Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 7-Fruit Punch

Εκείνη η Παρασκευή ήταν ξεχωριστή για το λύκειο Σεντ Βίνσεντ. Η επιτροπή των μαθητών είχε οργανώσει ένα πάρτι στο σχολείο με σκοπό να συγκεντρώσουν χρήματα για να πάνε οι τελειόφοιτοι μια εκδρομή στο Μεξικό. Η Λέξι δεν είχε καμία όρεξη να πάει, αλλά η Τζιλ, η μόνη κοπέλα με την οποία έκανε παρέα, ενδιαφερόταν για ένα μεγαλύτερο αγόρι και είχε λυσσάξει να πάει στο πάρτι.

Γύρισε μετά το σχολείο στο σπίτι και λίγο πριν ξεκινήσει το διάβασμα, έκανε μια βόλτα στον κήπο. Η μητέρα της και ο πατριός της έλειπαν για Σαββατοκύριακο στο Λας Βέγκας και είχε την ευκαιρία να απολαύσει με ησυχία το σπίτι. Αν έλειπε και ο Νόα, θα ήταν καλύτερα. Όχι ότι τον έβλεπε και πολύ φυσικά. Σπάνια τον συναντούσε στο σπίτι και όταν αυτό γινόταν, εκείνος έδειχνε πόσο την αντιπαθούσε. Αν έτρωγε και η Λέξι έμπαινε στην κουζίνα, παρατούσε το φαγητό του στη μέση. Αν τον έβρισκε στο σαλόνι να βλέπει τηλεόραση, την έκλεινε και εξαφανιζόταν.

Κατά τις οκτώ, ξεκίνησε να ετοιμάζεται. Δεν είχε κέφι, και ήξερε ότι δεν υπήρχε λόγος να πάει αλλά το χρωστούσε στην Τζιλ. Σε ένα σχολείο όπου ο νόμος του Νόα την είχε αναγκάσει να μείνει χωρίς φίλους η Τζιλ ήταν η μόνη που την πλησίασε. Διάλεξε ένα μαύρο κολλητό τζιν και ένα μαύρο κοντό μπλουζάκι χωρίς σχέδια. Άφησε τα μαλλιά της κάτω για πρώτη φορά μετά από μήνες. Συνήθως τα μάζευε για να μη μοιάζει με τη μητέρα της, που τα είχε συνέχεια ολόισια και κάτω. Δε βάφτηκε πολύ γιατί είχε καλό δέρμα αλλά τόνισε με μαύρο μολύβι και μαύρη μάσκαρα τα μάτια της.

Κοίταξε το είδωλό της στον καθρέπτη αδιάφορα. Η κοπέλα απέναντί της μεγάλωνε μέρα με τη μέρα, αλλά η Λέξι δε βιαζόταν. Δεν ήθελε να φορέσει προκλητικά ρούχα ή να βαφτεί για να προκαλέσει. Δεν της άρεσε να το κάνει, επειδή είχε δει τη μητέρα της να το κάνει στο μέγιστο βαθμό. Ήθελε να αρέσει, φυσικά, αλλά χωρίς να το εκβιάζει. Όχι ότι υπήρχε και κανείς στο σχολείο που να την ενδιαφέρει.

Η Τζιλ πέρασε κατά τις εννιά και ξεκίνησαν για το πάρτι με τα πόδια αφού η Λέξι τακτοποίησε στα γρήγορα το τραπεζάκι του σαλονιού, όπου ο Νόα είχε παρατήσει μερικά κουτάκια αναψυκτικού. Αντιπαθούσε εκείνον και τον Πάτρικ, αλλά το σπίτι το λάτρευε και ήθελε να είναι περιποιημένο. Θα ήθελε κάποια στιγμή να έχει ένα τέτοιο όμορφο σπίτι. Της είχε ξυπνήσει αισθήματα που δεν ήξερε ότι είχε, μα αγάπη για το ωραίο, ίσως και για την αρχιτεκτονική.

«Μην έχεις άγχος, είσαι πολύ όμορφη» διαβεβαίωσε τη φίλη της λίγο πριν φτάσουν στο σχολείο. Από μακριά ακουγόταν μουσική και τα αμάξια ήταν παρκαρισμένα σε απόσταση μέχρι και διακόσια μέτρα από το προαύλιο.
Μπήκαν στο εσωτερικό του σχολείου και κατευθύνθηκαν στην αίθουσα εκδηλώσεων. Όλα ήταν πολύ σκοτεινά και η ατμόσφαιρα μύριζε παντς. Η Λέξι έβαλε λίγο στο ποτήρι της και εκείνη την ώρα τη σκούντηξε κάποιος. Ήταν ο Τζος, ένα αγόρι από την τάξη της. Της έριξε λίγη βότκα στο ποτό της χωρίς να ρωτήσει και έκρυψε το μπουκάλι στο παλτό του.
«Τώρα που δε μας βλέπουν» της είπε χαμογελαστός και της έδειξε τους δύο βαριεστημένους καθηγητές που επιτηρούσαν το πάρτι. Η Λέξι δεν απάντησε αλλά χαμογέλασε. Ο Τζος έφυγε κι εκείνη ήπιε από το ποτό της. Δεν της άρεσε το αλκοόλ αλλά απόψε ίσως ήταν καλή ευκαιρία να πιει γιατί είχε πολύ άγχος για κάποιον ανεξήγητο λόγο.

Περνούσε σχετικά ωραία για περίπου μία ώρα. Η Τζιλ μιλούσε με το αγόρι που της άρεσε και είχαν γίνει ένα πηγαδάκι. Η Λέξι, η Τζιλ, ο Λούκας και ένας φίλος του, ο Ντιέγκο. Μιλούσαν για τις αιτήσεις στο πανεπιστήμιο όταν η Λέξι ένιωσε ένα παγωμένο ρεύμα να τη διαπερνά και γύρισε προς την πόρτα λες και το ένιωσε ότι μπήκε στην αίθουσα. Το βλέμμα της καρφώθηκε πάνω του, αλλά εκείνος δεν γύρισε προς το μέρος της.

Ο Νόα. Φορούσε μαύρα, όπως πάντα. Όπως κι εκείνη. Ένα μαύρο τζιν χαμηλοκάβαλο και ένα μαύρο λεπτό πουλόβερ ζιβάγκο. Δίπλα του ήταν η Μάιλι, κι αυτή τελειόφοιτη, και 2-3 φίλοι του. Προχωρούσε μπροστά και οι υπόλοιποι λίγο πίσω. Λες και ήταν βασιλιάς. Προσπάθησε να τραβήξει το βλέμμα της αλλά δεν τα κατάφερε. Ήταν τόσο μεγάλος ο μαγνητισμός του που δε γινόταν να μην τον κοιτάξεις. Ο τρόπος που περιφερόταν στον χώρο λες και μισούσε που ήταν εκεί, στάζοντας απαξίωση, σε έκανε να αναρωτιέσαι τι του έδινε χαρά.

«Ο αδερφός σου» της είπε ο Λούκας χωρίς ίχνος ειρωνείας αλλά η Λέξι πετάχτηκε σαν ελατήριο.
«Είναι ο γιος του φίλου της μητέρας μου. Δεν είμαστε αδέρφια» απάντησε απότομα. Η Τζιλ την κοίταξε παραξενεμένη γιατί η Λέξι σπάνια αντιδρούσε έντονα.
«Ζείτε μαζί;» ρώτησε Ντιέγκο με περιέργεια. Η Λέξι χαμογέλασε ξερά.
«Στο ίδιο σπίτι, ναι. Αλλά όχι μαζί. Δε βλεπόμαστε».
«Κρίμα. Ο Νόα είναι θρύλος εδώ μέσα. Πολύ θα ήθελα να μάθω μερικά πράγματα» είπε ο Λούκας αλλά η Λέξι δεν ρώτησε. Δεν ήθελε να ξέρει.


Ήπιε λίγη βότκα ακόμα στα κρυφά και τσίμπησε μερικά πατατάκια γιατί πεινούσε. Ήταν μόνη της στο μπαρ όταν είδε τον Νόα να την πλησιάζει. Στο πλάι του ήταν η Μάιλι.
«Βάλε μου κι εμένα» την άκουσε να του λέει σχεδόν γουργουριστά. Εκείνος απάντησε «φυσικά» και της έβαλε λίγο χυμό. Και οι δύο την αγνόησαν και η Λέξι εκνευρίστηκε. Αλλά δεν το έδειξε.
«Τρώει πατατάκια» άκουσε μερικά δευτερόλεπτα μετά την εκνευριστική φωνή της Μάιλι και ήξερε ότι αναφερόταν σε εκείνη. Σκόπευε να γυρίσει και να τη ρωτήσει τι εννοούσε αλλά η Μάιλι συνέχισε. «Ποια γυναίκα τρώει πατατάκια τον 21ο αιώνα; Ήμαρτον!» είπε αγανακτισμένη. Η Λέξι συνέχισε να την αγνοεί. Δεν υπήρχε λόγος να το παλεύει. Η όρεξή της ήταν πάντα μεγάλη και έτρωγε χωρίς να ανησυχεί για τις θερμίδες.  Είχε ωραίο σώμα, με θηλυκές καμπύλες, και δεν είχε χρειαστεί ποτέ να κάνει δίαιτα. Αλλά γυναίκες σαν τη Μάιλι πραγματικά την έκαναν έξαλλη.
«Μάλλον δε θα έχει γκόμενο» τον άκουσε να λέει από πίσω της, βραχνά και συνειδητοποίησε ότι είχε πολύ καιρό να έρθει τόσο κοντά του. Σκέφτηκε να γυρίσει να του πει κάτι αλλά αντί γι’ αυτό έφαγε επιδεικτικά μερικά πατατάκια ακόμα.
«Πάμε, μωρό μου;» είπε η Μάιλι γλυκά και εκείνος γέλασε.
«Πάμε, μωρό μου» τη μιμήθηκε

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου