Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

κεφάλαιο 47-

Τη στιγμή που μπήκε μέσα στην αίθουσα δεξιώσεων σκανάροντας νευρικά το χώρο γύρω της προφανώς για να βρει τις φίλες της ένιωσα μια ηλεκτρική εκκένωση να διαπερνάει όλο μου το σώμα και να με αφήνει μουδιασμένο, ανίκανο να αντιδράσω, ακόμα και να τη χαιρετήσω όπως πρόσταζε το πρωτόκολλο να κάνουν οι οικοδεσπότες με κάθε καλεσμένο. Μου έκοψε την ανάσα με την ομορφιά της, με έστειλε στον Παράδεισο και στην Κόλαση μέσα σε ένα δευτερόλεπτο.
 Είχα να τη δω από εκείνο το πρωί που την άφησα σπίτι της, μετά από ένα μαρτυρικό βράδυ. Ήθελα να τη φροντίσω, να σιγουρευτώ ότι είναι καλά, να την κλείσω στην αγκαλιά μου να μην την αφήσω να φύγει ποτέ. Αντ’ αυτού, ξάπλωσα δίπλα της, για να την παρακολουθώ στον ύπνο της, και δεν την άγγιξα καθόλου. Μάρτυς μου ο Θεός, δεν έχω κάνει ποτέ τίποτα πιο δύσκολο. Το να μην την σφίξω πάνω μου, να μην την ξυπνήσω και να την κάνω δική μου ήταν σωστή δοκιμασία. Ευτυχώς το θέαμα του να την κοιτώ απόλυτα χαλαρωμένη να αναπνέει αργά και ρυθμικά με αποζημίωσε. Κάπως.
 Σηκώθηκα και έφυγα βιαστικά, προσπαθώντας να μην έρθω στη δύσκολη θέση να με βρει δίπλα της, με κάθε εμφανή ένδειξη του πόσο την ήθελα πάνω στο κορμί μου. Να μην καταλάβει ότι πέρασα όλο το βράδυ εκεί, πλάι της, μόνο για να είμαι σίγουρος ότι είναι καλά. Ευτυχώς δεν το έμαθε ποτέ και έτσι μπορούμε σήμερα να μιλήσουμε φιλικά. Όπως και τις προηγούμενες μέρες που της τηλεφωνούσα για να δω πώς αναρρώνει και αν γύρισε κανονικά στο πανεπιστήμιο.
 Η απόφασή μου να είμαι φιλικός απόψε εξανεμίστηκε όταν την είδα να μπαίνει. Είχαν φτάσει όλοι και είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι αν θα έρθει. Δε θα την αδικούσα αν δεν ερχόταν. Έχω καταλάβει ότι έχει αισθήματα για μένα και τη θεωρώ πολύ θαρραλέα, σίγουρα πιο πολύ από εμένα, γιατί μου το δείχνει χωρίς να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της. Με διεκδικεί με έναν τρόπο πολύ διακριτικό και πολύ θηλυκό. Η καρδιά μου δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη. Τη θέλω κι εγώ και είναι φοβερό το βάρος που πρέπει να σηκώσω.
 «Να ζήσετε» την ακούω να λέει, πλησιάζοντας προς το μέρος μας. Η Κριστίνα γυρίζει και τη βλέπει και μου σφίγγει το χέρι. Μάλλον ασυναίσθητα. Ίσως η γυναικεία της ματαιοδοξία πλήττεται, ίσως νιώθει κάποια αδιόρατη απειλή. Δε θα έπρεπε όμως. Εγώ και η Κριστίνα δεν έχουμε μιλήσει ποτέ για αγάπη. Ταιριάζουμε, έχουμε μια καλή ερωτική χημεία και έχουμε πλήρη αποδοχή των επαγγελματικών απαιτήσεων του άλλου. Αλλά ποτέ δε μιλήσαμε για έρωτα, για αποκλειστικότητα, για αγάπη. Ο αρραβώνας μας, μάλλον περισσότερο μια απέλπιδα προσπάθειά μου να ξεφύγω από τους δαίμονές μου, τη βρήκε σύμφωνη επειδή είχε αρχίσει να αγχώνεται ότι μεγαλώνει και δε θα μπορέσει να κάνει παιδί. Εγώ οικογένεια τής έχω ξεκαθαρίσει ότι δεν είμαι έτοιμος να κάνω, αλλά νομίζω ότι μέσα της έχει την ψευδαίσθηση ότι θα με αλλάξει.
«Ευχαριστούμε» λέει ψυχρά η Κριστίνα και η Σοφία στρέφεται σε μένα, μάλλον αγνοώντας το γεγονός ότι η Κριστίνα την κοιτάει με μισό μάτι. Ρουφάω με το βλέμμα μου το υπέροχο σμαραγδί φόρεμα που φοράει, το οποίο κολλάει στις καμπύλες της και την κάνει να φαίνεται ακόμα πιο σέξι. Έχει τα χέρια στη μέση και φαίνεται λεπτή σαν κούκλα. Ιδέες περνάνε από το μυαλό μου. Εμένα να την κρατάω από τη μέση και να τη σηκώνω. Να την ακουμπάω στο γραφείο μου και να…
«Να είστε πάντα ευτυχισμένοι. Αφήσαμε το δώρο σας στη ρεσεψιόν» μας λέει κοιτώντας εναλλάξ εμένα και την Κριστίνα. Η Κριστίνα ζητάει βιαστικά συγγνώμη και φεύγει για να χαιρετίσει κάποιον που της κάνει νόημα από μακριά. Μένω μόνος μου μαζί της και το χαμόγελο φεύγει αυτόματα από τα χείλη της, λες και τόση ώρα κόπιαζε για να το έχει εκεί.
«Σε ευχαριστώ που ήρθες» της λέω. Πρώτη φορά παρατηρώ ότι τα μάτια της αλλάζουν χρώμα ανάλογα με αυτό που φοράει. Αν είναι δυνατόν. Σήμερα έχουν μια δόση πράσινο μέσα στο απέραντο γαλάζιο. Τα μαλλιά της είναι έναν τόνο πιο ανοιχτά, λες και βγήκε στον ήλιο, το μακιγιάζ της είναι άψογο, η σιλουέτα της σε μαγνητίζει. Αυτή η γυναίκα μπροστά μου δεν έχει καμία σχέση με το κοριτσάκι που φορούσε τζιν και γυαλιά και η ντουλάπα της είχε τρία ρούχα συνολικά. Αυτή η γυναίκα μπροστά μου είναι μια σωστή κόλαση, μια γυναίκα δυναμική και ανεξάρτητη. Δεν με έχει πια ανάγκη. Αν με είχε και ποτέ δηλαδή.
«Είσαι…είσαι πολύ όμορφη σήμερα» της λέω και εκείνη κοκκινίζει ελαφρά. Μου αρέσει αυτό.
 «Σκέφτηκα να φορέσω κάτι πιο ανάλαφρο. Οι υπόλοιπες μάλλον θα φορέσουν τουαλέτα αλλά εγώ…σκέφτηκα κάτι πιο κοντά στην ηλικία μου. Και άφησα και τα μαλλιά μου κάτω αντί να τα πιάσω σε κότσο. Δεν ξέρω αν έκανα καλά που διάλεξα μόνη μου» φλυάρησε νευρικά. Το βλέπω ότι την επηρεάζω. Μιλάει πολύ και γρήγορα και το στήθος της ανεβοκατεβαίνει σαν τρελό. Το ξέρω, επειδή το παρατηρώ τόση ώρα. Όσο πιο διακριτικά μπορώ φυσικά.
«Λυπάμαι το χρόνο που έχασα» της λέω και της δίνω ένα ποτήρι σαμπάνια από έναν σερβιτόρο που περνάει από δίπλα μου. «Εσύ είσαι αποκάλυψη. Αν τα έκανες όλα αυτά μόνη σου…δε με χρειαζόσουν ποτέ» της λέω και το εννοώ.
«Σου το είχα πει ότι δε σε χρειάζομαι» μου λέει ψυχρά. «Μπορεί να συνεχίζω να φοράω τζιν και γυαλιά όποτε θέλω, αλλά αν χρειαστεί ξέρω πώς να ντυθώ. Νομίζω ότι με έχεις παρεξηγήσει» μου λέει και γνέφω καταφατικά. Μάλλον έτσι θα είναι. Αυτή η γυναίκα που με κοιτάει και με απογυμνώνει από κάθε λογική είναι μια γυναίκα που κινείται στο χώρο λες και είναι σπίτι της.
«Έχω μεγαλώσει σε δεξιώσεις και γκαλά» μου θυμίζει, διαβάζοντας τις σκέψεις μου. «Χαίρομαι που δε νιώθεις άβολα» της λέω και την βλέπω να γελάει. Το γέλιο της είναι ελαφρύ αλλά δε βγαίνει από την ψυχή της.
«Ω πίστεψέ με, νιώθω άβολα!» με διαβεβαιώνει με ειλικρίνεια. «Απλώς ξέρω να παίζω το παιχνιδάκι της κοινωνικής υποκρισίας».
«Σκληρές λέξεις χρησιμοποιείς» της λέω αλλά δε σταματάει να μου χαμογελάει.
«Ο,τι αρμόζει στην κατάσταση» μου απαντάει και ξέρω ότι τα σπαθιά μας είναι διασταυρωμένα. Κάποιος πρέπει να κάνει ένα βήμα πίσω. Θέλω να είμαι εγώ. Πρέπει να είναι δύσκολο για εκείνη να είναι εδώ απόψε. Και για μένα είναι, αλλά αυτή τη στιγμή με νοιάζει εκείνη. Μα πού είναι οι φίλες της; Αφού πριν από λίγο είδα τους συμφοιτητές της να υπογράφουν το βιβλίο ευχών. Ο κόσμος εδώ μέσα είναι πολύς, και η ατμόσφαιρα ξαφνικά με κάνει να ασφυκτιώ. Γιατί με κοιτάει έτσι; Τι να σκέφτεται; Θέλω να μείνουμε μόνοι, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται.
«Είσαι καλά;» τη ρωτάω και μου γνέφει πως ναι. Πίνει μια γενναία γουλιά από τη σαμπάνιά της και κοιτάζει νευρικά τριγύρω. Είναι εμφανές ότι χρειάστηκε όλο της το θάρρος να έρθει ως εδώ και τώρα σιγά σιγά της σώνεται.
«Με συγχωρείς, πρέπει να πάω στα παιδιά» μου λέει και απομακρύνεται.
 Για τις επόμενες δύο ώρες την παρατηρώ από μακριά να μιλάει με κόσμο, να χορεύει βαλς με κάποιον νεαρό που πρέπει να ήταν ξάδερφος της Κριστίνα, να γελάει και να διασκεδάζει. Ένας εξωτερικός παρατηρητής θα έβλεπε ένα κορίτσι που περνάει καλά. Εγώ όμως ήξερα ότι κατέβαλε προσπάθεια και υπερέβαλε εαυτόν για να δείχνει έτσι. Και αν την αγαπούσα μία φορά πριν, τώρα πια ήμουν σίγουρος ότι την αγαπούσα δέκα.
 


4 σχόλια:

  1. Lovetaler .. αναρωτιέμαι τι ρόλο να έχει παίξει ο αδερφός της σε αυτή του την συμπεριφορά???

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Απλά υπέροχο κεφάλαιο, ανυπομωνωωωω να δω τι θα γινει στην συνέχεια !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ειμαι ερωτευμενη με τις απαντησεις της ηρωιδας μας!! Πολυ μαρεσει...ειμαι περιερηη να δω τη συνεχεια;-)
    Καλλιοπη

    ΑπάντησηΔιαγραφή