Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 3-sexy almost evil

3

«Δεν ξέρω γιατί σε έχει πιάσει πανικός. Έχεις κάνει φοβερή έρευνα, έχεις περάσει ατελείωτε ώρες σχεδιάζοντας, έχουμε ανταλλάξει ιδέες και σου λέω πολύ απλά ότι θα κερδίσεις το διαγωνισμό. Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου;» επέμεινε ο Μπιλ μερικά βράδια μετά. Η Λέξι είχε στείλει την πρότασή της και είχε παραλάβει ένα αυτοματοποιημένο μήνυμα που την ευχαριστούσε. Το ημερολόγιο σήμερα έδειχνε 10 του μηνός. Σε δύο μέρες θα μάθαινε τα νέα, αν πήρε δηλαδή την πιο σημαντική δουλειά της μέχρι τώρα καριέρας της.
«Δεν έχω ιδέα ποιοι θα είναι οι αντίπαλοί μου, Μπιλ» του είχε και ήπιε λίγο κρασί. Βρίσκονταν σε ένα μικρό wine bar στη Νάπα, εκεί όπου έμενε η Λέξι μόνιμα. Ο Μπιλ έμενε στο Σαν Φρανσίσκο αλλά είχε βγάλει ένα ετήσιο εισιτήριο για το φέρι που ένωνε τις δύο πόλεις και την επισκεπτόταν συχνά. Ήταν συμφοιτητές στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια και είχαν διατηρήσει άψογες σχέσεις ως και σήμερα. Η τρίτη της παρέας, η Τζο, βρισκόταν σε κάποιο ταξίδι για εθελοντισμό στην Αφρική και θα γυρνούσε σε μερικούς μήνες.
«Μπορεί να είναι κάποιο μεγάλο αρχιτεκτονικό γραφείο, κάποιος δυνατός και με επιρροή. ‘Η ακόμα χειρότερα, κάποιος με περισσότερο ταλέντο από το δικό μου» του είπε με πάσα ειλικρίνεια.
«Δεν υπάρχει πιο ταλαντούχος αρχιτέκτονας εκεί έξω από σένα» είπε ο Μπιλ με σιγουριά και η Λέξι χαμογέλασε αυθόρμητα. Ο φίλος της δεν ήταν ποτέ φειδωλός με τα κοπλιμέντα του. «Είδα τα σχέδιά σου και σου λέω ότι είναι άψογα. Έκανες ό,τι καλύτερο μπορούσες».
«Η οικεία Κίναν είναι ένα στολίδι, Μπιλ. Είναι ένα μοναδικό κτίριο».
«Ξέρω πολύ καλά τι είναι, Λέξι. Είναι ένα ορόσημο για την πόλη του Σαν Φρανσίσκο. Έχει πολύ μεγάλη ιστορία και είναι κρίμα που το έχουν αφήσει να παρακμάσει. Είμαι σίγουρος ότι μόλις τελειώσουν τα έργα θα αποκτήσει ξανά την αίγλη που του αρμόζει».
«Κάτι για μουσείο λένε» είπε η Λέξι σκεπτική. «’Η ότι θα στεγάσει το ίδρυμα Κίναν. Πρόκειται για πολύ ισχυρή οικογένεια. Αυτό ήταν το σπίτι ενός προπάππου τους, ενός πλούσιου γαιοκτήμονα».
«Πόσο κρίμα που το άφησαν να ρημάξει τόσο ωραίο σπίτι. Όλοι οι κάτοικοι του Σαν Φρανσίσκο ανυπομονούν να δουν το στολίδι της πόλης να παίρνει ξανά ζωή».
«Α ωραία. Δεν το είχα σκεφτεί αυτό» γέλασε η Λέξι. «Δε φτάνει ο ανταγωνισμός που έχω να αντιμετωπίσω για να πάρω το έργο, θα έχω μετά και τους κατοίκους της πόλης να ασκούν κριτική για το αν τους αρέσει ο τρόπος που διαμόρφωσα την πρόσοψη».
«Αρχιτέκτονες είμαστε, Λέξι» της είπε ο Μπιλ χαμογελαστός. «Η δουλειά μας κρίνεται καθημερινά, από κάθε άνθρωπο, κάθε απλό περαστικό που σταματάει έξω από ένα κτίριο και λέει ή σκέφτεται ότι είναι ωραίο. Δυστυχώς η επιτυχία μας και η αποτυχία μας είναι πολύ εμφανής».
«Πόσο με ανακουφίζεις» του είπε και γέλασε ξανά. Ο Μπιλ πάντα την προσγείωνε με την ειλικρίνειά του.
«Θα έπρεπε να σε ανακουφίζει ότι σου λέω ότι θα κερδίσεις. Σταμάτα να ανησυχείς πια! Το μόνο κακό είναι ότι θα πρέπει να ανεχτείς τον κύριο Κίναν μετά». Η Λέξι του είχε πει τα πάντα για τον γλοιώδη άντρα.
«Μωρέ αν πάρω τη δουλειά θα το αντέξω» είπε η Λέξι. «Άλλωστε μετά θα πρέπει να προσλάβω και συνεργείο και θα μιλάει με ολόκληρη ομάδα και όχι μόνο μαζί μου».
«Θα κοιμηθώ εδώ απόψε» άλλαξε θέμα ο Μπιλ και η Λέξι έγνεψε. «Δεν προλαβαίνω το φέρι και αύριο δεν έχω δουλειά» της είπε. Ο Μπιλ δούλευε σε ένα γραφείο διακόσμησης αλλά είχε ραντεβού με πελάτες και είχε ελεύθερο ωράριο.
«Τέλεια! Ξέρεις πόσο λατρεύω να μένεις σπίτι μου» ενθουσιάστηκε η Λέξι. Ήταν αλήθεια. Είχε διαλέξει να μείνει στη Νάπα για να είναι κοντά στη φύση και να είναι ήρεμη αλλά πού και πού ήθελε λίγη ζωή μέσα στο σπίτι της.
«Και εγώ το ίδιο! Θα δούμε καμιά ταινία και θα φάμε ποπκορν. Όπως όταν ήμασταν στο πανεπιστήμιο. Θυμάσαι;».

Η Λέξι έγνεψε. Θυμόταν. Είχε γνωρίσει τα παιδιά το δεύτερο χρόνο των σπουδών της. Τον πρώτο ήταν κλεισμένη στον εαυτό της τελείως. Μέχρι που ο Μπιλ την πλησίασε και τη ρώτησε αν ήξερε τι είχαν την επόμενη ώρα. Έπιασαν τη συζήτηση και σύντομα έγιναν φίλοι. Ουσιαστικά ήταν ο πρώτος της φίλος όσο κι αν ακουγόταν παράξενο. Η παιδική και εφηβική της ηλικία ήταν γεμάτη ταξίδια και αλλαγές. Δεν είχε κάτσει σε κάποιον τόπο αρκετά ώστε να κάνει φίλους. Το σπίτι της στη Νάπα, ο Μπιλ και η Τζο ήταν οι πρώτες σταθερές που είχε στη ζωή της.

«Θυμάμαι» του είπε απλά και ζήτησαν λογαριασμό. Γύρισαν σπίτι μετά από μισή ώρα με το αμάξι της Λέξι. Ο Μπιλ έβαλε τις πιτζάμες που είχε αφήσει στο σπίτι της και κάθισε στον καναπέ. Η Λέξι έβαλε τα ποπκορν στον φούρνο μικροκυμάτων.
Η μυρωδιά του βουτύρου ξύπνησε μέσα της κάτι που είχε προσπαθήσει να θάψει αλλά χωρίς επιτυχία. Ακούμπησε στον τοίχο γιατί ένιωσε να ζαλίζεται από την ορμή των αναμνήσεων.

Εκείνος. Ντυμένος στα μαύρα όπως πάντα, με βλέμμα σκοτεινό, απέναντι από την τηλεόραση με ένα μπολ ποπκορν ακουμπισμένο δίπλα του. Το ήξερε ότι ήταν ανεπιθύμητη. Η κόρη της γυναίκας που σπίλωσε τη μνήμη της μητέρας του, όπως της είχε πει μια μέρα σχεδόν φτύνοντας τις κατηγορίες. Θυμάται να παγώνει στη θέση της μετά από αυτή την επίθεση, να τρέμει και να κλαίει. Αλλά εκείνο το βράδυ, κουρασμένη από το διάβασμα, ήταν τόσο ελκυστικό το να κάτσει εκεί δίπλα του και απλά να μιλήσει με έναν άνθρωπο κοντά στην ηλικία της. Πόσο καιρό έμενε εκεί; Τρεις η τέσσερις μήνες; Της είχε μιλήσει μόνο δύο φορές και αυτές για να την προσβάλει. Στα κρυφά, όταν την πετύχαινε στο διάδρομο, που ένωνε τα υπνοδωμάτιά τους. Έφευγαν για το σχολείο χώρια και εκεί έκανε ότι δεν την ήξερε. Τον έβλεπε σπάνια παρόλο που έμεναν στο ίδιο σπίτι. Περνούσε ώρες μέσα σε ένα δωμάτιο στη σοφίτα το οποίο ήταν μόνιμα κλειδωμένο. Κανείς δεν ήξερε τι έκανε εκεί μέσα και ο πατέρας του απλά αδιαφορούσε εφόσον ο γιος του δεν τον ενοχλούσε.

Εκείνο το βράδυ τόλμησε και τον ρώτησε αν μπορούσε να κάτσει μαζί του και εκείνος δεν απάντησε. Ερμήνευσε τη σιωπή του ως κατάφαση και έκατσε δίπλα του. Μόνο για μερικά δευτερόλεπτα όμως. Εκείνος ακούμπησε το μπολ στο τραπέζι μπροστά τους και έφυγε. Χωρίς να βιάζεται. Έτσι ήταν πάντα. Περπατούσε αργά, σχεδόν νωχελικά, λες και ο χρόνος ήταν με το μέρος του. 

Η φήμη του στο σχολείο είχε μυθικές διαστάσεις. Ήταν δημοφιλής χωρίς να είναι κοινωνικός. Ακουγόταν ότι είχε κοιμηθεί με τις πιο όμορφες κοπέλες του σχολείου, ότι κάπνιζε και ότι είχε τατουάζ. Όταν περπατούσε στο διάδρομο τα κορίτσια τον κοιτούσαν με μισάνοιχτο στόμα και τα αγόρια έκαναν στην άκρη για να περάσει. Κι εκείνος, αδιάφορος για το σούσουρο που τον ακολουθούσε, με ένα ύφος που έδειχνε πόσο περιφρονούσε τους πάντες γύρω του, αύξανε κάθε δευτερόλεπτο τις μετοχές του.
Αμέτρητες φορές την είχαν πλησιάσει για να τη ρωτήσουν κάτι για εκείνον. Είχε γίνει γνωστό ότι η μητέρα της και ο πατέρας του συζούσαν και ετοιμάζονταν να παντρευτούν. Κανένας δεν πίστευε ότι δεν είχαν ανταλλάξει πάνω από πέντε κουβέντες. Τα κορίτσια τη ρωτούσαν αν τον είχε δει ποτέ χωρίς ρούχα. Τα αγόρια τη ρωτούσαν αν έφερνε γκόμενες στο σπίτι. Η απάντηση ήταν όχι και στα δυο. Τον έβλεπε πάντα με μαύρα ρούχα και τις γκόμενες τις πήγαινε στο σπιτάκι του κήπου. Είχε δει μέσα σε λίγους μήνες πάνω από έξι διαφορετικά κορίτσια, κάποιες ακόμα και μεγαλύτερες να μπαινοβγαίνουν εκεί.

Η Λέξι ακόμα και τότε καταλάβαινε ότι η μοναξιά που βίωνε στο νέο σχολείο και η αδιαφορία από τη μητέρα της την είχαν κάνει να εστιάσει τόσο την προσοχή της πάνω του. Είχε σχεδόν εμμονή μαζί του. Τον παρατηρούσε κρυφά όσες φορές τύχαινε να τον πετύχει στο σπίτι. Τον είχε δει να τρώει για πρωινό καφέ και τοστ, να περπατάει στον κήπο καπνίζοντας στα κρυφά, να διαβάζει στη βιβλιοθήκη, να μιλάει με την Μπονίτα, τη μαγείρισσα του σπιτιού, με την οποία έδειχνε να νιώθει κάπως άνετα. Δεν τον είχε δει ποτέ να χαμογελάει, ποτέ να γελάει, ποτέ να χαλαρώνει. Ακόμα και στα οικογενειακά τραπέζια ερχόταν για λίγο και συνήθως ήταν τόσο νευρικός που ο πατέρας του αμέσως του έλεγε ότι αν ήθελε μπορούσε  να αποχωρήσει για να αποτρέψει κάποια κρίση. Ζήλευε το θάρρος του να κάνει αυτό που θέλει. Κι εκείνη υπέφερε σε αυτά τα τραπέζια αλλά τα υπέμενε επειδή φοβόταν να εκφράσει την αποδοκιμασία της.

Ήθελε πολύ να μάθει τα μυστικά του, να τον ρωτήσει τι τον βασάνιζε και γιατί έδειχνε τόσο μελαγχολικός, αλλά πίστευε ότι είχε να κάνει με το χαμό της μητέρας του. Είχε δει φωτογραφίες στο σπίτι. Της έμοιαζε πολύ. Είχε τα σκούρα μάτια και τα γαλήνια χαρακτηριστικά της αλλά σε μια πιο αρρενωπή έκδοση. Έτσι ήταν ο Νόα. Από 17 χρονών έδειχνε κιόλας ολόκληρος άντρας. Ένας άντρας που την έκανε να νιώθει διάφανη, σαν να μην υπήρχε καν για εκείνον. Και αυτό είχε αρχίσει να την ενοχλεί παράλογα πολύ.




7 σχόλια:

  1. Πρεπει ειναι φουλ κουκλος ο Νοα για να τσιμιθη μαζι του απο την αρχη 😏 εγω ανυπομωνω να δω την φατσα της οταν θα τον ξανα συναντιση

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Υπεροχη οπως πάντα συγγραφέα μας, ανυπομωνω να δω φωτο των πρωταγωνιστών μας ...!!!! <3

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Περιμένουμε με αγωνία τις φωτογραφίες τους! :) :) καλό Σαββατοκύριακο! Φανή

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Υπεροχο ξεκινημα! Ανυπομονω να δω πως θα εξελιχθει η οστορια τους! Μυριζομαι εκρηκτικη συνεργασια για το μελλον! Ποιοι σκεφτεσαι να ειναι οι πρωταγωνιστες μας λατρεμενη συγγραφεα;;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή