Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

κεφαλαιο 17-αναμνήσεις αντρικές

17

Πόσο ψυχρή φαίνεται. Με εκνευρίζει αφάνταστα ο αλαζονικός τρόπος που με κοιτάει, σαν να μη με θυμάται, σαν να ξέχασε τελείως ποιος είμαι και τι μου έκανε. Δεν ξέρω αν κατάφερα να κρύψω το σοκ μου όταν την είδα στη συνάντηση με τους Κίναν. Εκείνη, αντίθετα, δεν εξεπλάγη. Απλώς θύμωσε. Και γιατί θύμωσε; Πώς τόλμησε και θύμωσε;

Σήμερα ήμουν πολύ σκληρός μαζί της και το παραδέχομαι. Σκέφτηκα πολύ αν έπρεπε να την κυνηγήσω και να της ζητήσω συγγνώμη αλλά δεν το έκανα. Ο τρόπος που με κοιτάει, με κάνει πραγματικά να αναρωτιέμαι αν με αναγνωρίζει. Δεν ξέρω γιατί με πειράζει. Ίσως επειδή εγώ τη σκεφτόμουν πολύ τόσα χρόνια. Μάλλον είναι θέμα εγωισμού.

Πρέπει να βάλω ένα ποτό. Είναι μια συνήθεια που μισώ αλλά κάτι τέτοια βράδια μόνο ένα ποτήρι ουίσκι μπορεί να με ηρεμήσει. Κάποτε ηρεμούσα ζωγραφίζοντας, αλλά όχι πια. Έχω διοχετεύσει τη δημιουργικότητά μου στη δουλειά μου αλλά δε ζωγραφίζω πια ελεύθερα. Λες και όλο μου το ταλέντο κάηκε μαζί με τις ακουαρέλες μου στη φωτιά.

Έφυγα από το σπίτι μου εκείνο τον Σεπτέμβριο για να σπουδάσω. Ανυπομονούσα να απομακρυνθώ από τον πατέρα μου και την γκόμενά του. Ήθελα να ζήσω μόνος μου, να σπουδάσω κάτι που αγαπούσα και να γυρίσω σπίτι μου μετά από λίγα χρόνια, νόμιμος ιδιοκτήτης του και να τους πετάξω όλους έξω. Δεν είχα όρεξη για αγάπες και λουλούδια. Ίσως δεν ήξερα και πώς να το δείξω, ακόμα και να είχα. Ένιωσα να πνίγομαι, να πιέζομαι. Να μου ζητάνε αθόρυβα πράγματα που δεν ήθελα να δώσω. Ήμουν εγωιστής; Ναι. Ήμουν ανώριμος; Ναι. Τι από αυτά όμως είναι αφύσικο για ένα αγόρι 17-18 χρόνων με όλη του τη ζωή μπροστά και ένα παρελθόν γεμάτο σκοτάδι; Αυτό ήθελα να κάνω. Να φύγω. Δεν είχα δώσει υποσχέσεις και δε μου είχαν ζητηθεί. Ημουνξεκάθαρος.

Ήμουν στην εστία με μια παρέα ένα βράδυ κάπου στα μέσα Οκτωβρίου όταν ο πατέρας μου με πήρε τηλέφωνο. Ακουγόταν πιωμένος. Είχε αρχίσει να πίνει μετά το θάνατο της μητέρας μου αλλά το τελευταίο διάστημα το είχε παρακάνει. Η μητέρα της δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται για αυτό, παρά μόνο για το πώς να κατασπαταλάει την περιουσία του. 
«Πρέπει να έρθεις. Ξέσπασε φωτιά στο σπίτι. Πρέπει να βοηθήσεις» μου είπε ο πατέρας μου γελώντας μέσα στην ομίχλη του μεθυσιού του. Θυμάμαι να παγώνω και να καίγομαι ταυτόχρονα. Θυμάμαι να τρέμω στην ιδέα ότι μπορεί να είχε πάθει κάτι. Και μετά μια ιδέα. Μια ανάμνηση. «Θα βάλω φωτιά στο σπίτι» μου είχε πει κάποτε. ‘Η κάτι τέτοιο. Οδήγησα ένα αμάξι δανεικό μέσα στη νύχτα για πέντε ώρες μέχρι να αντικρύσω το σπίτι μου καμένο. Ευτυχώς όχι ολοσχερώς, αλλά τόσο άσχημα καμένο που σου έσκιζε τη καρδιά. Ειδικά τη δική μου. Το είχε σχεδιάσει η μητέρα μου και ήταν ένα πάθος που μοιραζόμασταν. Όταν κάηκε το σπίτι μου ένιωσα σαν να την έθαψα ξανά, σαν να πρόδωσα την μνήμη της.

Είναι δυνατόν να είχε βάλει εκείνη τη φωτιά για να με εκδικηθεί; Επειδή έφυγα; Αποκλείεται, προσπάθησα να λογικευτώ. Δε μου είχε δείξει ότι ήθελε να μείνω. Δε μου είπε ποτέ κάτι παραπάνω από ένα «καλή αρχή στην καινούρια σου ζωή» λες και αποχαιρετούσε ένα φίλο της. Γιατί να το έκανε αυτό;

Η φωτιά είχε πλήξει κυρίως το δωμάτιό μου και την κουζίνα, που βρισκόταν από κάτω, καθώς και ένα μέρος από το σαλόνι. Η σοφίτα είχε καεί σχεδόν τελείως. Το καταφύγιό μου είχε γίνει πια σκόνη και θρύψαλα. Τα έργα μου, τα πορτρέτα και οι ακουαρέλες μου ήταν ένας σωρός από στάχτη και σκόνη. Εγώ, που έκρυβα από όλους ότι ζωγραφίζω, που δεν άφηνα κανέναν να μπει εκεί μέσα, έπρεπε να επιθεωρήσω μαζί με τους πυροσβέστες το χώρο και να διαλέξω ό,τι είχε απομείνει. Τίποτα. Όλα ήταν μια άμορφη μάζα.

«Ένα ατύχημα» είπε ο πατέρας μου μερικές ώρες μετά στην αστυνομία. Η μητέρα της έδειχνε ταραγμένη, και δε μιλούσε. «Η Λέξι ήταν αναστατωμένη και παρέσυρε ένα κηροστάτη χωρίς να το καταλάβει. Ήταν ένα απαίσιο ατύχημα» τους είπε. Μα πού ήταν; Θα τη σκότωνα. Έπρεπε να τη βρω. Να μάθω γιατί το έκανε. Ήμουν σίγουρος ότι δεν ήταν ατύχημα.
«Η Λέξι φοβάται ότι θα αντιδράσεις άσχημα και θα μείνει στην Τζιλ απόψε» είπε η μητέρα της. Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι μου. Έτσι απλά; Μου έκαψε το σπίτι και το έβαλε στα πόδια;
«Θα τη βρω» τους είπα απλά και κοιτάχτηκαν.

Πήγα στο σπίτι της Τζιλ. Μπούκαρα στο σπίτι χωρίς να με καλέσουν μέσα. Άνοιξα την πόρτα του δωματίου που μου έδειξε τρομαγμένη η Τζιλ από τις απειλές μου. Τη βρήκα μέσα, να κοιμάται στο σκοτάδι λες και δεν έχει συμβεί τίποτα.
«Γιατί το έκανες;» τη ρώτησα απλά, προσπαθώντας να μη τη σκοτώσω.
«Δεν έκανα τίποτα» μου είπε απλά. Η φωνή της ακουγόταν αλλοιωμένη. Έδειχνε σαν να υποφέρει. Η υποκρίτρια.
«Σε σιχαίνομαι και θα σε σιχαίνομαι όλη μου τη ζωή» της είπα με σφιγμένα δόντια. Και το εννοούσα.
«Καταλαβαίνω» ψιθύρισε εκείνη απλά. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και για 11 χρόνια είχα τη χαρά να μην την ξαναδώ.


Meet Gabriella Wilde


 

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 16-control-alt-delete

16

«Μας έχει πάρει μία βδομάδα να βγάλουμε ένα χρονοδιάγραμμα εργασιών! Πόσο καιρό βλέπεις να μας παίρνει το πρότζεκτ; Καμιά δεκαετία;» αντέδρασε ο Νόα. Δούλευαν μέχρι αργά κάθε μέρα αλλά απόψε η Λέξι ήθελε να ολοκληρώσουν επιτέλους το χρονοδιάγραμμα και η ώρα είχε πάει 23.10. Είχαν φάει πίτσα κατά τις 20.00 και συνέχισαν ακάθεκτοι. Κλεισμένος ο καθένας στο γραφείο του, αποφεύγοντας τις συζητήσεις. «Και καλά, εγώ μένω από πάνω. Εσύ τι θα κάνεις; Πώς θα γυρίσεις τέτοια ώρα;».
«Το ενδιαφέρον σου με συγκινεί. Θα κοιμηθώ στου Μπιλ» του είπε και συνέχισε να δουλεύει σκυμμένη πάνω από τον υπολογιστή της. Εκείνος όμως δεν απομακρύνθηκε από την πόρτα του γραφείου της.
«Τι είναι;» τον ρώτησε μπερδεμένη και τον κοίταξε. Απέφευγε να το κάνει, αλλά μερικές φορές ήταν απαραίτητο.
«Ποιος είναι ο Μπιλ;» τη ρώτησε ήρεμα, χωρίς κάποιο υπονοούμενο, χωρίς να δείχνει κάτι.
«Είναι ο κολλητός μου» απάντησε εκείνη απλά και κατέβασε το βλέμμα στο πληκτρολόγιο. Μισή ωρίτσα και θα έστελνε το χρονοδιάγραμμα στο συνεργείο τους και στους Κίναν. Μετά θα πήγαινε κατευθείαν για ύπνο.
«Η Μπέτι έφυγε στις έξι. Γιατί δεν έφυγες μαζί της;» επέμεινε. Είχε συμφωνήσει και είχαν κρατήσει την Μπέτι, η οποία είχε μπει αμέσως στο ρυθμό της δουλειάς και είχε οργανώσει άψογα το γραφείο, αλλά και το σπίτι του Νόα. Η Λέξι φυσικά δεν το είχε δει αλλά η βοηθός της της είχε πει ότι ο Νόα είχε λίγα πράγματα αλλά τα είχε διακοσμήσει όλα άψογα. Όσο για το γραφείο της στη Νάπα, είχε συμφωνήσει με την Μπέτι να κάνουν εκτροπή τις κλήσεις στο κινητό της κοπέλας για να μην υποπτευθεί κάτι ο Νόα.
«Σου είπα ότι έχω δουλειά» του είπε ανυπόμονα. «Μπορείς να με αφήσεις να τελειώσω;».
«Σκοπεύεις να είσαι τόσο αργή σε όλα; Δεν νομίζω ότι μπορώ να δουλέψω με έναν τόσο νωθρό συνεργάτη» της είπε ξερά.
«Το χρονοδιάγραμμα εργασιών είναι το ήμισυ του παντός» του είπε για δέκατη φορά από το πρωί. Ο Νόα από την αρχή ξεκαθάρισε ότι ήθελε κάτι πιο πρόχειρο αλλά αυτή δε συμφωνούσε.
«Μα είσαι σαν ζόμπι. Τι θες να αποδείξεις; Θα τελειώσω εγώ» προθυμοποιήθηκε. Η Λέξι αναρωτήθηκε αν το εννοούσε ή αν απλώς ήθελε να φανεί ότι εκείνος είναι πιο δραστήριος και πιο αποτελεσματικός. Πάνω από το πτώμα της. Αυτός ήταν ικανός να στείλει το χρονοδιάγραμμα σαν δικό του έργο.
«Σε μισή ώρα τελειώνω» του είπε επίμονα. Οι αριθμοί χόρευαν μπροστά της. Ήταν πολύ κουρασμένη.
«Θα σε περιμένει ο φιλαράκος σου. Δε σε νοιάζει;» της είπε τελικά. Η Λέξι τον κοίταξε. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και της χάρισε ένα ειρωνικό χαμόγελο.
«Έχω κλειδιά» τον αποστόμωσε.
«Είναι σοβαρό το πράγμα δηλαδή…» σφύριξε επιδοκιμαστικά.
«Είναι φίλος μου. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να σου τα λέω όλα δέκα φορές. Άλλωστε τι σε νοιάζει εσένα ποιος και τι μου είναι ο Μπιλ;» στράφηκε ξανά στην οθόνη της. Ένας ξένος. Απέναντί της στεκόταν ένας ξένος. Έπρεπε να το επαναλαμβάνει από μέσα της. Δεν τον είχε ποτέ. Δεν ωφελούσε να χάνει την αυτοκυριαρχία της. Ήταν ένα τίποτα για εκείνον. Ήταν ξεκάθαρο και τότε και πολύ περισσότερο τώρα.
«Ξέρει ότι έχεις αδερφό;» τη ρώτησε χαιρέκακα. Ήξερε πόσο μισούσε τη λέξη.
«Ναι, φυσικά» τον αιφνιδίασε χαμογελαστή. Ο Μπιλ δεν ήξερε λεπτομέρειες. Μόνο ότι είχαν συγκατοικήσει κάτι λιγότερο από ένα χρόνο, μέχρι ο Νόα να φύγει για το κολλέγιο και εκείνη να πάει στον Καναδά, στον πατέρα της, μέχρι να φύγει με τη σειρά της για το κολλέγιο.
Είδε το σοκ στα μάτια του. Ήταν πάντα σκούρα μπλε, αλλά τώρα έμοιαζαν μαύρα. Τρεμόπαιξε τις βλεφαρίδες του.
«Θέλει να σε γνωρίσει» συνέχισε να τον σοκάρει, χαμογελώντας του πλατιά. Εκείνος ρουθούνισε λιγάκι.
«Πες μου» τη είπε με φωνή λίγο πιο μπάσα από όσο συνήθως και πλησίασε αργά το γραφείο της. Η Λέξι έκανε πίσω την καρέκλα της αλλά εκείνος πλησίασε κι άλλο. Κάθισε με το ένα πόδι στο γραφείο και δάγκωσε το κάτω χείλος του απορροφημένος στις σκέψεις του λες και δεν ήξερε πώς να συνεχίσει.
«Τι θες να σου πω;» ρώτησε εκείνη νευρικά, προσπαθώντας να μην κοιτάει το στόμα του. Το γόνατό της ακουμπούσε το πόδι του. Ήταν πολύ κοντά του και δεν ένιωθε ασφαλής. Δεν ένιωθε άνετα. Είχε βάλει τέλος σε όλες τις σκέψεις που έκανε για εκείνον. Όλα τα ατελείωτα «αν» και «μήπως» που τη βασάνιζαν. Όλα τα σενάρια που έκανε με το μυαλό της για το πώς θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα. Ήταν σίγουρη ότι δε θα τον ξανάβλεπε αλλά η μοίρα των έφερε κοντά της πάλι. Επίπονα κοντά της. Ποτέ δεν περίμενε ότι θα τον ακουμπούσε ξανά, έστω κι έτσι, ότι θα μύριζε το άρωμά του και θα ένιωθε όπως τότε.
«Αναρωτιέμαι αν ο φίλος σου ξέρει για εμάς» της είπε και η Λέξι μισάνοιξε το στόμα από το σοκ. Συνήλθε γρήγορα αλλά η καρδιά της κόντευε να σπάσει.
«Δεν καταλαβαίνω τι λες. Ο Μπιλ είναι φίλος μου και δε χρειάζεται να…».
«Ξέρει μέχρι πού φτάσανε οι σχέσεις μας;» συνέχισε να την πυροβολεί ανελέητα. «Ξέρει το μυστικό μας;».

Η Λέξι δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει το κύμα αναμνήσεων. Ένιωσε ζαλάδα. Ασφυκτιούσε εκεί μέσα. Σηκώθηκε απότομα και έκανε να φύγει από το δωμάτιο αλλά την έπιασε γερά από τον καρπό και τη σταμάτησε.
«Μείνε προσηλωμένη στο πρότζεκτ και άσε στην άκρη τους γκόμενους» της είπε με οξύ τόνο.
«Ασε με» ούρλιαξε εκείνη αλλά δεν την άφησε.
«Αλλιώς θα μάθουν όλοι για εμάς» συνέχισε αμείλικτος.
«Με απειλείς;» τον ρώτησε τελικά, με σφιγμένα δόντια. Τα έσφιγγε τον καρπό και ταυτόχρονα προσπαθούσε να απαγκιστρωθεί αλλά απολάμβανε και το άγγιγμα. Ήταν τρελή.
«Δες το σαν φιλική συμβουλή» της χαμογέλασε ξερά.

«Αντε πνίξου» του είπε και με μια βίαιη κίνηση απελευθέρωσε το χέρι της, πήρε την τσάντα της και βγήκε από το γραφείο.

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

MEET Gaspard Ulliel=σε νεανική έκδοση


κεφάλαιο 15-ο μικρός βγαζει δόντια. Και τα ρούχα του

15

Εκείνη τη μέρα έβρεχε ασυνήθιστα πολύ για άνοιξη στην Αριζόνα. Οι σταγόνες προσγειώνονταν με μανία στο τζάμι και δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τον ρυθμικό ήχο. Ήταν περασμένες τρεις. Σε τέσσερις ώρες έπρεπε να αρχίσει να ετοιμάζεται για το σχολείο κι εκείνη ήταν ακόμα ξύπνια. Το πυκνό σκοτάδι, η ανελέητη βροχή και η νεκρική σιγή στο σπίτι την έκαναν να φοβάται. Είχε κλειδώσει την πόρτα της γιατί ήταν μόνη. Ναι, μόνη.
Η μητέρα της και ο Πάτρικ έλειπαν ξανά. Είχαν πάει…κάπου. Δε θυμόταν. Ο Πάτρικ είχε δουλειές σε άλλες πόλεις και έπαιρνε και τη μητέρα της μαζί του γιατί τον βοηθούσε να κλείνει υποθέσεις, όπως έλεγε, επειδή ήταν αναγνωρίσιμη. Καμιά φορά δεν την ενημέρωναν καν. Απλώς γυρνούσε από το σχολείο και η Μπονίτα τής έδειχνε κάποιο πρόχειρο χαρτάκι που έγραφε ότι φεύγουν.
Συνήθως η Μπονίτα έμενε με τα παιδιά, με δική της πρωτοβουλία, αλλά αυτή τη βδομάδα έπρεπε να λείψει γιατί ο άντρας της ήταν στο νοσοκομείο. Οπότε ήταν μόνοι τους. Όχι ότι τον  έβλεπε και πολύ. Έφευγαν χώρια για το σχολείο, γυρνούσαν χώρια, έτρωγαν χώρια. Συνέχιζε να την αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι, να φεύγει όταν εκείνη έμπαινε στο σαλόνι. Δεν της άρεσε ο τρόπος που ξεφυσούσε εκνευρισμένος όταν την έβλεπε, αλλά την ανακούφιζε να ξέρει ότι είναι εκεί τα βράδια. Έβλεπε το φως της σοφίτας αναμμένο και ένιωθε ασφάλεια. Τον άκουγε να περπατάει ανάλαφρα και να μπαίνει στο δωμάτιό του ξημερώματα και ένιωθε λιγότερο μόνη.

Απόψε όμως, οι ώρες περνούσαν και δεν είχε επιστρέψει σπίτι. Ανησυχούσε μήπως είχε πάθει κάτι αλλά η σχέση τους ήταν τόσο ανορθόδοξη που δεν είχε καν το κινητό του. Πόσο γελοίο ήταν όλο αυτό; Να μένουν στο ίδιο σπίτι και να μην έχει το κινητό του! Αναρωτήθηκε πολλές φορές αν έπρεπε να επικοινωνήσει με κάποιον. Τι έπρεπε να κάνει;

Βούλιαξε στο κρεβάτι της και μια αστραπή φώτισε το δωμάτιο. Δεν της άρεσε αυτό που ζούσε. Φοβόταν πολύ και όλο το σπίτι σχεδόν έτριζε από τις απανωτές βροντές.
Σκεπάστηκε ξανά με την κουβέρτα και πήρε βαθιές ανάσες. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα άκουσε γέλια στον κάτω όροφο. Έτρεξε στην πόρτα της, την ξεκλείδωσε και την άνοιξε. Ήταν η φωνή του. Αλλά δεν ήταν μόνος. Μιλούσε και γελούσε με μια κοπέλα.

«Κάτσε ένα λεπτό» τον άκουσε να λέει και τα βήματά του άρχισαν να πλησιάζουν. Διάολε, ανέβαινε τη σκάλα. Έκλεισε την πόρτα γρήγορα και χώθηκε στο κρεβάτι της. Ευτυχώς ήταν καλά.
Όταν άκουσε την πόρτα της να χτυπάει δεν πίστευε στα αυτιά της. Ποτέ δεν είχε μπει εδώ μέσα. ‘Η μάλλον όσο είχε εκείνη τις αισθήσεις της.
«Ναι» είπε ήρεμα, πραγματικά περίεργη για το λόγο της επίσκεψης.

Εκείνος άναψε το φως αλλά απέφυγε το βλέμμα της.
«Συγγνώμη που σε ξυπνάω, αλλά η φίλη μου χρειάζεται ένα αδιάβροχο για να φύγει. Μήπως έχεις κάτι; Θα σου το επιστρέψει αύριο» της είπε αλαζονικά, λες και της έκανε χάρη που της μιλούσε.
«Με τέτοιο καιρό και ήρθε χωρίς μπουφάν;» ειρωνεύτηκε η Λέξι ενώ σηκωνόταν απρόθυμα. Άνοιξε την ντουλάπα και διάλεξε το πιο πρόχειρο αδιάβροχο που είχε. Δε θα τη βοηθούσε να δείχνει όμορφη.
«Όχι ότι είναι δουλειά σου, αλλά έχει έρθει από το απόγευμα. Δεν έδειχνε ο καιρός ότι θα χαλάσει τόσο» της είπε. Η Λέξι δεν απάντησε. Συνέχισε να ψάχνει αν και ήξερε πού ήταν το αδιάβροχο.

Ξαφνικά συνέδεσε τα κομμάτια του παζλ. Στο σπιτάκι του κήπου. Αυτό ήταν. Ήταν εκεί από το απόγευμα και ποιος ξέρει τι έκαναν. Μάλλον ήξερε. Και ευτυχώς που είχε την ευπρέπεια και το έκανε εκεί, και όχι στο δωμάτιό του, λίγα μέτρα μακριά της.
«Πάρε» του είπε και του πέταξε το αδιάβροχο σχεδόν στα μούτρα. Εκείνος το έπιασε επιδέξια, χωρίς να κλείσει καν ενστικτωδώς τα μάτια. «Έχω και γαλότσες αν θέλει. Αλλά αμφιβάλλω αν φοράει το νούμερό μου» του είπε. «Γιατί με κοιτάς έτσι;» τον ρώτησε μετά από μια παρατεταμένη σιωπή.
Εκείνος δεν απάντησε. Έσφιγγε το αδιάβροχο με το ένα χέρι και το βλέμμα του επιχειρούσε να τρυπήσει τη σκέψη της. Προφύλαξε το μυαλό και της ψυχή της και κοίταξε κάτω.
«Τρέμεις. Φοβάσαι τις βροντές ή εμένα;» της είπε τελικά, στάζοντας ειρωνεία. Η Λέξι ρίγησε ξανά. Δεν ήξερε τι να απαντήσει.
«Κρυώνω λιγάκι» του είπε αδιάφορα. «Πήγαινε το αδιάβροχο στη φίλη σου. Να μη σε περιμένει» του είπε ψυχρά. Εκείνος δε σάλεψε.
«Τελικά είναι βολικό να έχεις μια μικρή αδερφή» της είπε χαιρέκακα. Κάθε φορά που της το έλεγε, εκείνη αντιδρούσε. Το μισούσε και έπεφτε κάθε φορά στην παγίδα.
«Δεν είμαστε αδέρφια» είπε υπομονετικά και του γύρισε την πλάτη. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και τράβηξε το σκέπασμα, παρακινώντας τον να φύγει. Ήταν η πιο μακροσκελής συζήτηση που είχαν μέχρι στιγμής και αφορμή ήταν μια γκόμενα στον κάτω όροφο.
«Σε τι διαφέρουν δηλαδή δύο αδέρφια;» γέλασε ξερά εκείνος.
«Έχουν το ίδιο αίμα» του απάντησε γρήγορα.
«Θα μπορούσες να είσαι υιοθετημένη».
«Θα είχαμε μεγαλώσει μαζί».
«Όχι απαραίτητα».
«Πάρε το αδιάβροχο και φύγε, σε παρακαλώ» του έδειξε την πόρτα. «Σε περιμένει η φίλη σου» του θύμισε. Τι έκανε εδώ;
«Η Νατάσα θα περιμένει όσο χρειαστεί» είπε με αυτοπεποίθηση. «Με γουστάρει πολύ και παρόλο που εγώ είμαι ξεκάθαρος ότι δεν την βλέπω σοβαρά εκείνη…»
«Γιατί τα ακούω όλα αυτά;» σήκωσε τον τόνο της φωνής της κι εκείνος γέλασε.
«Αναρωτιέμαι» είπε εκείνος και σταμάτησε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Αναρωτιέμαι γιατί θυμώνεις τόσο».
«Επειδή με ξύπνησες» του είπε ψέματα. Εκείνος γέλασε ξανά.
«Θα πάω τη Νατάσα σπίτι και γυρίζω σε πέντε. Αν φοβηθείς φώναξε» της είπε εκείνος.
«Και τι θα κάνεις;» τον ειρωνεύτηκε. «Πήγαινε για ύπνο και άσε με στην ησυχία μου» είπε αδιάφορα παρόλο που η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Είχε κάνει ένα μικρό, δειλό βήμα. Θα έπρεπε να είναι αρκετό αλλά δεν ήταν.
«Η μάνα σου θα μπορούσε να έχει βρει τον οποιοδήποτε. Γιατί;» της είπε ανάλαφρα αλλά κάτι στη φωνή του ράγισε. «Γιατί έπρεπε να διαλέξει τον πατέρα μου;» της είπε τελικά.
«Μην πάμε εκεί πάλι. Πάλι η μάνα μου φταίει; Ο πατέρας σου δηλαδή είναι μια χαρά;» του είπε κουρασμένη. Εκείνος την κοίταξε άλλο λίγο, σαν να ήθελε να τη διορθώσει, να της εξηγήσει κάτι, αλλά δεν το έκανε. Απλώς έγειρε το κεφάλι του λιγάκι και έκλεισε τη πόρτα πίσω του.


Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 14-εσείς κοιμάστε κι εγώ γράφω....

14

«Νόα, να σου συστήσω την Μπέτι» είπε η Λέξι μετά από δέκα μέρες περίπου. Η βοηθός της ερχόταν για πρώτη φορά στο καινούργιο γραφείο που είχαν νοικιάσει. Δεν το είχαν επιπλώσει τέλεια ακόμα, αλλά είχε δύο διαφορετικά γραφεία και ένα μεγάλο χώρο υποδοχής με ένα μικρό γραφείο, ένα στρογγυλό τραπέζι τύπου συσκέψεων και έναν καναπέ. Η Λέξι δεν είχε ασχοληθεί πολύ με την επιλογή επίπλων επειδή έτρεχε να διεκπεραιώσει κάποια πράγματα σχετικά με το δικό της γραφείο και του είχε ζητήσει ευγενικά να αναλάβει την επιλογή επίπλων. Και είχε κάνει πολύ καλή δουλειά προς το παρόν. Δύο ολόιδια λευκά γραφεία και εργονομικές καρέκλες υπήρχαν τώρα στα δωμάτια. Ο δερμάτινος καναπές ταίριαζε απόλυτα με την ώχρα στον τοίχο και το τραπέζι συσκέψεων άφηνε χώρο για να περνάς αλλά και ήταν αρκετά μεγάλο για να μπορούν να κάτσουν οκτώ άτομα. Και το καλύτερο της υπόθεσης ήταν ότι τον είχε κρατήσει απασχολημένο ώστε να μη χρειάζεται να τον βλέπει.
«Ουάο» είπε η βοηθός της και ο Νόα γέλασε, παίρνοντας το χέρι της σε μια ζεστή χειραψία. Και κοκκίνισε! Ναι, κοκκίνισε.
«Μπέτι!» τη μάλωσε η Λέξι αλλά ο Νόα τη διέκοψε με μια χειρονομία.
«Όχι, όχι, άφησέ την» της είπε και γύρισε προς την Μπέτι. «Είναι ωραίο να σε εκτιμάει και κάποιος» είπε εύθυμα. Η Μπέτι χαμογέλασε.
«Φαντάζομαι δεν σας λείπουν τα κοπλιμέντα» του είπε φλερτάροντάς τον απροκάλυπτα, όπως συνήθιζε με όλους τους άντρες. Συνήθως το έκανε για πλάκα. Αυτή τη φορά όμως η Λέξι δεν ήταν σίγουρη.
«Μου λείπουν τα επιφωνήματα» της είπε εκείνος και γέλασαν. Η Λέξι τούς κοιτούσε αμίλητη. Αλήθεια τώρα; Η βοηθός της είχε περάσει το συρματόπλεγμα; Μόνο και μόνο επειδή ήταν λίγο…κούκλος;
«Η Μπέτι είναι η βοηθός μου. Πέρασε να μου αφήσει μερικά πράγματα που χρειάζομαι» τον ενημέρωσε. Ακόμα δεν είχαν αρχίσει να δουλεύουν αλλά γέμιζαν το χώρο με πράγματα όπως βιβλία, υπολογιστές και είδη πρώτης ανάγκης. Από όσο ήξερε, ο Νόα είχε αρχίσει ήδη να μένει στον πάνω όροφο. Δεν ήξερε αν είχε αγοράσει έπιπλα ή πού κοιμόταν όμως. Λίγο την ένοιαζε.
 Του είχε αφήσει τον πρώτο λόγο στην επιλογή χώρου μιας και θα έμενε εκεί. Κι είχε διαλέξει ένα διώροφο κτίριο με πάρκινγκ κοντά στο κέντρο για να έχουν ολοι εύκολη πρόσβαση.
«Μπέτι, θα ήθελες να δουλέψεις μαζί μας;» ρώτησε εκείνος και η Λέξι γύρισε το κεφάλι της απότομα προς το μέρος του.
«Η Μπέτι είναι δική μου βοηθός» του θύμισε.
«Και τι; Δεν μπορεί για τους 6 μήνες που θα διαρκέσει το πρότζεκτ να δουλέψει και για τους δυο μας;» ρώτησε εκείνος σοβαρά. Η Μπέτι ευτυχώς δεν επενέβη.
«Θα είναι απασχολημένη» του είπε απλά.
«Ελπίζω να μην εννοείς ότι θα τρέχεις κι άλλα πράγματα παράλληλα» της είπε ξερά. Η Λέξι ένιωσε να κοκκινίζει. Την είχε πιάσει. Διάολε η διορατικότητά του.
«Εννοώ ό,τι θέλω. Η Μπέτι είναι δική μου». Η Μπέτι γέλασε κοφτά αλλά μια δολοφονική ματιά της Λέξι την διέκοψε.
«Προτιμάς να βρούμε μια άλλη; Χρειαζόμαστε βοήθεια. Έχεις να προτείνεις κάτι πιο έξυπνο;» την ειρωνεύτηκε. «Θα της προσφέρουμε ένα καλό μισθό και την δυνατότητα να ανοίξει τους ορίζοντές της».
«Μια χαρά είναι οι ορίζοντές της. Δε θέλω να ανακατευτεί σε όλο αυτό» είπε η Λέξι. Η Μπέτι έβηξε λιγάκι εκείνη τη στιγμή και γύρισαν και την κοίταξαν.
«Νιώθω σαν το παιδί ανάμεσα σε ένα ζευγάρι που παίρνει διαζύγιο» είπε χιουμοριστικά αλλά κανείς δε γέλασε. «Νόα» καθάρισε τη φωνή της και σοβαρεύτηκε «αν η Λέξι δε θέλει να δουλέψω και για τους δυο σας, δε θα το κάνω. Είναι το αφεντικό μου και φίλη μου. Λέξι» στράφηκε στη φίλη της «αν είναι να δουλεύω κοντά σου θέλω πολύ να συνεχίσω εδώ. Σκέψου το» είπε και αποσύρθηκε στο κλειστό γραφείο της Λέξι. Ο Νόα τής είχε παραχωρήσει το γραφείο με θέα στη θάλασσα και εκείνος είχε κρατήσει ένα λίγο μεγαλύτερο γραφείο, αλλά χωρίς θέα.

«Είσαι εγωίστρια, Αλεξάντρα» της είπε εκείνος όταν έμειναν μόνοι. Η Λέξι έκλεισε τα μάτια και ένας οξύς πόνος τη διαπέρασε. Είχε διαλέξει τα λόγια του για να την πληγώσει ή είχε ξεχάσει τελείως;
«Μη με λες έτσι» του είπε, σχεδόν ικετεύοντας. Μόνο εκείνος. Μόνο εκείνος την έλεγε έτσι. Το όνομά της από τα χείλη του ακουγόταν σαν προσευχή. Της θύμιζε τις στιγμές που είχαν περάσει μόνοι τους, λέγοντας ο ένας στον άλλον πράγματα τόσο σημαντικά ασήμαντα που την έκαναν να νιώθει πάντα αδύναμη κοντά του.
«Είναι το όνομά σου» της θύμισε σκληρά. Δεν υπήρχε λόγος να μη θέλει να το ακούει. Απλώς οι αναμνήσεις την έπνιγαν και δεν ήθελε με τίποτα να το καταλάβει εκείνος.
«Για σένα Λέξι» του είπε μόνο και τον κοίταξε. Απέφευγε το βλέμμα του αλλά αυτή τη φορά το τόλμησε. Ένιωσε να λυγίζουν τα πόδια της.
«Θα κάνεις τη δύσκολη σε κάθε βήμα του δρόμου;» ρώτησε εκείνος.
«Διάλεξες γραφείο και έπιπλα. Είπα τίποτα;» του θύμισε.
«Σε βόλεψε» απάντησε εκείνος.
«Θέλω να με ρωτάς για ό,τι κάνεις. Μόνο έτσι θα πετύχει αυτή η συνεργασία» έκανε μια γκριμάτσα αηδίας.
«Και για μένα είναι δύσκολο να συνεργάζομαι. Δουλεύω και ζω μόνος μου χρόνια τώρα» της είπε.
«Θα είναι δύσκολο να συνηθίσω να σε έχω όλη τη μέρα πάνω από το κεφάλι μου» του είπε κι εκείνη με πάσα ειλικρίνεια.
«Σκόπευα να είμαι πλάι σου» ειρωνεύτηκε εκείνος.
«Νιώθω ότι πας να με καπελώσεις».
«Νιώθω ότι θα μου κάνεις τη ζωή δύσκολη».
«Δεν είμαι 16 χρονών πια. Δεν εισέβαλα στη ζωή σου. Είμαστε ισότιμοι. Ομόλογοι τώρα. Μην το ξεχάσεις ποτέ. Αύριο ξεκινάμε να σχεδιάζουμε σιγά σιγά. Πρέπει σε έξι μήνες να παραδώσουμε κάτι και μετά μέχρι να ολοκληρωθεί το έργο πρέπει να είμαστε και πάλι σε στενή συνεργασία. Δεν είμαι μικρή πια. Δεν μπορείς να με τρομάξεις, δε σε φοβάμαι» του είπε με μια ανάσα και με σιγουριά. Ήλπιζε τουλάχιστον.
«Δε με νοιάζουν όσα λες» είπε εκείνος ήρεμα. Τα μάτια του σκούρυναν. Ποιος ξέρει τι σκεφτόταν. «Με νοιάζει μόνο να ξέρεις τι σου γίνεται στη δουλειά μας και να μην πρέπει να τα κάνω όλα και για τους δυο μας».
«Μην ανησυχείς» χαμογέλασε εκείνη όλο νόημα. «Το έχω».

Έκανε να φύγει αλλά κοντοστάθηκε.
«Άσε την Μπέτι να μείνει. Φαίνεται έξυπνη» της είπε.
«Αν κρίνω από την αντίδρασή της όταν σε είδε, δεν πρέπει να είναι» του είπε ξερά. Εκείνος γέλασε με την καρδιά του.
«Κι εσύ κάπως έτσι αντέδρασες όταν με είδες πρώτη φορά» την προκάλεσε.
«Κάνεις λάθος» του είπε ψέματα. Πρώτη φορά αναφερόταν στην πρώτη τους συνάντηση. Ήταν τόσο προφανές ότι την είχε γοητεύσει αμέσως; «Απλώς με σόκαραν τα σκουλαρίκια».
«Όχι τα υπέροχα μάτια μου;» την πείραξε.
«Είσαι λίγο αλλήθωρος» του είπε. Ψέματα πάλι. Εκείνος γέλασε. Πιο δυνατά αυτή τη φορά. Πόσες φορές τον είχε ακούσει να γελάει άραγε; Ελάχιστες. Ήταν ωραίο να τον βλέπει πιο χαλαρό, κι ας μην ήξερε το λόγο που τα είχε καταφέρει.

«Δεν είμαι» της είπε με σιγουριά. «Άσε την Μπέτι να μείνει» επανέλαβε και με ένα μικρό χαμόγελο την άφησε μόνη στο σαλόνι.

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 13-καραβίδες και καβουρόψυχα

Κεφάλαιο 13

Η Λέξι έφτασε στην οικία Κίναν με πέντε λεπτά καθυστέρηση λόγω της κίνησης παρόλο που προσπάθησε να είναι στην ώρα της. Κανείς δεν έδειξε όμως να είχε ενοχληθεί. Της άνοιξε η ίδια η Λινέτ και πήρε το παλτό της. Χαιρέτισε ευγενικά έναν έναν τους Κίναν και ενημερώθηκε ότι απόψε δεν μπορούσε να παρευρεθεί ο Μάικλ, ο οποίος έστελνε τις ευχές του για καλή συνεργασία και τις απολογίες του για την απουσία του.

«Το σπίτι σας είναι πανέμορφο» είπε στη Λινέτ και τον άντρα της. Το σπίτι ήταν χτισμένο σε μια υπέροχη περιοχή με θέα στη θάλασσα και έδειχνε να έχει ανακαινιστεί πρόσφατα και με μεγάλο μεράκι. Εκείνος χαμογέλασε.
«Η γυναίκα μου είναι μια σωστή Κίναν. Λατρεύει τα κλασικά κτίρια. Εγώ της λέω να μετακομίσουμε σε κάτι πιο σύγχρονο, αλλά…» ανασήκωσε τους ώμους.
«Έλα τώρα!» τον πείραξε εκείνη. «Θα αφήσουμε ένα πανέμορφο σπίτι για να πάμε να ζήσουμε σε ένα άψυχο κτίριο με γυαλιά και λαμαρίνες;». Η Λέξι γέλασε. Ο κύριος Τζόουνς επίσης.
«Υπάρχουν και μοντέρνα σπίτια με χαρακτήρα» ήταν το μόνο που τους είπε αλλά δεν επέμεινε. Δύσκολα θα έβρισκαν κάτι αντίστοιχο με αυτό το σπίτι.
«Μα πόσο όμορφη είστε!» άκουσε μια φωνή από πίσω της και ανατρίχιασε. Ο κύριος Κίναν. Μόνο αυτός ήταν τόσο εκδηλωτικός.
«Κύριε Κίναν, χαίρομαι που σας βλέπω» του είπε και του έτεινε ευγενικά το χέρι. Οι υπόλοιποι Κίναν με τις οικογένειές τους είχαν ήδη αρχίσει να πίνουν τα απεριτίφ που τους σέρβιρε μια κοπέλα στο μεγάλο σαλόνι.
«Να με λες Λούις. Από εδώ και στο εξής εμείς οι δύο θα είμαστε σε συνεχή επαφή» της είπε γλυκανάλατα. Η Λέξι ανατρίχιασε πάλι.
«Και πάλι σας ευχαριστώ για την πρόσκληση» του είπε, αποφεύγοντας να υιοθετήσει την προσφώνηση. Εκείνος φίλησε το χέρι της απαλά.
«Πάμε να καθίσουμε στο τραπέζι. Θέλω να συζητήσουμε πολλά» πρότεινε αλλά η Λέξι κοντοστάθηκε.
«Μα ο κύριος Βέγκα; Συγγνώμη. Ο Νόα; Δεν είναι ακόμα εδώ» είπε μπερδεμένη κι εκείνη τη στιγμή άκουσε γέλια. Νεανικά γέλια. Είδε τον Νόα να μπαίνει στη σάλα παρέα με τη Λίζα, συζητώντας ζωηρά.
«Είχαν βγει στον κήπο για να καπνίσουν» της είπε εκείνος αδιάφορα, ακολουθώντας το βλέμμα της. «Φαίνεται να τα πάνε καλά».

Η Λέξι δεν απάντησε κάτι. Ακολούθησε τον κύριο Κίναν και κάθισε πλάι του στο τραπέζι ενώ χαιρέτισε με ένα νεύμα τον Νόα από μακριά. Έδειχνε πολύ απασχολημένος στη συζήτηση με τη νεαρή κοπέλα. Η Λίζα φορούσε ένα κοντό μαύρο φόρεμα που την έκανε να δείχνει πολύ μεγαλύτερη από 20 κι εκείνος…Εκείνος ήταν μοναδικός. Φορούσε ένα μαύρο στενό παντελόνι και λευκό πουκάμισο χωρίς γραβάτα. Δεν είχε προσπαθήσει πολύ να αρέσει και αυτό ήταν το καλύτερο. Γιατί του έβγαινε αβίαστα. Σαν να είχαν ραφτεί τα ρούχα για εκείνον.
Αν έκρινε από την εφαρμογή βέβαια, ίσως αυτό να είχε συμβεί στην πραγματικότητα.

Δεν της άρεσε καθόλου που κάθισαν μακριά και δεν της είπε καν γεια. Δεν περίμενε φυσικά να μιλήσουν ποτέ άνετα. Είχαν συμβεί πολλά ανάμεσά τους. Αλλά είχαν ένα πρότζεκτ να ολοκληρώσουν. Εκείνη έτρεμε ακόμα όταν τον κοιτούσε. Η ομορφιά του, η μελαγχολία στο πρόσωπό του, καλά κρυμμένη πια κάτω από ένα χαμόγελο, τρυπούσαν πάντα το δέρμα της και έφταναν στην ψυχή της. Προφανώς και στην ψυχή της Λίζας αν έκρινε τη λατρεία με την οποία τον κοιτούσε. Όπως τον κοιτούσε κι εκείνη πριν από μερικά χρόνια. Όταν εκείνος δεν την έβλεπε. Τον κοιτούσε κρυφά και αποτύπωνε το πρόσωπό του μέσα της.


Έφαγαν ένα πλούσιο γεύμα με θαλασσινά, συζητώντας κυρίως για τις αναμνήσεις που είχαν όλα τα μέλη της οικογένειας Κίναν από την Εδέμ, το σπίτι που θα αναπαλαίωναν.
«Θα βάλετε ένα χρονοδιάγραμμα και θα μας πείτε περίπου πότε θα τελειώσετε;» ρώτησε η Λινέτ λίγο πριν το επιδόρπιο. Πριν απαντήσει η Λέξι, πετάχτηκε ο Νόα.
«Θα συναντηθούμε τη Δευτέρα το πρωί και θα κάνουμε ένα πλάνο» πρότεινε, χωρίς να τη ρωτήσει φυσικά. Η Λέξι έγνεψε, μόνο για να μη φανεί ότι διαφωνεί. Ο,τι ήθελε θα το έλεγε κατ’ ιδίαν.
«Είμαστε πολύ αισιόδοξοι για τη συνεργασία σας» είπε η Λίζα. «Φοβόμασταν ότι δε θα τα πάτε καλά, αλλά άκουσα ότι είστε κάτι σαν αδέρφια. Ισχύει;» είπε χαρωπά.
«Απλώς συγκάτοικοι αν το σκεφτείς» είπε βεβιασμένα η Λέξι, τραβώντας τα βλέμματα πάνω της. «Οι γονείς μας είχαν σχέση».
«Δεν παντρεύτηκαν;» ρώτησε ο Νίκολας.
«Όχι, ποτέ» είπε η Λέξι. «Όλο το ανέβαλαν» συμπλήρωσε. Δεν είπε φυσικά όσα της είχε εκμυστηρευτεί η μητέρα της. Ότι τελικά είχε αποφασίσει ότι περισσότερα κερδίζεις ως γκόμενα παρά ως σύζυγος κάποιου.  Ότι θα παντρευόταν ξανά μόνο αν επρόκειτο να είναι με κάποιον 80άρη που θα τα τίναζε σύντομα. Και άλλα τέτοια αηδιαστικά.
«Και πώς ήταν η συγκατοίκηση;» επέμεινε η Λίζα. Η Λέξι ένιωθε πολύ άβολα.
«Δε βλεπόμασταν πολύ» είπε ήρεμα ο Νόα. «Ήμασταν διαφορετικοί χαρακτήρες».
«Όχι και πολύ απ’ ο,τι φαίνεται» γέλασε ο Τζέιμς. «Γίνατε και οι δύο αρχιτέκτονες!» όλοι γέλασαν.
«Και εκεί τελειώνουν οι ομοιότητες» είπε ανάλαφρα η Λέξι και γέλασαν ξανά όλοι. Εκτός από τον Νόα. Που την κοιτούσε σταθερά με ένα βλέμμα ανεξιχνίαστο.

Μετά το γεύμα την πλησίασε. Δεν έδωσε σημασία στο φόρεμά της, στα τακούνια της, στο μακιγιάζ της κι ας είχε αφιερώσει 40 λεπτά για να ετοιμαστεί. Ήταν σαν να κοιτούσε έναν τοίχο.
«Προτείνω να νοικιάσουμε δυο ορόφους» της είπε απότομα.
«Καλησπέρα» χαμογέλασε εκείνη ξερά.
«Έναν όροφο για το γραφείο. Επειδή δεν σκοπεύω να χάνω χρόνο και θέλω να δουλέψω πολύ, θα μένω στον από πάνω όροφο» της πέταξε. Χωρίς να ρωτήσει τίποτα και κανέναν.
«Σαν πολλά δε ζητάς; Ποιος θα τα πληρώσει όλα αυτά;»
«Οι Κίναν. Το δέχτηκαν!»
«Πώς τολμάς να παίρνεις αποφάσεις πίσω από την πλάτη μου;» τον προκάλεσε. Δεν έδειξε να ενδιαφέρεται και πολύ για την αντίδρασή της.
«Οι Κίναν μού είπαν ότι επειδή μένεις κι εσύ μακριά μπορείς να έχεις ένα δωμάτιο αν θέλεις να περνάς μερικά βράδια στην πόλη» της είπε βαριά, αγνοώντας τις αντιδράσεις της.
«Μα τι λες; Έχω σπίτι!».
«Μία ώρα μακριά» της θύμισε.
«Δε σκοπεύω να μετακομίσω».
«Κατανοητό» της είπε ουδέτερα.
«Μείνε εσύ στον πάνω όροφο, να κάνεις τον καλό μαθητή» τον ειρωνεύτηκε. «Άσε και το φως ανοιχτό όλο το βράδυ να δείχνεις ότι δουλεύεις».
«Μη ζηλεύεις. Σου είπα ότι μπορείς να μείνεις κι εσύ αν θες κάποιο βράδυ. Εγώ δε έχω άλλο σπίτι εδώ» της είπε.
«Να μείνουμε πάλι μαζί κάτω από την ίδια στέγη; Ας γελάσω» του είπε ξερά.
«Αυτή τη φορά όμως δεν είσαι παρείσακτη» της θύμισε. Η Λέξι ένιωθε ένα κύμα ντροπής να την παρασέρνει. Αλλά αμέσως συνήλθε.
«Δεν το διάλεξα εγώ να έρθουμε. Απλώς ήμουν αποσκευή της μητέρας μου. Πέρασαν 11 χρόνια. Ακόμα τα ίδια θα λέμε;» του θύμισε.
«Δε χορταίνω» ειρωνεύτηκε.
«Είσαι γελοίος» του είπε.
«Κι εσύ τελείως ανώριμη. Η έλλειψη επαγγελματισμού που δείχνεις με ξεπερνάει. Κάποια βράδια θα πρέπει να ξενυχτάμε. Σκοπεύεις να χτυπάς κάρτα στις πέντε; Αν χρειαστεί να χάσεις το φέρι θα πας σε ξενοδοχείο; Είσαι χαζή τελείως» την κατακεραύνωσε.
«Προτιμώ στο δρόμο, παρά στο ίδιο σπίτι μαζί σου».
«Μιλάμε για 200 τετραγωνικά. Δε θα κοιμηθούμε στο ίδιο κρεβάτι» είπε ξερά. Η Λέξι έκλεισε φευγαλέα τα μάτια της για να σβήσει τις εικόνες. Κι εκείνος όμως, έστρεψε αλλού το βλέμμα μόνο για μερικά δευτερόλεπτα, σαν να ζεματίστηκε με το σχόλιό του.
«Είσαι απαράδεκτος» ψέλλισε απλά εκείνη.
«Ελπίζω να σκαμπάζεις τίποτα από αρχιτεκτονική» της είπε τελικά και σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος. «Γιατί εμένα δε θα με εντυπωσιάσεις με κοντά φορέματα» είπε προκλητικά. Η Λέξι χαμογέλασε. Το φόρεμά της έφτανε στο γόνατο! Αλλά αν σκόπευε να υπονοήσει το οτιδήποτε, θα του έδειχνε.
«Ελπίζω κι εσύ να βελτιώθηκες λίγο στο σχέδιο» του αντιγύρισε. «Γιατί αν σχεδιάζεις όπως παλιά, τότε θα πρέπει να κοιμηθείς με τη Λίζα και όλες τις φίλες της για να κρατήσεις τη δουλειά σου».


Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 12-η Λέξι υπερβάλλει

12

«Θα κάνουμε μία ώρα να έρθουμε! Αν είμαστε τυχερές! Γιατί να μην έρθει αυτός στο γραφείο μας;» γκρίνιαξε η Μπέτι την επόμενη μέρα το πρωί. Η Λέξι της ανακοίνωσε ότι ο Νόα επιθυμούσε να βρουν ένα άνετο γραφείο στο Σαν Φρανσίσκο. Όταν του εξήγησε ότι μένει μακριά, της είπε ότι δεν το έκρινε σκόπιμο να μετακομίσει στην άκρη του πουθενά για να είναι κοντά στο γραφείο της. Του εξήγησε ότι η Νάπα είναι όμορφη. Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Μετά προσπάθησε να του  πει ότι δεν είναι σωστό να επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό του έργου με χρήματα για την ενοικίαση ενός καινούργιου γραφείου. Εκεί ήταν που έχασε το μέτρο. Την κατηγόρησε ότι είναι «ψιλικατζού» και ότι αν ήθελε να υπολογίζει τα πάντα έπρεπε να γίνει οικονομολόγος και ότι στην επιστήμη τους, όταν τους παρέχεται ένα άνετο μπάτζετ, οφείλουν να κάνουν ό,τι χρειάζεται για ένα άψογο αποτέλεσμα και όχι οικονομία. Μετά της είπε ότι κάνει εκπτώσεις στην ποιότητα και ότι δεν είναι δυνατόν εκείνος να συνεργαστεί με μια τόσο επιπόλαια επαγγελματία. Και όλα αυτά ενώ έπινε αδιάφορα τον καφέ του.
«Έτσι αποφασίσαμε. Θα συνηθίσουμε. Μπορούμε να ερχόμαστε με ένα αμάξι για να μην πληρώνεις βενζίνες» προσφέρθηκε η Λέξι.
«Και το γραφείο μας; Θα πληρώνεις ενοίκιο για ένα άδειο χώρο;»
«Αν έχω χρόνο θα μπορώ να αναλαμβάνω και άλλα πρότζεκτ και θα τα δουλεύω εκεί. Μην ανησυχείς. Απλώς πρόσεχε τι λες ότι είναι εκείνος μπροστά. Φαίνεται πολύ παθιασμένος με το πρότζεκτ και νομίζω ότι είναι πολύ άνετος με τους Κίναν».
«Τους ξέρει από πριν;»
«Δε νομίζω. Απλώς έτσι είναι το στιλ του. Φοβάμαι ότι θα περάσει στους Κίναν το μήνυμα ότι αυτός είναι κουλ και δημιουργικός κι εγώ είμαι η ξινή που πάει το πρότζεκτ πίσω με τις ανασφάλειές της».
«Μα εσύ δεν είσαι έτσι».
«Πρέπει να τον δεις. Η στάση του σώματός του δείχνει πόσο με απαξιώνει».
«Μήπως υπερβάλλεις; Μισή ώρα βρεθήκατε. Πότε τα είδες αυτά; Μήπως έχεις κακές αναμνήσεις;» ρώτησε η Μπέτι. Η Λέξι αναγκάστηκε να της πει μερικά πράγματα για το πώς γνωρίζονταν. Είχε αποφασίσει να μιλάει άνετα, για να μην καταλάβει τίποτα ο κόσμος. Και στον Μπιλ. Έπρεπε να μιλήσει στον Μπιλ.
«Η αλήθεια είναι ότι ήταν πολύ δύσκολο παιδί και μου έκανε τη ζωή δύσκολη. Αλλά ήταν και άσχημα τα πράγματα. Δεν έφταιγε μόνο αυτός…» μονολόγησε η Λέξι. Η Μπέτι δεν την πίεσε για παραπάνω αλλά ένιωθε την περιέργειά της.
«Πώς είναι τώρα;» ρώτησε πονηρά η Μπέτι. «Μοιάζετε;»
«Μα σου είπα ότι δεν είμαστε αδέρφια! Ούτε καν θετά!» είπε η Λέξι απεγνωσμένα. «Εκείνος έχει πιο σκούρα μαλλιά και μάτια. Είναι πολύ ψηλός και δεμένος. Ήταν εσωστρεφής, αλλά τώρα έχει πολύ τουπέ. Δεν ξέρω αν απλώς «λύθηκε» ή αν το παίζει».
«Δεν αλλάζει ο άνθρωπος».
«Πάνε τόσα χρόνια…»
«Δεν αλλάζεις τόσο ριζικά από τα 17 σου, Λέξι μου. Υποθέτω ότι η νέα, επικοινωνιακή βερσιόν του, είναι απλά μια άλλη προσέγγιση. Μια προσπάθεια να διαχειριστεί την εσωστρέφειά του».
«Να πού χρησιμεύει μια γραμματέας με πτυχίο στην ψυχολογία» γέλασε η Λέξι και την τσίμπησε φιλικά στο χέρι.
«Δε μου απάντησες όμως. Πώς είναι;» επέμεινε η Μπέτι λες και διάβαζε το μυαλό της.
«Σου είπα. Είναι πιο σκούρος, με πυκνά μαλλιά και…».
«Είναι ωραίος;» τη διέκοψε.
Η Λέξι δεν απάντησε αμέσως. Απελπιστικά πολύ, σκέφτηκε να πει. Σου κόβει την ανάσα. «Είναι γοητευτικός» αρκέστηκε. «Φορούσε ένα πολύ ωραίο παντελόνι και μοντέρνο τζάκετ. Είδα και μερικά τατουάζ αν πρόσεξα καλά» πρόσθεσε.
«Ουάο! Εναλλακτικό!» ξεφώνισε η Μπέτι. Η Λέξι γέλασε.
«Εναλλακτικός αλλά θα μας βγάλει το λάδι. Μου θυμίζει μαθητή στο σχολείο που σηκώνει το χέρι του συνέχεια για να πόσο καλός είναι».
«Λες να είναι καλός; Έλα να κάνουμε έρευνα» είπε η Μπέτι.
«Βρήκα μερικές λεπτομέρειες για τις σπουδές του στο ίντερνετ αλλά δεν βρήκα έργα του».
«Να φανταστώ θα έχει φοβερές περγαμηνές;»
«Κορυφαία πανεπιστήμια και τα λοιπά. Πτυχίο, μεταπτυχιακό και τώρα κάνει διδακτορικό. Υποτροφίες, βραβεύσεις, μπλα μπλα μπλα».
«Μη ζηλεύεις» γέλασε η Μπέτι.
«Σιγά μη ζηλέψω. Είχε πάντα ταλέντο. Ήταν σίγουρο ότι θα τα πήγαινε καλά αν διάλεγε κάτι δημιουργικό» είπε η Λέξι και για κάποιο λόγο κάτι ζεστό ξεχύθηκε μέσα της. Κάτι σαν περηφάνια.
«Πιστεύω ότι θα είστε φοβερό δίδυμο».
«Αν δε σφαχτούμε απόψε» γέλασε η Λέξι.
«Α ναι! Το πάρτι στους Κίναν! Τι θα φορέσεις;»
«Έλεγα να φορέσω κάτι καλό, αλλά αν είναι να έρχεται αυτός σπορ κάζουαλ, δε θέλω να φαίνομαι εγώ υπερβολική».
«Ένα κοκτέιλ φόρεμα είναι ό,τι πρέπει. Μη μου πεις ότι θα πας με τζιν!»
«Ε όχι και τζιν» γέλασε η Λέξι. Δεν ήθελε να φορέσει κάτι ωραίο και εκείνος να καταλάβει ότι ντύθηκε για εκείνον αλλά όχι και με τζιν. «Ίσως το μπλε φόρεμα».
«Ναι, ναι. Σίγουρη επιλογή» σχολίασε η Μπέτι.


Η Λέξι έμεινε για λίγο μόνη στο γραφείο της για να μαζέψει μερικούς φακέλους. Έπρεπε να κάνει μερικά πράγματα πριν το δείπνο, αλλά δεν είχε ενέργεια. Πώς είχε γίνει αυτό; Πώς ο εφιάλτης και το όνειρο μαζί επέστρεψαν στη ζωή της; Νόμιζε ότι τον είχε αφήσει πίσω της. Ήταν παιδιά τότε. Πώς εισέβαλε πάλι στη ζωή της διεκδικώντας τη σκέψη της τόσο δυναμικά;

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 11-άντρες....

«Δεν καταλαβαίνω» είπε ο Μπράντλι Κίναν αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία.
Ο Νόα και η Λέξι συνέχιζαν να κοιτάζονται, πολεμώντας σιωπηρά με το βλέμμα τους.
«Μα έχετε διαφορετικό επώνυμο» είπε ο κύριος Κίναν. Ο Νόα γέλασε. Χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του άντρα συνέχισε να μιλάει κοιτώντας τη Λέξι.
«Λεπτομέρειες» χαμογέλασε πλατιά.
«Δεν είμαστε αδέρφια» έσπευσε να διορθώσει η Λέξι γυρνώντας προς τους άναυδους άντρες. «Απλώς οι γονείς μας είχαν σχέση όταν ήμασταν μικροί. Δεν είμαστε βιολογικά αδέρφια, ούτε καν θετά» είπε με πάθος.
«Αυτό είναι καλό όμως» είπε ο κύριος Κίναν χαρωπά. «Είναι θετικό το ότι γνωρίζεστε ήδη. Φοβόμασταν ότι θα δε θα ταιριάζατε σαν χαρακτήρες, αλλά μιας και έχετε ζήσει μαζί…».
«Ω μην ανησυχείτε» είπε με κέφι ο Νόα. «Έχουμε καλή χημεία» είπε και την κοίταξε.

Η Λέξι δεν απάντησε. Τον κοίταξε για λίγο. Ο χρόνος τού είχε κάνει καλό. Τον άφησε έναν όμορφο έφηβο και τον βρήκε έναν εντυπωσιακό άντρα. Ο τρόπος που τα μάτια του έλαμπαν όλο αυτοπεποίθηση, τα έντονα χαρακτηριστικά του και το δεμένο σώμα του τον έκαναν απλά ακαταμάχητο. Και όσα είχε πει για τη χημεία τους δε τη βοηθούσαν πολύ. Της θύμισαν τη σχέση που είχαν πριν από 11 χρόνια. Σπίθες στην αρχή, φλόγες στο τέλος. Φλόγες που έκαψαν τα πάντα. Κι αυτούς, και τους γύρω τους.

 «Δεν είχαμε κρατήσει επαφή. Δεν γνώριζα καν ότι είναι αρχιτέκτονας» είπε η Λέξι χωρίς λόγο. Ένιωσε χαζή με αυτό που είπε αλλά της ξέφυγε.
«Νόμιζα ότι ήξερες ότι αγαπούσα την αρχιτεκτονική» της είπε άχρωμα. «Εσύ όμως; Πώς σου προέκυψε;» τη ρώτησε σχεδόν επιθετικά.
Η Λέξι δεν απάντησε. Δεν ήξερε τι να του πει. Τι να του πει πιο αξιοπρεπές από το ότι αγάπησε την αρχιτεκτονική επειδή αγάπησε εκείνον; Επειδή της μετέδωσε την αγάπη του και μόνο σχεδιάζοντας ένιωθε κοντά του όταν τους χώρισε η ζωή;
«Άρα είμαστε εντάξει» είπε ο Μπράντλι μετά από μια μικρή σιωπή. Η Λέξι και ο Νόα έγνεψαν θετικά. «Ο Νόα θα υπογράψει ευθύς αμέσως και μπορείτε να αρχίσετε από τώρα να συνεργάζεστε. Νομίζω ότι πρέπει πρώτα να συμφωνήσετε για τα γραφεία σας» τους παρότρυνε.
«Νομίζω ότι το γραφείο μου είναι ό,τι πρέπει» είπε η Λέξι. Το κεφάλι της πονούσε αφόρητα αλλά έπρεπε να το αγνοήσει. Το σύμπαν τής έκανε πλάκα. Δεν μπορεί να ζούσε όλο αυτό. Είχε να τον δει χρόνια και νόμιζε ότι το είχε αφήσει πίσω της. Γιατί ανατρίχιαζε όταν την κοιτούσε; Γιατί ήθελε να τον ρωτήσει αν τη σκεφτόταν τόσα χρόνια όπως έκανε εκείνη;
«Εγώ προτιμώ έναν ουδέτερο χώρο» είπε εκείνος δυναμικά. Είχε βγάλει το τζάκετ του και είχε βολευτεί σε έναν καναπέ. Ήταν απίστευτος ο αέρας και η άνεσή του. Δεν ήταν πια επιφυλακτικός και συγκρατημένος. Αυτός έδειχνε να είναι έτοιμος να παίξει γκολφ με τους Κίναν.
«Καλά ξεκινάμε» ξεφύσησε η Λέξι και οι Κίναν γέλασαν.
«Θα τα βρείτε, είμαστε σίγουροι» είπε ο Μπράντλι και ο Νόα χαμογέλασε ξερά. Ναι, σιγά, σκέφτηκε η Λέξι. «Θα σας αφήσουμε να τα πείτε για λίγο και μόλις υπογράψει ο Νόα, μπορείτε να μας φωνάξετε. Αύριο είστε καλεσμένοι στην οικία της η Λινέτ για να γιορτάσουμε. Είμαστε όλοι ενθουσιασμένοι» είπε και βγήκαν από το δωμάτιο.

Η σιωπή ήταν εκκωφαντική. Είχε γυρισμένη την πλάτη του προς εκείνη και κοιτούσε από το παράθυρο.
«Μην υπογράψεις» ήταν το μόνο που του είπε, λίγα δευτερόλεπτα μετά. Ικετευτικά. Απελπισμένα.
«Δεν κάνω ποτέ πίσω» της είπε εκείνος σκληρά. Δε θα της το έκανε εύκολο.
«Θα είναι κόλαση» του είπε προειδοποιητικά. Δεν ήξερε αν ήθελε να προστατεύσει πιο πολύ εκείνον ή τον εαυτό της.
«Έχω ζήσει την κόλαση μαζί σου ξανά» άκουσε το χαμόγελο στη φωνή του.
«Και δε σου έφτασε;» τον ρώτησε μπερδεμένη. Ήταν ένα μαρτύριο. Γιατί να έπρεπε αυτοί οι δύο να συνυπάρξουν και πάλι;
«Δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος» της είπε και για κάποιον λόγο τον πίστευε. Έδειχνε σαν να μη θυμάται τίποτα. Τα μάτια του ήταν σχεδόν θολά όταν την κοιτούσε. Τις λίγες αυτές φορές. Θύμωσε μαζί του. Εκνευρίστηκε που είχε ξεχάσει και είχε γίνει πιο δυνατός.
«Δεν είμαστε καλός συνδυασμός» του θύμισε. «Σε κάθε ηλικία».
«Θα χωρίσουμε αρμοδιότητες και θα ελαχιστοποιήσουμε τις επαφές. Δεν αφήνω το πρότζεκτ».
«Κι εγώ τη θέλω πολύ».

«Τότε σταμάτα να γκρινιάζεις και βρες έναν τρόπο να δουλέψουμε μαζί».

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 10-αν μπορείτε, θέλω να σχεδιάσετε και τα λαμπατέρ

«Χαιρόμαστε πολύ που τελικά δεχτήκατε να αναλάβετε το έργο» της έσφιξε το χέρι ο κύριος Κίναν. Η Λέξι είχε πείσει τον εαυτό της ότι έκανε το σωστό, αλλά λίγο πριν υπογράψει τα συμβόλαια, δείλιασε. Το χέρι της τρεμόπαιξε λίγο κρατώντας το στιλό αλλά σκέφτηκε όλα όσα θα κέρδιζε και έγραψε τα αρχικά της στην τελευταία σελίδα του 20σέλιδου συμβολαίου. Ο Μπιλ θα ήτα  πολύ περήφανος για εκείνη. Είχε κάνει φοβερή προσπάθεια να τη βοηθήσει να συνειδητοποιήσει ότι έκανε σαν παιδάκι και ότι η ευκαιρία ήταν πολύ μεγάλη για να την αφήσει να περάσει έτσι.
«Κι εγώ» του είπε απλά και χαμογέλασε.
«Λυπάμαι που ο συνάδελφός σας δεν έφτασε έγκαιρα αλλά είχε μια απαίσια καθυστέρηση στη Νέα Υόρκη» είπε απολογητικά ο Μπράντλι Κίναν, ο μόνος που είχε έρθει εκτός από τον κύριο Κίναν για τις υπογραφές. «Από στιγμή σε στιγμή θα είναι εδώ όμως. Είμαι ενθουσιασμένος. Κι εκείνος ήταν διστακτικός για τη συνεργασία αλλά τελικά δέχτηκε. Θέλω να βγει κάτι καλό από αυτό. Να ενώσετε τις δυνάμεις σας, να προκύψει μία ενιαία γροθιά. Είστε και οι δύο ανταγωνιστικοί και πιστεύω ότι η επιθυμία σας να επιβληθείτε, θα απογειώσει το έργο».
«Κι εγώ το ελπίζω» είπε η Λέξι χωρίς περισσότερο ενθουσιασμό. Αναρωτήθηκε αν ο άλλος συνάδελφος θα της άφηνε χώρο να αναπτύξει τις ιδέες της ή αν θα την καταπίεζε.
«Είναι σημαντικό να έχετε καλή χημεία. Θα δουλέψετε πολλούς μήνες μαζί. Θα πρέπει να σχεδιάσετε το κτίριο εξωτερικά αλλά και όλα τα εσωτερικά στοιχεία. Επίσης θέλω να ασχοληθείτε και με την διακόσμηση. Ίσως χρειαστεί να σχεδιάσετε και έπιπλα. Αυτό θα το δούμε» είπε ο Μπράντλι.
«Έχω ένα φίλο διακοσμητή και μπορεί να βοηθήσει» πρότεινε η Λέξι.
«Θα δούμε» είπε απλά ο κύριος Κίναν. «Αν στερέψετε από ιδέες θα βρούμε και άλλο άτομο. Προς το παρόν δε θέλουμε να διαρρεύσει πολύ το έργο. Θέλουμε να δουλέψουν σε αυτό όσο το δυνατόν λιγότερα άτομα». Η Λέξι δεν απάντησε κάτι γιατί δεν ήθελε να φανεί ότι δεν είχε εμπιστοσύνη στις ικανότητές της αλλά η αλήθεια ήταν ότι ο σχεδιασμός επίπλων και η διακόσμηση εσωτερικών χώρων δεν ήταν το φόρτε της. Αν χρειαζόταν, ο Μπιλ θα τη βοηθούσε κρυφά.
«Για πείτε μου για τον συνάδελφο» τους προέτρεψε τελικά, ανυπομονώντας να μάθει για τον άγνωστο Χ.
«Α! Είναι εξαιρετικός» είπε ο Μπράντλι με ενθουσιασμό. «Έχουμε μιλήσει μόνο μέσω skype γιατί λείπει στη Νέα Υόρκη αλλά είναι ένας ταλαντούχος άνθρωπος».
«Είναι…άντρας;» τόλμησε να επιμείνει η Λέξι. Δεν είχαν απαντήσει κάτι ουσιαστικό και καιγόταν να μάθει.
«Ναι, ναι» είπε ο κύριος Κίναν. Η Λέξι δεν σοκαρίστηκε. Για κάποιο λόγο το ένιωθε ότι θα ήταν άντρας. Ίσως καλύτερα. «Είναι 30 χρόνων και είναι πολλά υποσχόμενος αρχιτέκτονας με γραφείο στη Νέα Υόρκη και δουλειές στην Ευρώπη. Είναι φοβερά ταλαντούχος» κατέληξε με περηφάνια λες και μιλούσε για τον γιο του.
«Βέβαια είναι λίγο πιο…έντονος χαρακτήρας από εσάς, οπότε ίσως πρέπει να έχετε το νου σας» γέλασε φιλικά ο Μπράντλι. Η Λέξι μπερδεύτηκε.
«Τι εννοείτε δηλαδή;» ρώτησε.
«Ε να…» κοιτάχτηκαν οι δύο άντρες «είναι ας το πούμε λίγο πιο αντικομφορμιστής. Δεν τα πάει καλά με τα όρια».
«Είστε σίγουροι ότι θα είναι σε θέση να συνεργαστεί με κάποιον;» ρώτησε με πάσα ειλικρίνεια. Οι άντρες γέλασαν ξανά.
«Ναι, φυσικά. Είναι άψογος επαγγελματίας. Απλώς, να…πώς να το πω» είπε ο κύριος Κίναν. «Δεν είναι ο τύπος που θα έρθει με κοστούμι» είπε και γέλασαν ξανά.
Η Λέξι αναρωτήθηκε αν ο συνάδελφος είχε καν πτυχίο. Δεν το είπε δυνατά όμως. Σκόπευε πριν ξεκινήσουν να σχεδιάζουν να κάνει καλή έρευνα για εκείνον.
«Και πού θα είναι τα γραφεία μας;» ρώτησε εκείνη.
«Αυτό θα το συνεννοηθείτε εσείς» είπε ο κύριος Κίναν. «Μπορείτε να νοικιάσετε ένα χώρο. Θα καλύψουμε το κόστος».
«Καλά, θα δούμε…» είπε εκείνη αλλά δεν ολοκλήρωσε. Άκουσε τη γραμματέα έξω από την πόρτα να μιλάει με κάποιον και είδε την πόρτα να ανοίγει βιαστικά. Ένας άντρας, με στενό μπλε υφασμάτινο παντελόνι, καφέ δερμάτινα παπούτσια και ασορτί τζάκετ άνοιξε την πόρτα. Φορούσε γυαλιά ηλίου πού έκρυβαν τα χαρακτηριστικά του και είχε μούσι πολλών βδομάδων. Η αύρα του της έφερε ρίγη.

«Καλώς τον» τον υποδέχτηκαν οι άντρες και όταν η Λέξι άκουσε τη φωνή του σιγουρεύτηκε.
«Συγγνώμη που άργησα» είπε αργά και βραχνά. Η Λέξι αναρωτήθηκε γιατί ο Θεός την τυραννούσε έτσι.

«Δεσποινίς Μπέικερ, να σας γνωρίσουμε τον Νόα Βέγκα» της είπαν και προσπάθησε να μη λιποθυμήσει. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Είχε να τον δει χρόνια. Αλλά ένιωθε σχεδόν όπως τότε. Εκείνος της έτεινε το χέρι αλλά η Λέξι δεν το έσφιξε.

«Τι έγινε, αδερφούλα;» ρώτησε στάζοντας ειρωνεία, χωρίς να τον νοιάζει το αποσβολωμένο ύφος των αντρών με την προσφώνηση. «Σου έφαγε η γάτα τη γλώσσα;».

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 9-drink moderately.

«Γυρίζω σπίτι μου» είπε τονίζοντας με νόημα την τελευταία λέξη «και με περιμένεις όλο νεύρα να μου ζητήσεις τα ρέστα που σε έσωσα από εκείνο το κάθαρμα;;» της είπε ενώ ανέβαινε τα σκαλιά δύο δύο. Εκείνη τον ακολουθούσε κατά πόδας αλλά ο εκνευρισμός της δεν έλεγε να καταλαγιάσει.
«Δεν είμαι θυμωμένη γι’ αυτό» του είπε.
«Και τι έγινε;» σταμάτησε αλλά δεν την κοίταξε. «Όλο αυτό το δράμα επειδή σου έβαλα πιτζάμες; Θεέ μου, εσείς οι γυναίκες» είπε απαξιωτικά.
«Υπάρχει και το άλλο φύλο αν νιώθεις πιο άνετα» τον ειρωνεύτηκε και τον άκουσε να γελάει. Αλλά δεν της απάντησε. «Και δε σου ζήτησε κανείς να βοηθήσεις» συνέχισε να του λέει αν και το ήξερε ότι ήταν παράλογη. Απλώς ήταν έξαλλη με το υπεροπτικό ύφος του.
«Θέλω να ντυθώ και να φύγω. Τελειώνεις;» της είπε έξω το δωμάτιό του.
«Πάλι θα φύγεις; Μόλις γύρισες».
«Ο πατέρας μου λείπει και η μητέρα μου πέθανε» της είπε σκληρά. «Ποιος σου δίνει το δικαίωμα να με ελέγχεις, αδερφούλα;».
«Δεν είμαστε αδέρφια».
«Ασε με ήσυχο» της είπε και έκανε να κλείσει την πόρτα του δωματίου του αλλά εκείνη την έσπρωξε με φόρα και μπήκε μέσα. Κοίταξε τριγύρω το τέλεια τακτοποιημένο δωμάτιο με τα λευκά έπιπλα. Ήταν πολύ όμορφο δωμάτιο με θέα στον κήπο. Της έκανε εντύπωση που όλα εκεί μέσα ήταν λευκά, παρά μόνο μερικές έγχρωμες φωτογραφίες στους τοίχους. Περίμενε κάτι πιο σκούρο. Ο Νόα έκρυψε κάτι κάτω από το κρεβάτι με το πόδι ενώ εκείνη κοιτούσε τη βιβλιοθήκη του.
«Βγες έξω» της είπε επιτακτικά αλλά δεν τον άκουσε.
«Θα κάνω ό,τι θέλω» του είπε κι εκείνη πεισμωμένη.
«Αν συνεχίσεις να με εκνευρίζεις θα αναρτήσω τις φωτογραφίες σου στη σελίδα του σχολείου στο ίντερνετ» της είπε και η Λέξι γέλασε.
«Ποιες φωτογραφίες; Αφού δεν έχεις δικές μου φωτογραφίες» σούφρωσε τα χείλη της και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος.
Εκείνος ανασήκωσε το φρύδι αργά και χαμογέλασε σατανικά. Η Λέξι δεν κατάλαβε αμέσως. Αλλά όταν συνειδητοποίησε τι εννοούσε, της κόπηκε η ανάσα.
«Δεν…δεν…» ψέλλισε, άσπρη σαν το πανί από το σοκ. Εκείνος την κοιτούσε απολαμβάνοντας το θέαμα. «Δεν το εννοείς» τον παρακάλεσε σχεδόν.
«Συνέχισε να με εκνευρίζεις»  είπε εκείνος απειλητικά «και θα δει όλο το σχολείο τα δαντελένια εσώρουχά σου».

Η Λέξι έκανε ένα βήμα πίσω και έβαλε το χέρι στο στόμα προσπαθώντας να μην κάνει εμετό ή μην ουρλιάξει από απόγνωση. Την κρατούσε στο χέρι και τώρα θα την έκανε ό,τι ήθελε.
«Είσαι ένα άρρωστο κάθαρμα» του είπε.
«Το άρρωστο κάθαρμα διαφύλαξε την παρθενιά σου χθες το βράδυ» της είπε εκείνος ψυχρά ενώ έψαχνε στην ντουλάπα για κάποιο ρούχο.
«Ποια παρθενιά; Πώς…»
«Ω μη χάνεις το σάλιο σου. Ξέρω. Καταλαβαίνω» της είπε με σιγουριά. Ήθελε να τον διαψεύσει αλλά μάλλον είχε ήδη μεγάλη εμπειρία στον τομέα για να τον ξεγελάσει.
«Μην τολμήσεις να με εκβιάσεις ξανά με τις φωτογραφίες» του είπε με δυναμισμό, αν και μέσα της έτρεμε. «Γιατί θα προτιμήσω να με δουν όλοι με τα εσώρουχα, παρά να συμφωνώ μαζί σου».
«Δε χρειάζεται να σε απειλήσω. Μπορώ απλά να σε ποτίσω λίγη βότκα. Τόσο εύκολη» της είπε ειρωνικά και άρπαξε ένα φανελάκι μαύρο.
«Μία φορά συνέβη. Μην γενικεύεις».
«Δε χρειάζεται να γίνει και δεύτερη. Αν χθες το βράδυ δε σε είχα προσέξει να πίνεις, αν δεν είχα το νου μου να σε ψάξω όταν ο άλλος σε ξεμονάχιασε, αν δεν τον σταματούσα με τις γροθιές μου όταν είχε βάλει το χέρι του κάτω από την μπλούζα σου, τώρα θα είχες άλλα προβλήματα».
«Κάτω από την μπλούζα μου; Τι λες;» τον ρώτησε αηδιασμένη.
«Είσαι τόσο ηλίθια ή το παίζεις; Με την μάνα που έχεις σε περίμενα πιο περπατημένη».
«Σταμάτα με τη μάνα μου πια!».
«Κι εσύ σταμάτα να με καθυστερείς. Θέλω να ντυθώ» της είπε. «Βιάζομαι».
«Πετάς τέτοιες βόμβες και θες να φύγεις;» του είπε. Είχε αρχίσει να τρέμει κι εκείνος το πρόσεξε. Αλλά δεν αντέδρασε.
«Κάθε φορά που πίνεις και δεν έχεις κάποιον να σε προσέχει, είσαι εν δυνάμει θύμα βιασμού» της είπε ενώ βημάτιζε νευρικά στο δωμάτιο.
«Μα εγώ δεν σκόπευα…δε θυμάμαι τι…»
«Αν είχα αργήσει καταλαβαίνεις τι θα είχε συμβεί».
«Μπορεί και όχι. Ο Τζος είναι καλό παιδί. Δεν είδες καλά».
«Σήκω φύγε» ούρλιαξε ξαφνικά εκείνος και η Λέξι σταμάτησε απότομα να αναπνέει. Τον είδε να μεταμορφώνεται μπροστά της σε ένα άγριο, οργισμένο ζώο. Τα χαρακτηριστικά του παραμορφώθηκαν και τα μάτια του πετούσαν φωτιές. Ξαφνικά φοβήθηκε. Έκανε να φύγει, αλλά τη σταμάτησε, αρπάζοντας με δύναμη το χέρι της. «Είσαι μια αχάριστη σκύλα. Αυτό είσαι» της είπε έξαλλος, στάζοντας μίσος.
«Μια ηλίθια, αχάριστη σκύλα» επανέλαβε. «Ήρθες να μου ζητήσεις τα ρέστα επειδή σε είδα με εσώρουχα ενώ σε έσωσα από πιθανό βιασμό ή εξευτελισμό. Και να σου πω και κάτι; Σιγά το θέαμα!» κατέληξε ξεφυσώντας.
«Συγγνώμη που σε ενόχλησα» ψέλλισε εκείνη, θέλοντας να φύγει από κει μέσα, αλλά δεν την άφηνε. «Είμαι σοκαρισμένη και…»
«Μη μου μιλάς» της είπε ξανά. «Σου μίλησα εγώ; Σου είπα τίποτα; Φρόντισα να μην πάθεις τίποτα γιατί θα με έπρηζε ο πατέρας μου. Σου έβγαλα τα ρούχα μήπως και ήταν βρώμικα. Δεν επιχείρησα να ανοίξουμε διάλογο. Γιατί είσαι εδώ;» τη ρώτησε. Δεν ήξερε τι να του πει. Γιατί είχε πάει; Τι ήθελε να του πει; Είχε ξεχάσει.
«Άσε με να φύγω» του έδειξε με νόημα το χέρι του που έσφιγγε τον καρπό της σαν χειροπέδα.
«Μην μπλέκεσαι στα πόδια μου. Μπορώ να μη σε βλέπω καθόλου;» τη ρώτησε σχεδόν παρακλητικά.

Η Λέξι έγνεψε χωρίς λόγια. Τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα και όταν εκείνος την άφησε, έτριψε τον κοκκινισμένο καρπό της και έτρεξε στο δωμάτιό της.


Ο Νόα το είχε κάνει απόλυτα σαφές πόσο απωθητική την έβρισκε, εκείνη και την παρέα της. Και για κάποιο λόγο αυτό της ήταν πραγματικά αβάσταχτο. 

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 8-ελπίζω να την ξέβαψε κιολας...

8

«Πώς είσαι; Περίμενα πώς και πώς να μιλήσουμε. Τι έγινε χθες το βράδυ;» άκουσε τη φωνή της φίλης της στο ακουστικό και το απομάκρυνε από το αυτί της.
«Μίλα πιο σιγά, με ξεκούφανες!» είπε η Λέξι.
«Μα μιλάω πολύ σιγά, Λέξι» είπε η φίλη της. «Πονάει και το κεφάλι σου;»
«Αφόρητα» είπε η Λέξι και κοίταξε τριγύρω το σκοτεινό δωμάτιο. Κάποιος είχε κλείσει τις κουρτίνες. Εκείνη τις είχε συνήθως ανοιχτές για να ξυπνάει με το φως του ήλιου.
«Μην ανησυχείς. Πιες ένα καφέ και απόφυγε το φως. Ένα χανγκόβερ είναι και θα περάσει» είπε η Τζιν καθησυχαστικά. Η Λέξι όμως απόρησε.
«Μα τι λες;» ανακάθισε με κόπο στο κρεβάτι. «Εγώ ήπια ελάχιστη βότκα. Τι συνέβη; Δε θυμάμαι τίποτα» έτριξε το μέτωπό της. Το κεφάλι της πονούσε λες και κάποιος της το έσφιγγε με μέγγενη.
«Ήπιες κι άλλο μετά. Ο Τζος σε είχε από κοντά και πρέπει να σε πότιζε όταν δε σε έβλεπα» είπε η Τζιλ. Η Λέξι βόγκηξε. Έχε γούστο να είχε γίνει ρεζίλι. Και μπροστά στον Νόα. Διάολε, γιατί πίνει ο κόσμος αν είναι να νιώθει έτσι το επόμενο πρωί;
«Θυμάμαι να γελάω και να χορεύω αλλά όχι περισσότερα» ανέσυρε με κόπο από τη μνήμη της.
«Χόρεψες και διασκέδασες με την ψυχή. Αν σε ανακουφίζει καθόλου, δεν υπήρχε άνθρωπος που να μη σε πρόσεξε χθες. Δεν ήξερα ότι χορεύεις έτσι» είπε η Τζιλ σχεδόν πειραγμένη.
«Η μητέρα μου επέμενε να μάθω χορό από μικρή για να λυθεί το σώμα μου» είπε ξερά η Λέξι. «Το να φτιάξει μεσημεριανό δεν την ένοιαζε τόσο, αλλά το να μάθω μοντέρνο χορό ήταν προτεραιότητα» συνέχισε και  Τζιλ γέλασε.
Χχθες το βράδυ ο κόπος σου έκανε απόσβεση. Χόρεψες με μένα, τον Τζος, τον Λούκας, μερικά κορίτσια από το Β2 και μόνη σου».
«Μόνη μου; Ωχ» ξεφύσηξε πάλι. Προσπάθησε να ανασηκωθεί αλλά έπεσε ξανά πίσω. Έχασε την ισορροπία της.
« Ο Τζος ήθελε να μείνετε μόνοι σε κάποια φάση» είπε η Τζιλ μετά από μια μικρή σιωπή. «Δείχνατε πολύ κοντά, και νόμιζα ότι θέλεις. Δεν ξέρω τι έγινε μετά. Μπερδεύτηκα λίγο».
«Τζιλ, τι εννοείς;» ρώτησε τρομαγμένη η Λέξι.
«Σε πήρε από το χέρι και βγήκατε στο προαύλιο. Έδειχνες χαρούμενη, αλλά ίσως λόγω του αλκοόλ, τώρα που το σκέφτομαι. Λείψατε λίγο και μετά ακούσαμε φασαρίες. Βγήκαμε έξω και είδαμε τον Τζος γεμάτο αίματα και τον Νόα να σε κουβαλάει στην αγκαλιά του μέχρι το αμάξι του».
«Τι; Μα τι λες; Πλάκα μου κάνεις;» συνέχισε να είναι μπερδεμένη. Ήταν δυνατόν να της έκανε κακό ο Τζος; Και ο Νόα; Πού ήταν τώρα;
«Γιατί δεν τον σταμάτησες; Γιατί δεν ήρθες μαζί μου;».
«Πήγα να το κάνω αλλά όλοι μου έλεγαν να σε αφήσω στον αδερφό σου» είπε η Τζιλ ντροπαλά.
«Δεν είναι αδερφός μου, διάολε!» φώναξε η Λέξι και μετά το μετάνιωσε. Ο πονοκέφαλος εντάθηκε.
«Το ξέρω, αλλά…Έδειχνε να έχει τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης. Σε κουβάλησε ως το αμάξι λες και ήσουν φτερό και μετά μας φώναξε να μπούμε μέσα και να κοιτάμε τη δουλειά μας. Πέρασα μετά από λίγο από το σπίτι σου και μου είπε ότι κοιμάσαι και να σε πάρω το μεσημέρι».
«Τι μπέρδεμα…» ψέλλισε η Λέξι. «Πρέπει να μάθω τι έγινε. Και πρέπει να τον ευχαριστήσω κιόλας. Γιατί ήπια τόσο;»
«Μάλλον επειδή δεν πίνεις, σε έπιασε γρήγορα».
«Τζιλ, σε αφήνω» είπε η Λέξι και ανανέωσαν το ραντεβού τους για το απόγευμα. Είχαν κανονίσει να πάνε για παγωτό.


Κατέβηκε τα σκαλιά με κόπο, αλλά δεν τον βρήκε στην κουζίνα. Ούτε στο σαλόνι. Ούτε στον κήπο.
Χτύπησε την πόρτα του δωματίου του όταν ξανανέβηκε πάνω αλλά δεν τον άκουσε μέσα. Ανέβηκε στη σοφίτα και χτύπησε κι εκεί. Τίποτα. Άφαντος.


Επέστρεψε στο δωμάτιό της αφού του άφησε ένα σημείωμα στην κουζίνα ότι θέλει να τον δει. Προσπάθησε να χαλαρώσει αλλά δεν τα κατάφερε. Όταν χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματά της συνειδητοποίησε ότι ο Νόα, χθες το βράδυ, με κάποιον τρόπο, την ξέντυσε και τις φόρεσε τις πιτζάμες της. 

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 7-Fruit Punch

Εκείνη η Παρασκευή ήταν ξεχωριστή για το λύκειο Σεντ Βίνσεντ. Η επιτροπή των μαθητών είχε οργανώσει ένα πάρτι στο σχολείο με σκοπό να συγκεντρώσουν χρήματα για να πάνε οι τελειόφοιτοι μια εκδρομή στο Μεξικό. Η Λέξι δεν είχε καμία όρεξη να πάει, αλλά η Τζιλ, η μόνη κοπέλα με την οποία έκανε παρέα, ενδιαφερόταν για ένα μεγαλύτερο αγόρι και είχε λυσσάξει να πάει στο πάρτι.

Γύρισε μετά το σχολείο στο σπίτι και λίγο πριν ξεκινήσει το διάβασμα, έκανε μια βόλτα στον κήπο. Η μητέρα της και ο πατριός της έλειπαν για Σαββατοκύριακο στο Λας Βέγκας και είχε την ευκαιρία να απολαύσει με ησυχία το σπίτι. Αν έλειπε και ο Νόα, θα ήταν καλύτερα. Όχι ότι τον έβλεπε και πολύ φυσικά. Σπάνια τον συναντούσε στο σπίτι και όταν αυτό γινόταν, εκείνος έδειχνε πόσο την αντιπαθούσε. Αν έτρωγε και η Λέξι έμπαινε στην κουζίνα, παρατούσε το φαγητό του στη μέση. Αν τον έβρισκε στο σαλόνι να βλέπει τηλεόραση, την έκλεινε και εξαφανιζόταν.

Κατά τις οκτώ, ξεκίνησε να ετοιμάζεται. Δεν είχε κέφι, και ήξερε ότι δεν υπήρχε λόγος να πάει αλλά το χρωστούσε στην Τζιλ. Σε ένα σχολείο όπου ο νόμος του Νόα την είχε αναγκάσει να μείνει χωρίς φίλους η Τζιλ ήταν η μόνη που την πλησίασε. Διάλεξε ένα μαύρο κολλητό τζιν και ένα μαύρο κοντό μπλουζάκι χωρίς σχέδια. Άφησε τα μαλλιά της κάτω για πρώτη φορά μετά από μήνες. Συνήθως τα μάζευε για να μη μοιάζει με τη μητέρα της, που τα είχε συνέχεια ολόισια και κάτω. Δε βάφτηκε πολύ γιατί είχε καλό δέρμα αλλά τόνισε με μαύρο μολύβι και μαύρη μάσκαρα τα μάτια της.

Κοίταξε το είδωλό της στον καθρέπτη αδιάφορα. Η κοπέλα απέναντί της μεγάλωνε μέρα με τη μέρα, αλλά η Λέξι δε βιαζόταν. Δεν ήθελε να φορέσει προκλητικά ρούχα ή να βαφτεί για να προκαλέσει. Δεν της άρεσε να το κάνει, επειδή είχε δει τη μητέρα της να το κάνει στο μέγιστο βαθμό. Ήθελε να αρέσει, φυσικά, αλλά χωρίς να το εκβιάζει. Όχι ότι υπήρχε και κανείς στο σχολείο που να την ενδιαφέρει.

Η Τζιλ πέρασε κατά τις εννιά και ξεκίνησαν για το πάρτι με τα πόδια αφού η Λέξι τακτοποίησε στα γρήγορα το τραπεζάκι του σαλονιού, όπου ο Νόα είχε παρατήσει μερικά κουτάκια αναψυκτικού. Αντιπαθούσε εκείνον και τον Πάτρικ, αλλά το σπίτι το λάτρευε και ήθελε να είναι περιποιημένο. Θα ήθελε κάποια στιγμή να έχει ένα τέτοιο όμορφο σπίτι. Της είχε ξυπνήσει αισθήματα που δεν ήξερε ότι είχε, μα αγάπη για το ωραίο, ίσως και για την αρχιτεκτονική.

«Μην έχεις άγχος, είσαι πολύ όμορφη» διαβεβαίωσε τη φίλη της λίγο πριν φτάσουν στο σχολείο. Από μακριά ακουγόταν μουσική και τα αμάξια ήταν παρκαρισμένα σε απόσταση μέχρι και διακόσια μέτρα από το προαύλιο.
Μπήκαν στο εσωτερικό του σχολείου και κατευθύνθηκαν στην αίθουσα εκδηλώσεων. Όλα ήταν πολύ σκοτεινά και η ατμόσφαιρα μύριζε παντς. Η Λέξι έβαλε λίγο στο ποτήρι της και εκείνη την ώρα τη σκούντηξε κάποιος. Ήταν ο Τζος, ένα αγόρι από την τάξη της. Της έριξε λίγη βότκα στο ποτό της χωρίς να ρωτήσει και έκρυψε το μπουκάλι στο παλτό του.
«Τώρα που δε μας βλέπουν» της είπε χαμογελαστός και της έδειξε τους δύο βαριεστημένους καθηγητές που επιτηρούσαν το πάρτι. Η Λέξι δεν απάντησε αλλά χαμογέλασε. Ο Τζος έφυγε κι εκείνη ήπιε από το ποτό της. Δεν της άρεσε το αλκοόλ αλλά απόψε ίσως ήταν καλή ευκαιρία να πιει γιατί είχε πολύ άγχος για κάποιον ανεξήγητο λόγο.

Περνούσε σχετικά ωραία για περίπου μία ώρα. Η Τζιλ μιλούσε με το αγόρι που της άρεσε και είχαν γίνει ένα πηγαδάκι. Η Λέξι, η Τζιλ, ο Λούκας και ένας φίλος του, ο Ντιέγκο. Μιλούσαν για τις αιτήσεις στο πανεπιστήμιο όταν η Λέξι ένιωσε ένα παγωμένο ρεύμα να τη διαπερνά και γύρισε προς την πόρτα λες και το ένιωσε ότι μπήκε στην αίθουσα. Το βλέμμα της καρφώθηκε πάνω του, αλλά εκείνος δεν γύρισε προς το μέρος της.

Ο Νόα. Φορούσε μαύρα, όπως πάντα. Όπως κι εκείνη. Ένα μαύρο τζιν χαμηλοκάβαλο και ένα μαύρο λεπτό πουλόβερ ζιβάγκο. Δίπλα του ήταν η Μάιλι, κι αυτή τελειόφοιτη, και 2-3 φίλοι του. Προχωρούσε μπροστά και οι υπόλοιποι λίγο πίσω. Λες και ήταν βασιλιάς. Προσπάθησε να τραβήξει το βλέμμα της αλλά δεν τα κατάφερε. Ήταν τόσο μεγάλος ο μαγνητισμός του που δε γινόταν να μην τον κοιτάξεις. Ο τρόπος που περιφερόταν στον χώρο λες και μισούσε που ήταν εκεί, στάζοντας απαξίωση, σε έκανε να αναρωτιέσαι τι του έδινε χαρά.

«Ο αδερφός σου» της είπε ο Λούκας χωρίς ίχνος ειρωνείας αλλά η Λέξι πετάχτηκε σαν ελατήριο.
«Είναι ο γιος του φίλου της μητέρας μου. Δεν είμαστε αδέρφια» απάντησε απότομα. Η Τζιλ την κοίταξε παραξενεμένη γιατί η Λέξι σπάνια αντιδρούσε έντονα.
«Ζείτε μαζί;» ρώτησε Ντιέγκο με περιέργεια. Η Λέξι χαμογέλασε ξερά.
«Στο ίδιο σπίτι, ναι. Αλλά όχι μαζί. Δε βλεπόμαστε».
«Κρίμα. Ο Νόα είναι θρύλος εδώ μέσα. Πολύ θα ήθελα να μάθω μερικά πράγματα» είπε ο Λούκας αλλά η Λέξι δεν ρώτησε. Δεν ήθελε να ξέρει.


Ήπιε λίγη βότκα ακόμα στα κρυφά και τσίμπησε μερικά πατατάκια γιατί πεινούσε. Ήταν μόνη της στο μπαρ όταν είδε τον Νόα να την πλησιάζει. Στο πλάι του ήταν η Μάιλι.
«Βάλε μου κι εμένα» την άκουσε να του λέει σχεδόν γουργουριστά. Εκείνος απάντησε «φυσικά» και της έβαλε λίγο χυμό. Και οι δύο την αγνόησαν και η Λέξι εκνευρίστηκε. Αλλά δεν το έδειξε.
«Τρώει πατατάκια» άκουσε μερικά δευτερόλεπτα μετά την εκνευριστική φωνή της Μάιλι και ήξερε ότι αναφερόταν σε εκείνη. Σκόπευε να γυρίσει και να τη ρωτήσει τι εννοούσε αλλά η Μάιλι συνέχισε. «Ποια γυναίκα τρώει πατατάκια τον 21ο αιώνα; Ήμαρτον!» είπε αγανακτισμένη. Η Λέξι συνέχισε να την αγνοεί. Δεν υπήρχε λόγος να το παλεύει. Η όρεξή της ήταν πάντα μεγάλη και έτρωγε χωρίς να ανησυχεί για τις θερμίδες.  Είχε ωραίο σώμα, με θηλυκές καμπύλες, και δεν είχε χρειαστεί ποτέ να κάνει δίαιτα. Αλλά γυναίκες σαν τη Μάιλι πραγματικά την έκαναν έξαλλη.
«Μάλλον δε θα έχει γκόμενο» τον άκουσε να λέει από πίσω της, βραχνά και συνειδητοποίησε ότι είχε πολύ καιρό να έρθει τόσο κοντά του. Σκέφτηκε να γυρίσει να του πει κάτι αλλά αντί γι’ αυτό έφαγε επιδεικτικά μερικά πατατάκια ακόμα.
«Πάμε, μωρό μου;» είπε η Μάιλι γλυκά και εκείνος γέλασε.
«Πάμε, μωρό μου» τη μιμήθηκε

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 6-ένα ποτάκι είναι λίγο, πολύ λίγο...

«Πλάκα κάνεις;»επανέλαβε ο Μπιλ γελώντας μερικές ώρες μετά. Κάθονταν σε ένα μπαρ στο Σαν Φρανσίσκο και έπιναν λευκό κρασί ενώ η Λέξι προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της και ο φίλος της διασκέδαζε με την κατάσταση.
«Δεν είναι αστείο» τον μάλωσε.
«Δεν είναι και το τέλος του κόσμου όμως» απάντησε αυτός γρήγορα. «Είναι μια μεγάλη ευκαιρία. Εσύ πάντα έλεγες ότι στη ζωή τα πράγματα δεν έρχονται ποτέ όπως τα θέλουμε» της θύμισε.
«Δεν εννοούσα τη δουλειά μου, αλλά τα προσωπικά μου. Τα οικογενειακά μου» διευκρίνισε εκείνη πικρά. Ο Μπιλ δεν απάντησε. Την κοίταξε μόνο και ήπιε από το κρασί του. Δεν την πίεζε ποτέ να μιλήσουν για το παρελθόν της επειδή ήξερε ότι την πλήγωνε και η Λέξι το εκτιμούσε, αν και καταλάβαινε ότι τον ενοχλούσε που τον άφηνε απέξω.
«Είμαι άξια να πάρω τη δουλειά» του είπε με αυτοπεποίθηση. «Δε θέλω να έχω κάποιον πάνω από το κεφάλι μου».
«Μα απ’ ό,τι κατάλαβα δε θα είναι πάνω από το κεφάλι σου, αλλά δίπλα σου».
«Ναι, σιγά. Θα θέλει να επιβληθεί» του είπε.
«Και εσύ αυτό θα θες να κάνεις, οπότε ίσως ο πιθανός συνάδελφος να είναι το θύμα και όχι εσύ» της θύμισε. Ο Μπιλ δεν μάσαγε ποτέ τα λόγια του και αυτό ήταν πολύτιμο. Απλά όχι αυτή τη στιγμή.
«Ωραίος φίλος είσαι» είπε ξινά. Ο Μπιλ γέλασε και πάλι.
«τα έχουμε ξαναπεί αυτά, Λέξι. Είσαι μια ταλαντούχα αρχιτέκτονας. Σε είδα να διαπρέπεις στο πανεπιστήμιο, να λάμπεις στο μεταπτυχιακό μας. Σε είδα να κερδίζεις βραβεία  και το θαυμασμό των συμφοιτητών και των καθηγητών μας. Αλλά δε σε είδα ποτέ να συμβιβάζεσαι».
«Κακό είναι αυτό; Έχω μάθει να ζω μόνη μου, να δουλεύω μόνη μου, να πορεύομαι μόνη μου».
«Δεν είναι κακό;» ανέβασε τον τόνο της φωνής του αλλά το μάζεψε αμέσως. «Δεν είναι κακό να μην μπορείς να συνεργαστείς με κάποιον; Να μη δέχεσαι την πιθανότητα να υπάρχει κάποιος εκεί έξω εξίσου ή και περισσότερο καλός από σένα;».
«Αυτό το δέχομαι, αλλά…»
«Πώς θα βελτιωθείς αν δεν ανταλλάξεις ιδέες; Μπορεί να μάθεις από αυτό. Και να γίνεις καλύτερη. Διαβάζεις συνεχώς και δε χάνεις συνέδριο, αλλά μόνο με μια καλή συνεργασία μπορείς να βελτιωθείς».
«Και ποιος μου λέει ότι θα μάθω εγώ και όχι εκείνος ή εκείνη από μένα;».
«Είσαι πολύ εγωίστρια. Το ξέρεις;» είπε αγανακτισμένος ο Μπιλ. «Οι Κίναν σε διάλεξαν μετά από έρευνα, παρόλο που δεν έχεις μεγάλη πείρα. Πιστεύεις ότι ο άλλος αρχιτέκτονας θα είναι κάποιος άσχετος;».
«Δεν ξέρω…» ξεφύσηξε η Λέξι. Χρειαζόταν ένα πιο βαρύ ποτό. «Θέλω να έχω εγώ τα ηνία. Δε μου αρέσει να χάνω τον έλεγχο».
«Δε χάνεις τον έλεγχο. Απλώς τον μοιράζεσαι».
«Γιατί είσαι τόσο σίγουρος ότι θα βγει σε καλό; Μπορεί να είναι ένας ηλίθιος ή μια ανίκανη. Μπορεί να με πιέζουν ή να μου μιλάνε άσχημα. Δε σε νοιάζει αυτό το σενάριο;».
«Με νοιάζει η έλλειψη ευελιξίας εκ μέρους σου. Θα έπρεπε να αρπάζεις τις ευκαιρίες και όχι να φέρεσαι σαν μωρό».
«Δε μου αρέσουν οι αλλαγές. Τα απρόοπτα. Έχω ζήσει πολλά χρόνια μέσα στην ανασφάλεια. Θέλω να ελέγχω την κατάσταση για να μην ανησυχώ ποτέ και για τίποτα. Μόνο σε μένα έχω εμπιστοσύνη».
«Σε ευχαριστώ» είπε ο Μπιλ ξερά.
«Και σε σένα» του είπε γλυκά αλλά δεν τον έπεισε. Κανείς δεν την καταλάβαινε απόλυτα. Η παιδική και εφηβική της ηλικία ήταν πολύ δύσκολη. Ειδικά στην εφηβεία, ένιωσε βαθιά μέσα της πώς είναι να χάνει τον έλεγχο και να παίρνουν οι άλλοι αποφάσεις για εκείνη και το μέλλον της.

«Τι τους απάντησες τελικά;» τη ρώτησε ο Μπιλ αφού παρήγγειλαν δύο τζιν με τόνικ και μια ποικιλία με τυριά και αλλαντικά.
«Τους είπα ότι θέλω να το σκεφτώ και ότι θα απαντήσω αύριο» του είπε εκείνη. Ο Μπιλ μόρφασε.
«Επρεπε να δείξεις ενθουσιασμό αμέσως. Ποιος ξέρει ο άλλος πώς αντέδρασε. Να μη φανείς εσύ ξινή εξαρχής».
«Αν το δεχτώ» του είπε εκείνη.
«Να δεχτείς. Μην είσαι χαζή. Υπολόγισε ότι τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσεις θα είναι δια δύο».
«’Η συν ένα» του είπε και ήπιε λίγο από το ποτό της σκεπτική.


Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

κεφαλαιο 5-δυσκολάκι

Μπορείς να το κάνεις, μπορείς να το κάνεις. Η Λέξι πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα και συστήθηκε στην γραμματέα με το σφικτό σινιόν και το γκρι ταγιέρ. Βρισκόταν στον προθάλαμο του γραφείου του κυρίου Κίναν για το ραντεβού που θα έκρινε την πορεία της συνεργασίας τους. Εν ολίγοις, είχε έρθει η ώρα να της ανακοινώσει αν είχε πάρει τη δουλειά. Και ενώ είχε προετοιμαστεί ψυχολογικά για όλα τα σενάρια, είχε διαλέξει με προσοχή τα πιο επαγγελματικά της ρούχα και είχε ήδη κλείσει να βγει για ποτό με τον Μπιλ μετά για να διασκεδάσει λιγάκι, τη στιγμή που ο κύριος Κίναν έβγαινε στην πόρτα για να την προϋπαντήσει ένιωσε τα πόδια της να κόβονται λες και έδινε εξετάσεις.

Μπήκε στη μεγάλη αίθουσα που τον είχε ξανασυναντήσει, αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν μόνος. Κοίταξε τριγύρω της και μέτρησε έξι άτομα ακόμα. Ήταν όλοι ντυμένοι με κοστούμια και ταγιέρ και θύμιζαν εξεταστική επιτροπή.
«Δεσποινίς Μπέικερ, ξέχασα να σας ενημερώσω ότι στη σημερινή συνάντηση θα παρίσταντο και οι εν ζωή συγγενείς μου» της είπε φιλικά, κατανοώντας το σάστισμά της. «Η Λίζα, ο Μπράντλι, ο Τζέιμς, ο Νίκολας, η Λινέτ και ο Μάικλ Κίναν» της είπε δείχνοντάς της με τη σειρά μια εικοσάχρονη κοπέλα, δύο μεσήλικες κυρίους με ξανθόλευκα μαλλιά, έναν ηλικιωμένο κύριο γύρω στα 80, μια γυναίκα και έναν άντρα γύρω στα 50 που έπρεπε να ήταν δίδυμα αδέρφια.
«Χαίρω πολύ» είπε ευγενικά αφού έσφιξε το χέρι του καθένα τους και κάθισε σε μια καρέκλα γύρω από το στρογγυλό τραπέζι.
«Η οικογένειά μου  έχει το δικαίωμα και την επιθυμία να συμμετέχει στην επιλογή αρχιτέκτονα και θέλω να είναι παρόντες» είπε ο κύριος Κίναν δυναμικά. «Στη συνέχεια, θα αναλάβω εγώ την επικοινωνία μαζί σας αλλά και οι υπόλοιποι θα μπορούν να ελέγχουν την πορεία της δουλειάς» της είπε και η Λέξι αναθάρρησε αλλά και τρόμαξε. Σκέφτηκε ότι ήταν πολύ θετικό το γεγονός ότι είχαν μαζευτεί όλοι για να τη γνωρίσουν. Για ποιο λόγο να το έκαναν αυτό αν δε σκόπευαν να την προσλάβουν; Φαίνονταν όλοι πολυάσχολοι αν έκρινε από τον τρόπο που ήλεγχαν συνεχώς τα κινητά τους και τα ρολόγια τους.
Από την άλλη, της φαινόταν και λίγο δεσμευτικό να δουλεύει υπό το άγρυπνο βλέμμα όλων αυτών των ανθρώπων. Θα έπρεπε να λογοδοτεί σε όλους ξεχωριστά ή στον Κύριο Κίναν μόνο; Θα της έκαναν τη ζωή ποδήλατο ή απλώς ήθελαν να βλέπουν την πρόοδο του έργου; Ως αρχιτέκτονας ήξερε πόσο κουραστικό είναι να έχεις κάποιον πάνω από το κεφάλι σου να σου λέει τι θέλει κάθε πέντε λεπτά χωρίς να έχει ιδέα αν γίνεται και αν ταιριάζει με το χώρο.
«Φυσικά» είπε και χαμογέλασε προς όλους τους.
«Εγώ έχω το μεγαλύτερο μερίδιο της κληρονομιάς αλλά επιθυμώ στο κτίριο να στεγαστεί το ίδρυμα της οικογένειας Κίναν οπότε όλοι πρέπει να μπορούν να πουν η γνώμη τους» εξήγησε ξανά ο κύριος Κίναν. Η Λέξι χαμογέλασε και πάλι. Την είχε φάει η αγωνία. «Σας τα λέω όλα αυτά…» είπε και πάτησε ένα κουμπί και ζήτησε στη γραμματέα του να φέρει ένα δίσκο με καφέ και μπισκότα. Η Λέξι δεν είχε όρεξη για κανένα από τα δύο αλλά δεν το είπε. «Για να καταλάβετε το λόγο που η επιλογή αρχιτέκτονα χτύπησε σε παγόβουνο» συνέχισε. Η Λέξι πάγωσε. Είχε καταβάλει κάθε προσπάθεια και της έλεγε μετά από όλα αυτά ότι απέτυχε; Προσπάθησε να μην κλάψει αλλά ήταν δύσκολο.
«Είμαστε εφτά και μετά από ώρες συζητήσεων δεν καταλήξαμε σε έναν αρχιτέκτονα». Η Λέξι δεν είπε τίποτα. Δεν είχε να πει κάτι άλλωστε. Ήταν μπερδεμένη. «Θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σας γιατί πρόκειται για ένα έργο ζωής. Για εσάς μπορεί να είναι μια επαγγελματική ευκαιρία με μεγάλη έκθεση, αλλά για εμάς είναι η αναπαλαίωση ενός κομματιού της οικογένειάς μας. Είναι ένα σπίτι συνδεδεμένο με τη ζωή μας και δεν παίζουμε με αυτό» είπε αυστηρά. Η Λινέτ και ο Μάικλ έγνεψαν θετικά. Κανείς δε μιλούσε όμως. Μόνο ο κύριος Κίναν. Ήταν προφανές ότι τον σέβονταν όλοι, παρόλο που δεν ήταν ο γηραιότερος εκεί μέσα.
«Κύριε Κίναν, θα αναλάβω το έργο με σεβασμό» του είπε δυναμικά. «Δεν έχω σκοπό να μην αξιοποιήσω στο έπακρο την ομορφιά και την ιστορία του».
«Επιλέξαμε να επικοινωνήσουμε με τρεις αρχιτέκτονες» της είπε, σχεδόν αγνοώντας το σχόλιό της. «Η Λίζα επέλεξε εσένα από ένα άρθρο που διάβασε σε κάποιο περιοδικό διακόσμησης και εντυπωσιάστηκε επειδή είσαι νέα και έχεις πρωτοποριακό πνεύμα, αλλά χωρίς να ισοπεδώνεις τα κλασικά στοιχεία. Ο Μπράντλι και η Λινέτ μάς σύστησαν έναν αρχιτέκτονα ανεξάρτητο επειδή έχει αναλάβει ένα παρόμοιο έργο στο Παρίσι και εντυπωσιάστηκαν με τα αποτελέσματα και οι υπόλοιποι στραφήκαμε σε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο με μεγάλη εμπειρία σε κλασικά κτίρια». Ο κύριος Κίναν πήρε μια ανάσα και εκείνη την ώρα μπήκε η γραμματέας. Σέρβιρε καφέ και η Λέξι πήρε το φλιτζάνι ευγενικά. Ανυπομονούσε να συνεχίσει να μιλάει ο άνθρωπος απέναντί της.
«Το αρχιτεκτονικό γραφείο μάς κατέθεσε μια εξαιρετική πρόταση αλλά δεν είδαμε πάθος» της είπε τελικά.
«Δε θέλαμε ένα κτίριο που να θυμίζει ναό» παρενέβη εκείνη τη στιγμή ο Νίκολας Κίναν και όλοι συμφώνησαν. «Θέλαμε κάτι πιο νεανικό, αλλά και κλασικό ταυτόχρονα».
«Μόνο που δε συμφωνούμε» είπε ο Μάικλ και γέλασε. Η Λέξι χαμογέλασε. Κάτι δεν της άρεσε στην πορεία της συζήτησης.
«Έχουμε διχαστεί» είπε ο κύριος Κίναν τελικά. «Οι μισοί προτιμούν το δικό σου σχέδιο και οι άλλοι μισοί το σχέδιο του συναδέλφου σου». Η Λέξι σούφρωσε τα χείλη μπερδεμένη.
«Μα είστε εφτά» είπε και γέλασαν όλοι.
«Εγώ αρνούμαι να ψηφίσω. Μου αρέσουν και τα δύο» είπε και γέλασαν ξανά όλοι.
«Τι προτείνετε λοιπόν;» είπε η Λέξι μετά από μια σιωπή. Ο κύριος Κίναν την κοίταξε επίμονα.
«Το θέμα δεν είναι τι προτείνουμε εμείς, δεσποινίς. Το θέμα είναι τι προτείνετε εσείς. Τι είστε διατεθειμένη να κάνετε για αυτό το έργο» συμπλήρωσε. Τα πάντα, απάντησε εκείνη από μέσα της αλλά δεν το είπε. Πού πήγαινε αυτή η συζήτηση;
«Θα ήταν τιμή μου να το εκτελέσω. Ελπίζω οι ιδέες μου να σας άρεσαν» είπε διπλωματικά και όλοι συμφώνησαν. «Αλλά δεν καταλαβαίνω τι θέλετε από εμένα» παραδέχτηκε.
«Θέλω να σας ρωτήσω άμεσα αν θα δεχτείτε να συνεργαστείτε με τον άλλον υποψήφιο» της είπε και η Λέξι έμεινε. Πάγωσε το μυαλό της και μισάνοιξε το στόμα μπερδεμένη; Τι; Γινόταν αυτό; Μα πώς θα… Όχι, Θεέ μου.
«Με ποιανού τα σχέδια;»
«Με μια μίξη ίσως;»
«Ποιος θα είναι υπεύθυνος;» επέμεινε.
«Θα είστε συνέταιροι. Ισάξιοι» της είπε δυναμικά.
«Κύριε Κιναν, μου αρέσει να δουλεύω μόνη μου» του είπε απλά και αυτό ίσχυε.
«Είστε πολύ μικρή για να ξέρετε τι σας αρέσει, δεσποινίς» της είπε αυστηρά και παρόλο που εκνευρίστηκε, η Λέξι κατάλαβε ότι είχε δίκιο. «Σας προτείνω ένα μεγάλο έργο με διακύβευμα να συνεργαστείτε με κάποιον. Μπορεί να χρειαστεί να βάλετε νερό στο κρασί σας αλλά θα μάθετε και οι δύο από αυτό. Θα συνεργαστείτε και θα ανταλλάξετε ιδέες. Θα βγείτε πιο δυνατοί. Αυτό σας ρωτάω» την κάρφωσε με το παγωμένο βλέμμα του. «Θέλετε το έργο αρκετά πολύ για να ρίξετε τον εγωισμό σας;».


Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 4-οι αναμνήσεις...!

Η Λέξι σηκώθηκε για να πάει στην τουαλέτα αλλά άκουσε έναν παράξενο θόρυβο. Κάποιος ήταν στον πάνω όροφο και περπατούσε. Εκείνος θα ήταν. Τι έκανε εκεί πάνω άραγε; Και πότε επιτέλους κοιμόταν; Κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα ήταν τρεις. Σε τέσσερις ώρες έπρεπε να αρχίσει να ετοιμάζεται για το σχολείο. Τι στο καλό; Έπαιρνε βιταμίνες ή κάτι τέτοιο; Πότε διάβαζε; Πότε ξεκουραζόταν; Τι παράξενο αγόρι…

Η μητέρα της της είχε πει κάποια μέρα ότι ο Πάτρικ δεν άντεχε την παραξενιά του γιου του και περίμενε να φύγει να σπουδάσει. Η Λέξι δεν συμπαθούσε τον πατριό της αλλά μετά από αυτό τον σιχάθηκε. Ο,τι και να ήταν, ήταν ο γιος του. Και η οικογενειακή τους τραγωδία προφανώς τον επηρέασε πολύ. Αντί να είναι κοντά στο παιδί του, εκείνος βρήκε αμέσως αντικαταστάτρια για τη γυναίκα του και σχεδίαζε να ξεφορτωθεί το παιδί του. Δυστυχώς ήταν σίγουρη ότι κάπως έτσι θα σκεφτόταν και η μητέρα της για εκείνη.

Η Λέξι δεν κατάφερε να αποκοιμηθεί όταν ξαναξάπλωσε και έτσι κατέβηκε στην κουζίνα να πιει λίγο νερό αφού πάλεψε για λίγο με τα παπλώματα. Περπάτησε ξυπόλυτη στο σπίτι, απολαμβάνοντας τη σπάνια ησυχία. Κοίταξε παλιές φωτογραφίες και χάζεψε λίγο τα βιβλία στη βιβλιοθήκη. Εκεί μέσα υπήρχαν σπάνιες εκδόσεις και πίνακες μεγάλης αξίας. Της άρεσε πολύ το σχέδιο. Όχι τόσο τα τοπία όσο το γραμμικό σχέδιο. Θαύμαζε το ταλέντο των ζωγράφων παρόλο που εκείνη δεν ζωγράφιζε με τόσο λυρισμό αλλά με περισσότερη επιθυμία να απεικονίσει αυτό που έβλεπε με αδρές γραμμές.

Περιπλανήθηκε κι άλλο στο σπίτι και παρατήρησε λεπτομέρειες που δεν είχε προσέξει τέσσερις μήνες που έμενε εκεί μέσα. Η μεγάλη στριφογυριστή σκάλα είχε σκαλίσματα στο πλάι και το μαρμάρινο τζάκι ήταν έτσι τοποθετημένο στο χώρο ώστε να δεσπόζει από όπου και αν το κοιτούσες. Τα ταβάνια ήταν ψηλά και τα φωτιστικά αναδείκνυαν τους πανάκριβους πίνακες αλλά και τη βιτρίνα με τις φωτογραφίες. Όλα ήταν άψογα εναρμονισμένα. Η Λέξι ήταν σίγουρη ότι η μητέρα του Νόα είχε εξαιρετικό γούστο.

Κατευθύνθηκε στο δωμάτιό της αλλά κάτι την έσπρωξε να ανέβει μερικά σκαλιά ακόμα και να πλησιάσει τη μυστηριώδη κλειδωμένη πόρτα. Έμεινε μερικά δευτερόλεπτα απέξω να αφουγκράζεται, γεμάτη ζωώδη περιέργεια για το τι έκανε εκείνος εκεί μέσα. Μια σιγανή μελωδία, σαν όπερα, ακουγόταν πίσω από την πόρτα. Η Λέξι τον φαντάστηκε να καπνίζει ξαπλωμένος σε ένα αφράτο μαξιλάρι και να παίζει κάποιο βιντεοπαιχνίδι, ή να διαβάζει. Μπορεί ακόμα και να άκουγε απλά μουσική ή να τον είχε πάρει ο ύπνος ανάμεσα σε ενθύμια της μητέρας του. Αυτή η τελευταία υπόθεση την έκανε να ανατριχιάσει. Ήλπιζε ειλικρινά να μην είχε φτάσει σε αυτό το σημείο.

Η πόρτα άνοιξε τόσο απότομα που δεν πρόλαβε να τρέξει. Έμεινε εκεί, να τον κοιτάει, τρομαγμένη από το ύφος του αλλά και λίγο μαγεμένη από τον τρόπο που τα μαλλιά του έκρυβαν το πρόσωπό του αφήνοντας μόνο τα μάτια του να ξεπροβάλλουν δειλά από μέσα.
«Τι στο διάολο κάνεις εσύ εδώ πέρα;» τη ρώτησε εκείνος επιθετικά και την έπιασε από το μπράτσο σφικτά. Την πονούσε, αλλά η Λέξι δεν είχε δύναμη να αντιδράσει.
«Εγώ..» ψέλλισε και εκείνος την έσπρωξε προς τα πίσω με φόρα. Η Λέξι συγκρατήθηκε και δεν έπεσε.
«Αυτό είναι το σπίτι μου και εδώ πάνω δεν ανεβαίνει κανείς. Δεν έχεις δικαίωμα να είσαι εδώ» της είπε σκληρά.
«Νόμιζα ότι το σπίτι είναι του Πάτρικ» τον προκάλεσε αλλά η αστραπή που έλαμψε στα μάτια του την έκανε να ανατριχιάσει.
«Έχεις και γλώσσα ε;» τη χλεύασε. «Μας το παίζεις καλό κορίτσι αλλά τελικά έχεις γλώσσα. Μάθε λοιπόν, έξυπνη, ότι το σπίτι αυτό είναι δικό μου. Της μητέρας μου. Και το άφησε σε μένα. Ο Πάτρικ, η μάνα σου κι εσύ είστε φιλοξενούμενοι» την αποτελείωσε και η Λέξι ένιωσε να μένει με το στόμα ανοιχτό.
«Δε θα δυσκολευτούμε να βρούμε σπίτι αν μας διώξεις» του είπε μόλις ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της. Ήταν δυνατόν; Του ήταν και υποχρεωμένη; Θεέ μου, πόση ντροπή. Άραγε η μητέρα της το ήξερε;
«Δε θα σας διώξω, επειδή ο Πάτρικ πληρώνει για τα έξοδά μου, αλλά μόλις γίνω 18, δηλαδή σε 9 μήνες, θα έχω πρόσβαση στο καταπίστευμα που μου άφησε η μητέρα μου και τότε μπορείτε όλοι να πάτε στο διάολο».
«Για ποιο λόγο μας μισείς όλους; Εμείς τι σου κάναμε; Κι εγώ ασφυκτιώ σε ένα σπίτι που είμαι τόσο ανεπιθύμητη» τον προκάλεσε, πιο πολύ για να επιμηκύνει την επικοινωνία τους. Αλλά δεν τον συγκίνησε.
«Μισώ γυναίκες σαν τη μητέρα σου και κακομαθημένα κοριτσάκια σαν κι εσένα. Σίγουρα είσαι ακόρεστη σαν κι εκείνη. Κουνάς το δαχτυλάκι και οι άντρες τρέχουν» της είπε με έκδηλο μίσος. Η Λέξι εκνευρίστηκε που έβγαζε συμπεράσματα για εκείνη. Η ομοιότητα με τη μητέρα της την έφερνε συχνά αντιμέτωπη με ανθρώπους που περίμεναν συγκεκριμένες συμπεριφορές από εκείνη, αλλά περίμενε από εκείνον να είναι λιγότερο επιφανειακός. Ίσως επειδή το βλέμμα του την έκανε να νιώθει ότι έβλεπε μέσα της.
Χωρίς να το σκεφτεί καλά, σήκωσε το δάχτυλό της και το ανέμισε στον αέρα αργά, σαν να ήταν μαέστρος σε μια αόρατη ορχήστρα. Εκείνος την κοιτούσε προσεκτικά, μέχρι που κατέβασε τον δείχτη της.
«Τι…τι κάνεις;» τη ρώτησε μπερδεμένος.
«Κουνάω το δαχτυλάκι μου» είπε εκείνη ειρωνικά. «Αλλά δε σε βλέπω να τρέχεις».

Εκείνος την κοίταξε άλλο λίγο, έκπληκτος, και έκανε ένα μορφασμό.
«Η αδερφή μου έχει πνεύμα. Ενδιαφέρον…» είπε μονολογώντας. Η Λέξι ένιωσε σαν να τη χαστούκισε.
«Θετή αδερφή. Και ούτε καν αυτό. Οι γονείς μας δεν έχουν ακόμα παντρευτεί» τον διόρθωσε ξερά.
«Αυτό είναι πρόκληση;» σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και η Λέξι πρόσεξε τα μπράτσα του να φουσκώσουν. Αγνόησε τις αντιδράσεις του σώματός της και προσπάθησε να βρει κάτι έξυπνο να πει. Είχε καρφωθεί. Είχε καρφωθεί για τα καλά!
«Όχι. Μια απλή εισαγωγή στην πραγματολογία» σταύρωσε κι εκείνη τα χέρια στο στήθος αλλά εκείνος δεν την κοίταξε με το ίδιο ενδιαφέρον.
«Μην τολμήσεις να ξανάρθεις εδώ πάνω» της είπε μετά από μια παγωμένη σιωπή. Έδειχνε πραγματικά θυμωμένος, λες και είχε απογοητευτεί από κάτι. Γιατί; Επειδή του απάντησε; «Μην τολμήσεις να μου ξαναμιλήσεις με ύφος, μη με κοιτάς, μη μου λες ότι δεν είμαστε αδέρφια. Θα σε διώξω από εδώ μέσα και σένα και τη χρυσοθήρα τη μητέρα σου σε πολύ λίγο. Φρόντισε μέχρι να φύγετε να μην πλακωθούμε» της είπε χωρίς περιστροφές.

Η Λέξι κούνησε το κεφάλι της για να του δείξει ότι τον άκουσε και τον κατάλαβε. Στράφηκε προς τι σκάλες χωρίς να του απαντήσει αλλά λίγο πριν αρχίσει να κατεβαίνει, σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος του. Εκείνος περίμενε να τη δει να φεύγει για να ανοίξει την πόρτα. Τι να έκρυβε εκεί μέσα;
 «Φρόντισε να ασφαλίσεις το σπίτι καλά» του χαμογέλασε. «Γιατί μου αρέσει να παίζω με τη φωτιά» του έκλεισε το μάτι και άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες χαμογελαστή.






Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

κεφάλαιο 3-sexy almost evil

3

«Δεν ξέρω γιατί σε έχει πιάσει πανικός. Έχεις κάνει φοβερή έρευνα, έχεις περάσει ατελείωτε ώρες σχεδιάζοντας, έχουμε ανταλλάξει ιδέες και σου λέω πολύ απλά ότι θα κερδίσεις το διαγωνισμό. Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου;» επέμεινε ο Μπιλ μερικά βράδια μετά. Η Λέξι είχε στείλει την πρότασή της και είχε παραλάβει ένα αυτοματοποιημένο μήνυμα που την ευχαριστούσε. Το ημερολόγιο σήμερα έδειχνε 10 του μηνός. Σε δύο μέρες θα μάθαινε τα νέα, αν πήρε δηλαδή την πιο σημαντική δουλειά της μέχρι τώρα καριέρας της.
«Δεν έχω ιδέα ποιοι θα είναι οι αντίπαλοί μου, Μπιλ» του είχε και ήπιε λίγο κρασί. Βρίσκονταν σε ένα μικρό wine bar στη Νάπα, εκεί όπου έμενε η Λέξι μόνιμα. Ο Μπιλ έμενε στο Σαν Φρανσίσκο αλλά είχε βγάλει ένα ετήσιο εισιτήριο για το φέρι που ένωνε τις δύο πόλεις και την επισκεπτόταν συχνά. Ήταν συμφοιτητές στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια και είχαν διατηρήσει άψογες σχέσεις ως και σήμερα. Η τρίτη της παρέας, η Τζο, βρισκόταν σε κάποιο ταξίδι για εθελοντισμό στην Αφρική και θα γυρνούσε σε μερικούς μήνες.
«Μπορεί να είναι κάποιο μεγάλο αρχιτεκτονικό γραφείο, κάποιος δυνατός και με επιρροή. ‘Η ακόμα χειρότερα, κάποιος με περισσότερο ταλέντο από το δικό μου» του είπε με πάσα ειλικρίνεια.
«Δεν υπάρχει πιο ταλαντούχος αρχιτέκτονας εκεί έξω από σένα» είπε ο Μπιλ με σιγουριά και η Λέξι χαμογέλασε αυθόρμητα. Ο φίλος της δεν ήταν ποτέ φειδωλός με τα κοπλιμέντα του. «Είδα τα σχέδιά σου και σου λέω ότι είναι άψογα. Έκανες ό,τι καλύτερο μπορούσες».
«Η οικεία Κίναν είναι ένα στολίδι, Μπιλ. Είναι ένα μοναδικό κτίριο».
«Ξέρω πολύ καλά τι είναι, Λέξι. Είναι ένα ορόσημο για την πόλη του Σαν Φρανσίσκο. Έχει πολύ μεγάλη ιστορία και είναι κρίμα που το έχουν αφήσει να παρακμάσει. Είμαι σίγουρος ότι μόλις τελειώσουν τα έργα θα αποκτήσει ξανά την αίγλη που του αρμόζει».
«Κάτι για μουσείο λένε» είπε η Λέξι σκεπτική. «’Η ότι θα στεγάσει το ίδρυμα Κίναν. Πρόκειται για πολύ ισχυρή οικογένεια. Αυτό ήταν το σπίτι ενός προπάππου τους, ενός πλούσιου γαιοκτήμονα».
«Πόσο κρίμα που το άφησαν να ρημάξει τόσο ωραίο σπίτι. Όλοι οι κάτοικοι του Σαν Φρανσίσκο ανυπομονούν να δουν το στολίδι της πόλης να παίρνει ξανά ζωή».
«Α ωραία. Δεν το είχα σκεφτεί αυτό» γέλασε η Λέξι. «Δε φτάνει ο ανταγωνισμός που έχω να αντιμετωπίσω για να πάρω το έργο, θα έχω μετά και τους κατοίκους της πόλης να ασκούν κριτική για το αν τους αρέσει ο τρόπος που διαμόρφωσα την πρόσοψη».
«Αρχιτέκτονες είμαστε, Λέξι» της είπε ο Μπιλ χαμογελαστός. «Η δουλειά μας κρίνεται καθημερινά, από κάθε άνθρωπο, κάθε απλό περαστικό που σταματάει έξω από ένα κτίριο και λέει ή σκέφτεται ότι είναι ωραίο. Δυστυχώς η επιτυχία μας και η αποτυχία μας είναι πολύ εμφανής».
«Πόσο με ανακουφίζεις» του είπε και γέλασε ξανά. Ο Μπιλ πάντα την προσγείωνε με την ειλικρίνειά του.
«Θα έπρεπε να σε ανακουφίζει ότι σου λέω ότι θα κερδίσεις. Σταμάτα να ανησυχείς πια! Το μόνο κακό είναι ότι θα πρέπει να ανεχτείς τον κύριο Κίναν μετά». Η Λέξι του είχε πει τα πάντα για τον γλοιώδη άντρα.
«Μωρέ αν πάρω τη δουλειά θα το αντέξω» είπε η Λέξι. «Άλλωστε μετά θα πρέπει να προσλάβω και συνεργείο και θα μιλάει με ολόκληρη ομάδα και όχι μόνο μαζί μου».
«Θα κοιμηθώ εδώ απόψε» άλλαξε θέμα ο Μπιλ και η Λέξι έγνεψε. «Δεν προλαβαίνω το φέρι και αύριο δεν έχω δουλειά» της είπε. Ο Μπιλ δούλευε σε ένα γραφείο διακόσμησης αλλά είχε ραντεβού με πελάτες και είχε ελεύθερο ωράριο.
«Τέλεια! Ξέρεις πόσο λατρεύω να μένεις σπίτι μου» ενθουσιάστηκε η Λέξι. Ήταν αλήθεια. Είχε διαλέξει να μείνει στη Νάπα για να είναι κοντά στη φύση και να είναι ήρεμη αλλά πού και πού ήθελε λίγη ζωή μέσα στο σπίτι της.
«Και εγώ το ίδιο! Θα δούμε καμιά ταινία και θα φάμε ποπκορν. Όπως όταν ήμασταν στο πανεπιστήμιο. Θυμάσαι;».

Η Λέξι έγνεψε. Θυμόταν. Είχε γνωρίσει τα παιδιά το δεύτερο χρόνο των σπουδών της. Τον πρώτο ήταν κλεισμένη στον εαυτό της τελείως. Μέχρι που ο Μπιλ την πλησίασε και τη ρώτησε αν ήξερε τι είχαν την επόμενη ώρα. Έπιασαν τη συζήτηση και σύντομα έγιναν φίλοι. Ουσιαστικά ήταν ο πρώτος της φίλος όσο κι αν ακουγόταν παράξενο. Η παιδική και εφηβική της ηλικία ήταν γεμάτη ταξίδια και αλλαγές. Δεν είχε κάτσει σε κάποιον τόπο αρκετά ώστε να κάνει φίλους. Το σπίτι της στη Νάπα, ο Μπιλ και η Τζο ήταν οι πρώτες σταθερές που είχε στη ζωή της.

«Θυμάμαι» του είπε απλά και ζήτησαν λογαριασμό. Γύρισαν σπίτι μετά από μισή ώρα με το αμάξι της Λέξι. Ο Μπιλ έβαλε τις πιτζάμες που είχε αφήσει στο σπίτι της και κάθισε στον καναπέ. Η Λέξι έβαλε τα ποπκορν στον φούρνο μικροκυμάτων.
Η μυρωδιά του βουτύρου ξύπνησε μέσα της κάτι που είχε προσπαθήσει να θάψει αλλά χωρίς επιτυχία. Ακούμπησε στον τοίχο γιατί ένιωσε να ζαλίζεται από την ορμή των αναμνήσεων.

Εκείνος. Ντυμένος στα μαύρα όπως πάντα, με βλέμμα σκοτεινό, απέναντι από την τηλεόραση με ένα μπολ ποπκορν ακουμπισμένο δίπλα του. Το ήξερε ότι ήταν ανεπιθύμητη. Η κόρη της γυναίκας που σπίλωσε τη μνήμη της μητέρας του, όπως της είχε πει μια μέρα σχεδόν φτύνοντας τις κατηγορίες. Θυμάται να παγώνει στη θέση της μετά από αυτή την επίθεση, να τρέμει και να κλαίει. Αλλά εκείνο το βράδυ, κουρασμένη από το διάβασμα, ήταν τόσο ελκυστικό το να κάτσει εκεί δίπλα του και απλά να μιλήσει με έναν άνθρωπο κοντά στην ηλικία της. Πόσο καιρό έμενε εκεί; Τρεις η τέσσερις μήνες; Της είχε μιλήσει μόνο δύο φορές και αυτές για να την προσβάλει. Στα κρυφά, όταν την πετύχαινε στο διάδρομο, που ένωνε τα υπνοδωμάτιά τους. Έφευγαν για το σχολείο χώρια και εκεί έκανε ότι δεν την ήξερε. Τον έβλεπε σπάνια παρόλο που έμεναν στο ίδιο σπίτι. Περνούσε ώρες μέσα σε ένα δωμάτιο στη σοφίτα το οποίο ήταν μόνιμα κλειδωμένο. Κανείς δεν ήξερε τι έκανε εκεί μέσα και ο πατέρας του απλά αδιαφορούσε εφόσον ο γιος του δεν τον ενοχλούσε.

Εκείνο το βράδυ τόλμησε και τον ρώτησε αν μπορούσε να κάτσει μαζί του και εκείνος δεν απάντησε. Ερμήνευσε τη σιωπή του ως κατάφαση και έκατσε δίπλα του. Μόνο για μερικά δευτερόλεπτα όμως. Εκείνος ακούμπησε το μπολ στο τραπέζι μπροστά τους και έφυγε. Χωρίς να βιάζεται. Έτσι ήταν πάντα. Περπατούσε αργά, σχεδόν νωχελικά, λες και ο χρόνος ήταν με το μέρος του. 

Η φήμη του στο σχολείο είχε μυθικές διαστάσεις. Ήταν δημοφιλής χωρίς να είναι κοινωνικός. Ακουγόταν ότι είχε κοιμηθεί με τις πιο όμορφες κοπέλες του σχολείου, ότι κάπνιζε και ότι είχε τατουάζ. Όταν περπατούσε στο διάδρομο τα κορίτσια τον κοιτούσαν με μισάνοιχτο στόμα και τα αγόρια έκαναν στην άκρη για να περάσει. Κι εκείνος, αδιάφορος για το σούσουρο που τον ακολουθούσε, με ένα ύφος που έδειχνε πόσο περιφρονούσε τους πάντες γύρω του, αύξανε κάθε δευτερόλεπτο τις μετοχές του.
Αμέτρητες φορές την είχαν πλησιάσει για να τη ρωτήσουν κάτι για εκείνον. Είχε γίνει γνωστό ότι η μητέρα της και ο πατέρας του συζούσαν και ετοιμάζονταν να παντρευτούν. Κανένας δεν πίστευε ότι δεν είχαν ανταλλάξει πάνω από πέντε κουβέντες. Τα κορίτσια τη ρωτούσαν αν τον είχε δει ποτέ χωρίς ρούχα. Τα αγόρια τη ρωτούσαν αν έφερνε γκόμενες στο σπίτι. Η απάντηση ήταν όχι και στα δυο. Τον έβλεπε πάντα με μαύρα ρούχα και τις γκόμενες τις πήγαινε στο σπιτάκι του κήπου. Είχε δει μέσα σε λίγους μήνες πάνω από έξι διαφορετικά κορίτσια, κάποιες ακόμα και μεγαλύτερες να μπαινοβγαίνουν εκεί.

Η Λέξι ακόμα και τότε καταλάβαινε ότι η μοναξιά που βίωνε στο νέο σχολείο και η αδιαφορία από τη μητέρα της την είχαν κάνει να εστιάσει τόσο την προσοχή της πάνω του. Είχε σχεδόν εμμονή μαζί του. Τον παρατηρούσε κρυφά όσες φορές τύχαινε να τον πετύχει στο σπίτι. Τον είχε δει να τρώει για πρωινό καφέ και τοστ, να περπατάει στον κήπο καπνίζοντας στα κρυφά, να διαβάζει στη βιβλιοθήκη, να μιλάει με την Μπονίτα, τη μαγείρισσα του σπιτιού, με την οποία έδειχνε να νιώθει κάπως άνετα. Δεν τον είχε δει ποτέ να χαμογελάει, ποτέ να γελάει, ποτέ να χαλαρώνει. Ακόμα και στα οικογενειακά τραπέζια ερχόταν για λίγο και συνήθως ήταν τόσο νευρικός που ο πατέρας του αμέσως του έλεγε ότι αν ήθελε μπορούσε  να αποχωρήσει για να αποτρέψει κάποια κρίση. Ζήλευε το θάρρος του να κάνει αυτό που θέλει. Κι εκείνη υπέφερε σε αυτά τα τραπέζια αλλά τα υπέμενε επειδή φοβόταν να εκφράσει την αποδοκιμασία της.

Ήθελε πολύ να μάθει τα μυστικά του, να τον ρωτήσει τι τον βασάνιζε και γιατί έδειχνε τόσο μελαγχολικός, αλλά πίστευε ότι είχε να κάνει με το χαμό της μητέρας του. Είχε δει φωτογραφίες στο σπίτι. Της έμοιαζε πολύ. Είχε τα σκούρα μάτια και τα γαλήνια χαρακτηριστικά της αλλά σε μια πιο αρρενωπή έκδοση. Έτσι ήταν ο Νόα. Από 17 χρονών έδειχνε κιόλας ολόκληρος άντρας. Ένας άντρας που την έκανε να νιώθει διάφανη, σαν να μην υπήρχε καν για εκείνον. Και αυτό είχε αρχίσει να την ενοχλεί παράλογα πολύ.