Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Κεφάλαιο 37-μια weisse παρακαλώ

37

Η Κατ πρέπει να επανέλαβε τουλάχιστον πέντε φορές την επιθυμία της να «πάνε και κάπου αλλού» όταν το πάρτυ του Τζόναθαν είχε αρχίσει να ξεθυμαίνει. Η ώρα ήταν δύο και η Σοφία ήθελε από ώρα να φύγει αλλά φυσικά δεν την άφηναν. Ο Πίτερ μονοπωλούσε το χρόνο της παρόλο που είχε γίνει ξεκάθαρη ότι τον βλέπει φιλικά και η Λόρα την παρακαλούσε να μείνει άλλο λίγο και μετά άλλο λίγο και μετά άλλο λίγο.

Στις δύο και δέκα βγήκαν από το σπίτι του Τζόναθαν και η Κατ πρότεινε να πάνε σε ένα μπαράκι στο κέντρο όπου ήξερε τον μπάρμαν και σίγουρα θα τους σέρβιρε καθαρά ποτά. Η Σοφία δεν ήθελε με τίποτα να πάει, αλλά δεν ήθελε και να μείνει μόνη γιατί δεν περνούσε πια καλά με τις σκέψεις της. Σε μια προσπάθεια να βάλει τη ζωή της σε νέα τροχιά, είχε αγοράσει έναν αφράτο καναπέ και ένα φωτιστικό δαπέδου, κουρτίνες και ένα παχύ χαλί στο χρώμα της μόκας. Το σπίτι είχε απογειωθεί από άποψης διακόσμησης και ήταν πολύ πιο φωτεινό και άνετο μετά από ένα φρεσκάρισμα στους τοίχους. Ήταν πιο ευχάριστο αλλά οι σκέψεις που την τύλιγαν όταν ήταν εκεί μέσα την έκαναν να ασφυκτιά. Είχαν περάσει μέρες αλλά ο πόνος δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Πονούσε αφόρητα. Ζήλευε με κάθε μόριο της ύπαρξής της τη γυναίκα που απολάμβανε τον Φίλιπ. Τη γυναίκα που ξάπλωνε μαζί του, ξυπνούσε πλάι του, τον άκουγε να γελάει, να αναστενάζει, να φωνάζει από νεύρα. Κάθε μικρή στιγμή της καθημερινότητας μαζί του της έμοιαζε μαγική. Και πια δεν είχε καμία δικαιολογία. Δεν ήταν 16 για να νιώθει απλώς έναν ενθουσιασμό μαζί του επειδή ήταν μεγαλύτερος και πιο έμπειρος. Τώρα ήταν 27 ετών και ήξερε γιατί ήταν ερωτευμένη μαζί του. Επειδή ήταν εκνευριστικά όμορφος, έξυπνος, αριστοκρατικός και δυναμικός.

«Για μία ώρα» τους είπε αυστηρά και εκείνοι γέλασαν. Το ίδιο και η Σοφία. Είχε αρχίσει να γίνεται γραφική με τις προθεσμίες που έδινε στον εαυτό της γιατί πάντα τις παράβαινε.
Στις δύο και μισή βρίσκονταν στο εσωτερικό ενός μπαρ που παρά το προχωρημένο της ώρας ήταν κατάμεστο. Η Σοφία ένιωσε να ζαλίζεται από τη δυνατή μουσική και την αποπνικτική ατμόσφαιρα. Ο φωτισμός ήταν πολύ χαμηλός και έπρεπε να ουρλιάζεις για να ακουστείς. Σχεδόν δεν έβλεπε τον διπλανό της και η μυρωδιά αλκοόλ την έκανε να ανακατεύεται.
«Κάτι σε μπουκάλι και σφραγισμένο» είπε στον Πίτερ, ο οποίος κατευθυνόταν στο μπαρ για να παραγγείλει μαζί με την Κατ. Αμφέβαλλε αν το μαγαζί σέρβιρε τα καθαρά ποτά που υποσχέθηκε η φίλη της αν η ατμόσφαιρα ήταν έτσι. Τουλάχιστον η μουσική ήταν καλή. Όχι ακριβώς αυτή που άκουγε, αλλά ήταν έντονη και χορευτική και έπιασε τον εαυτό της να χορεύει πριν καν ξεκινήσουν οι άλλοι. Σε αυτό είχε συμβάλει και το ποτήρι κόκκινο κρασί που είχε πιει ήδη στο πάρτι.

«Ορίστε» της είπε ο Πίτερ και της έδωσε μια μπίρα. Αφού τσούγκρισαν όλοι, συνέχισαν να χορεύουν και να κάνουν πλάκες. Η Λόρα πρόσεξε κάποιον από τη διπλανή παρέα και η Κατ συνεργάστηκε μαζί της ώστε να πέσει «τυχαία» πάνω του και μετά η Σοφία αποφάσισε να πείσει τον Πίτερ να πάει στο μπαρ και να ζητήσει ένα γελοίο τραγούδι από τη δεκαετία του ’80. Γελούσαν σαν μικρά παιδιά, σχεδόν αγκαλιασμένοι, όταν η Σοφία ένιωσε μέσα στο σκοτάδι ένα δυνατό χέρι να την τραβάει σε μια γωνία. Οι φίλοι της έδειξαν να σοκάρονται από την παρέμβαση αλλά μόλις είδαν  ποιος ήταν χαιρέτισαν ευγενικά. Η Σοφία γύρισε προς το μέρος του άντρα και ανασήκωσε το κεφάλι. Ω διάολε. Ο Φίλιπ.
Η καρδιά της σταμάτησε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, αρκετό για να ρουφήξει την αρρενωπή εμφάνισή του, τον τρόπο που την κοιτούσε άγρια και την έσφιγγε πάνω του. Η παρέα της είχε γυρίσει σχεδόν από την άλλη, αγνοώντας το πώς ένιωθε εκείνη δίπλα του. Μα καλά. Κανείς δεν εξεπλάγη που ο μέγας χορηγός τους ήταν εκεί; Πόσο κουλ ήταν πια όλοι;
«Νόμιζα ότι δε βγαίνεις» της είπε εκείνος ψιθυρίζοντας στο αυτί της για να τον ακούσει. Ο τόνος του ήταν στεγνός και σκληρός, λες και τη μαστίγωνε. Η Σοφία δεν ήταν σίγουρη για ποιο πράγμα ακριβώς την κατηγορούσε.
«Νόμιζα ότι είσαι κατά των δεσμεύσεων» ανταπάντησε και εκείνη με τη σειρά της και απόλαυσε το σοκαρισμένο βλέμμα του για μερικά δευτερόλεπτα.
Άφησε το χέρι της και η Σοφία έτριψε τον καρπό της. Σίγουρα θα την είχε μελανιάσει.
«Η προσωπική μου ζωή δε σε αφορά» της είπε και μετά δαγκώθηκε. Είχε πέσει στην παγίδα του.
«Ούτε εσένα η δική μου. Προφανώς» του γύρισε κι εκείνη εύλογα, δείχνοντας αόριστα την παρέα της.
Εκείνος έκανε μια αγενή γκριμάτσα και την τράβηξε ακόμα πιο κοντά του σε ένα σημείο όπου τους χώριζε μια ολόκληρη παρέα από τη δική της. Τώρα πια δεν τους έβλεπε κανείς γνωστός.
«Είναι ευγενικό να σε δουν μαζί μου ενώ είσαι αρραβωνιασμένος άνθρωπος;» τον ρώτησε εκείνη ήρεμα. Εκείνος δε μιλούσε. «Και τι κάνεις τέτοια ώρα έξω; Επιτρέπεται στην ηλικία σου;».
«Δεν ήξερα ότι χορεύεις» είπε εκείνος σαν να μην είχε ακούσει λέξη. «Σε είδα όταν μπήκες, και αναρωτιόμουν αν πρέπει να έρθω να σου μιλήσω. Αλλά σε είδα να λικνίζεσαι και…» έχασε τα λόγια του.
«Και;» τον προκάλεσε. «Ήρθες να μου θυμίσεις ότι πρέπει να κάνω μαθήματα;»
«Ισα ίσα» ανασήκωσε τα φρύδια του. «Είσαι πολύ καλή» της είπε βραχνά και έπαιξε νευρικά με τον λαιμό του μαύρου ζιβάγκο που φορούσε. Ήταν απελπιστικά όμορφος.
«Μπορώ να επιστρέψω στην παρέα μου;» ρώτησε εκείνη ανυπόμονα.
«Χαίρομαι που έχεις πάρει τα πάνω σου» παρατήρησε εκείνος. Προφανώς αναφερόταν στην εμφάνισή της. Είχε πιάσει τα μαλλιά της σε έναν σφικτό κότσο στην κορυφή του κεφαλιού και είχε διαλέξει μια σειρά από χρυσά βραχιόλια. Φορούσε ένα φανταστικό μαύρο κολλητό παντελόνι και ένα μαύρο μπλουζάκι με διαφάνεια στην πλάτη. Οι γόβες της ήταν αυτές που της είχε πάρει εκείνος. Θα τις θυμόταν. Σίγουρα.
«Δεν είχα πέσει και ποτέ» σούφρωσε τα χείλη της. Εκείνος δεν απάντησε. Πάλι έδειχνε μπερδεμένος. «Συγχαρητήρια και από κοντά» του είπε τελικά.
«Ευχαριστώ για την ανθοδέσμη. Διάλεξες και το αγαπημένο μου λουλούδι. Λευκές πεόνιες. Το θυμόσουν;» .
«Φυσικά» απάντησε εκείνη πολύ γρήγορα. Εκείνος χαμογέλασε. Τώρα είχε πέσει εκείνη στην παγίδα του. Θυμόταν ό,τι της είχε πει. Κάθε μικρή λεπτομέρεια. Ο,τι τον αφορούσε.
«Σοφία, εγώ…»
«Σταμάτα, Φίλιπ» του είπε και ακούμπησε την παλάμη της στο στήθος του. Ένιωσε τη θερμότητα του κορμιού του και αναρίγησε. «Έκανες το σωστό» του είπε με πειστικό τόνο. Ηλπιζε.
«Ίσως» πλησίασε τα χείλη του κοντά στο αυτί της και σχεδόν τη φίλησε. «Αλλά δε νιώθω έτσι».
«Θα είστε πολύ ευτυχισμένοι μαζί» είπε εκείνη χαρωπά και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ο λαιμός της είχε φράξει και ήταν έτοιμη να κλάψει. Υπέφερε. Μισούσε αυτό που την έκανε να νιώθει.
«Είμαι σίγουρος» απάντησε εκείνος απότομα.
«Και ταιριάζετε απόλυτα» τον διαβεβαίωσε εκείνη, πιο πολύ για να του θυμίσει πόσο διέφεραν εκείνοι.
«Εκατό τοις εκατό» επανέλαβε ο Φίλιπ.
«Θα ενώσετε φήμη και πλούτη και θα κάνετε μια μικρή αυτοκρατορία» του είπε.
«Εννοείται αυτό» σαρκάστηκε εκείνος.
«Από κάθε άποψη θα είναι ένας χρυσός γάμος» τον διαβεβαίωσε θριαμβευτικά.
«Θέλω να σε φιλήσω» της είπε εκείνος απλά και η Σοφία ένιωσε τη γη να ανοίγει κάτω από τα πόδια της και να βυθίζεται στην άβυσσο. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.
«Για ποια με πέρασες; Δεν είσαι ελεύθερος πια» του είπε σχεδόν θυμωμένη.
«Δεν είπα ότι θα το κάνω. Είπα ότι το θέλω. Σε βλέπω και τρελαίνομαι». Η Σοφία δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να λυπηθεί με αυτό. Μάλλον το δεύτερο.
«Η Κριστίνα είναι τυχερή που σε έχει» τον ειρωνεύτηκε.
«Δεν νομίζω ότι με έχει» ψέλλισε εκείνος.
«Μα είστε αρραβωνιασμένοι. Θα παντρευτείτε» του είπε μπερδεμένη.
«Σοφία, δεν μπορώ να σου εξηγήσω, αλλά κάποια στιγμή ίσως να καταλάβεις» την αποτελείωσε. Η Σοφία τον κοίταξε με το στόμα μισάνοιχτο. «Απλώς θέλω να σε διαβεβαιώσω ότι σε θέλω πολύ. Θέλω να μην το ξεχάσεις ποτέ. Ο,τι κι αν μάθεις».
«Δεν καταλαβαίνω. Τι να μάθω; Φίλιπ, μίλησέ μου» του είπε παρακλητικά αλλά εκείνος αρνήθηκε.
«Σε θέλω. Με ακούς;» φώναξε σχεδόν πάνω από τη μουσική. Η Σοφία τον κοιτούσε να ξεδιπλώνεται μπροστά της. «Πάρα πολύ! Πιο πολύ από όσο πρέπει!».
«Μα γιατί να μην πρέπει;» τον ρώτησε. «Τι μπαίνει ανάμεσά μας;» την έπιασε το παράπονο.
«Ήμουν φίλος με τον αδελφό σου. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό!».
«Ποιο;» ούρλιαξε κι εκείνη. «Ποιος θα σε κατηγορήσει αν με κάνεις ευτυχισμένη;»
«Δεν έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου» της είπε πικρά. Η Σοφία κατάλαβε τι φοβόταν. Προφανώς της έλεγε ότι την ήθελε αλλά δεν μπορούσε να ρισκάρει να την πληγώσει με κάποια απιστία.

«Φίλιπ, άσε με μόνη» του είπε θυμωμένη. «Όταν έχεις κάτι συγκεκριμένο να μου πεις έλα να με βρεις».

6 σχόλια:

  1. Τι δεν μπορεί πια να εξηγήσει αυτός ν άνθρωπος και μας κρατάει σε αγωνία!!!! Πολυ ωραιο κεφάλαιο σήμερα!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. τι συμβαίνει μέσα σου Φίλιπ Χαρινγκτον; Που είσαι μπλεγμένος;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. kala toy ta eipe ena xeraki h sofia !!!!!
    ante den ginete na tis leei se thelw alla den mporw giati den mporei moro einai

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Εμενα μου αρεσε οπως της τα ειπε!τι γλυκος!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Εμενα μου αρεσε οπως της τα ειπε!τι γλυκος!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. μηπως εχει κανει κατι στο παρελθον το παιδι μας και στον αδελφο της σοφιας;;;π.χ. να ειχε παιχτει τιποτα με την μητρια, να του την ειχε πεσει και να τους επιασε ο αδελφος;;;;και απο τοτε να αραιωσαν;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή