Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

κεφάλαιο 77-ραφτείτε...!

77

Δόξα τω Θεώ που σήμερα είναι Σάββατο σκέφτηκε η Σοφία όταν άνοιξε τα μάτια της το επόμενο πρωί. Είχε πάει στο σπίτι του Φίλιπ και πήρε μερικά πράγματα. Φυσικά δεν μπορούσε να κοιμηθεί εκεί μετά από όσα έγιναν. Προτίμησε να περάσει το βράδυ στο σπίτι της Λόρα.

Ο πονοκέφαλος την έκανε να κρατήσει το κεφάλι της ανάμεσα στα χέρια της όταν σηκώθηκε από το κρεβάτι. Είχαν πιει πολύ και προσπάθησαν να διασκεδάσουν αν και η Σοφία δεν είχε όρεξη. Είχαν ξεκινήσει με άγριες διαθέσεις, αποφασισμένες να βάλουν χι στα παλιά και όλες αυτές τις σαχλαμάρες, αλλά εκείνη παρέμεινε σιωπηλή όλο το βράδυ, μιλώντας μόνο για να παραγγείλει. Τα κορίτσια δεν ήθελαν να πάρουν θέση σε όσα τους αφηγήθηκε αλλά έδειχναν θυμωμένες με τις εξελίξεις και προστατευτικές απέναντί της.

Έπλυνε τα δόντια της με αργές κινήσεις γιατί ζαλιζόταν και ξεβάφτηκε μιας και τα ξημερώματα που είχαν γυρίσει βαριόταν να το κάνει. Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν αργά το μεσημέρι. Πώς είχαν κοιμηθεί τόσο; Πεινούσε και έπρεπε να φάει κάτι αν ήθελε να ξεπεράσει το μεθύσι. Σύρθηκε μέχρι την κουζίνα και έφτιαξε ένα τοστ. Θα έτρωγε και μόλις ξυπνούσε η Λόρα θα κάθονταν να συζητήσουν λιγάκι τι θα έκανε μέχρι να βρει σπίτι. Ίσως θα έπρεπε να μείνει εκεί προσωρινά.

Είχαν περάσει ακριβώς 24 ώρες από την χθεσινή αποκάλυψη, σκέφτηκε και θύμωσε ξανά. Ήταν πολύ ηλίθια που τον είχε πιστέψει πάλι. Ο άνθρωπος ήταν γεννημένο κάθαρμα. Είχε το θράσος να προσπαθήσει να μιλήσει και στα κορίτσια αλλά ευτυχώς και εκείνες δεν του απάντησαν. Η Σοφία απορούσε τι σκόπευε να τους πει. Σίγουρα με τη γοητεία του θα κατάφερνε να της πείσει. Μέσα σε τόσες ώρες θα είχε βρει ένα πιστευτό ψέμα, θα είχε καλύψει τα ίχνη του.

Ξάπλωσε στον καναπέ και προσπάθησε να ηρεμήσει. Οι παλμοί της είχαν αυξηθεί ραγδαία και φοβόταν ότι θα πάθαινε κρίση πανικού. Πήρε βαθιές ανάσες και σκέφτηκε ένα ήρεμο τοπίο, μια γαλήνια θάλασσα και παιδιά να παίζουν ανέμελα.
Ένας βροντερός γδούπος στην πόρτα διέκοψε τις σκέψεις της. Ανασηκώθηκε άτσαλα, τρομαγμένη. Ξανά ο ήχος. Κάποιος χτυπούσε την πόρτα με δύναμη. Σαν να την κλωτσούσε.

Η Λόρα δεν άκουγε τίποτα. Κοιμόταν πάντα με ωτοασπίδες. Η Σοφία πλησίασε διστακτικά την πόρτα και κοίταξε στο ματάκι. Ένιωσε το αίμα της να παγώνει. Απέξω στεκόταν ο Φίλιπ. Δεν ήξερε τι να κάνει όταν τον άκουσε να φωνάζει..
«Ξέρω ότι είσαι μέσα! Άνοιξε!» της είπε επιτακτικά. Η Σοφία φοβήθηκε να μη σπάσει την πόρτα και άνοιξε.

Έκανε στην άκρη και εκείνος πέρασε με φόρα στο σαλόνι. Φορούσε ένα τζιν και πουλόβερ και έδειχνε πολύ κουρασμένος. Ήταν αξύριστος και τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα. Η Σοφία πρώτη φορά σκέφτηκε ότι μπορεί να κινδύνευε από την οργή του. Είχε πολύ θράσος όμως. Είχε έρθει με διάθεση για τσαμπουκά;

Ο Φίλιπ έκανε μερικές βόλτες στο σαλόνι, νευρικά, και μετά την κοίταξε θυμωμένος. Ποτέ δεν τον είχε δει έτσι. Σχεδόν αμφέβαλλε για τον εαυτό της.
«Πες μου ότι δεν υπονόησες ότι σε κερατώνω» της είπε ξερά. Το βλέμμα του έκαιγε το δέρμα της αλλά δεν του απάντησε. Δεν είχε τι να του πει. Κι εκείνος συνέχισε. «Πες μου ότι δεν έχεις πάρει χαμπάρι τίποτα από όσα νιώθω για σένα και αμφισβητείς την πίστη μου» επέμεινε.
«Μου είπες ψέματα ότι είσαι στη Ρώμη και…» ξεκίνησε να του λέει αλλά τη διέκοψε.
«Ήταν μια έκπληξη που πήγε τελείως στραβά» πέρασε τα χέρια μέσα από τα μαλλιά του εκνευρισμένος. Ξεφυσούσε αργά, προσπαθώντας να ηρεμήσει. «Περίμενα να θυμώσεις που σου είπα ψέματα, αλλά μετά να μαλακώσεις όταν θα μάθαινες την αλήθεια. Κι εσύ μου πέταξες στα μούτρα ότι σε κερατώνω. Είσαι τρελή;» τη ρώτησε. «’Η μάλλον, είσαι τυφλή;».
«Δεν καταλαβαίνω τι λες» προσπάθησε να κερδίσει χρόνο.
«Σηκώθηκες και έφυγες από το σπίτι μας και σε ψάχνω στα κορίτσια. Τα κορίτσια κι εσύ κλείνετε το κινητό και με αφήνετε να ανησυχώ. Σίγουρα δεν αξίζω τέτοια συμπεριφορά» είπε με αυτοπεποίθηση.
«Με κορόιδεψες ξανά! Δε θα τριτώσει το κακό» του είπε εκείνη ανακτώντας σιγά σιγά την αυτοκυριαρχία της.
«Ταξίδεψα τρεις ώρες με το αυτοκίνητο και πήρα την πρώτη πτήση από το Μακάο. Πετάω δεν ξέρω κι εγώ πόσες ώρες. Έρχομαι σπίτι και λείπεις. Ξεκινάω να σε ψάχνω και σε βρίσκω τελικά. Αυτό έχεις να μου πεις; Ότι σε κορόιδεψα;» της είπε. «Δεν πρέπει να υπάρχει άλλος άντρας που μπαίνει σε τόσο κόπο για μια γυναίκα που μόλις την έχει κερατώσει» την ειρωνεύτηκε.
«Γιατί ήσουν στο Μακάο;» σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος νευρικά. Κάτι δεν της πήγαινε καλά.
«Θέλω να σου πω αλλά ταυτόχρονα έχω θυμώσει μαζί σου. Μόνο αγάπη σου έχω δώσει και με αμφισβητείς συνέχεια» της είπε σχεδόν με παράπονο. Η Σοφία άκουγε πρώτη φορά τη λέξη αγάπη από το στόμα του. Δεν ήξερε πώς να νιώσει..
«Θέλω να μάθω» επέμεινε εκείνη.

Ο Φίλιπ απομακρύνθηκε από κοντά της και μπόρεσε να αναπνεύσει πιο άνετα. Τον είδε να διστάζει και να παλεύει με τον εαυτό του. Χωρίς να την κοιτάξει άρχισε να μιλάει.
«Δεν ήθελα να προχωρήσουμε χωρίς τη συναίνεση του αδερφού σου. Και σκέφτηκα…»
«Δε τη χρειαζόμασταν για να είμαστε μαζί!» του είπε με πάθος.
«Για να είμαστε μαζί, ίσως όχι. Αλλά εγώ σκεφτόμουν κάτι…πιο μακροπρόθεσμο» της απάντησε ξερά. Η Σοφία σχημάτισε ένα ο με τα χείλη από την έκπληξη.
«Είναι η τρίτη φορά που τον επισκέπτομαι. Συνήθως περνάω 3-4 μέρες εκεί και τον παρακαλάω αλλά εκείνος δε με δέχεται. Αυτή τη φορά με είδε. Κάναμε λίγη πρόοδο μέχρι που έγιναν όλα μαντάρα».
«Πότε έχεις ξαναπάει; Μου έχεις ξαναπεί ψέματα;».
«Ναι, σου έχω ξαναπεί ψέματα. Σου έλεγα ότι πάω στη Ρώμη. Δεν ντρέπομαι. Μην μπεις στον κόπο» την πρόλαβε όταν την είδε να ανοίγει το στόμα της. «ήμουν αντιμέτωπος με τον καλύτερό μου φίλο και αδελφό σου και δε δεχόταν καν να με δει. Τον παρακαλούσα να με δει. Ήμασταν στην ίδια πόλη και δεν έμπαινε στον κόπο να με συναντήσει ούτε για καφέ. Είχα σκοπό να τον κάνω να καταλάβει πόσο σε αγαπώ και να μου δώσει…τι να πω. Την ευχή του».
«Ότι…ότι με αγαπάς;» ψέλλισε η Σοφία με μισάνοιχτο το στόμα. Σίγουρα θα έμοιαζε με ηλίθια. Ίσως ήταν κιόλας.
«Νόμιζα ότι ήταν ξεκάθαρο» ήταν ντροπαλά εκείνος. Σχεδόν κοκκίνισε.
«Δε μου είχες πει κάτι».

«Χρειαζόταν;» επέμενε εκείνος και η Σοφία έγνεψε καταφατικά.
«Σου το λέω τώρα, σε μια δύσκολη στιγμή, γιατί μάρτυς μου ο Θεός θέλω να σε σκοτώσω. Σε αγαπώ όσο δεν έχω αγαπήσει» της είπε και αγκάλιασε το πρόσωπό της με τις παλάμες του. «Όσο δε χωράει ο νους σου, όσο δε χωράει ούτε κι ο δικός μου. Και παρόλο που είσαι άδικη μαζί μου, σκοπεύω να σε αγαπώ όσο θα ζω» της είπε και σκούπισε τα δάκρυά της.
«Συνεχίζω να είμαι θυμωμένη που μου είπες ψέματα» του είπε μουτρωμένη.
«Ήθελα να σου κάνω έκπληξη. Ήξερα πόσο σημαντικό είναι για σένα να είσαι καλά με την οικογένειά σου. Δεν ήθελα να ζούμε με ένα αγκάθι στο πλευρό μας».
«Μπήκες σε τόσο κόπο κι εγώ…».
«Συγγνώμη που διακόπτω την απολογία σου. Θέλω πολύ να σε ακούσω να λες ότι είσαι τρελή και ότι μου υπόσχεσαι αιώνια εμπιστοσύνη και υπακοή, αλλά έχω μια έκπληξη από την Κίνα» της είπε.
«Υπακοή; Εγώ…ποτέ!» αντέδρασε εκείνη, αλλά ο Φίλιπ είχε ήδη βγάλει το κινητό του από την τσέπη του και κάτι πληκτρολογούσε.

Την έσφιγγε στην αγκαλιά του δυνατά για μερικά δευτερόλεπτα και της ψιθύριζε πόσο του είχε λείψει όταν η πόρτα χτύπησε και ο αδερφός της μπούκαρε χαμογελαστός στο δωμάτιο.

«Τι έγινε; Τι έχασα;» είπε χιουμοριστικά και αγκάλιασε την αδερφή του. 



5 σχόλια:

  1. Μπραβο του!!!! Ειδες βρε...βιαστικες!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. εεε το ειπα εγω οτι βιαστικε να βγαλει αποφαση για τον Φιλιπ!!! αυτος την αγαπαει ποιο πολυ και απο την ζωη του

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Κλαίω κλαίω κλαιωωωω...
    Να του στείλω τον άνδρα μου να του κάνει κανένα μάθημα??!?!?!?

    ΑπάντησηΔιαγραφή