Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 14-εσείς κοιμάστε κι εγώ γράφω....

14

«Νόα, να σου συστήσω την Μπέτι» είπε η Λέξι μετά από δέκα μέρες περίπου. Η βοηθός της ερχόταν για πρώτη φορά στο καινούργιο γραφείο που είχαν νοικιάσει. Δεν το είχαν επιπλώσει τέλεια ακόμα, αλλά είχε δύο διαφορετικά γραφεία και ένα μεγάλο χώρο υποδοχής με ένα μικρό γραφείο, ένα στρογγυλό τραπέζι τύπου συσκέψεων και έναν καναπέ. Η Λέξι δεν είχε ασχοληθεί πολύ με την επιλογή επίπλων επειδή έτρεχε να διεκπεραιώσει κάποια πράγματα σχετικά με το δικό της γραφείο και του είχε ζητήσει ευγενικά να αναλάβει την επιλογή επίπλων. Και είχε κάνει πολύ καλή δουλειά προς το παρόν. Δύο ολόιδια λευκά γραφεία και εργονομικές καρέκλες υπήρχαν τώρα στα δωμάτια. Ο δερμάτινος καναπές ταίριαζε απόλυτα με την ώχρα στον τοίχο και το τραπέζι συσκέψεων άφηνε χώρο για να περνάς αλλά και ήταν αρκετά μεγάλο για να μπορούν να κάτσουν οκτώ άτομα. Και το καλύτερο της υπόθεσης ήταν ότι τον είχε κρατήσει απασχολημένο ώστε να μη χρειάζεται να τον βλέπει.
«Ουάο» είπε η βοηθός της και ο Νόα γέλασε, παίρνοντας το χέρι της σε μια ζεστή χειραψία. Και κοκκίνισε! Ναι, κοκκίνισε.
«Μπέτι!» τη μάλωσε η Λέξι αλλά ο Νόα τη διέκοψε με μια χειρονομία.
«Όχι, όχι, άφησέ την» της είπε και γύρισε προς την Μπέτι. «Είναι ωραίο να σε εκτιμάει και κάποιος» είπε εύθυμα. Η Μπέτι χαμογέλασε.
«Φαντάζομαι δεν σας λείπουν τα κοπλιμέντα» του είπε φλερτάροντάς τον απροκάλυπτα, όπως συνήθιζε με όλους τους άντρες. Συνήθως το έκανε για πλάκα. Αυτή τη φορά όμως η Λέξι δεν ήταν σίγουρη.
«Μου λείπουν τα επιφωνήματα» της είπε εκείνος και γέλασαν. Η Λέξι τούς κοιτούσε αμίλητη. Αλήθεια τώρα; Η βοηθός της είχε περάσει το συρματόπλεγμα; Μόνο και μόνο επειδή ήταν λίγο…κούκλος;
«Η Μπέτι είναι η βοηθός μου. Πέρασε να μου αφήσει μερικά πράγματα που χρειάζομαι» τον ενημέρωσε. Ακόμα δεν είχαν αρχίσει να δουλεύουν αλλά γέμιζαν το χώρο με πράγματα όπως βιβλία, υπολογιστές και είδη πρώτης ανάγκης. Από όσο ήξερε, ο Νόα είχε αρχίσει ήδη να μένει στον πάνω όροφο. Δεν ήξερε αν είχε αγοράσει έπιπλα ή πού κοιμόταν όμως. Λίγο την ένοιαζε.
 Του είχε αφήσει τον πρώτο λόγο στην επιλογή χώρου μιας και θα έμενε εκεί. Κι είχε διαλέξει ένα διώροφο κτίριο με πάρκινγκ κοντά στο κέντρο για να έχουν ολοι εύκολη πρόσβαση.
«Μπέτι, θα ήθελες να δουλέψεις μαζί μας;» ρώτησε εκείνος και η Λέξι γύρισε το κεφάλι της απότομα προς το μέρος του.
«Η Μπέτι είναι δική μου βοηθός» του θύμισε.
«Και τι; Δεν μπορεί για τους 6 μήνες που θα διαρκέσει το πρότζεκτ να δουλέψει και για τους δυο μας;» ρώτησε εκείνος σοβαρά. Η Μπέτι ευτυχώς δεν επενέβη.
«Θα είναι απασχολημένη» του είπε απλά.
«Ελπίζω να μην εννοείς ότι θα τρέχεις κι άλλα πράγματα παράλληλα» της είπε ξερά. Η Λέξι ένιωσε να κοκκινίζει. Την είχε πιάσει. Διάολε η διορατικότητά του.
«Εννοώ ό,τι θέλω. Η Μπέτι είναι δική μου». Η Μπέτι γέλασε κοφτά αλλά μια δολοφονική ματιά της Λέξι την διέκοψε.
«Προτιμάς να βρούμε μια άλλη; Χρειαζόμαστε βοήθεια. Έχεις να προτείνεις κάτι πιο έξυπνο;» την ειρωνεύτηκε. «Θα της προσφέρουμε ένα καλό μισθό και την δυνατότητα να ανοίξει τους ορίζοντές της».
«Μια χαρά είναι οι ορίζοντές της. Δε θέλω να ανακατευτεί σε όλο αυτό» είπε η Λέξι. Η Μπέτι έβηξε λιγάκι εκείνη τη στιγμή και γύρισαν και την κοίταξαν.
«Νιώθω σαν το παιδί ανάμεσα σε ένα ζευγάρι που παίρνει διαζύγιο» είπε χιουμοριστικά αλλά κανείς δε γέλασε. «Νόα» καθάρισε τη φωνή της και σοβαρεύτηκε «αν η Λέξι δε θέλει να δουλέψω και για τους δυο σας, δε θα το κάνω. Είναι το αφεντικό μου και φίλη μου. Λέξι» στράφηκε στη φίλη της «αν είναι να δουλεύω κοντά σου θέλω πολύ να συνεχίσω εδώ. Σκέψου το» είπε και αποσύρθηκε στο κλειστό γραφείο της Λέξι. Ο Νόα τής είχε παραχωρήσει το γραφείο με θέα στη θάλασσα και εκείνος είχε κρατήσει ένα λίγο μεγαλύτερο γραφείο, αλλά χωρίς θέα.

«Είσαι εγωίστρια, Αλεξάντρα» της είπε εκείνος όταν έμειναν μόνοι. Η Λέξι έκλεισε τα μάτια και ένας οξύς πόνος τη διαπέρασε. Είχε διαλέξει τα λόγια του για να την πληγώσει ή είχε ξεχάσει τελείως;
«Μη με λες έτσι» του είπε, σχεδόν ικετεύοντας. Μόνο εκείνος. Μόνο εκείνος την έλεγε έτσι. Το όνομά της από τα χείλη του ακουγόταν σαν προσευχή. Της θύμιζε τις στιγμές που είχαν περάσει μόνοι τους, λέγοντας ο ένας στον άλλον πράγματα τόσο σημαντικά ασήμαντα που την έκαναν να νιώθει πάντα αδύναμη κοντά του.
«Είναι το όνομά σου» της θύμισε σκληρά. Δεν υπήρχε λόγος να μη θέλει να το ακούει. Απλώς οι αναμνήσεις την έπνιγαν και δεν ήθελε με τίποτα να το καταλάβει εκείνος.
«Για σένα Λέξι» του είπε μόνο και τον κοίταξε. Απέφευγε το βλέμμα του αλλά αυτή τη φορά το τόλμησε. Ένιωσε να λυγίζουν τα πόδια της.
«Θα κάνεις τη δύσκολη σε κάθε βήμα του δρόμου;» ρώτησε εκείνος.
«Διάλεξες γραφείο και έπιπλα. Είπα τίποτα;» του θύμισε.
«Σε βόλεψε» απάντησε εκείνος.
«Θέλω να με ρωτάς για ό,τι κάνεις. Μόνο έτσι θα πετύχει αυτή η συνεργασία» έκανε μια γκριμάτσα αηδίας.
«Και για μένα είναι δύσκολο να συνεργάζομαι. Δουλεύω και ζω μόνος μου χρόνια τώρα» της είπε.
«Θα είναι δύσκολο να συνηθίσω να σε έχω όλη τη μέρα πάνω από το κεφάλι μου» του είπε κι εκείνη με πάσα ειλικρίνεια.
«Σκόπευα να είμαι πλάι σου» ειρωνεύτηκε εκείνος.
«Νιώθω ότι πας να με καπελώσεις».
«Νιώθω ότι θα μου κάνεις τη ζωή δύσκολη».
«Δεν είμαι 16 χρονών πια. Δεν εισέβαλα στη ζωή σου. Είμαστε ισότιμοι. Ομόλογοι τώρα. Μην το ξεχάσεις ποτέ. Αύριο ξεκινάμε να σχεδιάζουμε σιγά σιγά. Πρέπει σε έξι μήνες να παραδώσουμε κάτι και μετά μέχρι να ολοκληρωθεί το έργο πρέπει να είμαστε και πάλι σε στενή συνεργασία. Δεν είμαι μικρή πια. Δεν μπορείς να με τρομάξεις, δε σε φοβάμαι» του είπε με μια ανάσα και με σιγουριά. Ήλπιζε τουλάχιστον.
«Δε με νοιάζουν όσα λες» είπε εκείνος ήρεμα. Τα μάτια του σκούρυναν. Ποιος ξέρει τι σκεφτόταν. «Με νοιάζει μόνο να ξέρεις τι σου γίνεται στη δουλειά μας και να μην πρέπει να τα κάνω όλα και για τους δυο μας».
«Μην ανησυχείς» χαμογέλασε εκείνη όλο νόημα. «Το έχω».

Έκανε να φύγει αλλά κοντοστάθηκε.
«Άσε την Μπέτι να μείνει. Φαίνεται έξυπνη» της είπε.
«Αν κρίνω από την αντίδρασή της όταν σε είδε, δεν πρέπει να είναι» του είπε ξερά. Εκείνος γέλασε με την καρδιά του.
«Κι εσύ κάπως έτσι αντέδρασες όταν με είδες πρώτη φορά» την προκάλεσε.
«Κάνεις λάθος» του είπε ψέματα. Πρώτη φορά αναφερόταν στην πρώτη τους συνάντηση. Ήταν τόσο προφανές ότι την είχε γοητεύσει αμέσως; «Απλώς με σόκαραν τα σκουλαρίκια».
«Όχι τα υπέροχα μάτια μου;» την πείραξε.
«Είσαι λίγο αλλήθωρος» του είπε. Ψέματα πάλι. Εκείνος γέλασε. Πιο δυνατά αυτή τη φορά. Πόσες φορές τον είχε ακούσει να γελάει άραγε; Ελάχιστες. Ήταν ωραίο να τον βλέπει πιο χαλαρό, κι ας μην ήξερε το λόγο που τα είχε καταφέρει.

«Δεν είμαι» της είπε με σιγουριά. «Άσε την Μπέτι να μείνει» επανέλαβε και με ένα μικρό χαμόγελο την άφησε μόνη στο σαλόνι.

6 σχόλια:

  1. Λοιπόν εγώ υποφέρω απο αϋπνίες τον τελευταίο καιρό άρα ξαγρυπνάω μαζί σου. :P Πολύ ωραίο κεφάλαιο!!! -Πετρίτσα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Για τοσο ωραια ιστορια αξιζει το ξενυχτη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Όοοχι Μπετούλα, εσύ στο άλλο γραφείο, μακριά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Δεν μπορω να καταλάβω γιατι τόση έχθρα .... Ειναι και οι δυο τόσο υπέροχοι, μπράβο συγγραφέα μας !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Νομίζω ότι σου χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ που θυσιαζεις την ξεκούραση σου και τον προσωπικό σου χρόνο για να μην μας κρατας πολύ σε αγωνία. Η ιστορία είναι υπεροχή. Περιμένω πως και πως να μάθω τι έχει γίνει μεταξύ τους...!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Kala ok...dwse poo via akoma mia fora suggrafea mas...anteee suntoma to epomeno♥

    ΑπάντησηΔιαγραφή