Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

κεφάλαιο 69-my home is my castle (που λέει και η μόμι μου)

Η Σοφία συστήθηκε και το ίδιο έκαναν και τα κορίτσια. Ο μπάτλερ υποκλίθηκε. Μάλιστα! Υποκλίθηκε. Η Σοφία σκέφτηκε ότι η κατάσταση ήταν τελείως τρελή. Οι φίλες της συστήθηκαν με το πλήρες όνομά τους λες και μιλούσαν στη βασίλισσα, ο μπάτλερ τις κοιτούσε ευγενικά αλλά ένιωθε ότι απορούσε με την παρουσία τους εκεί, και η ίδια απλώς ήθελε να κλάψει από χαρά, ανακούφιση και φόβο. Όλα αυτά μαζί.
«Είστε αληθινός μπάτλερ; Πάντα ήθελα να γνωρίσω έναν! Είστε σαν τον Νάιλς από τη Νταντά; Έχετε φλεγματικό χιούμορ;» τσίριξε η Κατ και ο κύριος απέναντί τους χαμογέλασε.
«Να πάρω τα παλτό σας» απάντησε μόνο και έκανε στην άκρη. Οι κοπέλες πέρασαν στο εσωτερικό και έκαναν μερικά βήματα. Σταμάτησαν απότομα και κοίταξαν τριγύρω αχόρταγα το απίθανο εσωτερικό του κάστρου. Θύμιζε παραμύθι. Οι ξύλινες επιφάνειες, τα βαριά έπιπλα, οι περίτεχνοι πολυέλαιοι και οι πέτρινοι τοίχοι έδεναν μοναδικά μεταξύ τους. Ήταν φανερό ότι ο Φίλιπ το είχε ανακαινίσει πρόσφατα. Όλα έδειχναν μοντέρνα αλλά  και παραδοσιακά ταυτόχρονα. Η Σοφία το θυμόταν πολύ διαφορετικό. Όταν το είχε επισκεφτεί είχε παλιά έπιπλα και μύριζε λίγο υγρασία. Όχι πια. Τώρα ήταν όλα διαλεγμένα με γούστο και η ατμόσφαιρα ήταν δροσερή αλλά χωρίς τίποτα δυσάρεστο.
«Δε θέλετε να μάθετε ποιες είμαστε;» είπε η Λόρα γελώντας αμήχανα όταν ο άντρας επέστρεψε και συστήθηκε. «Ουίλιαμ Μπάριμορ» τούς είπε απλά.
«Δεν έρχονται συχνά γυναίκες εδώ. Υποπτεύομαι ότι κάποια από εσάς είναι ο λόγος που ο κύριος…είναι λίγο μελαγχολικός» απάντησε ο κύριος Μπάριμορ και τις οδήγησε σε ένα μικρό σαλόνι. Το τζάκι έκαιγε και ένα τραπέζι γεμάτο κρυστάλλινες μποτίλιες με μπράντι και λικέρ δέσποζε δίπλα από τον δερμάτινο καναπέ.
«Μελαγχολικός; Αυτή υποθέτω είναι η περίφημη αμβλυμένη εκδοχή των Βρετανών;» τον πείραξε η Λόρα.
«Η αλήθεια είναι ότι ο κύριος» είπε με σεβασμό ο κύριος Μπάριμορ «είναι λυπημένος. Ελπίζω να φέρνετε καλά νέα» είπε απλά ενώ τους σέρβιρε λίγο λικέρ για να ζεσταθούν.
«Είναι εδώ;» ρώτησε η Σοφία ανυπόμονα.
«Ώστε εσύ είσαι» είπε ο κύριος Μπάριμορ χωρίς να την κοιτάξει. «Αναρωτιόμουν ποια θα ρωτήσει πρώτη».
«Είναι εδώ;» επέμεινε η Σοφία. Είχε πάρει μια τρελή απόφαση, μια αυθόρμητη, τρελή απόφαση. Από τη στιγμή που μπήκε στο αμάξι μέχρι να φτάσει στο κάστρο έχασε λίγο από το αρχικό θάρρος της. Όσο περνούσε η ώρα, δείλιαζε. Τι είχε έρθει ως εδώ να κάνει; Ο Φίλιπ την είχε προδώσει. Την είχε κοροϊδέψει. Δεν θα άντεχε να γίνει πάλι θύμα του. Κι αν δεν την ήθελε; Γιατί θεώρησε δεδομένο ότι θα τη θέλει ακόμα; Ήρθε στην εκδήλωση αλλά αυτό δε σήμαινε κάτι. Αλλά μήπως σήμαινε;
«Έχει ξαπλώσει. Θα πάω αμέσως να τον ξυπνήσω, αφού βολευτείτε εσείς» είπε ευγενικά ο άντρας.
«Άνετα είμαστε», «Καλά είμαστε» είπαν εν χορώ η Κατ και η Λόρα και η Σοφία γέλασε παρά το άγχος της. Όντως είχαν βολευτεί στον καναπέ και χάζευαν τη φωτιά.
«Μακάρι να τα βρουν και να κοιμηθούμε εδώ απόψε!» είπε η Λόρα με ενθουσιασμό. Η Κατ γέλασε αλλά η Σοφία την αγριοκοίταξε.
«Θεέ μου, μόνο τη βολή σου σκέφτεσαι;» τη ρώτησε. Η Λόρα ανασήκωσε τους ώμους σαν παιδάκι και δεν απάντησε. Ήταν καλό που περνάνε καλά, σκέφτηκε από μέσα της η Σοφία. Δε θα ήθελε να ανησυχεί και για εκείνες.

«Πήγαινετέ με σε εκείνον» είπε στον κύριο Μπάριμορ. Χωρίς ανάσα. Έτσι απλά. Εκείνος την κοίταξε, σαν να τη ζύγιζε, και μέσα στο βλέμμα του είδε την ανησυχία του ηλικιωμένου άντρα για το αφεντικό του. Η Σοφία ένιωθε ότι ο μπάτλερ ήθελε να τον διαβεβαιώσει ότι δε θα τον πληγώσει. Κι όμως, κι εκείνος την είχε κάνει κομμάτια.
«Εκκρεμεί μια συζήτηση ανάμεσά μας και…» ψέλλισε αλλά δεν την άφησε να ολοκληρώσει. Ξεκίνησε να περπατάει προς τη στριφογυριστή ξύλινη σκάλα και η Σοφία τον ακολούθησε χωρίς ερωτήσεις. Τα κορίτσια από πίσω της δεν έδωσαν σημασία. Τις άκουσε να λένε κάτι για τηλεόραση. Αν ήταν δυνατόν, ήθελαν να δουν ταινία ενώ εκείνη ετοιμαζόταν να βουτήξει σε παγωμένα νερά.
«Δεν είμαι σίγουρος ότι έκανα καλά που σας άφησα να φτάσετε ως εδώ» της είπε αφού σταμάτησε έξω από μια τεράστια διπλή σκαλιστή πόρτα. Κατέβασε την ένταση της φωνής του. «Ο κύριος είναι πολύ λυπημένος και δεν ξέρω τι συνέβη. Κανονικά έχω ρητές εντολές να μην αφήνω να μπαίνει κανένας εδώ μέσα. Ρισκάρω τη δουλειά μου αυτή τη στιγμή».
«Κι εγώ κάτι πιο ζωτικό» του είπε καυστικά η Σοφία. Δεν κρατήθηκε.
«Δεσποινίς Κόλτερ» είπε και έκανε μια ελαφρά υπόκλιση «καλή επιτυχία». Γύρισε απαλά το πόμολο και αποχώρησε διακριτικά. Η Σοφία δίστασε λιγάκι. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και μόνο ένας ήπιος φωτισμός τη βοηθούσε να καταλάβει τι υπήρχε μέσα. Έδωσε μερικά δευτερόλεπτα στα μάτια της να συνηθίσουν το σκοτάδι και έκανε ένα βήμα μπροστά. Έκλεισε την πόρτα πίσω της. Ένα τεράστιο υπνοδωμάτιο. Αυτό έβλεπε μπροστά της. Αλλά το κρεβάτι ήταν άδειο. Γύρισε νευρικά το κεφάλι της αριστερά δεξιά και σε λίγο τον είδε. Καθισμένο σε μια πολυθρόνα, με τα πόδια τεντωμένα πάνω στο πρεβάζι του παραθύρου του. Κοιτούσε έξω, το φεγγάρι, μέσα στο σκοτάδι και έπινε κάτι.
«Ποιος;» είπε απλά και η Σοφία αναπήδησε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν απάντησε αλλά τον πλησίασε από πίσω και ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του απαλά. Εκείνος δε σάλεψε.
«Είσαι όνειρο;» άκουσε το θλιμμένο χαμόγελο στη φωνή του. Έδειχνε τόσο λυπημένος. Της έσκιζε την καρδιά.
«Με ρωτάνε συχνά, αλλά όχι. Είμαι πραγματικά, τόσο όμορφη!» του είπε εύθυμα, αλλά η προσπάθειά της να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα έπεσε στο κενό.
«Ήρθες για να μείνεις;» τη ρώτησε εκείνος χωρίς να την κοιτάει. Η Σοφία έβλεπε μόνο το προφίλ του. Και αν δεν έκανε λάθος πρέπει να φορούσε ακόμα το σμόκιν του. Είχε περάσει τόσες ώρες καρφωμένος σε αυτή τη θέση;
«Είναι και τα κορίτσια εδώ. Έχουν τρελαθεί με το κάστρο. Θέλουν να μείνουν εδώ και…»
«Ήρθες για να μείνεις;» τη διέκοψε αυστηρά. Η Σοφία έγνεψε αλλά εκείνος δεν την είδε.
«Ναι» του είπε μετά από λίγο.
Είδε τους ώμους του να χαλαρώνουν και τον άκουσε να ξεφυσάει απαλά.
«Ήσουν πολύ όμορφη απόψε» της είπε τελικά, αλλά συνέχιζε να κοιτάει έξω από το παράθυρο. Η ησυχία μέσα στο δωμάτιο ήταν εκκωφαντική.

Η Σοφία έκανε ένα μικρό κύκλο και κάθισε στα πόδια του. Κούρνιασε στην αγκαλιά του και έμεινε εκεί μερικά δευτερόλεπτα.  Ο Φίλιπ την έσφιξε πάνω του αλλά δε μίλησε.
«Μην είσαι λυπημένος. Γύρισα» του είπε εκείνη γλυκά.
«Δεν μπορώ να το πιστέψω ακόμα» είπε και φίλησε τρυφερά το κεφάλι της. Ψιθύριζαν λες και τους άκουγε κάποιος.
«Ο κύριος Μπάριμορ με αντιπαθεί επειδή σε στενοχώρησα» του είπε παραπονιάρικα.
«Δεν ξέρει μάλλον πόσο πλήγωσα εγώ εσένα» είπε εκείνος απολογητικά. Η Σοφία χαμογέλασε.
«Φίλιπ, σε ευχαριστώ που ήρθες απόψε» του είπε. Εκείνος την έσφιξε πάνω του.
«Δε θα το έχανα για τίποτα. Είμαι περήφανος για σένα, για όσα κάνεις, για όσα αντιπροσωπεύεις. Σε θαυμάζω» είπε ζεστά.
«Μου υπόσχεσαι ότι από εδώ και πέρα δε θα κρύβεις τίποτα από μένα;» τον ρώτησε.
«Σου το υπόσχομαι» είπε εκείνος αμέσως. Έδειχνε να τα έχει ακόμα χαμένα που ήταν εκεί. Με μια απότομη κίνηση σηκώθηκε όρθιος κρατώντας τη στην αγκαλιά του σαν πούπουλο. Έκανε μερικά βήματα και την ακούμπησε στο κρεβάτι. «Μου έλειψες» της είπε λάγνα. Η Σοφία αναστέναξε απαλά όταν έσυρε τον δείχτη του στο λαιμό της.
«Θέλω να περάσω τη ζωή μου δείχνοντάς σου πόσο πολύ μετάνιωσα που σε πλήγωσα».
«Όλη σου τη ζωή; Δεν είναι λίγο…τελεσίδικο όλο αυτό;» τον ρώτησε χιουμοριστικά αλλά η καρδιά της χτυπούσε σαν τύμπανο μέσα της.
Ο Φίλιπ είχε αρχίσει ήδη να τη γδύνει.

«Ω δεν έχεις ιδέα πόσο τελεσίδικο».

6 σχόλια:

  1. τελειο κεφαλαιο αλλα κατι μου λεει οτι και αυτη ιστορια φτανει στο τελος της

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αχ μωρε το αγοράκι μας στεναχωριθηκε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μαγικό !!! Δεν θέλω να τελειώσει :( σε αγαπάμε συγγραφέα της καρδιάς μας !!! Φανατικες σου αναγνωστριες !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή