκείνη. Ένιωθε κουρασμένη. Ο Νόα έλειπε τέσσερις μέρες και είχαν πέσει όλα στις πλάτες της. Του έστελνε μέιλ με ό,τι αλλαγές είχε κάνει στα σχέδια, αλλά αυτός δεν απαντούσε. Υπέθετε ότι θα είχε πεθάνει ο πατέρας του αλλά όσες φορές κι αν είχε αποπειραθεί να τον καλέσει, το έκλεισε πριν καν χτυπήσει.
«Τι έχεις πάλι;»τη ρώτησε ο φίλος της μετά από μερικά λεπτά σιωπής. «Τρίβεις τους κροτάφους σου. Πονάς;»
«Όχι» του είπε ήρεμα, αν και δεν ίσχυε. Είχε φοβερό πονοκέφαλο. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί αλλά η συμβολή του Νόα στο πρότζεκτ ήταν σημαντική. Ο τρόπος που διαχειριζόταν τις δυσκολίες την ανακούφιζε. Μπορεί να μη συμφωνούσε πάντα με τις αισθητικές επιλογές του αλλά σχεδόν πάντα την έβγαζε από τη δύσκολη θέση όταν δεν μπορούσε να αποφασίσει κάτι. «Απλώς δουλεύω σχεδόν 11 ώρες χωρίς διάλειμμα σήμερα».
«Τι έγινε τελικά με τη συγκατοίκηση;» τη ρώτησε με περιέργεια. Δεν είχαν προλάβει να τα πουν.
«Καλά υποθέτω» του είπε. «Ο Νόα έφυγε λίγο νωρίς λόγω μιας οικογενειακής υποχρέωσης. Οι Κίναν φυσικά με αποδέσμευσαν κι εμένα πιο νωρίς. Ήταν θεότρελη εμπειρία αλλά νομίζω ότι κάτι μάθαμε και οι δύο» συμπλήρωσε.
«Σαν τι;» γέλασε και την κοίταξε, αλλά αμέσως έστρεψε την προσοχή του στο δρόμο. Η Λέξι ήξερε πού πήγαιναν. Στην μπυραρία κοντά στο σπίτι του.
«Το σπίτι έχει μια συγκεκριμένη αύρα. Δεν μπορώ να σου το εξηγήσω. Ίσως είναι ο τρόπος που μπαίνει το φως από τα παράθυρα ή και ο αέρας εκεί μέσα. Θέλω να διατηρήσουμε μερικά πράγματα. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το ύφος του. Η κουζίνα συμφωνήσαμε να μείνει ως έχει, αλλά θα μετατρέψουμε δύο υπνοδωμάτια από τα εφτά σε βοηθητικούς χώρους και ίσως χωρίσουμε το μεγάλο σαλόνι σε βιβλιοθήκη και καθιστικό. Ο Νόα δείχνει ελαστικός» του είπε.
«Με την εξωτερική διαμόρφωση τι θα κάνετε; Μήπως να το συζητήσετε κι αυτό τώρα που είναι ελαστικός;» επανέλαβε τον χαρακτηρισμό γελώντας. Η Λέξι χαμογέλασε.
«Πιστεύω ότι η διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου και η πρόσοψη θα μας στείλουν στο ψυχιατρείο ή στη φυλακή. Οπότε σιγά σιγά. Ας γυρίσει με το καλό και βλέπουμε».
«Ξέρεις τι έχει συμβεί;».
«Μάλλον πέθανε ο πατέρας του».
«Και το λες έτσι ψυχρά;» την κοίταξε παραξενεμένος. «Πατριός σου δεν ήταν;»
«Τυπικά όχι. Δεν παντρεύτηκε τη μητέρα μου» του είπε εκείνη προσπαθώντας τεχνηέντως να αλλάξει θέμα. Δεν έπιασε όμως.
«Ήταν σπαστικός σαν το γιο του;» τη ρώτησε.
«Ναι, ναι» είπε η Λέξι. «Αυστηρός και τέτοια». Άλλαξε το σταθμό και έβαλε επίτηδες μουσική που ήξερε ότι θα τον προκαλέσει, μήπως και ξεχαστεί.
«Τι βλακεία έβαλες;» έπεσε εκείνος στην παγίδα.
«Δεν ξέρεις τι λες» του είπε ζεστά. «Είναι φοβερή μπαλάντα». Ο Μπιλ δεν επέμεινε. Ήταν πολύ ευγενικός και υποχωρητικός μαζί της. Τη λάτρευε αλλά κι εκείνη το ίδιο.

Κάθισαν στο μπαρ και παρήγγειλαν μπίρες και μια ποικιλία με κρέας. Έφαγαν με όρεξη αλλά η Λέξι δεν ήπιε πολύ γιατί σκόπευε να πάρει ένα παυσίπονο πριν κοιμηθεί.
«Λέξι μου, γιατί κοιτάς συνεχώς την οθόνη του κινητού σου;» διέκοψε τις σκέψεις της ο φίλος της. Τον κοίταξε ντροπαλά, λες και την έπιασε με το δάχτυλο στο βάζο με το γλυκό. «Αν θες να του τηλεφωνήσεις, γιατί δεν το κάνεις;» την παρότρυνε. Η Λέξι κοκάλωσε. Ο Μπιλ δεν την είχε συνηθίσει σε διορατικές παρατηρήσεις και βαθιές συζητήσεις. Ήταν πανέξυπνος, φυσικά, αλλά μάλλον από διακριτικότητα, σπάνια αναφερόταν στα προσωπικά της και στο οικογενειακό παρελθόν της γιατί είχε νιώσει ότι κάτι προσπαθούσε να του κρύψει. Αλλά αυτό το σχόλιο την έκανε να καταλάβει ότι οι όμορφες μέρες όπου μπορούσε να φοράει το προσωπείο της χαρούμενης είχαν τελειώσει…
«Δεν ξέρεις τι λες» του είπε. Εκείνος ήπιε μια γερή γουλιά και άδειασε την μπίρα του λες και έπαιρνε δύναμη.
«Ξέρω τι λέω. Και νομίζω ότι είναι καιρός να σταματήσεις να κρύβεσαι κι από μένα και από τον εαυτό σου τον ίδιο. Πες μου» είπε επιτακτικά.
«Δεν έχω να σου πω κάτι».
«Πες μου» επέμεινε εκείνος σχεδόν αυστηρά. «Γιατί δεν τον παίρνεις τηλέφωνο; Γιατί φοβάσαι να δείξεις ότι ενδιαφέρεσαι;».
«Δε φοβάμαι. Απλώς δε με νοιάζει» του είπε αδύναμα. Ποιον κορόιδευε;
«Λέξι, τον έχω δει. Θυμάσαι;» της χαμογέλασε σατανικά. Η Λέξι δεν κρατήθηκε. Χαμογέλασε κι αυτή. «Ο άνθρωπος είναι…αλλού. Θες να μου πεις ότι δεν υπάρχει τίποτα; Ότι δεν υπήρξε ποτέ;». Η Λέξι κατέβασε απλά το κεφάλι. Δεν είχε τι να του πει.
«Απλώς μου άρεσε όταν ήμασταν μικρά. Τίποτα περισσότερο». Έπρεπε να του δώσει κάτι, αλλιώς θα τη σταύρωνε. Δε θα έκανε πίσω.
«Και τώρα; Το ξεπέρασες;» είπε εκείνος και έσφιξε το ποτήρι του στο χέρι του νευρικά. «Τι διάολο; Περιφέρεται μπροστά σου με αυτά τα στενά τζιν και τα φοβερά πουκάμισα και τολμάς να λες ότι δεν ενδιαφέρεσαι; Ο άνθρωπος έχει τα πιο όμορφα μάτια που έχω δει και το πρόσωπό του αξίζει να το ζωγραφίσει κάποιος. Χαζεύεις όταν τον κοιτάς. Μην το παίζεις αδιάφορη».
«Είσαι τόσο γκέι μερικές φορές» τον τσίμπησε στο μπράτσο, αλλά ο αντιπερισπασμός δεν έπιασε.
«Πάντα είμαι γκέι. Και το ωραίο είναι ωραίο. Ο άνθρωπος είναι κόλαση. Γιατί λοιπόν να μην το προσέξω; Και γιατί να μην το προσέξεις κι εσύ;».
«Έχει αφόρητο χαρακτήρα» είπε η Λέξι και αυτή τη φορά έλεγε αλήθεια.
«Ελα μωρέ! Κι αυτός το ίδιο θα λέει για σένα, αλλά είσαι γλυκύτατη» της είπε, αλλά πριν προλάβει να του χαμογελάσει την ξέρανε. «Με μένα και την Μπέτι».
«Δε με ενδιαφέρει να είμαι αρεστή».
«Ούτε και σε αυτόν φαντάζομαι».
«Μα τι κάνεις τώρα; Προξενιό; Τι σε μέλλει αν μου αρέσει ή όχι;» τον ρώτησε ξαναμμένη.
«Δε με μέλλει. Το θεωρώ δεδομένο ότι σου αρέσει. Απλώς με προβληματίζει για ποιο λόγο αντιστέκεσαι τόσο».
«Δεν αντιστέκομαι σε τίποτα. Άσε με ήσυχη».
«Έχεις μήνυμα» της είπε και η Λέξι άρπαξε το κινητό με τόση φόρα που κόντεψε να ρίξει το ποτήρι της. «Πλάκα σου κάνω» της είπε ο Μπιλ θριαμβευτικά.
Η Λέξι του έβγαλε γλώσσα. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Δεν την πείραζε που είχε δίκιο ο φίλος της. Την πείραζε που ήθελε να πάρει τηλέφωνο τον Νόα και να ακούσει τη φωνή του.
«Αν σε κεράσω μια μπίρα, έχει ο κακομοίρης καμία ελπίδα να τον πάρεις;» τη ρώτησε ο Μπιλ, σχεδόν θλιμμένος. Η Λέξι τον κοίταξε. Δεν ήταν σκληρή. Όχι. Ήξερε πολύ καλά γιατί αντιστεκόταν σε μια έλξη που την είχε σκοτώσει ήδη μια φορά.
«Καμία ελπίδα» του είπε και κούνησε το κεφάλι της. «Με όλο το αλκοόλ του κόσμου, εγώ δεν ξαναμπλέκω μαζί του».
«Μίλα μου» της είπε απλά ο φίλος της. Η Λέξι δεν άντεχε άλλη μάχη. Και του μίλησε.


Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 30-φύγε και μη γυρισεις

30

«Λέξι, άνοιξε» χτυπάω την πόρτα της αλλά δεν απαντάει. Ξέρω ότι έχει ξυπνήσει γιατί την άκουσα. Γιατί δεν ανοίγει; Χτυπάω ξανά. Τίποτα. Ανοίγω μια χαραμάδα και φωνάζω το όνομά της. Λείπει. Κάνω να γυρίσω προς το δωμάτιό μου και τη βλέπω τυλιγμένη με μια λευκή πετσέτα να βγαίνει από το μπάνιο νυχοπατώντας. Με βλέπει και κοκαλώνει λες και είδε φάντασμα.
«Ε…καλημέρα» ψελλίζει και τολμάει να κοκκινίσει. Μάλιστα.
«Λέξι, θέλω να σου πω κάτι και ίσως πρέπει να φύγω πιο νωρίς. Κι εσύ ίσως, αλλά…».
«Μπορώ να ντυθώ πρώτα;» μου λέει ξερά και τρέχει στο δωμάτιό της. Την ακολουθώ χωρίς δυσκολία. Κάνει μικρά και χαριτωμένα βήματα παρόλο που έχει πανύψηλα πόδια. Και υπέροχα. Ας μην το ξεχνάμε κι αυτό. Η γυναίκα δεν παίζεται.
«Θέλω να μιλήσουμε» της λέω επίμονα αλλά δε μου δίνει σημασία.
«Βγες έξω» με διατάζει. Γελάω.
«Τίποτα που δεν έχω ξαναδεί» της λέω. Ντρέπομαι για τον τρόπο μου αλλά με εκνευρίζει αυτή η γυναίκα.
«Οι ορμόνες στην εφηβεία σε οδηγούν σε τρελές αποφάσεις» μου λέει αδιάφορα και κρύβεται πίσω από ένα παραβάν για να ντυθεί. Πού βρέθηκε αυτό το καταραμένο εδώ μέσα;
«Αυτό θα φταίει» της απαντάω. Δεν ξέρω αν το εννοώ. Αν είναι αλήθεια. Δε θέλω να καταλάβει όμως πόσο αμφιβάλλω.
«Πρέπει να φύγω» της λέω βιαστικά. Η συζήτηση, κάθε συζήτηση μαζί της, τραβάει πολύ. «Με χρειάζεται ο πατέρας μου. Έπαθε…άλλο ένα καρδιακό επεισόδιο και οι γιατροί λένε ότι δε θα τα καταφέρει» εξηγώ χωρίς να νιώθω άσχημα. Κάποτε ένιωθα ενοχές που δεν με ένοιαζε αν ζει ή πέθανε. Τώρα πια έχω συμβιβαστεί με την ιδέα ότι αυτός είναι ο πατέρας μου. Αν ζει, χαίρομαι. Αν πεθάνει, δε θα διαλυθεί ο κόσμος μου.
«Λυπάμαι» μου λέει ξερά. Δεν το εννοεί. Κάτι μου διαφεύγει. Κάποιο επεισόδιο έχω χάσει. Το κατάλαβα μετά το δυστύχημα.
«Ξέρω ότι έχεις πολλά χρόνια να τον δεις. Θυμάμαι πόσο σου είχε αδυναμία» της λέω απλά. Τη βλέπω να με κοιτάει και να ζαρώνει. Φοράει ένα στενό τζιν και ένα μακό μπλουζάκι. Βλέπω πάλι την 16χρονη κοπέλα που εισέβαλε στη ζωή μου με ορμή πριν από μερικά χρόνια και με άλλαξε. Μόνο που αυτή τη φορά δε με κοιτάει με κρυφό θαυμασμό, αλλά με κάτι άλλο. Ειρωνεία; Σαρκασμό; Αηδία;
«Πολλή αδυναμία. Περισσότερη από όση έπρεπε» μου λέει αλλά δε συνεχίζει. Ερωτηματικά γεμίζουν το μυαλό μου αλλά δεν επιμένω. Δεν έχω χρόνο.
«Λέξι, θα τα καταφέρεις εδώ χωρίς εμένα;». Με κοιτάει και σουφρώνει τα χείλη της. Με κοροϊδεύει από μέσα της και το βλέπω.
«Πιστεύω ναι» απαντάει απλά. Εκτιμώ ότι τιθασσεύει την ειρωνεία της.
«Αν ο πατέρας μου φύγει θα λείψω και για την κηδεία» την ενημερώνω για να αντιδράσει. Αλλά δεν το κάνει. Δε μου προσφέρει ένα λόγο συμπάθειας και κατανόησης. Μάλιστα. Βέβαια κι εγώ δεν της στάθηκα όταν σκοτώθηκε η μητέρα της. Πότε ήταν; Η Λέξι πρέπει να ήταν 20 ετών. Οδηγούσε ο πατέρας μου και ήταν μεθυσμένος. Δεν είχα πάει στην κηδεία για να αποφύγω να δω τον πατέρα μου. Τσακωνόμασταν πολύ τότε επειδή έπινε και δε δεχόταν βοήθεια. Δεν καμαρώνω που δεν πήγα στην κηδεία της μητέρας της. Ούτε που στρώθηκα στο διάβασμα ξεχνώντας ότι πίσω μου είχα αφήσει έναν πατέρα που καταστρεφόταν και μια κοπέλα που ζούσε με έναν αλκοολικό πατριό και μια υπερφίαλη μητέρα.
«Λέξι, νιώθω ότι κάτι δεν καταλαβαίνω» λέω. Τα μάτια της έχουν αδειάσει από συναίσθημα. Σαν να την έχει χτυπήσει το ρεύμα. Στέκεται απλά εκεί, χωρίς να αντιδράει.
«Τίποτα» μου λέει μηχανικά και μαζεύει τα μαλλιά της σε μια αλογοουρά. Αποφεύγει το βλέμμα μου τώρα.
«Πρέπει να φύγω» της λέω. Δε μου απαντάει. Με κάνει έξαλλο αυτή η αδιαφορία της. Νιώθω σαν να μην υπάρχω. Θέλω να την προκαλέσω. Κάτι.
«Φύγε» μου λέει ήρεμα. Στέκομαι εκεί. Τι περιμένω άραγε; Να τρέξει και να με φιλήσει; Να με σφίξει πάνω της και να μου πει να μη φύγω; ‘Η να την πάρω μαζί μου; Τι ακριβώς με βιδώνει στο πάτωμα και αδυνατώ να ξεκολλήσω το βλέμμα μου από πάνω της; Μα τω Θεώ αυτή τη στιγμή έχει στο πρόσωπό της μια μελαγχολία που μου θυμίζει πίνακα ζωγραφικής.
«Μήπως με θες κάτι πριν φύγω;» είμαι τελείως γελοίος. Ειλικρινά με εκπλήσσω. Τι άλλο θα της πω για να επιβραδύνω την αναχώρησή μου; Ο πατέρας μου με χρειάζεται. Τι κάνω εδώ;
«Όχι» λέει απλά. Δε με βοηθάει καθόλου. Δεν καταλαβαίνει πόσο μπερδεμένος είμαι;
«Δε σε πειράζει που θα φύγω ε;» φεύγει από το στόμα μου. Πετρώνω τη στιγμή που με κοιτάει και αρχίζει να γελάει.
«Όχι» μου λέει γελώντας υστερικά. «Μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα» με ειρωνεύεται.

Δεν ξέρω τι να της απαντήσω. Ντρέπομαι ξανά. Αλλά φεύγω.



Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 29-μικράκι

29

«Κράτα το φακό» είπε ο Νόα λίγο πριν κάνουν το πρώτο βήμα μέσα στο υπόγειο. Περπατούσε εκείνος μπροστά για να την προστατεύει, αλλά χρειαζόταν τα χέρια του για να ψηλαφεί το χώρο. Η ατμόσφαιρα ήταν πυκνή και η υγρασία σε έκανε να ανατριχιάζεις. Ο μόνος φακός που είχαν βρει στο πάνω σπίτι ήταν σχετικά μικρός και δε φώτιζε καλά τον τεράστιο χώρο.
«Μάλιστα» είπε εκείνη απρόθυμα. Είχε αντισταθεί στο να κατέβει αλλά τελικά δέχτηκε. Ήθελε πολύ να δει τι υπήρχε εκεί αλλά την προβλημάτιζε…η παρέα.

Προχώρησαν μέσα στο πυκνό σκοτάδι με μόνο βοήθημα την ισχνή δέσμη φωτός που έβγαζε ο φακός. Τριγύρω τους υπήρχαν ογκώδη αντικείμενα καλυμμένα με σελοφάν και σεντόνια. Ο Νόα κοίταξε μερικά.
«Έπιπλα» της είπε και της έδειξε ένα απίθανο σκαλιστό τραπέζι και μια κουνιστή πολυθρόνα.
«Πανέμορφο» σχολίασε η Λέξι για το τραπέζι, μαγεμένη από τη λεπτομέρεια. Σκέφτηκε ήδη ένα χώρο όπου θα ταίριαζε αλλά δεν του είπε τίποτα. Σίγουρα θα της έφερνε αντίρρηση.

Συνέχισαν να περπατάνε στο χώρο πλάι πλάι για να μοιράζονται το φως του φακού. Η Λέξι άνοιξε ένα κουτί προσεκτικά. Ήταν γεμάτο παλιές φωτογραφίες.
«Κλότσα πρώτα» της είπε εκείνος αυστηρά. «Αν υπάρχει κανένα ποντίκι, να πεταχτεί έξω».
«Σταμάτα να με τρομάζεις!» του είπε εκείνη αλλά σημείωσε νοερά αυτό που της είπε. Είχε πολύ δίκιο.

Χάζεψε λίγο τις φωτογραφίες. Ήταν από διάφορες εποχές. Κάποιες ήταν ασπρόμαυρες αλλά υπήρχαν και λίγες ξεθωριασμένες έγχρωμες.
«Δες τη Λινέτ μικρή!» του έδειξε. Εκείνος έριξε μια αδιάφορη ματιά. «Είναι όμορφη. Μοιάζει με τη Λίσα εδώ» του είπε, αλλά εκείνος δεν απάντησε. Περίμενε να ρίξει έστω μια δεύτερη ματιά όταν άκουσε το όνομα της Λίσα, αλλά δεν το έκανε.
Έκλεισε το κουτί και τον ακολούθησε. Το βλέμμα του τράβηξε ένα πιάνο.
«Αυτό θα ανέβει πάνω» είπε κοφτά.
«Δουλεύει;» τον ρώτησε εκείνη.
«Όλα φτιάχνονται» είπε εκείνος αποφασιστικά.
«Όχι και όλα» μουρμούρισε η Λέξι. Την κοίταξε φευγαλέα αλλά δε σχολίασε τίποτα.

Στην άλλη άκρη του υπογείου, στο πιο απομακρυσμένο σημείο από την πόρτα, βρισκόταν ένα σεντούκι. Ευτυχώς δεν είχε κλειδαριά. Ο Νόα πήγε να το ανοίξει αλλά η Λέξι τον έσπρωξε. Επιδεικτικά κλότσησε το σεντούκι μπροστά του.
«Μην το ξεχνάς» του είπε ειρωνικά. Εκείνος ξεφύσησε αποδοκιμαστικά.
«Εξυπνάδες» της είπε μόνο.

Έψαξαν το περιεχόμενο με περιέργεια μικρών παιδιών.
«Αυτό που κάνουμε δεν είναι σωστό» είπε η Λέξι γεμάτη ενοχές.
«Νιώθουμε την ενέργεια του χώρου» απάντησε ο Νόα περιπαικτικά.
«Μου αρέσει που βρίσκεις πάντα δικαιολογία σε όλα» είπε εκείνη απλά. «Μου αρέσει που ντύνεις τις παρανομίες με μια ωραία διακόσμηση».
«Εμένα μου αρέσει που με κρίνεις την ίδια στιγμή που ανυπομονείς να ψάξουμε πιο βαθιά» της είπε. Η Λέξι ανατρίχιασε με την ευθύτητά του. Είχε δίκιο.
«Είσαι αφόρητος» του είπε.
«Κράτα τον φακό» τη διέταξε και της τον έδωσε ξανά. Τον είχε πάρει κάπου στη μέση της αναζήτησης.

Σήκωσε τα μανίκια του και έψαξε πιο βαθιά στο σεντούκι. Η Λέξι παρατήρησε τα χέρια του. Τα τατουάζ του ήταν εκεί που τα είχε αφήσει. Ένα μάτι στον πήχυ του, ένα παράξενο σχέδιο στις φλέβες του αριστερού καρπού. Άραγε είχε προσθέσει άλλα;
«Τι ακριβώς ψάχνεις;» του είπε τελικά. «Δείχνεις πολύ παθιασμένος».
«Αυτό είναι το modus operandi μου. ‘Η πάθος ή τίποτα» της είπε και της έκλεισε το μάτι. Η Λέξι δεν απάντησε. Κάποτε νόμιζε ότι είχε νιώσει κάτι από αυτό, αλλά αν έκρινε από τον καινούργιο Νόα, δεν είχε πάρει τίποτα δικό του.
Η Λέξι έχωσε κι αυτή τα χέρια της μέσα στα αντικείμενα, χαζεύοντας μερικές πορσελάνινες κούκλες και ένα παλιό ρολόι.
«Δεν έχει ράβδους χρυσού» είπε εκείνος τάχαμ απογοητευμένος.
Η Λέξι γέλασε λιγάκι.
«Εχουμε μια ευκαιρία ακόμα» του είπε, δείχνοντας ένα κουτί μέσα στο σεντούκι, δεμένο με μια κόκκινη κορδέλα. Ο Νόα το πήρε στα χέρια του και το άνοιξε. Ήταν γεμάτο κιτρινισμένους φακέλους. Γράμματα. Γράμματα. Ατελείωτα γράμματα. Γράμματα εραστών από ο,τι έδειχναν οι δυο τρεις γραμμές που διάβασαν.
«Δεν έχεις περιέργεια;» τον παρότρυνε, όταν τον είδε να ξαναβάζει τα γράμματα στο κουτί.
«Όχι» της είπε αυστηρά, σχεδόν θυμωμένος. Το πρόσωπό του είχε αλλοιωθεί από κάτι. Μια καταιγίδα είχε ξεσπάσει στα μάτια του. Πώς άλλαξε τόσο πολύ και τόσο γρήγορα;  «Κάποια μυστικά καλά θα κάνουν να μείνουν θαμμένα» της είπε και έκλεισε με φόρα το σεντούκι..


κεφάλαιο 28-Μινι μάους

28
«Ε εντάξει, τώρα το παράκανες» είπε ο Νόα μπουκάροντας στο δωμάτιό της το επόμενο πρωί, σχετικά αργά. Η Λέξι δεν είχε ακουμπήσει την σούπα που της είχε αφήσει στο κομοδίνο της το προηγούμενο βράδυ. Έκανε τάχαμ ότι κοιμόταν αλλά τον άκουσε. Τον ένιωσε όταν τη σκέπασε, κι ας μην έκανε κρύο. Η κίνηση αυτή της θύμισε πολλά. Τόσο πολλά που όταν βγήκε από το δωμάτιο έβαλε τα κλάματα.
«Τι θες; Βγες έξω» τον διέταξε η Λέξι, αλλά εκείνος ούτε καν ανοιγόκλεισε τα μάτια του.
«Σκοπεύεις να μείνεις εδώ μέσα μέχρι μεθαύριο το βράδυ;» τη ρώτησε. Η Λέξι βόγκηξε. Μέχρι μεθαύριο βράδυ, θυμήθηκε. «Δεν έφαγες. Γιατί;» τη ρώτησε, κοιτώντας το γεμάτο μπολ. Η Λέξι ήθελε να του ουρλιάξει ότι το στομάχι της ήταν κόμπος μετά από όλα όσα του είχε πει. Όσα του είχε εκμυστηρευτεί πάνω στα νεύρα της. Ήθελε να του πει κι άλλα, να τα βγάλει επιτέλους από μέσα της μήπως και ηρεμούσε κάποια στιγμή και συνέχιζε τη ζωή της. Να του εξηγήσει τι είχε συμβεί το βράδυ της φωτιάς, πώς ένιωσε όταν ξύπνησε και εκείνος είχε φύγει, να του πει ότι δεν είχε καταλάβει τίποτα από αυτά που ένιωθε για εκείνον. Ένα σωρό πράγματα. Μόνο που ντρεπόταν. Όπως τότε, όταν τον έβλεπε να περπατάει στο σχολείο λες και του ανήκε όλη η γη και προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή του.
«Δεν πεινάω» του είπε και το εννοούσε.
«Κατέβα να κάνουμε μια βόλτα στο χώρο. Να δούμε μερικά πράγματα. Μην κάνεις σαν παιδί» της είπε ήρεμα. Η Λέξι τον κοίταξε προσεκτικά. Είχε φορέσει ένα μαύρο τζιν και καρώ πουκάμισο, αλλά ήταν ξυπόλυτος. Είχε χρόνια να δει τα πόδια του. Για άντρας, είχε πολύ καλοσχηματισμένα δάχτυλα. Όλα πάνω του ήταν όμορφα και αρμονικά. Εκείνος έκατσε στο κρεβάτι της, δίπλα της. Η Λέξι ανακάθισε.
«Κάνε εσύ και πες μου τι είδες» είπε ειρωνικά.
«Γιατί κάνεις έτσι;» θύμωσε εκείνος απότομα. «Τι θες; Παρακάλια;» ύψωσε τον τόνο της φωνής του. Ο Νόα σπάνια φώναζε, αλλά όταν το έκανε ήξερες ότι ήταν έξαλλος. «Ηρθαμε να κάνουμε μια δουλειά, όχι να μιλάμε για το παρελθόν. Σου είπα!» τόνισε «ότι δε θα αναφέρω αυτό που μου είπες ποτέ ξανά. Δεν το πιστεύω. Οπότε σήκω από το κρεβάτι και σταμάτα να κρύβεσαι!».
«Δεν κρύβομαι. Πώς τολμάς;» επιχείρησε να πει η Λέξι αλλά τη διέκοψε πάλι.
«Ντύσου και πάμε κάτω. Ανακάλυψα μια μικρή πόρτα που κατεβάζει στο υπόγειο. Αναρωτιέμαι τι να έχει» είπε με ενθουσιασμό. Η Λέξι ανυπομονούσε να εξερευνήσει το σπίτι. Ήταν ένα αρχιτεκτονικό διαμάντι. Αλλά όχι μαζί του. Τον έτρεμε. Την έκανε να νιώθει τελείως απροστάτευτη.
«Θα κατέβω» είπε απλά και εκείνος εξαφανίστηκε από το δωμάτιο.

Σε μισή ώρα και αφού είχε κάνει ένα ντους με χλιαρό νερό γιατί οι σωληνώσεις είχαν ένα πρόβλημα, κατέβηκε στον κάτω όροφο όπου τον βρήκε να την περιμένει διαβάζοντας εφημερίδα.
«Βγήκες έξω;» τον ρώτησε έκπληκτη.
«Δεν είμαστε φυλακισμένοι. Σου πήρα μερικά περιοδικά» της είπε και της έδειξε μερικά πάνω στο τραπεζάκι. Είχε διαλέξει ένα περιοδικό μόδας, ένα διακόσμησης και ένα με πολιτική. Μπράβο, σκέφτηκε από μέσα της. Νόα-φαλλοκρατισμός 2-0.
«Ευχαριστώ» μουρμούρισε απλά και έφαγε δύο μπισκότα από μια πιατέλα. Ένα φλιτζάνι καφέ μετά και εκείνος την κοιτούσε με ανυπομονησία.
«Πάμε στο υπόγειο;» έτριψε τα χέρια του.
«Κι αν έχει κανα ποντίκι; Άσε με! Πήγαινε εσύ!» του είπε.
 Την κοίταξε για λίγο σκεπτικός.
«Εσύ δε φοβόσουν τα ποντίκια» της είπε απλά. Διάολε, είχε ξεχάσει τίποτα;
«Άλλο τότε, άλλο τώρα» του είπε ειρωνικά.
«Ας το ελπίσουμε» είπε όλο υπονοούμενο. Η Λέξι κατάπιε τη γλώσσα της. Της έλεγε ότι ήλπιζε ότι δεν τον αγαπούσε ακόμα; Μα αυτός είχε πει ότι δεν την πίστεψε. Τι μπέρδεμα.
«Νόα, δε θέλω να περνάμε χρόνο μαζί» του είπε τελικά. Ήταν αλήθεια και ψέμα μαζί.
«Δε νιώθω άνετα. Μου είναι αφόρητο να συνεργαζόμαστε στενά. Σκέφτομαι όλα όσα έχουν γίνει και…σκάω!».
«Κι εγώ νιώθω εξίσου άσχημα αλλά κάνω τη δουλειά μου και το ίδιο απαιτώ και από σένα. Πρέπει να δείξεις επαγγελματισμό. Αυτή τη στιγμή δεν είμαστε δύο πρώην συγκάτοικοι, αλλά δύο επαγγελματίες» της θύμισε. Ώστε έτσι, σκέφτηκε η Λέξι. Πρώην συγκάτοικοι.
«Ε τότε πήγαινε εσύ στο υπόγειο και εγώ πάω στη σοφίτα» του είπε. «Ας μη χάνουμε χρόνο». Συμπλήρωσε μελιστάλαχτα. «Δεν είναι ανάγκη να πηγαίνουμε μαζί παντού».
Τον είδε ότι κόμπιασε και το ευχαριστήθηκε. Αλλά δεν κράτησε πολύ.
«Είναι σημαντικό να το δούμε μαζί το σπίτι, όχι χώρια. Θα μας κάνει καλό μια δραστηριότητα συλλογική».
«Είμαι σίγουρη ότι απλώς θέλεις να κάνεις τον καλό στους Κίναν» τον προκάλεσε.
«Αυτό το λέει η μελλοντική ερωμένη ενός γηραιού μέλους;» απάντησε εκείνος χαιρέκακα.
«Αυτό με ρωτάει ο νυν εραστής ενός νεαρού μέλους;» απάντησε εκείνη εξίσου σκληρά. Πώς είχε φτάσει εδώ η συζήτηση;
«Τι;» είπε εκείνος εκνευρισμένος και την πλησίασε. Όχι πολύ. Μόνο ένα βήμα αλλά η Λέξι ένιωσε να πνίγεται. «Τι είπες;» τη ρώτησε βραχνά. «Υπονόησες ότι εγώ…ότι τώρα…».
«Έχω μάτια και βλέπω. Όλο στο σπίτι σου είναι. Και είναι νέα και όμορφη. Άσε που θα ανεβάσεις τις μετοχές σου στην οικογένεια. Κίνηση ρουά ματ» του είπε σκληρά. Την κοίταξε λίγο. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα όπου τα μάτια του σκούρυναν επικίνδυνα.
«Νιώθω την επιθυμία να σε χαστουκίσω» είπε εκείνος τρίβοντας τις παλάμες του. Η Λέξι δε φοβήθηκε καθόλου όμως.
«Μην ανησυχείς. Δε θα πω στην οικογένεια ότι η μικρή μπαινοβγαίνει στο γραφείο και στο σπίτι σου» του είπε.
«Δεν έχεις ιδέα τι λες. Κόφτο, πριν θυμώσω».
«Δε σε φοβάμαι, Νοα» του είπε και χαμογέλασε με θράσος. «Μπορείς να κοιμηθείς ακόμα και με τον Ομπάμα. Και πάλι δε θα σε φοβηθώ».
«Με τον Ομπάμα;» τη ρώτησε εύθυμα. Συνέχισε να βράζει όμως.
«Δεν ξέρω πού μπορείς να φτάσεις για λίγη ανέλιξη».
«Δε χρειάζομαι βοήθεια για να ανελιχθώ».
«Τότε τι; Τη θες μόνο για σεξ;» τον ρώτησε, χωρίς να θέλει να ακούσει την απάντηση.
«Μπορεί» χαμογέλασε εκείνος. «Μπορεί να τη θέλω μόνο για σεξ» της είπε και έκανε άλλο ένα βήμα μπροστά. «Ζηλεύεις;» τη ρώτησε. Η Λέξι δεν κατάφερε να πάρει ανάσα όσο κι αν προσπάθησε. Την είχε γραπώσει. Τελείως.
«Εσένα ή αυτή;» ρώτησε η Λέξι στάζοντας αδιαφορία. Επιφανειακά τουλάχιστον.
«Εμένα» της είπε και πλησίασε κι άλλο λίγο. Τώρα μύριζε σχεδόν το λαιμό του. Ήταν πολύ κοντά της. Πολύ κοντά για να μπορεί να σκεφτεί λογικά και να εκφέρει λόγο.
«Είσαι τρελός» τον κατηγόρησε. Εκείνος γέλασε.
«Το ξέρω» της είπε και σοβάρεψε ξαφνικά, λες και τον είχε χτυπήσει το ρεύμα. «Το ξέρω ότι είμαι τρελός» επανέλαβε αργά, λες και πονούσε.


Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 27-στο κεφάλι του Νόα. Το πάνω.

27

Ηρέμησε, Νόα. Ηρέμησε. Παίζει με το μυαλό σου. Ποιος ξέρει τι βρώμικο σχέδιο έχει σκαρφιστεί. Σού πέταξε τη βόμβα και σε άφησε να βουρλίζεσαι. Όχι, μην υποκύπτεις. Κλασική γυναικεία τακτική. Έχεις γνωρίσει αρκετές γυναίκες για να ξέρεις πότε σε χειραγωγούν.

Αποκλείεται να είναι αλήθεια αυτό που είπε. Είχα καταλάβει ότι ήταν τσιμπημένη. Εντάξει. Αυτό ήταν εμφανές. Στο σχολείο ήταν σχεδόν όλες μαζί μου. Αλλά όχι ότι με αγαπούσε και κουραφέξαλα. Όχι ότι την εγκατέλειψα! Και τι δηλαδή; Περίμενε να μη φύγω να σπουδάσω επειδή εκείνη είχε κολλήσει μαζί μου; Πότε της έδωσα ελπίδες; Πότε της υποσχέθηκα κάτι και δεν το κατάλαβα;

Καλή ηθοποιός σαν τη μάνα της όμως η άτιμη. Το βλέμμα της όσο μου έλεγε όλα αυτά τα ψέματα ήταν σχεδόν ειλικρινές. Για μερικά κλάσματα δευτερολέπτου την πίστεψα. Πιο πολύ από όλα όμως με τρόμαξε ότι αυτή η αποκάλυψη μού άρεσε. Ότι ήθελα να την πιστέψω.

Πού είναι τώρα; Άφησα τα πράγματά μου σε ένα δωμάτιο που θυμίζει σανατόριο. Όλα είναι ολόλευκα. Τα ελάχιστα έπιπλα είναι καθαρά αλλά τόσο παλιά που θέλουν πέταγμα.
Βγαίνω από το δωμάτιό μου και περιφέρομαι στον πάνω όροφο. Είναι αστείο. Ξέρω το σπίτι απέξω και ανακατωτά. Έχω περάσει ώρες κοιτώντας τα σχέδια, αλλά είναι σαν να το βλέπω πρώτη φορά. Χτυπάω μερικές πόρτες, αλλά δεν απαντάει.
Επιστρέφω στο δικό μου και πριν ανοίξω την πόρτα, κοντοστέκομαι. Αυτό είναι.
Χτυπάω στη δίπλα πόρτα. Δεν ακούω τίποτα. Μπαίνω μέσα χωρίς να περιμένω άλλο. Φυσικά. Έπρεπε να το σκεφτώ. Στο διπλανό δωμάτιο. Η δύναμη της συνήθειας.
«Μη μου πεις ότι θα κοιμηθείς από τις οκτώ» λέω εύθυμα στο σώμα που διαγράφεται κάτω από τα σκεπάσματα. Το δικό της δωμάτιο είναι πιο ζωηρό. Δε μου απαντάει.
«Δεν ωφελεί να κρύβεσαι» συνεχίζω να την πειράζω. Αναδεύεται λιγάκι και το κατάξανθο κεφάλι της ξεπροβάλλει από τα σκεπάσματα. Εικόνες πλημμυρίζουν το μυαλό μου από εκείνα τα βράδια.
«Έχω πονοκέφαλο» μου λέει και με μια χειρονομία μού δείχνει την πόρτα. Την αγνοώ.
«Έχεις σκοπό να αγνοήσουμε τελείως αυτό που είπες; Πετάς μια βόμβα και μετά κρύβεσαι;» επιμένω. Με κοιτάει και το πρόσωπό της αλλάζει χρώματα.
«Δεν κρύβομαι» λέει. Το βλέπω ότι έχει χάσει την συνηθισμένη ευγλωττία της. Πόσο καλά το παίζει…!
«Έχω μερικές απορίες» της λέω και πλησιάζω στο κρεβάτι της. Κάθομαι σε μια πολυθρόνα και την σέρνω κοντά της.
«Θέλω να ξεχάσεις ό,τι σου είπα. Ντρέπομαι πολύ. Έχουν περάσει χρόνια και νιώθω πολύ χαζή και για τότε και για τώρα» μου λέει. Της γνέφω σκεπτικός. Ένας κύριος θα το άφηνε να περάσει. Αλλά εγώ δεν είμαι τέτοιος μαζί της. Δεν της αξίζει.
«Δεν πιστεύω λέξη από όσα μου είπες, οπότε μη νιώθεις άσχημα. Είσαι μια ψεύτρα. Απλώς αναρωτιέμαι ποιος ο λόγος για τόσα ψέματα» της λέω προκλητικά. Το κάτω χείλος της τρεμοπαίζει για λίγο. Τα μαλλιά της είναι λυτά και λούζουν τους ώμους της. Φοράει ένα απλό πιτζαμάκι αν βλέπω καλά. Αναρωτιέμαι τι εσώρουχα φοράει. Εστίασε, Νοα. Πάλι σε τραβάει κοντά της, σαν σειρήνα.
«Αναρωτιέμαι τι κακό έχω κάνει» ξεφυσάει «και βρίσκομαι σε ένα ερημωμένο σπίτι με έναν άνθρωπο που με μισεί».
«Δε σε μισώ» τη διορθώνω. «Το μίσος είναι μεγάλη λέξη. Βαθύ συναίσθημα. Δε σου αξίζει».
«Μάλιστα. Τίποτα άλλο;» με ρωτάει με ένα βλέμμα που μου θυμίζει ελαφάκι. Δείχνει τόσο απροστάτευτη με την πιτζάμα της, κάτω από τα σκεπάσματα. Στην εφηβεία είχε μια άγρια ομορφιά, μια εσωστρέφεια που, περιέργως, απέπνεε φοβερή σιγουριά. Δε σκεφτόμουν ποτέ ότι είναι μόνη. Τώρα, ξαφνικά, συνειδητοποιώ ότι δεν έχει κανέναν. Ούτε και είχε ποτέ ουσιαστικά.
«Θα φάμε τίποτα;» τη ρωτάω αδιάφορα και τη βλέπω να εκνευρίζεται με την πεζή ερώτησή μου. Κι εγώ θα εκνευριζόμουν με την απότομη αλλαγή θέματος. Το κάνω επίτηδες. «Οι Κίναν έχουν κανονίσει ένα κέτερινγκ. Απλώς θα πάρουμε τηλέφωνο και θα πούμε τι θέλουμε. Έχουν αφήσει ένα μενού. Εγώ λέω να πάρω μπιφτέκια» συνεχίζω ανάλαφρα, λες και δε μου είχε ποτέ πει ότι με αγαπούσε.
«Εγώ λέω να πάρω έναν υπνάκο, αν ξεκουμπιστείς» μου λέει ξερά. Χαμογελάω. Βρήκε τον εαυτό της.
«Πρέπει να φας αν έχεις πονοκέφαλο. Θα σου κάνει καλό» επιμένω. Μην πεθάνει και της πείνας. Θέλω να την τυραννήσω.
«Εχω κράκερ στην τσάντα μου» μου απαντάει και χώνεται κάτω από τα σκεπάσματα. Γελάω. Κάνει σαν παιδί. Πιάνω τον εαυτό μου να διασκεδάζει.
«Θα σκάσεις» την προειδοποιώ.
«Να μη σε νοιάζει τι κάνω» μου λέει πεισμωμένη.
Αντιστέκομαι σε μια μαγνητική έλξη που μου προκαλεί το σχήμα της. Θέλω να τη χαϊδέψω λιγάκι. Είναι τρελό. Ταυτόχρονα θέλω να τη σκοτώσω και…
«Θα παραγγείλω και για τους δύο. Για εμένα μπιφτέκια και για σένα σούπα. Σου αρέσουν ακόμα ε;» τη ρωτάω. Καρφώθηκα. Ποιος ξέρει τώρα τι θα νομίσει. Δεν αντιδράει. Κοιμήθηκε κιόλας; Τραβάω το σεντόνι. Φαίνεται κλαμένη. Τι στο καλό συμβαίνει;
«Πάμε να φύγουμε» της λέω και σηκώνομαι απότομα. Το εννοώ. «Αν είναι να υποφέρεις, πάμε σπίτι» επιμένω. Σπίτι. Ποιο σπίτι; Κάποτε είχαμε ένα. Τώρα…
«Όχι, καλά είμαι» λέει και ρουθουνίζει. Με σκοτώνει. Με τρελαίνει αυτή η γυναίκα. Με αποσυντονίζει.
«Έλα κάτω να φάμε» της λέω ήρεμα. Με κοιτάει διστακτικά. «Δε θα αναφέρω τίποτα» της υπόσχομαι διαβάζοντας τη σκέψη της. Χαμογελάει λιγάκι. Το δωμάτιο φωτίζεται ξαφνικά. Είναι πανέμορφη.


Μου γνέφει θετικά. Συνεχίζω να θέλω να τη σκοτώσω, αλλά όταν χαμογελάει δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε το όνομά μου. Νόα. Σωστά;

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 26-παράνοιξε το στοματάκι

26

«Θα παραιτηθώ. Έχω δουλειά. Έχω μια μικρή επιχείρηση και θα τα καταφέρω. Ίσως δε γίνω πλούσια αλλά θα ζήσω αξιοπρεπώς. Δεν μου αξίζει αυτό» είπε η Λέξι κοιτώντας το χώρο τριγύρω της. Ο Νόα γελούσε από πίσω της. Ήθελε να τον σκοτώσει. Γιατί το είχε πάρει όλο αυτό τόσο αψήφιστα; Την έκανε να δείχνει τελείως τρελή στους Κίναν με αυτή την κουλ συμπεριφορά του. Το ίδιο έκανε και τώρα.
«Κοίτα γύρω σου» τον προέτρεψε. «Το σπίτι δεν έχει βασικά πράγματα» είπε έξαλλη. Ο Νόα ακολούθησε το βλέμμα της αλλά δεν έδειχνε τόσο σοκαρισμένος.
«Έχω εργαστεί εθελοντικά στην Νιγηρία, σε ένα χωριό με καλύβες. Χτίσαμε το πρώτο νοσοκομείο με ξύλα, πέτρες και ελάχιστο τσιμέντο. Τι μου λες τώρα…» ανέμισε το χέρι του αδιάφορα. Η Λέξι το έπαιξε αδιάφορη αλλά εντυπωσιάστηκε με αυτό που της είχε πει. Πόσα ήταν αυτά που δεν ήξερε; Είχαν περάσει πολλά χρόνια σκέφτηκε με πικρία. Δεν ήταν δυνατόν να τον βρει εκεί που τον άφησε. ‘Η μάλλον εκεί που την άφησε εκείνος. Γιατί εκείνος έφυγε. Όχι ότι θα ήθελε να του στερήσει τις σπουδές που του άξιζαν, αλλά ποτέ δεν ξεπέρασε τον τρόπο με τον οποίο έφυγε. Ένα ωραίο πρωί, σηκώθηκε από το κρεβάτι και έμαθε ότι είχε φύγει. Ήταν να φύγει μεσημέρι. Στις δέκα το πρωί όμως είχε ήδη φορτώσει το τζιπάκι του και είχε χαθεί. Και η ζωή της δεν ήταν ποτέ ίδια μετά από αυτό. Η Λέξι ξεφύσηξε. Πώς είχε ξεστρατίσει το μυαλό της έτσι πάλι;
«Εγώ δεν έχω κάνει ούτε κάμπινγκ» του είπε απλά. «Και δε θέλω να κοιμηθώ εδώ μέσα. Ανατριχιάζω» του παραδέχτηκε. Αυτό το σπίτι είχε μια παράξενη αύρα.
«Πρέπει να είναι το φάντασμα της προγιαγιάς Κίναν. Πέθανε στη γέννα και λένε ότι τα βράδια ουρλιάζει από τους πόνους της γέννας» της είπε και όταν την είδε να χλομιάζει ξέσπασε σε γέλια. «Μα είσαι τελείως χαζή;» την πείραξε. Η Λέξι χαμογέλασε αλλά μόνο για λίγο. Δεν ήθελε να τον κάνει να καταλάβει πόσο την συγκλόνιζε το γέλιο του.
«Ευτυχώς το καθάρισαν» παρατήρησε ξερά. Το σπίτι σε λίγο καιρό θα γινόταν γιαπί αλλά οι Κίναν είχαν μπει στον κόπο να το καθαρίσουν για να διευκολύνουν τη διαμονή τους. «Τι τρελή ιδέα όμως» συμπλήρωσε και ακούμπησε σε έναν παλιό καναπέ καλυμμένο με ένα λευκό πανί το μικρό σακιδιάκι της. Τη μιμήθηκε και εκείνος.
«Όχι και τόσο, αν το σκεφτείς» έβαλε το χέρι του απαλά στη μέση της και την έσπρωξε στο εσωτερικό. «Πρέπει να δούμε λίγο το χώρο και από μέσα. Πώς φωτίζεται για παράδειγμα. Θέλω επίσης και να δω μερικά έπιπλα πώς θα ταιριάξουν μετά στο χώρο. Κάποια θα τα αφήσουμε αλλά κάποια πρέπει να τα κρατήσουμε. Να, αυτό το τραπέζι είναι υπέροχο» της είπε και της έδειξε μια σκαλιστή ροτόντα κάτω από ένα πανί που είχε σηκώσει.
«Έχεις πολύ κλασικά γούστα»του είπε εκείνη και σούφρωσε τα χείλη της. «Είπαμε να κάνουμε ανακαίνιση. Όχι να αφήσουμε τα παλιά πράγματα μέσα».
«Ε τότε να πάμε στο ΙΚΕΑ. Να πάρουμε έναν άνθρωπο να συναρμολογήσει τα έπιπλα και τέλος» είπε και χτύπησε τις παλάμες του μεταξύ τους. Είχε όρεξη για πλάκα, αλλά η Λέξι έτρεμε. Έτρεμε στην ιδέα να περάσει χρόνο εκεί μέσα.
«Και τα δωμάτια; Πού θα κοιμηθούμε;» του είπε σχεδόν ψιθυριστά, όταν εκείνος είχε απομακρυνθεί από κοντά της για να δει κάτι.
«Πάμε πάνω» την προέτρεψε. «και σταμάτα να τρέμεις. Δε θα σε φάω» της είπε σχεδόν ειρωνικά. Η Λέξι αντέδρασε αμέσως.
«Δε σε φοβάμαι».
«Δε σου φαίνεται» την προκάλεσε.
«Νόα, μην το κάνεις πιο δύσκολο» του είπε σχεδόν παρακλητικά. «Αυτό που ζούμε είναι τρελό. Μην το χειροτερεύεις».
«Δε λες καλά που σου έτυχα εγώ» είπε εκείνος ανάλαφρα. «Φαντάσου να ήταν κάποιος άλλος εδώ. Κάποιος ξένος. Δε θα φοβόσουν;» τη ρώτησε. Η Λέξι σκέφτηκε πως περισσότερο φοβόταν τώρα.
«Νόα, μην…».
«Ενώ εμείς» τη διέκοψε χαμογελώντας «έχουμε συγκατοικήσει. Ξέρω τι να περιμένω».
«Με άφησες 16 χρονών και είμαι 27. Δε νομίζεις ότι έχουν αλλάξει μερικά πράγματα;»  τον ρώτησε καυστικά. Μέσα της όμως ήξερε ότι τουλάχιστον για εκείνη δεν είχαν αλλάξει πολλά.
«Τίποτα σημαντικό» της είπε και επιθεώρησε με θράσος το πρόσωπο και το σώμα της. Η Λέξι δεν αντέδρασε.
«Θα μου κάνεις τη ζωή κόλαση ε; Με εκδικείσαι;» τον ρώτησε απλά.
«Σου αξίζει νομίζω» της απάντησε. «Μου έκαψες το σπίτι. Τη ζωή μου. Τις αναμνήσεις μου» συνέχισε να τη χτυπάει με τις λέξεις του.
«Δεν έχεις ιδέα τι λες. Κι αν εγώ όπως λες έκαψα το σπίτι σου, εσύ!» του είπε και ακούμπησε τον δείκτη της στο στέρνο του «εσύ έκαψες την καρδιά μου» παραδέχτηκε για πρώτη φορά ειλικρινά, και πιεσμένη από όλη αυτή την τρέλα που ζούσε εδώ και τόσο καιρό μαζί του, από τα ατελείωτα σχόλια και τα πειράγματα, τα υπονοούμενα και τις αναμνήσεις, τον πόνο που ποτέ δεν καταλάγιασε μέσα της, δάκρυσε. Δεν κατάφερε να το πνίξει και δάκρυσε. Μπροστά του, ενώ εκείνος την κοιτούσε αποσβολωμένος.
«Εγώ, δεν…» ξεκίνησε να της λέει αλλά τον σταμάτησε.

«Εσύ τι; Δεν ήξερες ότι σε αγαπούσα;» του είπε, μιλώντας ειλικρινά και παίρνοντας δύναμη από το σοκαρισμένο βλέμμα του. «Ότι τη μέρα που έφυγες σαν τον κλέφτη με σκότωσες; Δεν ήξερες ότι σκόπευα να έρθω να σε βρω όταν θα τέλειωνα;» συνέχισε και με κάθε λέξη της το στόμα του άνοιγε περισσότερο. «Γελοίε» του είπε τελικά, σχεδόν απογοητευμένη μαζί του. «Τολμάς και μιλάς για μερικά ντουβάρια. Αυτά χτίζονται. Εγώ όμως;» του χαμογέλασε και αφού πήρε το τσαντάκι της ανέβηκε δύο δύο τα σκαλιά για τον πάνω όροφο, ψάχνοντας λίγη ηρεμία μετά την άγρια καταιγίδα.

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 25-μην κάνεις πως δε θυμάσαι...





«Γλυτώσαμε αυτή τη βλακεία με το γεύμα και κοίτα τι πάθαμε!» ξέσπασε η Λέξι. Ήταν έτοιμη να κλάψει από τα νεύρα της.
«Δεν θα είχε συμβεί τίποτα αν βάζατε νερό στο κρασί σας. Ήταν τώρα επαγγελματική συμπεριφορά αυτή;» είπε η Μπέτι με τόνο σοβαρό αλλά γελούσε από μέσα της και ήταν φανερό. Η Μπέτι συχνά έπαιζε το διαιτητή ανάμεσά τους και τους μάλωνε όταν ξέφευγαν από τα όρια. Αλλά αυτή τη φορά η Λέξι ένιωθε ότι δεν είχε φταίξει πουθενά.
 «Μα τι να έκανα; Είχαμε στείλει με μέιλ όλα τα θέματα που είχαμε με το σπίτι στον Κίναν και είχε απαντήσει με σαφείς οδηγίες για το τι ήθελε η οικογένεια. Αλλά απ’ ό,τι φαίνεται, ΚΑΠΟΙΟΣ» είπε φωνάζοντας για να την ακούσει εκείνος «αποφάσισε να δείξει πόσο εγωιστής είναι». Μερικά δευτερόλεπτα μετά μπήκε ο Νόα στο γραφείο της ήρεμα κι ωραία, λες και πήγαινε για καφέ.
«Με φώναξε κανείς;» είπε χιουμοριστικά και η Λέξι με κόπο κρατήθηκε και δεν του πέταξε κάτι. Της Μπέτι της ξέφυγε ένα γελάκι.
«Έπρεπε να περάσει το δικό σου ε;» του φώναξε έξαλλη. Είχαν γυρίσει μόλις από μια συνάντηση με την οικογένεια στο γραφείο του κυρίου Κίναν. Ήταν η κανονισμένη μηνιαία συνάντηση και τους έθεσαν για επιβεβαίωση όλα τα θέματα στα οποία είχαν διαφωνήσει. Η Λέξι ένιωθε θριαμβεύτρια γιατί ήξερε ότι οι Κίναν είχαν συμφωνήσει με τη δική της πλευρά στις περισσότερες περιπτώσεις. Μέχρι που πετάχτηκε σαν ελατήριο ο Νόα και επέμεινε για το θέμα της κουζίνας λες και ήταν θέμα ζωής και θανάτου.
«Το έκρινα σημαντικό» είπε εκείνος ήρεμα.
«Έχουμε ένα σωρό θέματα και κόλλησες εκεί; Χάρηκες τώρα; Χάρηκες που κατάλαβαν ότι δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε; Χάρηκες με αυτό που μας επέβαλαν;» του επιτέθηκε. Η Μπέτι κάθισε σε μια καρέκλα και τους κοιτούσε να τσακώνονται, όπως έκανε τόσο καιρό.
«Υπερβάλλεις ως συνήθως» είπε εκείνος αργά.
«Νόα! Ακούς τι λες;» φώναξε ξανά μήπως και τον ξυπνήσει αλλά μάταια. Έδειχνε να την κοιτάει λες και ήταν εξωγήινη. «Ενώ είχαμε ψιλοσυμφωνήσει σε όλα και είχαμε διατηρήσει μια κάποια αξιοπρέπεια, έπρεπε να επαναφέρεις το θέμα της ρημαδοκουζίνας;»
«Μα βαριόμουν λίγο» παραδέχτηκε και η Μπέτι γέλασε. Η Λέξι την αγριοκοίταξε.
«Αλήθεια;» σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος. «Νόμιζα ότι σε διασκέδαζε η Λίσα» του είπε. Η συμπεριφορά τους στη συνάντηση ήταν σχεδόν προκλητική. Η μικρή τον είχε συνεχώς από κοντά και τον άγγιζε στο μπράτσο. Τι αηδία, Θεέ μου.
«Με κατηγορείς για κάτι συγκεκριμένο; Να μπω στον κόπο να θυμώσω;» απάντησε ο Νόα βαριεστημένα.
«Σε κατηγορώ ότι χρησιμοποιείς την εμφάνισή σου για να επιβληθείς!» του είπε η Λέξι.
«Εγώ; Εσένα γλυκοκοιτάει ο Κίναν. Μην τα ξαναλέμε αυτά».
«Ναι, αλλά ήταν εμφανές ότι έθιξες το θέμα επίτηδες, ενώπιον της Λίσα, για να σε στηρίξει. Αυτή πάντα συμφωνεί με κάθε βλακεία που λες. Ο κύριος Κίναν έχει δική του άποψη».
«Ναι, τη δική σου άποψη».
«Λες βλακείες».
«Πώς κάνεις έτσι; Τελικά πέρασε το δικό σου» της είπε εκείνος.
«Ναι! Απλώς θα πρέπει να περάσω την κόλαση μαζί σου» του πέταξε και κάθισε βαριά στο γραφείο της. Η συζήτηση στην συνάντηση με τους Κίναν είχε εκτροχιαστεί. Η ένταση μεταξύ τους ήταν τόσο έντονη που ο κύριος Κίναν χρειάστηκε να πάρει μια πολύ ριζοσπαστική απόφαση.
«Τρεις μέρες είναι. Θα περάσουν» είπε  Μπέτι αλλά κανείς δεν γύρισε προς το μέρος της.
«Αν δεν συμπεριφερόσουν σαν παιδί δε θα χρειαζόταν τώρα να μείνουμε μαζί στην έπαυλη Κίναν» τον κατηγόρησε.
«Πρέπει να παραδεχτείς ότι μας άξιζε» γέλασε ο Νόα. Του έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. Ο άνθρωπος ήταν πολύ εκνευριστικός.
«Εμένα όχι» του είπε πεισματικά.

«Πρωτότυπη ιδέα πάντως» μονολόγησε η Μπέτι. «Εντυπωσιάστηκα». Η Λέξι ξεφύσηξε. Ήταν όλοι τρελοί ή ήταν ιδέα της;
«Δεν έχει ξαναγίνει στα χρονικά να σου επιβάλει ο εργοδότης σου να περάσεις χρόνο μέσα σε ένα μισοερειπωμένο σπίτι για να νιώσεις την ενέργειά του» είπε, τονίζοντας ειρωνικά τις τελευταίες λέξεις.
«Ίσως έπρεπε να το κάνουμε πριν ξεκινήσουμε. Θα μας έκανε καλό» είπε ο Νόα. Σοβαρολογούσε;
«Μα τι στο καλό; Πότε έγινες χίπης εσύ;» τον προκάλεσε. «Θα πάμε να περάσουμε χρόνο εκεί; Δεν ξέρω καν αν έχει τρεχούμενο νερό. Τι βλακείες είναι αυτές; Πού θα κοιμηθούμε;».
«Θα δούμε, Λέξι, μην κάνεις έτσι!» προσπάθησε να την ηρεμήσει αλλά δεν τον άκουσε.
«Από τη στιγμή που επέστρεψες στη ζωή μου την έχεις κάνει μαρτύριο» του είπε θλιμμένη. Η Μπέτι σηκώθηκε και βγήκε από το γραφείο μετά από αυτό. Ίσως ένιωθε ότι έμπαιναν σε βαθιά νερά.
«Σου το χρωστούσα φαντάζομαι» απάντησε εκείνος ξερά.
«Αυτό είναι; Με εκδικείσαι;» τον ρώτησε απεγνωσμένη για μια απάντηση.
«Όχι. Και για μένα δεν είναι ευχάριστο να κοιμάμαι σε ένα σπίτι άδειο» της είπε. «Αλλά ίσως μας κάνει καλό. Και σε εμάς και στο πρότζεκτ. Αν το ζήσουμε από μέσα, θα…»
«Είσαι τελείως τρελός».
«Το ξέρω» χαμογέλασε εκείνος.
«Θα συγκατοικήσουμε ξανά; Προτιμώ να παραιτηθώ» του είπε και το εννοούσε. Θα έκλαιγε. Ήταν κοντά.
«Δεν ήταν και τόσο άσχημα» της είπε μετά από μερικά δευτερόλεπτα. Τον κοίταξε. Κάτι στον τόνο της φωνής του την υποχρέωσε να αναζητήσει το βλέμμα του.
«Δεν ήταν πάντα άσχημα. Ειδικά τα βράδια» συνέχισε ακάθεκτος. Η Λέξι ένιωσε να ανατριχιάζει. «Ξέχασες τόσο γρήγορα;».

Η Λέξι δεν απάντησε. Η αναπνοή της είχε κοπεί και κάθε σκέψη της την έκανε να πονάει.

«Όχι» της είπε και χαμογέλασε θριαμβευτικά. «Όχι, δεν ξέχασες».

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 24-τζακούζι

24

«Δεν είσαι με τα καλά σου! Πρέπει να κλειστείς σε ψυχιατρείο!» μου φώναξε λες και είχε μπροστά της έναν ψυχοπαθή δολοφόνο με πριόνι. Με την άκρη του ματιού μου βλέπω την κακομοίρα την Μπέτι να κλείνει διακριτικά την πόρτα. Η κοπέλα πρέπει να έχει περάσει πολλά με ένα αφεντικό τρελό όπως δαύτη.
«Εγώ;» γελάω χωρίς να έχω όρεξη. Η γυναίκα που βρίσκεται μπροστά μου θυμίζει μαινάδα. Και ειλικρινά, δε θυμάμαι για ποιο λόγο ξεκινήσαμε να τσακωνόμαστε σήμερα. Εδώ και δέκα μέρες περνάμε περισσότερο χρόνο κοπανώντας ο ένας την πόρτα του άλλου και πετάγοντας φακέλους από γραφείο σε γραφείο παρά στους υπολογιστές μας. Δεν υπέγραψα για αυτό. Δεν περίμενα έναν τέτοιο πανικό. Ηλπιζα ότι θα καταφέρουμε να συνεννοηθούμε και αντί να βρούμε έναν τρόπο να συγκεράσουμε τις διαφορές τσακωνόμαστε σαν μικρά παιδιά.
«Εσύ!» τινάζει το κεφάλι της και μια τούφα ξεφεύγει από τον αυστηρό κότσο που έχει κάνει σήμερα. Κάθε μέρα τα μαζεύει αλλά τον τελευταίο καιρό το παρακάνει. Ανεξάρτητα με το πόσο εκνευριστική είναι, τα μαλλιά της είναι ένα αριστούργημα και έπρεπε να τα έχει μόνιμα κάτω. Είναι γεμάτα φυσικές ανταύγειες και είναι πολύ μακριά. Καλύπτουν την πλάτη της και φτάνουν κοντά στη μέση της. Καμιά φορά πιστεύω ότι σε αυτά τα μαλλιά κρύβεται η δύναμή της. Εστίασε, Νόα, εστίασε. Σε βρίζει για κάτι. Γιατί κοιτάς τα μαλλιά της;
«Ποιο είναι το πρόβλημα;» ψελλίζω διπλωματικά. Αυτό είναι. Δεν καρφώνομαι ότι δεν πρόσεχα αυτά που έλεγε. Οι τσακωμοί μας είναι τόσο συχνοί που πλέον δεν έχει πλάκα. Ψέματα. Έχει πολλή.
«Να μικρύνουμε την κουζίνα; Γιατί; Για να κάνουμε ακόμα μεγαλύτερο φουαγιέ; Θα παίζουν ποδόσφαιρο οι Κίναν;» λέει και θυμάμαι τελικά για ποιο λόγο είναι έξαλλη. Η κουζίνα. Αυτό είναι!
«Γιατί; Θα φτιάχνουν χειροποίητα τορτελίνια και θα πλένουν παρέα τα πιάτα μετά;» απαντάω με περίσσια δόση ειρωνείας. Κάπως πρέπει να δείξω σοβαρός. Μου έρχεται να γελάσω με τον τρόπο που με κοιτάει, λες και θέλει να με δείρει. Ειλικρινά, δεν έχω ιδέα ποια είναι η γυναίκα μπροστά μου. Αυτή δεν ήταν έτσι.
«Πάνω από όλα είναι το σπίτι των παππούδων τους. Πρέπει να παραμείνει ένα λειτουργικό σπίτι. Μέσα σε 400 τετραγωνικά δεν μπορούμε να έχουμε μια κουζίνα που θυμίζει καμπίνα πλοίου. Να μπορεί το σπίτι να οργανώσει μια δεξίωση. Τι θα τρώνε; Κρακεράκια;» λέει και γελάω. Για πλάκα δεν το είπε; Όχι μάλλον. Με αγριοκοιτάει πάλι.
«Μα δεν πρόκειται να μείνουν ποτέ μέσα! Εχει ο καθένας από καμιά δεκαριά ακίνητα! Το σπίτι θα στεγάσει το ίδρυμα. Δε χρειάζεται 40 τετραγωνικά κουζίνα με νησίδα και ξυλόφουρνο».
«Οφείλουμε να διατηρήσουμε τη γοητεία του σπιτιού. Δε θα αλλάξουμε τη διάταξη των δωματίων. Δε θα μεγαλώσουμε και δε θα μικρύνουμε τίποτα» λέει δυναμικά. Είτε παραγγέλνει καφέ, είτε μιλάει σε συνεργάτες, είτε σε μένα, έχει τον ίδιο τόνο. Χαλαρώνει ποτέ; Υπάρχει κάποιος που… Εστίασε, Νόα. Εστίασε.
«Δεν είναι λογικό να έχουμε τόσο μεγάλη κουζίνα. Έχουν περάσει τα χρόνια της δουλείας. Δε θα δουλεύουν δέκα μαύρες σκλάβες μέσα πια» της λέω.
«Και γιατί παρακαλώ να το κάνουμε;» βάζει τα χέρια στη μέση. Παρατηρώ ότι έχει βάψει τα νύχια της κόκκινα. Η μέση της είναι τόσο λεπτή που τα χέρια της σχεδόν συναντιούνται. «Το φουαγιέ θα είναι αχανές και ψυχρό».
«Είναι στο χέρι μας να το κάνουμε πιο θερμό» της λέω χαμογελώντας πονηρά. Δεν τσιμπάει. Δεν ξέρω γιατί το είπα. Μάλλον για να την προκαλέσω.
«Και όλα αυτά για να περάσει το δικό σου; Θα πρέπει να σπαταλήσουμε είκοσι ανθρωποώρες για να διαμορφώσουμε κάτι που είναι ήδη μια χαρά; Είσαι τελείως μη αποτελεσματικός» τολμάει. Θέλω να της πω ότι είμαι αποτελεσματικός. Γι’ αυτό είμαι ο νούμερο ένα αρχιτέκτονας εκεί έξω στον τομέα των αναπαλαιώσεων. Αλλά είμαι κύριος και δε θέλω να της το τρίψω στη μούρη. Ούτε αυτό, ούτε ότι της ξέφυγε κάτι στα σχέδια τις προάλλες.
«Κι εσύ είσαι ξεροκέφαλη. Και αυτό είναι πιο χρονοβόρο» της λέω. Με κοιτάει και δεν μιλάει. Τα μάτια της με επιθεωρούν με ένα βλέμμα που στάζει φαρμάκι. Ειλικρινά αναρωτιέμαι πώς να τολμάει και έχει τόσο θράσος, ενώ με έχει βλάψει τόσο πολύ.
«Καλύτερα ξεροκέφαλη παρά να μην έχω καθόλου όραμα. Να είμαι στυγνή πραγματίστρια. Η κουζίνα θα μείνει» επιμένει.
«Να φτιάξουμε και το πλυσταριό τότε. Μήπως χρειαστεί να τρίψουμε στη σκάφη καμιά φανέλα» της λέω.
«Είσαι ασόβαρος» μου πετάει και κάθεται στο γραφείο της. Κοιτάει πάλι την οθόνη. ‘Η θα με βρίζει ή θα με αγνοεί. Μέση λύση, καμία.
«Ας ρωτήσουμε τους Κίναν» προτείνω. Την ακούω να γελάει.
«Η λίστα ερωτήσεων προς του Κίναν περιέχει ήδη δεκαέξι σημεία. Πιστεύεις ότι είναι κολακευτικό να μην μπορούμε να συμφωνήσουμε σε κάτι; Τι εντύπωση θα δώσουμε;». Έχει δίκιο.
«Ας τους καλέσουμε σε δείπνο και ας τους ψαρέψουμε» προτείνω.
«Πού;» με κοιτάει φευγαλέα, αλλά το σοκαρισμένο βλέμμα της καταγράφεται μέσα μου. Ο πρώτος πληθυντικός την ξένισε. Η οικειότητα. Είμαι σίγουρος.
«Πάνω» λέω απλά. Κάνει μια γκριμάτσα.
«Σίγουρα η Λίσα θα ξέρει το δρόμο» λέει ειρωνικά. Μάλιστα. Λίγο άσχετο.
«Μια σκάλα είναι. Δεν μπορεί να χαθείς» απαντάω ήρεμα αν και ξέρω τι εννοεί και τι προεκτάσεις έχει αυτό για την εκτίμηση που τρέφει για τη δουλειά μου.
«Αν τελείωσες…» μου λέει απότομα και μου δείχνει την πόρτα λίγο πριν στραφεί και πάλι στην οθόνη της. Την κοιτάω λίγο, να κάθεται αγέρωχη και να πληκτρολογεί. Φοράει ένα μακρύ φόρεμα και χαμηλά τακούνια. Δείχνει απόμακρη, παρόλο που η ομορφιά της είναι καθηλωτική.

«Καλημέρα, Αλεξάνδρα» της λέω και φεύγω από το γραφείο της λίγο πριν ακουστούν από το στόμα της μερικές πολύ άπρεπες εκφράσεις για μια κυρία. 

Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 23-σας μισούμε, κυρία μου, αλλά είστε θεά.

Ήταν πολύ ζαλισμένη και με δυσκολία ξεβάφτηκε. Έβγαλε τα ρούχα και τα άφησε στο πάτωμα και ξάπλωσε στο κρεβάτι της με τα εσώρουχα. Ήταν πολύ κουρασμένη. Η Τζιλ την είχε αφήσει σπίτι πριν από είκοσι περίπου λεπτά. Της έκανε αναπάντητη όταν έφτασε στο σπίτι και η Λέξι ανακουφίστηκε.

Σκέπασε το πρόσωπό της με το μπράτσο της. Της άρεσε αυτό το σπίτι. Έμενε λίγο καιρό εδώ αλλά είχε καταφέρει να το αγαπήσει. Είχε χαρακτήρα. Ήταν χτισμένο με γούστο και μεράκι. Όταν το βράδυ έμενε μόνη, αντί να φοβάται, αφουγκραζόταν την ηρεμία και ένιωθε ξαφνικά απόλυτα ήρεμη. Εκτός από απόψε. Απόψε η ησυχία του σπιτιού την ανατρίχιαζε. Η Μπονίτα έλειπε γιατί είχε ρεπό και έξω είχε σκοτάδι λες και το φεγγάρι είχε ξεχάσει την αποστολή του.

Ξανάπαιξε στο μυαλό της τη σκηνή που τον είδε στο πάρτι και προσπάθησε να βρει κάτι για να πιαστεί αλλά μάταια. Τίποτα που να έδειχνε κάτι παραπάνω από χρέος που του επιβλήθηκε από τρίτους. Είχε θυμώσει που είχε πάει στο πάρτι; Επειδή του χαλούσε την εικόνα. Είχε ανησυχήσει που πήγε μέχρι εκεί με αμάξι; Επειδή θα τον έπρηζαν αν πάθαινε κάτι.

Έπρεπε να κοιμηθεί. Ήθελε πολύ να την πάρει ο ύπνος και να βυθιστεί σε μια γλυκιά χαλάρωση. Είχε πολλά βράδια να κοιμηθεί χωρίς να ξυπνήσει από κάποιον εφιάλτη. Ίσως απόψε αν ήταν τυχερή.

Μα τι; Τι στο καλό; Τι συνέβαινε;

Ένας δυνατός θόρυβος διέκοψε τις σκέψεις της. Ένας δυνατός θόρυβος σαν πόρτα που έκλεινε με φόρα. Το σπίτι σχεδόν σείστηκε. Σηκώθηκε από το κρεβάτι απότομα και πριν προλάβει να φορέσει την πιτζάμα της, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, είδε τον Νόα να μπουκάρει στο δωμάτιό της.
«Τι κάνεις εδώ; Βγες αμέσως;» ούρλιαξε αγκαλιάζοντας σαν χαζή το σώμα της λες και προστατευόταν έτσι. Ήταν γελοίο. «Τι έπαθες; Βγες έξω» επανέλαβε έξαλλη αλλά εκείνος δεν κουνιόταν. Έδειχνε απειλητικός, έτσι, φορώντας το μαύρο δερμάτινο τζάκετ του και το σκισμένο τζιν που είχε αγοράσει πρόσφατα. Την κοιτούσε ευθεία, στα μάτια, λες και δεν ήταν γυμνή. Λες και δεν τον ένοιαζε.
Η Λέξι έριξε πάνω της βιαστικά ένα μακρύ φανελάκι που βρήκε μπροστά της και τον έσπρωξε έξω αλλά εκείνος δεν κουνήθηκε. «Τι θέλεις εδώ μέσα;» τον ρωτούσε ενώ προσπαθούσε να τον μετακινήσει αλλά εκείνος απλώς ξεφυσούσε λες και προσπαθούσε να ηρεμήσει. Μάταια μάλλον. Η Λέξι είχε αρχίσει να φοβάται. Αλήθεια, τι ήθελε μέσα στο δωμάτιό της και γιατί έδειχνε να συγκρατείται με δυσκολία;
«Ηρθα να δω αν γύρισες με ασφάλεια» είπε εκείνος ξερά. Ο τόνος του έδειχνε ότι δεν το εννοούσε.
«Ναι, όλα καλά» είπε η Λέξι και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. Ξαφνικά ήθελε να βάλει ένα εμπόδιο ανάμεσα τους.
«Για ποιο λόγο ήρθες απόψε;» είπε εκείνος μετά από μια τεράστια, άβολη σιωπή. Τα χαρακτηριστικά του ήταν σφιγμένα, λες και μόλις είχε ακούσει άσχημα νέα. Τα χείλη του είχαν γίνει μια γραμμή και τα μάτια του έμοιαζαν σχεδόν μαύρα.
«Για να διασκεδάσω» είπε η Λέξι και χαμογέλασε στιγμιαία. Δεν το εννοούσε.
«Και;» χαμογέλασε κι εκείνος ξερά. «Διασκέδασες;». Αμέσως μετά, τη μιμήθηκε και σταύρωσε κι εκείνος τα χέρια στο στήθος.
«Πολύ» είπε η Λέξι γρήγορα. «Είχα καιρό να πάω σε πάρτι εξαιτίας σου» τον κατηγόρησε άμεσα.
«Σε ενοχλεί που δε σε θέλω γύρω μου;» την προκάλεσε κι εκείνος με τη σειρά του.
«Με προβληματίζει θα έλεγα» του είπε εκείνη. «Δε δαγκώνω».
«Εγώ όμως δαγκώνω» χαμογέλασε εκείνος αχνά. Η Λέξι κοκκίνισε από το υπονοούμενο. «Έτσι μπράβο» συνέχισε ακάθεκτος. «Χαίρομαι που κατάλαβες».
«Είσαι γελοίος» του πέταξε και έκανε να απομακρυνθεί αλλά την άρπαξε από τον καρπό με αστραπιαία ταχύτητα.
«Γιατί ντύθηκες έτσι απόψε;» απάντησε, αγνοώντας το παιδιάστικο σχόλιό της.
«Επειδή ήρθα σε πάρτι» απάντησε εκείνη.
«Αυτά που άκουσες…όλα…ήταν βλακείες» είπε εκείνος διακεκομμένα, τρίβοντας νευρικά το σαγόνι του και κοιτώντας μια την ίδια και μία τα πόδια του. «Έβγαλες λάθος συμπεράσματα και αντέδρασες σπασμωδικά» της είπε με τόνο απολογητικό.
«Δεν ξέρεις τι λες» του είπε εκείνη, σαστισμένη από αυτά που της έλεγε.
«Δε χρειαζόταν να παρελάσεις τα πόδια σου γυμνά για να τα προσέξω. Ούτε να αφήσεις τα μαλλιά σου κάτω, ούτε να βαφτείς. Ούτε τίποτα» είπε εκείνος ήρεμα. Πολύ ήρεμα. Σχεδόν τρυφερά. Άκουγε με τα αφτιά ή με την καρδιά της;
«Είμαι κουρασμένη, αν δε σε πειράζει και…».
«Δε χρειάζεσαι τίποτα για να είσαι όμορφη. Ακόμα και αν ξύριζες τα μαλλιά σου και κυκλοφορούσες με ένα σακί και πάλι θα ήσουν πάρα, πάρα πολύ όμορφη» της είπε. Η Λέξι μισάνοιξε το στόμα. Εκείνος χαμογέλασε. «Και συγγνώμη αν σε έκανα να αμφιβάλεις. Δεν ξέρω ποιον ήθελα να πείσω».
«Εντάξει, εντάξει…» ψέλλισε εκείνη, λίγο χαμένη. Τι της έλεγε; Και πώς θα συνέχιζαν μετά από όλο αυτό.
«Γι’ αυτό, αν θες το καλό σου» χαμογέλασε εκείνος πικρά «μόλις βγω από αυτό το δωμάτιο, κλείδωσε την πόρτα σου και συνέχισε να το κάνεις, μέχρι να έρθει εκείνη η ευλογημένη μέρα που θα φύγω από εδώ μέσα και δε θα κινδυνεύεις κι εσύ από εμένα κι εγώ από σένα».





Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 22-βότκα λεμόνι

22

«Δεν το πιστεύω» ψέλλισε η Τζιλ, φανερά αμήχανη.
«Ποιο απ’ όλα;» ρώτησε η Λέξι, η οποία ήταν σε καλύτερη φάση. Βρίσκονταν έξω από το σπίτι της Κάρα και ετοιμάζονταν να χτυπήσουν. Μέσα ακουγόταν δυνατή μουσική και γέλια. Αν έκρινε από τα αμάξια πρέπει να είχαν έρθει ήδη 30 άτομα. «Το ότι είμαστε ντυμένες έτσι; Ότι ήρθαμε απρόσκλητες σε ένα πάρτι; Ότι ήρθαμε ως εδώ με το αμάξι του πατέρα σου ενώ το δίπλωμά μας δεν έχει ακόμα εκδοθεί;» γέλασε η Λέξι. Για κάποιο λόγο όλο αυτό της φαινόταν αστείο. Ίσως είχε έρθει η στιγμή να περάσει καλά, να περάσει τα όρια και να ζήσει σαν έφηβη.
«Όλα» είπε η Τζιλ. «Μη!» την απέτρεψε πριν η Λέξι πιέσει το κουδούνι. «Περίμενε λίγο».

Η Τζιλ τής ίσιωσε ξανά τα ρούχα, λες και ετοιμάζονταν να βγουν στη σκηνή του θεάτρου. Η Λέξι είχε διαλέξει ένα μαύρο σύνολο. Μαύρο σορτσάκι και ένα μαύρο μπλουζάκι με κρόσια. Ο καιρός είχε ανοίξει και μπορούσε να φοράει κάτι κοντό με ένα καλσόν στο χρώμα του ποδιού. Είχε αφήσει τα μαλλιά της κάτω, κάτι που έκανε σπάνια. Η Τζιλ φορούσε ένα κόκκινο μίνι φόρεμα και της πήγαινε πολύ.
«Είσαι πανέμορφη» της είπε η φίλη της απλά. «Πιστεύω ότι απόψε θα κάψεις καρδιές».
«Κι εσύ» είπε η Λέξι και τη φίλησε.
«Σε ευχαριστώ, αλλά εσύ δεν παίζεσαι! Έχεις φανταστικά πόδια. Γιατί τα κρύβεις;»
«Και τι να κάνω; Να έρχομαι στο σχολείο με σορτς;» γέλασε η Λέξι.
«Και τα μαλλιά σου ρε! Είναι φοβερά. Έχω πάθει πλάκα».
«Έλα πάμε μέσα και σταμάτα να μου κάνεις κοπλιμέντα για να το αποφύγεις!» είπε η Λέξι γελώντας, νιώθοντας αμήχανα με την προσοχή. Το ήξερε όμως ότι απόψε τα είχε καταφέρει καλά. Της το είπε ο καθρέπτης της και τις 4.000 φορές που κοιτάχτηκε σε αυτόν.
«Ελπίζω να μη φάμε πόρτα» είπε η Τζιλ.
«Εγώ ελπίζω να είναι μέσα ο Λούκας» απάντησε η Λέξι, εννοώντας το αγόρι που άρεσε αυτό τον καιρό στην Τζιλ. Κάτι της έλεγε ότι θα ήταν.

Πάτησαν το κουδούνι και η Κάρα άνοιξε σχεδόν αμέσως. Το ύφος της όταν τις είδε ήταν αρκετό για να τις κάνει να το βάλουν στα πόδια. Αλλά δεν το έκαναν. Ήταν αποφασισμένες να κάνουν είσοδο.
«Δεν έχουμε μολυσματική ασθένεια» είπε η Λέξι και με μια μεγαλοπρεπή χειρονομία παραμέρισε την Κάρα που τις κοιτούσε με μισάνοιχτο στόμα και μπήκε στο εσωτερικό του σπιτιού.
«Δε θα μείνουμε πολύ» είπε η Τζιλ. Η Λέξι παρέδωσε το δερμάτινο τζάκετ της.
«Κορίτσια, δεν είναι ότι δε σας θέλω, απλά…» ψέλλισε η Κάρα. Η Λέξι της χαμογέλασε και την έβαλε από τη δύσκολη θέση.
«Ξέρω. Μη σκας. Θα μείνουμε λιγάκι και φεύγουμε» επανέλαβε.

Το σπίτι της Κάρα ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Η Λέξι με κάθε βήμα που έκανε ένιωθε τον κόσμο να κάνει άκρη για να περάσει. Το σοκ στο πρόσωπό τους της έδινε μεγάλη χαρά. Αρκετά είχε κρυφτεί στη γωνιά της. Δεν είχε κάτι να ντρέπεται
Μετά από μερικά σφυρίγματα επιδοκιμασίας, πλησίασε στο μπαρ και έβαλε ένα ποτό σε εκείνη και ένα στην Τζιλ. Σκάναρε διακριτικά με την άκρη του ματιού της το χώρο. Εκείνος ήταν άφαντος. Εμ δεν πήγαινε στα πάρτι, εμ την απέκλειε. Πόσο εγωιστής! Και εκείνη…είχε ντυθεί τζάμπα. Δε θα την έβλεπε απόψε. Ηταν χαζή μόνο που το σκέφτηκε να τραβήξει έτσι την προσοχή του.

Μία ώρα μετά και η Τζιλ μιλούσε με το Λούκας ενώ εκείνη μιλούσε με τον Μπομπ, ο οποίος ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος και τον ήξερε γιατί έκαναν ισπανικά μαζί. Όταν της ζήτησε να χορέψουν δεν του είπε όχι. Ο Μπομπ ήταν πολύ χαλαρός τύπος, και δεν ένιωθε την ανάγκη να του εξηγήσει ότι ένας χορός δε σημαίνει κάτι παραπάνω.
Είχαν χορέψει δυο τρεις χορούς, όταν η Τζιλ τους διέκοψε.
«Έχει περάσει μιάμιση ώρα. Νομίζω πρέπει να φύγουμε» είπε ήρεμα. Η Λέξι έγνεψε. Είχαν πει ότι θα κάτσουν λίγο και αυτό θα έκαναν.
«Εντάξει με τον Λούκας;» ρώτησε τη φίλη της και η Τζιλ χαμογέλασε.
«Του έδωσα το κινητό μου. Θα μου στείλει για να βγούμε» είπε ενθουσιασμένη και η Λέξι την αγκάλιασε σφικτά.
«Πάμε λοιπόν» είπε αποφασιστικά. «Μόνο περίμενε ένα λεπτό να πάω να φέρω το μπουφάν μου. Η Κάρα το πήγε πάνω. Θα φέρω και τη ζακέτα σου».

Η Λέξι ανέβηκε τα σκαλιά δύο δύο. Η Κάρα από κάτω τής έδωσε οδηγίες να ανοίξει τη δεύτερη πόρτα αριστερά της. Μπήκε στο δωμάτιο που υπέθετε ότι ήταν το υπνοδωμάτιό της και βρήκε στο κρεβάτι το δερμάτινο τζάκετ της και την μαύρη ζακέτα της Τζιλ. Έσκυψε για να τα πάρει όταν άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω της. Γύρισε απότομα, έτοιμη να φωνάξει, όταν έπεσε πάνω στο στέρνο του Νόα.
«Τι θες εσύ εδώ;» της είπε με το συνηθισμένο άγριο ύφος του αλλά αυτή τη φορά κάτι ήταν διαφορετικό. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε πάνω της λες και την έβλεπε πρώτη φορά. Η Λέξι ένιωθε εκτεθειμένη έτσι όπως ήταν ντυμένη.
«Ηρθα να διασκεδάσω. Και φεύγω» είπε με ύφος. «Καλό βράδυ λοιπόν» του είπε και έκανε να φύγει αλλά την άρπαξε από τον καρπό.
«Έχεις πιει πάλι;» τη ρώτησε θυμωμένος.
«Ένα ποτό. Πιο πολύ χυμός παρά βότκα. Άσε, και δε μας πείθεις ότι σε νοιάζει» του είπε. Γιατί τσακώνονταν πάλι;
«Όσο λείπουν οι γονείς μας είμαι εγώ υπεύθυνος. Και τι σόι ρούχα είναι αυτά;» την επιθεώρησε στάζοντας αποδοκιμασία.
«Προσπάθησε να είσαι υπεύθυνος για τις δικές σου πράξεις κι άσε με εμένα ήσυχη. Λοιπόν, μπορώ να φύγω τώρα;» ρώτησε μελιστάλακτα και τράβηξε το χέρι της.
«Θα σε γυρίσω εγώ σπίτι. Είδα ότι σε έφερε η Τζιλ. Έχει δίπλωμα;».
«Πότε τα είδες όλα αυτά; Ήσουν εδώ;» τον ρώτησε μπερδεμένη. Και μετά κατάλαβε. «Ήσουν…εδώ;» έδειξε το δωμάτιο. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα. «Με…κάποια; Δηλαδή αν ερχόμουν πριν από μερικά λεπτά θα σας έπιανα επ΄ αυτοφώρω;» τον ρώτησε σοκαρισμένη. Έπρεπε να φύγει σύντομα πριν βάλει τα κλάματα. Ηδη ένιωθε τον κόμπο να δένεται στο λαιμό της.
«Θα σε πάω σπίτι» είπε εκείνος νευρικά, αλλά η Λέξι αντέδρασε.
«Και τι θα πει ο κόσμος αν μας δει μαζί;» τον ειρωνεύτηκε. «Δε θα σου χαλάσω το…ιματζ;».

Εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω και την άφησε. Την κοίταξε για λίγο. Η Λέξι τον είδε να μπερδεύεται, να απορεί και μετά να καταλαβαίνει τι εννοούσε.
«Μας άκουσες;» τη ρώτησε βραχνά. Η Λέξι δεν απάντησε. «Γι’ αυτό ντύθηκες έτσι;». Η Λέξι συνειδητοποίησε πόσο ηλίθια ήταν εκείνο ακριβώς το λεπτό. Φαινόταν τόσο απελπισμένη όσο ένιωθε;
«Σε πάρτι ήρθα. Τι να φορούσα;» είπε εκείνη τάχαμ αδιάφορα.
«Αν δε θες να σε πάω σπίτι, μου υπόσχεσαι ότι θα πας απευθείας εκεί;».

«Θα κάνω ό,τι θέλω» του είπε γλυκά, αλλά στάζοντας φαρμάκι και βγήκε από το δωμάτιο όσο πιο γρήγορα της επέτρεπαν τα ψιλοτάκουνά της.


Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 21-τι λέτε να φορέσει η Λέξι; Ντύστε την Μπάρμπι!

21

Δεν είχε καμία όρεξη για βόλτα με την Τζιλ. Δεν είχε καθόλου όρεξη να κάνουν το πρότζεκτ μαζί, δεν ήθελε να πάνε στο εμπορικό να ψωνίσουν. Όταν ξεκόλλησε από το κρεβάτι, είχε πάρει αποφάσεις. Να του δείξει αυτή. Να αγοράσει εντυπωσιακά ρούχα, να του μπει στο μάτι. Να, να, να. Ξεφούσκωσε μέσα σε μερικά λεπτά. Πριν καν φτάσει στο σπίτι της Τζιλ είχε απογοητευτεί ξανά. Δεν ωφελούσε να προσπαθήσει. Δεν ήξερε καν τι θα έκανε αν εκείνος της έδινε σημασία.

Την είχε σοκάρει το πρωί. Σπάνια τον άκουγε να μιλάει, αλλά συνήθως ήταν σοβαρός και μετρημένος. Δεν περίμενε να τον ακούσει να λέει κάτι τόσο επιφανειακό όπως το ότι του χαλούσε την εικόνα. Δεν ήταν πια και κανένα τέρας. Άλλωστε ήξεραν όλοι ότι συγκατοικούσαν. Είτε τους έβλεπαν μαζί είτε όχι, οι συμμαθητές τους σίγουρα τους φαντάζονταν να παίζουν επιτραπέζια μαζί και να βλέπουν τηλεόραση τρώγοντας ποπκόρν. Ούτε καν.

«Τι έχεις εσύ;» τη ρώτησε η Τζιλ. Είχαν τελειώσει το πρότζεκτ και βρίσκονταν στο εμπορικό χάρη στην επιμονή της Τζιλ. Η Λέξι είχε αγοράσει με βαριά καρδιά ένα τζιν φόρεμα και η Τζιλ μια πούδρα. «Δε μιλιέσαι σήμερα».
«Η Κάρα κάνει πάρτι απόψε» είπε η Λέξι για να αλλάξει θέμα. Δεν ήξερε τι να πει στη φίλη της. Δεν τη γνώριζε αρκετό καιρό για να μοιραστεί μαζί της τα μυστικά της, ειδικά τόσο σκοτεινά μυστικά. Θα έπρεπε να της πει τι άκουσε τον Νόα να λέει και μετά να της εξηγήσει γιατί πληγώθηκε τόσο πολύ. Όχι ότι κι εκείνη ήξερε καλά το λόγο. «Την άκουσα να το λέει».
«Ναι, το ξέρω. Αλλά αφού θα είναι ο Νόα, εμείς δεν μπορούμε να πάμε» είπε η Τζιλ χαλαρά, ρουφώντας λίγο από το μιλκσέικ φράουλα που την είχε κεράσει η Λέξι.
«Τι εννοείς;» ρώτησε μπερδεμένη η Λέξι. Δεν κατάλαβε τι εννοούσε η φίλη της και έπρεπε να μάθει. Η Τζιλ σταμάτησε να περπατάει και την κοίταξε. Έδειχνε μπερδεμένη. Σοκαρισμένη.
«Μα…δεν…δεν έχεις καταλάβει;» ψέλλισε μπερδεμένη. Η Λέξι ανασήκωσε τα φρύδια.
«Τι να καταλάβω; Μίλα!» είπε συγκρατημένα αλλά μέσα της την έκαιγε η αγωνία.
«Λέξι, δεν είμαι σίγουρη. Κάτι έχει πάρει το αυτί μου, αλλά νόμιζα ότι το ήξερες. Μη θυμώνεις» είπε η φίλη της αμυντικά και η Λέξι κατάλαβε ότι έσφιγγε το μπράτσο της Τζιλ δυνατά.
«Πες μου» την παρότρυνε λίγο πιο ήπια, απελευθερώνοντας το χέρι της.
«Έχει πάρει το αυτί μου ότι ο Νόα πηγαίνει μόνο σε πάρτι που δεν πας εσύ. Το ψιλοξέρει όλο το σχολείο. Άρα καλούν αυτόν και όχι εσένα. Κι εμένα» χαμογέλασε πικρά η Τζιλ. Η Λέξι μισάνοιξε το στόμα από το σοκ.
«Μα τι λες;».
«Νόμιζα ότι το ήξερες. Μου έχεις πει ότι δεν έχετε καλές σχέσεις» είπε η Τζιλ.
«Ναι, αλλά όχι και να με αποκλείει από παρέες!» αντέδρασε η Λέξι. «Και μαζί κι εσένα! Τζιλ, λυπάμαι πάρα πολύ!» είπε ειλικρινά και η Τζιλ γέλασε.
«Μη σκας. Αν ήθελα, μπορούσα να πάω μόνη μου».
«Να σου πω την αλήθεια το είχα προσέξει ότι δε με καλούσαν αλλά πίστευα ότι απλά οι ντόπιοι είναι κλειστοί. Η Κάρα είναι στην τάξη μου. Μιλάμε! Αντί να καλέσει εμένα, καλεί εκείνον;».
«Μα τον ξέρεις τον Νόα. Είναι ταυτόχρονα το κακό παιδί και το πιο δημοφιλές ταυτόχρονα. Τα αγόρια τον ζηλεύουν και τα κορίτσια τον λατρεύουν» είπε ξερά η Τζιλ.
«Θα τον σκοτώσω. Είναι απαράδεκτος» είπε άψυχα η Λέξι. Δεν είχε κουράγιο ούτε να φωνάξει. Αυτό που της έκανε ήταν απαίσιο.
«Θες να πάμε απρόσκλητες στο πάρτι φορώντας κάτι πολύ σέξι;» είπε η Τζιλ γελώντας και η Λέξι ανοιγόκλεισε τα μάτια.
«Δεν είναι λίγο ανώριμη αντίδραση αυτή; Δε μας τιμάει ως γυναίκες να αποζητούμε έτσι την προσοχή».
«Και τι μας τιμάει; Να κάνουμε πίσω;» ρώτησε η Τζιλ.
«Να κάνουμε παρέα με όσους μας θέλουν, φορώντας τζιν και φούτερ» είπε η Λέξι, δείχνοντας τα ρούχα τους. Οι κοπέλες γέλασαν. Η Λέξι χαλάρωσε κάπως αν και η καρδιά της είχε γίνει πια χίλια κομμάτια.
«Μπα…» είπε τελικά η Τζιλ μετά από σύντομη περισυλλογή. «Η ανωτερότητα δεν ωφελεί σε αυτή την περίπτωση. Ψηφίζω σέξι ρούχα και πάρτι».
Η Λέξι δε μίλησε για λίγο. Ζύγισε τις επιλογές της. Αυτοσυγκράτηση και αξιοπρέπεια ή να βάλει φωτιά και να τα κάψει όλα;

Χαμογέλασε στην Τζιλ που περίμενε τη φίλη της με υπομονή.
«Θα πάμε. Και ξέρω ήδη τι θα φορέσω!» είπε και αγκαλιάστηκαν.



κεφάλαιο 20-μητρικο ενστικτο

20

«Νόα, αφήνω 200 δολάρια. Φτάνουν;» ακούστηκε από τον κάτω όροφο. Η Λέξι ήξερε ότι η μητέρα της και ο Πάτρικ έφευγαν πάλι αλλά ο Νόα το είχε μάθει πριν από λίγο από όσο άκουσε. Όχι ότι τον ένοιαζε και πολύ αλλά χρειαζόταν το αμάξι και ο πατέρας του θα το έπαιρνε μαζί.
«Εγώ έχω. Αφήστε στη Λέξι αν είναι» είπε εκείνος και η Λέξι χαμογέλασε στο κρεβάτι της. Πρώτη φορά άκουγε το όνομά της από τα χείλη του. Της έκανε εντύπωση που τη σκέφτηκε.
«Και περιμένω να είστε φρόνιμοι» είπε ο Πάτρικ τάχαμ με πατρικό ενδιαφέρον, αλλά δεν έπειθε κανέναν. Είχαν μεν δύο μήνες να λείψουν αλλά και όταν ήταν εκεί, δεν πρόσφεραν και πολλά. Ο Πάτρικ δούλευε όλη μέρα και το βράδυ ασχολιόταν μόνο με τη μητέρα της, η οποία τα πρωινά τα περνούσε ψωνίζοντας ρούχα, κάνοντας γυμναστική και διαβάζοντας περιοδικά.
«Δεν μπορώ να το εγγυηθώ» άκουσε τον Νόα να απαντάει βαριεστημένα. Ο πατέρας του κάτι του είπε και ο Νόα συμπλήρωσε «έχω ένα πάρτι απόψε και αύριο θα μείνω σπίτι να διαβάσω».
«Να μην γυρίσεις αργά. Η Λέξι θα είναι μόνη της» είπε η μητέρα της. Η Λέξι κόντεψε να γελάσει. Από πότε την ενδιέφερε τη μητέρα της τι θα κάνει; Σίγουρα ήθελε να δείξει στον Πάτρικ ότι ανησυχεί.
«Δεν είναι δουλειά μου να ασχολούμαι με κείνη. Δε θα κάνω μπέιμπι σίτινγκ ολόκληρο το Σαββατοκύριακο. Εγώ πρέπει να κάνω τη ζωή μου. Αυτή είναι η σωστή ηλικία» συμπλήρωσε με υπονοούμενο ο Νόα. Η Λέξι ανακουφίστηκε. Έτσι μπράβο. Αυτό το είχε συνηθίσει. Να την αποφεύγει. Να τη βαριέται. Να δυσανασχετεί.
«Γιατί δεν πάτε κάπου μαζί;» πρότεινε ο Πάτρικ. «Σας άφησα λεφτά να τα ξοδέψετε. Την ίδια ηλικία έχετε σχεδόν. Μένετε έξι μήνες μαζί. Εσύ σε λίγο φεύγεις για το πανεπιστήμιο. Γιατί δεν φτιάχνεις λίγο τις σχέσεις σου μαζί της; Είναι καλό κορίτσι» είπε ο Πάτρικ. Η Λέξι ένιωσε τα μάγουλά της να πυρώνουν.
«Της αρέσει το κινέζικο. Γιατί δεν πάτε κάπου;» επέμεινε η μητέρα της. Η Λέξι σκέφτηκε ότι η κατρακύλα δεν είχε όριο. Πόση ξεφτίλα πια; Να τον παρακαλάνε να τη βγάλει έξω λες και ήταν κλεισμένη σε άσυλο;
«Μαζί;» τον άκουσε ξαφνικά να λέει και το γέλιο του τρύπησε τους τοίχους και τα πατώματα και καρφώθηκε στο μυαλό της σαν πρόκα. Γελούσε νευρικά και ρυθμικά, σαν να το διασκέδαζε πραγματικά. Φτάνει. Δεν μπορούσε να τον ακούσει άλλο.
«Έχω και ένα όνομα» είπε ο Νόα γελώντας ακόμα. «Μια φήμη. Τι θα πει ο κόσμος αν με δουν…μαζί της;» είπε σκληρά. Η Λέξι έβαλε τα ακουστικά να ακούσει μουσική, να προστατευτεί από την αήθη και αδικαιολόγητη επίθεση. Αλλά τα έβγαλε αμέσως. Λες και είχε ανάγκη να ακούσει, για να τραβήξει επιτέλους το τσιρότο που την ενοχλούσε, μια αίσθηση ότι το μυαλό της και η καρδιά της είχαν αρχίσει να μη συνεργάζονται.
«Γιατί; Τι έχει;» ακούστηκε η μητέρα της, πιο πολύ ειρωνικά, παρά ειλικρινά πειραγμένη. «Επειδή δεν περιποιείται πολύ; Επειδή δε βάφεται; Της το έχω πει εκατό φορές ότι είναι λίγο άχρωμη αλλά αν την παροτρύνω,, ίσως φορέσει κάτι πιο ωραίο για να αναδείξει τα μάτια της. Τα έχει πάρει από μένα» είπε ναζιάρικα η μητέρα της. Η Λέξι μισάνοιξε το στόμα. Η συζήτηση είχε γίνει αστεία. Η μητέρα της την υπεράσπιζε λέγοντας ότι θέλει λίγο σουλούπωμα;
«Ωραία μητέρα είσαι κι εσύ» είπε ο Νόα τελικά, μετά από μια μικρή παύση.

Ακολούθησαν μερικά λόγια που δεν άκουσε καλά και έβαλε τα ακουστικά στα αυτιά της αποφασισμένη να μην ακούσει άλλο.

Ήταν Σάββατο πρωί και είχε ένα σωρό πράγματα να κάνει. Σκόπευε να χουζουρέψει και μετά να πάει στο σπίτι της Τζιλ για να κάνει εργασία. Θα πήγαιναν στο εμπορικό κέντρο να ψωνίσουν κάτι και το βράδυ ίσως πήγαιναν σινεμά. Αύριο, σκόπευε να κοιμηθεί πολύ γιατί σήμερα είχε ξυπνήσει νωρίς επειδή η μητέρα της μπήκε στο δωμάτιό της για να την αποχαιρετίσει. Επίσης θα πήγαινε σε ένα σεμινάριο πλεξίματος με την Κρίστεν, μια συμμαθήτριά της πολύ συμπαθητική.
Προς το παρόν όμως είχε ένα μεγαλύτερο πρόβλημα να λύσει. Τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της και δεν μπορούσε με τίποτα να τα σταματήσει.

Προσπάθησε να δικαιολογήσει τη λύπη της με τη σκέψη ότι καμία γυναίκα επί γης δεν ήθελε να την απορρίπτουν. Οποιαδήποτε κι αν ήταν στη θέση της θα ένιωθε να πλήττεται η ματαιοδοξία της. Την είχε πειράξει βαθιά το σχόλιό του και την είχε θίξει. Ίσως επειδή εκείνη έχανε τα λόγια της όταν τον έβλεπε να περνάει από μπροστά της αγέρωχος. Το ήξερε ότι δεν την ήθελε καθόλου αλλά επειδή δεν τη συμπαθούσε. Επειδή τη θεωρούσε συνέχεια της μητέρας της. Επειδή η συγκατοίκησή τους ήταν κάτι το φρικτό για εκείνον. Δεν της είχε περάσει από το μυαλό ότι δεν του άρεσε. Ότι ντρεπόταν να τον δουν μαζί της. Ότι του χαλούσε το ίματζ.

Δεν ήταν αυτό που θα έλεγες εκτυφλωτικά όμορφη όπως άλλα κορίτσια στο σχολείο. Κορίτσια με τα οποία εκείνος έβγαινε. Είχε πολύ ξανθά μαλλιά, που θύμιζαν στάχια. Είχε μπλε μάτια και ελάχιστες φακίδες στη μύτη. Είχε ψιλόλιγνη φιγούρα, χωρίς καμπύλες, αλλά πίστευε ότι με τα ρούχα της κάπως το μπάλωνε. Δεν ήταν πάντως και χάλια. Το αντίθετο! Γενικά δεχόταν συχνά προτάσεις για ραντεβού. Εκτός από φέτος. Φέτος κανείς δεν την πλησίαζε. Πίστευε ότι εκείνος είχε κάποια σχέση με αυτό αλλά ποιος ο λόγος να επέμβει στην προσωπική της ζωή; Ίσως απλά τα αγόρια φοβόντουσαν να βγουν με την «αδερφή» του Νόα Βέγκα.

Πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε ανεπαρκής. Πάντα πίστευε ότι είναι κάπως όμορφη, κάπως συμπαθητική, έξυπνη και αστεία. Συνέχισε να κλαίει απαρηγόρητη σαν να είχε φάει χαστούκι για κάτι που δεν έκανε. Αλλά δεν ωφελούσε να κλαίει. Σωστά; Δε μπορούσε να γίνει όπως εκείνος ήθελε. Μπορούσε όμως να γίνει όπως ήθελε εκείνη.


Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 19- φωτοτυπικό χαρτί

19

«Εμ…» είπε η Μπέτι και διέκοψε τις σκέψεις της Λέξι τρεις μέρες μετά. Δούλευε και δεν είχε καμία όρεξη να πιάσει ψιλοκουβέντα αλλά η βοηθός της έδειχνε αποφασισμένη να φλυαρήσει.
«Πες μου» την παρότρυνε χωρίς να την κοιτάει. Οι τελευταίες μέρες ήταν ένα χάος. Ο Νόα τής έστελνε μέιλ και εκείνη απαντούσε. Έτσι συνεννοούνταν, παρόλο που εκείνος την επόμενη μέρα μετά το χαστούκι ήρθε σαν να μην έγινε τίποτα. Εκείνη όμως του έδειξε τη δυσαρέσκειά της και του πρότεινε να επικοινωνούν ηλεκτρονικά. Εκείνος γέλασε και τρεις μέρες τώρα είχαν ειδωθεί ελάχιστα, κάτι που την είχε ανακουφίσει, επιφανειακά τουλάχιστον.

Το μόνο για το οποίο ήταν σίγουρη ήταν ότι ο Νόα ήταν πολύ ταλαντούχος. Με ελάχιστες παρεμβάσεις του σε κάτι που προσχεδίασε και του έστειλε, άλλαξε τελείως προς το καλύτερο το έργο. Και όταν της έστειλε το δικό του σχέδιο, που είχε να κάνει με ένα κομμάτι του εξωτερικού χώρου, έμεινε και το χάζευε για μερικά λεπτά. Είχε ταλέντο ο άτιμος. Είχε πολύ ταλέντο. Δεν της έκανε εντύπωση γιατί ήξερε ότι ήταν καλός σε ό,τι έκανε. Αλλά δεν περίμενε να είναι τόσο επινοητικός και τόσο δημιουργικός. Φοβόταν ότι αργά ή γρήγορα θα την επισκίαζε. Αποφάσισε λοιπόν να προσπαθεί διπλά για να αποδείξει την αξία της. Αν και ωχριούσε μπροστά του. Διάολε. Ήταν ένας απαίσιος άνθρωπος με απίστευτο ταλέντο στον τομέα της. Της έκανε πλάκα ο Θεός. Για να τη δοκιμάσει. Δεν εξηγείται αλλιώς.
«Έχει έρθει η Λίζα μέσα» είπε η Μπέτι προσεκτικά, λες και περπατούσε σε ναρκοπέδιο. Το στομάχι της Λέξι δέθηκε κόμπος αλλά δεν έδειξε τίποτα.
«Ε και;» ρώτησε, κοιτώντας τη βοηθό της φευγαλέα.
«Αυτή  μικρή μου φαίνεται λίγο…εκδηλωτική» είπε η Μπέτι ανήσυχη. «Όχι ότι μας νοιάζει, αλλά δεν είναι επαγγελματικό να μπαίνει απευθείας στο γραφείο του Νόα χωρίς να μας χαιρετίσει καν» είπε.
«Ζηλεύεις;» χαμογέλασε καρτερικά η Λέξι. «Είσαι κι εσύ θύμα της γοητείας του;» την πείραξε.
«Γιατί; Ποια άλλη είναι;» γέλασε η Μπέτι πετώντας το γάντι.
«Η Λίσα φυσικά» δεν πάτησε την μπανανόφλουδα η Λέξι και γέλασαν μαζί.

«Δε μου αρέσει αυτό που κάνει η μικρή. Και έπρεπε να δεις τι φορούσε. Ελπίζω να μην λειτουργήσει αρνητικά για εσένα όλο αυτό» είπε η Μπέτι σκεπτική. Η Λέξι πιο πολύ ανησυχούσε για το σχέδιο που κοιτούσε στην οθόνη της. Της φαινόταν λίγο βαρετό. Όσο για τη Λίσα; Ήταν στο χέρι του Νόα. Η μικρή σίγουρα θα είχε δαγκώσει τη λαμαρίνα.
«Ο Νόα είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει. Ελπίζω να είναι αρκετά επαγγελματίας και να μην κάνει καμιά βλακεία» είπε η Λέξι. Η Λίσα ήταν γύρω στα 20 κι εκείνος 29. Υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να γίνουν ζευγάρι. Και υπό αυτές τις συνθήκες, αν το σκεφτόσουν καλά.
«Είναι πολύ όμορφος πάντως» αναστέναξε η Μπέτι και η Λέξι χαμογέλασε δειλά. Δεν απάντησε κάτι. Τι να έλεγε άλλωστε; Η Μπέτι συνέχισε ακάθεκτη. «Έχει φανταστικά μάτια, και το πρόσωπό του είχε πολύ διαφορετικό. Κλείνεις τα μάτια και μπορείς να θυμηθείς τα χαρακτηριστικά του. Και είναι τόσο…μυστηριώδης. Μιλάει, γελάει, αλλά νιώθεις ότι κάτι κρύβει. Είναι πολύ σέξι» είπε με στόμφο.
«Χαίρομαι που σου αρέσει» είπε η Λέξι ξερά. Τι άλλο θα ζούσε ακόμα; «Έχω να ακούσω 11 χρόνια γυναίκες να εκθειάζουν τα κάλλη του» είπε. Στο λύκειο μόνο αυτό άκουγε.
«Δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει μαζί σας» είπε θαρρετά η Μπέτι. Η Λέξι την κοίταξε κεραυνοβολημένη.
«Τίποτα!» είπε σχεδόν αστραπιαία.
«Η ένταση μεταξύ σας είναι σχεδόν απτή» συνέχισε η Μπέτι αγνοώντας τελείως το σχόλιό της.
«Μα έχουμε να μιλήσουμε εδώ και μέρες» είπε η Λέξι σχεδόν παραιτημένη. Δεν ωφελούσε να κρύβεται από την Μπέτι. Είχε φοβερή ικανότητα στο να τη διαβάζει σαν ανοιχτό βιβλίο.
«Ε και; Δεν είμαι χαζή. Αυτός δουλεύει με την πόρτα ανοιχτή και με ρωτάει συνεχώς αν έφαγες, αν ήρθες, αν έφυγες, αν δουλεύεις».
«Θέλει να με ελέγξει» απάντησε η Λέξι. Δεν πίστευε όσα άκουγε αλλά δεν ήθελε να δείξει έκπληκτη.
«Κι εσύ; Εσύ γιατί πηγαίνεις στην τουαλέτα λες και πας σε μυστική αποστολή; Τι μου διαφεύγει;» έξυσε το κεφάλι της η νεαρή Σέρλοκ Χολμς.
«Τίποτα. Απλώς είχαμε δύσκολη σχέση παλιά και επανήλθαν οι κακές αναμνήσεις».
«Δε με πείθεις» γέλασε η Μπέτι. Εκείνη την ώρα μπήκε ο Νόα και διέκοψε τη συζήτησή τους. Αναπήδησαν και οι δύο κι εκείνος το πρόσεξε.
«Για μένα λέγατε;» χαμογέλασε. Η Λέξι έκανε μια γκριμάτσα και στράφηκε στον υπολογιστή της. Τι ήθελε στο γραφείο της; Καλά δεν ήταν τόσες μέρες χωρίς την ακαταμάχητη γοητεία του, τα στενά τζιν και τα καλοραμμένα πουκάμισα;
«Τι θες;» τον ρώτησε απλά. «Έστειλα αυτό που ζήτησες και έχω ξεκινήσει και τις διορθώσεις στο δικό σου» του είπε προσπαθώντας να μιλήσει για κάτι ασφαλές. Τα επαγγελματικά τους.
«Αναρωτιόμουν αν φάγατε. Λέγαμε να παραγγείλουμε» είπε εκείνος άνετα. Η Λέξι έβγαλε έναν ήχο όχι και πολύ κολακευτικό. Πρώτος πληθυντικός; Κιόλας;
«Εγώ είμαι καλά» είπε. Κατάλαβε ότι ο Νόα κοίταξε την Μπέτι.
«Δεν έχεις φάει τίποτα. Έχεις σκοπό να λιμοκτονήσεις;» τη ρώτησε. «Θα σε πονέσει το στομάχι σου» της είπε.

Σήκωσε το κεφάλι της αργά. Τον κοίταξε για λίγο αλλά το βλέμμα του δεν πρόδιδε τίποτα. Θυμόταν ότι δεν έπρεπε να μένει ώρες νηστική ή ήταν ένα τυχαίο σχόλιο;
«Είμαι μια χαρά. Δε μου λείπει τίποτα» του είπε με αυτοπεποίθηση.
«Μπέτι, θα πάρουμε κινέζικο» είπε εκείνος στη βοηθό της εύθυμα. «Θα παραγγείλω και για σένα. Άσε την αφεντικίνα σου να φάει κόλλες Α4» συμπλήρωσε και άρπαξε τον  ασύρματο για να παραγγείλει. 

Μετά, κλείστηκε στο γραφείο του. Το εκνευριστικό γέλιο της Λίσα δεν άργησε να ακουστεί.

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

κεφάλαιο 18-smack

18

«Μπέτι, πού είναι ο Νόα;» ρώτησε η Λέξι το επόμενο πρωί. Κάθισε στο γραφείο της και άνοιξε τον υπολογιστή προσπαθώντας να ελέγξει τους παλμούς της. Είχε περάσει ένα διάστημα, αλλά ακόμα την εξέπληττε ο τρόπος που είχε μπει στη ζωή της. Ήταν τρελό να προφέρει το όνομά του. Τον χρόνο που έμειναν μαζί, δεν τον είχε αποκαλέσει με αυτό πάνω από 2-3 φορές, και αυτό για να εισπράξει πλήρη αδιαφορία. Όταν έφυγε και έμεινε μόνη της, έσβησε κάθε ανάμνησή του. Δεν πρόφερε το όνομα. Δεν ήθελε να θυμάται. Και τώρα; Τώρα ρωτούσε τη γραμματέα της πού είναι γιατί έπρεπε να περνάνε τουλάχιστον οκτώ ώρες μαζί καθημερινά για ποιος ξέρει πόσους μήνες ακόμα.
«Πετάχτηκε να φέρει ντόνατ» άκουσε τη βοηθό της να λέει εύθυμα. Η Λέξι δεν εξεπλάγη με τον ανάλαφρο τόνο της. Οι δυο τους έδειχναν να τα πηγαίνουν καλά και η αξιοπρέπεια και ο εγωισμός της δεν της επέτρεπαν να επέμβει. Η ίδια ήξερε καλύτερα από τον καθένα μόνο μαγνητική ήταν η γοητεία του, ακόμα και όταν ήθελε να είναι μισητός.

Είχε πιει μια γουλιά από τον καφέ της όταν εκείνος μπούκαρε στο γραφείο της με ένα τετράγωνο κουτί φορώντας ένα φθαρμένο τζιν και μαύρο δερμάτινο τζάκετ. Του πήγαινε πολύ ό,τι κι αν φορούσε αλλά τα τζιν του ήταν μοναδικά. Αναδείκνυαν τα καλογυμνασμένα, ψηλά πόδια του και συμπλήρωναν τέλεια το ανεπιτήδευτο, νεανικό λουκ του.
«Χτυπάνε» του υπενθύμισε ξερά χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από τον υπολογιστή.
«Καλημέρα» είπε εκείνος ειρωνικά και της ακούμπησε το κουτί κοντά της. Εκείνη το κοίταξε στιγμιαία και επέστρεψε στην οθόνη της. «Σου έφερα ντόνατ» είπε εκείνος λες και δεν τα είχε δει.
«Δεν τρώω» απάντησε η Λέξι.
«Κάνεις μούτρα;» τη ρώτησε επιθεωρώντας το πρόσωπό της. Καταλάβαινε ότι την κοιτούσε παρόλο που ήταν στραμμένη στον υπολογιστή και θαύμαζε…την προστασία της οθόνης της.
«Δεν κάνω μούτρα».
«Λυπάμαι που σου μίλησα άσχημα χθες το βράδυ. Τα ντόνατ είναι κάτι σαν λευκή σημαία» είπε εύθυμα εκείνος. Η Λέξι τον κοίταξε στάζοντας αδιαφορία. «Εφερα με σοκολάτα και καραμέλα» συμπλήρωσε. Είχε θυμηθεί την αγαπημένη της γεύση ή ήταν τυχαίο;
«Να υποθέσω ότι η ικανότητα να νιώθεις ενοχές είναι μέρος του βελτιωμένου σου εαυτού;».
«Ώστε πρόσεξες κι εσύ ότι βελτιώθηκα;» γέλασε εκείνος, αλλά επιφανειακά. Η συζήτηση είχε ξεφύγει πάλι.
«Τι θες;» τον προκάλεσε. «Με σιχαίνεσαι. Πάμε παρακάτω;».
«Πότε το είπα εγώ αυτό;» τη ρώτησε και αμέσως σταμάτησε. Το βλέμμα του συνάντησε το δικό της κάπου στη μέση και πάλεψαν για το ποιος θα υποχωρήσει πρώτος. Το είδε στα μάτια του ότι θυμήθηκε. Ότι συνειδητοποίησε τι της είχε πει.  Της ήρθε εμετός από την ένταση των συναισθημάτων. Οι κουβέντες του την είχαν κομματιάσει, την άφησαν ανάπηρη, ανίκανη να αγαπήσει. Αλλά θυμόταν. Και αυτό της έδινε μεγάλη ικανοποίηση.
«Έτσι θα είναι;» σήκωσε τον τόνο της φωνής της. Δεν άντεχε. Ένιωθε ότι θα σκάσει. Δεν είχε περάσει ούτε μια στιγμή από την φυγή του, την προδοσία του. «Θα σε έχω να μου φέρνεις ντόνατ κάθε φορά που μου λες κάτι σκληρό; Προτιμώ να μη με προσβάλεις. Δε θέλω ντόνατ!» ούρλιαξε. Η Μπέτι έκλεισε διακριτικά την πόρτα. «Αν έρθει κανείς θα μας βρει να τσακωνόμαστε; Να τραβολογιόμαστε σαν έφηβοι;».
«Γιατί είσαι τόσο έξαλλη; Θαρρεί κανείς ότι σου έχω κάνει κακό» ειρωνεύτηκε εκείνος.
«Νιώθεις το θύμα, Νόα;» φώναξε και σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα της. Είχαν περάσει τόσες ώρες από το χθεσινό επεισόδιο και δεν είχε ηρεμήσει. Τον πλησίασε και ακούμπησε το δείκτη της στο στήθος του με δύναμη. «Σκέψου και κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό σου!».
«Έχεις περίοδο;» την προκάλεσε. «Φάει μερικά ντόνατ».
«Είσαι γελοίος!» του είπε.
«Να κάτι που δεν έχω ξανακούσει» είπε εκείνος τάχαμ σκεπτικός.
«Σου απαγορεύω να μου μιλάς έτσι!» επέμεινε εκείνη. «Θέλω επαγγελματισμό. Δε θέλω ντόνατ, σεξιστικά σχόλια, αστειάκια. Θέλω να βάλουμε όρια. Εσύ κι εγώ είμαστε δύο ξένοι που πρέπει να συνεργαστούμε».
«Μα ποιος είπε το αντίθετο;» συνέχισε εκείνος να τη σκοτώνει. Ώστε έτσι; Ξένοι;
«Αν αυτό είναι ένα κολπάκι για να με κάνεις να τα παρατήσω για να αναλάβεις μόνος σου σε γέλασαν! Συνέχισε έτσι και θα σε μηνύσω για σεξουαλική παρενόχληση».
«Ε όχι και σεξουαλική παρενόχληση. Γι΄ αυτό δεν πρέπει να μη θέλει η γυναίκα;» ρώτησε ξεδιάντροπα και γέλασε. Η Λέξι πάγωσε με το σχόλιο. Τι είχε ξεστομίσει; Θεωρούσε δεδομένη την παράδοσή της;
«Έχουν αλλάξει λίγο τα πράγματα» είπε.
«Αμφιβάλλω» είπε ο Νόα.
«Θα μιλήσω στον κύριο Κϊναν» του είπε χαμογελώντας με κόπο.
«Θα μιλήσεις με τον άρχοντα της σεξουαλικής παρενόχλησης για σεξουαλική παρενόχληση;» γέλασε εκείνος. «Έχεις δει πώς σε κοιτάει; Αυτός κοιτάει τον πισινό σου συνέχεια! Και τα σχόλιά του είναι αηδιαστικά!».
«Σοκαρίστηκες;» τον ειρωνεύτηκε.
«Κυρίως που κάποιος μπορεί να έλκεται από εσένα» είπε εκείνος ξερά.
Η Λέξι χαμογέλασε. Μάλιστα.
«Ξεκουμπίσου από μπροστά μου» του είπε ήρεμα. «Από αυτή τη στιγμή θα επικοινωνούμε μέσω της Μπέτι και με μέιλ. Δεν αξίζεις ούτε λεπτό από τη ζωή μου» του είπε περιφρονητικά. Αρκετά είχε σπαταλήσει.
Είχαν πλησιάσει πολύ. Σχεδόν η μύτη της ακουμπούσε στο σαγόνι του. Πώς είχε γίνει αυτό;
«Είσαι πολύ εκνευριστική» της είπε απλά εκείνος.
«Κι εσύ είσαι ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο» του είπε. Ήξερε τι τον πονούσε και το χρησιμοποίησε.
«Αναρωτιέμαι» είπε εκείνος και σταμάτησε. Για λίγο δε μιλούσε κανείς. Ακούγονταν μόνοι οι ανάσες τους, βαριές.
«Τι;» τον παρότρυνε θαρραλέα. Τι μπορούσε να της πει ακόμα χειρότερο;
«Τόσο πάθος…τόση φλόγα. Ποιος τα έφερε στην επιφάνεια; Γιατί εγώ θυμάμαι…» είπε και ανέμισε το χέρι στον αέρα απορριπτικά.

Ο ήχος της παλάμης της πάνω στο μάγουλό του έκανε έναν τόσο έντονο θόρυβο που σχεδόν έτριξαν τα τζάμια. Το χέρι της πόνεσε. Το ίδιο και εκείνος. Το είδε. Αλλά δεν της είπε τίποτα. Έτριψε το μάγουλό του, έξαλλος, και αυτή τη φορά έφυγε αυτός από το γραφείο της.


Η Λέξι έμεινε μόνη της και έβαλε την κλάματα. Είχε καιρό να το κάνει, και κυρίως για εκείνον. Αλλά δεν άντεχε άλλο την πίεση. Θα ζούσε έτσι τους υπόλοιπους μήνες μέχρι να τελειώσει το πρότζεκτ; Ήλπιζε όχι. Δεν καμάρωνε για την αντίδρασή της. Δεν της άρεσε η βία, αλλά την τρέλαινε. Την τρέλαινε με την αλαζονεία του. Αυτό το τελευταίο που είπε, ήταν φρικτό. Ήταν τόσο ψεύτικο, τόσο άδικο, που δεν πίστευε ότι το είχε ακούσει. Ήθελε να τον σκοτώσει. Όλο αυτό που ένιωθε μέσα της για εκείνον, δεν το άντεχε. Έπρεπε να απεμπλακεί με κάποιον τρόπο και το πρώτο βήμα ήταν να τον βλέπει όσο το δυνατόν λιγότερο.