Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 15-ο μικρός βγαζει δόντια. Και τα ρούχα του

15

Εκείνη τη μέρα έβρεχε ασυνήθιστα πολύ για άνοιξη στην Αριζόνα. Οι σταγόνες προσγειώνονταν με μανία στο τζάμι και δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τον ρυθμικό ήχο. Ήταν περασμένες τρεις. Σε τέσσερις ώρες έπρεπε να αρχίσει να ετοιμάζεται για το σχολείο κι εκείνη ήταν ακόμα ξύπνια. Το πυκνό σκοτάδι, η ανελέητη βροχή και η νεκρική σιγή στο σπίτι την έκαναν να φοβάται. Είχε κλειδώσει την πόρτα της γιατί ήταν μόνη. Ναι, μόνη.
Η μητέρα της και ο Πάτρικ έλειπαν ξανά. Είχαν πάει…κάπου. Δε θυμόταν. Ο Πάτρικ είχε δουλειές σε άλλες πόλεις και έπαιρνε και τη μητέρα της μαζί του γιατί τον βοηθούσε να κλείνει υποθέσεις, όπως έλεγε, επειδή ήταν αναγνωρίσιμη. Καμιά φορά δεν την ενημέρωναν καν. Απλώς γυρνούσε από το σχολείο και η Μπονίτα τής έδειχνε κάποιο πρόχειρο χαρτάκι που έγραφε ότι φεύγουν.
Συνήθως η Μπονίτα έμενε με τα παιδιά, με δική της πρωτοβουλία, αλλά αυτή τη βδομάδα έπρεπε να λείψει γιατί ο άντρας της ήταν στο νοσοκομείο. Οπότε ήταν μόνοι τους. Όχι ότι τον  έβλεπε και πολύ. Έφευγαν χώρια για το σχολείο, γυρνούσαν χώρια, έτρωγαν χώρια. Συνέχιζε να την αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι, να φεύγει όταν εκείνη έμπαινε στο σαλόνι. Δεν της άρεσε ο τρόπος που ξεφυσούσε εκνευρισμένος όταν την έβλεπε, αλλά την ανακούφιζε να ξέρει ότι είναι εκεί τα βράδια. Έβλεπε το φως της σοφίτας αναμμένο και ένιωθε ασφάλεια. Τον άκουγε να περπατάει ανάλαφρα και να μπαίνει στο δωμάτιό του ξημερώματα και ένιωθε λιγότερο μόνη.

Απόψε όμως, οι ώρες περνούσαν και δεν είχε επιστρέψει σπίτι. Ανησυχούσε μήπως είχε πάθει κάτι αλλά η σχέση τους ήταν τόσο ανορθόδοξη που δεν είχε καν το κινητό του. Πόσο γελοίο ήταν όλο αυτό; Να μένουν στο ίδιο σπίτι και να μην έχει το κινητό του! Αναρωτήθηκε πολλές φορές αν έπρεπε να επικοινωνήσει με κάποιον. Τι έπρεπε να κάνει;

Βούλιαξε στο κρεβάτι της και μια αστραπή φώτισε το δωμάτιο. Δεν της άρεσε αυτό που ζούσε. Φοβόταν πολύ και όλο το σπίτι σχεδόν έτριζε από τις απανωτές βροντές.
Σκεπάστηκε ξανά με την κουβέρτα και πήρε βαθιές ανάσες. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα άκουσε γέλια στον κάτω όροφο. Έτρεξε στην πόρτα της, την ξεκλείδωσε και την άνοιξε. Ήταν η φωνή του. Αλλά δεν ήταν μόνος. Μιλούσε και γελούσε με μια κοπέλα.

«Κάτσε ένα λεπτό» τον άκουσε να λέει και τα βήματά του άρχισαν να πλησιάζουν. Διάολε, ανέβαινε τη σκάλα. Έκλεισε την πόρτα γρήγορα και χώθηκε στο κρεβάτι της. Ευτυχώς ήταν καλά.
Όταν άκουσε την πόρτα της να χτυπάει δεν πίστευε στα αυτιά της. Ποτέ δεν είχε μπει εδώ μέσα. ‘Η μάλλον όσο είχε εκείνη τις αισθήσεις της.
«Ναι» είπε ήρεμα, πραγματικά περίεργη για το λόγο της επίσκεψης.

Εκείνος άναψε το φως αλλά απέφυγε το βλέμμα της.
«Συγγνώμη που σε ξυπνάω, αλλά η φίλη μου χρειάζεται ένα αδιάβροχο για να φύγει. Μήπως έχεις κάτι; Θα σου το επιστρέψει αύριο» της είπε αλαζονικά, λες και της έκανε χάρη που της μιλούσε.
«Με τέτοιο καιρό και ήρθε χωρίς μπουφάν;» ειρωνεύτηκε η Λέξι ενώ σηκωνόταν απρόθυμα. Άνοιξε την ντουλάπα και διάλεξε το πιο πρόχειρο αδιάβροχο που είχε. Δε θα τη βοηθούσε να δείχνει όμορφη.
«Όχι ότι είναι δουλειά σου, αλλά έχει έρθει από το απόγευμα. Δεν έδειχνε ο καιρός ότι θα χαλάσει τόσο» της είπε. Η Λέξι δεν απάντησε. Συνέχισε να ψάχνει αν και ήξερε πού ήταν το αδιάβροχο.

Ξαφνικά συνέδεσε τα κομμάτια του παζλ. Στο σπιτάκι του κήπου. Αυτό ήταν. Ήταν εκεί από το απόγευμα και ποιος ξέρει τι έκαναν. Μάλλον ήξερε. Και ευτυχώς που είχε την ευπρέπεια και το έκανε εκεί, και όχι στο δωμάτιό του, λίγα μέτρα μακριά της.
«Πάρε» του είπε και του πέταξε το αδιάβροχο σχεδόν στα μούτρα. Εκείνος το έπιασε επιδέξια, χωρίς να κλείσει καν ενστικτωδώς τα μάτια. «Έχω και γαλότσες αν θέλει. Αλλά αμφιβάλλω αν φοράει το νούμερό μου» του είπε. «Γιατί με κοιτάς έτσι;» τον ρώτησε μετά από μια παρατεταμένη σιωπή.
Εκείνος δεν απάντησε. Έσφιγγε το αδιάβροχο με το ένα χέρι και το βλέμμα του επιχειρούσε να τρυπήσει τη σκέψη της. Προφύλαξε το μυαλό και της ψυχή της και κοίταξε κάτω.
«Τρέμεις. Φοβάσαι τις βροντές ή εμένα;» της είπε τελικά, στάζοντας ειρωνεία. Η Λέξι ρίγησε ξανά. Δεν ήξερε τι να απαντήσει.
«Κρυώνω λιγάκι» του είπε αδιάφορα. «Πήγαινε το αδιάβροχο στη φίλη σου. Να μη σε περιμένει» του είπε ψυχρά. Εκείνος δε σάλεψε.
«Τελικά είναι βολικό να έχεις μια μικρή αδερφή» της είπε χαιρέκακα. Κάθε φορά που της το έλεγε, εκείνη αντιδρούσε. Το μισούσε και έπεφτε κάθε φορά στην παγίδα.
«Δεν είμαστε αδέρφια» είπε υπομονετικά και του γύρισε την πλάτη. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και τράβηξε το σκέπασμα, παρακινώντας τον να φύγει. Ήταν η πιο μακροσκελής συζήτηση που είχαν μέχρι στιγμής και αφορμή ήταν μια γκόμενα στον κάτω όροφο.
«Σε τι διαφέρουν δηλαδή δύο αδέρφια;» γέλασε ξερά εκείνος.
«Έχουν το ίδιο αίμα» του απάντησε γρήγορα.
«Θα μπορούσες να είσαι υιοθετημένη».
«Θα είχαμε μεγαλώσει μαζί».
«Όχι απαραίτητα».
«Πάρε το αδιάβροχο και φύγε, σε παρακαλώ» του έδειξε την πόρτα. «Σε περιμένει η φίλη σου» του θύμισε. Τι έκανε εδώ;
«Η Νατάσα θα περιμένει όσο χρειαστεί» είπε με αυτοπεποίθηση. «Με γουστάρει πολύ και παρόλο που εγώ είμαι ξεκάθαρος ότι δεν την βλέπω σοβαρά εκείνη…»
«Γιατί τα ακούω όλα αυτά;» σήκωσε τον τόνο της φωνής της κι εκείνος γέλασε.
«Αναρωτιέμαι» είπε εκείνος και σταμάτησε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Αναρωτιέμαι γιατί θυμώνεις τόσο».
«Επειδή με ξύπνησες» του είπε ψέματα. Εκείνος γέλασε ξανά.
«Θα πάω τη Νατάσα σπίτι και γυρίζω σε πέντε. Αν φοβηθείς φώναξε» της είπε εκείνος.
«Και τι θα κάνεις;» τον ειρωνεύτηκε. «Πήγαινε για ύπνο και άσε με στην ησυχία μου» είπε αδιάφορα παρόλο που η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Είχε κάνει ένα μικρό, δειλό βήμα. Θα έπρεπε να είναι αρκετό αλλά δεν ήταν.
«Η μάνα σου θα μπορούσε να έχει βρει τον οποιοδήποτε. Γιατί;» της είπε ανάλαφρα αλλά κάτι στη φωνή του ράγισε. «Γιατί έπρεπε να διαλέξει τον πατέρα μου;» της είπε τελικά.
«Μην πάμε εκεί πάλι. Πάλι η μάνα μου φταίει; Ο πατέρας σου δηλαδή είναι μια χαρά;» του είπε κουρασμένη. Εκείνος την κοίταξε άλλο λίγο, σαν να ήθελε να τη διορθώσει, να της εξηγήσει κάτι, αλλά δεν το έκανε. Απλώς έγειρε το κεφάλι του λιγάκι και έκλεισε τη πόρτα πίσω του.


3 σχόλια:

  1. Νομίζω οτι αρχίζει να μαλακωνει ο Νόα αλλα τωρα αυτη που αρχίζει να ειναι ψυχρή ειναι η Λέξι ... "Που κρυωνει λιγάκι" ....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γιατι εχω την εντυπωση οτι κατι παιχτηκε μεταξυ τους οταν ηταν εφηβοι?????

    ΑπάντησηΔιαγραφή