Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

κεφάλαιο 79-και στα δικά μας οι ελεύθερες..

«Ομορφιά μου, πού είσαι;» τον άκουσε να της φωνάζει και έτρεξε στον κάτω όροφο σαν παιδί το πρωί της Πρωτοχρονιάς. Ο Φίλιπ μόλις είχε γυρίσει από τη δουλειά του και ανυπομονούσε να τον δει. Χώθηκε στην αγκαλιά του πρόθυμα και έμεινε εκεί μερικά δευτερόλεπτα να αναπνέει το άρωμά του. Ήταν σίγουρη πια ότι είχε βρει τον προορισμό της. Κανείς δεν μπορούσε να την κάνει να νιώθει τόσο πλήρης με ένα απλό άγγιγμα.
«Δεν έχω ιδέα τι να φορέσω» του είπε μετά από μερικά φιλιά. «Μου είπες ότι θα βγούμε απόψε αλλά δεν είπες τι θα κάνουμε».
«Θα πάμε για φαγητό» της χαμογέλασε και ακούμπησε τον χαρτοφύλακά του στον καναπέ.
«Έχουμε κάτι να γιορτάσουμε;» στριφογύρισε μπροστά του. «Είναι εντάξει αυτό το φόρεμα;» τον ρώτησε. Είχε διαλέξει ένα απλό κόκκινο στενό φόρεμα μέχρι το γόνατο.
«Ο,τι και να φορέσεις, είσαι πάντα πανέμορφη» της είπε ενθαρρυντικά και εκείνη ανέβηκε δύο δυο τα σκαλιά για να βάλει τα παπούτσια της.

Όταν κατέβηκε πάλι στο σαλόνι, τον βρήκε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο.
«Δε θα αλλάξεις εσύ; Τι έχεις; Φαίνεσαι σκεπτικός» τον πλησίασε και τον αγκάλιασε από πίσω. «Σου είπε τίποτα ο Αλεξ ή ο πατέρας μου;» τον ρώτησε. Οι τρεις άντρες είχαν συναντηθεί για ένα γρήγορο μεσημεριανό γεύμα. Η Σοφία το ακύρωσε τελευταία στιγμή. Ο Αλεξ και ο πατέρας της θα έφευγαν σε τρεις μέρες, αλλά προέκυψε κάτι στο πανεπιστήμιο και δεν κατάφερε να το αναβάλει. Είχε χρόνο να τους δει αύριο και μεθαύριο όμως.
«Όχι, όχι, όλα είναι καλά» την κοίταξε ήρεμα και της χαμογέλασε. Η Σοφία του πέταξε ένα φιλί στον αέρα και φόρεσε ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που κρατούσε στο χέρι της.


«Πάω να αλλάξω» της είπε εκείνος και για λίγη ώρα έλειψε στον πάνω όροφο ενώ η Σοφία τακτοποιούσε λίγο το σαλόνι. Είχε απλώσει ένα σωρό περιοδικά στο τραπεζάκι και είχε ξεχάσει κάτι βιβλία από χθες το βράδυ. Ήταν πολύ ακατάστατη αλλά ο Φίλιπ διασκέδαζε με αυτό.

«Κάνεις κάτι στις 18 Απριλίου;» τον άκουσε να της λέει από την κορυφή της σκάλας. «Είμαι καλεσμένος σε ένα γάμο και θέλω πολύ να με συνοδεύσεις» της είπε λίγο νευρικά. Της έδωσε ένα εκρού φάκελο και τακτοποίησε τα μαλλιά του στον καθρέπτη δίπλα από τη βιβλιοθήκη.
«Λογικά δεν έχω κάτι…» του είπε σκεπτική. «Έχω ένα συνέδριο αλλά είναι αρχές Απριλίου».
«Άρα μπορείς να έρθεις;» τη ρώτησε σχεδόν με αγωνία. Η Σοφία γέλασε.
«Ελπίζω σε ένα μήνα που μένει μέχρι την τελετή να έχεις συνηθίσει στην ιδέα ότι πρέπει να πας» του είπε γελώντας.
«Δεν έχω άγχος για αυτό» της είπε ήρεμα και την πλησίασε. Η Σοφία κοίταξε τον φάκελο για μερικά δευτερόλεπτα. Η περιέργεια την έκανε να νιώθει τα δάχτυλά της να καίνε. Μέσα στο φάκελο υπήρχε ένα όμορφο πεπαλαιωμένο εκρού χαρτί με εντυπωσιακά γράμματα. Ξεκίνησε να διαβάζει ώσπου τα γράμματα άρχισαν να χορεύουν μπροστά της.

Σας καλούμε στο γάμο της Σοφία Κόουλ και του Φίλιπ Χάριντον…

Ήταν σίγουρη ότι αυτό είχε διαβάσει αλλά ήταν δυνατόν; Τι παιχνίδια της έπαιζε το ρομαντικό μυαλό της;

Σήκωσε το βλέμμα της προς τον Φίλιπ και τον είδε να την κοιτάει γεμάτος φόβο. Από την τσέπη του αργά έβγαλε ένα μικρό βελούδινο κουτί και το άνοιξε μπροστά της.
«Θα με κάνεις πολύ ευτυχισμένο αν γίνεις γυναίκα μου» της είπε απλά και αποφασιστικά. Συνέχισε να τον κοιτάει σαν χαμένη, μία εκείνον και μία το υπέροχο δαχτυλίδι που υπήρχε σφηνωμένο μέσα στο κουτί.
«Φίλιπ…».
«Αν θες να περιμένουμε, θα περιμένουμε» της είπε βιαστικά. «Αν δε σου αρέσει η ημερομηνία, μπορούμε να αλλάξουμε. Και το προσκλητήριο δεν είναι δεσμευτικό. Και αν θες να κάνουμε κάτι πιο κλειστό, μπορείς να μου το πεις. Μην ντραπείς, εγώ θέλω να είσαι ευτυχισμένη και…»
«Ναι» του είπε απλά και ακούμπησε τον δείκτη της στο στόμα του. Έδειχνε τόσο νευρικός που ήθελε να τον γλυτώσει από το μαρτύριό του. «Σταματά να μιλάς και φίλα με. Ναι. Χίλιες φορές ναι» του είπε δυναμικά και το στόμα του αμέσως σκέπασε το δικό της.
«Σε αγαπώ όσο τίποτα» της ψιθύρισε συγκινημένος.
«Σοφία Κόουλ-Χάρινκτον» είπε εκείνη στο αυτί του. «Ωραίο ακούγεται» γουργούρισε σχεδόν από ευχαρίστηση.
«Θέλω να σε κάνω ευτυχισμένη» της ορκίστηκε ενώ την έσφιγγε πάνω του διεκδικητικά.
«Αυτό το έχεις καταφέρει ήδη» τον διαβεβαίωσε.

«Κι άλλο!» είπε εκείνος. Και το έκανε.



Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

κεφάλαιο 78-όλα ανθηρα

«Ε! Σταμάτα να πιάνεις την αδερφή μου! Ακόμα δεν το έχω συνηθίσει» είπε ο Αλεξ σχεδόν αηδιασμένος ενώ περπατούσαν μέσα στην πανεπιστημιούπολη οι τρεις τους. Ήταν η πιο ωραία βδομάδα της ζωής της μέχρι τώρα και η Σοφία ένιωθε να πετάει.
Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο πολύ της έλειπε ο αδερφός της μέχρι που τον είδε να μπαίνει στο διαμέρισμα της Λόρα εκείνο το πρωί, χαμογελαστός και αμήχανος συνάμα.

«Συνήθισέ το γιατί δυσκολεύομαι να περπατάω δίπλα της λες και είμαστε ξένοι» είπε ο Φίλιπ αυστηρά. Η Σοφία είχε επιστρέψει σπίτι του και ο Αλεξ έμενε σε ένα ξενοδοχείο παρόλο που τον είχαν ικετέψει να μείνει μαζί τους. Ήθελε να τους δώσει χώρο, τους είχε πει, και η Σοφία το εξέλαβε σαν καλό σημάδι πλήρους αποδοχής της σχέσης τους. Ήταν πολύ θετικό ότι συνειδητοποιούσε ότι ήταν ζευγάρι κι χρειάζονταν χρόνο μαζί, ειδικά μετά τα τελευταία γεγονότα.
«Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω ότι η αδερφή μου γύρισε και σε κοίταξε, ασχημομούρη» είπε ο Αλεξ στον Φίλιπ πειρακτικά και η Σοφία γέλασε.
«Ε όχι και ασχημομούρης!» τον διόρθωσε αλλά ο Φίλιπ δεν αντέδρασε.
«Έπρεπε να δεις πώς έκανε τόσες μέρες ήταν στην Κίνα…και μετά. Μέσα στο αεροπλάνο. Έκανε σαν τρελός μετά από εκείνο το τηλεφώνημά σου. Έβριζε και φώναζε. Εγώ δεν τον πολυχώνευα αλλά τον λυπήθηκα. Σαν αγρίμι ήταν. Ευτυχώς που ταξίδεψα μαζί του και κατάφερα να τον ηρεμήσω. Μπορεί και να σε σκότωνε» κατέληξε ο Αλεξ.
«Ε όχι και να τη σκότωνα!» γέλασε ο Φίλιπ με τις υπερβολές του φίλου του.
«Και πίτσι πίτσι μέσα στο αεροπλάνο τόσες ώρες, με έφερε στα νερά του ο καταφερτζής. Μου εξήγησε…» είπε ο Αλεξ και διέκοψε απότομα. Ο Φίλιπ τον αγριοκοίταξε και ο αδερφός της δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Η Σοφία περίμενε μάταια να ακούσει τη συνέχεια. Δεν έμαθε ποτέ τι ειπώθηκε μεταξύ τους. Μόνο ότι ο Αλεξ έδειχνε να πειράζει τον Φίλιπ πολύ πιο ελεύθερα και ο Φίλιπ δεν αντιδρούσε. Τι είχαν πει, δεν είχε ιδέα.
«Αντρική αλληλεγγύη» είπε περιφρονητικά η Σοφία και οι άντρες γέλασαν.
«Εγώ φταίω που σας μιλάω ακόμα» τους είπε. «Πήγατε και στήσατε τόση πλεκτάνη από πίσω μου. Τι να περιμένω;» ανασήκωσε τους ώμους και οι άντρες γέλασαν.


Τη συνόδευσαν μέχρι την αίθουσα εκδηλώσεων του πανεπιστημίου όπου είχαν μια μικρή τελετή για τους πρωτοετείς και έπρεπε να παραστεί. Η Λόρα και η Κατ είχαν ήδη περάσει χρόνο με τον Αλεξ και μιλούσαν μαζί του σαν να ήταν φίλοι από παλιά. Ο Πίτερ είχε αρχίσει να βγαίνει με μια ξαδέρφη του Τζόναθαν και επιτέλους τη γνώρισε και η Σοφία, που είχε μείνει λίγο πίσω στις εξελίξεις. Ήταν πολύ συμπαθητική. Σε μερικά λεπτά είχαν σχηματίσει ένα πηγαδάκι 15 ατόμων και μονοπωλούσαν την τελετή με τα γέλια και τα πειράγματά τους.

Ο Φίλιπ την τράβηξε στην αγκαλιά του όταν έμειναν για λίγο μόνοι και τη φίλησε λες και είχε να τη δει μέρες.
«Είσαι ευτυχισμένη;» τη ρώτησε γεμάτος φόβο, κοιτώντας τη βαθιά στα μάτια λες και περίμενε να δει εκεί την απάντηση. Εκείνη σφίχτηκε πάνω του.
«Πολύ, αγάπη μου» τον διαβεβαίωσε. «Συνεχίζω να είμαι θυμωμένη που μου είπες ψέματα αλλά σε ευχαριστώ που το έκανες αυτό για εμάς. Ξέρω πόσο περήφανος είσαι και χρειάστηκε μεγάλη θέληση για να ρίξεις τα μούτρα σου και να παρακαλέσεις τον ξεροκέφαλο τον αδερφό μου. Αλήθεια σε ευχαριστώ» του είπε και το εννοούσε.
«Δεν υπάρχει κάτι που να μην έκανα για σένα. Η αγάπη μου για σένα είναι μεγαλύτερη από την περηφάνια μου».
«Αυτά λες και…» δεν τέλειωσε ποτέ την φράση της. Ακούμπησε το κεφάλι της στο λαιμό του. Της άρεσε η ζεστασιά του σώματός του.
«Ο πατέρας σου; Σας μίλησε;» τη ρώτησε τελικά. Η Σοφία έγνεψε.
«Αφού ξέρεις ότι ο Αλεξ ήταν το κύριο εμπόδιο. Ο πατέρας μου θέλει λέει να έρθει να μας δει και να συζητήσετε».
«Ωχ!» γέλασε ο Φίλιπ και τον ακολούθησε.
«Μη φοβάσαι. Μάλλον θέλει να σου πει να με προσέχεις και άλλα τέτοια πατρικά».
«Δε σε φροντίζω; Δε σε προσέχω;» τη ρώτησε.
«Πολύ, αγάπη μου! Δε μου λείπει τίποτα».
«Εμένα μου λείπει όμως κάτι» της είπε πονηρά. Η Σοφία τον κοίταξε μπερδεμένη.
«Τι εννοείς; Έκανα κάτι εγώ;».

«Όχι, όχι» της έδωσε ένα απαλό φιλί στα χείλη. «Είναι κάτι που δεν έχω κάνει εγώ ακόμα». 

κεφάλαιο 77-ραφτείτε...!

77

Δόξα τω Θεώ που σήμερα είναι Σάββατο σκέφτηκε η Σοφία όταν άνοιξε τα μάτια της το επόμενο πρωί. Είχε πάει στο σπίτι του Φίλιπ και πήρε μερικά πράγματα. Φυσικά δεν μπορούσε να κοιμηθεί εκεί μετά από όσα έγιναν. Προτίμησε να περάσει το βράδυ στο σπίτι της Λόρα.

Ο πονοκέφαλος την έκανε να κρατήσει το κεφάλι της ανάμεσα στα χέρια της όταν σηκώθηκε από το κρεβάτι. Είχαν πιει πολύ και προσπάθησαν να διασκεδάσουν αν και η Σοφία δεν είχε όρεξη. Είχαν ξεκινήσει με άγριες διαθέσεις, αποφασισμένες να βάλουν χι στα παλιά και όλες αυτές τις σαχλαμάρες, αλλά εκείνη παρέμεινε σιωπηλή όλο το βράδυ, μιλώντας μόνο για να παραγγείλει. Τα κορίτσια δεν ήθελαν να πάρουν θέση σε όσα τους αφηγήθηκε αλλά έδειχναν θυμωμένες με τις εξελίξεις και προστατευτικές απέναντί της.

Έπλυνε τα δόντια της με αργές κινήσεις γιατί ζαλιζόταν και ξεβάφτηκε μιας και τα ξημερώματα που είχαν γυρίσει βαριόταν να το κάνει. Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν αργά το μεσημέρι. Πώς είχαν κοιμηθεί τόσο; Πεινούσε και έπρεπε να φάει κάτι αν ήθελε να ξεπεράσει το μεθύσι. Σύρθηκε μέχρι την κουζίνα και έφτιαξε ένα τοστ. Θα έτρωγε και μόλις ξυπνούσε η Λόρα θα κάθονταν να συζητήσουν λιγάκι τι θα έκανε μέχρι να βρει σπίτι. Ίσως θα έπρεπε να μείνει εκεί προσωρινά.

Είχαν περάσει ακριβώς 24 ώρες από την χθεσινή αποκάλυψη, σκέφτηκε και θύμωσε ξανά. Ήταν πολύ ηλίθια που τον είχε πιστέψει πάλι. Ο άνθρωπος ήταν γεννημένο κάθαρμα. Είχε το θράσος να προσπαθήσει να μιλήσει και στα κορίτσια αλλά ευτυχώς και εκείνες δεν του απάντησαν. Η Σοφία απορούσε τι σκόπευε να τους πει. Σίγουρα με τη γοητεία του θα κατάφερνε να της πείσει. Μέσα σε τόσες ώρες θα είχε βρει ένα πιστευτό ψέμα, θα είχε καλύψει τα ίχνη του.

Ξάπλωσε στον καναπέ και προσπάθησε να ηρεμήσει. Οι παλμοί της είχαν αυξηθεί ραγδαία και φοβόταν ότι θα πάθαινε κρίση πανικού. Πήρε βαθιές ανάσες και σκέφτηκε ένα ήρεμο τοπίο, μια γαλήνια θάλασσα και παιδιά να παίζουν ανέμελα.
Ένας βροντερός γδούπος στην πόρτα διέκοψε τις σκέψεις της. Ανασηκώθηκε άτσαλα, τρομαγμένη. Ξανά ο ήχος. Κάποιος χτυπούσε την πόρτα με δύναμη. Σαν να την κλωτσούσε.

Η Λόρα δεν άκουγε τίποτα. Κοιμόταν πάντα με ωτοασπίδες. Η Σοφία πλησίασε διστακτικά την πόρτα και κοίταξε στο ματάκι. Ένιωσε το αίμα της να παγώνει. Απέξω στεκόταν ο Φίλιπ. Δεν ήξερε τι να κάνει όταν τον άκουσε να φωνάζει..
«Ξέρω ότι είσαι μέσα! Άνοιξε!» της είπε επιτακτικά. Η Σοφία φοβήθηκε να μη σπάσει την πόρτα και άνοιξε.

Έκανε στην άκρη και εκείνος πέρασε με φόρα στο σαλόνι. Φορούσε ένα τζιν και πουλόβερ και έδειχνε πολύ κουρασμένος. Ήταν αξύριστος και τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα. Η Σοφία πρώτη φορά σκέφτηκε ότι μπορεί να κινδύνευε από την οργή του. Είχε πολύ θράσος όμως. Είχε έρθει με διάθεση για τσαμπουκά;

Ο Φίλιπ έκανε μερικές βόλτες στο σαλόνι, νευρικά, και μετά την κοίταξε θυμωμένος. Ποτέ δεν τον είχε δει έτσι. Σχεδόν αμφέβαλλε για τον εαυτό της.
«Πες μου ότι δεν υπονόησες ότι σε κερατώνω» της είπε ξερά. Το βλέμμα του έκαιγε το δέρμα της αλλά δεν του απάντησε. Δεν είχε τι να του πει. Κι εκείνος συνέχισε. «Πες μου ότι δεν έχεις πάρει χαμπάρι τίποτα από όσα νιώθω για σένα και αμφισβητείς την πίστη μου» επέμεινε.
«Μου είπες ψέματα ότι είσαι στη Ρώμη και…» ξεκίνησε να του λέει αλλά τη διέκοψε.
«Ήταν μια έκπληξη που πήγε τελείως στραβά» πέρασε τα χέρια μέσα από τα μαλλιά του εκνευρισμένος. Ξεφυσούσε αργά, προσπαθώντας να ηρεμήσει. «Περίμενα να θυμώσεις που σου είπα ψέματα, αλλά μετά να μαλακώσεις όταν θα μάθαινες την αλήθεια. Κι εσύ μου πέταξες στα μούτρα ότι σε κερατώνω. Είσαι τρελή;» τη ρώτησε. «’Η μάλλον, είσαι τυφλή;».
«Δεν καταλαβαίνω τι λες» προσπάθησε να κερδίσει χρόνο.
«Σηκώθηκες και έφυγες από το σπίτι μας και σε ψάχνω στα κορίτσια. Τα κορίτσια κι εσύ κλείνετε το κινητό και με αφήνετε να ανησυχώ. Σίγουρα δεν αξίζω τέτοια συμπεριφορά» είπε με αυτοπεποίθηση.
«Με κορόιδεψες ξανά! Δε θα τριτώσει το κακό» του είπε εκείνη ανακτώντας σιγά σιγά την αυτοκυριαρχία της.
«Ταξίδεψα τρεις ώρες με το αυτοκίνητο και πήρα την πρώτη πτήση από το Μακάο. Πετάω δεν ξέρω κι εγώ πόσες ώρες. Έρχομαι σπίτι και λείπεις. Ξεκινάω να σε ψάχνω και σε βρίσκω τελικά. Αυτό έχεις να μου πεις; Ότι σε κορόιδεψα;» της είπε. «Δεν πρέπει να υπάρχει άλλος άντρας που μπαίνει σε τόσο κόπο για μια γυναίκα που μόλις την έχει κερατώσει» την ειρωνεύτηκε.
«Γιατί ήσουν στο Μακάο;» σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος νευρικά. Κάτι δεν της πήγαινε καλά.
«Θέλω να σου πω αλλά ταυτόχρονα έχω θυμώσει μαζί σου. Μόνο αγάπη σου έχω δώσει και με αμφισβητείς συνέχεια» της είπε σχεδόν με παράπονο. Η Σοφία άκουγε πρώτη φορά τη λέξη αγάπη από το στόμα του. Δεν ήξερε πώς να νιώσει..
«Θέλω να μάθω» επέμεινε εκείνη.

Ο Φίλιπ απομακρύνθηκε από κοντά της και μπόρεσε να αναπνεύσει πιο άνετα. Τον είδε να διστάζει και να παλεύει με τον εαυτό του. Χωρίς να την κοιτάξει άρχισε να μιλάει.
«Δεν ήθελα να προχωρήσουμε χωρίς τη συναίνεση του αδερφού σου. Και σκέφτηκα…»
«Δε τη χρειαζόμασταν για να είμαστε μαζί!» του είπε με πάθος.
«Για να είμαστε μαζί, ίσως όχι. Αλλά εγώ σκεφτόμουν κάτι…πιο μακροπρόθεσμο» της απάντησε ξερά. Η Σοφία σχημάτισε ένα ο με τα χείλη από την έκπληξη.
«Είναι η τρίτη φορά που τον επισκέπτομαι. Συνήθως περνάω 3-4 μέρες εκεί και τον παρακαλάω αλλά εκείνος δε με δέχεται. Αυτή τη φορά με είδε. Κάναμε λίγη πρόοδο μέχρι που έγιναν όλα μαντάρα».
«Πότε έχεις ξαναπάει; Μου έχεις ξαναπεί ψέματα;».
«Ναι, σου έχω ξαναπεί ψέματα. Σου έλεγα ότι πάω στη Ρώμη. Δεν ντρέπομαι. Μην μπεις στον κόπο» την πρόλαβε όταν την είδε να ανοίγει το στόμα της. «ήμουν αντιμέτωπος με τον καλύτερό μου φίλο και αδελφό σου και δε δεχόταν καν να με δει. Τον παρακαλούσα να με δει. Ήμασταν στην ίδια πόλη και δεν έμπαινε στον κόπο να με συναντήσει ούτε για καφέ. Είχα σκοπό να τον κάνω να καταλάβει πόσο σε αγαπώ και να μου δώσει…τι να πω. Την ευχή του».
«Ότι…ότι με αγαπάς;» ψέλλισε η Σοφία με μισάνοιχτο το στόμα. Σίγουρα θα έμοιαζε με ηλίθια. Ίσως ήταν κιόλας.
«Νόμιζα ότι ήταν ξεκάθαρο» ήταν ντροπαλά εκείνος. Σχεδόν κοκκίνισε.
«Δε μου είχες πει κάτι».

«Χρειαζόταν;» επέμενε εκείνος και η Σοφία έγνεψε καταφατικά.
«Σου το λέω τώρα, σε μια δύσκολη στιγμή, γιατί μάρτυς μου ο Θεός θέλω να σε σκοτώσω. Σε αγαπώ όσο δεν έχω αγαπήσει» της είπε και αγκάλιασε το πρόσωπό της με τις παλάμες του. «Όσο δε χωράει ο νους σου, όσο δε χωράει ούτε κι ο δικός μου. Και παρόλο που είσαι άδικη μαζί μου, σκοπεύω να σε αγαπώ όσο θα ζω» της είπε και σκούπισε τα δάκρυά της.
«Συνεχίζω να είμαι θυμωμένη που μου είπες ψέματα» του είπε μουτρωμένη.
«Ήθελα να σου κάνω έκπληξη. Ήξερα πόσο σημαντικό είναι για σένα να είσαι καλά με την οικογένειά σου. Δεν ήθελα να ζούμε με ένα αγκάθι στο πλευρό μας».
«Μπήκες σε τόσο κόπο κι εγώ…».
«Συγγνώμη που διακόπτω την απολογία σου. Θέλω πολύ να σε ακούσω να λες ότι είσαι τρελή και ότι μου υπόσχεσαι αιώνια εμπιστοσύνη και υπακοή, αλλά έχω μια έκπληξη από την Κίνα» της είπε.
«Υπακοή; Εγώ…ποτέ!» αντέδρασε εκείνη, αλλά ο Φίλιπ είχε ήδη βγάλει το κινητό του από την τσέπη του και κάτι πληκτρολογούσε.

Την έσφιγγε στην αγκαλιά του δυνατά για μερικά δευτερόλεπτα και της ψιθύριζε πόσο του είχε λείψει όταν η πόρτα χτύπησε και ο αδερφός της μπούκαρε χαμογελαστός στο δωμάτιο.

«Τι έγινε; Τι έχασα;» είπε χιουμοριστικά και αγκάλιασε την αδερφή του. 



Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Γκούχου Γκούχου

Ενα γλυκό καλωσόρισμα στις καινούργιες αναγνώστριες!
Κορίτσια, σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια.

Ενα ζεστό "περαστικά" για όλες εσάς που είστε αρρωστούλες!


Να είστε όλοι και καλάααααααααααα

κεφάλαιο 76-μπουμ μπαμ!

Ένα κλάσμα δευτερολέπτου μόνο. Ένα φευγαλέο πετάρισμα των βλεφαρίδων, μια βαθιά ανάσα και μετά ένα παγερό χαμόγελο. Ένα πειστικό χαμόγελο μιας γυναίκας εκπαιδευμένης να λέει ψέματα για χάρη του αφεντικού της. Ψέματα για να τον σώσει από φορτικές πρώην, γυναίκες που δεν κατάλαβαν ότι ήταν για ένα βράδυ.
«Ο κύριος Χάρινγκτον έκλεισε μόνος του τα εισιτήριά του» ήταν το μόνο που της είπε η δεσποινίς Φούλαμ, η εντυπωσιακή γραμματέας του Φίλιπ. Ήταν πάντα στις επάλξεις, πιστή συνεργάτιδά του, άγρυπνη φρουρός και προστάτιδα των συμφερόντων του.
«Μάλιστα» χαμογέλασε η Σοφία και κάθισε στην καρέκλα απέναντι από την κοπέλα.  Η δεσποινίς Φούλαμ έδειξε αιφνιδιασμένη αλλά το έκρυψε κι αυτό τεχνηέντως.
«Απλώς, καταλαβαίνετε…» είπε ήρεμα η Σοφία. «Ήθελα να του κάνω έκπληξη και θέλω να ξέρω πού μένει» επέμεινε. Δε θα της έλεγε. Ήταν σίγουρη. Αλλά έπρεπε να το προσπαθήσει.
«Μα ο κύριος επιστρέφει σε δύο μέρες» είπε η κοπέλα ευγενικά και στράφηκε στον υπολογιστή της. Η οπτική επαφή είχε μειωθεί ύποπτα εκ μέρους της.
«Έλεγα να τον δελεάσω να μείνουμε λίγο εκεί» είπε η Σοφία χαμογελαστή. Από μέσα της κόντευε να σκάσει όμως. Ο Φίλιπ ακουγόταν κουρασμένος στο τηλέφωνο και συνέχιζε να μην της λέει πολλά στα σύντομα τηλεφωνήματά τους. Μόνο ότι του έλειπε και ένα σωρό τρυφερά λόγια. Τίποτα όμως για τη δουλειά του ή για το πώς περνούσε εκεί. Η απόφαση να κάνει έφοδο στο γραφείο του ήξερε ότι δεν την τιμούσε αλλά δεν άντεχε άλλο να αμφιβάλει. Τα κορίτσια δεν ήξεραν τίποτα. Δε θα συμφωνούσαν μαζί της αλλά εκείνη θα έπαιρνε την τελική επιλογή. Δική της ήταν η ζωή.
«Θέλετε να τον καλέσω να μιλήσετε; Είμαι σίγουρη ότι εκείνος μπορεί να σας πει πού είναι» είπε η κοπέλα μετά από μερικά δευτερόλεπτα. Σήκωσε και το ακουστικό αλλά η Σοφία τη διέκοψε με μια χειρονομία.
«Όχι, όχι, θέλω να είναι έκπληξη. Από εσάς θέλω απλά τη διεύθυνση του ξενοδοχείου» επιχείρησε ξανά. Η δεσποινίς Φούλαμ χαμογέλασε ξερά.
«Μα σας είπα ότι τα έκλεισε μόνος του και τα εισιτήρια και τη διαμονή» επέμεινε.
«Μου λέτε ότι ο διευθυντής μιας αυτοκρατορίας κλείνει μόνος του τα εισιτήρια και τη διαμονή του;» είπε συγκρατημένα η Σοφία, αφήνοντας ένα αδιόρατο πέπλο ειρωνείας. Η δεσποινίς Φούλαμ δεν έφταιγε εν προκειμένω, αλλά κάπου ήθελε να ξεσπάσει. Θα είχε μάλλον οδηγίες να τον καλύψει αλλά κα λίγη γυναικεία αλληλεγγύη δεν έβλαπτε.
«Είναι λίγο αυτόνομος ο κύριος» χαμογέλασε γλυκά εκείνη. Σιγά, σκέφτηκε η Σοφία από μέσα της. Αποκλείεται να συνέβη αυτό. Ποιος το κάνει αυτό;
«Ε ωραία λοιπόν» αποφάσισε να βγάλει τον άσο από το μανίκι της. Είχε προσχεδιάσει τα πάντα πριν έρθει. «Ξέρω ότι ο Φίλιπ έχει πάει επανειλημμένες φορές στη Ρώμη το τελευταίο εξάμηνο. Πείτε μου πού μένει συνήθως».
«Δε μένει πάντα στο ίδιο ξενοδοχείο» απάντησε πολύ γρήγορα η δεσποινίς Φούλαμ.
«Μα δεν είναι μη παραγωγικό να αλλάζει ξενοδοχείο κάθε φορά; Σίγουρα θα προτιμάει κάτι κοντά στα γραφεία της άλλης εταιρείας» είπε η Σοφία θριαμβευτικά. Πρώτη φορά ένιωθε έτσι. Τον είχε τσακώσει. Το μυαλό της είχε ξεπεράσει το δικό του. Αλλά δεν χαιρόταν. Το αντίθετο.
Σηκώθηκε όρθια απότομα και κοίταξε την κοπέλα.
«Λυπάμαι αν σας έφερα σε δύσκολη θέση» είπε ειλικρινά. «Δεν περίμενα να πάρω απαντήσεις σήμερα. Η μη απάντησή σας όμως είναι η μεγαλύτερη απάντηση» είπε πικρά και έκανε να φύγει.
«Δεσποινίς Κολτ, σας παρακαλώ, εγώ δεν…» ψέλλισε και κατέβασε το κεφάλι παραιτημένη. Η Σοφία ξεφύσησε.
«Δεν πειράζει» της είπε καθησυχαστικά. «Δε θα μάθει κανείς τίποτα».
«Ο κύριος Χάρινγκτον είναι πολύ καλός και…»
«Μη» είπε απότομα η Σοφία και σήκωσε την παλάμη της. «Αυτό είναι ανάμεσα σε εμένα και σε εκείνον».

Κατέβηκε από τον 15ο όροφο με τα πόδια στο ισόγειο. Όταν έφτασε στο λόμπι οι μηροί της έτρεμαν. Δε σκεφτόταν καθαρά και ήξερε ότι αργότερα θα το μετάνιωνε αλλά τα χέρια της μόνα τους έβγαλαν το κινητό από το παλτό της. Μόνα τους κάλεσαν τον αριθμό του.
«Μωρό μου» απάντησε εκείνος μετά από πέντε χτυπήματα. Πρώτη φορά που δεν ανατρίχιαζε ακούγοντας τη φωνή του.
«Πού είσαι;» τον ρώτησε χωρίς περιστροφές. Εκείνος γέλασε.
«Στο γραφείο».
«Στη Ρώμη;»
«Μα φυσικά, ναι. Γιατί ρωτάς;» σοβαρεύτηκε ξαφνικά.
«Σε ρωτάω για τελευταία φορά» καθάρισε τη φωνή της. «Είσαι στη Ρώμη;».
Σιωπή. Μόνο σιωπή. Τον άκουγε να αναπνέει αλλά δεν απαντούσε. Απάντα, διάολε. Πες το κι αν είναι ψέμα.
«Είσαι μόνος;» τον ρώτησε. Το μαχαίρι είχε χωθεί στην καρδιά της. Τώρα το στριφογύριζε με μανία αλλά έπρεπε να το κάνει αν ήθελε στο μέλλον να γιατρευτεί.
«Σοφία, άκουσέ με, ήθελα να σου το πω από κοντά, αλλά…».
«Πάψε» τον διέκοψε και σήκωσε τον τόνο της φωνής της τόσο που όλοι γύρισαν και την κοίταξαν με περιέργεια. «Είσαι μόνος;» επέμεινε.
Σιωπή. Πάλι σιωπή.
«Δεν είναι αυτό που φαντάζεσαι, άσε με να γυρίσω και θα σου εξηγήσω» ξεκίνησε να της λέει αλλά τον διέκοψε και πάλι.
«Μου λες ψέματα τόσες μέρες. Πιστεύεις ότι θα σε περιμένω να γυρίσεις για να μου πεις κι άλλα;» γέλασε πικρά. Εκείνος πέταξε μερικές βρισιές στον αέρα.
«Δεν είμαι με γυναίκα. Αυτό σκέφτεσαι;» της είπε αυστηρά.
«Γιατί να σε πιστέψω;» τον προκάλεσε.
«Γιατί δεν υπάρχει άλλη γυναίκα για μένα» της είπε κι αυτός δυνατά. Πόσο ήθελε να τον πιστέψει. Αλλά όχι. Όχι πάλι.
«Τάδε έφη ο Φίλιπ που είναι στη Ρώμη» τον ειρωνεύτηκε.
«Είναι κάτι που έπρεπε να κάνω πριν συνεχίσω μαζί σου» της είπε αινιγματικά. Πόσο μισούσε τις ασάφειες!
«Κοίτα να μην κολλήσεις τίποτα» του είπε σκληρά και του έκλεισε το τηλέφωνο.

Περπατώντας προς την πιάτσα ταξί το απενεργοποίησε. Ήξερε ότι θα τη βομβάρδιζε με υποσχέσεις και ψέματα. Όχι πια όμως.

Απόψε θα έβγαινε με τις φίλες της, θα έπινε και θα διασκέδαζε. Απόψε άρχιζε το υπόλοιπο της ζωής της. Και αυτή τη φορά ο Φίλιπ δε θα ήταν πρωταγωνιστής

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

κεφάλαιο 75-sex and the city -1

«Δεν σου έχει δώσει κανένα δικαίωμα αυτή τη φορά» είπε αυστηρά η Λόρα ενώ τσιμπολογούσε από το πιάτο της Κατ, η οποία ήταν παράξενα σιωπηλή.
«Κάτι μέσα μου, δεν ξέρω πώς να σας το εξηγήσω, μου λέει ότι κάτι δεν πάει καλά» είπε η Σοφία. Βρίσκονταν σε ένα εστιατόριο έξω από την πόλη και προσπαθούσαν να βάλουν λίγο τάξη στις σκέψεις που βασάνιζαν τη Σοφία. Ευτυχώς δεν είχαν πολλή δουλειά στο πανεπιστήμιο και δεν τους απασχολούσε κάτι και σε αυτόν τον τομέα.
«Αυτή είναι ίσως κάποια έμφυτη καχυποψία, την οποία πρέπει να καταπολεμήσεις» επέμεινε η Λόρα.
«Ποια έμφυτη; Θυμάσαι τι πλεκτάνη είχε στηθεί από πίσω μου;» αντέδρασε η Σοφία.
«Αυτό ήταν πριν ο Φίλιπ αρχίσει να νιώθει πράγματα για σένα» τη διόρθωσε η φίλη της σθεναρά.
«Εσύ με ποιανού το μέρος είσαι;» είπε στεγνά η Σοφία. «Άλλωστε ποια πράγματα νιώθει; Δεν μας έχει πει και τίποτα» συμπλήρωσε. Τα ζιζάνια είχαν πια φυτρώσει για τα καλά μέσα της και δεν την άφηναν να αναπνεύσει.
«Μην επανερχόμαστε σε αυτό. Είναι ένας υπέροχος σύντροφος. Δε σου έχει πει ότι σε αγαπάει. Ε και; Το δείχνει με κάθε τρόπο όμως. Το προτιμώ χίλιες φορές αυτό σε σχέση με κάτι τύπους που το χρησιμοποιούν για να σε ρίξουν στο κρεβάτι» είπε η Λόρα. Η Κατ έγνεψε.
«Γιατί δε μιλάς εσύ;» τη ρώτησε η Σοφία. Η Κατ ήπιε μια γουλιά από το κρασί της και καθάρισε τη φωνή της.
«Δεν ξέρω τι να πω» είπε ήρεμα. «Θέλω να έχω εμπιστοσύνη στον Φίλιπ. Δεν νομίζω ότι έχω πέσει τόσο έξω. Φαίνεται να νοιάζεται για σένα, αλλά πιστεύω και εσένα. Αν δε σου πάει κάτι καλά, μπορεί να έχεις δίκιο».
«Μπορεί απλά να είναι ζηλιάρα!» αντέδρασε η Λόρα και η Σοφία έκανε μια γκριμάτσα.
«Δεν είμαι» αντέδρασε.
«Πρέπει να είσαι λίγο» είπε ήρεμα η Κατ. «Τι στοιχεία έχεις για να τον υποψιάζεσαι;».
«Σας τα έχω πει εκατό φορές. Επιμήκυνε το ταξίδι-αστραπή και δε μου είπε να πάω μαζί του, πράγμα που έκανε πάντα. Δεν απαντάει το τηλέφωνο αμέσως και είναι η πρώτη φορά που δεν ανοίγει την κάμερα για να μιλήσουμε στο σκάιπ. Λέει ότι έχει χαλάσει κάτι».
«Πολύ ύποπτο» είπε ξερά η Κατ, σχεδόν ειρωνικά.
«Τι άλλη ένδειξη θα ήθελες εσύ;» είπε η Σοφία. «Να μου στείλει καρτ ποστάλ με την γκόμενα από τη Ρώμη;».
«Τίθεται θέμα γκόμενας;» ρώτησε η φίλη της. «Νόμιζα ότι κάτι άλλο υποπτευόσουν».
«Δεν ξέρω τι να υποπτευθώ. Είμαι μπερδεμένη».
«Αν το ψάξεις και αποδειχτεί ότι κάνεις λάθος θα πας πίσω τη σχέση σας» είπε η Λόρα μετά από μια μακρά σιωπή.
«Κι αν έχω δίκιο;».
«Αποκλείεται να έχεις δίκιο. Αν ήθελε να κάνει σχέση, θα σε χώριζε. Δεν είστε παντρεμένοι» είπε η Κατ με σιγουριά.
«Μπορεί να νιώθει ενοχές επειδή ήρθα αντιμέτωπη με την οικογένειά μου για χάρη του και να μη θέλει να με αφήσει για να μη φανεί ότι ήταν επιπόλαιο» είπε η Σοφία και η Λόρα γέλασε.
«Αν είναι δυνατόν; Πώς σκέφτεσαι έτσι;» τη μάλωσε.
«Μπορεί να υπερβάλω. Δεν ξέρω» είπε η Σοφία.
«Οι δικοί σου; Έχετε μιλήσει καθόλου;» άλλαξε τη συζήτηση η Κατ. Τη ρωτούσαν σπάνια γιατί ήξεραν ότι τη στενοχωρεί το θέμα.
«Μιλάω με τον πατέρα μου μια φορά τη βδομάδα, αλλά με τον Αλεξ πιο σπάνια. Δεν ξέρω καν πού είναι. Έχουμε ένα μήνα περίπου να μιλήσουμε. Ακούγεται πιο χαλαρός, αλλά δε ρωτάει ποτέ για τον Φίλιπ. Υποθέτω ότι δεν το έχει αποδεχτεί αλλά δεν του αφήνω περιθώρια να επέμβει».
«Λυπάμαι» είπε η Κατ. «Ξέρω ότι είναι σκληρή η στάση τους».
«Λίγο με νοιάζει».
«Μακάρι να ήταν αλήθεια αυτό. Είναι οι δικοί σου. Σίγουρα θες να είναι κι αυτοί μέρος της ζωής σου, μέρος της ευτυχίας σου».
«Είναι ανελαστικοί. Αυτό δεν το συγχωρώ» είπε η Σοφία αποφασιστικά, αν και μέσα της ήξερε ότι οι φίλες της είχαν δίκιο. Λυπόταν πολύ για την κατάσταση, αλλά προτεραιότητα αυτή τη στιγμή είχε ο Φίλιπ.
«Τι σκέφτεσαι να κάνεις;» την αιφνιδίασε η Λόρα. «Σχετικά με τον Φίλιπ εννοώ» διευκρίνισε. Είχαν σταματήσει να τρώνε και απλώς συζητούσαν ενώ το φαγητό κρύωνε. Η κουβέντα είχε βαρύνει.
«Αυτό ήλπιζα να μου πείτε εσείς» τους είπε ντροπαλά.
«Να κάτσεις στα αβγά σου» είπε η Κατ. «Όταν ξαναμιλήσετε πες του ότι ανησυχείς και παραδέξου ότι ζηλεύεις».
«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό!».
«Και τι προτιμάς; Να βάλεις ντετέκτιβ και να ρεζιλευτείς;» είπε η Κατ. Η Λόρα δε μιλούσε.
«Άντε τώρα να συνεννοηθώ με τον Ιταλό ντετέκτιβ» είπε ανάλαφρα η Σοφία για να γελάσουν αλλά τα κορίτσια παρέμειναν σοβαρά.
«Ο Φίλιπ αξίζει την εμπιστοσύνη σου» είπε η Λόρα. Η Σοφία κοίταξε τις φίλες της διαδοχικά και πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Παίρνουμε άλλο ένα κρασί; Τελειώσαμε ήδη το πρώτο και εγώ δεν έχω ακόμα ιδέα τι να κάνω…»

Ακούσατε ακούσατε

Θα ήθελα να σας ενημερώσω για δύο σημαντικές εξελίξεις σχετικά με το μπλογκ μας!

Το πρώτο είναι ότι ξεπεράσαμε το 1.000.000 Views.
Το δεύτερο είναι, κρατηθείτε, ότι έχουμε άντρα αναγνώστη!

Δεν περίμενα ότι θα ζήσω κανένα από τα δύο!


Ευχαριστώ για την υποστήριξη,
Πωλίνα

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

κεφάλαιο 74-πριν τελειώσουμε τελειώνει η τηλεκάρτα...

Η Σοφία σήκωσε το τηλέφωνο χωρίς να κοιτάξει την αναγνώριση. Σίγουρα ήταν ο Φίλιπ. Περίμενε εδώ και λίγη ώρα να την καλέσει. Η διαφορά ώρας τούς είχε κάνει να κλείνουν ραντεβού για να μιλήσουν.
«Τι κάνεις, μωρό μου;» τον άκουσε να της λέει και ανατρίχιασε όπως έκανε κάθε φορά που τον άκουγε να της μιλάει. Η βραχνή φωνή του έφτανε πάντα μέχρι τον πυρήνα της ψυχής της και την αναστάτωνε όπως όταν ήταν έφηβη.
«Μια χαρά! Μόλις γύρισα σπίτι και προσπαθώ να διαβάσω λιγάκι» του είπε ναζιάρικα.
«Εχουμε κανένα νέο από το πρότζεκτ;» τη ρώτησε και η Σοφία γέλασε.
«Προχθές την παρέδωσα! Πότε να προλάβω να έχω και σχόλια;»
«Έχεις δίκιο! Μου φαίνεται σαν να λείπω χρόνια και όχι μόλις δύο μέρες!».
«Και εμένα μου φαίνεται σαν να λείπεις χρόνια».
«Σοφία…πρέπει να σου πω κάτι» κόμπιασε εκείνος και η Σοφία αμέσως τρόμαξε. Τι θα της έλεγε;
«Πες μου» τον παρότρυνε απαλά.
«Συνάντησα ένα μικρό εμπόδιο και ίσως...πρέπει να μείνω άλλες δύο μέρες» είπε εκείνος απολογητικά. Η Σοφία βόγκηξε.
«Κι άλλο; Μα γιατί; Είχαμε πει ότι θα γυρίσεις σε πέντε μέρες» γκρίνιαξε.
«Βρήκα ένα πρόβλημα στα λογιστικά φύλλα που μας κατέθεσαν από την εταιρεία που θα εξαγοράσουμε και πρέπει να βεβαιωθώ για κάτι. Λυπάμαι τόσο πολύ. Κι εγώ ανυπομονώ να σε δω, καρδιά μου» της είπε και η Σοφία ξεφύσηξε. Τον πίστευε. Αλήθεια τον πίστευε. Αλλά την ενοχλούσε που τελικά έφυγε Παρασκευή αντί για Σάββατο και ακόμα δεν καταλάβαινε γιατί δεν της πρότεινε να τον συνοδεύσει.
«Εγώ πάντως αυτή την περίοδο δεν κάνω κάτι ουσιασ…» ξεκίνησε να του λέει απέξω απέξω αλλά ο Φίλιπ τη διέκοψε.
«Είμαι πνιγμένος στη δουλειά. Δε θα έχεις τι να κάνεις εδώ» την πρόλαβε. Μα πώς δε θα είχε τι να κάνει; Θα έκανε βόλτες στη Ρώμη και το βράδυ θα κοιμόντουσαν μαζί. Αυτό της έφτανε. Θα μπορούσαν να μείνουν και 2-3 μέρες μετά το κλείσιμο της συμφωνίας και να ξεκουραστούν εκεί. Στο πανεπιστήμιο είχαν διακοπές για μία βδομάδα και εκτός από την έρευνα δεν είχε άλλες διδακτικές υποχρεώσεις.
«Καλά, δε θέλω να σε πιέζω» του είπε πειραγμένη αλλά εκείνος δεν έδωσε συνέχεια.
«Τα κορίτσια τι κάνουν;» άλλαξε συζήτηση. Η Σοφία δεν το πολυσκέφτηκε. Αν άφηνε τους δαίμονες να φυτρώσουν μέσα της θα τρελαινόταν. Είχε αποφασίσει να τον εμπιστεύεται απόλυτα.
«Πολύ καλά» του είπε κεφάτα. Δε θα ανησυχούσε άλλο. Ήταν η δουλειά του και ήθελε να είναι απερίσπαστος. Δικαίωμά του. «Θα βγούμε αύριο γιατί η Λόρα έχει γενέθλια».
«Να προσέχεις και να μη μιλάς με ξένους» γέλασε εκείνος.
«Γυρίσαμε πάλι στις πατρικές συμβουλές, κύριε Χάρινγκτον;» τον πείραξε.
«Δε γίνεται να μην ανησυχώ όταν βγαίνεις χωρίς εμένα. Σε σκέφτομαι να φοράς κάτι όμορφο και όλους τους άντρες να σε κοιτάνε. Τρελαίνομαι από ζήλια» της είπε με ειλικρίνεια.
«Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα» του είπε με σιγουριά. «Απλώς κοίτα να γυρίσεις επιτέλους!».
«Μόλις έφυγα!» γέλασε εκείνος.
«Κάθε λεπτό μακριά σου είναι αβάσταχτο» του είπε εκείνη μισοαστεία μισοσοβαρά. Τον αγαπούσε πολύ, αλλά ακόμα δεν είχε βρει την ευκαιρία να του το πει. Ούτε εκείνος. Ήταν ένα αγκάθι στα πλευρά της αλλά ήταν όλα τόσο όμορφα μεταξύ τους που δεν ήθελε να ρισκάρει να πληγωθεί.
«Είμαι ακαταμάχητος» είπε εκείνος με αυτοπεποίθηση και γέλασαν και οι δύο.
Μίλησαν μερικά λεπτά ανάλαφρα και ανανέωσαν το ραντεβού τους για την επόμενη μέρα.


Η Σοφία φόρεσε πιτζάμες και ξάπλωσε στο κρεβάτι τους μόνη. Διάβασε παλιά τους μηνύματα και αναπόλησε στιγμές από την κοινή τους ζωή. Ήταν ευτυχισμένη μαζί του. Ο Φίλιπ φρόντιζε να μην της λείπει τίποτα, τη φρόντιζε και την περιποιόταν. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να αμφισβητεί τις πράξεις του, παρόλο που αυτή τη φορά τον ένστικτό της της έλεγε ότι κάτι δεν πάει καλά. Δεν ήθελε να ψάξει, να σκαλίσει, να μάθει. Δεν έπρεπε να το κάνει. Πάλευε με τον εαυτό της και την αξιοπρέπειά της, με την υπόσχεση που είχε δώσει ο ένας στον άλλον για απόλυτη ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη. Αν έσπαγε αυτή τη φορά, αν ενέδιδε στα ένστικτά της, αν προσπαθούσε να εξακριβώσει αν ο Φίλιπ ήταν όντως στη Ρώμη και μόνος του, θα ήταν σαν να ακύρωνε όλη τους τη σχέση. Δεν είχε κανέναν στοιχείο για να τον αμφισβητεί, καμία ένδειξη. Τίποτα. Απλώς κάτι δεν της πήγαινε καλά. Στη φωνή του; Στον τρόπο που της μιλούσε; Δεν ήταν σίγουρη. Αλλά έπρεπε να είναι δυνατή και να μην υποκύψει στον πειρασμό να μάθει. 

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

κεφάλαιο 73-Βοστώνη-Ρώμη

73


2 μήνες μετά…

Η Σοφία γύρισε σπίτι εξαντλημένη από το πανεπιστήμιο αλλά την περίμενε η πιο ωραία έκπληξη.
«Τα διαλύσαμε όλα τα στερεότυπα ε;» ρώτησε τον Φίλιπ και του έδωσε ένα ζεστό φιλί. Τον βρήκε στην κουζίνα να μαγειρεύει ανάμεσα σε ένα χάος από κατσαρόλες, μπολ, σκισμένες συσκευασίες και εκτυπωμένα χαρτιά.
«Τι να κάνω; Γυρνάς κουρασμένη και θέλω να σε περιποιηθώ» της είπε εκείνος και στράφηκε στη σάλτσα που έβραζε σε ένα μικρό κατσαρολάκι. Δοκίμασε λίγο και πέταξε το κουτάλι στον νεροχύτη. Φαινόταν ευχαριστημένος. Η Σοφία κοίταξε τη συνταγή  που είχε στηριγμένη στον πάγκο. Την είχε εκτυπώσει στο γραφείο μάλλον.
«Λιγκουίνι με κοτόπουλο και γιαούρτι; Μήπως έπεσες κατευθείαν στα βαθιά;» τον πείραξε και έπλυνε τα χέρια της για να τον βοηθήσει. Τον τελευταίο καιρό γυρνούσε πιο αργά από εκείνον στο σπίτι και είχε παραμελήσει λίγο το μαγείρεμα. Αλλά ο Φίλιπ δεν είχε παραπονεθεί. Το αντίθετο. Τη στήριζε πολύ και την ενθάρρυνε με την έρευνά της. Το μόνο που τον πείραζε ήταν ότι του έλειπε, της είχε πει, αλλά φρόντιζαν να περνάνε ποιοτικά το λίγο χρόνο που βλέπονταν. Ευτυχώς σε τρεις μέρες παρέδιδε ένα πρότζεκτ και μετά θα χαλάρωνε. Ανυπομονούσε να περάσει περισσότερο χρόνο μαζί του, ίσως να πάνε μαζί κάποιο ταξίδι ή να βγουν περισσότερο.
«Μου φάνηκε πιο εύκολο όταν το είδα γραμμένο» γέλασε εκείνος και την κοίταξε. «Τώρα έχω πελαγώσει».
«Φαίνεται υπέροχο» τον καθησύχασε. «Ο,τι κάνεις είναι υπέροχο» του είπε απλά και τον αγκάλιασε από πίσω.
«Μη με αποσπάς» τη μάλωσε κεφάτα και απέσυρε το κατσαρολάκι από τη φωτιά.

Η Σοφία ανέβηκε στον πάνω όροφο γρήγορα, έβγαλε τα ρούχα της και ξεβάφτηκε. Φόρεσε μια βελουτέ φόρμα και κατέβηκε στην κουζίνα αμέσως. Ο Φίλιπ σέρβιρε τα πιάτα τους και έβγαλε ποτήρια. Εκείνη διάλεξε κρασί από την κάβα και κάθισαν δίπλα δίπλα για να φάνε.
«Είναι εξαίσιο, Φίλιπ!» τσίριξε με ειλικρινή ενθουσιασμό. «Δεν το πιστεύω πόσο ωραίο είναι! Είσαι ταλέντο» είπε προσπαθώντας να μιλήσει κομψά ενώ έτρωγε μια μεγάλη μπουκιά.
«Είσαι καλοπροαίρετη και πολύ πεινασμένη» είπε εύθυμα εκείνος αλλά η Σοφία έγνεψε αρνητικά.
«Είναι φανταστικό! Είσαι φοβερός» του είπε επίμονα και του χάιδεψε τον μηρό ενθαρρυντικά. «Πες μου πώς πήγε η μέρα σου τώρα» τον παρότρυνε.
«Τα ίδια…ξέρεις» είπε εκείνος και της έβαλε κρασί. Πιο πολύ από όλα, η Σοφία αγαπούσε αυτή την οικειότητα. «Η συμφωνία στην Ευρώπη πάει πολύ καλά. Μάλλον θα πρέπει να φύγω για μερικές μέρες» της είπε αφού κόμπιασε λιγάκι. Η Σοφία συννέφιασε αμέσως.
«Αλήθεια; Πάλι; Ταξιδεύεις πολύ, Φίλιπ» του είπε απλά. Το ήξερε ότι ήταν άδικο να του γκρινιάζει για τη δουλειά του εφόσον εκείνος τη στήριζε άνευ όρων, αλλά της έλειπε όταν εκείνος ταξίδευε.
«Είναι ανάγκη να πάω. Είναι οι υπογραφές» είπε σχεδόν απολογητικά ο Φίλιπ. «Θα λείψω μόνο πέντε έξι μέρες» της είπε.
«Έχεις κλείσει ήδη εισιτήρια;» τον ρώτησε τελικά.
«Όχι ακόμα, αλλά έχω καταλήξει. Αν φύγω την Παρασκευή θα τα προλάβω όλα».
«Παρασκευή; Τη μέρα που παραδίδω; Περίμενα να κάνουμε κάτι μαζί εκείνο το βράδυ. Τόσο καιρό περιμέναμε να ξεφορτωθώ αυτό το πρότζεκτ, Φίλιπ» γκρίνιαξε.
«Κορίτσι μου, σου υπόσχομαι ότι είναι για καλό. Πρέπει να πάω. Όταν γυρίσω θα είμαι όλος δικός σου και σου υπόσχομαι να μειώσω τα ταξίδια» της είπε ήρεμα. Η Σοφία δε μίλησε για λίγο. Ήταν στενοχωρημένη. Δεν άντεχε μακριά του. Όταν έφευγε, ένιωθε τελείως μόνη της.
«Αν τα καταφέρεις, κανόνισε να πετάξεις Σάββατο, αλλιώς…δεν πειράζει» του είπε τελικά. Εκείνος έγνεψε. Η Σοφία σκέφτηκε ότι ίσως μπορούσε να του κάνει έκπληξη και να πάει μαζί του, αλλά εκείνος δεν της το είχε προτείνει. Ήταν η πρώτη φορά. Πάντα της έλεγε να πάει μαζί του στα ταξίδια του αν και συνήθως δεν ήταν διαθέσιμη. Τώρα που μπορούσε γιατί δεν της το πρότεινε; Δεν τόλμησε να τον ρωτήσει από φόβο να μη φανεί πολύ απαιτητική. Ίσως ήθελε να είσαι συγκεντρωμένος στη δουλειά του.
«Μη στενοχωριέσαι, σε παρακαλώ» είπε εκείνος μετά από μια παρατεταμένη σιωπή και της έσφιξε το χέρι πάνω στο τραπέζι. «Ξέρεις ότι κι εγώ δε θέλω να φεύγω μακριά σου αλλά όταν θα γυρίσω θα πάμε όπου θες μαζί. Διάλεξε προορισμό. Αλήθεια».
Η Σοφία χαμογέλασε. Της πρόσφερε τα πάντα. Ήταν τρελή που είχε ακόμα αμφιβολίες για τις προθέσεις του. Ίσως ακόμα δεν πίστευε βαθιά μέσα της ότι ένας άντρας σαν τον Φίλιπ ήθελε εκείνη και μόνο εκείνη.
«Θα σε κάνω να υποφέρεις» του είπε εκείνη και σούφρωσε τα χείλη της.
«Ωχ! Σε ποια λίμνη και χαράδρα θα με σύρεις πάλι για να δούμε σπάνια λουλούδια και έντομα;» γέλασε εκείνος και τον ακολούθησε η Σοφία.
«Κάτι έχω στο νου μου αλλά δεν μπορώ να σου πω».
«Ο,τι θες εσύ. Να γυρίσω από την Ιταλία και ό,τι θες» της είπε και της έδωσε ένα μανιτάρι από το πιάτο του επειδή ήξερε ότι τα λάτρευε. Η Σοφία το πήρε με χαρά.
«Θα μου φέρεις πεκορίνο;» τον ρώτησε. Εκείνος έσμιξε τα φρύδια του.
«Μπορώ να σου φέρω ένα φόρεμα Valentino ή παπούτσια Prada. Πεκορίνο βρήκες να ζητήσεις;» διπλώθηκε ξαφνικά στα γέλια.
«Ε…αυτό λιγουρεύτηκα!» του είπε εκείνη ντροπαλά και τον τσίμπησε στο μπράτσο.


Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

κεφάλαιο 72-τι λέτε; Να τους παντρέψω ή να τους ρίξω ένα ελαφρύ εμπόδιο;

72

Η Σοφία έτρωγε στην τραπεζαρία του πανεπιστημίου μια πολύχρωμη σαλάτα με σολομό όταν έλαβε ένα μήνυμα από τον Φίλιπ. Χαμογέλασε διαβάζοντάς το.
«Σιγά τα μέλια πια!» την πείραξε η Κατ. Η Σοφία απάντησε γρήγορα στο μήνυμα και το έβαλε στην τσέπη της.
«Τι πρόβλημα έχεις εσύ;» ρώτησε η Λόρα. «Εσύ να δεις πώς κάνεις με τον Λούκας!».
«Είναι η πρώτη φορά που βγαίνω με κάποιον τέσσερις συνεχόμενες φορές. Περισσότερο έκπληξη είναι παρά οτιδήποτε άλλο» είπε η Κατ αμυντικά.
«Έλα τώρα! Παραδέξου το ότι σου αρέσει» την προκάλεσε η Σοφία αλλά η Κατ αρκέστηκε σε μια άπρεπη χειρονομία. Η Λόρα γέλασε με την αυθάδεια της φίλης της και η Σοφία δεν επέμεινε. Ήταν δύσκολο να παραδέχεσαι ότι σου αρέσει κάποιος. Και αυτή το ήξερε καλά.

Η Σοφία και ο Φίλιπ είχαν γυρίσει πριν από ένα μήνα περίπου στη Βοστόνη και σχεδόν αμέσως άρχισαν να συγκατοικούν. Ήταν πολύ ευτυχισμένη μαζί του και όλα πήγαιναν περίφημα. Οι διακοπές στην Αγγλία τής έδωσαν την ευκαιρία να ξεκουραστεί. Είχε γυρίσει με καινούργιες ιδέες για την έρευνά της και είχε κέφι για δουλειά. Όλοι είχαν προσέξει το πόσο είχε αλλάξει.

«Ο Πίτερ και ο Τζόναθαν θα κάνουν πάρτι» είπε η Λόρα. «Θα πάμε;»
«Ναι, φυσικά. Αλλά πρέπει να πάμε να ψωνίσουμε τίποτα. Τι θα βάλουμε;» αναρωτήθηκε η Σοφία. «Α! Και πρέπει να πάω και κομμωτήριο να κόψω τα μαλλιά μου και να κάνω μανικιούρ. Δείτε χέρια. Χάλια είναι» τέντωσε τις παλάμες της.
«Δε θα συνηθίσω  ποτέ τον καινούργιο εαυτό σου» είπε η Λόρα κοιτώντας την προσεκτικά ενώ ένα χαμόγελο άνθιζε στα χείλη της. «Χαίρομαι πολύ που είσαι πιο κοινωνική, που ψωνίζεις ρούχα και προσέχεις την εμφάνισή σου».
«Κορίτσι είμαι κι εγώ» είπε ήσυχα ο Σοφία. «Έχασα για λίγο το δρόμο μου αλλά τον ξαναβρήκα».
«Ο Φίλιπ τι κάνει;» ρώτησε η Κατ, αλλάζοντας θέμα. Η Κατ λάτρευε τον Φίλιπ. Το ίδιο και η Λόρα. «Πώς είναι το στομάχι του;» αναφέρθηκε σε ένα βράδυ πριν από μερικές μέρες που ο Φίλιπ ένιωσε κάποια ενόχληση ενώ έτρωγαν όλοι μαζί σε ένα ιταλικό εστιατόριο.
«Αφού δεν προσέχει καθόλου με το έλκος του» παραπονέθηκε η Σοφία. «Τρώει απρόσεκτα και δουλεύει πολύ».
«Άκου την, άκου την» είπε η Λόρα στην Κατ με νόημα. «Μιλάει ήδη σαν…κυρία Χάρινγκτον!».
«Ούτε καν!» αντέδρασε η Σοφία.
«Τι; Δηλαδή δε σου έχει περάσει από το μυαλό;» την αιφνιδίασε η Κατ. «Όταν ερχόμαστε σπίτι του, μάλλον σπίτι σας αν θέλω να είμαι ακριβής, φέρεται λες και όλα είναι και δικά σου. Μέσα σε ένα μήνα κυκλοφορείτε παντού δημόσια, κοσμείτε όλα τα περιοδικά, το ξέρει όλος ο κόσμος. Μένεις εκεί, ο Φίλιπ μού είπε ότι σκέφτεστε να αγοράσετε ένα σκυλάκι, τον λατρεύεις και σε λατρεύει. Οικονομικό θέμα δεν υπάρχει. Τι εμπόδιο υπάρχει;» κατέληξε θριαμβευτικά, αλλά η Σοφία ένιωθε τη γλώσσα της κολλημένη στο στόμα της. Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Το είχε σκεφτεί, ναι, παρόλο που ήξερε ότι ήταν νωρίς. Και ο Φίλιπ έδειχνε όντως να είναι 100% μέσα στη σχέση. Την πρόσεχε, τη φρόντιζε και προλάβαινε κάθε επιθυμία της. Αυτή τη φορά η σχέση τους ήταν πιο ώριμη, πιο μεστή. Ήξεραν και οι δύο πιο καλά τι είχαν ανάγκη και συζητούσαν πολύ πριν από οποιαδήποτε απόφαση. Το μόνο σύννεφο που σκίαζε την απόλυτη ευτυχία ήταν ότι ο πατέρας και ο αδερφός της είχαν λιγοστέψει τα τηλεφωνήματά τους προς εκείνη, δείχνοντας έτσι ότι διαφωνούν με την επιλογή της. Αυτό που δεν καταλάβαιναν φυσικά ήταν ότι με το να μην της τηλεφωνούν της αποδείκνυαν περίτρανα ότι δεν ενδιαφέρονταν αρκετά. Πιο πολύ τους ένοιαζε να κάνει αυτό που ήθελαν παρά να δουν αν είναι καλά.
«Δεν νομίζετε ότι είναι λίγο νωρίς; Η συγκατοίκηση από μόνη της είναι μεγάλο βήμα» είπε σοβαρά η Σοφία πιο πολύ για να κλείσει τη συζήτηση, αλλά δε στάθηκε τυχερή. Δεν τις είχε πείσει παρόλο που ίσχυαν όλα όσα έλεγε. Ήταν δύσκολο βήμα η συγκατοίκηση. Φυσικά δεν χρειαζόταν να ξέρουν ότι το να ζεις με τον Φίλιπ ήταν ένα όνειρο. Ήταν παραχωρητικός, ήρεμος και πολύ τακτικός με τα πράγματά του. Ήταν ο τέλειος συγκάτοικος.
«Εγώ λέω να το επισπεύσετε. Αν αγαπιέστε πρέπει να το επισημοποιήσετε» είπε η Λόρα.
«Πολύ αναχρονιστικές ιδέες έχεις» γέλασε η Σοφία. Τον αγαπούσε. Δεν του το είχε πει φυσικά. Ούτε κι εκείνος. Αλλά δεν είχε σημασία να ακούσει τη λέξη όταν όλες του οι πράξεις ούρλιαζαν πόσο πολύ τον ένοιαζε να είναι κοντά του.
«Είμαι από την Οκλαχόμα, κορίτσι» γέλασε η Λόρα. «Όλα καλά και ωραία, αλλά πάνω από όλα το αμερικάνικο όνειρο. Σπίτι και παιδιά πριν τα 30!».

Τα κορίτσια γέλασαν με την ψυχή τους και αφού τέλειωσαν το φαγητό τους επέστρεψαν στη δουλειά τους. Η Σοφία φόρεσε την ρόμπα της και κοίταξε μια τελευταία φορά την οθόνη του κινητού της. Ο Φίλιπ της είχε στείλει ότι τη σκεφτόταν και ότι ανυπομονούσε να γυρίσει σπίτι. Το ίδιο ένιωθε κι αυτή. Του έστειλε μια καρδούλα.

Είχε την ανάγκη να του πει ότι τον αγαπάει. Ήθελε να το ξέρει. Αλλά ο εγωισμός της την απέτρεπε από το να το κάνει πρώτη. Καμιά φορά φοβόταν ότι θα της ξεφύγει. Δεν την πείραζε που ο Φίλιπ δεν της το είχε πει ακόμα. ‘Η τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Καμιά φορά όταν την κοιτούσε επίμονα ή όταν ήταν μαζί στο κρεβάτι περίμενε ότι θα της το πει. Εκείνη τον αγαπούσε πολύ και δεν τρελαινόταν με την ιδέα ότι εκείνος δεν ήθελε ακόμα να το εκφράσει. Όνειρα για γάμο φυσικά και είχε κάνει αλλά προτιμούσε να είναι πιο προσγειωμένη. Ήταν ακόμα νωρίς. Αυτό επαναλάμβανε στον εαυτό της.


«Σοφία, συγκεντρώσου» μονολόγησε και έσκυψε πάνω από το μικροσκόπιό της. Ήταν δωρεά του ιδρύματος Χάρινγτον φυσικά. Δέκα παρόμοια για όλο το τμήμα. «Έχεις τα πάντα. Τι παραπάνω θες;»

κεφάλαιο 71-Imagine all the people...


«Δε θέλω να επιμείνω, αλλά νομίζω ότι κάποια στιγμή πρέπει να γυρίσουμε» είπε ο Φίλιπ δέκα μέρες μετά. Σε μια κρίση αυθορμητισμού και ρομαντισμού εκ μέρους και των δύο αποφάσισαν να μείνουν μερικές μέρες στο Λονδίνο μακριά από όλους και όλα. Ήταν η καλύτερη απόφαση που είχαν πάρει ποτέ.
«Μα γιατί;» νιαούρισε η Σοφία. «Εσύ διαχειρίζεσαι την εταιρεία μέσω ίντερνετ και εγώ συνεχίζω από εδώ την έρευνά μου. Δεν είναι ανάγκη να είμαι εκεί συνέχεια» του είπε και το εννοούσε. Μιλούσε με τα κορίτσια και την ενημέρωναν για ό,τι χρειαζόταν. Είχαν γυρίσει πριν από μία βδομάδα στη Βοστόνη. Ο Φίλιπ άλλαξε τα εισιτήριά τους σε α΄ θέση και κανόνισε να μείνουν 2-3 μέρες στο κάστρο πριν γυρίσουν. Έκαναν βόλτες στο Λονδίνο και πέρασαν τέλεια. Ο κύριος Μπάριμορ τις παρακάλεσε να επιστρέψουν σύντομα παρόλο που κόντεψαν να τον τρελάνουν τις λίγες μέρες που έμειναν. Η Σοφία πίστεψε ότι θα μείνει από τα γέλια όταν βρήκε την Κατ και τον κύριο Μπάριμορ να βλέπουν τηλεόραση μαζί.
«Θα πάει πίσω η έρευνά σου. Τα εργαλεία σου είναι εκεί» της είπε εκείνος ενώ τη χάιδευε απαλά. Βρίσκονταν αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι, ανάμεσα σε βιβλία, ανοιχτά λάπτοπ και εφημερίδες «σαν τη Γιοκο Ονο και τον Τζον Λένον» όπως έλεγε και ο Φίλιπ.
«Πόσο μου αρέσει που ανησυχείς για την έρευνά μου αντί να με πιέζεις να μείνω κοντά σου» του είπε και το εννοούσε. Ήταν σημαντικό για εκείνη να σέβεται τη δουλειά της χωρίς να νιώθει ανασφάλεια.
«Μα και στη Βοστόνη μαζί θα είμαστε» της είπε. «Δε σε αφήνω να φύγεις. Θα δώσω το οκέι όταν μου πεις να μεταφερθούν τα πράγματά σου σε μένα. Δε θέλω να κουραστείς» της είπε και τη φίλησε στο μέτωπο.
«Όχι, όχι. Έχω και μερικά έπιπλα και ρούχα του Αλεξ και θέλω να του τα στείλω. Θα σου πω αν είναι».
«Πώς…πώς είναι τα πράγματα;» τη ρώτησε εκείνος και σταμάτησε να τη χαϊδεύει λες και ένιωθε ενοχές.
«Ε ξέρεις» χαμογέλασε καθησυχαστικά εκείνη. «Δεν τους άρεσε που τους αποχαιρέτισα τόσο βιαστικά» του είπε. Την επόμενη από την τελετή και την επανένωσή τους πήγαν για λίγες ώρες στο Λονδίνο για να επιστρέψουν το αυτοκίνητο και να πάρει τα πράγματά της από το ξενοδοχείο. Εκεί συνάντησε τους δικούς της και τους εξήγησε ότι θα μείνει στο κάστρο του Φίλιπ. Εκείνοι φυσικά έγιναν έξαλλοι αλλά όταν τους είπε ότι είναι τελεσίδικο σταμάτησαν απότομα. Μάλλον κατάλαβαν ότι δε θα της άλλαζαν τη γνώμη. «Ο πατέρας μου απείλησε ότι θα σε σκοτώσει αν με πληγώσεις».
«Και ο Αλεξ;»
«Ο Αλεξ είπε ότι αν είχε καλύτερο σημάδι δε θα είχαμε προβλήματα ή κάτι τέτοιο. Πρέπει να ήταν κάποιο αστείο γιατί νομίζω ότι χαμογέλασε αλλά δεν το κατάλαβα» του είπε μπερδεμένη ενώ ο Φίλιπ ξεσπούσε σε γέλια. Τον άφησε για λίγο και μετά τον ρώτησε γιατί γελούσε απορημένη.
«Ο Αλεξ κι εγώ είχαμε πάει για χόκεϊ 5-6 φορές αλλά ήταν πολύ κακός και σταματήσαμε. Την τελευταία φορά, προσπαθώντας να βάλει γκολ πέταξε το πακ προς το μέρος μου και αν δεν έσκυβα…ας πούμε απλά ότι δε θα είχα πρόσωπο τώρα» της είπε και γέλασε ξανά. Το ίδιο και η Σοφία.
«Λυπάμαι πολύ» του είπε τελικά. «Εσείς οι δύο έχετε περάσει τόσα πολλά μαζί. Είναι κρίμα να μη μιλάτε. Και για έναν χαζό λόγο. Με κάνεις ευτυχισμένη. Θα έπρεπε να του φτάνει αυτό. Είναι εγωιστής».
«Σε αγαπάει και νομίζει ότι έτσι σε προστατεύει» είπε ήπια ο Φίλιπ. Συνέχιζε να την πιέζει να τους μιλάει περισσότερο και να προσπαθεί να την ηρεμεί όταν την έπιανε το παράπονο.
«Με πνίγει. Αυτό κάνει. Τελοσπάντων. Φαντάζομαι ότι είναι θετικό το ότι ανέφερε κάτι τόσο δικό σας και μάλιστα με χιουμοριστικό τόνο. Εσύ έχεις προσπαθήσει να μιλήσεις μαζί του;» τον ρώτησε. Ήξερε ότι ο Φίλιπ ήταν πιο διαλλακτικός και είχε δεχτεί πολλές επιθέσεις, λεκτικές και σωματικές, από τον αδερφό της. Αλλά δεν ήξερε πόση υπομονή είχε.
«Έχω μερικές μέρες να τον πάρω. Δεν απαντάει άλλωστε».
«Δεν πειράζει. Εμείς ας κάνουμε αυτό που πρέπει. Για μένα δεν έχει σημασία τι θέλουν οι δικοί μου αλλά τι θέλω εγώ» του είπε απλά.
«Και εσύ τι θέλεις;» χαμογέλασε εκείνος. Η Σοφία τον κοίταξε προσεκτικά και ρούφηξε τα όμορφα χαρακτηριστικά του. Είχε στο πλάι της έναν άντρα όμορφο σαν μοντέλο, έξυπνο και χαρισματικό. Και έδειχνε να τη λατρεύει. Της φερόταν σαν να είναι πριγκίπισσα και άναβε στο κορμί της φωτιές.
«Εσένα» του είπε. Για πάντα, σκέφτηκε, αλλά δεν το είπε. Ήταν νωρίς για να μιλάει για κοινό μέλλον, παρόλο που ο Φίλιπ το θεωρούσε σχεδόν δεδομένο. Είχαν πράγματα να κάνουν ακόμα. Έπρεπε να συγκατοικήσουν, να της πει ότι την αγαπάει, να τα βρει με τους δικούς της, να, να, να.
«Εμένα με έχεις» της είπε και με μια επιδέξια κίνηση πέταξε ό,τι υπήρχε πάνω στο κρεβάτι στο πάτωμα και κάλυψε το κορμί της με το δικό του. «Κάτι πιο συγκεκριμένο;» της είπε βραχνά ενώ άρχισε να τη φιλάει στο λαιμό.
«Εσένα και ένα καινούργιο μικροσκόπιο;» τον ρώτησε πονηρά.
«Τίποτα άλλο;» την προκάλεσε εκείνος ενώ το χέρι του κατέβηκε προς το στομάχι της.
«Εσένα μέσα μου και ένα καινούργιο μικροσκόπιο;» του είπε πονηρά και ο Φίλιπ γέλασε βραχνά.
«Έτσι μπράβο το κορίτσι μου» της είπε και την έκανε ευτυχισμένη.





ΕΥΚΑΙΡΙΑ

https://www.microscopeworld.com/p-1717-wastewater-treatment-advanced-full-phase-microscope.aspx

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

κεφάλαιο 70-mi casa es su casa

«Πρέπει να κατέβω να χαιρετίσω τα κορίτσια. Δεν είναι ευγενικό» είπε αδύναμα ο Φίλιπ ενώ η Σοφία τον έσφιγγε πάνω της. Είχαν περάσει μία ώρα συζητώντας και ανυπομονούσε να ξαπλώσει πλάι του, να νιώσει το κορμί του πάνω στο δικό της.
«Είμαι σίγουρη ότι ο μπάτλερ σου θα τις έχει τακτοποιήσει σε ένα σούπερ δωμάτιο. Έλα! Πάρε με αγκαλιά» του είπε παραπονιάρικα.
«Μα τι σόι οικοδεσπότης είμαι εγώ; Τα κορίτσια…είναι πολύ καλές σου φίλες. Δε θέλω να νομίζουν ότι δεν εκτιμώ την παρουσία τους εδώ. Έλα να κατέβουμε να τις δω λιγάκι, να βεβαιωθώ ότι είναι καλά και μετά…μένουμε ξανά μόνοι» μίλησε η φωνή της λογικής. Η Σοφία συμφώνησε τελικά.

Κατέβηκαν στο σαλόνι και βρήκαν τα κορίτσια να χαχανίζουν και τον κύριο Μπάριμορ να τις κοιτάει με απορία.
«Κύριε…» ξεκίνησε να λέει αλλά ο Φίλιπ τον διέκοψε. Χαιρέτισε τα κορίτσια ευγενικά. Εκείνες ρώτησαν αμέσως αν τα είχαν ξαναβρεί με τη Σοφία και μόλις έγνεψε τσίριξαν ενθουσιασμένες. «Τους είπα να τις οδηγήσω στο δωμάτιό τους αλλά ήθελαν να δουν ταινία» συμπλήρωσε εύθυμα ο μπάτλερ και όλοι γέλασαν.
«Μπορείς να αποσυρθείς» του είπε φιλικά ο Φίλιπ. «Τα κορίτσια θα κοιμηθούν στον ξενώνα. Θα φτιάξουμε κάτι πρόχειρο να φάνε αν πεινάσουν και αύριο βλέπουμε».

Ο κύριος Μπάριμορ δεν έφερε αντιρρήσεις και μέσα σε μερικά λεπτά, οι τέσσερις κάθονταν μπροστά από την τηλεόραση και συζητούσαν ανάλαφρα.
«Φίλιπ, το κάστρο έχε φάντασμα;» γέλασε η Κάθριν αλλά ο Φίλιπ δεν απάντησε. Τα κορίτσια ανατρίχιασαν. «Έλα! Πες μας!».
«Κάτι θορύβους ακούω τα βράδια αλλά δεν νομίζω να έχουμε φάντασμα. Δεν έχει πεθάνει κανείς εδώ μέσα περιέργως» τους είπε.
«Σε ευχαριστούμε για την φιλοξενία» είπε η Λόρα.
«Σας ευχαριστώ που την προσέχετε» είπε ο Φίλιπ απλά και η Σοφία ένιωσε την επιθυμία να κλάψει.
«Πώς σου φάνηκε η τελετή;» ρώτησε η Κατ. «Χαίρομαι που κατάφερες να έρθεις. Ηλπιζα να είσαι εκεί».
«Όλα ήταν πολύ όμορφα» είπε εκείνος και η Σοφία τον χάιδεψε λιγάκι στο χέρι. Ήταν ακόμα μελαγχολικός. Αν και καλύτερα, έδειχνε να έχει ένα βάρος στο στέρνο του. «Η Σοφία με έκανε περήφανο απόψε. Και δεν έχετε ιδέα πόσο χαίρομαι που είστε όλες εδώ απόψε».
«Κι εμείς!» είπε η Λόρα και όλοι γέλασαν.

Όσο καιρό ήταν μαζί, η Σοφία και ο Φίλιπ έβγαιναν συχνά με τα κορίτσια και οι τέσσερις είχαν σχηματίσει μια αγαπημένη παρέα. Ήταν εμφανές ότι ο Φίλιπ είχε λείψει στα κορίτσια και σε εκείνον τα κορίτσια. Ήταν ακόμα νωρίς για να κλείσουν οι πληγές αλλά αυτή τη στιγμή η Λόρα και η Κατ βοηθούσαν πολύ στο να εκτονωθεί η κατάσταση.
«Πάμε να τακτοποιηθείτε στο δωμάτιό σας. Αύριο πρέπει να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο. Το βράδυ πετάμε» είπε η Σοφία και η Κατ γέλασε. Είχε περάσει ώρα και όλοι νύσταζαν πια.
«Κάποια ανυπομονεί να μας ξεφορτωθεί» είπε η Λόρα με νόημα και η Σοφία έκανε μια αστεία γκριμάτσα.

Μετά από λίγη ώρα βρίσκονταν και πάλι μόνοι τους στο υπνοδωμάτιο του Φίλιπ, μακριά από αυτό των κοριτσιών.

Ο Φίλιπ κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και ακούμπησε το κεφάλι του στην κοιλιά της ενώ εκείνη στεκόταν μπροστά του όρθια. Την αγκάλιασε γύρω από τη μέση και την έσφιξε πάνω του.
«Μου έλειψες πολύ» μουρμούρισε. Η Σοφία ένιωσε ανίσχυρη μπροστά στην τρυφερότητά του και δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Εκείνος την άφησε να κλάψει και να ξεσπάσει ενώ την χάιδευε απαλά και την κάθιζε στα πόδια του.
«Λυπάμαι που σε πλήγωσα» της είπε για χιλιοστή φορά.
«Το ξέρω. Μην τιμωρείς άλλο τον εαυτό σου» του είπε εκείνη απαλά. «Έχουμε πολλές μάχες να δώσουμε. Πρέπει να είμαστε δυνατοί. Οι δικοί μου παραμένουν αμετάπειστοι».
«Σε νοιάζει;» ρώτησε εκείνος απλά.
«Όχι ιδιαίτερα. Θέλω να έχω καλές σχέσεις μαζί τους αλλά είσαι προτεραιότητα».
«Κι εγώ θέλω να έχεις καλές σχέσεις μαζί τους αλλά φοβάμαι ότι δε βλέπουν καθαρά αυτή τη στιγμή» της είπε σκεπτικός. Η Σοφία τον φίλησε απαλά στα χείλη. Το φιλί τους ξεκίνησε ανάλαφρο αλλά σύντομα βάθυνε. Ο Φίλιπ απομακρύνθηκε για να πάρει ανάσα.
«Ελπίζω να είσαι σίγουρη» της χαμογέλασε πονηρά και η Σοφία έγνεψε. «Πίστευα ότι δε θα αντέξω άλλο βράδυ μακριά σου».
«Δε θα χρειαστεί να περάσουμε άλλο βράδυ χώρια».
«Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε όλο ελπίδα εκείνος.
«Σημαίνει ότι αν συνεχίζεις να θες, μόλις γυρίσουμε στη Βοστόνη, μπορώ να μετακομίσω σε σένα» του είπε ντροπαλά. Ο Φίλιπ της είχε πει να μείνουν μαζί αλλά εκείνη είχε αμφιβολίες επειδή δεν ήταν καιρό μαζί.
«Αν θέλω;» είπε εκείνος δυνατά. Την φίλησε αχόρταγα στα χείλη, στο κεφάλι, στο λαιμό, στα χέρια. «Να ξυπνάω και να κοιμάμαι πλάι σου; Με κάνεις ευτυχισμένο» της είπε. Η Σοφία χάιδεψε το μπράτσο του και μετά ξεκούμπωσε αργά τα κουμπιά του πουκάμισού του. Δεν άφησε το βλέμμα του.
«Πολύ…αποφασισμένη σε βλέπω» της είπε εκείνος ήρεμα. Η Σοφία αναστέναξε βαθιά. Όλο νόημα.
«Θέλω να σου δείξω κι εγώ με τη σειρά μου» του είπε και το χάδι της έγινε πιο τολμηρό «πόσο μου έλειψες».

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

φτωχολογιά




κεφάλαιο 69-my home is my castle (που λέει και η μόμι μου)

Η Σοφία συστήθηκε και το ίδιο έκαναν και τα κορίτσια. Ο μπάτλερ υποκλίθηκε. Μάλιστα! Υποκλίθηκε. Η Σοφία σκέφτηκε ότι η κατάσταση ήταν τελείως τρελή. Οι φίλες της συστήθηκαν με το πλήρες όνομά τους λες και μιλούσαν στη βασίλισσα, ο μπάτλερ τις κοιτούσε ευγενικά αλλά ένιωθε ότι απορούσε με την παρουσία τους εκεί, και η ίδια απλώς ήθελε να κλάψει από χαρά, ανακούφιση και φόβο. Όλα αυτά μαζί.
«Είστε αληθινός μπάτλερ; Πάντα ήθελα να γνωρίσω έναν! Είστε σαν τον Νάιλς από τη Νταντά; Έχετε φλεγματικό χιούμορ;» τσίριξε η Κατ και ο κύριος απέναντί τους χαμογέλασε.
«Να πάρω τα παλτό σας» απάντησε μόνο και έκανε στην άκρη. Οι κοπέλες πέρασαν στο εσωτερικό και έκαναν μερικά βήματα. Σταμάτησαν απότομα και κοίταξαν τριγύρω αχόρταγα το απίθανο εσωτερικό του κάστρου. Θύμιζε παραμύθι. Οι ξύλινες επιφάνειες, τα βαριά έπιπλα, οι περίτεχνοι πολυέλαιοι και οι πέτρινοι τοίχοι έδεναν μοναδικά μεταξύ τους. Ήταν φανερό ότι ο Φίλιπ το είχε ανακαινίσει πρόσφατα. Όλα έδειχναν μοντέρνα αλλά  και παραδοσιακά ταυτόχρονα. Η Σοφία το θυμόταν πολύ διαφορετικό. Όταν το είχε επισκεφτεί είχε παλιά έπιπλα και μύριζε λίγο υγρασία. Όχι πια. Τώρα ήταν όλα διαλεγμένα με γούστο και η ατμόσφαιρα ήταν δροσερή αλλά χωρίς τίποτα δυσάρεστο.
«Δε θέλετε να μάθετε ποιες είμαστε;» είπε η Λόρα γελώντας αμήχανα όταν ο άντρας επέστρεψε και συστήθηκε. «Ουίλιαμ Μπάριμορ» τούς είπε απλά.
«Δεν έρχονται συχνά γυναίκες εδώ. Υποπτεύομαι ότι κάποια από εσάς είναι ο λόγος που ο κύριος…είναι λίγο μελαγχολικός» απάντησε ο κύριος Μπάριμορ και τις οδήγησε σε ένα μικρό σαλόνι. Το τζάκι έκαιγε και ένα τραπέζι γεμάτο κρυστάλλινες μποτίλιες με μπράντι και λικέρ δέσποζε δίπλα από τον δερμάτινο καναπέ.
«Μελαγχολικός; Αυτή υποθέτω είναι η περίφημη αμβλυμένη εκδοχή των Βρετανών;» τον πείραξε η Λόρα.
«Η αλήθεια είναι ότι ο κύριος» είπε με σεβασμό ο κύριος Μπάριμορ «είναι λυπημένος. Ελπίζω να φέρνετε καλά νέα» είπε απλά ενώ τους σέρβιρε λίγο λικέρ για να ζεσταθούν.
«Είναι εδώ;» ρώτησε η Σοφία ανυπόμονα.
«Ώστε εσύ είσαι» είπε ο κύριος Μπάριμορ χωρίς να την κοιτάξει. «Αναρωτιόμουν ποια θα ρωτήσει πρώτη».
«Είναι εδώ;» επέμεινε η Σοφία. Είχε πάρει μια τρελή απόφαση, μια αυθόρμητη, τρελή απόφαση. Από τη στιγμή που μπήκε στο αμάξι μέχρι να φτάσει στο κάστρο έχασε λίγο από το αρχικό θάρρος της. Όσο περνούσε η ώρα, δείλιαζε. Τι είχε έρθει ως εδώ να κάνει; Ο Φίλιπ την είχε προδώσει. Την είχε κοροϊδέψει. Δεν θα άντεχε να γίνει πάλι θύμα του. Κι αν δεν την ήθελε; Γιατί θεώρησε δεδομένο ότι θα τη θέλει ακόμα; Ήρθε στην εκδήλωση αλλά αυτό δε σήμαινε κάτι. Αλλά μήπως σήμαινε;
«Έχει ξαπλώσει. Θα πάω αμέσως να τον ξυπνήσω, αφού βολευτείτε εσείς» είπε ευγενικά ο άντρας.
«Άνετα είμαστε», «Καλά είμαστε» είπαν εν χορώ η Κατ και η Λόρα και η Σοφία γέλασε παρά το άγχος της. Όντως είχαν βολευτεί στον καναπέ και χάζευαν τη φωτιά.
«Μακάρι να τα βρουν και να κοιμηθούμε εδώ απόψε!» είπε η Λόρα με ενθουσιασμό. Η Κατ γέλασε αλλά η Σοφία την αγριοκοίταξε.
«Θεέ μου, μόνο τη βολή σου σκέφτεσαι;» τη ρώτησε. Η Λόρα ανασήκωσε τους ώμους σαν παιδάκι και δεν απάντησε. Ήταν καλό που περνάνε καλά, σκέφτηκε από μέσα της η Σοφία. Δε θα ήθελε να ανησυχεί και για εκείνες.

«Πήγαινετέ με σε εκείνον» είπε στον κύριο Μπάριμορ. Χωρίς ανάσα. Έτσι απλά. Εκείνος την κοίταξε, σαν να τη ζύγιζε, και μέσα στο βλέμμα του είδε την ανησυχία του ηλικιωμένου άντρα για το αφεντικό του. Η Σοφία ένιωθε ότι ο μπάτλερ ήθελε να τον διαβεβαιώσει ότι δε θα τον πληγώσει. Κι όμως, κι εκείνος την είχε κάνει κομμάτια.
«Εκκρεμεί μια συζήτηση ανάμεσά μας και…» ψέλλισε αλλά δεν την άφησε να ολοκληρώσει. Ξεκίνησε να περπατάει προς τη στριφογυριστή ξύλινη σκάλα και η Σοφία τον ακολούθησε χωρίς ερωτήσεις. Τα κορίτσια από πίσω της δεν έδωσαν σημασία. Τις άκουσε να λένε κάτι για τηλεόραση. Αν ήταν δυνατόν, ήθελαν να δουν ταινία ενώ εκείνη ετοιμαζόταν να βουτήξει σε παγωμένα νερά.
«Δεν είμαι σίγουρος ότι έκανα καλά που σας άφησα να φτάσετε ως εδώ» της είπε αφού σταμάτησε έξω από μια τεράστια διπλή σκαλιστή πόρτα. Κατέβασε την ένταση της φωνής του. «Ο κύριος είναι πολύ λυπημένος και δεν ξέρω τι συνέβη. Κανονικά έχω ρητές εντολές να μην αφήνω να μπαίνει κανένας εδώ μέσα. Ρισκάρω τη δουλειά μου αυτή τη στιγμή».
«Κι εγώ κάτι πιο ζωτικό» του είπε καυστικά η Σοφία. Δεν κρατήθηκε.
«Δεσποινίς Κόλτερ» είπε και έκανε μια ελαφρά υπόκλιση «καλή επιτυχία». Γύρισε απαλά το πόμολο και αποχώρησε διακριτικά. Η Σοφία δίστασε λιγάκι. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και μόνο ένας ήπιος φωτισμός τη βοηθούσε να καταλάβει τι υπήρχε μέσα. Έδωσε μερικά δευτερόλεπτα στα μάτια της να συνηθίσουν το σκοτάδι και έκανε ένα βήμα μπροστά. Έκλεισε την πόρτα πίσω της. Ένα τεράστιο υπνοδωμάτιο. Αυτό έβλεπε μπροστά της. Αλλά το κρεβάτι ήταν άδειο. Γύρισε νευρικά το κεφάλι της αριστερά δεξιά και σε λίγο τον είδε. Καθισμένο σε μια πολυθρόνα, με τα πόδια τεντωμένα πάνω στο πρεβάζι του παραθύρου του. Κοιτούσε έξω, το φεγγάρι, μέσα στο σκοτάδι και έπινε κάτι.
«Ποιος;» είπε απλά και η Σοφία αναπήδησε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν απάντησε αλλά τον πλησίασε από πίσω και ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του απαλά. Εκείνος δε σάλεψε.
«Είσαι όνειρο;» άκουσε το θλιμμένο χαμόγελο στη φωνή του. Έδειχνε τόσο λυπημένος. Της έσκιζε την καρδιά.
«Με ρωτάνε συχνά, αλλά όχι. Είμαι πραγματικά, τόσο όμορφη!» του είπε εύθυμα, αλλά η προσπάθειά της να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα έπεσε στο κενό.
«Ήρθες για να μείνεις;» τη ρώτησε εκείνος χωρίς να την κοιτάει. Η Σοφία έβλεπε μόνο το προφίλ του. Και αν δεν έκανε λάθος πρέπει να φορούσε ακόμα το σμόκιν του. Είχε περάσει τόσες ώρες καρφωμένος σε αυτή τη θέση;
«Είναι και τα κορίτσια εδώ. Έχουν τρελαθεί με το κάστρο. Θέλουν να μείνουν εδώ και…»
«Ήρθες για να μείνεις;» τη διέκοψε αυστηρά. Η Σοφία έγνεψε αλλά εκείνος δεν την είδε.
«Ναι» του είπε μετά από λίγο.
Είδε τους ώμους του να χαλαρώνουν και τον άκουσε να ξεφυσάει απαλά.
«Ήσουν πολύ όμορφη απόψε» της είπε τελικά, αλλά συνέχιζε να κοιτάει έξω από το παράθυρο. Η ησυχία μέσα στο δωμάτιο ήταν εκκωφαντική.

Η Σοφία έκανε ένα μικρό κύκλο και κάθισε στα πόδια του. Κούρνιασε στην αγκαλιά του και έμεινε εκεί μερικά δευτερόλεπτα.  Ο Φίλιπ την έσφιξε πάνω του αλλά δε μίλησε.
«Μην είσαι λυπημένος. Γύρισα» του είπε εκείνη γλυκά.
«Δεν μπορώ να το πιστέψω ακόμα» είπε και φίλησε τρυφερά το κεφάλι της. Ψιθύριζαν λες και τους άκουγε κάποιος.
«Ο κύριος Μπάριμορ με αντιπαθεί επειδή σε στενοχώρησα» του είπε παραπονιάρικα.
«Δεν ξέρει μάλλον πόσο πλήγωσα εγώ εσένα» είπε εκείνος απολογητικά. Η Σοφία χαμογέλασε.
«Φίλιπ, σε ευχαριστώ που ήρθες απόψε» του είπε. Εκείνος την έσφιξε πάνω του.
«Δε θα το έχανα για τίποτα. Είμαι περήφανος για σένα, για όσα κάνεις, για όσα αντιπροσωπεύεις. Σε θαυμάζω» είπε ζεστά.
«Μου υπόσχεσαι ότι από εδώ και πέρα δε θα κρύβεις τίποτα από μένα;» τον ρώτησε.
«Σου το υπόσχομαι» είπε εκείνος αμέσως. Έδειχνε να τα έχει ακόμα χαμένα που ήταν εκεί. Με μια απότομη κίνηση σηκώθηκε όρθιος κρατώντας τη στην αγκαλιά του σαν πούπουλο. Έκανε μερικά βήματα και την ακούμπησε στο κρεβάτι. «Μου έλειψες» της είπε λάγνα. Η Σοφία αναστέναξε απαλά όταν έσυρε τον δείχτη του στο λαιμό της.
«Θέλω να περάσω τη ζωή μου δείχνοντάς σου πόσο πολύ μετάνιωσα που σε πλήγωσα».
«Όλη σου τη ζωή; Δεν είναι λίγο…τελεσίδικο όλο αυτό;» τον ρώτησε χιουμοριστικά αλλά η καρδιά της χτυπούσε σαν τύμπανο μέσα της.
Ο Φίλιπ είχε αρχίσει ήδη να τη γδύνει.

«Ω δεν έχεις ιδέα πόσο τελεσίδικο».

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

κεφάλαιο 68-σερ, να σας φέρω τις παντόφλες σας;

«Αν δε σκοτωθούμε σήμερα θα είμαστε τυχερές» είπε η Κατ και σφίχτηκε στο κάθισμά της. Η Σοφία ήταν στο τιμόνι και η Λόρα συνοδηγός.

Η Σοφία ήθελε να φύγει πιο νωρίς αλλά τα κορίτσια κατάφεραν να την πείσουν να μείνει μέχρι το τέλος της τελετής για να μην φανεί σαν αγένεια. Με τα χίλια ζόρια κρατήθηκε. Εντωμεταξύ χρησιμοποίησε το χρόνο για να κάνει έρευνα στο ίντερνετ. Βρήκε ό,τι χρειαζόταν και κανόνισε να της φέρουν ένα αμάξι έξω από το ξενοδοχείο ώστε να οδηγήσει μέχρι το σπίτι του Φίλιπ.
«Έλα, μην κάνετε έτσι, καλά το πάω» είπε η Σοφία και τα κορίτσια ξεφύσησαν χωρίς να πουν κάτι. Ήταν δική της ιδέα να οδηγήσει εκείνη μιας και είχε τη λιγότερη εμπειρία. Σκέφτηκε ότι επειδή τα κορίτσια οδηγούσαν πολλά χρόνια με αριστεροτίμονο αμάξι θα δυσκολεύονταν να οδηγήσουν με δεξί τιμόνι, ενώ εκείνη, που είχε έτσι κι αλλιώς λίγη εμπειρία δε θα είχε πρόβλημα. Η Λόρα είχε σχολιάσει ότι η λογική της έμπαζε αλλά «δέχτηκε τη μοίρα της».
«Ανάθεμα τα δεξιοτίμονα!Α!» τσίριξε η Κατ ενώ ένα αμάξι τις προσπέρασε από δεξιά.
«Μην κάνεις έτσι. Αυτό είναι το φυσιολογικό» γέλασε η Σοφία. Έπρεπε να βγουν στην επόμενη έξοδο προς Ροτσεστερ. Είχε βάλει μια διεύθυνση στο GPS και ήλπιζε μετά να βρει το κάστρο ρωτώντας. Είχε πάει κάποτε, ένα καλοκαίρι, για μερικές μέρες, αλλά φυσικά δε θυμόταν τη διαδρομή.
«Κι αν βρούμε τους γονείς του εκεί; Φαντάζεσαι αμηχανία;» γέλασε η Κατ. «Τι θα τους πούμε; Ότι πήγαμε να τον κλέψουμε;». Η Λόρα γέλασε κι αυτή. Το θέαμα θα ήταν σίγουρα αστείο. Για να μη χάσουν χρόνο δεν είχαν αλλάξει. Οδηγούσαν μέσα στις τουαλέτες τους, βαμμένες και στολισμένες στην πένα. Θα μπούκαραν στο κάστρο και θα έλεγαν τι ακριβώς; Γεια σας; Ήρθαμε για τον Φίλιπ;
«Οι γονείς του Φίλιπ μένουν στο Εσσεξ εδώ και χρόνια, μου έχει πει» διευκρίνισε η Σοφία. «Ήθελαν να είναι κοντά στα αδέρφια του πατέρα του ή κάτι τέτοιο. Τους ανακαίνισε ένα παλιό σπίτι που είχαν εκεί και τους βολεύει πιο πολύ γιατί είναι πολύ μικρότερο».
«Και το κάστρο; Τι τρέχει με αυτό; Νόμιζα ότι είναι αυτοδημιούργητος» είπε η Λόρα.
«Και εγώ δεν είχα καταλάβει καλά, αλλά ο Αλεξ μού είχε πει ότι η οικογένεια του Φίλιπ ήταν πολύ πλούσια στο παρελθόν. Είχαν και κάποιον τίτλο. Αλλά η συντήρηση του κτιρίου εξαθλίωσε τους προπαππούδες του και έτσι τους έμεινε το κάστρο αλλά καθόλου λεφτά. Οι γονείς του δεν είχαν φοβερή οικονομική άνεση αλλά ο πατέρας του επέμενε να το κρατήσουν και να μην το πουλήσουν για να το έχουν τα παιδιά τους. Όταν πήγα εγώ είχε υγρασία και μόνο μερικά δωμάτια είχαν θέρμανση. Και ο κήπος ήταν απεριποίητος. Δεν είναι πολύ μεγάλο, αλλά είναι παλιό και έτσι πρέπει όλα να γίνουν από την αρχή. Ο Φίλιπ το αποκαλούσε «βραχνά» αλλά μιλούσε πάντα με αγάπη».
«Λογικό. Εκεί πέρασε τα παιδικά του χρόνια» είπε η Κατ και έγνεψαν και οι τρεις.
«Ούτε ένα σταθμό της προκοπής δε βρήκαμε. Τι στο καλό ακούνε εδώ πέρα στην Ευρώπη;» είπε η Λόρα και γέλασαν. Άλλαξε σταθμό αλλά δε βρήκαν κάτι ζωηρό. Η ώρα ήταν 02.30 και νύσταζαν αλλά είχαν ακόμα δρόμο. Έπρεπε να βρουν το Ρότσεστερ και μετά το κάστρο. Πόσα κάστρα να υπήρχαν όμως; Σωστά;

«Να σταματήσουμε κάπου να πάρουμε έναν καφέ» είπε η Λόρα.
«Λες να βρούμε πουθενά;» ρώτησε η Κατ.
«Όχι. Μόνο Στην Αμερική έχει καφέ μετά τα μεσάνυχτα» τις πείραξε η Σοφία και μετά από μερικά χιλιόμετρα σταμάτησε κάπου και τους πήρε ό,τι χρειάζονταν. Ήταν καλές φίλες και άξιζαν το καλύτερο.
«Θεέ μου, πόσο ελπίζω να μας αφήσει να κοιμηθούμε εκεί» είπε ναζιάρικα η Λόρα. «Δεν έχουμε φέρει ούτε οδοντόβουρτσα. Θεέ μου, τι κατάντια!»
«Κάτσε πρώτα να θέλει να μας δει!» είπε η Σοφία εκφράζοντας την ανασφάλειά της. Η Κατ γέλασε.
«Θα θέλει. Σε λατρεύει» είπε επίμονα.

«Να το!» τσίριξε η Σοφία μετά από δέκα λεπτά. Είχαν ρωτήσει σε ένα μπαρ για το κάστρο της οικογένεια Χάρινγκτον και τους είπαν χοντρικά να κινηθούν δυτικά για τρία χιλιόμετρα. Το είδαν πάνω σε ένα ύψωμα και η Σοφία το αναγνώρισε αμέσως. Έβλεπε τη θάλασσα και έδειχνε επιβλητικό.
«Καλέ αυτό…είναι…ουάο!» είπε η Λόρα όχι και τόσο εύγλωττα.
«Φαντάζομαι πια ο Φίλιπ έχει την οικονομική δυνατότητα να το κάνει…παλάτι. Θα έχει και θέρμανση» είπε η Κατ και γέλασαν.
«Και…φύλακα» είπε ξερά η Σοφία πλησιάζοντας την τεράστια σιδερένια πύλη. Ένας άντρας βγήκε από το φυλάκιο και πλησίασε το αμάξι. Όλα ή τίποτα. Δε θα είχαν τον προνόμιο του αιφνιδιασμού αν της ανήγγειλε. Τι θα του έλεγαν;
«Διάολε» είπε η Κατ και κατέβηκε από το αμάξι.
«Τι θα πεις;» ρώτησε η Σοφία γεμάτη ανησυχία αλλά η Κατ δεν απάντησε.
Μετά από μια ολιγόλεπτη συζήτηση, η Κατ μπήκε στο αμάξι και ο φύλακας άνοιξε την πύλη.
«Τι…τι του είπες;» ρώτησε η Λόρα.
«Του είπα την αλήθεια» είπε η Κατ. «Τα διάνθισα λιγάκι. Πετύχαμε ευαίσθητη ψυχή» γέλασε και η Σοφία γούρλωσε τα μάτια.
«Θεέ μου! Ξέρει ότι εγώ…»
«Όχι ρε!» είπε η Κατ. «Του έδειξα τη Λόρα».

Τα κορίτσια γελούσαν μέχρι που πάρκαραν το αμάξι έξω από μια τεράστια πόρτα που θύμιζε κεντρική είσοδο. Ήταν σαν να είχαν γυρίσει στον 18ο αιώνα.
«Λες να μας ανοίξει κάποιος ιππότης;» γέλασε η Λόρα. Στέκονταν απέξω και δεν ήξεραν τι να κάνουν.
«Να χτυπήσουμε;» ρώτησε η Κατ.
«Οχι ακόμα. Ντρέπομαι» είπε η Σοφία και περίμεναν. Κοιτούσαν γύρω το πυκνό σκοτάδι. Είχε αρχίσει να φοβάται λιγάκι. Είχε ταλαιπωρήσει και πολύ τις φίλες της. Πήρε μια ανάσα και χτύπησε δυνατά το σιδερένιο χέρι πάνω στην δρύινη πόρτα.

Η πόρτα άνοιξε και η Κατ τσίριξε με ενθουσιασμό μπροστά στα μούτρα του γκριζομάλλη κυρίου!
«Ένας μπάτλερ! Απίστευτο!»


Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Κεφάλαιο 67-τα ταν!!!

«Μας συγκίνησες» της είπε η Λόρα και την αγκάλιασε όταν η τελετή τέλειωσε και μπόρεσαν να μείνουν για λίγο μόνες. Η Κατ πήρε ένα ποτήρι σαμπάνια από έναν σερβιτόρο και της το πρόσφερε. Βρίσκονταν στη μια μικρή και σεμνή δεξίωση που ακολούθησε την τελετή.
«Σας ευχαριστώ για όλα» ήταν το μόνο που τους είπε και τους ζήτησε συγγνώμη. Το είχε αποφύγει ώρα αλλά έπρεπε να μιλήσει στους δικούς της για λίγο και μετά να επιστρέψει στην παρέα της.

«Ωραία καναπεδάκια» είπε ο πατέρας της φανερά αμήχανος. Της είχε ήδη πει ότι λυπόταν που είχε χάσει διάφορες βραβεύσεις της αλλά της είχε υποσχεθεί να είναι πάντα εκεί στο μέλλον.
«Συγχαρητήρια και πάλι» της είπε ο Αλεξ και την αγκάλιασε. Η Σοφία χαμογέλασε αλλά δεν έμεινε πολύ στην αγκαλιά του. Δεν ένιωθε ακόμα απολύτως καλά μαζί του. Θα χρειαζόταν χρόνος για να γιατρευτεί η αξιοπρέπειά της.
«Σας ευχαριστώ που ήρθατε και πάλι» είπε και στους δύο. «Ελπίζω να μη μετανιώνετε ακόμα που δεν ανέλαβα τις επιχειρήσεις του μπαμπά» είπε ανάλαφρα. Το θέμα αυτό αποτελούσε για μερικά χρόνια το παράπονο του μπαμπά της αλλά όχι πια. Είχε πάρει απόφαση ότι ήθελε να ασχοληθεί με την επιστήμη. Απόψε του απέδειξε ότι είχε και δίκιο.
«Δόξα τω Θεώ!» γέλασε ο πατέρας της. «Θα επένδυες όλα τα λεφτά μας σε χορηγίες και υποτροφίες!».
«Δεν είναι τόσο χαζή!» επενέβη ο αδερφός της και γέλασαν και οι τρεις. Η Σοφία χαλάρωσε κάπως. Ήταν ακόμα άσχημη η κατάσταση ανάμεσά τους και ήταν πληγωμένη, αλλά ακόμα και μέσα σε όλη τη στάχτη έβλεπε κάτι θετικό. Ίσως χρειαζόταν σε όλους τους ένα χαστούκι  για να θυμηθούν ότι ήταν οικογένεια και ότι έπρεπε να προσπαθήσουν για αυτό.
«Ο…εκείνος…δεν ήρθε» παρατήρησε ο πατέρας της και η Σοφία τον κοίταξε ξαφνιασμένη.
«Έχει και όνομα» είπε ήρεμα, αλλά ο θυμός άρχιζε να την κατακλύζει ξανά.
«Ναι, έχεις δίκιο. Ο Φίλιπ» είπε ο πατέρας της αμέσως. Έδειχνε να ντρέπεται.
«Δεν ήρθε. Δεν τον κάλεσα» τους είπε εκείνη. «Ωστόσο θα ήθελα να είναι εδώ απόψε» ξεκαθάρισε για να μην μένουν με λάθος εντυπώσεις. «Ο Φίλιπ με στήριξε πολύ στην απόφασή μου να σπουδάσω Βιολογία όταν όλοι μου έλεγαν να ασχοληθώ με επιχειρήσεις, όταν όλοι μου έλεγαν να αφήσω τα μικροσκόπια για τους άντρες».
«Εμείς πάντα σε στηρίζαμε…» ξεκίνησε να λέει ο Αλεξ.
«Δεν είχες χρόνο για τη μικρή σου αδερφή όταν σπούδαζες και δε σε κατηγορώ. Ο Φίλιπ μού στάθηκε πολύ και με βοήθησε να κάνω αυτό που αγαπώ».
«Είχατε σχέσεις από τότε;» τη ρώτησε και η Σοφία απελπίστηκε.
«Αλεξ, έλεος πια! Αν θες να ξέρεις, τον αγάπησα την πρώτη στιγμή που τον είδα σπίτι μας, οπότε αν ψάχνεις να κατηγορήσεις κάποιον κοίτα στον καθρέπτη! Εσύ τον έφερες σπίτι!» του χαμογέλασε ειρωνικά.
«Και πότε…;»
«Δεν είναι η κατάλληλη ώρα» τον διέκοψε ο πατέρας του με μια απότομη κίνηση αλλά η Σοφία δε σταμάτησε.
«Μετά το στοιχηματάκι σας» διευκρίνισε. «Μετά από πολλή δική μου πίεση» τους σόκαρε. «Τι; Νομίζατε ότι με παρέσυρε; Ούτε καν. Τον παρακάλεσα».
«Εσύ; Αυτόν;» τη κοίταξε σοκαρισμένος ο αδερφός της.
«Είναι ο πιο τρυφερός, ο πιο όμορφος και ο πιο έξυπνος άντρας που έχω γνωρίσει και τον αγαπώ με όλη μου την καρδιά από τότε που ήμουν παιδάκι» είπε με μια ανάσα. «Το ότι δεν είναι εδώ απόψε μπορεί εσάς να σας ανακουφίζει και να νομίζετε ότι σημαίνει κάτι, αλλά σας διαβεβαιώνω ότι τόσο εκείνος όσο κι εγώ θα θέλαμε να είναι εδώ απόψε».
«Και γιατί δεν είναι;» ρώτησε ο πατέρας της. Η Σοφία ήλπιζε να σταματήσει αυτό το θέμα με τον Φίλιπ επιτέλους. Δεν άντεχε άλλο την Ιερά Εξέταση.
«Φαντάζομαι για να μην κάνει σκηνή» του είπε ήρεμα.
«Δεν μπορεί να σε έχει πείσει τόσο πολύ» της είπε αυστηρά.
«Είστε τυφλοί και δεν βλέπετε ότι με κάνει ευτυχισμένη» τους είπε απλά και απομακρύνθηκε από κοντά τους. Επέστρεψε στα παιδιά.

Η Κατ την τράβηξε λίγο στην άκρη. «Πώς νιώθεις;» τη ρώτησε. Δεν ωφελούσε να κρύβεται από τη φίλη της.
«Καλά, καλά» απάντησε ήρεμα. «Ξέρω ότι του ζήτησα να κρατηθεί μακριά μου και σίγουρα δεν θα ήθελε να κάνει σκηνή, αλλά κάπου μέσα μου…περίμενα να έρθει απόψε» είπε και σταδιακά είδε τη Κατ να μισανοίγει το στόμα μπερδεμένη.
«Τι έγινε;» τη ρώτησε.
«Σε ρώτησα αν είσαι καλά επειδή σε είδα που μιλούσες με τους δικούς σου» είπε η Κατ και η Σοφία γέλασε αμήχανα.
«Α συγγνώμη, αλλά μάλλον έψαχνα να ξεσπάσω. Περίμενα να έρθει» παραδέχτηκε. «Του είπα ότι δεν υπάρχει λόγος να περιμένει και ότι δεν μπορώ να τον εμπιστευτώ πια. Ξέρεις. Σου τα έχω πει ήδη όλα εκατό φορές. Και συνεχίζει να μου στέλνει μηνύματα και να με αναστατώνει αλλά δεν έχω ακόμα καταλάβει αν μπορώ να γυρίσω κοντά του. Είμαι πολύ μπερδεμένη. Κανείς δεν καταλαβαίνει πώς νιώθω, ούτε κι εγώ, και πονάω, αλλά δε θέλω να του δώσω να καταλάβει…»
«Ωπα! Πάρε μια ανάσα!» τη σταμάτησε η Κατ και την κοίταξε ανήσυχη. «Δεν καταλαβαίνω καν τι λες. Ηρέμησε».
«Ήθελα να είναι εδώ» είπε στη φίλη της για τρίτη φορά και συνειδητοποίησε πόσο πολύ της είχε λείψει τόσο καιρό που είχε να τον δει. Δεν το ήθελε, αλλά δάκρυα άρχισαν να κυλούν στο μάγουλό της. Η Κατ την οδήγησε σε μια άκρη και την έκρυψε από τα αδιάκριτα βλέμματα. Η Λόρα πλησίασε αμέσως.
«Τι έγινε;»
«Δεν ήρθε» είπε η Σοφία και σκούπισε τα δάκρυά της. «Ήθελα να έρθει» παραπονέθηκε.
«Ήρθε» είπε η Λόρα ξαφνικά και η Σοφία την κοίταξε.
«Τι; Πού;» κοίταξε τριγύρω.
«Παρακολούθησε την τελετή από τις καμπίνες διερμηνείας. Δεν μπορούσε να τον δει κανείς αλλά εκείνος είδε τα πάντα» εξήγησε. «Μας το είπε χθες για να το ξέρουμε, μήπως τυχόν και…εκφράσεις παράπονο».
Η Σοφία γέλασε μέσα στα δάκρυά της. «Με ξέρει τόσο καλά. Πού είναι τώρα;» ρώτησε. Ήθελε να πάει κοντά του.
«Νομίζω ότι είπε κάτι για το πατρικό του» είπε η Κατ. «Τι…σκέφτεσαι;» τη ρώτησε με γουρλωμένα μάτια.

«Κορίτσια» είπε χαμογελώντας πονηρά η Σοφία «έχετε πάει ποτέ σε κάστρο;»

mperdema

διαβάστε κάτω το 65 και παρακάτω το 66!

κεφάλαιο 65-επιδόρπιο;

«Έχεις πολύ θράσος» του είπε αλλά η καρδιά της κόντευε να σπάσει.
«Το ξέρω, αλλά ωστόσο θέλω να το σκεφτείς» είπε εκείνος και σταύρωσε τα χέρια του μπροστά του. Έδειχνε ήρεμος και μιλούσε αργά αλλά η Σοφία καταλάβαινε ότι είχε άγχος.
«Ακόμα καλά καλά δε μου είπες όλη την αλήθεια και θες να τα ξαναβρούμε;» θύμωσε εκείνη. Για πόσο εύκολη την περνούσε;
«Σου είπα όλη την αλήθεια και θέλω να τα ξαναβρούμε. Αλλά προτίθεμαι να περιμένω» επέμεινε εκείνος.
«Τα πράγματα έχουν…πάρει άσχημη τροπή. Ακόμα και να ήθελα, έχουν γίνει τόσα πολλά, δεν ξέρω…» ψέλλισε. Σταμάτησε απότομα γιατί δεν είχε ιδέα τι θα έλεγε το ηλίθιο στόμα της.
«Καταλαβαίνω ότι σε ανησυχεί η γνώμη των δικών σου για μένα, αλλά αυτό θα το παλέψουμε μαζί» της είπε δυναμικά.
«Αδιαφορώ για τη γνώμη των δικών μου!» ύψωσε τον τόνο της φωνής της. «Δεν θα λογάριαζα κανέναν για να είμαι μαζί σου».
«Πολύ χαίρομαι γιαυτό» χαμογέλασε εκείνος δειλά.
«Κάποτε. Όχι τώρα. Τώρα πιστεύω ότι αξίζω κάτι καλύτερο από ένα στοίχημα που απλώς πήγε στραβά».
«Πώς μπορεί να το λες αυτό; Τίποτα δεν πήγε στραβά. Από αυτό το ηλίθιο στοίχημα ήρθαμε κοντά. Βρήκαμε ένα εμπόδιο. Θα το ξεπεράσουμε. Μαζί».
«Πίστευες ότι δε θα το μάθω ποτέ; Ότι θα με κοροϊδέψεις;»
«Στην αρχή προσπάθησα να αντισταθώ στην έλξη μεταξύ μας. Θυμάσαι» της είπε σοβαρά και εκείνη έγνεψε. Όντως είχε προσπαθήσει και παρόλο που φαινόταν ότι την ήθελε τον προκάλεσε πολύ για το πρώτο φιλί και όλα τα υπόλοιπα. «Μετά, σύντομα κατάλαβα ότι δεν είναι κάτι επιπόλαιο και σκέφτηκα να μιλήσω στον αδερφό σου για να είμαι ξεκάθαρος αλλά για μια μικρή περίοδο δεν τον έβρισκα στο τηλέφωνο».
«Ισχύει ότι μια περίοδο δεν είχε σήμα» του είπε. Κι εκείνη τον έψαχνε.
«Κάπου στο ενδιάμεσο άρχισα να φοβάμαι τι θα συμβεί αν σε χάσω και έκανα όλες τις λάθος επιλογές. Πίστευα ότι κερδίζω χρόνο. Σκόπευα να μιλήσω στον Αλεξ από κοντά. Ήξερα ότι θα ερχόταν κάποια στιγμή. Δεν ξέρω. Εγώ φταίω για όλα» παραδέχτηκε συντετριμμένος.
«Εντάξει, ηρέμησε» προσπάθησε να τον καλμάρει. Δεν περίμενε ποτέ να τον δει να απολογείται με τόση ταπεινότητα.
«Θα ηρεμήσω όταν γυρίσεις σπίτι μας» της είπε εκείνος κοιτώντας τη σταθερά. Η Σοφία κατέβασε το βλέμμα στο τραπεζομάντιλο και κοίταξε την ύφανση με προσήλωση.
«Δεν ξέρω τι να πιστέψω ακόμα. Θέλω λίγο χρόνο» του είπε μετά από λίγο.
«Καταλαβαίνω και σε παροτρύνω να το κάνεις. Θέλω να είσαι σίγουρη για εμάς πριν επιστρέψεις. Θα έχουμε πολλά να αντιμετωπίσουμε και πρέπει να είμαστε ενωμένοι».
«Γιατί όλα πρέπει να είναι τόσο δύσκολα μαζί σου;»
«Δεν ξέρω» γέλασε εκείνος και άπλωσε το χέρι του. Σκέπασε το δικό της μερικά δευτερόλεπτα, πριν η Σοφία το τραβήξει λες και την τσουρούφλισε.
«Δεν έχω άλλα ψυχικά περιθώρια. Με έχεις διαλύσει δύο φορές».
«Δε θα υπάρξει τρίτη».
«Πώς μπορεί να το ξέρεις;».
«Λάθη θα κάνω, αλλά δε σκοπεύω να σε πληγώσω ξανά».
«Έχεις σκοπό να αλλάξεις προσωπικότητα;»
«Μην είσαι σκληρή».
«Εσύ με έκανες έτσι».
«Τότε άφησέ με να σε μαλακώσω ξανά. Σου δίνω όσο χρόνο θες και απόλυτη εμπιστοσύνη ότι μέχρι να μου δώσεις την απάντησή σου δε θα ξαναφλερτάρεις με άλλον άντρα!» της γέλασε.
«Θα κάνω ό,τι θέλω» σούφρωσε τα χείλη της.
«Θα σου κόψω τα πόδια!»
«Θα φλερτάρω και στο καροτσάκι».
«Φλέρταρε με μένα αν θες»
«Σιγά τον δύσκολο στόχο…»
«Μη με προκαλείς. Προσπαθώ με δυσκολία να κρατήσω ένα επίπεδο» είπε εκείνος.
«Φίλιπ, φοβάμαι να σε πιστέψω» του είπε εκείνη με κάθε ειλικρίνεια.

«Μου λείπεις» απάντησε εκείνος βραχνά. «Θα σε περιμένω όσο χρειαστεί και θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις για να με εμπιστευτείς ξανά».

Κεφάλαιο 66-θα ήθελα να ευχαριστήσω την Ακαδημία...

«Καλωσορίζουμε στο πόντιουμ, μια  διακεκριμένη ερευνήτρια στο χώρο της εφαρμοσμένης βιολογίας, μεταδιδακτορική φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και φετινή νικήτρια του βραβείου Πέριν και του χρηματικού ποσού των 50.000 δολαρίων. Ένα θερμό χειροκρότημα για τη μεγάλη επιστήμονα, δρα Σοφία Κολτ» είπε ο παρουσιαστής της τελετής και το κοινό χειροκρότησε δυνατά. Γύρω της βρισκόταν όλη η επιστημονική κοινότητα, ακαδημαϊκοί, νομπελίστες και ερευνητές. Δε βραβευόταν μόνο αυτή απόψε, αλλά κυρίως αυτή. Είχε κερδίσει το μεγαλύτερο βραβείο χάρη στις εμπορικές προεκτάσεις που είχε η ανακάλυψή της. Χαμογέλασε δειλά στον κόσμο που τη χειροκροτούσε και σηκώθηκε ντροπαλά από το κάθισμά της. Η Λόρα και η Κατ που κάθονταν δίπλα της την τσίμπησαν ενθαρρυντικά και της έστρωσαν διακριτικά την τουαλέτα της.

Περπάτησε τα λίγα βήματα  που τη χώριζαν από τη σκηνή σκεπτόμενη ότι ένιωθε σαν μεγάλη σταρ. Βέβαια, για όλους αυτούς τους ανθρώπους εκεί μέσα ήταν κάτι παρόμοιο. Εκείνη μπορεί να μην ένιωθε ξεχωριστή, αλλά ίσως είχε έρθει καιρός να εκτιμήσει λίγο τη νίκη της. Ήταν σταρ. Αυτό ήταν. Και απόψε θα το ζούσε, παρόλο που το μυαλό της είχε συννεφιάσει από αρνητικές σκέψεις.

Στο πίσω μέρος της αίθουσας, μαζί με τους συγγενείς, κάθονταν ο πατέρας και ο αδερφός της. Τους είχε συναντήσει το πρωί, μιας και διέμεναν στο ίδιο ξενοδοχείο. Η τελετή γινόταν στο Λονδίνο και της προκάλεσε τεράστια έκπληξη που αποφάσισαν να έρθουν. Είχαν μιλήσει λιγάκι στο τηλέφωνο μέσα στις δύο βδομάδες που μεσολάβησαν από την επιστροφή της από το Λας Βέγκας και την αποψινή τελετή. Δεν ήταν ότι την είχε πείσει ο Φίλιπ να τους μιλήσει. Είχε αρχίσει κι εκείνη να νιώθει άσχημα. Φυσικά η πρώτη της αντίδραση μόλις έμαθε για το σκοπό τους να παρευρεθούν ήταν να τους κατηγορήσει ότι πολύ αργά το θυμήθηκαν να τη στηρίξουν και ότι το κάνουν μόνο για να την ελέγχουν αλλά ο αδερφός της της είπε ότι απλώς συνειδητοποίησαν ότι είχε δίκιο όταν τους είπε ότι ήταν απόντες και προσπαθούσαν να το διορθώσουν. Δέχτηκε λοιπόν την παρουσία τους και προσπάθησε να είναι ήρεμη. Μόνο μία φορά έχασε τον έλεγχο. Όταν ο αδερφός της άρχισε να της λέει ότι ο Φίλιπ κατάφερε να τη στρέψει εναντίον τους και άλλα τέτοια. Ήταν πολύ άδικο και του το ξέκοψε με ένα απότομο «κόφτο». Πρέπει να το είπε πολύ πειστικά γιατί ο αδερφός της το βούλωσε αμέσως. Του ξεκαθάρισε ότι θα συνεχίσει να τους μιλάει μόνο υπό τον όρο ότι δε θα κακολογούν τον Φίλιπ.

Ανέβηκε τις σκάλες αργά, βρίζοντας σιωπηρά τη Λόρα. Εκείνη είχε επιμείνει να διαλέξει ένα φόρεμα με σκίσιμο στο πλάι για να δείξει «ότι είναι και γυναίκα εκτός από επιστήμονας». Λες και δε φαινόταν ότι είναι γυναίκα. Τουλάχιστον ήταν πολύ όμορφο, μπλε ανοιχτό, σχεδόν ασημί και λείο σαν μετάξι. Όχι ότι την ενδιέφερε και τόσο πολύ. Δεν υπήρχε και κάποιος να εντυπωσιάσει. Απόψε βραβευόταν το μυαλό της και όχι τα μπούτια της.

«Ευχαριστώ» είπε όταν πήρε το κρυστάλλινο βραβείο από τον παρουσιαστή. Εκείνος έκανε μια βαθιά υπόκλιση προς το μέρος της και όλη η αίθουσα σείστηκε ξανά από το χειροκρότημα. Σηκώθηκαν όλοι και τη χειροκροτούσαν ενώ στη γιγαντοοθόνη έπαιζε ένα σύντομο βίντεο που έδειχνε την πορεία της έρευνάς της.

«Πόσο χρόνο έχω;» ρώτησε όταν στάθηκε στο πόντιουμ και προσάρμοσε το μικρόφωνο στο ύφος της. Ο παρουσιαστής έφερε το μικρόφωνο στο στόμα του και της είπε χιουμοριστικά. «Όσο χρόνο θέλετε! Δεν είμαστε στα Οσκαρ». Ένα κεφάτο γέλιο απλώθηκε στην αίθουσα και η Σοφία χαλάρωσε κάπως. Καθάρισε τη φωνή της.

«Μετανιώνω που δεν προετοίμασα κάτι» ξεκίνησε ντροπαλά και ο κόσμος γέλασε ξανά. Κοίταξε από ψηλά την αίθουσα. Φλας άστραφταν, φώτα έλουζαν την αίθουσα αλλά έβλεπε μπροστά της ένα σωρό άτομα. Όλο το τμήμα της στις μπροστινές θέσεις, τους δικούς της πίσω πίσω, διακεκριμένους επιστήμονες, φίλους τους και συμφοιτητές. Η καρδιά της βούλιαξε. Κι ας μην ήθελε να το παραδεχτεί.
«Ευχαριστώ τους συνεργάτες μου» είπε και τους έδειξε στο κοινό. Η Λόρα, ο Πίτερ, ο Τζόναθαν η Κατ και όλοι οι υπόλοιποι σηκώθηκαν ξεδιάντροπα και χαιρέτησαν το κοινό. «Ήσασταν η καλύτερη παρέα σε όλο αυτό το ταξίδι. Ευχαριστώ τον δρα Λόιντ για την υποστήριξη και την υπομονή του» είπε και είδε τον επιβλέποντά της να της γνέφει ντροπαλά. Ήταν συγκινημένος. «Ευχαριστώ τον πατέρα και τον αδερφό μου που πίστευαν πάντα σε μένα» είπε και έδειξε τους δύο άντρες που χαμογελούσαν με περηφάνια. «Ευχαριστώ τους πολύτιμους βοηθούς αυτής της έρευνας, τους ναυτικούς και τους δύτες και κυρίως τον Βλάντιμιρ Ποπόφ, που βούτηξε μαζί με κίνδυνο της ζωής του, για να μαζέψουμε τα δείγματα που ήθελα. Σε αγαπώ, Βλάντιμιρ» είπε και έδειξε τον φίλο της, καθισμένο κοντά στον πατέρα της, δίπλα στη γυναίκα και τα δύο παιδιά του. Δεν τον είχε ξαναδεί να φοράει σμόκιν. Ήταν εντυπωσιακός. Έδειχνε κι εκείνος πολύ συγκινημένος, αλλά δεν το έκρυψε. Σκούπισε τα δάκρυά του και της έστειλε ένα φιλί από μακριά.
«Τέλος, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον όμιλο Χάρινγκτον για τους πόρους που διευκολύνουν τη δουλειά μας καθημερινά στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Τον ευχαριστώ και προσωπικά για την διακριτική υποστήριξη κατά τη διάρκεια της έρευνας» κατάπιε με δυσκολία και σταμάτησε. Γιατί; Γιατί τον ευχαριστούσε προσωπικά; Εκείνος δεν ήταν καν εκεί. Κι όμως. Ένιωθε ότι του το χρωστούσε.
«Μετά από ένα παράξενο συνειρμό» είπε και χαμογέλασε πονηρά προς τις φίλες της γιατί μόνο αυτές θα καταλάβαιναν «αφιερώνω αυτό το βραβείο» είπε δυναμικά και το σήκωσε με το δεξί της χέρι ψηλά «σε όλους αυτούς τους αφανείς ήρωες εκεί έξω, που μας υπομένουν αγόγγυστα» είπε και σιωπή απλώθηκε ξαφνικά από κάτω. «Όλους αυτούς που περιμένουν να τελειώσει η λογοδιάρροιά μας για τα μιτοχόνδρια για να μας ρωτήσουν τι θα φάμε απόψε, όλους τους συντρόφους εκεί έξω που μας φτιάχνουν τσάι όταν εμείς χάνουμε την επαφή με το χρόνο, όλους αυτούς που περιμένουν υπομονετικά να τελειώσει η έρευνά μας για να τους δώσουμε λίγη σημασία. Όλους αυτούς που κάνουν τη ζωή μας πιο όμορφη και χωρίς αυτούς δε θα είχαμε κουράγιο να συνεχίσουμε. Σε όλους εσάς» είπε, φανερά συγκινημένη και είδε δάκρυα σε πρόσωπα γυναικών αλλά και αντρών στο κοινό. Συζύγους, άντρες και συντρόφους συναδέλφων της, που μάλλον περνούσαν όσα είχε περιγράψει. Το χειροκρότημα δεν έλεγε να καταλαγιάσει, η αίθουσα σειόταν από τα σφυρίγματα και όλοι στέκονταν όρθιοι ακόμα και όταν εκείνη κάθισε στη θέση της.

Ήταν χαρούμενη και ένιωθε ότι είχε ολοκληρώσει ένα πετυχημένο κύκλο απόψε. Είχε πετύχει κάποιους στόχους αλλά ήταν καιρός να ασχοληθεί με όσα την έκαναν να μην μπορεί να αναπνεύσει.