Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 4-οι αναμνήσεις...!

Η Λέξι σηκώθηκε για να πάει στην τουαλέτα αλλά άκουσε έναν παράξενο θόρυβο. Κάποιος ήταν στον πάνω όροφο και περπατούσε. Εκείνος θα ήταν. Τι έκανε εκεί πάνω άραγε; Και πότε επιτέλους κοιμόταν; Κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα ήταν τρεις. Σε τέσσερις ώρες έπρεπε να αρχίσει να ετοιμάζεται για το σχολείο. Τι στο καλό; Έπαιρνε βιταμίνες ή κάτι τέτοιο; Πότε διάβαζε; Πότε ξεκουραζόταν; Τι παράξενο αγόρι…

Η μητέρα της της είχε πει κάποια μέρα ότι ο Πάτρικ δεν άντεχε την παραξενιά του γιου του και περίμενε να φύγει να σπουδάσει. Η Λέξι δεν συμπαθούσε τον πατριό της αλλά μετά από αυτό τον σιχάθηκε. Ο,τι και να ήταν, ήταν ο γιος του. Και η οικογενειακή τους τραγωδία προφανώς τον επηρέασε πολύ. Αντί να είναι κοντά στο παιδί του, εκείνος βρήκε αμέσως αντικαταστάτρια για τη γυναίκα του και σχεδίαζε να ξεφορτωθεί το παιδί του. Δυστυχώς ήταν σίγουρη ότι κάπως έτσι θα σκεφτόταν και η μητέρα της για εκείνη.

Η Λέξι δεν κατάφερε να αποκοιμηθεί όταν ξαναξάπλωσε και έτσι κατέβηκε στην κουζίνα να πιει λίγο νερό αφού πάλεψε για λίγο με τα παπλώματα. Περπάτησε ξυπόλυτη στο σπίτι, απολαμβάνοντας τη σπάνια ησυχία. Κοίταξε παλιές φωτογραφίες και χάζεψε λίγο τα βιβλία στη βιβλιοθήκη. Εκεί μέσα υπήρχαν σπάνιες εκδόσεις και πίνακες μεγάλης αξίας. Της άρεσε πολύ το σχέδιο. Όχι τόσο τα τοπία όσο το γραμμικό σχέδιο. Θαύμαζε το ταλέντο των ζωγράφων παρόλο που εκείνη δεν ζωγράφιζε με τόσο λυρισμό αλλά με περισσότερη επιθυμία να απεικονίσει αυτό που έβλεπε με αδρές γραμμές.

Περιπλανήθηκε κι άλλο στο σπίτι και παρατήρησε λεπτομέρειες που δεν είχε προσέξει τέσσερις μήνες που έμενε εκεί μέσα. Η μεγάλη στριφογυριστή σκάλα είχε σκαλίσματα στο πλάι και το μαρμάρινο τζάκι ήταν έτσι τοποθετημένο στο χώρο ώστε να δεσπόζει από όπου και αν το κοιτούσες. Τα ταβάνια ήταν ψηλά και τα φωτιστικά αναδείκνυαν τους πανάκριβους πίνακες αλλά και τη βιτρίνα με τις φωτογραφίες. Όλα ήταν άψογα εναρμονισμένα. Η Λέξι ήταν σίγουρη ότι η μητέρα του Νόα είχε εξαιρετικό γούστο.

Κατευθύνθηκε στο δωμάτιό της αλλά κάτι την έσπρωξε να ανέβει μερικά σκαλιά ακόμα και να πλησιάσει τη μυστηριώδη κλειδωμένη πόρτα. Έμεινε μερικά δευτερόλεπτα απέξω να αφουγκράζεται, γεμάτη ζωώδη περιέργεια για το τι έκανε εκείνος εκεί μέσα. Μια σιγανή μελωδία, σαν όπερα, ακουγόταν πίσω από την πόρτα. Η Λέξι τον φαντάστηκε να καπνίζει ξαπλωμένος σε ένα αφράτο μαξιλάρι και να παίζει κάποιο βιντεοπαιχνίδι, ή να διαβάζει. Μπορεί ακόμα και να άκουγε απλά μουσική ή να τον είχε πάρει ο ύπνος ανάμεσα σε ενθύμια της μητέρας του. Αυτή η τελευταία υπόθεση την έκανε να ανατριχιάσει. Ήλπιζε ειλικρινά να μην είχε φτάσει σε αυτό το σημείο.

Η πόρτα άνοιξε τόσο απότομα που δεν πρόλαβε να τρέξει. Έμεινε εκεί, να τον κοιτάει, τρομαγμένη από το ύφος του αλλά και λίγο μαγεμένη από τον τρόπο που τα μαλλιά του έκρυβαν το πρόσωπό του αφήνοντας μόνο τα μάτια του να ξεπροβάλλουν δειλά από μέσα.
«Τι στο διάολο κάνεις εσύ εδώ πέρα;» τη ρώτησε εκείνος επιθετικά και την έπιασε από το μπράτσο σφικτά. Την πονούσε, αλλά η Λέξι δεν είχε δύναμη να αντιδράσει.
«Εγώ..» ψέλλισε και εκείνος την έσπρωξε προς τα πίσω με φόρα. Η Λέξι συγκρατήθηκε και δεν έπεσε.
«Αυτό είναι το σπίτι μου και εδώ πάνω δεν ανεβαίνει κανείς. Δεν έχεις δικαίωμα να είσαι εδώ» της είπε σκληρά.
«Νόμιζα ότι το σπίτι είναι του Πάτρικ» τον προκάλεσε αλλά η αστραπή που έλαμψε στα μάτια του την έκανε να ανατριχιάσει.
«Έχεις και γλώσσα ε;» τη χλεύασε. «Μας το παίζεις καλό κορίτσι αλλά τελικά έχεις γλώσσα. Μάθε λοιπόν, έξυπνη, ότι το σπίτι αυτό είναι δικό μου. Της μητέρας μου. Και το άφησε σε μένα. Ο Πάτρικ, η μάνα σου κι εσύ είστε φιλοξενούμενοι» την αποτελείωσε και η Λέξι ένιωσε να μένει με το στόμα ανοιχτό.
«Δε θα δυσκολευτούμε να βρούμε σπίτι αν μας διώξεις» του είπε μόλις ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της. Ήταν δυνατόν; Του ήταν και υποχρεωμένη; Θεέ μου, πόση ντροπή. Άραγε η μητέρα της το ήξερε;
«Δε θα σας διώξω, επειδή ο Πάτρικ πληρώνει για τα έξοδά μου, αλλά μόλις γίνω 18, δηλαδή σε 9 μήνες, θα έχω πρόσβαση στο καταπίστευμα που μου άφησε η μητέρα μου και τότε μπορείτε όλοι να πάτε στο διάολο».
«Για ποιο λόγο μας μισείς όλους; Εμείς τι σου κάναμε; Κι εγώ ασφυκτιώ σε ένα σπίτι που είμαι τόσο ανεπιθύμητη» τον προκάλεσε, πιο πολύ για να επιμηκύνει την επικοινωνία τους. Αλλά δεν τον συγκίνησε.
«Μισώ γυναίκες σαν τη μητέρα σου και κακομαθημένα κοριτσάκια σαν κι εσένα. Σίγουρα είσαι ακόρεστη σαν κι εκείνη. Κουνάς το δαχτυλάκι και οι άντρες τρέχουν» της είπε με έκδηλο μίσος. Η Λέξι εκνευρίστηκε που έβγαζε συμπεράσματα για εκείνη. Η ομοιότητα με τη μητέρα της την έφερνε συχνά αντιμέτωπη με ανθρώπους που περίμεναν συγκεκριμένες συμπεριφορές από εκείνη, αλλά περίμενε από εκείνον να είναι λιγότερο επιφανειακός. Ίσως επειδή το βλέμμα του την έκανε να νιώθει ότι έβλεπε μέσα της.
Χωρίς να το σκεφτεί καλά, σήκωσε το δάχτυλό της και το ανέμισε στον αέρα αργά, σαν να ήταν μαέστρος σε μια αόρατη ορχήστρα. Εκείνος την κοιτούσε προσεκτικά, μέχρι που κατέβασε τον δείχτη της.
«Τι…τι κάνεις;» τη ρώτησε μπερδεμένος.
«Κουνάω το δαχτυλάκι μου» είπε εκείνη ειρωνικά. «Αλλά δε σε βλέπω να τρέχεις».

Εκείνος την κοίταξε άλλο λίγο, έκπληκτος, και έκανε ένα μορφασμό.
«Η αδερφή μου έχει πνεύμα. Ενδιαφέρον…» είπε μονολογώντας. Η Λέξι ένιωσε σαν να τη χαστούκισε.
«Θετή αδερφή. Και ούτε καν αυτό. Οι γονείς μας δεν έχουν ακόμα παντρευτεί» τον διόρθωσε ξερά.
«Αυτό είναι πρόκληση;» σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και η Λέξι πρόσεξε τα μπράτσα του να φουσκώσουν. Αγνόησε τις αντιδράσεις του σώματός της και προσπάθησε να βρει κάτι έξυπνο να πει. Είχε καρφωθεί. Είχε καρφωθεί για τα καλά!
«Όχι. Μια απλή εισαγωγή στην πραγματολογία» σταύρωσε κι εκείνη τα χέρια στο στήθος αλλά εκείνος δεν την κοίταξε με το ίδιο ενδιαφέρον.
«Μην τολμήσεις να ξανάρθεις εδώ πάνω» της είπε μετά από μια παγωμένη σιωπή. Έδειχνε πραγματικά θυμωμένος, λες και είχε απογοητευτεί από κάτι. Γιατί; Επειδή του απάντησε; «Μην τολμήσεις να μου ξαναμιλήσεις με ύφος, μη με κοιτάς, μη μου λες ότι δεν είμαστε αδέρφια. Θα σε διώξω από εδώ μέσα και σένα και τη χρυσοθήρα τη μητέρα σου σε πολύ λίγο. Φρόντισε μέχρι να φύγετε να μην πλακωθούμε» της είπε χωρίς περιστροφές.

Η Λέξι κούνησε το κεφάλι της για να του δείξει ότι τον άκουσε και τον κατάλαβε. Στράφηκε προς τι σκάλες χωρίς να του απαντήσει αλλά λίγο πριν αρχίσει να κατεβαίνει, σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος του. Εκείνος περίμενε να τη δει να φεύγει για να ανοίξει την πόρτα. Τι να έκρυβε εκεί μέσα;
 «Φρόντισε να ασφαλίσεις το σπίτι καλά» του χαμογέλασε. «Γιατί μου αρέσει να παίζω με τη φωτιά» του έκλεισε το μάτι και άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες χαμογελαστή.






3 σχόλια:

  1. Μου αρέσει η πρωταγωνίστρια και ο δυναμικός χαρακτήρας της :) :) :) -Πετρίτσα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ποσο μου αρέσει όταν βάζεις αναμνήσεις

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Συμφωνώ με τον Νόα που φέρεται έτσι επειδη εχει περάσει τρόσα πολλα αλλα δ
    Εν θα πειράζει λίγη κριτική σκέψη και οχι αυθαίρετα συμπεράσματα απο μέρους του. Η Λέξι όμως ειναι φοβερη, δυναμική .... <3 love them ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή