Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

κεφάλαιο 32-δεξιώσεις



Η Ινγκριντ μισούσε που είχε δίκιο. Και ενώ ο Τζάρεντ έκανε ό,τι μπορούσε για να περνάει μαζί της χρόνο, οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές και κανείς δεν μπορούσε να τις αντιμετωπίσει καλύτερα από εκείνον. Το αποτέλεσμα; Ερχόταν στο κρεβάτι μεσάνυχτα και κάπου στις έξι το πρωί σηκωνόταν για δουλειά. Το πιο άσχημο όμως δεν ήταν το πόσο κουρασμένος ήταν. Αλλά οι ενοχές που ένιωθε απέναντί της. Και παρόλο που προσπαθούσε να τον ηρεμήσει και να τον πείσει ότι όλα είναι καλά μεταξύ τους, εκείνος έδειχνε να είναι πάντα πολύ λυπημένος που δεν μπορούσε να περάσει περισσότερο χρόνο μαζί της.

«Είναι και αυτή η ηλίθια ιστορία…» της είπε ο Πάτρικ. Βρίσκονταν σε μια μικρή δεξίωση εγκαινίων μιας βιβλιοθήκης που είχε εκείνη αποφασίσει να ανοίξει σε μια απομακρυσμένη περιοχή με πολλούς μαθητές αλλά λίγους πόρους. Ο Τζάρεντ δεν μπορούσε να παρευρεθεί λόγω προγράμματος.
«Δεν έχω ιδέα καν πώς διέρρευσε αυτή η βλακεία» είπε η Ινγκριντ. Την είχε λυπήσει πολύ το γεγονός ότι υπήρχαν ακόμα φυλλάδες που μπορούσαν να δημοσιεύουν αισχρά ψεύδη. Αλλά ο Τζάρεντ  προσπαθούσε να βρει άκρη στο νήμα και δεν ήθελε να τον ενοχλεί με περαιτέρω ερωτήσεις.
«Δεν είναι και δύσκολο» είπε ο Πάτρικ ψιθυρίζοντας προς το μέρος της. «Είστε έξι μήνες παντρεμένοι και δεν έχετε ακόμα ανακοινώσει εγκυμοσύνη. Και αυτός ο Φίοντορ…» είπε ο Πάτρικ σχεδόν φτύνοντας το όνομα. «Όπου σταθεί και όπου βρεθεί, σε κάθε συνέντευξη κάθεται και λέει ότι ανυπομονεί να γίνει παππούς».
«Είναι για να δείξει ένα πιο ανθρώπινο πρόσωπο. Έχει πέσει η δημοτικότητά του. Θέλει να φανεί πιο συμπαθής, πιο προσιτός. Τάχαμ περιμένει εγγονάκι» είπε σκεπτική η Ινγκριντ. Ο πεθερός της δεν είχε κάτσει ήσυχος από τη στιγμή που έφυγε από το παλάτι. Φυσικά.
«Ναι, αλλά ασκεί πίεση. Και ποιος μας λέει ότι δεν ξεκίνησε αυτός την ιστορία ότι έχεις πρόβλημα και δεν μπορείς να κάνεις παιδιά;» τη ρώτησε. Η Ινγκριντ ήπιε λίγη από τη σαμπάνια της για να κατέβει ο κόμπος που είχε στο λαιμό της μερικές μέρες τώρα που είχε ξεσπάσει το σκάνδαλο. Ο Τζάρεντ τη βρήκε στο κρεβάτι να κλαίει και τη παρηγορούσε για ώρες, μιλώντας της τρυφερά μέχρι να την ηρεμήσει.
«Πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε μια επίσημη ανακοίνωση» είπε ο Πάτρικ. Το είχε προτείνει ξανά αλλά ο Τζάρεντ το απέκλεισε.
«Είναι δυνατόν να απαντήσουμε; Σε κάθε βλακεία που λένε θα βγαίνουμε να λογοδοτούμε;» είπε η Ινγκριντ. «Δεν θα δώσουμε καν αξία σε ψευδή δημοσιεύματα».
«Δική σας απόφαση είναι» ανασήκωσε τους ώμους του, φανερά αντίθετος με την απόφασή τους. Δεν την ένοιαζε όμως.
«Θα κάνουμε παιδί όταν θέλουμε» είπε αποφασιστικά. Εκείνη ήθελε πολύ να κάνει παιδί με τον Τζάρεντ και ας ήταν νωρίς. Αλλά καταλάβαινε ότι γνωρίζονταν μόλις έξι μήνες και ήταν «μαζί» κάπου ένα μήνα. Δεν περίμενε να είναι εύκολη μια τέτοια απόφαση και ο Τζάρεντ δεν την είχε πιέσει ούτε μία φορά.
«Φυσικά» είπε ουδέτερα ο φίλος της και απομακρύνθηκε για να χαιρετίσει τον υπουργό παιδείας που παρευρισκόταν στη δεξίωση.

Εκείνη κατευθύνθηκε προς τον θείο της. Έδειχνε απόμακρος τον τελευταίο καιρό, αλλά δεν τον αδικούσε. Η ξαδέρφη της είχε ένα ατύχημα με το ποδήλατο και είχε σπάσει άσχημα το πόδι της.
«Είσαι καλά, θείε;» τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Εκείνος της χαμογέλασε ζεστά και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της.
«Λίγο σκεπτικός μόνο» παραδέχτηκε. «Η Βεατρίκη γκρινιάζει αφόρητα».
«Θα πονάει μάλλον» προσπάθησε να υποστηρίξει την ξαδέρφη της.
«Σε βλέπω να αντιμετωπίζεις με στωικότητα όλες τις δυσκολίες και αναρωτιέμαι γιατί εμένα τα παιδιά μου είναι τόσο…μαλθακά» είπε εκείνος.
«Έχω βοήθεια» γέλασε η Ινγκριντ. «Και εγώ αν δεν είχα τον Τζάρεντ δεν ξέρω αν θα ήμουν τόσο ψύχραιμη. Θυμάσαι πώς ήμουν…πριν». Ήταν η πρώτη φορά που έλεγε στο θείο της κάτι τέτοιο. Εκείνος χαμογέλασε ξανά.
«Είχα προσέξει κάποια αλλαγή» είπε ντροπαλά. «Δεν ήθελα να σε ρωτήσω, αλλά μιας και το ανέφερες…είστε καλά οι δυο σας;» τόλμησε.
«Είμαστε πολύ καλά» παραδέχτηκε εκείνη. «Δε σου λέω ότι εμπιστεύομαι απόλυτα το λαό του ή τους δικούς του, ούτε ότι δεν ανησυχώ και δεν έχω στιγμές που σκέφτομαι αρνητικά. Αλλά εκείνος κάνει ό,τι μπορεί για να είμαι ευτυχισμένη».
«Φαίνεσαι ήρεμη. Έχω καιρό να σε δω έτσι και παρόλο που είχα αμφιβολίες για τον γάμο, τώρα μπορώ να κοιμάμαι ήσυχος».
«Με προσέχει πολύ» είπε η Ινγκριντ και προσπάθησε να μη συγκινηθεί. Κάθε ελεύθερο λεπτό του το περνούσε μαζί της, μιλώντας, γελώντας, κάνοντας έρωτα. Ήταν τρυφερός και δυναμικός ταυτόχρονα, και τη βοηθούσε πάντα να δει τα πράγματα από οπτικές γωνίες που δεν είχε ιδέα ότι υπήρχαν. «Νιώθω ότι με βοηθάει σε όλα τα επίπεδα. Μαθαίνω μαζί του» συμπλήρωσε.
«Και γιατί κυκλοφόρησαν αυτές οι βλακείες; Έχεις όντως πρόβλημα; Λυπάμαι αν σε κάνω να νιώθεις άβολα, αλλά νιώθω σαν πατέρας σου. Θα μου το έλεγες αν είχες πρόβλημα; Μπορώ να βοηθήσω. Θα πάμε μαζί σε κάποιον γιατρό, όπου χρειαστεί. Για εχεμύθεια. Αμερική, Ιαπωνία, Αγγλία. Πες μου».
«Θειε» τον διέκοψε εκείνη γελώντας. «Δεν νομίζω να έχουμε πρόβλημα. Ο Τζάρεντ μού έχει ξεκαθαρίσει ότι δε θέλει να πιέσει καταστάσεις. Αν είναι να γίνει, θα γίνει» κοκκίνισε.
«Είναι πολύ καλό σημάδι το γεγονός ότι δε σε πιέζει. Δείχνει ότι σε σέβεται, εσένα και τις προτεραιότητές σου. Τις ανάγκες σου. Και φυσικά δείχνει ότι δεν ακούει σαν σκυλάκι αυτόν τον απαράδεκτο πατέρα του!» είπε εκείνος.
«Έχω εκπλαγεί και εγώ» του ομολόγησε, αλλά δεν ήθελε να πει κι άλλα, γιατί γινόταν συναισθηματική. Είχε αρχίσει να τον ερωτεύεται τόσο πολύ και τόσο απεγνωσμένα, που τρόμαζε και η ίδια. Τρόμαζε στην ιδέα ότι μπορεί για κάποιο λόγο να μην ένιωθε κι εκείνος το ίδιο. Ποτέ δεν της είχε μιλήσει για αγάπη. Για έρωτα. Τη διαβεβαίωνε ότι του άρεσε πολύ, ότι τη θεωρούσε όμορφη και της το έδειχνε. Αλλά αγάπη; Ποτέ.


Πέρασε την υπόλοιπη βραδιά μιλώντας με κόσμο, αλλά ανυπομονούσε να γυρίσει σπίτι για να τον δει. Έτσι ένιωθε πάντα ότι ήταν μακριά του. Σαν να έλειπε κάποιο κομμάτι της. Αν μπορούσε να διαλέξει δε θα ένιωθε έτσι. Αλλά δεν μπορούσε να το πολεμήσει. Ήταν αδύναμη μπροστά στο μεγαλείο του. Αυτός ο άντρας ρουφούσε καθημερινά κάθε μόριο της ύπαρξής της. Και εκείνη με χαρά του το πρόσφερε.   

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

κεφάλαιο 31-δωράκι




31

«Δεν είναι ανάγκη να έχεις τόσα μούτρα» την πείραξε εκείνος, όταν επιβιβάζονταν στο τζετ τους. Σε περίπου μισή ώρα θα απογειώνονταν με προορισμό την Γρεδόρα. «Είπαμε εκατό φορές ότι δε θα αλλάξει τίποτα».
«Έχεις μεγάλη αυτοπεποίθηση» είπε εκείνη, προσπαθώντας να σώσει όση αξιοπρέπεια της είχε μείνει. Αλλά μάταια. Πρέπει να ήταν διάφανη μπροστά του. «Απλώς φοβάμαι μήπως έχει αναταράξεις η πτήση λόγω καιρού».
«Μην προσποιείσαι ότι δε λυπάσαι που φεύγουμε. Σου εξήγησα όμως ότι πρέπει να αντιμετωπίσω προσωπικά την κρίση που ξέσπασε στο συμβούλιό μου. Ήδη έχω αργήσει πολύ» της είπε, αγνοώντας επιδεικτικά την αδύναμη δικαιολογία της.
«Καταλαβαίνω. Απλά…»
«Ινκριντ, κοίταξέ με» της είπε απότομα και εκείνη αναγκάστηκε να τον ακούσει. Σήκωσε το βλέμμα της και συνάντησε το δικό του. Η αεροσυνοδός που εκείνη την ώρα περνούσε για να βεβαιωθεί ότι φορούσαν ζώνες, άλλαξε πορεία και τους άφησε μόνους. Μάλλον η ίδια η στάση των σωμάτων τους έδειχνε ότι η συζήτηση ήταν τεταμένη. Η Ινγκριντ ένιωσε όπως ένιωθε κάθε φορά που τον κοιτούσε. Σαν να γλιστρούσε στην άβυσσο. Είχε το πιο καθηλωτικό, το πιο μαγευτικό βλέμμα στον κόσμο. «Έχε μου λίγη εμπιστοσύνη» της είπε σταθερά. «Πρέπει να διευθετήσω το πρόβλημα. Αυτό δε σημαίνει τίποτα. Θα συνεχίσουμε αυτό που ξεκινήσαμε».
«Κι εγώ το θέλω. Απλώς έχω συνδέσει το παλάτι με δυσάρεστες καταστάσεις».
«Είναι καιρός να το γεμίσουμε με ευχάριστες, λοιπόν» της χάιδεψε το μάγουλο και τη βοήθησε να κουμπώσει τη ζώνη της. «Θα κοιμόμαστε μαζί, θα ξυπνάμε μαζί, θα περνάμε χρόνο μαζί».
«Κι όταν έρχονται οι γονείς σου; Όταν μας πιέζουν για παιδί; Όταν οι υποχρεώσεις μάς πνίγουν; Τότε θα τσακωνόμαστε και θα ψυχραίνεσαι;» παραπονέθηκε εκείνη, ανίκανη να ελέγξει τον παραλογισμό της. Ένιωθε ότι το όνειρο είχε τελειώσει. Οι ρυθμοί στο παλάτι ήταν καταιγιστικοί. Ο Τζάρεντ σπάνια είχε ελεύθερο χρόνο και πάντα κάτι τον απασχολούσε. Χρειάστηκε να πάνε για σκι στην άκρη του πουθενά για να τον δει επιτέλους χαλαρό, να γελάει και να αστειεύεται. Αλλιώς, ήταν μονίμως κολλημένος στην οθόνη του υπολογιστή ή του κινητού του.
«Άσε τους γονείς μου να τους χειριστώ εγώ. Προσπαθώ να είμαι ευγενικός απέναντί τους, αλλά αν χρειαστεί, θα τους δείξω ότι είναι ανεπιθύμητοι στο σπίτι μας. Δεν μας ελέγχουν».
«Ο πατέρας σου είναι βασιλιάς ακόμα και…»
«Και εσύ είσαι βασίλισσα. Άρα δεν είμαστε υποδεέστεροι σε τίτλους» της είπε ανάλαφρα. «Αφησέ με να χειριστώ τις πολιτικές εξελίξεις και βοήθησε με όσο μπορείς και θες. Απλώς φρόντισε να περνάμε χρόνο μαζί, να κοιμόμαστε μαζί, να βγαίνουμε βόλτες, να κάνουμε ταξίδια. Είναι δύσκολο αυτό που ζητάω;» τη ρώτησε. Εκείνη έγνεψε αρνητικά.
«Δεν περίμενα ποτέ…ότι θα σε ακούσω να μου λες τέτοια  λόγια» κοκκίνισε και κατέβασε το κεφάλι της. Εκείνος ακούμπησε τον δείκτη του στο σαγόνι της και το ανασήκωσε ώστε να τον κοιτάξει.
«Συγγνώμη αν άργησα να σου δείξω πόσο σε θέλω. Συγγνώμη αν ήμουν απότομος και ψυχρός» απολογήθηκε. «Απλώς με κάνεις να νιώθω ανάξιος».
«Τι; Εσύ;» αντέδρασε εκείνη αλλά τη σταμάτησε.
«Δεν είχα γνωρίσει ποτέ γυναίκα σαν κι εσένα. Τόσο όμορφη, τόσο ευαίσθητη, τόσο ευάλωτη. Σκέφτηκα ότι σου αξίζει κάτι καλύτερο από έναν ψεύτικο γάμο ή από λίγο επιπόλαιο σεξ. Πάντα ήμουν και ένιωθα πρίγκιπας. Ένιωθα ότι μου άξιζε το καλύτερο και δε χρειαζόταν να το διεκδικήσω. Μου προσφερόταν. Εσύ με έκανες να νιώσω πώς είναι να θες κάποιον και να πρέπει να προσπαθήσεις. Πώς είναι να νιώθεις ξαφνικά ανασφάλεια. Να νιώθεις ότι δεν είσαι αρκετά καλός».
«Δεν θα έχεις καθρέπτη φαίνεται» είπε εκείνη ήρεμα και ο Τζάρεντ γέλασε.
«Εγώ σου ανοίγω την ψυχή μου κι εσύ μου λες αστειάκια; Με βλέπεις σαν ένα κομμάτι κρέας;» τη ρώτησε τάχαμ θιγμένος.
«Μου αρέσουν αυτά που λες αλλά και αυτά που κάνεις» του είπε. Κοκκίνισε πάλι, αλλά είχε συνηθίσει. Δεν την πείραζε πια. Της άρεσε να χαλαρώνει μαζί του.
«Η πρώτη μου δουλειά μόλις φτάσουμε στο παλάτι ξέρεις ποια είναι;» τη ρώτησε εκείνος.
«Να ξεπακετάρεις;»
«Θέλω να σου δείξω μερικά πράγματα που έχω σκεφτεί, στα μέρη που τα έχω σκεφτεί» είπε εκείνος, αγνοώντας το χιουμοριστικό σχόλιό της. Το αίμα της πήρε αμέσως φωτιά.
«Μου αρέσει που έχεις πάντα όρεξη» χαμογέλασε στον άντρα της.
«Μου αρέσει που υπάρχεις» της είπε εκείνος και τη φίλησε απαλά στα χείλη.


Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

κεφάλαιο 30-μεθεόρτια




30

«Αν ήξερα ότι ήταν τόσο ωραίο…» είπε η Ινγκριντ και έβγαλε το κεφάλι από το πάπλωμα, «θα είχα ξεκινήσει πιο νωρίς». Ο σφυγμός της δεν είχε ηρεμήσει ακόμα. Ήταν η δεύτερη φορά που έκανε σεξ μαζί του, και η ευχαρίστηση, αν ήταν ποτέ δυνατόν, μόνο μεγάλωνε. Την πρώτη φορά νόμισε ότι θα λιποθυμήσει. Τη δεύτερη, εκτοξεύτηκε στα ουράνια. «Τι είναι;» τον ρώτησε απορημένη, όταν τον είδε να συνοφρυώνεται. «Τι είπα;»
«Είναι εγωιστικό, το ξέρω» της είπε βαθιά και στηρίχτηκε στον αγκώνα του, γέρνοντας κοντά της «αλλά νιώθω βαθιά ικανοποίηση και περηφάνια που εσύ…δεν…ξέρεις…»
«Κοκκίνισες» γέλασε εκείνη.
«Δε θέλω να σκέφτομαι καν την ιδέα ότι θα είχες πάει με κάποιον πριν από εμένα, τώρα που εμείς…ξέρεις…».
«Θα ολοκληρώσεις κάποια πρόταση;» τον πείραξε, αλλά εκείνος δεν χαμογέλασε καν. Έδειχνε σκεπτικός. «Και για να ξεκαθαρίσω την κατάσταση, όταν είπα ότι έπρεπε να έχω ξεκινήσει πιο νωρίς τη σεξουαλική μου ζωή, εννοούσα μαζί σου. Έπρεπε να έχουμε κάνει πιο νωρίς σεξ. Εμείς οι δύο. Μαζί».
«Αν είναι έτσι…» έσκασε ένα λαμπερό χαμόγελο στα χείλη του.
«Μα τι νόμιζες;» χώθηκε στην αγκαλιά του. Η οικειότητα μαζί του ήταν μοναδική. Από τη στιγμή που ξάπλωσε μαζί της στο κρεβάτι μετά την πρόσκλησή της, μέχρι τώρα, ένιωθε λες και ήταν μαζί χρόνια. Και η χημεία τους στο κρεβάτι ήταν εκρηκτική, παρόλο που εκείνη δεν είχε καμία εμπειρία. Φυσικά ο Τζάρεντ…ήταν φανταστικός εραστής.
«Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι είμαστε μαζί στο κρεβάτι» παραδέχτηκε εκείνος και τη χάιδεψε στο μάγουλο. «Μου φαινόσουν πάντα τόσο απόμακρη, τόσο παγερή. Πίστευα ότι δε θα πλησιάσω ποτέ. Όσες φορές ήρθαμε κοντά, μετά κλείστηκες πάλι στον εαυτό σου. Όταν με κάλεσες στο κρεβάτι, πίστευα ότι ονειρευόμουν. Το είχα σκεφτεί τόσες φορές, και νόμιζα…νόμιζα ότι παράκουσα».
«Το είχες σκεφτεί;» τον ρώτησε εκείνη.
«Από τη στιγμή που σε γνώρισα, δεν πρέπει να σκέφτομαι κάτι άλλο. Δεν πρέπει να έχει μείνει εγκεφαλικό κύτταρο στη θέση του που να μην έχει ποτιστεί με αυτή τη σκέψη. Υπήρχαν στιγμές που σε μισούσα και στιγμές που ήθελα να σου φωνάξω, αλλά πάντα, μα πάντα, ήθελα να ρίξω στην πλησιέστερη οριζόντια επιφάνεια και να δω αν είσαι πραγματικά όσο σέξι φαίνεσαι».
«Σέξι;» ανασήκωσε τα φρύδια της. Δεν θεωρούσε τον εαυτό της σέξι. Αριστοκρατική και γλυκιά, ίσως. Σέξι όμως; Δεν το είχε σκεφτεί πολύ. Δεν το είχε νιώσει. Μέχρι πριν από λίγη ώρα, που τα λόγια του την έκαναν να νιώθει ποθητή.
«Το πιο σέξι χαρακτηριστικό σου είναι ότι δεν ξέρεις ότι είσαι σέξι» της είπε και τη φίλησε απαλά στα χείλη. «Δεν προσπαθείς, δεν προσποιείσαι. Απλά κάθε κίνησή σου είναι τέλεια, κάθε βλέμμα σου, κάθε κουβέντα που λες. Είσαι μια ζωντανή πρόκληση. Δε γίνεται να μη σε κοιτάει κάποιος, να μη σε θέλει, να μη σε ποθεί».
«Με κολακεύεις» είπε εκείνη και χαμογέλασε ντροπαλά. Του άρεσε λοιπόν; Όσο κι εκείνος σε εκείνη;
«Φέρθηκα σαν ασυγκράτητος έφηβος την πρώτη φορά. Ελπίζω να μη σε πόνεσα» της είπε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες ώρες. «Έπρεπε να με έχεις προειδοποιήσει».
«Από πότε; Από πριν το αποφασίσω;» του γέλασε. «Αφού σου το είπα, λίγο πριν…»
«Και πάλι. Αν το ήξερα…»
«Δε νομίζω να μπορούσες να το κάνεις πιο τέλεια» του είπε εκείνη γλυκά και το εννοούσε. Είχε ακούσει διάφορες ιστορίες από φίλες της. Αλλά εκείνη δεν ένιωσε καμία δυσφορία, κανέναν πόνο. Μόνο απίστευτη επιθυμία να την κάνει δικιά του. Και την έκανε. Ξανά και ξανά. Το πάθος του και η προθυμία του να την ικανοποιήσει την έκαναν να λιώνει.
«Θα με πεθάνεις» είπε εκείνος βραχνά. «Τέτοια λες και…» ψιθύρισε στο αυτί της και τη φίλησε απαλά στο λαιμό.
«Και;» ρώτησε εκείνη πονηρά και το χέρι της κατέβηκε πιο χαμηλά. Τον ένιωσε να σφίγγεται κάτω από το άγγιγμά της. Δεν ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει. Τις δύο πρώτες φορές, είχαν εστιάσει σχεδόν απόλυτα στη δική της ικανοποίηση και ήθελε να του το ανταποδώσει. Ευτυχώς ο Τζάρεντ την ενθάρρυνε, καθοδηγώντας το χέρι της.
«Αν συνεχίσεις, δε θα κρατηθώ πολύ» την προειδοποίησε. «Και θέλω να κάνουμε μερικά πραγματάκια ακόμα».
«Έχουμε χρόνο, αν δεν κάνω λάθος» είπε εκείνη, συνεχίζοντας να τον χαϊδεύει. «Εκτός αν έχεις σκοπό να σταματήσουμε μόλις γυρίσουμε στο παλάτι» τον πείραξε, αλλά ένα κομμάτι μέσα της, ανησυχούσε για αυτή την απάντηση.

«Με τίποτα!» της είπε εκείνος, με κοφτή φωνή. Έπιασε τον καρπό της σφικτά και τη γύρισε ανάποδα. Ξάπλωσε πάνω της και άρχισε να σκορπάει φιλιά στο σώμα της. Η Ινγκριντ έλιωσε αμέσως. Ήταν δυνατόν να ήταν τόσο ευαίσθητη στο άγγιγμά του; Να μην μπορούσε καν να σκεφτεί; «Τώρα που σε βρήκα…δεν έχω σκοπό να σε αφήσω να φύγεις;» της είπε βραχνά και γλίστρησε μέσα της.

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Κεφάλαιο 29-αντε να πεις οχι

Άνοιξε τα μάτια της με μεγάλη δυσκολία και ο οξύς πόνος που ένιωσε όταν είδε φως, την έκανε να τα ξανακλείσει. Βόγκηξε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ένιωθε λες και είχε κοιμηθεί δύο μέρες, αλλά δεν ήταν και ξεκούραστη.
«Καλημέρα» άκουσε μια βαθιά φωνή δίπλα της και ανασηκώθηκε απότομα. Ζαλίστηκε και έκλεισε ξανά τα μάτια, αλλά όχι πριν προλάβει να δει τον Τζάρεντ ξαπλωμένο δίπλα της. Φορώντας πιτζάμες, να διαβάζει χαλαρά ένα βιβλίο. Τι είχε συμβεί; Σήκωσε νευρικά τα σκεπάσματα.
«Τι έγινε; Γιατί φοράω ένα φανελάκι και φόρμα τρία νούμερα μεγαλύτερη;» ρώτησε τρομαγμένη. «Πονάει το κεφάλι μου. Γιατί είσαι στο κρεβάτι μου;».
Εκείνος άφησε το βιβλίο στο κομοδίνο και την κοίταξε ήρεμα.
«Είχες ένα ατύχημα. Μην ανησυχείς» της είπε όταν την είδε να σοκάρεται. «Απλώς έπεσες στην πίστα και έχασες για λίγο τις αισθήσεις σου. Ο γιατρός με συμβούλευσε να σε αφήσω να ξεκουραστείς. Δεν έχεις σπάσει τίποτα, αλλά σου δώσαμε παυσίπονα γιατί πονάς. Όταν γυρίζεις πλευρό, μέσα στον ύπνο σου, κάνεις μορφασμούς».
Η Ινγκριντ σήκωσε ξανά τα σκεπάσματα και επιθεώρησε. Κούνησε τα πόδια της αλλά αυτό που την πονούσε πιο πολύ ήταν ο αγκώνας της. Εκεί πρέπει να είχε προσγειωθεί.
«Τα παυσίπονα…» του είπε αδύναμα.
«Αυτά σε έκαναν να κοιμηθείς τόσο. Τώρα που είσαι καλύτερα, ίσως είναι ευκαιρία να φωνάξουμε πάλι τον γιατρό, γιατί χθες δεν έκανε καλή εκτίμηση».
«Δε θέλω να δω κανέναν. Είμαι καλά. Θέλω να…θέλω έναν καθρέφτη» του είπε ντροπαλά. Εκείνος σηκώθηκε γελώντας και πήγε στην τουαλέτα τους. Της έφερε ένα μικρό καθρεφτάκι μέσα από το νεσεσέρ της. Φορούσε κι εκείνος φόρμα και φανελάκι.
«Θεέ μου» αναφώνησε μόλις είδε το πρόσωπό της. Ήταν πρησμένη, με ανακατεμένα μαλλιά και είχε μια γρατζουνιά στο σαγόνι. Ωραία…
«Θα μπορούσες να έχεις πάθει μεγάλη ζημιά. Μην είσαι ματαιόδοξη!» τη μάλωσε εκείνος. «Θα μπορούσες να έχεις σκοτωθεί. Έπεσες άσχημα και σύρθηκες πολλά μέτρα. Σε σταμάτησε ένα δέντρο. Αν δεν είχε μειωθεί η ταχύτητά σου θα είχες σίγουρα σπάσει κάτι. Γι’ αυτό σταμάτα να κοιτάζεις το πρόσωπό σου λες και έπαθες κάτι φοβερό!».
«Μη μου φωνάζεις. Πονάει το κεφάλι μου» είπε εκείνη αδύναμα και έπιασε το κεφάλι της. Ο Τζάρεντ έκατσε δίπλα της και την αγκάλιασε. Η Ινγκριντ δεν αντέδρασε. Δεν είχε πολλή όρεξη να αντιδράσει άλλωστε.
«Σε είχα στο νου μου, όπως σου είπα. Σε είδα να πηγαίνεις στη δύσκολη πίστα. Δεν ήθελα να σε σταματήσω. Αλλά γιατί το έκανες;» τη ρώτησε απαλά. «Τρόμαξα τόσο πολύ. Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ για να σε προσέχω. Ο γιατρός μού είπε ότι μπορεί να έχεις και λίγη απώλεια μνήμης. Θυμάσαι ποιος είμαι;» την πείραξε. Χάιδεψε τα μαλλιά της.
«Ο άντρας μου» απάντησε εκείνη, γρήγορα και με φωνή σταθερή. Τον κοίταξε φευγαλέα, αλλά είδε στα μάτια του τη λάμψη του θριάμβου. Τη λάμψη της περηφάνιας.
«Ο άντρας σου δε θέλει να ξαναπάθεις τίποτα» της είπε τρυφερά. «Και μην κοιτάς άλλο αυτό το καθρεφτάκι» της το άρπαξε από το χέρι. «Είσαι πανέμορφη. Η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο. Ακόμα και αχτένιστη, με ξένες πιτζάμες και σημάδια στο πρόσωπο. Είσαι απλά εκθαμβωτική» της είπε με μια ανάσα. Η Ινγκριντ κοκκίνισε. Ένιωθε πολύ ευτυχισμένη που τον άκουγε να της λέει επιτέλους ότι του αρέσει.
«Πώς βρέθηκα…με άλλα ρούχα;» άλλαξε το θέμα. «Πες μου ότι άλλαξα μόνη μου».
«Εγώ σε έγδυσα και σου φόρεσα ό,τι βρήκα πρόχειρο. Έπρεπε να ξεκουραστείς και ζαλιζόσουν. Τι να κάνω; Μην μπεις στον κόπο να θυμώσεις. Δεν κοιτούσα την περισσότερη ώρα!».
«Την περισσότερη;» ανασήκωσε τα φρύδια της. «Δηλαδή κοίταξες έστω και λίγο;»
«Τι ακριβώς με ρωτάς;» έτριψε το σαγόνι του. Την πλησίασε κι άλλο. «Τι είδα ή αν μου άρεσε;».
«Το…πρώτο» απάντησε. Όχι με απόλυτη σιγουριά.
«Είδα τα εσώρουχά σου» είπε εκείνος φυσικά. «Ήσουν λιπόθυμη, οπότε δεν…» δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Η Ινγκριντ ξεφύσηξε.
«Μάλιστα» του είπε απλά. Δεν. Γενικά δεν. Αν του άρεσε πραγματικά, ίσως έπρεπε ενστικτωδώς…
«Μην το σκέφτεσαι καν» της είπε εκείνος απότομα. «Περιμένω καρτερικά. Αλλά μην τολμήσεις να μου πεις ότι δε σε θέλω επειδή δεν σου όρμησα ενώ ήσουν λιπόθυμη» ξεκαθάρισε. Η Ινγριντ χαμογέλασε. Ήταν χαμένη από χέρι. Ο άνθρωπος αυτός διάβαζε τις σκέψεις της!
«Δεν σκέφτηκα τίποτα τέτοιο» είπε. Εκείνος χαμογέλασε. Ήξερε ότι του έλεγε ψέματα αλλά δεν επέμεινε, για να μην τη φέρει σε δύσκολη θέση.
«Μιας και συζητάμε τόσο φιλελεύθερα» την αιφνιδίασε «θα ήθελα να δηλώσω ότι εγκρίνω την επιλογή των εσωρούχων σου».
Η Ινγκριντ ντράπηκε τόσο πολύ που έχωσε το πρόσωπό της στο στέρνο του. Εκείνος γέλασε.
«Πολύ ώριμο!» της είπε.
«Ντρέπομαι τόσο πολύ!» του παραδέχτηκε, μιλώντας ακόμα με τα χείλη κολλημένα πάνω του. Εκείνος συνέχισε να γελάει.
«Η αλήθεια είναι ότι από εδώ και στο εξής κάθε φορά που θα σε σκέφτομαι θα σε σκέφτομαι με αυτό το σετ μαύρα εσώρουχα και θα δυσκολεύομαι να μαλώσω μαζί σου» της είπε. Η Ινγκριντ τρίφτηκε λίγο πάνω του.
«Αν είναι έτσι, θα ήθελα να σε ενημερώσω ότι έχω και ένα φοβερό σετ που αγόρασα πριν από λίγο καιρό και δεν το έχω φορέσει. Είναι μπορντό και είναι όλο δαντέλα. Φοβερό» του είπε. Το αίμα της έβραζε και ένιωθε ότι κολυμπούσε σε βαθιά νερά, αλλά ήταν σίγουρη ότι ο Τζάρεντ ήξερε αρκετά καλό κολύμπι και για του δυο τους.
«Το έχεις…το έχεις φέρει;» τη ρώτησε εκείνος σχεδόν ντροπαλά. Η Ινγκριντ ξεκόλλησε από πάνω του και τον κοίταξε, κατακόκκινη. Του έγνεψε θετικά.
«Αναρωτιέμαι» είπε εκείνος βραχνά και ακούμπησε τα χείλη του στο μέτωπό της «για ποιο λόγο να φέρεις σέξι εσώρουχα σε ένα ταξίδι για σκι».
«Δεν το έκανα επίτηδες. Απλώς μου αρέσουν τα σέξι εσώρουχα» είπε εκείνη.
«Λες ψέματα αλλά δεν πειράζει. Έχω υπομονή» της είπε γλυκά, και τη φίλησε απαλά στη μύτη. Η Ινγκριντ ανυπομονούσε για το επόμενο φιλί. Στα χείλη αυτή τη φορά.
«Δεν καταλαβαίνω τι λες» του είπε αδύναμα. Εκείνος χάιδεψε με τον αντίχειρά του το κάτω χείλος της. Την κοιτούσε σταθερά. Αλλά δεν έκανε κίνηση. Η Ινγκριντ ήξερε ότι έπαιζε με τις αντιστάσεις της. Το ήξερε ότι τον ήθελε και την προκαλούσε. Δεν ήθελε να αντισταθεί αλλά φοβόταν και να παραδοθεί. Το παιχνίδι ισχύος ήταν ξεκάθαρο.
«Πάω στο δωμάτιό μου να αλλάξω» είπε εκείνος και σηκώθηκε. Η Ινγκριντ ένιωσε ξαφνικά μόνη. «Ετοιμάσου κι εσύ. Δε θέλω να πάμε για σκι σήμερα. Είσαι ακόμα ταλαιπωρημένη. Αλλά μπορούμε να βγούμε και να φάμε ή να κάνουμε απλά βόλτα στο βουνό» της πρότεινε.

«’Η…» είπε η Ινγκριντ και πήρε μια βαθιά ανάσα και δύναμη από το θέαμα που έβλεπε μπροστά της «…μπορούμε απλά να περάσουμε τη μέρα μας στο κρεβάτι».

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

κεφάλαιο 28-Crash bang

28

Η Ινγκριντ ένιωθε πραγματικά ευτυχισμένη εκείνο τα πρωινό και είχε πολύ, πολύ καιρό να νιώσει έτσι. Κατέβαινε την πλαγιά με απίστευτη ταχύτητα και η καρδιά της πετούσε στο στήθος της, όπως όταν ήταν μικρή και περίμενε να ανοίξει τα δώρα που της έφερε ο Άγιος Βασίλης. Μετά το θάνατο του πατέρα της και τις απίστευτες ευθύνες που προέκυψαν από την απώλειά του, μετά την απότομη αλλαγή στην προσωπική της ζωή και όλη την ένταση που είχε με τον Τζάρεντ, είχε αρχίσει να νιώθει την απελπισία να τη συντροφεύει μόνιμα. Αλλά από τη στιγμή που ήρθαν εδώ, οι δυο τους, είχε αρχίσει να νιώθει πιο οικεία μαζί του, πιο ζεστά. Η ιδέα του να περάσει μερικά χρόνια μαζί του της φαινόταν όχι απλώς λιγότερο κακή, αλλά επιθυμητή.

Σήμερα το πρωί της ετοίμασε πρωινό και τη συνόδευσε στην πίστα. Τη βοήθησε με τα πράγματά της και την πείραξε σχετικά με την απίστευτη συλλογή στολών που έχει. Της είπε ότι του αρέσει ο τρόπος που συνδυάζει το λαστιχάκι για τα μαλλιά της με αυτά που φοράει. Η Ινγκριντ κοκκίνισε με το σχόλιό του και εντυπωσιάστηκε που το είχε προσέξει. Δεν της έδειχνε ποτέ να την κοιτάει πάνω από αυτό που ορίζει η ευγένεια και την εξέπληξε που πρόσεχε τόσο μικρές λεπτομέρειες.

«Θα κάνω λίγο χιονόχημα, αν δε σε πειράζει» της είχε πει λίγο πριν αποχαιρετιστούν έξω από το χιονοδρομικό κέντρο. Εκείνη δεν ήθελε να είναι μακριά του, αλλά δεν μπορούσε να το παραδεχτεί, και ούτε ήθελε να είναι η γυναίκα που πήγαινε πάντα πίσω από τον άντρα της. Ακόμα και αν ο άντρας της ήταν ένα έργο τέχνης. Ένα καταραμένο έργο τέχνης. Στο παλάτι τον έβλεπε κυρίως ντυμένο με άψογα κοστούμια και πάντα ήταν περιποιημένος. Φυσικά, ήταν ασύγκριτα όμορφος. Εδώ, όμως, στο βουνό, είχε την ευκαιρία να δει μια πιο άνετη εκδοχή του. Και ήταν πια σίγουρη ότι ό,τι και αν φορούσε, τζιν, φόρμα, πιτζάμες ή κοστούμι, στολή του σκι ή του Άγιου Βασίλη, ο άνθρωπος ήταν απλά εκθαμβωτικός. Αναγνώριζε ότι κι εκείνη ήταν όμορφη, αλλά σαν γυναίκα έπρεπε να κάνει μερικά πράγματα για να είναι περιποιημένη. Εκείνος ξυπνούσε και κοιμόταν πανέμορφος. Της ήταν δύσκολο να συγκεντρωθεί όταν την κοιτούσε. Το βλέμμα της εστίαζε εναλλάξ στα χείλη και τα μάτια του και ένιωθε την ανάσα της να κόβεται. Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως ήταν όταν την άγγιζε. Δεν το έκανε πολύ συχνά, αλλά όταν για κάποιο λόγο το έκανε, εκείνη πάγωνε στη θέση της, και μετά έλιωνε, και μετά πάγωνε ξανά. Σίγουρα έφταιγε το γεγονός ότι δεν την είχαν προσεγγίσει πολλοί άντρες στο παρελθόν και ίσως οι ορμόνες της της έδιναν να καταλάβει ότι έπρεπε επιτέλους να έρθει κοντά με κάποιον, αλλά ήταν σχεδόν σίγουρη ότι αυτή η χημική αντίδραση δε θα συνέβαινε με τον οποιονδήποτε.

«Θα έχουμε ραντεβού κατά τις δώδεκα να τσιμπήσουμε κάτι και συνεχίζουμε» της είχε πει. Και εκείνη συμφώνησε. Πριν προλάβει καν να σκεφτεί ότι ήταν πολλές οι ώρες μέχρι τότε, της είπε χαμογελώντας ότι θα την έχει στο νου του. Και αυτό έκανε φυσικά. Τον είχε δει δύο φορές με την άκρη του ματιού της κάπου πιο μακριά να παίζει με το χιονόχημά του ενώ εκείνη δοκίμαζε μια σύνθετη φιγούρα.

Δεν είχε πολύ χρόνο και όρεξη να κατέβει την ίδια πίστα και αποφάσισε να πάρει τα λιφτ και να μεταφερθεί σε μια κοντινή πίστα, η οποία ήταν πιο σύντομη αλλά και πιο απαιτητική. Την είχε δοκιμάσει άλλες δύο φορές και δεν την ολοκλήρωσε, αλλά σήμερα ένιωθε δυνατή.
Κάτι είχε αλλάξει μέσα της και ενώ δεν μπορούσε να του δώσει όνομα, ένιωθε ότι της έδινε ενέργεια και αποφασιστικότητα να κινήσει βουνά. Ήταν τόσο απλό. Ένιωθε ευτυχισμένη. Για όσο κρατούσε. Της αρκούσε να είναι εκεί, σε μια χιονισμένη πίστα και να κάνει σκι, ενώ μερικά μέτρα μακριά βρισκόταν ένας άντρας που την έκανε να νιώθει ζωντανή.

Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στη διαδρομή μπροστά της. Για τα επόμενα λεπτά έπρεπε να αδειάσει το μυαλό της και να εστιάσει στα εμπόδια μπροστά της. Το είχε. Θα τα κατάφερνε. Ήταν ένας απλός στόχος σε σχέση με όσα είχε καταφέρει μέσα σε αυτό τον χρόνο. Με μια μικρή ώθηση, άρχισε να κατεβαίνει την απότομη πλαγιά και με κάθε μέτρο που άφηνε πίσω της ένιωθε και πιο ελεύθερη. Ήταν απίστευτο το συναίσθημα. Το μόνο που έβλεπε τριγύρω της ήταν δέντρα και αφράτο χιόνι. Ήταν από εκείνες τις στιγμές της απόλυτης ηρεμίας, που είσαι εσύ και ο εαυτός σου και όλα τριγύρω σου είναι όμορφα. Τι στο καλό της είχε κάνει αυτός ο άνθρωπος; Μάγια; Χαμογέλασε, ενώ άλλαξε στάση στο σώμα της. Το μυαλό της ξεστράτισε πάλι σε εκείνον…


Silly me

Κορίτσια νόμιζα οτι ειχα ανεβασει κςφαλαιο κ δεν ειχε σωθει! το βραδυ θα το ξανακάνω!!

Φιλιααααα

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

κεφάλαιο 27-κέικ με κομμάτια σοκολάτας...έρχεται το καυτό μέρος

27

Η Ινγκριντ είχε περάσει ένα απίθανο απόγευμα με τον Τζάρεντ. Είχαν φάει το γεύμα που είχε ετοιμάσει, το οποίο φυσικά ήταν άψογο, και μετά είχαν δει μια ταινία. Ευτυχώς ήταν κωμωδία και αυτό κάπως βοήθησε να εκτονωθεί η ένταση μεταξύ τους. H Ινγκριντ μπορούσε μόνο να ελπίζει ότι κι εκείνος ένιωθε κάτι για εκείνη, αλλά της φαινόταν αφόρητο να είναι τόσο κοντά του και να μην μπορεί να τον αγγίξει. Κάθε φορά που την πλησίαζε πίστευε ότι θα τη φιλήσει και κάθε φορά που την κοιτούσε ήλπιζε να της πει ότι τη θέλει. Το βράδυ δεν κοιμήθηκε καλά, μιας και το αντικείμενου του πόθου της ήταν μόλις μερικά μέτρα δίπλα, αλλά ευτυχώς, όταν κατέβηκε κάτω κατά τις εννιά, ένιωθε έτοιμη να ξεχυθεί με ενθουσιασμό στην πίστα για άλλη μια μέρα σκι.
«Έτοιμη;» τη ρώτησε εκείνος όταν την είδε με τη στολή της. «Σου έχω φτιάξει καφέ» συμπλήρωσε και της έδειξε την καφετιέρα που άχνιζε. «Έχουμε κέικ και μπισκότα, αλλά δεν ξέρω αν ήθελες κάτι αλμυρό. Ίσως μια ομελέτα;».
«Λίγο κέικ φτάνει» του είπε και έκοψε ένα κομμάτι. «Εσύ έχεις φάει;» τον ρώτησε. Κρατούσε στα χέρια του μια κούπα με καφέ που κόντευε να τελειώσει, οπότε μάλλον είχε ξυπνήσει πιο νωρίς.
«Έφαγα λίγο ψωμί με μέλι. Καλά είμαι» τη διαβεβαίωσε. «Λέω σήμερα να πάμε έξω για φαγητό. Τι λες;». Η Ινγκριντ έγνεψε. «Αν φυσικά θες να μείνουμε μέσα, μπορούμε να μαγειρέψουμε μαζί».
«Ξέρω ήδη πού θα πάμε! Είναι εδώ κοντά ένα μοναδικό εστιατόριο με πολύ καλό κρέας» είπε με ενθουσιασμό.
«Είναι ευκαιρία να το γιορτάσουμε» της χαμογέλασε. Η Ινγκριντ προσπάθησε να μην κοκκινίσει. Μόνο που τον έβλεπε, το αίμα της έβραζε και ένιωθε τα μάγουλά της να καίνε. Όταν χαμογελούσε, δε, έχανε τον έλεγχο. «Οι γονείς μου θα φύγουν το βράδυ μου είπαν από το παλάτι. Ο πατέρας μου ναύλωσε το τζετ μου για να επιστρέψει».
«Αυτό…» τραύλισε η Ινγριντ σκεφτική «αυτό τι σημαίνει;»
«Σημαίνει ότι δε θα μείνουν να μας περιμένουν, ευτυχώς, και ότι έπιασαν το μήνυμα ότι αυτή η συμπεριφορά δεν είναι σωστή» της είπε.

«Ναι, οκ» είπε εκείνη και τσίμπησε το κέικ της με κομμένη την όρεξη. «Αν θες να γυρίσουμε, μπορούμε…».
«Γιατί να γυρίσουμε;» έσμιξε τα φρύδια του εκείνος. «Νόμιζα ότι ήρθαμε να ξεκουραστούμε, να γνωριστούμε, να περάσουμε καλά».
«Κι εγώ νόμιζα ότι ήρθαμε για να αποφύγεις τους γονείς σου και ότι τώρα που φεύγουν μπορούμε να γυρίσουμε» του είπε ειλικρινά. Ο Τζάρεντ την κοιτούσε με μισάνοιχτο το στόμα. Έδειχνε να τα έχει χαμένα.
«Χρειάζεται να εξηγώ κάθε κίνησή μου;» τη ρώτησε τελικά. Μιλούσε ήρεμα και αργά αλλά η Ινγκριντ έβλεπε ότι μέσα του έβραζε. «Πρέπει να σου λέω και τα αυτονόητα; Έφυγα για να τους αποφύγω, ναι, και για να σε σώσω από την ενοχλητική παρουσία τους. Αλλά φυσικά και δεν πρέπει να γυρίσουμε τώρα που έφυγαν. Έχω ένα σωρό δουλειές και θα βρω κάτι να κάνω αν μου ζητήσεις να επιστρέψουμε, αλλά περνάω καλά, και αν δε σε ενοχλεί, θέλω να περάσουμε λίγο χρόνο μαζί και να γνωριστούμε». Η Ινγριντ δεν απάντησε. «Γιατί χαμογελάς;» τη ρώτησε. Δεν είχε καταλάβει καν ότι χαμογελούσε, αλλά μάλλον το έκανε.
«Σκέφτηκα ότι είναι κάτι σαν ραντεβού» του είπε. «Απλώς στη δική μας περίπτωση θα διαρκέσει μερικές μέρες αντί για μερικές ώρες και είμαστε ήδη παντρεμένοι εδώ και μήνες!». Ο Τζάρεντ γέλασε για μερικά δευτερόλεπτα. Η Ινγκριντ λάτρευε τον ήχο του γέλιου του. Ήταν ένας ήχος βαθύς και απολαυστικός. Της θύμιζε λιοντάρι που βρυχάται.
«Άρα δε χρειάζεται να έχουμε άγχος!» της είπε αισιόδοξα. Η Ινγκριντ δεν απάντησε. Στην πραγματικότητα διαφωνούσε. Είχε πολύ άγχος. Ήθελε να τον εντυπωσιάσει και φοβόταν ότι τη θεωρεί βαρετή. Γι’ αυτό και ανησύχησε ότι θα θέλει να βάλει νωρίς τέλος στο ταξίδι τους τώρα που το εμπόδιο είχε βγει από τη μέση.

«Πάω να φορέσω το μπουφάν μου» της είπε και της τσίμπησε το μάγουλο τρυφερά. Εκείνη χαμογέλασε. «Φάε το κεκάκι σου και φεύγουμε!»  

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

κεφάλαιο 26-τρελή γυναίκα!



26

«Θα μπορούσες να με αφήσεις έστω μια φορά να νικήσω» είπε με παράπονο η Ινγκριντ. Είχαν κατέβει από τα λιφτ και περπατούσαν προς το χιονοδρομικό κέντρο για να αλλάξουν και να φύγουν με το τζιπ τους. «Δεν ήταν ανάγκη να ξεδιπλώσεις όλο σου το ταλέντο σήμερα!» σούφρωσε τα χείλη της. Ο άντρας δίπλα της γελούσε, και αυτό την εκνεύριζε περισσότερο.
«Δεν ξεδίπλωσα όλο μου το ταλέντο» διαφώνησε μαζί της εκείνος. «Απλώς έκανα σκι. Δε φταίω εγώ αν είμαι καλός».
«Είσαι απαίσιος. Μου χάλασες το κέφι. Πέρασα τρεις ώρες κυνηγώντας σε στην πίστα λες και δεν έχω ξανακάνει σκι ποτέ. Τι ντροπή, Θεέ μου!».
«Ινγκριντ, μήπως υπερβάλλεις λίγο;» τη ρώτησε εύθυμα. «Είσαι πολύ καλή σκιέρ. Απλώς τυχαίνει να είμαι λίγο καλύτερος».
«Τι λίγο καλύτερος; Κάνω δέκα χρόνια σκι σε αυτές τις πίστες. Εσύ τις κατέβηκες μία φορά όλες και βάλθηκες να σπάσεις κάθε ρεκόρ. Εκνευριστικέ τύπε!» του πέταξε. Ήταν έξαλλη. Κάθε ελπίδα της να τον εντυπωσιάσει είχε κάνει φτερά. Και με αυτή την άκομψη στολή, αποκλείεται να τη θεωρούσε ελκυστική. Ευτυχώς είχε πια συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι ήθελε να του αρέσει και δεν έλεγε ψέματα στον εαυτό της.
«Μπορεί να είχα απλώς μια καλή μέρα και εσύ μια κακή. Σίγουρα αύριο θα είναι αλλιώς τα πράγματα» της είπε εκείνος ήρεμα, αλλά εκείνη δεν συμμερίστηκε την αισιοδοξία του. «Μάλιστα τώρα που το σκέφτομαι, ίσως αύριο να κάνω σνόουμπορντ, για να μην συναντηθούμε πολύ» πρότεινε. Η Ινγκριντ ξεφύσησε. Μπήκαν σε διπλανές καμπίνες και έβγαλαν τη στολή τους. Ο Τζάρεντ προσφέρθηκε να κουβαλήσει τον εξοπλισμό στο αμάξι. Η Ινγκριντ προσφέρθηκε να οδηγήσει. Ο Τζάρεντ αρνήθηκε.
«Αν θες να κάνεις σανίδα επειδή σου αρέσει, κάνε, αλλά μην το κάνεις επειδή με λυπάσαι!» του είπε μόλις έβαλαν μπρος. Ο Τζάρεντ άρχισε πάλι να γελάει.
«Μπορείς να μου πεις τι σε έχει πιάσει; Νόμιζα ότι το είχες ξεπεράσει. Τι μπορώ να κάνω για να ηρεμήσεις;».
«Να μαγειρέψεις εσύ. Να κάνεις κάτι απαίσιο και να μπορώ μετά να σε κοροϊδεύω».
«Εγώ δε σε κορόιδεψα» της θύμισε εκείνος.
«Δε με νοιάζει. Θα μαγειρέψεις εσύ!».
«Τι έχει στο σπίτι;»
«Τα πάντα. Ζήτησα να γεμίσουν τα ράφια και το ψυγείο».
«Καλά. Θα σκεφτώ κάτι. Αλλά αν θες να βγούμε και…».
«Όχι!!! Θα μαγειρέψεις. Μην προσπαθείς να ξεφύγεις».
«Χριστέ μου, αν ήξερα ότι είναι έτσι ο έγγαμος βίος θα είχα παντρευτεί πιο νωρίς» είπε εκείνος. «Νομίζω ότι το διασκεδάζω».
«Ε βέβαια. Ερχόταν ο κόσμος και σε ρωτούσε αν παραδίδεις μαθήματα. Γιατί να μην το διασκεδάζεις;» είπε εκείνη ξερά.
«Και εσένα και κοιτούσε κάθε αρσενικό στην πίστα και εκτός πίστας. Εσύ γιατί δεν το διασκεδάζεις;»
«Δε με ενδιαφέρει να με κοιτάνε όλοι» του διευκρίνισε. Μόνο εσύ, ήθελε να πει αλλά δεν το είπε. Εντωμεταξύ είχαν φτάσει στο σαλέ και πάρκαραν κοντά στην είσοδο.
«Η ομορφιά, αν αυτό εννοείς, είναι κληρονομική. Δεν έχω τίποτα να κάνω με αυτό. Απλώς ντύνομαι ωραία και περιποιούμαι αυτό που μου χάρισαν οι γονείς μου. Άρα δεν καμαρώνω όταν με κοιτάνε, ούτε όταν με ψηφίζουν την πιο όμορφη γυναίκα της χρονιάς. Καμαρώνω όταν σε βοηθάω σε κάποια απόφαση σχετική με τη χώρα, όταν τα παιδιά στα ιδρύματα που βοηθάω μεγαλώνουν και σπουδάζουν, όταν θεραπεύονται, όταν μου λένε ότι με αγαπάνε» του είπε με μια ανάσα. Εκείνος δε μίλησε για λίγο. Έγνεψε μόνο.
«Συγγνώμη. Δεν εννοούσα ότι είσαι μόνο όμορφη».
«Ναι, ξέρω, μην ανησυχείς» του χαμογέλασε. «Απλώς ήθελα να σε κάνω να νιώσεις άσχημα!».
«Είσαι απαίσια! Το ξέρεις;» άρχισε και εκείνος να γελάει. «Ένιωσα πολύ άσχημα. Μην παίζεις μαζί μου! Δε σε ξέρω τόσο καλά ακόμα».
«Δικό σου λάθος είναι και αυτό!» του πέταξε εκείνη ενώ έβγαζε το μπουφάν της. «Μόνο δουλεύεις. Φοβάμαι ότι είσαι ρομπότ».
«Μην ανησυχείς» είπε εκείνος και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Άρχισε να ανοίγει ράφια και να βγάζει πράγματα από το ψυγείο. «Είμαι φυσιολογικός…άνθρωπος. Άντρας» διορθώθηκε.
«Θα πάω να κάνω ένα μπάνιο και μόλις κατέβω να έχεις έτοιμο το φαγητό για να εξιλεωθείς!» του είπε, αγνοώντας το προηγούμενο σχόλιο.
«Πρώτος!» τον άκουσε να φωνάζει και άρχισε να τρέχει προς το κοινό τους μπάνιο. Το κάθαρμα, σκέφτηκε η Ινγκριντ. Θα προλάβαινε το μπάνιο. Γέλασε μόνη της. Της την είχε φέρει.

Ανέβηκε στο δωμάτιό της και προσπάθησε να ξεχάσει το γεγονός ότι τη χώριζε ένας τοίχος από εκείνον γυμνό κάτω από το ντους.



  

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

κεφάλαιο 25-ούτε ο Τρόι τέτοιο Σαλέ




25

«Δεν ξέρω αν χαίρομαι που με έφερες στην Ελβετία για να μπεις στη μύτη του πατέρα σου» είπε η Ινγκριντ γελώντας. «Αλλά είμαι ενθουσιασμένη που θα κάνω ξανά σκι. Έχω δύο ολόκληρα χρόνια» συνέχισε ονειροπόλα. «Οι φίλες μου βαριούνται το σκι πια και μετά τον θάνατο του πατέρα μου δεν είχα και πολλή όρεξη. Τώρα νιώθω έτοιμη όμως!». Βρίσκονταν σε ένα αλεξίσφαιρο βαν και κατευθύνονταν από το αεροδρόμιο του Λουγκάνο στο σαλέ που είχε η βασιλική οικογένεια της Γρεδόρα κοντά στις Άλπεις. Είχαν πάρει μαζί τους δύο σακίδια μόνο με τα βασικά. Το σπίτι ήταν εξοπλισμένο και είχε και ένα σωρό διαφορετικές στολές σκι, οπότε δε χρειάστηκε να πάρουν ούτε αυτό.
«Δε σε έφερα , για να είμαστε ακριβείς» είπε εκείνος. «Ηρθαμε με το τζετ σου, στο σαλέ σου. Οπότε εσύ με έφερες!».
«Αν ήταν να αποφύγουμε τους δικούς σου, νομίζω ότι θα πήγαινα και στην άκρη του κόσμου» γέλασε η Ινγκριντ και γέλασε κι εκείνος μαζί της.
«Λυπάμαι πολύ που φέρονται έτσι. Η αλήθεια είναι ότι κάποια στιγμή πρέπει να αποκτήσουμε διάδοχο, αλλά…ήλπιζα …». Η Ινγκριντ τον διέκοψε.
«Ξέρω» έγνεψε. «Κι εγώ ήλπιζα να έχουμε ακόμα λίγο χρόνο» συμπλήρωσε την πρότασή του. Εκείνος έγνεψε καταφατικά. Δεν έδειχνε να συμφωνεί όμως. «Προτείνω να ξεχάσουμε τα πάντα μερικές μέρες και μετά βλέπουμε».
«Είσαι σοφή γυναίκα» είπε με στόμφο ο Τζάρεντ.

Όταν έφτασαν στο σαλέ, οι τρεις σωματοφύλακες που τους συνόδευαν μπήκαν αμέσως μέσα για να ελέγξουν το χώρο και αυτοί περίμεναν για λίγο στο αμάξι.  
«Θα έχουμε προσωπικό;» ρώτησε ο Τζάρεντ.
«Σκέφτηκα να μην έχουμε άλλον έναν λόγο να ανησυχούμε για τυχόν…διαρροές. Το σπίτι είναι έτοιμο και μας περιμένει, αλλά για όσο μείνουμε, θα πρέπει να κάνουμε εμείς δουλειές!».
«Και τι  θα τρώμε;» ρώτησε τρομοκρατημένος.
«Θα μαγειρεύουμε» είπε η Ινγκριντ φυσικά. «Εμένα κατηγορείς για κακομαθημένη, αλλά το ύφος σου τα λέει όλα! Θα μαγειρεύουμε, και μπορούμε να τρώμε και έξω, ξέρεις! Εκτός αν θες άλλο ένα ζευγάρι μάτια να μας παρακολουθεί» πρότεινε εκείνη.

Οι σωματοφύλακες τούς έκαναν νόημα ότι το σπίτι ήταν ασφαλές και περπάτησαν στο χιονισμένο δρομάκι προσεκτικά. Το  σκηνικό ήταν μοναδικό. Τον έβλεπε δίπλα της να κοιτάει με θαυμασμό το χιόνι, το ξύλινο σπίτι, τα ολόλευκα έλατα, τη μοναδική θέα στο βουνό.
«Είναι…πανέμορφα» της είπε απλά και εκείνη χαμογέλασε.
«Το ξέρω! Μου το έκανε δώρο ο μπαμπάς μου όταν έγινα 16!» είπε ενθουσιασμένη. Εκείνος έκανε μια γκριμάτσα.
«Ω Θεέ μου!» γέλασε. «Άντε να βρεθεί άντρας να σε ικανοποιήσει εσένα».
Η Ινγκριντ τον οδήγησε στο εσωτερικό του σπιτιού με καμάρι.
«Θα σε εξέπληττε η αλήθεια» του είπε απλά, απαντώντας στο προηγούμενο σχόλιο. Ο Τζάρεντ ακούμπσε τα σακίδιά τους στο σαλόνι και κατευθύνθηκε στο τζάκι.
«Πρώτα ανάβουμε φωτιά» μονολόγησε. Εκείνη ανέβηκε στον πάνω όροφο να τακτοποιηθεί στο δωμάτιό της. Οι σωματοφύλακες θα κοιμόντουσαν στους 3 ξενώνες στον δεύτερο όροφο, ανά βάρδιες.




Δέκα λεπτά αργότερα, η Ινγκριντ είδε τον Τζάρεντ να μπαίνει στο δωμάτιό της.
«Πού θα κοιμηθώ εγώ;» τη ρώτησε. Εκείνη συνέχισε να χτενίζει τα μαλλιά της. Σκόπευε να τα μαζέψει σε ένα σφικτό κότσο για να μπορέσει να πάει κατευθείαν στην πίστα.
«Στο διπλανό δωμάτιο. Έχουμε κοινό μπάνιο, αλλά θα είμαστε άνετα» του είπε και χαμογέλασε.
«Ούτε σήμερα είναι η τυχερή μου μέρα δηλαδή» είπε εκείνος σουφρώνοντας τα χείλη. Η Ινγκριντ γέλασε.
«Πήγαινε να τακτοποιηθείς και μετά πάμε να δούμε τις στολές. Προτείνω να πάμε 2-3 ώρες για σκι και να φάμε στο χιονοδρομικό απόψε. Τι λες;» πρότεινε.
«Συμφωνώ. Εσύ δεν είσαι κουρασμένη όμως;» ρώτησε εκείνος ανήσυχος.
«Καθόλου! Ανυπομονώ! Άντε, βιάσου» του είπε και σηκώθηκε. Τον έσπρωξε έξω από το δωμάτιο.
Τον συνόδευσε μέχρι το δικό του. Ήταν το δωμάτιο των γονιών της, όταν έρχονταν μαζί. Ήταν πιο μεγάλο από το δικό της, αλλά δεν είχε θέα στο βουνό. Είχε ένα μεγάλο κρεβάτι και ξύλινα έπιπλα. Το χαλί ήταν σκούρο μωβ και οι κουρτίνες το ίδιο. Ο Τζάρεντ έδειχνε εντυπωσιασμένος.
«Εγώ το διακόσμησα» του είπε, καμαρώνοντας. «Ανέκαθεν με ενδιέφερε η διακόσμηση».
«Το σπίτι…είναι υπέροχο. Φοβάμαι ότι θα πρέπει να με πάρουν σηκωτό από εδώ» της είπε ήρεμα. Η Ινγκριντ συμφώνησε σιωπηρά. Πίσω τους περίμεναν ευθύνες, υποχρεώσεις, δουλειά και διλήμματα. Εδώ, ήταν απλώς ένας άντρας και μια γυναίκα, ελεύθεροι να φλερτάρουν και να περάσουν καλά. Κι εκείνη ήθελε λίγη ξεγνοιασιά.
«Θα αρχίσω να πιστεύω ότι φοβάσαι ότι θα σε κάνω σκόνη» του είπε εκείνη μετά από λίγο. «Πόση ώρα θα χαζεύεις το δωμάτιο;» τον πείραξε.
«Είπα να είμαι ευγενικός» της απάντησε και ξεκούμπωσε το μπουφάν του. Φορούσε ένα υπέροχο πλεκτό ζιβάγκο και στενό τζιν. Ήταν πολύ όμορφος. «Αλλά αν θες να αναμετρηθούμε, είμαι όλος δικός σου».


Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

κεφάλαιο 24-μπότες μην ξεχάσετε

«Ένα λεπτό» είπε η Ινγκριντ, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της. Και φυσικά ήθελε ένα διάλειμμα από το παραλογισμό. Έτρωγε μαζί με τον Τζάρεντ και τα πεθερικά της στην μεγάλη τραπεζαρία, αλλά όλο το προσωπικό είχε αποχωρήσει από την αίθουσα για να τους αφήσει μόνους. Η συζήτηση είχε πάρει παράξενη τροπή και ο Τζάρεντ γρήγορα έδιωξε τους πάντες. «Τι ακριβώς μας λέτε;» ρώτησε, αν και είχε ακούσει καλά την πρώτη φορά.
«Λέω ότι πρέπει να μείνεις έγκυος επιτέλους» είπε ο Φίοντορ, τρομακτικός πίσω από τα βαριά κοκάλινα γυαλιά του. «Είστε τόσους μήνες παντρεμένοι». Ο Τζάρεντ ξεφύσηξε δίπλα της. Το ήξεραν και οι δύο ότι ο πατέρας του ερχόταν με αυτό στην ατζέντα του, αλλά δεν περίμεναν να το αναφέρει τόσο σύντομα και τόσο επιτακτικά.
«Πατέρα, αυτή είναι δική μας απόφαση» είπε ο άντρας της ήρεμα. Ήταν προφανές ότι δεν αντιμιλούσε ποτέ στον πατέρα του, ακόμα και όταν εκείνος ήταν τελείως παράλογος.
«Πρέπει να με ακούσετε» συνέχισε ο Φίοντορ. Η γυναίκα του έγνεψε καταφατικά. Συμφωνούσε κι αυτή; Πόσο τρελή οικογένεια. «Ξέρω περισσότερα από εσάς και γι’ αυτό επιμένω» τους είπε.
«Όπως;» απαίτησε να μάθει η Ινγκριντ. Μιλούσε λίγο κοφτά, αλλά δεν την ένοιαζε.
Σεβόταν τον Φίοντορ ως πατέρα του άντρα της αλλά μέχρι εκεί. Δεν τον αναγνώριζε ως ανώτερό της.
«Δεν μπορώ να σας πω» είπε ο Φίοντορ και κοπάνησε με εκνευρισμό το πηρούνι του στο πιάτο. Η Ινγριντ εκνευρίστηκε, αλλά δεν το έδειξε.
«Ήρεμα, πατέρα. Τα πιάτα δεν είναι δικά μας» είπε ο Τζάρεντ, και η Ινγριντ το εκτίμησε. Παρόλο που ανατρίχιασε στην ιδέα ότι διάβασε τις σκέψεις της.
«Όπως…» είπε ο Φίοντορ και σταμάτησε. Δεν ήθελε να μιλήσει, αλλά ήθελε ταυτόχρονα. «Κάποιος μέσα στο παλάτι, ανώνυμα, μου έστειλε την πληροφορία ότι κοιμάστε χώρια. Ξέρει κι άλλα, μου είπε, και διατίθεται να με βοηθήσει».
«Αποκλείεται!» είπε η Ινγκριντ με στόμφο. Όσοι δουλεύουν εδώ μέσα, είναι απόλυτα έμπιστοι.
«Μου είπαν ότι κοιμάστε χώρια! Άρα κάποιος είναι διατεθειμένος να αποκαλύψει στοιχεία της προσωπικής σας ζωής. Αυτός που το έκανε, δεν ξέρει ότι εγώ ξέρω τη φύση της σχέσης σας. Αλλά δεν έχω ιδέα πού μπορεί να απευθυνθεί αν δεν τσιμπήσω εγώ το δόλωμα» τους είπε. Ο Τζάρεντ έδειχνε να τα έχει χαμένα δίπλα της. Δεν ήταν σπάνιο. Ο πατέρας του τον έκανε συχνά να χάνει τα λόγια του.  Όχι και εκείνη όμως.
«Και τι προτείνετε; Να απολύσουμε όλο το προσωπικό; Έχουμε μόνο 3 καμαριέρες, μια μαγείρισσα, έναν κηπουρό και εφτά φύλακες. Τους εμπιστεύομαι όλους σαν οικογένεια. Δεν πιστεύω ότι είναι κάποιος ύποπτος ανάμεσά τους. Γιατί να μην υποθέσουμε ότι αυτός που σας προσέγγισε απλώς μπλόφαρε;» τον ρώτησε θριαμβευτικά. «Στην τελική, αν ο ρουφιάνος θέλει χρήμα, κάποια στιγμή θα πρέπει να εμφανιστεί. Και μετά βλέποντας και κάνοντας».
«Θες να το ρισκάρουμε;» τη ρώτησε ο πεθερός της. «Έγκυος δεν έχεις μείνει ακόμα και δε βλέπω να γίνεται σύντομα. Αν διαρρεύσει ότι κοιμάστε χώρια ή ότι έχετε ψυχρές σχέσεις, θα το χάσουμε το παιχνίδι. Για μερικά ακόμα χρόνια πρέπει να παίξετε πιο πειστικά το θέατρό σας. Μετά, κάνετε ό,τι θέλετε. Μετά η ένωση της χώρας θα είναι πια κατοχυρωμένη στη συνείδηση των λαών μας».
«Πατέρα, και φυσιολογικό ζευγάρι να ήμασταν, θα μπορούσε να θέλουμε μερικούς μήνες για να μείνει η Ινγκριντ έγκυος. Να ζήσουμε μερικά πράγματα» τους διέκοψε ο Τζάρεντ. Ήρεμα και ωραία. Μόνο σε εκείνη φώναζε. «Και πολλά ζευγάρια κοιμούνται χώρια. Δεν έγινε τίποτα!».
«Πολλά ζευγάρια 60 ετών κοιμούνται χώρια! Όχι οι νιόπαντροι» πετάχτηκε η μέχρι τώρα απαθής μητέρα του. Κανείς δε μίλησε για λίγη ώρα.
«Πρέπει να κάνετε κάτι. Και το καλύτερο είναι να μείνεις έγκυος. Κάντε κάτι!» είπε ο Φίοντορ, διαλύοντας την αμήχανη σιωπή. Η Ινγκριντ ένιωθε να πνίγεται εκεί μέσα. Ένιωθε τη ζωή της να γλιστράει μέσα από τα χέρια της και ο Τζάρεντ δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται και πολύ για τον παραλογισμό των γονιών του.
«Θέλουμε λίγο χρόνο» είπε ευγενικά η Ινγκριντ αν και μέσα της ήταν έτοιμη να σκάσει.
«Να κλείσετε ένα ραντεβού στο Λονδίνο σήμερα κιόλας. Εκτός φυσικά και αν θέλετε να το κάνετε με τον πατροπαράδοτο τρόπο» είπε ο Φϊοντορ ειρωνικά και η Ινγκριντ ένιωσε τα μάγουλά της να πυρώνουν. Πόσο πιο άσχημα θα την έκαναν να νιώσει;
«Πατέρα» είπε ο Τζάρεντ ήρεμα, αλλά κοφτά. Ο Τζάρεντ σεβόταν απόλυτα τον πατέρα του, και την εξέπληξε.
«Δε θέλω κουβέντα!» επέμεινε ο άντρας. «Και μάλιστα έχω σκοπό να μείνω εδώ, μέχρι να κλείσετε το ραντεβού στην κλινική που έχω βρει στο Λονδίνο!».
«Δεν μπορεί να σοβαρολογείς» είπε ο Τζάρεντ. Κοίταξε εναλλάξ τους γονείς του. Έδειχναν σοβαροί. Η Ινγκριντ ένιωσε πνιγμένη. Ήταν τρελοί. Μα τω Θεώ, είχε μπλέξει.
«Γιατί όχι; Θα μείνω. Το παλάτι αυτό είναι και δικό μου» είπε ο Φίοντορ και η Ινγκριντ πετάχτηκε απότομα σαν ελατήριο. Ξεκίνησε να λέει κάτι αλλά συγκρατήθηκε. Όχι για πολύ.
«Ε όχι και παλάτι σας!» κάγχασε. «Δηλαδή έχω και εγώ δικαίωμα να εισβάλω απρόσκλητη στο παλάτι σας στην Εστόρια και να μοιράζω διαταγές; Όχι. Αλλά ακόμα και να είχα, δεν θα το έκανα. Ξέρετε γιατί; Γιατί έχω τρόπους!» του είπε. Ο Τζάρεντ χαμογελούσε.
«Πολλή γλώσσα έχεις εσύ» είπε ξερά ο Φίοντορ. «Ο γιος μου τι κάνει γι’ αυτό;» ρώτησε προς το μέρος του Τζάρεντ. Η Ινγκριντ περίμενε. Ένα δευτερόλεπτο. Δύο, τρία. Δε θα την υπερασπιζόταν. Ο Τζάρεντ σηκώθηκε αργά από τη θέση του, καθάρισε με μια λινή πετσέτα τα χείλη του και πήρε το χέρι της στο δικό του. Η Ινγκριντ ήταν ακόμα μουδιασμένη και δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Όχι ότι ήθελε. Η αίσθηση ήταν μοναδική.
«Πατέρα, μητέρα» υποκλίθηκε ευγενικά προς τους γονείς του. «Μπορείτε να μείνετε όσο θέλετε» συμπλήρωσε. Η Ινγκριντ ένιωσε το αίμα της να βράζει. Ήταν δυνατόν να είναι τόσο αδύναμος μπροστά τους; Ένιωσε το χέρι του να σφίγγει τα δικό της πριν τη σοκάρει με τη δήλωσή του. «Εγώ και η γυναίκα μου φεύγουμε για Ελβετία για μερικές μέρες».



Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

κεφάλαιο 23-άντρες...πφφφ

23

Εντάξει. Το να γυρίσω πίσω να την κοιτάξω λίγο πριν κλείσω την πόρτα, δεν ήταν και πολύ έξυπνη κίνηση. Το να την αρπάξω για δεύτερη φορά στην αγκαλιά μου και να τη φιλήσω με λύσσα, επίσης δεν ήταν έξυπνη κίνηση. Το να περάσω τουλάχιστον 2-3 λεπτά εξερευνώντας το στόμα της διεξοδικά, δεν ήταν ό,τι πιο συνετό είχα κάνει. Αλλά το έκανα. Και δεν το μετανιώνω.

Εκείνη πρέπει να το μετανιώνει φυσικά, αν κρίνω από το γεγονός ότι ξέρει ότι οι γονείς μου καταφθάνουν στις 14.00 και δεν έχει βγει ακόμα από το δωμάτιό της. Αν το απόλυτα αξιόπιστο ελβετικό ρολόι μου δε με απατάει, είναι 13.30. Κάποια στιγμή θα αναγκαστεί να βγει. Δεν πιστεύω ότι θα συνεχίσει να κρύβεται. Είναι τυπική. Αν της πω ότι είμαστε καλεσμένοι σε ένα κοινωνικό γεγονός στη Γη του Πυρός, θα έρθει. Αν της πω να πάμε για καφέ, φυσικά, ίσως με κοιτάξει λες και είμαι εξωγήινος. Ξέρω ακριβώς την αλληλουχία αντιδράσεων. Το στόμα μισανοίγει, διαστέλλονται οι κόρες της και ανασηκώνει τα φρύδια. Μετά, ξεροκαταπίνει. Μετά τραυλίζει. Συνήθως όταν της προτείνω ή της λέω το οτιδήποτε δεν περιμένει, αντιδράει έτσι. Γι’ αυτό φοβάμαι ότι ίσως μετά το χθεσινοβραδινό μπορεί να έχει πέσει σε κώμα. Μήπως να πάω να δω; Άλλωστε, γυναίκα μου είναι.

Είναι παράξενο. Σιγά σιγά συνηθίζω στην ιδέα και δε μου φαίνεται όσο τρελό μου φαινόταν στην αρχή. Όταν την είδα να σαστίζει στην ανακοίνωση της απόφασής μας να τους κατακτήσουμε, ένιωσα ενστικτωδώς την ανάγκη να την προστατεύσω. Δεν μπορούσα να αγνοήσω την επιθυμία του πατέρα μου αλλά και το εθνικό μου χρέος. Και η λύση που βρήκα, να την παντρευτώ, μου φάνηκε αρχικά πανέξυπνη. Ήμουν ηλίθιος. Τι περίμενα ακριβώς; Ότι θα το δεχτεί αμέσως και ότι όλα θα πάνε καλά; Για να είμαι ειλικρινής, το δέχτηκε σχετικά εύκολα. Αλλά το μετά με προβληματίζει.

Είναι τόσο ψυχρή. Σπάνια σε αφήνει να την πλησιάσεις, και δεν εννοώ κυριολεκτικά. Παραδέχομαι ότι δεν είμαι ο απόλυτος κύριος και ότι δεν φέρομαι σωστά πάντα, αλλά ο τρόπος που με κοιτάει με βεβαιώνει ότι με σιχαίνεται. Γι’ αυτό σοκαρίστηκα με την αντίδρασή της χθες το βράδυ. Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι ήταν παρθένα. Ειλικρινά. Και δεν είμαι χαζός. Με κοιτάει και χαμηλώνει το βλέμμα. Κοκκινίζει! Αποφεύγει να επικοινωνεί μαζί μου και αν την αγγίξω πετιέται ολόκληρη. Χθες το βράδυ όμως μου απέδειξε ότι είναι μια φυσιολογική γυναίκα, που ξέρει τι θέλει. Και τουλάχιστον για χθες το βράδυ, ήθελε εμένα. Γιατί ο τρόπος που ανταποκρίθηκε στο φιλί μου, ο τρόπος που σφιγγόταν πάνω μου, ήταν κάποια ένδειξη ενδιαφέροντος. Σωστά; Δεν μπορεί να το έκανε επειδή είχα γενέθλια ή επειδή δεν ήταν αυτός ο ηλίθιος ο Πάτρικ διαθέσιμος. Έτσι νομίζω. Έτσι θα είναι.

Ο οποίος Πάτρικ, παρεμπιπτόντως, είναι σαν πίθηκος. Ειλικρινά αναρωτιέμαι αν όντως υπάρχει κάτι μεταξύ τους ή αν εγώ το φαντάζομαι. Τους βλέπω να μιλάνε και να γελάνε με φοβερή άνεση και οικειότητα. Αυτός σίγουρα τη θέλει. Πώς γίνεται να μην τη θες δηλαδή; Μιλάμε για την απόλυτη ομορφιά. Αλλά αυτή; Μου είπε όχι, αλλά δεν την πιστεύω. Ένας λόγος που τη φίλησα χθες ήταν και αυτός. Ο πρώτος ήταν ότι ήταν τόσο όμορφη που δεν κρατήθηκα, ο δεύτερος ήταν ότι πραγματικά ήθελα ένα δώρο για τα γενέθλιά μου και ο τρίτος ήταν για να δω αν υπάρχει κάτι, κάποιος, να τη σταματήσει. Δεν υπήρξε. Ευτυχώς.

Τώρα αναρωτιέμαι αν μπορώ να το ξανακάνω. Θέλω να την ξαναφιλήσω και ένα σωρό άλλα πιο άρρωστα πράγματα. Αλλά δεν μπορώ, μέχρι να μάθω τι θέλει ο πατέρας μου, που έχει βαλθεί να με τρελάνει.

Τι στο καλό ήθελε να έρθει τώρα; Σίγουρα θέλει να μας πει να κάνουμε παιδί γρήγορα. Αυτό μας έλειπε. Δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνω την επιτακτικότατα, αλλά προτεραιότητα έχει να αναπτύξουμε μια φυσιολογική σχέση. Η Ινγκριντ δεν είναι έτοιμη για όλα αυτά που ο πατέρας μου θέλει και δε θέλω κι εγώ να την πιέσω. Από την άλλη δεν έχω ποτέ αντιταχθεί στον πατέρα μου. Πάντα ακολουθούσα τις συμβουλές του και ήμουν πιστός και αφοσιωμένος γιος. Έτρεφα πάντα σεβασμό για εκείνον, τόσο ως πατέρα όσο και ως βασιλιά. Αλλά τον τελευταίο καιρό, με εκνευρίζει κι εκείνος. Δεν έχω χρόνο να ασχολούμαι με το πρωτόκολλο και την διαιώνιση του είδους μου. Πρέπει να είμαι παραγωγικός και να βοηθήσω το κράτος μου δουλεύοντας, σχεδιάζοντας, εφαρμόζοντας. Και η Ινγκριντ βοηθάει πολύ σε αυτό. Από πάνινη κούκλα, έχει μετατραπεί σε δυναμική, ηγετική μορφή. Παίρνει αποφάσεις, διαβάζει, ενημερώνεται. Καθοδηγείται από ευαισθησία, φυσικό ένστικτο και καλή μόρφωση και συνήθως με εκπλήσσει ευχάριστα με τις επιλογές της. 

Πότε πέρασε η ώρα; Είναι παρά δέκα. Τι να κάνω; Να πάω να τη φωνάξω ή να στείλω κάποιον; Δε θέλω να τη φέρουν σε δύσκολη θέση, αλλά θα πρέπει αργά ή γρήγορα να τη δουν. Θα στείλω κάποιον. Εγώ φοβάμαι να ξαναμπώ στο δωμάτιό της. Γενικά, ίσως είναι καλύτερο για λίγο καιρό να μη μένουμε μόνοι εκεί μέσα γιατί το σενάριο να μην ξαναβγώ, είναι πολύ πολύ πιθανό.




Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

κεφάλαιο 22-λιποζάν



22

«Μπορείς απλά να πεις ότι δεν θες. Δε χρειάζεται να αραδιάζεις δικαιολογίες» είπε η Ινγκριντ τελικά. «Άλλωστε και εγώ δεν το καλοσκέφτηκα. Ίσως ήμουν λίγο παρορμητική. Έχουμε ένα καταπληκτικό σαλέ στις Άλπεις και σπάνια πάμε. Δεν ξέρω τι σκεφτόμουν. Συγγνώμη αν σε έκανα να νιώσεις άσχημα, απλώς λυπήθηκα στην ιδέα να μην κάνεις τίποτα στα γενέθλιά σου» συμπλήρωσε, νιώθοντας τα μάγουλά της να καίνε. Ντρεπόταν αφόρητα.
«Ινγκριντ, πάψε πια!» είπε εκείνος. «Απλώς σου είπα ότι είμαι πολύ απασχολημένος και δεν μπορώ αυτή την περίοδο να ταξιδέψω. Ειδικά για αναψυχή».
«Μου το είπες αυτό. Αλλά δεν καταλαβαίνω πόσο σκοπεύεις να πιέσεις τον εαυτό σου. Αν πάθεις υπερκόπωση θα ευχαριστηθείς;»
«Έτσι έχω μάθει να δουλεύω. Δεν κινδυνεύω».
«Καλώς, δεν επιμένω. Δε θέλω να νομίζεις ότι σε παρακαλάω κιόλας» πείσμωσε εκείνη και σούφρωσε τα χείλη της. Εκείνος χαμογέλασε φευγαλέα.
«Υπάρχει και κάτι άλλο που προσπαθώ εδώ και ώρα να σου πω αλλά δε με αφήνεις. Ειλικρινά θα αρχίσω να πιστεύω ότι ήθελες να με ξεμοναχιάσεις στις Άλπεις αν κρίνω από το ύφος αυτή τη στιγμή» της γέλασε. Η Ινγκριντ έκανε μια γκριμάτσα.
«Ναι, σιγά το κελεπούρι» του είπε.
«Μην το λες. Υπάρχουν κάποιες που λένε ότι είμαι» την πείραξε.
«Δε σε έχουν γνωρίσει καλά μάλλον» του είπε εκείνη σαρκαστικά.
«Ούτε εσύ με έχεις γνωρίσει καλά» χαμογέλασε εκείνος, γνωρίζοντας ότι είχε σκοράρει γκολ. Η Ινγκριντ δε μίλησε.
«Ήθελα να μιλήσουμε για κάτι που έχει προκύψει» είπε εκείνος τελικά και η Ινγκριντ κατάλαβε ότι δε θα ήταν ευχάριστο. «Αύριο έρχεται ο πατέρας μου».
«Αλήθεια;» ρώτησε εκείνη.
«Έρχεται με τη μητέρα μου. Υποτίθεται για τα γενέθλιά μου αλλά εγώ τους ξέρω καλά. Ποτέ δε θα το έκαναν αυτό αν δεν υπήρχε και άλλος λόγος. Κάτι έπιασα στον αέρα όταν μου τηλεφώνησαν. Δεν ξέρω τι θα μου ξεφουρνίσουν, αλλά έχω κακό προαίσθημα».
«Δεν έχουν να μας προσάψουν κάτι. Είμαστε υποδειγματικό ζευγάρι» ειρωνεύτηκε εκείνη. Όλα τα μέσα μιλάνε για την αγάπη μας και οι λαοί μας μας αγαπούν πολύ».
«Ας μη βιαζόμαστε να βγάλουμε συμπεράσματα. Απλώς σε ενημερώνω για να μη σοκαριστείς αύριο. Ο πατέρας μου είναι λίγο απότομος όπως ίσως ξέρεις» είπε σχεδόν απολογητικά.
«Μην ανησυχείς. Έχω πάθει ανοσία στον τρόπο σας» του είπε. Τον είδε να σφίγγεται.
«Πιστεύεις ότι...φερόμαστε και οι δύο με τον ίδιο τρόπο;» τη ρώτησε.
«Είστε και οι δύο αποφασιστικοί» είπε, αποφεύγοντας να πει «κοφτοί». Προφανώς τον ενοχλούσε η ιδέα της ομοιότητας.
«Και απέναντί σου; Πιστεύεις ότι είμαι αγενής μαζί σου;» τη ρώτησε με αγωνία. Δεν ήξερε τι να του απαντήσει.
«Δεν ξέρω τι να σου πω. Δεν έχει σημασία όμως. Είσαι αυτός που είσαι. Δεν ωφελεί να αλλάξεις για μένα».
«Αν σε ενοχλεί κάτι, θα ήθελα να μου το λες» την εξέπληξε με τη σοβαρότητα που άκουσε στον τόνο της φωνής του.
«Με ενοχλεί που δουλεύεις τόσο πολύ και δε σε βλέπω καθόλου» του είπε, λίγο πιο γρήγορα από όσο ήθελε. Πώς είχε ξεφύγει τέτοια αλήθεια από το στόμα της χωρίς να τη φιλτράρει καθόλου; Πώς ήταν να δυνατόν να ξεγυμνώνεται τόσο εύκολα μπροστά του;
«Άλλο λίγο και να με πείσεις ότι ο γάμος μας είναι κανονικός» είπε εκείνος ξερά. Δεν έδειχνε να την πιστεύει. Ευτυχώς.
«Μπορεί να μην είναι, αλλά δεν είναι άσχημη ιδέα να περνάμε λίγο χρόνο μαζί» του είπε εκείνη με πάσα ειλικρίνεια. «Θα βοηθήσει να αναπτυχθεί μεταξύ μας οικειότητα. Δε θα πεταγόμαστε σαν ελατήριο κάθε φορά που πλησιάζει ο ένας τον άλλον. Δεν είναι φυσιολογικό».
«Δεν το έχει προσέξει κανείς».
«Το έχω προσέξει εγώ και δε μου αρέσει η ιδέα να περάσω δεν ξέρω κι εγώ πόσα χρόνια μέσα στην απόλυτη ψυχρότητα. Δεν ήξερα πότε έχεις γενέθλια! Αν είναι δυνατόν!».
«Θα σου γράψω μια λίστα με πληροφορίες για μένα. Πώς πίνω τον καφέ μου, σε τι είμαι αλλεργικός και ποιο είναι το αγαπημένο μου χρώμα. Ευχαριστημένη;»
«Ω! Ξέρεις κάτι; Δε με νοιάζει και πολύ! Να μη σε κρατάω. Χρόνια πολλά και τα λέμε αύριο» πετάχτηκε από το κρεβάτι και του έδειξε την πόρτα. Σηκώθηκε και εκείνος. Συνέχιζε να δείχνει πολύ κουρασμένος.
«Ο πατέρας μου φτάνει στις δέκα το πρωί και θα πάει στο κεντρικό παλάτι να μείνει. Σκέφτηκα ότι θα έχουμε περισσότερη ιδιωτικότητα εδώ αν λείπει» της είπε. Εκείνη έγνεψε. Η Ινγκριντ δε μίλησε. Ένιωθε πολύ άσχημα που την είχε απορρίψει έτσι. «Γιατί κάνεις έτσι τώρα;» τη ρώτησε μετά από λίγη ώρα που εκείνη κοιτούσε επίμονα το χαλί.
«Μπορούμε να πάμε άλλη φορά στις Άλπεις. Πνίγομαι στη δουλειά και έρχεται ο πατέρας μου αύριο ποιος ξέρει γιατί» της είπε γλυκά. Η Ινγκριντ δεν καταλάβαινε καν γιατί ένιωθε τόσο απογοητευμένη.
«Καταλαβαίνω» του είπε κοφτά. «Καληνύχτα και πάλι χρόνια πολλά» επανέλαβε σαν ρομπότ, κοιτώντας το χαλί με πάθος.
«Ινγκριντ, κοίτα με λίγο» της είπε εκείνος, βραχνά. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και το βλέμμα της συνάντησε το δικό του. Μάγκωσε ανάμεσα στα δάχτυλά του το πηγούνι της και έγειρε κοντά της.
«Τι…κάνεις;» τον ρώτησε αδύναμα, από φόβο μήπως διαλύσει τη στιγμή. Την κοιτούσε λες και ήταν έτοιμος να την καταβροχθίσει και ταυτόχρονα, λες και ήταν ένα σπάνιο λουλούδι.
Το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της και το φιλί του βάθυνε αμέσως. Το χέρι του χώθηκε στα μαλλιά της και την έσφιξε πάνω του. Η Ινγκριντ δεν προσπάθησε καν να τραβηχτεί. Έλιωσε πάνω του και ανταποκρίθηκε στο φιλί του με τον τρόπο που ήθελε εδώ και καιρό. Ουσιαστικά, ήταν το πρώτο τους φιλί. Το πρώτο φιλί που δεν έδιναν μπροστά σε κοινό. Και τι φιλί ήταν αυτό… Ο τρόπος που τη φιλούσε της έδειχνε ότι ήταν ένας παθιασμένος άντρας, ένας άντρας που ήξερε τι έκανε. Άκουγε την καρδιά του να χτυπάει και τον ένιωθε κοντά της να σφίγγεται και να προσπαθεί να βάλει φρένο στο πάθος του αλλά να μην μπορεί να την αφήσει. Πιάστηκε από το πουκάμισό του για να μη καταρρεύσει και μόνο τότε εκείνος τραβήχτηκε λίγο από κοντά της. Η Ινγκριντ ένιωσε αμέσως την απώλεια, αλλά δεν το έδειξε. Έφερε το χέρι της στα χείλη της, που πάλλονταν από την αισθησιακή επίθεση. Εκείνος συνέχισε να την κοιτάει.
«Σε ευχαριστώ» της χαμογέλασε, βρίσκοντας αμέσως την αυτοκυριαρχία του. Έφερε την παλάμη της στα χείλη του και τη φίλησε απαλά. «Ήταν το πιο όμορφο δώρο γενεθλίων που μου έχουν χαρίσει ποτέ».



Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

κεφάλαιο 21-swiss airlines

Η Ινγκριντ βημάτιζε νευρικά πάνω κάτω στο δωμάτιό της. Ήταν εκνευρισμένη. Ένα σωρό συναισθήματα κόντευαν να την πνίξουν. Είχε αφήσει από το πρωί τρία μηνύματα ότι θέλει να τον δει. Κατά τις πέντε το απόγευμα, την ώρα που τέλειωνε τη δουλειά της, ήρθε ένα μικρό φακελάκι με ένα μήνυμα που έλεγε ότι είναι απασχολημένος και ότι μόλις τελειώσει θα την επισκεφτεί στο δωμάτιό της αν δεν ήταν πολύ αργά. Σίγουρα δεν ήταν το συνηθισμένο ζευγάρι, αλλά όχι να μιλάνε με γραπτά σημειώματα. Όχι σήμερα. Ειδικά όχι σήμερα.

Ευτυχώς είχε τη δουλειά και ήταν απασχολημένη. Έτσι, δεν σκεφτόταν συνεχώς, παρά μόνο όταν ξάπλωνε στο κρεβάτι της μόνη της το βράδυ, ότι κάτι παράξενο την τραβούσε σε εκείνον. Δεν μπορούσε να τον βγάλει από το μυαλό της. Κάθε φορά που τον έβλεπε, με δυσκολία κρατιόταν να μην τον αγγίξει και ήθελε πάντα να είναι περιποιημένη σε περίπτωση εκείνος τη συναντούσε κάπου τυχαία. Πριν από πέντε μέρες είχαν παρευρεθεί στο χορό ενός φιλανθρωπικού σωματείου για παιδιά με αναπηρίες. Είχε διαλέξει με προσοχή ένα μαγευτικό μωβ φόρεμα και είχε φορέσει σέξι γόβες. Τίποτα. Ούτε ένα βλέμμα επιδοκιμασίας. Ένα νεύμα. Ένα κομπλιμέντο. Τίποτα. Μπήκαν στην λιμουζίνα βουβά, πέρασαν δύο ώρες ανταλλάζοντας ευγένειες με ξένους και γύρισαν πίσω στην απόλυτη σιωπή. Είχε να τον δει από τότε. Αν ήταν δυνατόν. Πέντε ολόκληρες μέρες.

«Είσαι μέσα;» τη ρώτησε εκείνος, χτυπώντας την πόρτα και βγάζοντάς τη από τις σκέψεις της. Είχε θυμηθεί τον τρόπο που έλαμπαν τα μάτια του όταν έπαιζε με μερικά παιδιά που ζούσαν στο ίδρυμα που επισκέφτηκαν. Δεν τον είχε ξαναδεί τόσο ξέγνοιαστο. Έπαιξε μαζί τους, έβγαλε φωτογραφίες, άκουσε τα όνειρά τους. Και αυτά όμως τον λάτρεψαν. Ανταποκρίθηκαν στην ειλικρίνειά του με τρόπο μαγικό. Δεν είχε ιδέα ότι έκρυβε μέσα του τόση τρυφερότητα. Ακόμα κι εκείνη, που είχε μεγάλη εμπειρία σε φιλανθρωπικές εμφανίσεις, ένιωθε πολύ άβολα με τα παιδιά. Ένιωθε ενοχές που εκείνη ήταν τόσο προνομιούχα και σπάνια τα πλησίαζε.
«Ναι» του είπε ήρεμα επιθεωρώντας την εμφάνισή της. Φορούσε μια βελουτέ φόρμα και χνουδωτές παντόφλες. Εντάξει, δεν ήταν και το πιο ελκυστικό ρούχο, αλλά δεν ήθελε να φαίνεται ότι τον περίμενε.
«Είσαι…ντυμένη;» ρώτησε εκείνος απ’ έξω. Εκείνη τον διαβεβαίωσε πως ναι και κοίταξε το ρολόι της. Ήταν περασμένες δέκα.
«Τι με ήθελες;» τη ρώτησε, κοιτώντας τη με περιέργεια ανακατεμένη με ανυπομονησία. Έδειχνε καταπονημένος. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και κάθισε σε μια καρέκλα μακριά της.
«Το θεωρείς λογικό να μαθαίνω από το υπηρετικό προσωπικό ότι έχεις γενέθλια;» του είπε σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος. Ήταν έξαλλη. «Ξέρεις πόσο ηλίθια με κάνεις να νιώθω; Μπήκαν όλες σήμερα να μου ευχηθούν και δεν ήξερα τίποτα» συνέχισε.
«Δε σκόπευα να τους το πω. Δεν γιορτάζω ποτέ ιδιαίτερα αυτή τη μέρα. Απλώς έτυχε να μπουν στο δωμάτιο να στρώσουν το κρεβάτι την ώρα που με πήρε η μητέρα μου για χρόνια πολλά».
«Τι εννοείς δεν το γιορτάζεις; Τι σόι πρίγκιπας είσαι εσύ; Εμένα η μέρα των γενεθλίων μου είναι εθνική εορτή. Έρχονται αρχηγοί κρατών και παραθέτουμε δείπνο. Και απελευθερώνουμε ένα περιστέρι για κάθε χρόνο που συμπληρώνω» είπε με στόμφο. Τον είδε να πνίγει ένα χαμόγελο με δυσκολία.
«Τι;» τον ρώτησε.
«Λυπάμαι που τα δικά μου γενέθλια δεν είναι τόσο φαντασμαγορικά».
«Δε γίνεται να μην τα γιορτάζεις! Και πότε θα μου το έλεγες;» τον ρώτησε.
«Ποτέ. Δεν είναι κάτι σημαντικό. Μπορώ να φύγω τώρα;» τη ρώτησε και έκανε να σηκωθεί αλλά εκείνη τον σταμάτησε.
«Οι γονείς σου δεν σου παίρνουν δώρο;»
«Σαν τι; Μου έπαιρναν μέχρι τα 18. Τώρα έχω ό,τι χρειάζομαι».
«Πάντα υπάρχει κάτι» είπε εκείνη. Εκείνος την κοίταξε για λίγο σκεπτικός, αλλά δε μίλησε. Η Ινγκριντ ένιωσε ότι κάτι της διέφευγε.
«Γιατί δε μου το είπες;» επέμεινε.
«Για ποιο λόγο να το κάνω; Και τώρα που το έμαθες;» είπε εκείνος ήρεμα. «Τι έκανες; Με κατηγορείς και δεν μου ευχήθηκες καν» την αποστόμωσε. Η Ινγκριντ έμεινε να τον κοιτάει με το στόμα μισάνοιχτο. Ήταν δυνατόν να είχε ξεχάσει να του ευχηθεί και να πέρασε κατευθείαν στις φωνές; Είχε καταφέρει να γελοιοποιηθεί. Πάλι.
«Τζάρεντ…συγγνώμη» κατέβασε το κεφάλι ντροπιασμένη. «Χρόνια πολλά σου εύχομαι. Να είσαι γερός και ευτυχισμένος» συνέχισε, λες και έλεγε ποίημα στο νηπιαγωγείο και όλο το σχολείο την κοιτούσε. Ακολούθησε απόλυτη. Άκουγε την ανάσα του να πλησιάζει. Ένιωθε τον χτύπο της καρδιάς της. Ξαφνικά εκείνος ακούμπησε το δάχτυλό του στο πηγούνι της και ανασήκωσε το κεφάλι της. Ήταν τόσο κοντά της, αλλά και μακριά ταυτόχρονα. Δεν ήταν δικός της. Όχι ότι ήθελε φυσικά.
«Σε ευχαριστώ» είπε εκείνος ήρεμα. Και το εννοούσε. Το είδε στο βλέμμα του ότι εκτιμούσε την ευχή της παρόλο που βγήκε άκομψα.
«Για πες μου για τα περιστέρια» της είπε χαμογελώντας. Απομακρύνθηκε λίγο και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της. Η Ινγκριντ δεν ήταν σίγουρη ότι το εννοούσε, αλλά αποφάσισε να απαντήσει.
«Φέτος αποφάσισα να μην είναι όλα λευκά, γιατί είναι βαρετό. Και σκέφτηκα να στολίσουμε την κεντρική πλατεία με λουλούδια. Και στην παρέλαση…».
«Υπάρχει και παρέλαση;» γέλασε εκείνος. Η Ινγκριντ ανασήκωσε τα φρύδια.
«Φυσικά! Γίνεται να έχει η βασίλισσα γενέθλια και να μην υπάρχει παρέλαση;» τον ρώτησε σοβαρή. Σε τι σόι βασίλειο είχε μεγαλώσει;
«Δε γίνεται βέβαια!» γέλασε εκείνος.
«Θες να κανονίσω κάτι και για σένα; Τώρα είσαι σύζυγός μου» πρότεινε ενθουσιασμένη εκείνη. Ήταν πολύ όμορφο να γιορτάζεις μαζί με τον λαό σου.
«Δε μου αρέσει να βάζω σε κόπο τόσο κόσμο».
«Με κάνεις να νιώθω πολύ χαζή» είπε εκείνη σκεπτικά.
«Έχεις διαφορετική νοοτροπία. Κι εσύ και όλη η χώρα. Εμείς…εγώ…είμαστε υπηρέτες του κράτους. Όχι το αντίθετο» διευκρίνισε. Η Ινγκριντ δεν είχε σκεφτεί ποτέ κάτι τέτοιο.
«Και εσύ…δε θα γιορτάσεις καθόλου δηλαδή;» τον ρώτησε απλά. Κάθισε δίπλα του στο κρεβάτι, μιας και η μόνη καρέκλα ήταν μακριά του. Εκείνος την κοίταξε και ξεκίνησε να της πει κάτι αλλά σταμάτησε απότομα. Τι να ήταν;
«Υπάρχει κάτι που σου αρέσει να κάνεις;» επέμεινε.
«Υπάρχει κάτι, και βρισκόμαστε στο σωστό δωμάτιο, αλλά φοβάμαι ότι θα φάω τα μούτρα μου» είπε εκείνος χαμηλόφωνα. Η Ινγκριντ ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Πώς το έκανε αυτό; Πώς γυρνούσε κάθε συζήτηση υπέρ του; Αλλά το ερώτημα που τη βασάνιζε ήταν αν ήθελε εκείνη στο κρεβάτι ή κάποια άλλη.
«Εμ…» ψέλλισε. «Κάτι…κάτι άλλο;». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα.
«Αυτό ήθελα».
«Τζάρεντ…».
«Καλά» ξεφύσηξε. «Μου αρέσει και το σκι. Και συνήθως πάω για μερικές μέρες στο βουνό στα γενέθλιά μου. Αλλά τώρα έχουμε ένα νομοσχέδιο που ετοιμάζουμε και πρέπει να τελειοποιήσω μερικά πράγματα σχετικά με τη ζεύξη» της είπε με μια ανάσα. Είχε ξεχαστεί η αμηχανία.
«Αυτό είναι» του είπε εκείνη με ενθουσιασμό. «Αύριο πρωί φεύγουμε για Ελβετία».




Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

κεφάλαιο 20- Σοκ

20

«Ήταν να έρθεις αύριο, δε σε περίμενα…» του είπε σαν χαζή.
«Συγγνώμη. Την επόμενη φορά θα σε ενημερώσω, για να προλάβεις να τον κρύψεις στην ντουλάπα» της είπε σφίγγοντας τα δόντια του. Έδειχνε πολύ απειλητικός έτσι όπως στεκόταν από πάνω της, ψηλός και επιβλητικός. Είχε να τον δει μερικές μέρες, και αμέσως η παρουσία του την έκανε ανατριχιάσει. Είχε έναν αέρα αριστοκρατικό, αλλά και κάτι αρρενωπό πάνω του, πιο άγριο και πιο επιθετικό.
«Μα τι λες…; Δεν είναι αυτό…» ψέλλισε εκείνη και έκανε ένα βήμα πίσω. Ήξερε ότι τους είχε πιάσει σε μια πολύ παραπλανητική στάση.
«Τι; Δεν είναι αυτό που νομίζω;» γέλασε εκείνος, αλλά όχι με την καρδιά του. Στα μάτια του έκαιγε μια μικρή φωτιά. Ήταν εκενυρισμένος.
«Τι κάνεις εδώ;» προσπάθησε να αλλάξει συζήτηση. Μάταια όμως.
«Επέστρεψα από το ταξίδι μου και σκέφτηκα να σε δω. Έχουμε καιρό να μιλήσουμε. Δεν περίμενα να σε βρω αγκαλιά με τον εραστή σου. Είχαμε συμφωνήσει κάτι αν δεν κάνω λάθος!» είπε εκείνος. Η Ινγκριντ δεν πίστευε στα αυτιά της. Έκανε άλλο ένα βήμα πίσω αλλά εκείνος μείωσε ξανά την απόσταση, κάνοντας ένα βήμα μπροστά.
«Πώς τολμάς; Με τον Πάτρικ είμαστε παιδικοί φίλοι!» του είπε θιγμένη.
«Έπαιξες όλο αυτό το δράμα όταν κυκλοφόρησαν οι φήμες για εμένα και την Ιρένε! Έκανες λες και σε δάγκωσε φίδι! Μου ζήτησες λίγο πολύ να μην έχω σχέσεις!» της θύμισε. Έκλεισε τα μάτια της. Ντρεπόταν ακόμα για τον τρόπο που είχε αντιδράσει τότε. Ήταν πραγματικά λες και το σώμα της και το μυαλό της επικοινωνούσαν παρά τη δική της θέληση.
«Σου ζήτησα να είσαι διακριτικός» είπε εκείνη απλά. Έβραζε όμως.
«Όπως είσαι κι εσύ;»
«Δε βλέπω τον λόγο να είμαι διακριτική όταν είμαι με έναν φίλο μου. Έκλαιγα και με παρηγορούσε» του είπε. «Στον κόσμο σου οι γυναίκες και οι άντρες δεν μπορούν να είναι φίλοι;» τον προκάλεσε.
«Όχι όταν η γυναίκα είσαι εσύ!» κάγχασε εκείνος. Η Ινγκριντ παραξενεύτηκε.
«Τι σημαίνει αυτό; Θα με τρελάνεις. Δεν ξέρω αν αυτό που είπες είναι καλό ή κακό».
«Είναι προφανές ότι υπάρχει κάτι μεταξύ σας! Και σε ρωτάω. Είσαι ερωτευμένη μαζί του και έκλαιγες επειδή εξαιτίας μου είστε χώρια;» τη ρώτησε. Τύλιξε το χέρι του σε μπουνιά και το έφερε στα χείλη του. Έσφιξε το σαγόνι του και περίμενε. Η Ινγκριντ έκανε να απαντήσει κάτι, αλλά δεν τα κατάφερε. Ήταν τόσο παράλογο όλο αυτό που δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει καλά καλά. Εκείνος περίμενε όμως. Έπρεπε να του πει κάτι.
«Εγώ δεν…»
«Κάνετε απλώς σεξ ή τον αγαπάς κιόλας;» επέμεινε εκείνος.
«Θα με αφήσεις να μιλήσω;» τον ρώτησε. Ήταν πολύ κοντά της και δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. «Λες βλακείες. Δεν έχουμε σχέση» του είπε ήρεμα. Αλλά δεν τον έπεισε. Το έβλεπε.
«Αυτό κάνεις τα βράδια; Γι’ αυτό εμείς δεν…ποτέ…» άρχισε να της λέει και κατέβασε το βλέμμα του. Ντρεπόταν; Αν είναι δυνατόν. Και τι ακριβώς της έλεγε; Ότι αν δεν υπήρχε ο Πάτρικ εκείνος είχε σκεφτεί την πιθανότητα να έρθουν πιο κοντά; Μετά τον τσακωμό το πρωί που τον βρήκε στο κρεβάτι της, της είπε πει «τέρμα». Και της το είχε δείξει και με κάθε τρόπο. Την απέφευγε καθημερινά και σχεδόν είχε μειώσει την οπτική επαφή στο ελάχιστο.
«Δεν έχω σχέση με τον Πάτρικ. Όχι ότι σου χρωστάω εξηγήσεις».
«Γιατί έκλαιγες;» απαίτησε να μάθει.
«Του έλεγα ότι νιώθω μόνη».
«Έχεις άντρα και γκόμενο. Πόση παρέα θες πια;» γέλασε εκείνος χαιρέκακα.
«Δεν έχω ούτε το ένα ούτε το άλλο».
«Είμαστε παντρεμένοι» είπε εκείνος αργά, λες και το εξηγούσε σε παιδάκι.
«Έχεις άντρα. Εμένα» της είπε και χτύπησε το στέρνο του με τον δείκτη του τόσο δυνατά που η Ινγκριντ ήταν σίγουρη ότι θα πόνεσε.
«Δεν καταλαβαίνω την επιθυμία σου να μου επαναλαμβάνεις ότι είμαστε παντρεμένοι και ότι είσαι άντρας» τον προκάλεσε.
«Κι εγώ δεν καταλαβαίνω το θράσος σου να τσιλιμπουρδίζεις με τον Πάτρικ ενώ εμένα μου έχεις απαγορέψει να έχω σχέσεις» της είπε εκείνος.
«Δε σου το απαγόρεψα» είπε εκείνη και αμέσως δαγκώθηκε. Είχε πέσει στην παγίδα που της είχε στήσει ή απλώς συνέβη; Εκείνος πάντως την κοιτούσε θριαμβευτικά. Σίγουρα θα εκμεταλλευόταν την ευκαιρία που του έδωσε.
«Δηλαδή δεν θα ξαναπάθεις κρίση πανικού αν βγω με άλλη γυναίκα;» τη ρώτησε. Αυτό ήταν. Την είχε παγιδεύσει.
«Την τελευταία φορά έπαθα κρίση επειδή βγήκα και εγώ μαζί της» του θύμισε. «Εφόσον είσαι διακριτικός μπορείς να κόψεις και το κεφάλι σου».
«Διακριτικό θεωρείς εσύ να φιλιέμαι μέσα στο γραφείο μου;» την ειρωνεύτηκε.
«Δε φιλιόμουν!» είπε εκείνη έξαλλη και τινάχτηκε μακριά του αλλά την άρπαξε από τον καρπό πριν απομακρυνθεί. Την τράβηξε πάνω του. Η Ινγκριντ βρέθηκε ακινητοποιημένη πάνω στο στήθος του. Αν δεν την είχε μεθύσει το άρωμά του, ίσως είχε αντισταθεί πιο έντονα.
«Πώς είναι δυνατόν να κοιμάσαι με δαύτον;» τη ρώτησε εκνευρισμένος, αλλά και με ειλικρινή περιέργεια.
«Ο Πάτρικ δεν είναι εμφανίσιμος αλλά είναι πολύ συμπαθητικός. Και για τελευταία φορά, δεν κοιμάμαι μαζί του» του είπε και έκανε να τραβηχτεί αλλά δεν την άφησε. Την έσφιγγε πάνω του.
«Για όλους έχεις κάτι καλό να πεις. Για μένα ποτέ» την σόκαρε με το παράπονο που άκουσε στη φωνή του. Την απομάκρυνε από κοντά του ήρεμα και την κοίταξε.
«Τι θες να σου πω; Είσαι σπάνια εδώ και εμείς δεν έχουμε τέτοια σχέση» του θύμισε.
«Έχεις δίκιο» συνοφρυώθηκε εκείνος. Η Ινγκριντ παρατήρησε τα μάτια του να σκουραίνουν κάπως. Είχε μαγικά μάτια. Έπαιζαν περίεργα παιχνίδια με τον φωτισμό. Άμα ποτέ έκαναν παιδί θα ήθελε να έχουν τα μάτια του. Μα τι σκεφτόταν; Μάλωσε τον εαυτό της.
«Δε θέλω να πιστεύεις ότι είμαι με τον Πάτρικ. Δε σου χρωστάω εξηγήσεις αλλά δε θέλω να το πιστεύεις» του είπε εκείνη με όση ειλικρίνεια μπορούσε να διαθέσει δεδομένης της κατάστασης.
«Χαίρομαι» είπε εκείνος ήρεμα.
«Μπορεί να είμαι με κάποιον άλλον» τον πείραξε εκείνη. Εκείνος δε γέλασε.
«Ο,τι σε κάνει ευτυχισμένη» της είπε και μετά από μερικά ατελείωτα δευτερόλεπτα, βγήκε από το γραφείο της, αφήνοντας τη μόνη, χαμένη στις σκέψεις της.

Γιατί κάτι της έλεγε ότι σιγά σιγά ήξερε τι ήταν αυτό που θα την έκανε ευτυχισμένη.

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

κεφάλαιο 19-στα πράσα/in the leeks





Η Ινγκριντ είχε στρωθεί για τα καλά στη δουλειά. Δούλευε καθημερινά περίπου από τις δέκα το πρωί μέχρι τις πέντε το απόγευμα. Είχε στήσει ένα μικρό γραφείο δίπλα από αυτό του Τζάρεντ, αλλά σπάνια τον έβλεπε πια. Εκείνος ταξίδευε συνέχεια και τα ωράριά τους ήταν τελείως διαφορετικά. Συνήθως εκείνος ξεκινούσε εφτά ή οκτώ το πρωί, δούλευε μέχρι το μεσημέρι, ξεκουραζόταν τρεις ώρες και συνέχιζε ως το βράδυ με τηλεδιασκέψεις. Ο Πάτρικ συνέχιζε να είναι απασχολημένος με τα νέα διευρυμένα του καθήκοντα, αλλά πάντα έβρισκε χρόνο να τη ρωτήσει τι κάνει και να τη βοηθήσει με τα καινούργια σχέδιά της για την παιδεία.
«Είναι καλές ιδέες όλα» της είπε ενθαρρυντικά, κοιτώντας την παρουσίαση που είχε συντάξει εκείνη για να του δείξει. «Είναι πολύ ευχάριστο που θες να βοηθήσεις, και μάλιστα σε έναν τόσο νευραλγικό τομέα. Μπράβο!» της είπε. Η Ινγκριντ χάρηκε πολύ με τα καλά του λόγια. Γενικά άκουγε θετικά σχόλια για όσα σκόπευε να αλλάξει, αλλά η επιβράβευση του Πάτρικ σήμαινε πολλά για εκείνη, μιας και ήταν τόσο ικανός και ο πατέρας της τον εμπιστευόταν τόσο πολύ.
«Εσύ πώς είσαι;» τον ρώτησε, όταν είχαν μιλήσει αρκετά για πολιτική. Ο Πάτρικ ήταν ολιγομίλητος γενικά, αλλά σε εκείνη ανοιγόταν λίγο περισσότερο, μιας και ήταν κοντά στην ηλικία και είχαν μεγαλώσει μαζί.
«Ξέρεις τώρα» είπε εκείνος και χαμογέλασε. «Πολλή δουλειά και λίγη διασκέδαση».
«Πρέπει να ξεκουράζεσαι, Πάτρικ. Και να περνάς καλά» του είπε εκείνη σοβαρά. Πραγματικά ο Πάτρικ δούλευε πολύ και δεν είχε προσωπική ζωή.
«Όπως εσύ;»  τη ρώτησε εκείνος και η Ινγκριντ έκανε ένα μορφασμό. Την είχε πιάσει.
«Εγώ έχω πολλά καθήκοντα και πολλές σκοτούρες. Και μη ξεχνάς ότι είμαι παντρεμένη πια. Πόσο να βγω και να διασκεδάσω;» γέλασε εκείνη ανάλαφρα, αλλά δεν πίστευε λέξη. Απλώς δεν είχε όρεξη να βγει. Και με ποιον να βγει δηλαδή; Δεν εμπιστευόταν και πολλές φίλες της ώστε να τους πει την κατάσταση με τον Τζάρεντ και οι πιο έμπιστες φίλες της ήταν στο εξωτερικό. Γενικά, ήταν και ένιωθε μόνη. Ο Πάτρικ και ο θείος της ήταν οι μόνοι άνθρωποι με τους οποίους αντάλλασε μερικές κουβέντες παραπάνω.
«Ξέρω ότι ακόμα δεν είναι η καλύτερη κατάσταση» είπε εκείνος και την κοίταξε με συμπάθεια. «Αλλά είναι μια καλή επιλογή, που ωφελεί και τις δύο χώρες» της θύμισε, διαβάζοντας τις σκέψεις της. Ο Πάτρικ ένιωθε ότι δεν ήταν ευτυχισμένη στο γάμο-θέατρο.
«Και θυσιάστηκα σαν ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας» γέλασε εκείνη πικρά.
«Όλες οι γυναίκες στο παλάτι, και έξω από αυτό, λένε ότι είσαι τυχερή» της είπε εκείνος πονηρά. «Αναστενάζουν από πίσω του και ενίοτε και μπροστά του».
«Καταλαβαίνω ότι είναι…ευπαρουσίαστος» είπε εκείνη. Προσπάθησε να μην κοκκινίσει. Διάφορες ακατάλληλες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της. Δεν ήταν μόνο ευπαρουσίαστος. Ήταν κούκλος. Ήταν μοναδικά όμορφος, σέξι, δυναμικός. Αλλά και τελείως ξένος. «Αλλά δεν μπορεί να περιμένεις από μένα να ενδώσω…στον εχθρό» του είπε. Ντρεπόταν που το παραδεχόταν, αλλά ακόμα δεν είχε ξεπεράσει την αντιπάθεια που είχε σε κάθε κάτοικο της γειτονικής χώρα και πόσω μάλλον τον πρίγκιπά τους.
«Ινγκριντ, δεν ωφελεί να μιλάς για εχθρούς πια» είπε εκείνος. Η Ινγκριντ δεν πίστευε στα αυτιά της.
«Πάτρικ, από πότε εσύ έγινες τόσο ελαστικός; Τόσο ανοιχτόμυαλος; Νόμιζα ότι μας συνέδεε το μίσος για τους δίπλα».
«Κάνεις λάθος. Μας συνέδεε και συνεχίζει να μας συνδέει η αγάπη για την Γρεδόρα. Όχι το μίσος για την Εστόρια».
«Παίζεις με τις λέξεις» τον κατηγόρησε. Τι ακριβώς έκανε; Την έσπρωχνε σε εκείνον;
«Δεν παίζω καθόλου. Απλώς αλλάζουν τα πράγματα και εσύ μένεις στο παρελθόν» της είπε εκείνος. Σηκώθηκε από τη θέση του και την πλησίασε. Έκατσε δίπλα της και ακούμπησε το χέρι του στην πλάτη της γλυκά. Η Ινγκριντ είχε ανάγκη από ένα τρυφερό χάδι. Δεν ήταν σίγουρη ότι ήταν το σωστό άτομο, αλλά της άρεσε να νιώθει την ανακούφιση ότι κάποιος την νοιάζεται, κι ας διαφωνούσαν.
«Νιώθω ότι προδίδω τον πατέρα μου» είπε εκείνη τελικά, παραδομένη. Άφησε τα δάκρυά της να κυλάνε καυτά, ομολογώντας πρώτη φορά αυτό που σκεφτόταν τόσο καιρό. Ο πατέρας της δε θα είχε δεχτεί ποτέ κάτι τόσο ατιμωτικό. Ήταν ανίκανη ή ηλίθια που δέχτηκε να παντρευτεί με τον εχθρό;
«Ηρέμησε» είπε εκείνος και την άφησε να κλάψει στην αγκαλιά του, όπως και όταν ήταν πιο μικρή και κάποιος την πλήγωνε. Είχε αρχίσει κάπως να χαλαρώνει, όταν η πόρτα άνοιξε απότομα. Ένιωσε πρώτα την ψύχρα να εισβάλει μέσα στο δωμάτιο και μετά σήκωσε το βλέμμα. Δεν τον περίμενε να γυρίσει πριν το τέλος της βδομάδας. Ήταν αλήθεια εδώ ή η φαντασία της έπαιζε παιχνίδια;
«Ελπίζω να μη διακόπτω» άκουσε τον Τζάρεντ να λέει, στάζοντας φαρμάκι. Τους κοιτούσε με ένα βλέμμα παγερό. Τι στο καλό έκανε εδώ; Σηκώθηκαν και οι δύο σαν ελατήρια και η Ινγριντ σκούπισε τα μάτια της βιαστικά.
«Όχι…απλώς μιλούσαμε και…» είπε εκείνη. Σίγουρα έδειχνε σαν να είχε κάνει κάτι ύποπτο αλλά δεν την ένοιαζε.
«Και είπατε να περάσετε κατευθείαν στα προκαταρκτικά» πέταξε εκείνος. «Καταλαβαίνω» συμπλήρωσε.
«Υψηλότατε…» ξεκίνησε να λέει ο Πάτρικ, αλλά με μια απότομη χειρονομία τον διέκοψε ο Τζάρεντ, φτιάχνοντας νευρικά την γραβάτα του.
«Έξω» τον διέταξε κοφτά. «Θέλω να μιλήσω με τη γυναίκα μου. Συνεχίζετε το βράδυ» είπε ειρωνικά και του γύρισε την πλάτη. Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω τους, η Ινγκριντ κοίταξε τον Τζάρεντ. Και πρώτη φορά ένιωσε να φοβάται πραγματικά για τη ζωή της.


Αποτέλεσμα εικόνας για doutzen kroes serious

Κεφάλαιο 18-πόντος υπέρ μας

18

Και αυτό έκανε. Την ενημέρωσε. Της παρείχε όλες τις δυνατές πληροφορίες, δείχνοντάς της σχεδιαγράμματα, οικονομικές μελέτες, ατελείωτα νούμερα και λίστες με ιδέες. Η Ινγκριντ τον άκουγε με προσοχή, κάνοντας ερωτήσεις σε καίρια σημεία. Γρήγορα απομακρύνθηκε από την αρχική ιδέα της να μεταφέρονται μεταξύ των νησιών με φέρι, γιατί ήταν μια άμεση αλλά όχι και πολύ αποτελεσματική λύση, και προσπαθούσε να διαλέξει μεταξύ τούνελ και γέφυρας.
«Εσύ προς τα πού κλίνεις;» τον ρώτησε σε κάποια φάση αλλά εκείνος δεν της απάντησε, για να μην την επηρεάσει. Προσπάθησε να της εξηγήσει μερικά πιο σύνθετα οικονομικά δεδομένα, αλλά δεν τον δυσκόλεψε. Είχε πάρει κάποια μαθήματα οικονομίας στο πτυχίο και το μεταπτυχιακό της και δεν της φαίνονταν κινέζικα. Μπορεί να μην τρελαινόταν για τα νούμερα, αλλά μπορούσε να σταθεί σε μια τέτοια συζήτηση.
«Πολύ εύστοχη παρατήρηση» είπε εκείνος φανερά έκπληκτος, σημειώνοντας αυτό που του είχε πει, σχετικά με την βίαιη αλλαγή του φυσικού τοπίου με τη γέφυρα. Ίσως η δική του χώρα είχε ένα πιο αστικό χαρακτήρα αλλά η Γρεδόρα ήταν γραφική και μια σύγχρονη γέφυρα θα αλλοίωνε κατά πολύ την ομορφιά του τόπου. Ίσως οι κάτοικοι αντιδρούσαν σε κάτι τόσο μεγάλο, τόσο ριζοσπαστικό, τόσο…μόνιμο.
«Σκεφτήκαμε να βάλουμε ένα μικρό αντίτιμο, αλλά…» της είπε αλλά εκείνη τον διέκοψε.
«Δε γίνεται αυτό. Το θέμα είναι να ενωθούν οι χώρες. Δεν μπορούμε να τους βάλουμε να πληρώσουν. Η λογική είναι να νιώθουν το ένα νησί προέκταση του άλλου. Θα δώσουμε λάθος εντύπωση» επέμεινε. Εκείνος έγνεψε και πάλι και σημείωσε κάτι στα χαρτιά του.
Συνέχισε να της μιλάει για τις διάφορες προσφορές που είχαν δεχτεί από διάφορες εταιρείες από όλο τον κόσμο, για την κατασκευή του έργου.
«Νομίζω ότι είναι ανώφελο να κοιτάμε προσφορές αν δεν έχουμε καταλήξει στη λύση» είπε εκείνη. Η κάθε εταιρεία είχε συντάξει δύο προσφορές. Μία για το τούνελ και μία για τη γέφυρα, αλλά έπρεπε να παρθεί η τελική απόφαση ώστε και η προσφορά να είναι πιο ακριβής.
«Έχουμε προθεσμία μέχρι αύριο για να καταλήξουμε» είπε εκείνος σκεπτικός. Ήταν φανερό ότι δεν μπορούσε να αποφασίσει. Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να οργανώσει τη σκέψη της και να τον βοηθήσει. Αν και δεν του άξιζε. Της είχε μιλήσει άσχημα και παρόλο που τώρα ήταν πιο ήπιος, δεν μπορούσε να ξεχάσει το καυστικό σχόλιό του. Την είχε πετύχει κατευθείαν στην καρδιά. Σε εκείνο το σημείο που την έκανε πάντα να νιώθει απλά όμορφη και όχι έξυπνη. Στο σημείο που είχε θεριέψει μετά το θάνατο του πατέρα της και την είχε καθηλώσει στην αδράνεια.
«Ποιος θα πάρει την τελική απόφαση;» τον ρώτησε.
«Το παλάτι. Εγώ. Εσύ» είπε εκείνος κοφτά.
«Μάλιστα» έξυσε εκείνη το κεφάλι της. «Μήπως να καλέσουμε ένα υπουργικό συμβούλιο;» πρότεινε.
«Δέκα άτομα εκείνοι και δύο εμείς. Θα κάνουμε έναν αιώνα να συμφωνήσουμε. Αν θες να βοηθήσεις, βοήθησέ με να αποφασίσω» χαμογέλασε εκείνος φευγαλέα και η Ινγκριντ ένιωσε ότι πραγματικά τη χρειαζόταν. Ήθελε να του πει κάτι σκληρό, για να τον πληγώσει όπως κι εκείνος πριν, αλλά δεν μπορούσε. Δεν ήξερε το λόγο που ήταν τόσο ντεφορμέ στο να τον ενοχλεί και να τον προσβάλει. Απλά δεν ήθελε να το κάνει.
«Έτσι όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ» του είπε συνοψίζοντας τις επιλογές του «το τούνελ είναι κατά 30% πιο ακριβό στην κατασκευή, για προφανείς λόγους, αλλά θα διαρκέσει 14 μήνες για να ολοκληρωθεί. Σωστά;» ρώτησε. Εκείνος έγνεψε καταφατικά.  «Η γέφυρα θα είναι έτοιμη σε 8 μήνες, είναι πιο φτηνή στην κατασκευή, αλλά θα πρέπει να ελέγχουμε την ποσότητα αυτοκινήτων  που κινούνται σε αυτή, ώστε να μην υπερβαίνουν ένα συγκεκριμένο βάρος. Σωστά;» ρώτησε ρητορικά. Πάλι έγνεψε εκείνος.
Εκείνη σκέφτηκε για λίγο. Δεν μπορούσε να διαλέξει. Και οι δυο επιλογές τής φαίνονταν εξίσου καλές και κακές.
«Σε κάποιους δεν αρέσουν τα τούνελ» πρότεινε. Εκείνος χαμογέλασε. «Το έχω προσέξει» της είπε απλά. Την εξέπληξε η παρατήρησή του. Ήταν αλήθεια ότι φοβόταν τα τούνελ αλλά δεν περίμενε ότι το είχε προσέξει ότι έκλεινε τα μάτια όταν περνούσαν από κάποιο τούνελ και βρίσκονταν σε αμάξι.
«Ωστόσο ψηφίζω αυτό» είπε αποφασιστικά. «Δεν μπορούμε να προβλέψουμε το πόσοι πολίτες θα χρησιμοποιούν τη δίοδο καθημερινά, αλλά υποθέτω ότι ίσως ξεπεράσουν το ανώτατο όριο βάρους. Δεν μπορούμε να τους βάζουμε να περιμένουν για να περάσουν απέναντι ώστε να μην υπάρχει υπερφόρτωση. Με το τούνελ, δε θα υπάρχει αυτό το θέμα».
«Το τούνελ θέλει έξι ολόκληρους μήνες παραπάνω όμως» είπε εκείνος.
«Ε και; Τόσο καιρό δεν υπήρχε τίποτα. Δεν υπήρχε καν η ανάγκη. Δεν νομίζω να αναζητήσει ο λαός κάτι που δεν είχε σκεφτεί. Άσε που μπορούμε να ανακοινώσουμε τα σχέδια για τη ζεύξη δύο τρεις μήνες μετά την αρχή των έργων ώστε να κλείσει χρονικά η ψαλίδα».
«Πρέπει να το σκεφτώ» είπε εκείνος ήρεμα. «Κι εγώ προς εκεί έκλινα, αλλά μιλάμε για μερικά επιπλέον εκατομμύρια και δε θέλω να πάρω την πιο κοστοβόρα απόφαση».
«Κάθε μέρα που δεν παίρνεις την απόφαση, χάνουμε χρόνο από ένα έργο που θα βοηθήσει την οικονομία και των δύο νησιών».
«Δεν το είχα σκεφτεί έτσι» της είπε. Έκανε να συμπληρώσει κάτι αλλά τους διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα. Ήταν οι συνεργάτες του. Πότε είχαν περάσει δύο ώρες;
«Μείνε» της είπε σχεδόν παρακλητικά. Εκείνη χαμογέλασε απλά. «Με βοήθησες πολύ».

«Δεν μπορώ. Πρέπει να πάω πάνω να βαφτώ» του είπε ξερά και αποχώρησε από το δωμάτιο χαιρετώντας τους άντρες με μια ελαφρά κλίση του κεφαλιού. 

Αποτέλεσμα εικόνας για justice joslin

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

tAKE IT EASY!

ΚΟΡΊΤΣΙΑ!

Έχω βαρεθεί να το γράφω! Ενημερωθείτε και εσείς οι καινούργιες λοιπόν!
Κάποτε έγραφα κάθε μέρα, μέχρι που έπαθα break down. Ξεκίνησα ξανά μόνο για χάρη σας, και είπα 2-3 κεφάλαια τη βδομάδα. Αυτό κάνω. Μη ζητάτε πιο πολύ. Δε σας ξέχασα. Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ.
Εσάς μπορεί να σας παίρνει 3-5 λεπτά να διαβάσετε ένα κεφάλαιο, αλλά εμένα μου παίρνει 1, 5 ώρα να το γράψω. Και δουλεύω, ρε κορίτσια. Δεν κάθομαι. Το μπλογκ δεν είναι κερδοσκοπικό. Είναι χόμπι!

Φιλιάααααααα

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

κεφάλαιο 17-προσβόλα





17

Είχε κατεβασμένα τα μάτια του και δεν είδε τους συνεργάτες του να την κοιτάνε με αναμεμειγμένη περιέργεια και περιφρόνηση. Φυσικά. Δεν ήταν κανείς από τη χώρα της. Την αντιπαθούσαν όσο τους αντιπαθούσε. Σηκώθηκαν ωστόσο όλοι. Ένιωσε τα βλέμματά τους να την καίνε. Εκείνος συνέχισε να διαβάζει κάτι από έναν πάκο χαρτιά μπροστά του.
«Πώς μπορώ να βοηθήσω;» τη ρώτησε και όλοι έκατσαν. Η Ινγκρντ ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι στεκόνταν μπροστά σε όλους αυτούς τους άντρες, μέσα σε ένα τόσο επαγγελματικό κλίμα, ξυπόλυτη, άβαφη, με ένα απλό τζιν. Ντράπηκε, αλλά δεν το άφησε να την επηρεάσει. Ούτε αυτό, ούτε τον τρόπο που φτερούγισε η καρδιά της όταν την αποκάλεσε βασίλισσα του.
«Θα ήθελα να παρευρεθώ στις συζητήσεις για τη ζεύξη» είπε αποφασιστικά. Εκείνος την κοίταξε προσεκτικά πριν απαντήσει. Οι άντρες έδειχναν να τα έχουν χαμένα.
«Είναι λίγο δύσκολο να παρακολουθήσεις αυτή τη συζήτηση μιας και έχεις χάσει τις οκτώ προηγούμενες» της είπε σταθερά, με έναν τόνο ουδέτερο, αλλά η Ινγκριντ ήξερε ότι προσπαθούσε να την βάλει στη θέση της.
«Κάποιος πρέπει να εκπροσωπήσει και τη χώρα μου» είπε εκείνη με πιο έκδηλο εκνευρισμό.
«Η χώρα είναι ενιαία πια» της θύμισε. Ένας άντρας, κοντά στην ηλικία τους έβηξε νευρικά. Ήταν φανερό ότι τους είχε διακόψει.
«Πού είναι ο Πάτρικ; Ο θείος μου; Ο Κόλιν;» τον ρώτησε.
«Το επιτελείο σου έχει αναλάβει την μεταρρύθμιση στα θέματα παιδείας. Μήπως είναι φρονιμότερο να τους βοηθήσεις κι εσύ;» πρότεινε εκείνος.
«Θέλω να μείνω εδώ» του είπε εκείνη και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος. Το ήξερε ότι έκανε σαν κακομαθημένο παιδί, αλλά το είχε πάρει απόφαση. Και δε θα άφηνε τίποτα να της σταθεί εμπόδιο.
«Δύο ώρες διάλλειμα» είπε εκείνος παραιτημένος. Οι άντρες τον κοίταξαν σοκαρισμένοι, αλλά δεν εξέφρασαν τη δυσαρέσκεια τους προφορικά. «Μπορείτε να απολαύσετε το γεύμα σας λίγο πιο νωρίς σήμερα και να κάνετε χρήση όλων των υπηρεσιών του παλατιού» τους είπε. «Θέλω να ενημερώσω την μεγαλειοτάτη για τις συζητήσεις μας και συνεχίζουμε με εκείνη παρούσα».
Οι άντρες σηκώθηκαν και με μια ελαφρά υπόκλιση αποχώρησαν από την αίθουσα τάχιστα. Η Ινγκριντ έμεινε μόνη της μαζί του και ξαφνικά ένιωσε πολύ αμήχανα.
«Μήπως θες δέκα λεπτά για να φορέσεις κάτι πιο επαγγελματικό;» την παρότρυνε.
«Θέλω να ενημερωθώ πρώτα και θα ντυθώ σε δύο ώρες παρά δέκα λεπτά από τώρα» του είπε πεισματικά. Εκείνος χαμογέλασε φευγαλέα.
«Θα κρυώσεις» έδειξε τα ξυπόλυτα πόδια της.
«Ε και;» ρώτησε εκείνη.
«Την τελευταία φορά που αρρώστησες δε μας βγήκε σε καλό» της θύμισε. Η Ινγκριντ κοκκίνισε. Ξεφύσηξε απελπισμένη και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Σε δέκα λεπτά επέστρεψε, φορώντας ένα μαύρο φόρεμα και μαύρες μπαλαρίνες. Ήταν ένα απλό σύνολο και πολύ κλασικό.
«Εντάξει τώρα;» τον ρώτησε σαρκαστικά και έκανε ένα γύρο μπροστά του. Εκείνος δεν απάντησε ποτέ, παρόλο που την κοίταξε διεξοδικά.
«Μπορείς να με ενημερώσεις για τη λύση που προτείνεις; Θέλω να μου πεις τα συν και τα πλην κάθε λύσης» τον παρακάλεσε.
«Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ σε δύο ώρες να σου εξηγήσω τι συζητάμε εδώ και βδομάδες. Κι εγώ καλά καλά δεν καταλαβαίνω απόλυτα τις οικονομοτεχνικές μελέτες. Οι συνεργάτες μου είναι δεινοί οικονομολόγοι και πρέπει να έχεις γερά νεύρα για να καταλάβεις τι λένε».
«Πες μου ότι σε νοιάζει να μη βαρεθώ» γέλασε εκείνη, εκφράζοντας τη δυσπιστία της.
«Δε βλέπω το λόγο να το περάσεις όλο αυτό. Σκέφτηκα να σε ενημερώσω λιγάκι εγώ, αλλά αν θες να το παρακάμψεις και να ασχοληθείς με την παιδεία εγώ δεν…»
«Μη μου λες τι να κάνω» του είπε αυστηρά και εκείνος ανακάθισε στην καρέκλα του. «Μου περνάει από το μυαλό ότι θες να με αφήσεις έξω από μια σημαντική απόφαση για να κάνεις ό,τι θες εσύ» του είπε, χωρίς να φιλτράρει λίγο τα λόγια της.
«Είσαι τρελή» είπε εκείνος ρουθουνίζοντας. «Μπαίνεις εδώ μέσα με το έτσι θέλω, μας διακόπτεις και ζητάς να συμμετάσχεις σε κάτι που αγνοείς. Δείξε λίγη σοβαρότητα σε παρακαλώ, και ανάλαβε έναν τομέα στον οποίον να είσαι καλή».
«Σαν ποιον δηλαδή;» ρώτησε εκείνη ειρωνικά.
«Δεν ξέρω…το μακιγιάζ ίσως;» είπε εκείνος σκληρά. Η Ινγκριντ πάνιασε. Ήταν τόσο έντονη η προσβολή, τόσο απότομη, τόσο αναπάντεχη, που ένιωσε σαν να της έδωσε χαστούκι. Δεν της είχε ξαναμιλήσει ποτέ έτσι. Τον κοίταξε για λίγο και πήρε βαθιές ανάσες. Προσπάθησε να μην κλάψει. Προσπάθησε σκληρά και τα κατάφερε. Αλλά δεν μπορούσε να είναι σίγουρη για τη φωνή της. Δε μίλησε. Μόνο κοίταξε το πάτωμα. Δεν της είχε μιλήσει ποτέ κανείς έτσι. Ήταν πάντα σε ένα κουκούλι αγάπης και προστασίας. Πρώτη φορά κάποιος αμφισβητούσε τις ικανότητές της, πρώτη φορά κάποιος της πετούσε κατάμουτρα την περιφρόνησή του. Από τότε που τον παντρεύτηκε είχε καταλάβει ότι δεν εκτιμούσε τη γνώμη της για τα σοβαρά θέματα, αλλά δεν είχε συνειδητοποιήσει μέχρι πριν από μερικά δευτερόλεπτα ότι τη θεωρούσε μια πάνινη κούκλα, ανίκανη να πάρει αποφάσεις πέρα από το κραγιόν και το ρουζ της.
«Ινγκριντ, συγγνώμη, εγώ δεν…»
«Φτάνει» είπε εκείνη απλά. Δεν ήθελε να ακούσει. «Θα μείνω να ενημερωθώ. Θα προσφέρω τη γνώμη μου, και μετά θα σε αφήσω να πάρεις εσύ τις αποφάσεις».
«Ινγκριντ, σε παρακαλώ, άσε με να…»
«Είπα εντάξει» τον διέκοψε ξανά. Δεν ήθελε να ακούσει τη συγγνώμη του. «Μη χάνουμε χρόνο. Εξήγησέ μου» του είπε και κάθισε σε μια καρέκλα απέναντί του.