Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Κεφάλαιο 50-ΕΥΔΑΠ

«Δεν μπορείς να μπαίνεις στη ζωή μου έτσι, Φίλιπ» του είπε θυμωμένη βγάζοντας το παλτό της και πετώντας το στον καναπέ. Εκείνος έκλεισε την πόρτα πίσω τους και κάθισε βαριά σε μια πολυθρόνα απέναντι από το παράθυρο. Τον άκουγε να ξεφυσάει όσο εκείνη μπαινόβγαινε από δωμάτιο σε δωμάτιο. Έβγαλε το φόρεμα και το κρέμασε στην ντουλάπα της, ξεβάφτηκε, φόρεσε πιτζάμες, έφτιαξε ένα τοστ. Αλλά εκείνος δεν είχε μιλήσει καθόλου αυτά τα λεπτά. Απλώς κοιτούσε τα χέρια του ή το πάτωμα.
«Δεν έχω ιδέα τι κάνεις εδώ και δε με νοιάζει. Αλλά απόψε θέλω να μείνω μόνη» του είπε παραλείποντας τη λεπτομέρεια ότι είχε σκοπό να κλάψει μέχρι να ξημερώσει.
Και πάλι δεν της απάντησε. Όταν γύρισε προς το μέρος του τελικά, είχε σηκωθεί και κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Έδειχνε πολύ κουρασμένος. Φορούσε ακόμα το κοστούμι του και ένα μαύρο μακρύ παλτό που τον έκανε να δείχνει σαν εκτελεστής. Και μάλλον αυτό ήταν.
«Γιατί δε μιλάς;» του ούρλιαξε ξαφνικά. Ένιωθε άβολα με την παρουσία του. «Γιατί δε με ακούς;» επέμεινε στον οξύ τόνο αλλά εκείνος δε σάλεψε. Με δυσκολία κρατιόταν να μην του χιμήξει, να μην αφήσει τα νύχια και τις γροθιές της να του πουν όσα εκείνη δεν τολμούσε.

Παράτησε το τοστ της στο τραπεζάκι του σαλονιού και πήγε ξανά στο μπάνιο. Δεν ωφελούσε να κάθεται εκεί και να του μιλάει. Είχε παγώσει. Μάλλον ένιωθε άσχημα που ήταν εκεί, που άφησε την αρραβωνιαστικιά το βράδυ που γιόρταζαν τον αρραβώνα τους και ήρθε σε εκείνη. Αλλά δε θα ανεχόταν να το ζήσει και αυτό. Να τον βλέπει να υποφέρει από ενοχές. Αρκετά της είχε κάνει.

Έβγαλε τις πιτζάμες της και χώθηκε στο ντους της. Ήθελε να κάνει μπάνιο αλλά ένιωθε κουρασμένη. Τώρα όμως είχε πάλι υπερδιέγερση. Χρειαζόταν κάτι για να ηρεμήσει και μετά να πέσει για ύπνο. Θεωρητικά.

Γύρισε τη στρόφιγγα στο καυτό. Και στο φουλ. Της άρεσε το ζεστό νερό πάντα αλλά απόψε χρειαζόταν καυτό. Το δέρμα της αμέσως κοκκίνισε, και το μυαλό της άδειασε κάτω από τον θόρυβο του νερού που έπεφτε. Το μπάνιο γέμισε υδρατμούς και χωρίς τα γυαλιά της άρχισε σιγά σιγά να μη βλέπει. Όλες οι αισθήσεις της είχαν μουδιάσει και ένιωσε ξαφνικά αδύναμη. Στήριξε το μέτωπό της στα πλακάκια και έκλεισε τα μάτια της. Είχε ηρεμήσει σχεδόν απόλυτα. Τίποτα δεν μπορούσε να την αγγίξει. Ήταν μόνη της, αλλά θα τα κατάφερνε να βγει από την άβυσσο αλώβητη.

«Σοφία…» άκουσε μια βραχνή φωνή να τη βγάζει από την ομίχλη των σκέψεών της. Ξαφνικά το τζάμι της καμπίνας που την προστάτευε άνοιξε απότομα και ένα παγωμένο ρεύμα την έκανε να ριγήσει. Έκρυψε το σώμα της βεβιασμένα και τον κοίταξε μπερδεμένη. Το νερό έτρεχε ακόμα αλλά εκείνος δεν έδειξε να ενοχλείται που βρεχόταν. Είχε βγάλει ήδη το παλτό και το σακάκι του και τώρα τον έβλεπε να ξεσφίγγει τη γραβάτα του, να βγάζει το πουκάμισό του, να…
Ουάο.
«Τι…τι κάνεις εδώ; Βγες αμέσως έξω» του είπε αδύναμα. Το βλέμμα του πάνω της ήταν ξεδιάντροπο, την κοιτούσε σαν να θέλει να τη φάει, να την καταβροχθίσει. Είχε αρχίσει να φοβάται ότι ο άντρας απέναντί της είχε τρελαθεί.
«Το αντίθετο» χαμογέλασε στεγνά και κατέβασε το παντελόνι του. Η Σοφία μισάνοιξε το στόμα κοιτώντας το σφικτό κορμί του και το μποξεράκι του που με δυσκολία έκρυβε το πόσο την ήθελε.
«Φίλιπ, αυτό δεν είναι σωστό. Σταμάτα. Τι κάνεις;» τον ρώτησε σοκαρισμένη από το γυμνό υπερθέαμα. Εκείνος δεν έδειχνε καθόλου άβολα με τη γύμνια του, μάλλον επειδή ήξερε πόσο τέλειος ήταν και θα του το είχαν σίγουρα πει πολλές γυναίκες στο παρελθόν. Και ήταν όντως τέλειος. Το σώμα του ήταν απόλυτα αρρενωπό και ο ανδρισμός του ήταν κάτι το ανεπανάληπτο. Η Σοφία δεν περίμενε να δει ποτέ κάτι τόσο…εντυπωσιακό.
«Αρκετά! Αρκετά κρατήθηκα!» της είπε αποφασιστικά και με μια απότομη κίνηση άνοιξε διάπλατα το τζάμι και μπήκε μέσα στο ντους!
«Δε με ρώτησες αν θ…» πρόλαβε να ψελλίσει πριν το στόμα του καλύψει το δικό της. Το σώμα της ανταποκρίθηκε αμέσως στα φιλιά του. Κόλλησε πάνω του σαν βδέλλα, τον άφησε να τη χαϊδέψει παντού, λέγοντάς της πόσο όμορφη ήταν και πόσο πολύ την ήθελε.
«Είσαι δική μου» της είπε βραχνά και τη φίλησε στο λαιμό ενώ το νερό έπεφτε πάνω τους σαν καταρράκτης.
«Φίλιπ, δεν είναι σωστό. Σταμάτα» προσπάθησε να του πιάσει τους καρπούς αλλά εκείνος ξεγλίστρησε με ευκολία. Τη χάιδευε γρήγορα και αχόρταγα, παντού, σαν να τον χρονομετρούσε κάποιος. Στην κοιλιά, στο στήθος, στους γλουτούς, παντού, μέχρι που την έβγαλε έξω από το ντους και την τύλιξε στο μπουρνούζι της ενώ εκείνος έσταζε νερό. Για μερικά δευτερόλεπτα η Σοφία ένιωσε ότι έπαιζε σε ταινία, έτσι όμορφος και σέξι όπως ήταν. Την σήκωσε στην αγκαλιά του και άρχισε να την πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα.
«Αυτό που κάνεις δε θα έχει γυρισμό» τον προειδοποίησε.
«Δε με νοιάζει» της χαμογέλασε και την ακούμπησε στο κρεβάτι της. Ξάπλωσε δίπλα της. Δεν είχε στεγνώσει κανείς τους ακόμα αλλά δεν νοιάζονταν.
«Φίλιπ, είναι τρελό. Πρέπει να σταματήσουμε όσο είναι νωρίς. Κάνε ένα παγωμένο ντους, δεν ξέρω. Μην το κάνεις αυτό. Θα νιώθεις ενοχές μετά» τον προειδοποίησε.
«Σε λατρεύω που μου δείχνεις τον ηθικό δρόμο μια τέτοια στιγμή» της είπε και έπιασε τον καρπό της. Οδήγησε το χέρι της στον ανδρισμό του, δείχνοντάς της ότι η στιγμή ήταν ακατάλληλη για κήρυγμα.
«Σε έπιασε ο εγωισμός επειδή φοβήθηκες ότι θα βρω άλλον. Γι΄ αυτό ήρθες. Μη χαλάς τον αρραβώνα σου για ένα βράδυ»
«Ένα βράδυ;» τη ρώτησε ενώ τη φιλούσε στο λαιμό. Η Σοφία δυσκολευόταν να σκεφτεί καθαρά αλλά προσπαθούσε. Τον ήθελε πολύ. «Αυτό νομίζεις ότι είσαι για μένα; Ένα βράδυ;».
«Αν όχι ένα, άντε δύο» του είπε ανάλαφρα αλλά πονούσε.
«Εγώ σκεφτόμουν κάτι πιο…οριστικό» τη φίλησε απαλά στα χείλη.
«Είσαι αρραβωνιασμένος» του θύμισε πικρά.
«Όχι πια» την αιφνιδίασε εκείνος.





Τον λατρεύω. Τα ρέστα μου...

Κεφάλαιο 49-πόσο πάει η ταρίφα;


«Τι ήταν αυτό που του είπες μωρέ;» γκρίνιαξε η Σοφία την ώρα που γυρνούσαν από το μπαρ, περίπου τέσσερις ώρες μετά. Είχαν αργήσει πολύ να φτάσουν στο μπαρ γιατί έπιασε βροχή και η κίνηση ήταν απίστευτη. Στη συνέχεια άρχισαν να περνάνε καλά, χόρεψαν και ήπιαν και δεν έλεγαν να φύγουν. Παρά το σοκ που είχε υποστεί, η Σοφία κατάφερε κάπως να χαλαρώσει. Δεν είχαν μιλήσει καθόλου για το «θέμα» όλο το βράδυ, αλλά τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή.
«Δε θέλω να νομίζει ότι κάθεσαι και κλαις τη μοίρα σου» είπε η Κατ και η Λάουρα γέλασε.
«Σιγά μην το νομίζει αυτό. Του βγήκαν τα μάτια να σε κοιτάει απόψε. Έσκισες! Θέλω οπωσδήποτε να δανειστώ το φόρεμα. Αυτό δεν είναι ρούχο, είναι μαγνήτης αντρών. Είδες τι έγινε στο μπαρ; Τρία τηλέφωνα μάζεψες!» της είπε και έγνεψε στον ταξιτζή να αλλάξει πορεία για να αφήσουν αυτή πρώτη.
«Και τι να το κάνεις;» ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους η Σοφία. Η αλήθεια ήταν ότι είχε προκαλέσει πανικό στο μπαρ απόψε, αλλά δεν την ένοιαζε. Ένας άντρας την ένοιαζε και αυτός δεν ήταν διαθέσιμος. Χρειαζόταν χρόνο για να γλείψει τις πληγές της και να προσπαθήσει να καταλάβει τι τον κρατούσε πίσω.
«Ε όχι και τι να το κάνεις! Χάρη σε μένα ποιος ξέρει τι θα βάζει το μυαλό του» είπε με καμάρι η Κατ. Η Λάουρα τις χαιρέτισε και κατέβηκε στη στάση της.
«Δε θέλω να τον τραβήξω με τερτίπια» είπε η Σοφία. «Δε θέλω να ζηλέψει και να έρθει κοντά μου. Και τι κοντά μου δηλαδή. Να έρθει να με φλερτάρει και μετά να μου πει ότι δεν μπορεί να με έχει για έναν λόγο που δε μου λέει. Εκτός αν λέει ψέματα και απλώς βρίσκει προσχώματα για να μπορεί να με κρατάει ζεστή, και να μην πάω αλλού, αλλά να μην κάνει κι αυτός κίνηση».
«Πώς σκέφτεσαι έτσι;» τη μάλωσε η Κατ. Η βροχή έξω είχε δυναμώσει. «Άντρας είναι. Σιγά μην έχει τόσο σύνθετη σκέψη» της είπε και οι δύο κοπέλες γέλασαν με την ψυχή τους.
«Δεν τον ξέρεις καλά. Είναι πανέξυπνος» τη διαβεβαίωσε η Σοφία και η Κατ έκανε μια γκριμάτσα δυσπιστίας.
«Εγώ βλέπω ότι είναι κολλημένος μαζί σου και χαίρομαι που τον τσιτσίρισα λίγο με αυτό που του είπα».
«Ναι, ναι. Τώρα δε θα μπορεί να κοιμηθεί» ειρωνεύτηκε η Σοφία.
«Σίγουρα δε θα μπορεί».
«Αν ισχύει αυτό, θα είναι από εγωισμό. Επειδή δε θέλει να με έχει κανείς. Δε θέλω να τον έχω έτσι. Να με ζηλεύει χωρίς να έχουμε σχέση, να κρυβόμαστε, να χρειάζεται να τον φοβίσω για να με διεκδικήσει. Αξίζει έτσι;» ρώτησε με ειλικρινή απορία.
«Σκέψου το αλλιώς. Μπορεί να σε θέλει πολύ και με το τσιτσίρισμά μου να τον βοήθησα να δει καθαρά και να διαλέξει εσένα».
«Είναι μεγάλο το βάρος του να ξέρω ότι χώρισε κάποια για χάρη μου, ότι διέλυσε έναν αρραβώνα για μια σχέση που δεν έχει καν αρχίσει. Δεν έχουμε ξαπλώσει μαζί, δεν ξέρω αν θα ταιριάζουμε, αν θα είμαστε συμβατοί. Δε θέλω να χτίσω ένα μύθο, να τον προκαλώ χωρίς να ξέρω αν έχω κάτι να του δώσω» είπε με μια ανάσα η Σοφία και η σιωπή που απλώθηκε στο ταξί την έκανε να καταλάβει ότι οι φόβοι της έγιναν κατανοητοί από τη φίλοι της. Οι βροντές έξω και η έντονη βροχόπτωση συντονίστηκαν με το καρδιοχτύπι της. Κοίταξε έξω από το παράθυρό της και για λίγο καμία τους δεν είπε  τίποτα. Το νερό έρεε στα τζάμια και σχημάτιζε παράξενες εικόνες. Κάπου εκεί έξω κάποια γυναίκα απόψε θα κοιμόταν στο πλευρό του. Άραγε ήξερε πόσο τυχερή ήταν; Έβλεπε πέρα από την τέλεια ομορφιά του, πέρα από την οικονομική ισχύ και την κοινωνική του καταξίωση; Ήξερε ότι αγαπούσε τους σκαντζόχοιρους, ότι του άρεσε να διαβάζει κρυφά ποίηση και ότι όταν νευρίαζε πολύ περπατούσε σε κύκλους; Ο Φίλιπ μπορεί να την εκνεύριζε, μπορεί να την προσέγγιζε με λάθος τρόπο, μπορεί να είχε δώσει όρκο σε μια άλλη γυναίκα και να τον μισούσε για αυτό αλλά ήταν ένας μοναδικός άντρας, ζεστός και τρυφερός, σέξι και αποφασιστικός, όλα σε ένα τέλειο ποσοστό. Όταν περπατούσε στο δρόμο, άντρες και γυναίκες γυρνούσαν ακούσια το κεφάλι και κοιτούσαν την ενέργεια που εξέπεμπε, τον δυναμισμό, το αριστοκρατικό στητό κορμί του. Αλλά όλα αυτά δεν είχαν σημασία πια. Απόψε είχε σφραγιστεί το μέλλον του με μια άλλη γυναίκα και πραγματικά ανυπομονούσε να γυρίσει σπίτι της και να μείνει μόνη. Γιατί όλο το βράδυ έπαιξε τέλεια το ρόλο της, ακόμα και στον αυτό της. Μίλησε, γέλασε και ήπιε. Χόρεψε και σαχλαμάρισε. Αλλά όταν έμενε μόνη, θα επέτρεπε στον εαυτό της ένα βαθύ ουρλιαχτό στο μαξιλάρι της και πολλά, καυτά δάκρυα.
«Θέλεις να έρθω σπίτι σου να κοιμηθούμε μαζί;» πρότεινε η Κατ και η Σοφία γέλασε.
«Αυτό εννοούσες όταν άφηνες υπονοούμενα ότι δε θα κοιμηθώ μόνη;» είπε και η Κατ γέλασε κι αυτή. Ο οδηγός άφησε μετά από λίγο την Κατ έξω από το σπίτι της και συνέχισε προς την κατεύθυνση της πανεπιστημιούπολης. Σε πέντε περίπου λεπτά θα περνούσε το κατώφλι του διαμερίσματός της. Θα έβγαζε το φόρεμά της και θα ξεβαφόταν προσεκτικά. Μετά θα προσπαθούσε να ηρεμήσει και να κοιμηθεί.

Πλήρωσε τον οδηγό και του έδωσε ένα γενναίο φιλοδώρημα επειδή η οδήγηση με τέτοια βροχή ήταν πραγματική δοκιμασία και εκτίμησε το γεγονός ότι παρόλο που η συζήτηση ήταν φορτισμένη ούτε μία φορά δεν τις κοίταξε από τον καθρέπτη, ούτε μια φορά δεν ένιωσε ότι έστησε αυτί.

Κατέβηκε από το ταξί αφού άνοιξε την ομπρέλα της, κρατώντας στο άλλο χέρι την τσάντα και τα κλειδιά της. Το σκοτάδι έξω από τη μεγάλη πολυκατοικία που στέγαζε τους διδακτορικούς φοιτητές ήταν πυκνό. Η μοναδική λάμπα που φώτιζε το χώρο είχε καεί χθες και κανείς δεν την είχε αλλάξει. Φοβήθηκε λίγο και άναψε την οθόνη του κινητού της για να βρει την κλειδαρότρυπα. Άνοιξε την βαριά πόρτα με την ώμο και έσπρωξε.

Ένα ουρλιαχτό τρόμου ξέφυγε από τα χείλη της όταν ένα χέρι την άρπαξε δυνατά από τον ώμο και εισέβαλε μέσα στην πολυκατοικία. Μια φιγούρα σκοτεινή και μεγαλόσωμη. Ένας άντρας. Θεέ μου, θα τη σκότωνε; Θα την έκλεβε; Θα του έδινε ό,τι της ζητούσε. Η καρδιά της θα έσπαγε αλλά ο άντρας πάτησε ένα διακόπτη και το φως έλουσε το πρόσωπό του.
«Τι κάνεις εσύ εδώ;» ψέλλισε η Σοφία, μπερδεμένη. «Το πάρτι, οι αρραβώνες…τι κάνεις εσύ εδώ;» τον ρώτησε. Ο Φίλιπ την κοίταξε ανέκφραστος. Ήταν βρεγμένος. Έσταζε σχεδόν. Πόση ώρα την περίμενε απέξω; «Ήρθες για να βεβαιωθείς ότι γύρισα μόνη μου;» τον ειρωνεύτηκε ανοιχτά. Ο εγωισμός του δεν είχε όρια.
«Όχι» της είπε και τη έσπρωξε στο ασανσέρ, σχεδόν με τη βία. «Ήρθα για κάτι άλλο. Πολύ πιο συγκεκριμένο».


Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Κεφ 48-αυλαία

«Τον βλέπεις αυτόν εκεί;» ακούω ξαφνικά τη φωνή του πίσω μου και νιώθω το χέρι του να στηρίζεται στον ώμο μου. Με το ελεύθερο χέρι του μου δείχνει έναν νεαρό που σερβίρει καναπεδάκια σε κάτι καλεσμένες. «Μόνο με αυτόν δεν έχεις χορέψει απόψε» μου λέει και γελάω.
«Έχεις δίκιο. Σπεύδω» του λέω και κάνω να κινηθώ προς το μέρος του σερβιτόρου, αλλά το χέρι του Φίλιπ αρπάζει τον καρπό μου νευρικά. Έχει δίκιο. Έχω χορέψει πολύ απόψε και με διάφορους παρτενέρ αλλά μόνο γιατί δεν ξέρω να λέω όχι. 
«Έχεις όρεξη για πλακίτσες μού φαίνεται» λέει και με στρέφει προς το μέρος του. Κοιτάω φευγαλέα τριγύρω μου. Η Κριστίνα μιλάει με κάποια νεαρή κοπέλα, η Κατ με κοιτάει από μακριά, η Λόρα και τα αγόρια τρώνε με τον δρα Λόιντ σε ένα τραπέζι στη άλλη άκρη της αίθουσας. Είμαστε ασφαλείς. Όχι ο ένας από τον άλλον ωστόσο. Αυτός δείχνει έτοιμος να με δολοφονήσει, κι εγώ θέλω να τρέξω μακριά από αυτή τη φαρσοκωμωδία. Ντύθηκα με ό,τι πιο όμορφο βρήκα, βάφτηκα και έφτιαξα τα μαλλιά μου σε μια προσπάθεια να νιώσω αυτοπεποίθηση και να καταφέρω να έρθω. Μάλιστα απέσπασα τόσα κομπλιμέντα, απόλαυσα τόσα βλέμματα θαυμασμού που πραγματικά απόρησα με το πόσο επιφανειακός είναι ο κόσμος. Τόσα θετικά σχόλια δεν έλαβα ούτε όταν πήρα το διδακτορικό μου. Ωστόσο, όλη αυτή η προσπάθεια δεν μου εξασφάλισε ανοσία στο βλέμμα του. Αυτό είναι που με λύγισε. Όλο το βράδυ με κοιτάει, με πλησιάζει κι εγώ απομακρύνομαι. Ξέρω τι θέλει να μου πει. Να μου πει ξανά ότι είμαι όμορφη, και ότι με θέλει, αλλά δεν μπορεί να με έχει. Βαρέθηκα όμως. Βρίσκομαι στο πάρτι του αρραβώνα του και δείχνω να διασκεδάζω. Τι άλλο θέλει από μένα;
«Είναι ευχάριστη η περίσταση» του χαρίζω ένα αστραφτερό χαμόγελο και απλώνω το χέρι μου ενστικτωδώς για να του ισιώσω τη γραβάτα αλλά το αφήνω να πέσει. Φοράει ένα μπλε σκούρο κοστούμι, τόσο κομψό, που τον κάνει να δείχνει σαν πρίγκιπας. Βλέπει την κίνησή μου και καταλαβαίνει. Ισιώνει τη γραβάτα του και με σέρνει στην πίστα.
«Αυτόν τον χορό μού τον χρωστάς» λέει επιτακτικά και με σφίγγει πάνω του. Παίζει ένα μπλουζ και λικνίζομαι στο ρυθμό του. Είναι ικανός χορευτής και απολαμβάνω το σταθερό κράτημά του και το αλάνθαστο βήμα του.
Για λίγο δε μιλάμε. Οι καρδιά μου πάει να σπάσει. Προσπαθώ να μην αφεθώ αλλά το άρωμά του είναι μεθυστικό, το δέρμα του απαλό, κάθε κύτταρό του εισβάλλει μέσα μου. Πόσο λάθος είναι να νιώθω έτσι; Ανήκει αλλού. Η Κριστίνα άραγε πού είναι; Μας βλέπει; Κοιτάω τριγύρω ξανά. Κανείς δε μας κοιτάει ευτυχώς.
«Η δεξίωση είναι πολύ καλόγουστη. Ευχαριστούμε για τη πρόσκληση» του λέω, μιλώντας εκ μέρους των συμφοιτητών μου, οι οποίοι εκατό φορές απόψε εξέφρασαν τον ενθουσιασμό τους.
«Παρακαλώ» λέει μέσα από σφικτά χείλη. Δεν καταλαβαίνω ποιο είναι το πρόβλημά του.
«Δεν περίμενα τόσο κόσμο όμως. Πρέπει να είμαστε 100 άτομα εδώ μέσα… Νόμιζα ότι δε θα είμαστε πάνω από 50. Θυμάσαι εκείνα τα Χριστούγεννα που διοργάνωσε ο πατέρας μου μια μικρή οικογενειακή γιορτή και η Σάρλοτ το μετέτρεψε σε κανονικό γκαλά;» φλυαρώ χωρίς λόγο, για να καλύψω την αμήχανη σιωπή. Μακάρι να μην τελειώσει το τραγούδι, σκέφτομαι. Μου αρέσει να τον αγγίζω. Άραγε θα το ξαναζήσω αυτό ή κατευθείαν…στον γάμο; Ανατριχιάζω στην ιδέα. Ο γάμος του. Πόσο τελεσίδικο.
«Σώπα» μου λέει εκείνος ανυπόμονα και με σφίγγει πιο πολύ πάνω του. Το στήθος μου συνθλίβεται πάνω στο δικό του, και ακουμπάω το μάγουλό μου στο στέρνο του. Ακούω την καρδιά του.
«Ελπίζω να σου αρέσει αυτό που σου πήραμε. Το διάλεξε η Κατ. Εγώ ήθελα κάτι πιο μοντέρνο, αλλά σκέφτηκα ότι η Κριστίνα έχει πιο κλασικά γούστα και εμπιστεύτηκα την Κατ. Αν θέλετε να το αλλάξετε…».
«Σώπα, κορίτσι μου» μου λέει ξανά. Αφουγκράζεται το άγχος μου, νιώθει την αμηχανία μου.
«Κάτι πρέπει να πω» παραδέχομαι. «Αλλιώς νιώθω ότι θα αρχίσω να ουρλιάζω» συμπληρώνω χιουμοριστικά. Έχουν πέσει πλέον οι μάσκες. Συζητάμε ανάλαφρα το πόσο ζηλεύω. Αυτός πρέπει να είναι ο απόλυτος ξεπεσμός.
«Απόψε όλοι ρωτάνε για σένα. Δύο φίλοι μου θέλουν να μεσολαβήσω για να βγείτε» λέει ξαφνικά.
«Αυτός εκεί με το άσπρο σακάκι μού αρέσει πάντως» του δείχνω έναν άντρα στην ηλικία του.
«Αυτός είναι ξάδερφος της Κριστίνα» λέει ξερά.
«Λες να έχω ελπίδα;» τον ρωτάω.
«Θα σε σκοτώσω» μου λέει ήρεμα.
«Δηλαδή για να καταλάβω…εγώ δεν μπορώ να έχω ούτε εσένα ούτε κανέναν; Λίγο εγωιστής δεν είσαι;» λέω λίγο ανάλαφρα αλλά το εννοώ.
«Ναι» παραδέχεται χωρίς ντροπή.
«Νέο κορίτσι είμαι και κάναμε τόσο κόπο για να βρω…τη θηλυκότητά μου, όπως έλεγες» του θυμίζω. «Να μη χαρεί κάποιος τον καρπό των προσπαθειών; Να μη χαρώ κι εγώ λίγο σεξ;» τον τσιγκλάω. Περιμένω να γελάσει, αλλά δεν το κάνει.
«Σεξ; Θέλεις σεξ;» με ρωτάει και χαμηλώνει τη φωνή του. Το τραγούδι τελειώνει και απομακρύνομαι μηχανικά. Εκείνος δείχνει να δυσφορεί με την αλλαγή αυτή. Δεν απαντάω. Δεν ξέρω τι να του πω.

«Αν θέλεις σεξ, εγώ προσφέρομαι» λέει και χαμογελάει. Εκνευρίζομαι λιγάκι.
«Μπα…να μου λείπει» χαμογελάω κι εγώ. «Δε θέλω ημίμετρα. Λίγο σεξ και μετά να φεύγεις σαν τον κλέφτη για να γυρίσεις στην αρραβωνιαστικιά σου. Αξίζω κάτι καλύτερο από αυτό. Αξίζω τα πάντα. Αγάπη, τρυφερότητα, συντροφικότητα» λέω δυναμικά.
«Χαίρομαι που βγήκε κάτι από όλο αυτό» λέει. «Επιτέλους κατάλαβες τι θέλεις και το διεκδικείς».
«Πάντα ήξερα τι ήθελα και πάντα το διεκδικούσα. Απλώς όταν ήμουν 17 το έκανα με λάθος τρόπο. Τώρα πια είναι αργά. Φαίνεται έχουμε κακό timing» λέω πικρά.
«Δεν καταλαβαίνω. Τι έγινε όταν ήσουν 17;» με ρωτάει αλλά δεν απαντώ ποτέ. Η Κατ με πλησιάζει και μου λέει ότι είναι ώρα να φύγουμε. Φοράει ένα μακρύ φόρεμα στο χρώμα της μόκας και είναι εντυπωσιακή. Συμφωνώ αμέσως με την ιδέα της.
«Μη φύγετε ακόμα» μας λέει εκείνος αλλά επιμένουμε.
«Είναι αργά και νυστάζουμε» απαντάει αποφασιστικά η Κατ. Θέλει να με σώσει. Είναι εμφανές.

Ένας γκριζομάλλης άντρας γύρω στα 40 πλησιάζει τον Φίλιπ εκείνη τη στιγμή και του εύχεται. Κάποιον μου θυμίζει αλλά δεν μπορώ να καταλάβω ποιον. Περιμένουμε να τελειώσει η στιχομυθία για να αποδεσμευτούμε. Μιλάνε για επαγγελματικά ενώ εγώ και η Κατ συζητάμε λίγο πιο δίπλα για το ταξί μας.
«Χαιρετίσματα και στον Αλεξ αν μιλήσετε» ακούω τον άντρα να λέει στον Φίλιπ και γυρνάω αυτόματα προς το μέρος του άντρα, ο οποίος έχει ήδη αρχίσει να κατευθύνεται στην έξοδο. Ο Φίλιπ με κοιτάει με ένα βλέμμα σκοτεινό.
«Ποιον Αλεξ;» τον ρωτάω όταν μένουμε ξανά οι τρεις. «Τον αδερφό μου; Μιλάτε;» επιμένω μπερδεμένη. Εκείνος γνέφει αρνητικά.
«Δεν είναι δα και τόσο ασυνήθιστο όνομα. Αλεξ λένε τον συνεργάτη μου στο Λονδίνο» μου λέει αλλά δε με κοιτάει. Τι στο καλό συμβαίνει; Αυτόν τον άντρα εγώ κάπου τον ξέρω. «Πώς θα φύγετε;» αλλάζει θέμα γρήγορα. «Θα πω στον οδηγό μου να σας πάει» προτίθεται αλλά η Κατ αρνείται ευγενικά.
«Θα πάρουμε δύο ταξί. Λέμε να πάμε για ένα ποτάκι όλοι μαζί» χαμογελάει σατανικά στον σοκαρισμένο Φίλιπ. "Είναι κρίμα με τέτοιο ντύσιμο να πάμε για ύπνο μόνες απόψε!"

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

κεφάλαιο 47-

Τη στιγμή που μπήκε μέσα στην αίθουσα δεξιώσεων σκανάροντας νευρικά το χώρο γύρω της προφανώς για να βρει τις φίλες της ένιωσα μια ηλεκτρική εκκένωση να διαπερνάει όλο μου το σώμα και να με αφήνει μουδιασμένο, ανίκανο να αντιδράσω, ακόμα και να τη χαιρετήσω όπως πρόσταζε το πρωτόκολλο να κάνουν οι οικοδεσπότες με κάθε καλεσμένο. Μου έκοψε την ανάσα με την ομορφιά της, με έστειλε στον Παράδεισο και στην Κόλαση μέσα σε ένα δευτερόλεπτο.
 Είχα να τη δω από εκείνο το πρωί που την άφησα σπίτι της, μετά από ένα μαρτυρικό βράδυ. Ήθελα να τη φροντίσω, να σιγουρευτώ ότι είναι καλά, να την κλείσω στην αγκαλιά μου να μην την αφήσω να φύγει ποτέ. Αντ’ αυτού, ξάπλωσα δίπλα της, για να την παρακολουθώ στον ύπνο της, και δεν την άγγιξα καθόλου. Μάρτυς μου ο Θεός, δεν έχω κάνει ποτέ τίποτα πιο δύσκολο. Το να μην την σφίξω πάνω μου, να μην την ξυπνήσω και να την κάνω δική μου ήταν σωστή δοκιμασία. Ευτυχώς το θέαμα του να την κοιτώ απόλυτα χαλαρωμένη να αναπνέει αργά και ρυθμικά με αποζημίωσε. Κάπως.
 Σηκώθηκα και έφυγα βιαστικά, προσπαθώντας να μην έρθω στη δύσκολη θέση να με βρει δίπλα της, με κάθε εμφανή ένδειξη του πόσο την ήθελα πάνω στο κορμί μου. Να μην καταλάβει ότι πέρασα όλο το βράδυ εκεί, πλάι της, μόνο για να είμαι σίγουρος ότι είναι καλά. Ευτυχώς δεν το έμαθε ποτέ και έτσι μπορούμε σήμερα να μιλήσουμε φιλικά. Όπως και τις προηγούμενες μέρες που της τηλεφωνούσα για να δω πώς αναρρώνει και αν γύρισε κανονικά στο πανεπιστήμιο.
 Η απόφασή μου να είμαι φιλικός απόψε εξανεμίστηκε όταν την είδα να μπαίνει. Είχαν φτάσει όλοι και είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι αν θα έρθει. Δε θα την αδικούσα αν δεν ερχόταν. Έχω καταλάβει ότι έχει αισθήματα για μένα και τη θεωρώ πολύ θαρραλέα, σίγουρα πιο πολύ από εμένα, γιατί μου το δείχνει χωρίς να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της. Με διεκδικεί με έναν τρόπο πολύ διακριτικό και πολύ θηλυκό. Η καρδιά μου δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη. Τη θέλω κι εγώ και είναι φοβερό το βάρος που πρέπει να σηκώσω.
 «Να ζήσετε» την ακούω να λέει, πλησιάζοντας προς το μέρος μας. Η Κριστίνα γυρίζει και τη βλέπει και μου σφίγγει το χέρι. Μάλλον ασυναίσθητα. Ίσως η γυναικεία της ματαιοδοξία πλήττεται, ίσως νιώθει κάποια αδιόρατη απειλή. Δε θα έπρεπε όμως. Εγώ και η Κριστίνα δεν έχουμε μιλήσει ποτέ για αγάπη. Ταιριάζουμε, έχουμε μια καλή ερωτική χημεία και έχουμε πλήρη αποδοχή των επαγγελματικών απαιτήσεων του άλλου. Αλλά ποτέ δε μιλήσαμε για έρωτα, για αποκλειστικότητα, για αγάπη. Ο αρραβώνας μας, μάλλον περισσότερο μια απέλπιδα προσπάθειά μου να ξεφύγω από τους δαίμονές μου, τη βρήκε σύμφωνη επειδή είχε αρχίσει να αγχώνεται ότι μεγαλώνει και δε θα μπορέσει να κάνει παιδί. Εγώ οικογένεια τής έχω ξεκαθαρίσει ότι δεν είμαι έτοιμος να κάνω, αλλά νομίζω ότι μέσα της έχει την ψευδαίσθηση ότι θα με αλλάξει.
«Ευχαριστούμε» λέει ψυχρά η Κριστίνα και η Σοφία στρέφεται σε μένα, μάλλον αγνοώντας το γεγονός ότι η Κριστίνα την κοιτάει με μισό μάτι. Ρουφάω με το βλέμμα μου το υπέροχο σμαραγδί φόρεμα που φοράει, το οποίο κολλάει στις καμπύλες της και την κάνει να φαίνεται ακόμα πιο σέξι. Έχει τα χέρια στη μέση και φαίνεται λεπτή σαν κούκλα. Ιδέες περνάνε από το μυαλό μου. Εμένα να την κρατάω από τη μέση και να τη σηκώνω. Να την ακουμπάω στο γραφείο μου και να…
«Να είστε πάντα ευτυχισμένοι. Αφήσαμε το δώρο σας στη ρεσεψιόν» μας λέει κοιτώντας εναλλάξ εμένα και την Κριστίνα. Η Κριστίνα ζητάει βιαστικά συγγνώμη και φεύγει για να χαιρετίσει κάποιον που της κάνει νόημα από μακριά. Μένω μόνος μου μαζί της και το χαμόγελο φεύγει αυτόματα από τα χείλη της, λες και τόση ώρα κόπιαζε για να το έχει εκεί.
«Σε ευχαριστώ που ήρθες» της λέω. Πρώτη φορά παρατηρώ ότι τα μάτια της αλλάζουν χρώμα ανάλογα με αυτό που φοράει. Αν είναι δυνατόν. Σήμερα έχουν μια δόση πράσινο μέσα στο απέραντο γαλάζιο. Τα μαλλιά της είναι έναν τόνο πιο ανοιχτά, λες και βγήκε στον ήλιο, το μακιγιάζ της είναι άψογο, η σιλουέτα της σε μαγνητίζει. Αυτή η γυναίκα μπροστά μου δεν έχει καμία σχέση με το κοριτσάκι που φορούσε τζιν και γυαλιά και η ντουλάπα της είχε τρία ρούχα συνολικά. Αυτή η γυναίκα μπροστά μου είναι μια σωστή κόλαση, μια γυναίκα δυναμική και ανεξάρτητη. Δεν με έχει πια ανάγκη. Αν με είχε και ποτέ δηλαδή.
«Είσαι…είσαι πολύ όμορφη σήμερα» της λέω και εκείνη κοκκινίζει ελαφρά. Μου αρέσει αυτό.
 «Σκέφτηκα να φορέσω κάτι πιο ανάλαφρο. Οι υπόλοιπες μάλλον θα φορέσουν τουαλέτα αλλά εγώ…σκέφτηκα κάτι πιο κοντά στην ηλικία μου. Και άφησα και τα μαλλιά μου κάτω αντί να τα πιάσω σε κότσο. Δεν ξέρω αν έκανα καλά που διάλεξα μόνη μου» φλυάρησε νευρικά. Το βλέπω ότι την επηρεάζω. Μιλάει πολύ και γρήγορα και το στήθος της ανεβοκατεβαίνει σαν τρελό. Το ξέρω, επειδή το παρατηρώ τόση ώρα. Όσο πιο διακριτικά μπορώ φυσικά.
«Λυπάμαι το χρόνο που έχασα» της λέω και της δίνω ένα ποτήρι σαμπάνια από έναν σερβιτόρο που περνάει από δίπλα μου. «Εσύ είσαι αποκάλυψη. Αν τα έκανες όλα αυτά μόνη σου…δε με χρειαζόσουν ποτέ» της λέω και το εννοώ.
«Σου το είχα πει ότι δε σε χρειάζομαι» μου λέει ψυχρά. «Μπορεί να συνεχίζω να φοράω τζιν και γυαλιά όποτε θέλω, αλλά αν χρειαστεί ξέρω πώς να ντυθώ. Νομίζω ότι με έχεις παρεξηγήσει» μου λέει και γνέφω καταφατικά. Μάλλον έτσι θα είναι. Αυτή η γυναίκα που με κοιτάει και με απογυμνώνει από κάθε λογική είναι μια γυναίκα που κινείται στο χώρο λες και είναι σπίτι της.
«Έχω μεγαλώσει σε δεξιώσεις και γκαλά» μου θυμίζει, διαβάζοντας τις σκέψεις μου. «Χαίρομαι που δε νιώθεις άβολα» της λέω και την βλέπω να γελάει. Το γέλιο της είναι ελαφρύ αλλά δε βγαίνει από την ψυχή της.
«Ω πίστεψέ με, νιώθω άβολα!» με διαβεβαιώνει με ειλικρίνεια. «Απλώς ξέρω να παίζω το παιχνιδάκι της κοινωνικής υποκρισίας».
«Σκληρές λέξεις χρησιμοποιείς» της λέω αλλά δε σταματάει να μου χαμογελάει.
«Ο,τι αρμόζει στην κατάσταση» μου απαντάει και ξέρω ότι τα σπαθιά μας είναι διασταυρωμένα. Κάποιος πρέπει να κάνει ένα βήμα πίσω. Θέλω να είμαι εγώ. Πρέπει να είναι δύσκολο για εκείνη να είναι εδώ απόψε. Και για μένα είναι, αλλά αυτή τη στιγμή με νοιάζει εκείνη. Μα πού είναι οι φίλες της; Αφού πριν από λίγο είδα τους συμφοιτητές της να υπογράφουν το βιβλίο ευχών. Ο κόσμος εδώ μέσα είναι πολύς, και η ατμόσφαιρα ξαφνικά με κάνει να ασφυκτιώ. Γιατί με κοιτάει έτσι; Τι να σκέφτεται; Θέλω να μείνουμε μόνοι, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται.
«Είσαι καλά;» τη ρωτάω και μου γνέφει πως ναι. Πίνει μια γενναία γουλιά από τη σαμπάνιά της και κοιτάζει νευρικά τριγύρω. Είναι εμφανές ότι χρειάστηκε όλο της το θάρρος να έρθει ως εδώ και τώρα σιγά σιγά της σώνεται.
«Με συγχωρείς, πρέπει να πάω στα παιδιά» μου λέει και απομακρύνεται.
 Για τις επόμενες δύο ώρες την παρατηρώ από μακριά να μιλάει με κόσμο, να χορεύει βαλς με κάποιον νεαρό που πρέπει να ήταν ξάδερφος της Κριστίνα, να γελάει και να διασκεδάζει. Ένας εξωτερικός παρατηρητής θα έβλεπε ένα κορίτσι που περνάει καλά. Εγώ όμως ήξερα ότι κατέβαλε προσπάθεια και υπερέβαλε εαυτόν για να δείχνει έτσι. Και αν την αγαπούσα μία φορά πριν, τώρα πια ήμουν σίγουρος ότι την αγαπούσα δέκα.
 


Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

κεφάλαιο 46-μόνο στα όνειρα...

«Φίλιπ!» φώναξε η Σοφία το επόμενο πρωί. Το ρολόι της έδειχνε έντεκα και είκοσι. Πώς είχε κοιμηθεί πάλι τόσο πολύ; Τα παυσίπονα που έπαιρνε είχαν και χαλαρωτική δράση, αλλά όχι και να κοιμηθεί σχεδόν δώδεκα ώρες. Είχε ξυπνήσει με νεύρα, αλλά όχι τόσο επειδή παρακοιμήθηκε και δεν κατάφερε να σηκωθεί έγκαιρα για να πάει πρωί πρωί στο πανεπιστήμιο. Άλλος ήταν ο λόγος που ξύπνησε εκνευρισμένη. Και ο λόγος ήταν ότι είχε ξυπνήσει!

Το όνειρο που είχε δει στον ύπνο της ήταν τόσο γλυκό που ξύπνησε με αυτή τη γλυκόπικρη αίσθηση ότι το είχε ζήσει έστω για λίγο, αλλά τέλειωσε. Έκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί, με την ηλίθια πεποίθηση ότι θα έβλεπε το ίδιο όνειρο αλλά φυσικά αυτό δε συνέβη.

«Τι είναι; Τι έγινε;» μπούκαρε ο Φίλιπ στο δωμάτιο σαν σίφουνας. Η Σοφία τράβηξε ενστικτωδώς τα σεντόνια στο στήθος της παρόλο που φορούσε πολύ σεμνές πιτζάμες. Το ίδιο και εκείνος!
«Πού βρήκες πιτζάμες; Τι έγινε; Πόσες μέρες είσαι εδώ;» τον ρώτησε μπερδεμένη. Πότε είχε βολευτεί τόσο αυτός; Μήπως είχε κοιμηθεί παραπάνω από όσο νόμιζε;
«Έχω πάντα ένα βαλιτσάκι με τα βασικά στο αμάξι επειδή συχνά ταξιδεύω αυθημερόν» απάντησε εκείνος μηχανικά, ενώ καθόταν δίπλα της και ακουμπούσε το χέρι του στο μέτωπό της για να ελέγξει τη θερμοκρασία της. Η Σοφία τον κοίταξε για λίγο και χαμογέλασε. Ένιωθε οικεία μαζί του μετά από το όνειρο που είχε δει.
«Πού κοιμήθηκες;» τον ρώτησε απλά.
«Στον καναπέ φυσικά» απάντησε εκείνος κοφτά. «Πες μου τώρα πώς είσαι και γιατί με φώναξες τόσο επιτακτικά. Ένιωσες αδιαθεσία; Πονάς; Πες μου» τη ρώτησε.
«Είμαι καλά, ηρέμησε» τον καθησύχασε εκείνη. «Απλώς ξύπνησα λίγο αποπροσανατολισμένη. Είδα ένα παράξενο όνειρο και νόμιζα ότι…» ψέλλισε αλλά δεν ολοκλήρωσε. Δεν ήταν ποτέ δυνατόν να του πει τι είχε δει.
«Τι είδες;» την παρότρυνε εκείνος, γέρνοντας προς το μέρος της λίγο πιο πολύ από όσο έπρεπε.
«Εσύ πάντα…έτσι είσαι το πρωί όταν ξυπνάς;» τον ρώτησε κάνοντας έναν κύκλο στον αέρα με το δείκτη της προς το πρόσωπό του. Εκείνος γέλασε με την καρδιά του. «Φρέσκος και όμορφος λες και ετοιμάστηκες για φωτογράφιση; Είναι αστείο αυτό το πράγμα» διαμαρτυρήθηκε, εννοώντας κάθε λέξη. «Ξύπνησες και είσαι έτσι;!»
Ο Φίλιπ συνέχισε να γελάει. «Με θεωρείς όμορφο; Νομίζω ότι μου αρέσει πολύ αυτό» της είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου. Εκείνη έγνεψε.
«Έχω μάτια και βλέπω» του είπε ανάλαφρα και ευτυχώς η συζήτηση για το όνειρο είχε αποφευχθεί με λίγο άκακο φλερτ.

Για μερικά δευτερόλεπτα, ίσως και λεπτά, δεν είχε ιδέα, είχε ζήσει την πιο όμορφη εμπειρία. Ήταν ένα τέλειο όνειρο. Από αυτά που δεν ξέρεις αν είναι αληθινά ή όχι και ζεις κάθε στιγμή με την επίγνωση ότι θα τελειώσει γρήγορα. Μάλλον ναρκωμένη από το φάρμακο, ένιωθε τις αισθήσεις της σε πλήρη καταστολή αλλά η καρδιά και η ψυχή της λειτουργούσαν κανονικά.

Είχε ξαπλώσει πλάι της και την πήρε αγκαλιά. Δεν μπορούσε να αντιδράσει επειδή ένιωθε βυθισμένη σε βαθύ ύπνο, αλλά τον άκουγε να της ψιθυρίζει λόγια αγάπης, να της λέει ότι για εκείνον είναι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο, ότι τη θέλει, ότι θέλει όσο τίποτα στον κόσμο να την κάνει δική του αλλά δεν μπορεί. Η Σοφία προσπάθησε να ακούσει αλλά δεν τα κατάφερε. Της μιλούσε για το εμπόδιο αλλά δεν καταλάβαινε τι έμπαινε ανάμεσά τους. Τα λόγια του στο όνειρό της την έκαναν ακόμα να ανατριχιάσει, να κοκκινίζει τώρα που τον έβλεπε μπροστά της.

Κορίτσι μου, κοιμήσου, και όταν ξυπνήσεις θα είμαι εδώ. Και θα είμαι εδώ όσο ζω για σένα, κι ας μην μπορώ να σε έχω. Θα είμαι κάπου δίπλα σου πάντα, και θα σε φροντίζω γιατί το μόνο που με νοιάζει είναι να είσαι καλά και να μην κινδυνεύσεις ποτέ ξανά. Να μπορέσεις να κάνεις τα όνειρά σου πραγματικότητα, να κάνεις κάτι σπουδαίο, να βρεις κάποιον να αγαπάς κι ας μην είμαι εγώ. Εγώ θέλω να είσαι ευτυχισμένη γιατί δεν μπορώ να σου προσφέρω κάτι περισσότερο. Δεν είμαι διαθέσιμος, αλλά ταυτόχρονα είμαι και ολοκληρωτικά δικός σου. Κοιμήσου, και όταν ξυπνήσεις δε θα είμαι εδώ. Πρέπει να φύγω, αλλά δε θέλω. Μου αρέσει να σε κοιτάω. Είσαι τόσο όμορφη όταν κοιμάσαι. Σαν άγγελος. Πώς θα είναι άραγε να κοιμάται κάποιος κάθε βράδυ δίπλα σε τόση ομορφιά; Εγώ σίγουρα δε θα κοιμόμουν καθόλου τα βράδια. Ποιος θα είναι ο τυχερός που θα σε έχει; Πόσο θα ήθελα να είναι διαφορετικά τα πράγματα…


«Σίγουρα κοιμήθηκες στον καναπέ εσύ;» τον ρώτησε ξανά τρίβοντας τα μπράτσα της για να καταλαγιάσει το ανατρίχιασμα. Μόνο που σκεφτόταν αυτό το όνειρο ένιωθε ρίγος.
«Μα τι λες τώρα;» θύμωσε εκείνος λιγάκι. «Τι ακριβώς με κατηγορείς; Ότι σε αποπλάνησα ενώ κοιμόσουν; Μου αρέσουν οι γυναίκες που παίρνουν πρωτοβουλίες, όχι τα άβουλα σώματα» ξίνισε τα μούτρα του. Η Σοφία τον κοίταξε και έσμιξε τα φρύδια της.
«Μα εγώ…είμαι σίγουρη…» δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Το όνειρο την είχε μπερδέψει.
«Αν δεν νιώσεις πόνο, μην πάρεις άλλο παυσίπονο. Δεν αντέχω άλλες ψευδαισθήσεις» της είπε καρτερικά. Η Σοφία χαμογέλασε.
«Έλεγα να πάω στο πανεπιστήμιο λίγο αργότερα» του είπε και πρόλαβε την αντίδρασή του. «Δε θα δουλέψω! Μόνο για τους δω».
«Μιλάς για όνειρα και άλλες ασυναρτησίες. Είσαι σε θέση να πας στο πανεπιστήμιο;» Τη ρώτησε αυστηρά.
«Μόνο εκεί νιώθω άνετα. Δεν μπορείς να το καταλάβεις;» τον ρώτησε.
Ένιωσε ότι κάτι ήθελε να της πει γιατί άνοιξε το στόμα του, αλλά δε μίλησε ποτέ.
«Νιώθω λίγο άβολα που είσαι εδώ μέσα. Εκτιμώ όσα έκανες αλλά η παρουσία σου με φέρνει αντιμέτωπη με πράγματα που θέλω να ξεχάσω. Θα είναι πολύ αγενές αν σου ζητήσω να φύγεις;» τον ρώτησε. Εκείνος έγνεψε αρνητικά μετά από μια ατελείωτη στιγμή. «Είμαι καλά. Απλώς είμαι λίγο μπερδεμένη και θέλω να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου» τον βεβαίωσε.

 Εκείνος σηκώθηκε αργά και βγήκε από το δωμάτιό της. Τον άκουσε να ντύνεται και ένιωσε ταυτόχρονα ανακούφιση και πόνο. Ήθελε να μείνει μόνη και να προσπαθήσει να ξεχάσει το όνειρο που είχε δει. Να το κατατάξει σε όλα αυτά που απλά δεν μπορούσε να έχει. Μια θολούρα είχε εγκατασταθεί στο σημείο όπου παλιά βρισκόταν το μυαλό της. Έπρεπε να ανακτήσει τα ηνία της ζωής της.
«Να έχεις στο νου σου το τηλέφωνό σου. Θα σε παίρνω συνέχεια» της φώναξε.
«Δεν περίμενα κάτι λιγότερο».
«Και να μην δουλέψεις ακόμα. Με το μαλακό. Σε παρακαλώ» είπε εκείνος ανάλαφρα αλλά άκουγε την ανησυχία του. Αυτή τη φορά είχε τρομάξει και η ίδια με τον εαυτό της. Θα έκοβε ρυθμούς.
Ξαναμπήκε στο δωμάτιό της μετά από μισή ώρα. Είχε κάνει ντους και φορούσε κοστούμι. Ήταν σαν να έμενε πάντα εκεί. Αλλά δεν ήταν έτσι. Έμενε με τη Κριστίνα ήδη; Μισούσε που ανήκε αλλού. Ήταν η άλλη γυναίκα και δεν της άρεσε αυτός ο ρόλος. Σε κανέναν δεν άξιζε αυτός ο ρόλος.
«Καλή συνέχεια» της είπε αναποφάσιστος και ακούμπησε ένα αδέξιο φιλί στο μάγουλό της, σχεδόν σαν δεκαπεντάχρονος που φιλάει πρώτη φορά και αστοχεί. Η Σοφία ένιωσε την επιθυμία να κλάψει. Του έγνεψε την ώρα που έφευγε και σκέφτηκε ότι κάπως έτσι είναι ο παράδεισος. Να βλέπεις τον άντρα που αγαπάς να φεύγει από το κοινό σας σπίτι για τη δουλειά του, να σε φιλάει πριν φύγει και να ανυπομονείς να περάσουν οι ώρες μέχρι να γυρίσει ξανά σε σένα.

Όχι για σένα, σκέφτηκε όμως. Για σένα υπάρχουν μόνο τα όνειρα. Μόνο εκεί είναι δικός σου.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε για ένα γρήγορο ντους. Έβαλε εσώρουχα και στέγνωσε τα μαλλιά της. Διάλεξε ένα φόρεμα με ζιβάγκο και καστόρινες μπότες καικ κάθισε στην άκρη του κρεβατιού για να φορέσει τα παπούτσια της. Αμέσως μετά έκανε να στρώσει το κρεβάτι της όταν είδε κάτι που τράβηξε την προσοχή της και το άφησε στη μέση.

Εκεί, πάνω στο διπλανό μαξιλάρι από το δικό της, μια λαμπερή σκούρα τρίχα, που δεν ήταν δική της. Μια τρίχα τόσο πολύτιμη που θα μπορούσε να είναι και από χρυσάφι. Η Σοφία την κοίταξε για λιγάκι πάνω στην ανοιχτή παλάμη της και την άφησε εκεί που ήταν.

Μια βαθιά μελαγχολία την πλημμύρισε αντί για άγρια χαρά. Δεν χάρηκε για αυτό που είχε δει. Καλύτερα να μην ήξερε. Γιατί τώρα που ήξερε, δεν είχε ιδέα τι έπρεπε να κάνει…



Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

κεφάλαιο 45-καληνύχτα...ζζζζ...η συγγραφέας της καρδιάς σας νυστάζει

«Δεν το πιστεύω αυτό που ακούω. Υποτίθεται ότι πρέπει να είμαι ήρεμη και να ξεκουράζομαι. Όχι να αναστατώνομαι με όσα λες» είπε η Σοφία τρεις ώρες μετά. Η ταινία δράσης είχε τελειώσει και η Κατ είχε φύγει πριν από μισή ώρα. Ο Φίλιπ είχε πετάξει τη βόμβα μέσα στο σαλόνι και η Σοφία προσπαθούσε να μαζέψει τα κομμάτια της.
«Δεν υπάρχει λόγος αναστάτωσης. Είναι η καλύτερη λύση δεδομένων των περιστάσεων. Ας ήσουν πιο ικανή να φροντίσεις τον εαυτό σου και δε θα χρειαζόταν να είμαι εδώ τώρα» της απάντησε ενώ βολευόταν ξανά στην πολυθρόνα του. Είχε σηκωθεί για να της φέρει νερό.
«Είναι τουλάχιστον γελοίο να μου προτείνεις κάτι τέτοιο. Το ενδιαφέρον σου καταντάει ύποπτο. Σε εφτά μέρες είναι το ηλίθιο πάρτι για τον ηλίθιο αρραβώνα σου και μου λες ότι θες να κοιμηθείς εδώ;» ξέσπασε, ανίκανη να ελέγξει τα λόγια της. Ήξερε ότι αποκάλυπτε πολλά αλλά γιατί να κρυφτεί πίσω από το δάκτυλό της; Άλλωστε κι εκείνος δεν μετρούσε τα λόγια του.
«Για να σε προσέχω. Δεν έχω σκοπό να σε εκμεταλλευτώ» είπε ήρεμα. Η Σοφία εκνευρίστηκε. Προφανώς δεν κινδύνευε μαζί του. Το πάθος του για εκείνη δεν ήταν αρκετά μεγάλο ώστε να τον παρασύρει, ώστε να αφήσει την καλλονή αρραβωνιαστικιά του για να δοκιμάσει μαζί της ένα τρενάκι συναισθημάτων.
«Θα είμαι μια χαρά μόνη μου. Η Λόρα μένει δίπλα και ο Πίτερ μπορεί να πεταχτεί με τη μηχανή. Δε θα πάθω τίποτα. Αφησέ με ήσυχη. Πώς να κοιμηθώ ενώ ξέρω ότι είσαι εδώ εσύ;» προσπάθησε να τον λογικέψει.
«Βλέπεστε ακόμα;»
«Μόνο αυτό άκουσες;» διαμαρτυρήθηκε η Σοφία. «Είσαι πολύ εγωιστής, Φίλιπ. Το ξέρεις;»
«Κάτι μου έχουν πει» είπε εκείνος χαμογελώντας λοξά.
«Δε βγαίνω με τον Πίτερ, σχεδόν από το ταξίδι μας και μετά. Του ξεκαθάρισα ότι δεν είμαι συναισθηματικά διαθέσιμη» του είπε αργά κοιτώντας τον με νόημα.
«Χαίρομαι που ήσουν ξεκάθαρη. Ελπίζω να μη σε ενοχλεί ακόμα» επέμεινε. Η Σοφία ξεφύσησε.
«Και να με ενοχλεί, δεν είναι δική σου δουλειά. Είμαι ελεύθερο κορίτσι. Δεν είμαι παιχνίδι σου, που αν και δεν το παίζεις δε θες να το παίζει και κανείς άλλος».
«Δεν είναι έτσι. Απλώς δε θέλω να μπλέξεις με κάποιον που δε σου ταιριάζει».
«Δε μου ταιριάζει ο Πίτερ; Ισα ίσα».
«Τότε γιατί δεν είστε μαζί;» την προκάλεσε. Η Σοφία ήθελε να του ουρλιάξει την απάντηση αλλά δεν το έκανε. Απλώς τον κοίταξε για λίγο προσπαθώντας να τον κάνει να καταλάβει. Εις μάτην όμως.
«Καλύτερα να γυρίσεις στη φωλίτσα σου» τον ειρωνεύτηκε μετά από μια τεταμένη σιωπή.
«Θα μείνω εδώ και θα φύγω το πρωί» της είπε αποφασιστικά.
«Τι θα πει η Κριστίνα; Πώς γίνεται να παίζεις έτσι με δύο γυναίκες;»
«Της έχω πει τι έγινε και εκείνη πρότεινε να σου συμπαρασταθώ. Ξέρει ότι είμαστε οικογενειακοί φίλοι».
«Ξέρει και για το φιλί;» τον αιφνιδίασε. Εκείνος δέχτηκε το χτύπημα με αξιοπρέπεια, χωρίς καν να κοκκινίσει. Αν το είχε ξεχάσει αυτός, εκείνη δεν τα είχε καταφέρει.
«Ούτε για το πρώτο ούτε για το επόμενο» χαμογέλασε.
«Ποιο επόμενο;» κόλλησε η ανάσα της στο λαιμό της. «Είσαι τρελός αν νομίζεις ότι…» ξεκίνησε να του λέει αλλά την σταμάτησε. Έσκυψε απότομα πάνω της και με μια επιδέξια κίνηση έβαλε τα χέρια του κάτω από τα πόδια της και τη σήκωσε στην αγκαλιά του λες και κουβαλούσε ένα μικρό παιδί. Με μικρές δρασκελιές, την απίθωσε στο κρεβάτι της και τη σκέπασε με τις κουβέρτες της. Τόσο τρυφερά που της ήρθε να κλάψει. Ούτε σαν παιδί δεν το είχε ζήσει αυτό. Να την βάζει κάποιος στο κρεβάτι και να τη φιλάει τρυφερά στο κεφάλι. Η κίνηση του Φίλιπ έβαλε φωτιά σε όλες τις αισθήσεις της.
«Σταμάτα να με προκαλείς» της είπε εκείνος αφού έκατσε στη γωνία του κρεβατιού της και την κοίταξε.
«Θέλω να χωρίσεις» του είπε απλά. Βγήκε από μέσα της χωρίς να προλάβει να το φιλτράρει. Τα παυσίπονα που έπαιρνε μάλλον την είχαν χαλαρώσει πολύ.
«Δεν ωφελεί. Εμείς οι δύο δεν μπορούμε να είμαστε μαζί» είπε εκείνοs μελαγχολικά.
«Μα γιατί; Τι έχω; Τι τρέχει; Πες μου!» φώναξε ξαφνικά η Σοφία και δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά της. Δάκρυα κούρασης και απελπισίας. Ήταν καταπονημένη και ένιωθε στραγγισμένη από ζωή. Δεν ήθελε άλλα μισόλογα.
«Ας πούμε ότι δεν κάνω για σένα» είπε εκείνος σχεδόν ψιθυριστά, σαν να μονολογούσε.
«Αυτό θα ήθελα να το αποφασίσω εγώ» του είπε αυστηρά. «Δε θα παίρνεις αποφάσεις και για την καρδιά μου τώρα».
«Για την καρδιά σου;» την κοίταξε μπερδεμένος.
«Ξέρεις κάτι; Παραιτούμαι από αυτό το παιχνιδάκι» του είπε τελικά η Σοφία. «Εγώ ξέρω ότι αν με ήθελες αρκετά θα τα κατάφερνες. Προφανώς ό,τι σε κρατάει πίσω είναι πιο δυνατό από τα συναισθήματά σου, οπότε…δεν αξίζει τον κόπο».
«Θα κοιμηθώ στον καναπέ» της είπε και σηκώθηκε αλλά η Σοφία τον πρόλαβε λίγο πριν βγει από το δωμάτιο. Δεν άντεχε να μείνει μόνη.
«Πώς είναι δυνατόν; Αρραβωνιάστηκες, θα κάνεις πάρτι και είμαι και καλεσμένη. Κι όμως είσαι εδώ, και νιώθω ότι εδώ θες να μείνεις. Είμαι χαζή; Τυφλή; Ρομαντική; Τι δεν καταλαβαίνω;».
«Πέσε για ύπνο. Και σταμάτα αυτό το τροπάρι με το πάρτι. Αν δε θες μην έρθεις. Ούτε κι εγώ θα το απολαύσω, αλλά έπρεπε να καλέσω όλο το τμήμα».
«Δε βγάζω άκρη μαζί σου. Με κάνεις να νιώθω ηλίθια και κανείς και τίποτα δε με έχει κάνει ποτέ να νιώσω έτσι» του παραδέχτηκε.
«Κι εγώ νιώθω τελείως αδύναμος όταν είμαι μαζί σου. Άρα είμαστε πάτσι» χαμογέλασε εκείνος και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Η Σοφία προσπάθησε να χαλαρώσει και να κοιμηθεί. Αλλά μάταια.


Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

κεφάλαιο 44-3 μπουρίτος με λαχανικά και μοσχάρι. Και πολύ τσίλι.

44

«Να παραγγείλουμε κάτι;» πρότεινε ο Φίλιπ και η Κατ συμφώνησε. Η Σοφία κοιτούσε τη ζωή της σαν εξωτερικός παρατηρητής, όπως όταν βλέπεις ένα όνειρο και δεν μπορείς να αντιδράσεις. Βρισκόταν ξαπλωμένη στον καναπέ της, κουκουλωμένη με μια κουβέρτα και έβλεπε τριγύρω της τον Φίλιπ και την Κατ να πηγαινοέρχονται. Η Κατ είχε περάσει το προηγούμενο βράδυ μαζί της για να σιγουρευτεί ότι δε θα ένιωθε κάποια αδιαθεσία. Αν ήταν δική της ιδέα ή του Φίλιπ, δε ήξερε. Χρειαζόταν λίγη ησυχία και ηρεμία και αυτοί οι δυο κόντευαν να την τρελάνουν. Ευτυχώς ο Φίλιπ έλειψε όλο το πρωί σήμερα και το απόγευμα, για να διευθετήσει μερικές επαγγελματικές υποχρεώσεις. Αλλά στις οκτώ το βράδυ ήρθε γεμάτος ενέργεια. Και μια πεντανόστιμη τάρτα με μήλα.

«Τι να παραγγείλουμε όμως;» ρώτησε η Κατ κοιτώντας μερικά φυλλάδια στο τραπεζάκι της Σοφία.
«Μεξικάνικο!» είπε με ενθουσιασμό ο Φίλιπ. Η Σοφία αναρωτήθηκε αν η Κριστίνα ήξερε πού ήταν. Τι σόι αρραβώνας ήταν αυτός; Πόσο φιλελεύθερη ήταν η άλλη γυναίκα;
«Έχεις έλκος και θες μεξικάνικο;» είπε ξερά η Σοφία χωρίς να τον κοιτάει. Φορούσε ένα πράσινο φούτερ και τζιν. Του πήγαινε φοβερά το πιο σπορ ντύσιμο. Αν και έδειχνε κουρασμένος, ήταν μοναδικά όμορφος. Η Κατ τής έκανε συνεχώς νοήματα πίσω από την πλάτη του. Το βράδυ είχαν πιάσει ψιλή κουβέντα πριν κοιμηθούν και της είπε ότι της έκανε εντύπωση το πόσο τρυφερός ήταν μαζί της αλλά και ότι δεν μπορούσε να τον κοιτάζει γιατί ήταν τόσο κούκλος. Ευτυχώς η Σοφία δεν ένιωθε μόνη σε αυτό.
«Αλήθεια;» είπε εκείνος λίγο αυστηρά. «Είσαι σε θέση να μου ασκείς κριτική;» την κατακεραύνωσε.
«Για χιλιοστή φορά, οι καταδύσεις είναι ασφαλείς, αρκεί να λαμβάνεις προφυλάξεις» του είπε ήρεμα.
«Κι όμως. Κόντεψες να πνίγεις» επανέλαβε κι εκείνος εξίσου ήρεμα. Η Κατ συνέχιζε να διαλέγει φαγητό αγνοώντας την ένταση, η οποία είχε σχεδόν παγιωθεί ανάμεσά τους.
«Για να σώσω έναν άνθρωπο» του θύμισε. «Όχι για να φάω τσίλι κον κάρνε» ειρωνεύτηκε.
«Είσαι απαράδεκτη και γλωσσού» της είπε προσπαθώντας να συγκρατήσει το γέλιο του. Τον είχε αποστομώσει. Όχι για πολύ όμως. Ποτέ δεν κρατούσε πολύ. «Θα σου την κόψω τη γλωσσίτσα όμως» χαμογέλασε σατανικά. Η Σοφία έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας.
«Να δούμε και καμιά ταινία» πρότεινε η Κατ. Η Σοφία ξεφύσησε.
«Θα βάλουμε και πιτζάμες και θα παίξουμε μαξιλαροπόλεμο; Τι στο καλό; Πιτζάμα πάρτι κάνουμε;» είπε βαριεστημένα. Ένιωθε φοβερά άβολα τόσο κοντά στον Φίλιπ. Είχε εισβάλει στη ζωή της πάλι και τον έβλεπε να περιφέρεται στο διαμέρισμά της λες και ήταν το σπίτι του. Διάολε, είχε αρχίσει να τον φαντάζεται εκεί. Να μένει μαζί της, να κοιμάται πλάι της. Να πλένει την κούπα του και να διαβάζει την εφημερίδα του.
«Είσαι τόσο ξενέρωτη» της πέταξε η Κατ και συνέχισε να διαλέγει φυλλάδια. «Εύρηκα» είπα και τους έδειξε ένα μεξικάνικο.
«Δεν είμαι ξενέρωτη και ο Φίλιπ δεν πρέπει να φάει μεξικάνικο» επέμεινε η Σοφία.
«Θα φάω ό,τι θέλω. Δεν είσαι μάνα μου» θύμωσε εκείνος.

Η Σοφία δεν απάντησε. Η Κατ παρήγγειλε για όλους και εκείνος βολεύτηκε σε μια πολυθρόνα δίπλα στον καναπέ. Ήπιε λίγο από το κρασί του και χάζεψε το κανάλι που έπαιζε στην τηλεόραση. Η Σοφία είδε την Κατ να διστάζει.
«Κάτσε» της είπε ήρεμα. Ήταν προφανές ότι η Κατ δεν ήξερε πού να κάτσει. Της έδειξε τον καναπέ. Μπορούσε να κάτσει στην άλλη άκρη. Η Σοφία θα μάζευε τα πόδια της.
«Μόλις φάμε θα γυρίσω σπίτι» είπε η Κατ σχεδόν απολογητικά. Η Σοφία χαμογέλασε.
«Δόξα τω Θεώ. Να πας κι εσύ να ξεκουραστείς. Δε χρειάζομαι άλλη βοήθεια. Θα μιλήσουμε αύριο στο πανεπιστήμιο» είπε η Σοφία.
«Ούτε να το σκέφτεσαι» άκουσε τη βραχνή φωνή του δίπλα της, κοφτή και παγερή σαν κοφτερή λάμα.
«Τι να μην σκέφτομαι;» τον ρώτησε μπερδεμένη.
«Θα κάτσεις μία βδομάδα να ξεκουραστείς και μετά θα γυρίσεις» της είπε αυστηρά.
«Εκανα τόσο κόπο για να απομονώσω τον οργανισμό. Ανυπομονώ να τον παρατηρήσω. Τι στο καλό μου λες; Και ποιος νομιζεις ότι είσαι;» αντέδρασε η Σοφία.
«Καλό είναι να ξεκουραστείς. Το είπε και ο γιατρός» επενέβη η Κατ. Η Σοφία δεν την κοίταξε καν.

«Δε με νοιάζει τι είπε ο γιατρός. Ξέρετε τι διακυβεύεται;» τους ρώτησε αγανακτισμένη. Ολόκληρη η έρευνά της ήταν στο χείλος του γκρεμού.
«Η υγεία σου» της είπε ξερά ο Φίλιπ. «Και αυτό είναι το μόνο που μας νοιάζει».
«Εγώ θα πάω στο πανεπιστήμιο και λέγε ό,τι θες».
«Θα πας πάνω από το πτώμα μου».
«Δεν μπορείς να μου το απαγορέψεις»
«Μπορώ να μείνω εδώ και να μη σε αφήσω να φύγεις το πρωί» της είπε και γύρισαν και οι δύο κοπέλες και τον κοίταξαν μπερδεμένες.
«Μα εσύ…πώς…» ψέλλισε απλά η Σοφία.
«Μη με εκνευρίζεις άλλο. Συνεργάσου. Αρκετή υπομονή έχω κάνω. Κόντεψα να τρελαθώ με αυτό που πήγες και έκανες. Μη συνεχίσεις να με προκαλείς. Θα κάνω πράγματα που δεν έχεις φανταστεί».
«Δεν νομίζεις ότι είναι λίγο υποκριτικό το ενδιαφέρον σου;» τον αντιμετώπισε κατά μέτωπο αγνοώντας την παρουσία της φίλης της.
«Εγώ ίσως να σας αφήσω μόνους…» ψέλλισε η Κατ και έκανε να σηκωθεί, αλλά ο Φίλιπ έκανε μια απότομη χειρονομία.
«Κάτσε» τη διέταξε. «Θα φάμε και θα δούμε ταινία όπως κανονίσαμε».
«Μήπως θέλετε να μείνετε μόνοι…» ψέλλισε ξανά και η Σοφία ντράπηκε τόσο που τα μάγουλά της κοκκίνισαν.
«Θέλουμε» είπε απότομα ο Φίλιπ κοιτώντας τη Σοφία στα μάτια αν και απευθυνόταν στην Κατ. «Αλλά δεν πρέπει».
«Δε θέλουμε» τον διόρθωσε η Σοφία. Εκείνος χαμογέλασε περιπαικτικά.
«Θέλουμε» επέμεινε εκείνος.
«Αλήθεια…» καθάρισε τη φωνή της η Κατ, η οποία απολάμβανε την αντιπαράθεση. «Τι δώρο να φέρουμε για τον αρραβώνα; Ένα σερβίτσιο ή ένα βάζο;» του είπε, θυμίζοντάς του το λόγο που υπήρχε η απόσταση μεταξύ τους. Εκείνος έκανε μια γκριμάτσα και ξεφύσησε.
«Ο,τι έχετε ευχαρίστηση» απάντησε εκείνος.

«Η κατάσταση έχει ξεφύγει» είπε η Σοφία. Την πονούσε η ιδέα ότι σε λίγες μέρες θα έπρεπε να το ζήσει αυτό, αλλά θα το έκανε. Προς το παρόν δεν ήθελε να το συζητάει. «Ας βάλουμε καμιά ταινία μήπως και τελειώσει αυτό το μαρτύριο».

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

κεφάλαιο 43-πριν τελειώσουμε τελειώνει η τηλεκάρτα... Ποιος το θυμάται;

«Και πώς πάει η συγκατοίκηση; Συνεχίζεις να είσαι εκνευριστικός με την τάξη και την καθαριότητα;»
«Βασικά δεν πάει. Δεν έχει έρθει ακόμη η Κριστίνα σπίτι. Το σκεφτόμαστε ακόμα. Μόλις αρραβωνιαστήκαμε».
«Δηλαδή δεν είναι από αυτούς τους αρραβώνες που συνεπάγονται αντίστροφη μέτρηση; Νόμιζα ότι είχατε ορίσει ημερομηνία».
«Θα σου το έλεγα».
«Πότε να μου το πεις; Αν δεν πάρω εγώ εσύ ποτέ δε σηκώνεις το χέρι σου. Ειδικά τον τελευταίο καιρό».
«Είχα τρεχάματα, με συγχωρείς».
«Είσαι καλά, φίλε; Ακούγεσαι προβληματισμένος. Μήπως το μετάνιωσες;».
«Όχι, ρε, όλα καλά. Απλώς έχω πολλή δουλειά και είμαι πνιγμένος. Συγγνώμη».
«Δύο συγγνώμη μέσα σε ένα λεπτό. Σίγουρα κάτι έχεις αλλά δε θα επιμείνω».
«Όχι, όλα καλά. Αλήθεια. Εσύ πώς είσαι;»
«Κι εγώ καλά. Βγαίνω και με μια κοπέλα, αλλά δεν είναι κάτι σοβαρό. Έτσι όπως είναι τώρα η ζωή μου, το μόνο που μου λείπει είναι μια γυναίκα να γκρινιάζει που λείπω συνεχώς».
«Ίσως είναι καιρός να βρεις μια σταθερά».
«Αυτό είναι το τελευταίο που περίμενα να ακούσω από σένα».
«Γιατί ρε; Τι είμαι εγώ;»
«Ο πιο ασταθής άνθρωπος στα προσωπικά του!».
«Όχι πια».
«Θα το δούμε αυτό».
«Κοφ’ το. Έχω αλλάξει. Τι σε έχει πιάσει;»
«Τίποτα. Ίσως μου φαίνεται ακόμα δύσκολο να συνηθίσω ότι ο πλέιμποϊ φίλος μου νοικοκυρεύτηκε».
«Σιγά τον πλέιμποϊ μωρέ!».
«Ξέχασες εκείνες τις αδερφές που δεν ήξεραν ότι τα είχες και με τις δύο ταυτόχρονα; Την καθηγήτρια που της τα έριξες για να σε περάσει στο μάθημα; Τα βράδια που βγαίναμε και γυρνούσες με διαφορετική γυναίκα κάθε φορά στο σπίτι;».
«Ήμουν μικρός τότε».
«Ο λύκος κι αν εγέρασε…»
«Μα γιατί πήρες τώρα; Για να με εκνευρίσεις;»
«Γιατί θυμώνεις; Πάντα κάναμε πλάκα με τη πολυτάραχη ζωή σου. Τι σε έπιασε; Εμένα ήσουν πάντα το πρότυπό μου!».
«Ωραίο πρότυπο έχεις κι εσύ».
«Πω πω νεύρα. Σίγουρα δεν έχει συμβεί κάτι;»
«Με τρελαίνει που μου έχεις κολλήσει μια ταμπέλα. Δεν είμαι αυτός που ήμουν κάποτε».
«Δεν έχεις κάτι για να ντρέπεσαι. Είσαι και ήσουν ελεύθερος άνθρωπος. Δεν χρωστάς σε κάποιον. Δεν ήσουν παντρεμένος, ούτε είσαι ακόμα. Καλά έκανες και έζησες τη ζωή σου στο μάξιμουμ. Και καλά θα κάνεις να συνεχίσεις έτσι».
«Βαρέθηκα λιγάκι αυτούς τους ρυθμούς».
«Εγώ πάντως δε σε κρίνω, αν αυτό σε ανησυχεί. Απλώς πίστευα ότι μπορώ να κάνω και λίγη πλάκα μαζί σου. Τον τελευταίο καιρό είσαι στην τσίτα όμως».
«Σου είπα ότι έχω δουλειά».
«Πάντα είχες. Πάντα ήσουν φιλόδοξος και εργατικός. Δε σε θυμάμαι ποτέ χαλαρό».
«Είναι σημαντικό να έχουμε στόχους».
«Ναι, ναι, συμφωνώ. Πώς πάει η επιχείρησή σου; Πες μου κανένα νέο».
«Πολύ καλά, δόξα τω Θεώ. Είχαμε 13% κέρδος το τελευταίο τετράμηνο και τα νέα υποκαταστήματα σκίζουν στις τοπικές αγορές. Τώρα σκέφτομαι να συνεργαστώ με τον Νέιθαν και να αγοράσουμε δύο τάνκερ. Θέλω να δραστηριοποιηθώ στις μεταφορές φυσικού αερίου».
«Ωραία ιδέα. Ο Νέιθαν είναι αξιόλογος επιχειρηματίας. Απλώς να έχεις λίγο το νου σου γιατί είναι οξύθυμος. Θυμάσαι».
«Ευτυχώς το ξέρει και πρότεινε μόνος του να τα κανονίσουν όλα οι δικηγόροι μας για να μην επηρεαστεί η σχέση μας».
«Πολύ σωστό εκ μέρους του. Χαίρομαι για την επιτυχία σου. Κάθε φορά που διαβάζω για σένα στα περιοδικά και στις εφημερίδες νιώθω μεγάλη περηφάνια, φίλε».
«Και εγώ για σένα».
«Ε σιγά…τίποτα δεν κάνω εγώ».
«Μην το λες αυτό. Η πορεία σου είναι αξιοθαύμαστη. Είσαι πολύ καλός στον τομέα σου. Απλώς έχεις μεγάλη γλώσσα».
«Αν ήμουν εκεί θα έτρωγες μία στο σαγόνι».
«Δεν είσαι όμως!».
«Είσαι τυχερός, φιλαράκι».
«Τρομάξαμε, ρε!».


Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Κεφάλαιο 42-Σοφία, είσαι λίγο θεότρελη;


Η Σοφία είχε σηκωθεί με τη βοήθεια μιας νοσοκόμας μετά από αρκετές ώρες ακινησίας και προσπαθούσε να περπατήσει λίγο πιο γοργά μέσα στο δωμάτιο. Δεν πονούσε ακριβώς, αλλά ένιωθε ακόμα μουδιασμένη. Οι γιατροί πρέπει να της είχαν πει πάνω από 20 φορές ότι ήταν πολύ τυχερή. Θα μπορούσε να πάθει κάποια νέκρωση, μόνιμη βλάβη στη βάδιση ή έστω έναν έντονο μυϊκό σπασμό. Αλλά αυτή ένιωθε καλά. Απλά αισθανόταν λίγο παράξενα το αριστερό της πόδι. Ο εργοθεραπευτής την είχε διαβεβαιώσει ότι σε μία βδομάδα θα είχε πλήρη κινητικότητα. Προς το παρόν περπατούσε γύρω γύρω στο δωμάτιο σαν τρελή και η νοσοκόμα έστρωνε το κρεβάτι της. Η Κατ είχε πάει στο ξενοδοχείο να ξεκουραστεί μαζί με τη Λόρα και η Σοφία ένιωθε να είναι σε αναμμένα κάρβουνα. Δεν είχε ιδέα τι θα έκανε ο Φίλιπ. Τα κορίτσια τής είχαν πει ότι γυρνούσε από Μέση ανατολή αλλά δεν ήξερε αν θα ερχόταν και πότε. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δε θα ερχόταν απόψε. Ήταν ήδη οκτώ και είχε σκοτεινιάσει. Καλύτερα να ερχόταν αύριο. Αν ερχόταν δηλαδή. Είχε άλλες προτεραιότητες τώρα και καλό θα ήταν να μην την έβλεπε σε αυτή την κατάσταση, γεμάτη κοκκινίλες, με σκασμένα χείλη από και αναμαλλιασμένη.

«Λίγο πιο σιγά. Θα ζαλιστείτε» της είπε η κοπέλα και η Σοφία τη διαβεβαίωσε ότι αυτές ήταν οι εντολές του εργοθεραπευτή. Συνέχισε να περπατάει σιγομουρμουρίζοντας ένα παλιό τραγούδι που της άρεσε.  Είχε πολύ άγχος. Δεν ήθελε να φαντάζεται καν την οργή του Φίλιπ. Αν δεν ήταν χορηγός της έρευνας, δε θα είχε πρόσβαση σε τόσες λεπτομέρειες. Δε θα μάθαινε τίποτε. Από την άλλη, χάρη στην παρέμβασή του, χάρη στο ελικόπτερο που έστειλε και τη νοσηλεία που πλήρωσε τόσο η δική της ζωή όσο και του Βλάντιμιρ ήταν πια ασφαλής.

Αποφάσισε να πάει μέχρι το δωμάτιο του Βλάντιμιρ για έκπληξη. Η γυναίκα του την αγκάλιασε ζεστά και έκλαψε στην αγκαλιά της. Η Σοφία ένιωσε άβολα αλλά δέχτηκε τις ευχαριστίες της γυναίκας. Ο Βλάντιμιρ την κοίταξε και κοκκίνισε από ντροπή.
«Είναι θέμα αντανακλαστικών. Καταλαβαίνω» του είπε ήρεμα η Σοφία και το εννοούσε. Εκείνος της έσφιξε το χέρι.
«Μόλις βγω από εδώ θα σου κάνουμε το τραπέζι» είπε η Μαρία, η γυναίκα του, κοιτώντας τον άντρα της με αγάπη. «Να γνωρίσεις και τα παιδιά. Θα έρθουμε να σε πάρουμε με το αμάξι γιατί μένουμε μακριά».
«Φυσικά και θα έρθω για φαγητό αλλά μην μπείτε στον κόπο να έρθετε να με πάρετε» είπε η Σοφία αλλά το ζευγάρι έγνεψε αρνητικά. «Τι σου είπε ο γιατρός;» ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Να κόψω το κάπνισμα, να χάσω κιλά και όλα τα γνωστά» έκανε μια γκριμάτσαο Βλάντιμιρ και η γυναίκα του ξεφύσησε.
«Ναι! Ξέχασαν να σε επιβραβεύσουν που έπαθες έμφραγμα» τον πείραξε. «Θα τα κάνεις όλα όπως πρέπει και τέρμα οι καταδύσεις σε τέτοιο βάθος. Μη σου πω και η δουλειά στο πλοίο! Η εταιρεία μπορεί να σε μεταφέρει σε κάποια θέση στο λιμάνι. Αμάν πια με την ξεροκεφαλιά σου» τον μάλωσε.
«Να την ακούς τη γυναίκα σου» είπε η Σοφία αυστηρά. «Γιατί φαίνεται να σε αγαπάει».
Η Μαρία την αγκάλιασε ξανά και δάκρυσε. «Σε ευχαριστώ για όλα κορίτσι μου» της είπε. «Και για τη νοσηλεία. Έμαθα ότι το ανάλαβες εσύ» είπε ντροπαλά.
«Όχι ακριβώς» απάντησε και η Σοφία εξίσου ντροπαλά. Δεχόταν ευχαριστίες για κάτι που δεν είχε κάνει εκείνη. Ήταν μια ευγενική προσφορά του Φίλιπ και ποιος ξέρει πόσο κόστισε η νοσηλεία, η φροντίδα και η αεροδιακομιδή τους.
«Όπως και να έχει σε ευχαριστώ και σου χρωστάω πολλά» είπε η Μαρία συγκινημένη. Η Σοφία έμεινε λίγο μαζί τους συζητώντας πιο ανάλαφρα, για να καταφέρει και αυτή να ξεχαστεί. Δεν ήξερε τι να περιμένει και αυτό την τρόμαζε. Αν είχε προσγειωθεί, σε ποιο αεροδρόμιο είχε προσγειωθεί; Τι ώρα θα ερχόταν αύριο; Θα ερχόταν καθόλου; Όλες οι ανθοδέσμες ήταν ανώνυμες. Ήταν από εκείνον; Ποιος άλλος θα έστελνε λουλούδια χωρίς κάρτα;
Έκλεισε την πόρτα του δωματίου του Βλάντιμιρ πίσω της και με βήματα βαριά και το κεφάλι σκυφτό περπάτησε μέχρι το δωμάτιό της. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και πέρασε μέσα αλλά μόλις σήκωσε τα μάτια της μια έκπληξη την περίμενε μέσα. Μια έκπληξη με το όνομα Φίλιπ. Τον κοίταξε για μερικά κλάσματα δευτερολέπτου και η καρδιά της σταμάτησε όπως κάθε φορά που τον έβλεπε. Ήταν πανέμορφος, παρόλο που έδειχνε κουρασμένος. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί πολύ γιατί με μεγάλες δρασκελιές και βλέμμα άγριο άρχισε να τρέχει σχεδόν προς το μέρος της. Η Σοφία φοβήθηκε ότι θα της επιτεθεί και έκανε ένα βήμα πίσω ενστικτωδώς. Εκείνος όμως την πρόλαβε. Αλλά δεν της επιτέθηκε. Αντίθετα, την αιφνιδίασε παίρνοντας την αγκαλιά τόσο σφικτά που ένιωσε το στέρνο της να συνθλίβεται. Τη σήκωσε από τη μέση και την κράτησε ψηλά, πάνω στο στήθος του, με το στόμα του στα μαλλιά της. Η Σοφία άκουγε το καρδιοχτύπι του.
«Είσαι τρελός; Άσε με κάτω» του είπε αδύναμα, χωρίς να το εννοεί. Δεν περίμενε να τον δει τόσο σύντομα. Δεν περίμενε να την πάρει αγκαλιά, να δείχνει τόσο συντετριμμένος.
«Τι πήγες και έκανες;» της είπε χωρίς να την αφήνει. «Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να παίζεις έτσι με τη ζωή σου;» τη ρώτησε.
«Δεν έπαιζα» του είπε η Σοφία ξερά, ζαλισμένη καθώς είχε αρχίσει να τη στροβιλίζει λες και ήταν πούπουλο στον αέρα.
«Το ήξερα ότι είσαι ξεχωριστή» της είπε απλά. «Το ήξερα ότι είσαι ικανή για μεγάλα πράγματα. Περίμενα το Νόμπελ. Όχι να σώσεις έναν άνθρωπο θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή σου».
«Άσε με κάτω» του είπε και την άφησε. Αλλά όχι από την αγκαλιά του. «Και πες μου τι κάνεις εδώ» του είπε αυστηρά.
«Ήρθα κατευθείαν από το αεροδρόμιο για να δω αν είσαι καλά» της είπε και την κοίταξε. Η Σοφία αναρωτήθηκε αν είναι καθόλου όμορφη.
«Καλά είμαι, και σε ευχαριστώ για όλα» είπε ντροπαλά.
«Είσαι υπότροφός μου» χαμογέλασε εκείνος πειρακτικά και η Σοφία ανταπέδωσε.
«Ναι, φυσικά».
«Πες μου ότι δε θα κινδυνεύσεις ποτέ ξανά» την παρακάλεσε με αγωνία να χρωματίζει τη φωνή του. Η Σοφία χώθηκε στο κρεβάτι της και εκείνος κάθισε δίπλα της. Κοίταξε τριγύρω το δωμάτιο. Έδειχνε να το εγκρίνει.
«Δεν μπορώ να σου το εγγυηθώ αυτό. Αλλά θα προσέχω» τον καθησύχασε.
«Κόντεψα να τρελαθώ. Το έμαθα χθες το βράδυ και ταξίδευα όλη τη μέρα για να έρθω» της είπε. Η Σοφία αναρωτήθηκε το λόγο που αντέδρασε έτσι αλλά δε ρώτησε.
«Φίλιπ, δείχνεις κουρασμένος» του είπε και τον κοίταξε. Ήταν αξύριστος και τα μαλλιά του ήταν ανακατωμένα. Πολύ σέξι όπως πάντα, αλλά σκιά του εαυτού του. «Πάρε ένα ελικόπτερο ή κάποιο διαστημόπλοιο τέλος πάντων» αστειεύτηκε «και γύρνα στη Βοστόνη να ξεκουραστείς» του είπε. Εκείνος την κοίταξε χωρίς να μιλάει. Η Σοφία ένιωθε τόσο άνετα μαζί του αυτή τη στιγμή. Είχε σχεδόν ξεχάσει ότι ο Φίλιπ ήταν ένας αρραβωνιασμένος άντρας. Μη διαθέσιμος για φλερτ πια. Ήταν ξανά ο Φίλιπ της, ο μεγάλος της έρωτας, ο παιδικός της φίλος.
«Θα κάτσω λίγο και μετά έχω κλείσει ένα δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο εδώ κοντά. Αύριο θα γυρίσουμε μαζί Βοστώνη» της είπε αποφασιστικά.
«Μα μην μπεις στον κόπο. Εγώ…τα κορίτσια…».
«Θα γυρίσουμε όλοι μαζί. Σταμάτα» τη διέκοψε. Σηκώθηκε και περιπλανήθηκε στο δωμάτιο για λίγο. «Σου άρεσαν τα λουλούδια;» τη ρώτησε.
«Ναι, πολύ» χαμογέλασε η Σοφία. Τίποτα άλλο.

Περπάτησε άλλο λίγο με τα χέρια δεμένα πίσω του ώσπου μίλησε ξανά με φωνή βαριά.
«Θέλω να σε κλείσω σε ένα κλουβί χρυσό. Να μη σου λείπει τίποτα αλλά να μην κινδυνεύεις ποτέ. Να μη φοβάμαι τόσο πολύ, να μην τρέμω τι άλλη τρέλα μπορεί να σκαρώσει το μυαλό σου» της είπε και η Σοφία πάγωσε. Ποιος του έδινε το δικαίωμα να σκέφτεται έτσι; Τόσο κυριαρχικά; Τόσο κτητικά;
«Γιατί να τρέμεις; Δεν είναι δουλειά σου να τρέμεις. Εκτιμώ τη βοήθειά σου, αλλά μέχρι εκεί. Εσύ τη ζωή σου κι εγώ τη δική μου» του είπε σκληρά αλλά κάποιος έπρεπε να του θυμίσει τα όρια.
«Οι ζωές μας έχουν έναν τρόπο να τέμνονται» της θύμισε εύλογα.
«Να αποκλίνουν τότε, Φίλιπ» πρότεινε.
«Κυρία μου» καθάρισε τη φωνή του «εγώ δε σκόπευα να αφήσω στη μέση μια φοβερή συμφωνία εκατομμυρίων για να τρέχω στο Πόρτλαντ! Εσύ πήγες να φας το κεφάλι σου! Εσύ τέμνεις τις γραμμές».
«Δε χρειαζόταν να έρθεις» τον προκάλεσε εκνευρισμένη.
«Δε γινόταν! Ήθελα να έρθω να σε κάνω μαύρη! Να σε ρωτήσω τι σκεφτόσουν! Να σου πω ότι είσαι μια ηλίθια τρελή» της φώναξε. Η Σοφία σκεπάστηκε με το σεντόνι της. Ξαφνικά κρύωνε..
«Ήρθες να με βρίσεις; Σοβαρά τώρα;» τον ρώτησε με απορία.
«Δεν έχω ξεκινήσει καν» της είπε ειρωνικά. Η Σοφία ξεφύσησε.
«Φίλιπ, πήγαινε στο ξενοδοχείο να κάνεις ένα μπάνιο και να αλλάξεις. Αντιδράς υπερβολικά επειδή είσαι κουρασμένος» του είπε με σιγουριά. Εκείνος την κοίταξε με τα συννεφιασμένα μάτια του για μια ατελείωτη στιγμή.

«Ναι» της είπε χωρίς να αφήνει το βλέμμα της. «Αυτό θα φταίει μάλλον».

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

κεφάλαιο 41-και έστειλε ο Φίλιπ τα super puma

«Είμαι πολύ ανακουφισμένη που σε βλέπω καλά» είπε η Κατ και έδωσε ένα ηχηρό φιλί στο μάγουλο της Σοφία. Η Σοφία πονούσε ολόκληρη και προσπαθούσε μάταια να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της. Είχε ξυπνήσει πριν από δέκα λεπτά και σχεδόν αυτόματα μπούκαραν στο δωμάτιό της ένα σωρό άτομα. Νοσοκόμες και γιατροί, η Κατ και η Λόρα. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει, οι νοσοκόμες τής έβαζαν θερμόμετρο και μετρούσαν τους παλμούς της, οι γιατροί έλεγχαν τις ενδείξεις στα μηχανήματα γύρω της και οι φίλες της μπλέκονταν στα πόδια τους παρά τις παρακλήσεις τους να εκκενώσουν το δωμάτιο.
«Μπορεί κάποιος να μου πει τι έγινε; Ξύπνησα σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου που θυμίζει ανθοπωλείο» είπε κοιτώντας γύρω τις ένα σωρό ανθοδέσμες και μπαλόνια. «Τι μου συνέβη;» ρώτησε και ένιωσε κουρασμένη, απλά και μόνο επειδή μίλησε. Κάτι άσχημο πρέπει να είχε συμβεί. Θυμάται την κατάδυση. Είχε κινδυνεύσει η ζωή της;  Ενστικτωδώς κίνησε τα πόδια και τα χέρια της. Ωραία, δεν ήταν παράλυτη. Οι αισθήσεις της ήταν μια χαρά. Έβλεπε ένα φωτεινό πελώριο δωμάτιο, μύριζε αντισηπτικό νοσοκομείου και λευκά τριαντάφυλλα, άγγιζε απαλά φρεσκοσιδερωμένα σεντόνια, άκουγε ένα βουητό μέσα στο δωμάτιο από τα μηχανήματα και στο στόμα της είχε μια πικρή γεύση, μάλλον επειδή δεν είχε φάει.

«Εμ…» ψέλλισε η Κατ και η Σοφία της έγνεψε ανυπόμονα να συνεχίσει.
«Θέσατε τη ζωή σας σε κίνδυνο, δεσποινίς» είπε πολύ αυστηρά ο γιατρός στο πλάι της. Η Σοφία δεν απάντησε. Γύρισε και τον κοίταξε. Ήταν αρκετά νέος αλλά είχε γκρίζους κροτάφους. Ήταν πολύ συμπαθητικός. «Η ανάδυσή σας έγινε με ταχύτητα. Γιατί ήσασταν τόσο απρόσεκτη;» τη μάλωσε ενώ κοιτούσε τις κόρες της με ένα μικρό φακό.
«Δεν ήταν επιλογή της, κύριε» επενέβη η Λόρα. «Η Σοφία έσωσε έναν άνθρωπο. Δεν το έκανε επειδή βιαζόταν να ανέβει στην επιφάνεια για να δει τηλεόραση» συμπλήρωσε ξερά.
«Αν δε μεταφερόσασταν εδώ άμεσα θα είχατε πεθάνει» της είπε εκείνος απότομα και την κοίταξε. Ο άλλος γιατρός την κοίταξε εξίσου σοβαρά. «Δεν ξέρω ποιον πήγατε να σώσετε και αν άξιζε, αλλά σας λέω ότι θα πεθαίνατε. Έχουμε μια εξαιρετική μονάδα καταδυτικής ιατρικής με σύγχρονους θαλάμους αποσυμπίεσης και ιατρική φροντίδα. Καταλαβαίνετε πόσο τυχερή είστε που αναπνέετε αυτή τη στιγμή και με κοιτάτε με έκπληξη;» επέμενε ο νεαρός γιατρός.
«Δρ. Νίκολσον, να αλλάξω τον ορό;» ρώτησε μια νοσοκόμα ξαφνικά και ευτυχώς ο γιατρός απομακρύνθηκε λίγο από τη Σοφία και τη άφησε ήσυχη.
«Τι έγινε;» ρώτησε τη Λόρα. Η φίλη της χαμογέλασε γλυκά.
«Ανέβηκες απότομα. Όταν αναδύθηκες είχες λιποθυμήσει»
«Ναι, ναι…» είπε η Σοφία. «Θυμάμαι κάτι. Ο Βλαντιμίρ; Είναι καλά;» της ήρθε μια αναλαμπή.
«Ναι, ναι» τη διαβεβαίωσε η φίλη της και ανακουφίστηκε πραγματικά. «Έπαθε ένα καρδιακό επεισόδιο και πανικοβλήθηκε. Έχασε τον έλεγχο και άρχισε να αναδύεται. Προσπάθησες να τον σταματήσεις αλλά σε έσυρε γρήγορα πάνω. Μπήκατε στο θάλαμο αποσυμπίεσης του πλοίου αλλά…εμ…μεταφερθήκατε εδώ και οι δύο».
«Ο Βλαντιμίρ; Είναι εδώ;» ρώτησε η Σοφία. «Οι δικοί του; Πού είμαστε;»
«Είμαστε στο νοσοκομείο Σεντ Λούις στο Πόρτλαντ. Ο Βλαντιμίρ είναι στο διπλανό δωμάτιο και παίρνει εξιτήριο αύριο».
«Πόσες μέρες είμαστε εδώ;»
«Από χθες. Έκανες  θεραπεία με υπερβαρικό οξυγόνο και σου έδωσαν ηρεμιστικό για να κοιμηθείς πολλές ώρες. Είχες μερικά συμπτώματα της νόσου των δυτών και φοβηθήκαμε ότι θα υποφέρεις από μυϊκούς πόνους. Ευτυχώς αποφύγαμε τα χειρότερα».
«Υπερβάλλετε νομίζω. Όλα αυτά είναι μέσα στο παιχνίδι» είπε ανάλαφρα η Σοφία αλλά μέσα της ήξερε ότι είχε κινδυνεύσει πολύ. Τα χέρια της ήταν γεμάτα κοκκινίλες, χαρακτηριστικές της κατάστασης. Ήταν χαρούμενη όμως που ο Βλαντιμίρ είχε σωθεί.
«Ο Βλαντιμίρ ανυπομονεί να σε δει. Τα παιδιά του θέλουν να σε ευχαριστήσουν και η γυναίκα του κλαίει συνεχώς όταν αναφέρεται το όνομά σου» είπε η Κατ. «Σου άφησε αυτό το γλαστράκι πριν από δύο ώρες» έδειξε μια μικρή ορχιδέα. Όλα τα άλλα λουλούδια από ποιον ήταν;

Η Σοφία ένιωσε να νυστάζει πάλι. Οι γιατροί έφυγαν από το δωμάτιο. Το ίδιο και οι νοσοκόμες. Η Κατ πήγε να βρει κάτι να φάει και η Σοφία έμεινε μόνη με τη Λόρα.
«Νομίζω ότι δε χορταίνω ύπνο» είπε και χασμουρήθηκε. Η Λόρα της ίσιωσε τα σεντόνια.
«Εγώ θα μείνω το βράδυ. Η Κατ έμεινε χθες» είπε αποφασιστικά.
«Πώς είναι δυνατόν; Γυρίστε πίσω. Δεν είναι ανάγκη. Πώς ήρθατε μέχρι εδώ άλλωστε; Τόσα χιλιόμετρα;» ψέλλισε αδύναμα η Σοφία.
«Είσαι χαζή» είπε η Λόρα. «Τρομάξαμε τόσο πολύ ότι θα σε χάσουμε» συμπλήρωσε και η φωνή της ράγισε. Η Σοφία την κοίταξε συγκινημένη. Δεν μπορούσε να πιστέψει ακόμα πόσο την αγαπούσαν. Κι αυτή τόσα χρόνια τις απέφευγε.
«Μην ανησυχείς και δεν πάω πουθενά. Εγω ακόμα πολλά χρόνια για να σας ταλαιπωρώ» την τσίμπησε φιλικά.
«Αν δε σε δω σκυμμένη πάνω από το μικροσκόπιο δε θα ηρεμήσω» είπε σοβαρά η Λόρα. Έδειχνε ανήσυχη.
«Είμαι καλά. Έτσι δεν είναι;» ρώτησε η Σοφία ανήσυχη. Η Λόρα της έγνεψε καθησυχαστικά.
«Νομίζω ότι κινδύνευσες σοβαρά» είπε η Λόρα αργά. Η Σοφία πάγωσε. «Αλλά είχες ένα φύλακα-άγγελο».
«Τι εννοείς;» ρώτησε μπερδεμένη. Η Λόρα την κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλάει.
«Ο Φίλιπ…» ξεκίνησε να λέει και σταμάτησε. Η Σοφία δεν ήξερε πώς θα συνέχιζε. Τον είχε σκεφτεί πολλές φορές. Υποπτευόταν ότι είχε εμπλακεί με κάποιον τρόπο στη μεταφορά της εκεί. «Μεταφερθήκατε με ελικόπτερο στο νοσοκομείο και ήταν τόσο αυστηρές οι εντολές του να λάβετε την καλύτερη δυνατή φροντίδα που νομίζω ότι τον φοβήθηκε ο θάνατος» είπε και γέλασε μηχανικά. Η Σοφία ακόμα δεν ήξερε τι να πει. Τα είχε κάνει όλα αυτά;
«Πώς το έμαθε;»
«Υποθέτω από το πλήρωμα. Είχε ζητήσει να ενημερώνεται για την πορεία της έρευνας».
«Ναι, είναι λάτρης της βιολογίας» ειρωνεύτηκε η Σοφία.
«Της βιολογίας ως επιστήμης, όχι» χαμογέλασε πονηρά η Λόρα. «Αλλά είχε  το νου του. Και μόλις έγινε το ατύχημα, μετά…τα ανέλαβε εκείνος όλα».
«Και πού είναι τώρα;» ρώτησε η Σοφία. Από μακριά τα είχε κάνει όλα; Μακρόθεν ενδιαφέρον; Να το βράσει. Αλλά από την άλλη δεν ήθελε και να τον δει. Ήταν ευάλωτη.

«Ήταν σε ένα ταξίδι στη Μέση Ανατολή. Έρχεται σε μερικές ώρες με το προσωπικό του τζετ» είπε η Λόρα. Η Σοφία ένιωσε ένα χείμαρρο αδημονίας να την πλημμυρίζει αλλά ο ύπνος ήταν πιο ισχυρός.

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

κεφάλαιο 40-νάνι νάνι...

Ο Βλαντιμίρ ήταν έμπειρος δύτης και βρισκόταν πάντα στο πλήρωμα για να στηρίζει τις ερευνητικές δράσεις αλλά και για να βοηθάει στη συντήρηση του πλοίου. Η Σοφία δεν ένιωθε ποτέ ανασφάλεια όταν βουτούσε μαζί του. Είχαν  ξανασυνεργαστεί σε δύο ακόμα περιπτώσεις σε ένα άλλο πλοίο, παρέα με την Κατ, η οποία έκανε μαθήματα κατάδυσης μαζί του τότε, αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ τα μαθήματα γιατί της φαινόταν πολύ δύσκολο.

Βούτηξαν κατά τις δέκα το πρωί και καταδύθηκαν σε βάθος 23 μέτρων, ένα βάθος επικίνδυνο αλλά και απαιτητικό όσον αφορά τους κανόνες ασφαλείας. Η Σοφία όμως επέμεινε να πάρει το ρίσκο γιατί ένιωθε ότι βρισκόταν σε καλό δρόμο. Με τα απαραίτητα σύνεργα και μέσα σε μερικά λεπτά άρχισαν να κάνουν έρευνα στο βυθό ψάχνοντας μια συγκεκριμένη άλγη που η Σοφία ήλπιζε να της δώσει το εισιτήριο για την ολοκλήρωση του πρότζεκτ της. Στην περιοχή όπου καταδυόταν είχε γίνει πριν από είκοσι χρόνια μια διαρροή πετρελαίου από ένα τάνκερ αλλά το περιβάλλον κατάφερε να «συνέλθει» στο μισό χρόνο από τον αντίστοιχο που χρειάστηκε σε παρόμοιες περιπτώσεις πετρελαιοκηλίδας.

Ο Βλαντιμίρ λειτουργούσε επικουρικά και τη βοηθούσε σε ό,τι χρειαζόταν. Δεν γνώριζε σε βάθος τις επιστημονικές απαιτήσεις της αλλά έκοβε πολύ το μυαλό του και κάπως είχε μπει στο νόημα για το τι έψαχναν. Εκτός από το να τη βοηθάει με το φακό αλλά και με διάφορα άλλα αξεσουάρ που είχαν μαζί τους, της υποδείκνυε και μερικά σημεία όπου νόμιζε ότι έβλεπε κάτι που ίσως την ενδιέφερε. Δούλευαν πλάι πλάι σε τέλειο συγχρονισμό και για αρκετή ώρα όταν τον είδε να ξεμακραίνει χωρίς λόγο και να της έγνεψε βεβιασμένα ότι ξεκινάει την άνοδο. Του έκανε νόημα ρωτώντας τον τι τρέχει και της έδειξε το στήθος του. Η Σοφία πάγωσε, παρά το κύμα αδρεναλίνης που την είχε πλημμυρίσει και κανονικά έπρεπε να βράζει μέσα της. Είχε νιώσει δυσφορία; Θα ανέβαιναν, αλλά μαζί. Γιατί βιαζόταν; Ήταν επικίνδυνο αυτό που έκανε.

Του έκανε ξανά νόημα να την περιμένει, καθώς το πρωτόκολλο όριζε να τον συνοδεύσει. Δε σκέφτηκε ότι θα άφηνε την έρευνα στη μέση και ότι έπρεπε να την επαναλάβει αύριο. Σημασία είχε ο Βλαντιμίρ. Αλλά εκείνος δεν την περίμενε. Την έπιασε πανικός. Μέσα στην σύγχυσή του, μάλλον είχε ξεχάσει τη διαδικασία ασφαλούς ανόδου. Δεν μπορούσε να ανέβει αμέσως, έπρεπε να το κάνει αργά, με συγκεκριμένο ρυθμό, για να αποφύγουν και οι δύο τον θάλαμο αποσυμπίεσης.

Κολύμπησε διαγώνια με ταχύτητα και άρπαξε τα πόδια του δείχνοντάς του ότι πρέπει να επιβραδύνει. Αλλά εκείνος προσπάθησε να απεγκλωβιστεί από το κράτημά της χτυπώντας τα βατραχοπέδιλά του προς το πρόσωπό της, προφανώς ενστικτωδώς. Ήταν τυχερή που δεν βγήκε η μάσκα της. Έπρεπε να τον βοηθήσει. Η Σοφία καταλάβαινε ότι είχε πάθει πανικό και δε σκεφτόταν καθαρά. Έστειλε σήμα κινδύνου στην επιφάνεια και πλησίασε ξανά τον Βλαντιμίρ προσπαθώντας νοερά να υπολογίσει πόσα λεπτά έπρεπε να περάσουν μέχρι να βγει στην επιφάνεια. Τον άρπαξε από πίσω και τον έσφιξε πάνω στο στήθος της και εκείνος προσπάθησε ξανά να απελευθερωθεί. Έπρεπε να κάνουν στάσεις αποσυμπίεσης. Σε αυτό το βάθος δεν ήταν προαιρετικό. Αν ανέβαιναν απότομα στην επιφάνεια ήταν σίγουρο ότι η νόσος των δυτών θα τους άφηνε ανεπανόρθωτη ζημιά.

Ένα λεπτό κάθε λίγα μέτρα. Πόσο δύσκολο να είναι; Τον έσφιξε πάνω της και εκείνος πολεμούσε να απομακρυνθεί. Κινδύνευε πολύ με αυτό που έκανε αλλά δεν θα τον άφηνε. Αν είχε πάθει καρδιακό επεισόδιο ίσως είχε ελπίδα να σωθεί αν κατάφερνε να αναδυθεί σωστά. Με αυτό που έκανε θα πέθαιναν και οι δύο. Αλλά οι κανόνες της κατάδυσης έλεγαν να φροντίζεις πάντα τον συνεργάτη σου. Στα όρια της λογικής, άκουσε μια φωνή μέσα της. Έχει δύο μικρά παιδιά, απάντησε στη φωνή αυτή η Σοφία και πήρε δύναμη.

Ο Βλαντιμίρ συνέχιζε να κρατάει το στήθος του και να της σφίγγει το χέρι δυνατά, αλλά η Σοφία πάλευε μαζί του για να κυριαρχήσει. Τον κρατούσε υποχρεωτικά στο ίδιο βάθος για μερικά λεπτά και μετά ανέβαινε άλλα λίγα. Κοιτούσε το ρολόι της και κρατούσε τον ελάχιστο χρόνο για να είναι ασφαλείς. Είχαν μείνει λιγότερα από δέκα μέτρα. Μερικά δευτερόλεπτα ακόμα και ξεκινούσαν την τελική πορεία για άνοδο, σκέφτηκε. Άρχισε να πιστεύει ότι θα τα καταφέρουν. Ο Βλαντιμίρ όμως δεν έδειχνε να συνειδητοποιεί την επικινδυνότητα και με μια δυνατή ώση άρχισε να αναδύεται με ταχύτητα σέρνοντάς τη πίσω του, να του κρατάει τα πόδια. Η Σοφία ένιωσε το σώμα της λίγο πιο ελαφρύ και ένα ξαφνικό κύμα ευφορίας την κατέκλυσε. Όλα έμοιαζαν λίγο πιο όμορφα, το γαλάζιο γύρω της τη μάγευε. Έκλεισε τα μάτια και βυθίστηκε σε ένα βαθύ ύπνο που θύμιζε θάνατο.




Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

κεφάλαιο 39-μες του Ατλαντικού τα νερά...

 Η πρώτη κατάδυση πήγε καλά από άποψη τεχνικής αλλά δεν κατάφερε να συλλέξει το υλικό που ήθελε. Η δεύτερη κατάδυση ήταν λίγο πιο δύσκολη γιατί έπεσε σε μεγαλύτερο βάθος αλλά κατάφερε να απομονώσει έναν μικροοργανισμό που κυνηγούσε καιρό. Η τρίτη κατάδυση ήταν προγραμματισμένη για αύριο και η Σοφία ανυπομονούσε να τελειώσει για να γυρίσει σπίτι της. Ήταν η δέκατη πέμπτη μέρα πάνω σε ένα άθλιο πλοίο που δεν είχε τις βασικές ευκολίες και έπλεε μεσοπέλαγα κάπου 100 μίλια νότια της Νέας Γης χωρίς να προσεγγίζει λιμάνι.

Περνούσε τις μέρες της διαβάζοντας και προχωρώντας την έρευνά της παρόλο που δεν είχε τα σύνεργά της μαζί. Είχε χρόνο να μελετάει και να στέλνει οδηγίες στα παιδιά στο πανεπιστήμιο για ό,τι τη ρωτούσαν. Ευτυχώς είχε ίντερνετ και μπορούσε να επικοινωνεί με τον έξω κόσμο.

Οι ναύτες στο πλοίο ήταν όλοι πολύ ευγενικοί. Εκτελούσαν συχνά ερευνητικά προγράμματα και έδειχναν εξοικειωμένοι με τα τρελά ωράριά της. Μάλιστα στο πλήρωμα ήταν και δύο γυναίκες. Η μία ετοίμαζε τα γεύματα και η άλλη δούλευε στη μηχανή. Μαζί τους έπινε τον καφέ της το πρωί και συζητούσε ανάλαφρα όταν είχε όρεξη για παρέα. Σπάνια δηλαδή.

Προτιμούσε να μένει στη μικροσκοπική καμπίνα της, σαν φυλακισμένη, κοιτώντας έξω από το φινιστρίνι χωρίς κοιτάει πραγματικά. Η αίσθηση ότι ήταν στη μέση του πουθενά και έπαιζε στα χαρτιά τη ζωή της και κανείς εκεί έξω δεν την περίμενε να γυρίσει την τρόμαζε. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν είχε σπίτι, δεν είχε οικογένεια. Δική της. Όχι έναν πατέρα και έναν αδερφό που σίγουρα την αγαπούσαν αλλά μπορούσαν να ζουν και με την απουσία της.

Κάτι άλλο ήταν αυτό που βασάνιζε το μυαλό της όμως τόσες μέρες πάνω στο πλοίο. Ο Φίλιπ είχε σκοπό να κάνει ένα πάρτι για το ευτυχές γεγονός και μέσω του δρα Λόιντ με τον οποίον έδειχνε να έχει συχνές επαφές, ενημέρωσε όλο το τμήμα ότι ήταν καλεσμένοι! Η Κατ και η Μιράντα κόντεψαν να πνιγούν όταν τους ανακοινώθηκαν τα νέα αλλά ευτυχώς δεν καρφώθηκαν κοιτώντας τη με νόημα. Μόνο την πλησίασαν από πίσω και ακούμπησαν διακριτικά το χέρι στον ώμο της σε μια σιωπηρή συμπαράσταση. Τους είχε πει τα πάντα και έδειχναν να την καταλαβαίνουν. Προσπάθησαν να την πείσουν να το ξεπεράσει αλλά δεν μπορούσε. Κατανοούσε ότι οι φίλες αυτό έπρεπε να κάνουν: να την παρακινούν να το αφήσει πίσω της. Αλλά δεν μπορούσαν να μπουν στο μυαλό και την καρδιά της.

Δεν είχε αποφασίσει ακόμα αν θα πήγαινε στην δεξίωση. Τα κορίτσια την είχαν διαβεβαιώσει ότι θα έκαναν ό,τι κι αυτή. Δεν σκόπευαν να πάνε αν έλειπε η Σοφία. Μόνο που η Σοφία δεν είχε ιδέα τι έπρεπε να κάνει. Από τη μία της φαινόταν κακόγουστο που είχε καλέσει το τμήμα στο πάρτι, αλλά από την άλλη έπρεπε να πάει. Δεν ήθελε να του δώσει την ικανοποίηση ότι την είχε πληγώσει κι ας την είχε κομματιάσει. Δεν ήταν ξεκάθαρος μαζί της και όσα της είχε πει στο μπαρ την είχαν μπερδέψει πολύ. Είχε αποσυντονίσει τις νοητικές διεργασίες της, την είχε κάνει να αναρωτιέται δυο και τρεις φορές αν είχε καταλάβει καλά οτιδήποτε της έλεγε κάποιος, να κοπιάζει να θυμηθεί πληροφορίες.

Τι σόι πάρτι θα ήταν αυτό; Η πρόσκληση είχε φτάσει με κούριερ και την είχε ανοίξει ο δρ Λόιντ πρώτος. Την καρφίτσωσε στον πίνακα ανακοινώσεων, δίπλα στις οδηγίες ασφαλείας για το δωμάτιο όπου φύλασσαν τα εύφλεκτα υλικά. Ήταν ένα λευκό ιριδίζον χαρτί με καλλιγραφικά γράμματα. Το πάρτι ή μάλλον δεξίωση θα γινόταν σε κάποιο ξενοδοχείο και απαιτούσε επίσημο ένδυμα. Η πρώτη της σκέψη ήταν ότι δεν είχε τίποτα να φορέσει. Η δεύτερη ήταν ότι ό,τι και να φορούσε σίγουρα δε θα ήταν αυτή για την οποία χτυπούσε η καρδιά του οπότε δεν ωφελούσε καν να προσπαθήσει.

Ο χρόνος που είχε σπαταλήσει για τα ψώνια και τις αλλαγές στην εμφάνισή της είχε πάει χαμένος. Φυσικά της άρεσε που ήταν πια σαν φυσιολογική κοπέλα της ηλικίας της και μάλιστα είχε πάρει και μανό στο πλοίο. Παρόλο που δεν θα την έβλεπε κανείς είχε αρχίσει δειλά δειλά να αφιερώνει χρόνο για τον εαυτό της. Αλλά θα μπορούσε να είχε τελειώσει σε ένα απόγευμα. Όλες τις υπόλοιπες ώρες τις πέρασε στα μαγαζιά και στα κομμωτήρια και στα ινστιτούτα για να είναι κοντά του. Για να περπατάει στο πλάι του και να παίρνει λίγη από την αύρα του.

Έπρεπε να πάει σε αυτό το ηλίθιο πάρτι. Προφανώς κι εκείνος την ήθελε εκεί. Αν δεν την ήθελε δε θα καλούσε όλο το τμήμα. Τα παιδιά τον συμπαθούσαν όλα πολύ και ο δρ Λόιντ τον εκτιμούσε, αλλά η πρόσκληση ήταν ένα βήμα παραπάνω. «Αγαπητοί υπότροφοι» έλεγε το κείμενο. Η Σοφία κόντεψε να γελάσει όταν το είδε.
«Να του πάρουμε ένα βάζο γεμάτο κατσαρίδες» πρότεινε η Λόρα προσπαθώντας να την κάνει να γελάσει λίγο πριν φύγει για το ταξίδι. Τα είχε καταφέρει.
«’Η ένα ζευγάρι γυαλιά για να δει λιγάκι πιο καθαρά τι χάνει» είπε λίγο πιο μελαγχολικά η Κατ.
«Δεν έχεις δει την Κριστίνα μάλλον» είπε η Σοφία και η Κατ έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. Δεν επέμεινε άλλο στη συζήτηση. Μόνο πρότεινε να τους αγοράσουν κάτι όλοι μαζί ώστε να μη χρειαστεί να διαλέξει κάτι μόνη της.


Απόψε είχε πει ότι θα ξάπλωνε νωρίς μήπως και κατάφερνε να κοιμηθεί τουλάχιστον έξι ώρες πριν την τελευταία κατάδυση. Αύριο κρίνονταν πολλά. Θα καταδυόταν με έναν ακόμα αυτοδύτη και είχαν δύσκολο έργο. Αλλά το μυαλό της τριγύριζε στα ίδια. Ήταν σημαντικό να ξεκουραστεί για αύριο όμως. Αν τα κατάφερνε θα γυρνούσε πιο νωρίς πίσω. Θα ζητούσε μερικές μέρες άδεια για να μείνει σπίτι της ή θα πήγαινε κάπου ένα τριήμερο. Δε σκόπευε να τρελαθεί ούτε για χάρη της έρευνας ούτε για χάρη του Φίλιπ. Θα ζούσε και μάλιστα ευτυχισμένη. Της άξιζε να περνάει καλά. Ο εαυτός της ήταν πάνω από όλα. 


Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Κεφάλαιο 38-http://akispetretzikis.com/el/categories/glyka/amerikaniko-cheesecake

«Δεν είναι μόνο η έρευνα, αλλά και όλα τα άλλα!» ύψωσε τον τόνο της φωνής της μερικές μέρες μετά. «Όταν δεν είμαι σκυμμένη πάνω από το μικροσκόπιο, διορθώνω γραπτά. Και όταν δε διορθώνω γραπτά, μελετάω για τις διαλέξεις μου και κάνω βαλίτσες για το επόμενο ταξίδι μου» διαμαρτυρήθηκε. Ο δρ Λόιντ μόλις της είχε ανακοινώσει, έτσι απλά, ότι θα την έστελνε σε ένα καράβι για είκοσι μέρες. Θα είχε την «ευκαιρία» να κάνει πέντε καταδύσεις για να συλλέξει υλικό για την έρευνά τους. Το ήθελε καιρό αυτό το ταξίδι και υπό κανονικές συνθήκες θα χαιρόταν αλλά τώρα δεν είχε καμία όρεξη. Ειδικά όσο σκεφτόταν ότι αυτό το ταξίδι κατέστη δυνατό χάρη στη χρηματοδότηση του Φίλιπ, του λόγου για τον οποίο δεν είχε όρεξη να πάρει ούτε τα πόδια της!
«Μα εσύ πάντα ήσουν πρόθυμη για περισσότερη έρευνα, περισσότερο διάβασμα, περισσότερες διαλέξεις» είπε μπερδεμένη η Μιράντα. Κάθονταν στον καναπέ στο διαμέρισμα της Σοφία και σε λίγο θα ερχόταν και η Κατ για να «εγκαινιάσουν» τα έπιπλα. Ήταν η πρώτη φορά που καλούσε κόσμο σπίτι της και τα κορίτσια είχαν ενθουσιαστεί. Η Λόρα έλειπε αλλά είχε υποσχεθεί να έρθει το επόμενο Σαββατοκύριακο για να μαγειρέψουν μαζί.
«Ε τώρα δεν είμαι» είπε πεισμωμένη η Σοφία και σέρβιρε λίγη πίτσα στο πιάτο της. «Δεν θέλω να θαλασσοπνίγομαι τρεις βδομάδες, δε θέλω να διορθώνω όλη μέρα, δε θέλω τίποτα» γκρίνιαξε.
«Μα…δεν καταλαβαίνω…τι άλλαξε…;» ψέλλισε η Μιράντα. Ήταν σαν να έβλεπε εξωγήινη. Για πολλά χρόνια τη θεωρούσαν το απόλυτο φυτό μάλλον. Αλλά είχε έρθει η ώρα να βάλει τα πράγματα σε τάξη. Ωραία η επιστήμη της, και ωραία η έρευνα, αλλά αυτή τη στιγμή δεν ήθελε να ασχοληθεί με τίποτα. Δεν ήταν ρομπότ. Δεν ήταν μηχάνημα. Ήταν ένας άνθρωπος, μια γυναίκα, με καρδιά και συναισθήματα. Και πολύ απλά, τώρα ήθελε να χωθεί κάτω από το πάπλωμά της και να κλαίει όλη τη μέρα.

«Δουλεύω 16 ώρες τη μέρα και αν δεν επιμένατε να βγούμε πού και πού θα δούλευα και περισσότερο. Είναι ζωή αυτή; Αυτό αξίζω; Πώς θα αποδώσω; Πώς θα είμαι παραγωγική αν κουράζομαι τόσο;» εξέφρασε ανοιχτά τις ανησυχίες της. «Όλοι περιμένετε από εμένα να βγάλω το φίδι από την τρύπα και να δώσω ιδέες όταν κολλάτε. Ο δρ Λόιντ μού ανακοινώνει ανάλαφρα ότι πρέπει να κάνω καταδύσεις στη μέση του πουθενά. Είναι ζωή αυτή; Σε ρωτώ!» ύψωσε ξανά τη φωνή της. Η Μιράντα χαμογέλασε, αλλά δεν είπε κάτι. Έδειχνε να την καταλαβαίνει, παρόλο που την εξέπληττε το ξέσπασμά της. «Θέλω να έχω τα προνόμια που έχετε όλοι. Να λέω όχι και να ακούγομαι. Δε θέλω να με κάνουν ό,τι θέλουν, δε θέλω να μου πετάνε το «τυράκι» της μεγάλης επιστημονικής ανακάλυψης για να τρέχω σαν ποντίκι. Θέλω αν ποτέ καταφέρω κάτι μεγάλο να το καταφέρω σε συνδυασμό με μια φυσιολογική προσωπική ζωή. Δε θέλω να μείνω στο ράφι, παρέα με το Νόμπελ μου. Με ακούς;» είπε η Σοφία και δεν κρατήθηκε. Η φωνή της ράγισε και το πιάτο που κρατούσε στα χέρια της κλυδωνίστηκε. Τα συναισθήματα που είχε θάψει μέσα της από το βράδυ που τον είδε, ή ακόμα χειρότερα από τη στιγμή που είχε μάθει ότι αρραβωνιάζεται, ξαφνικά βγήκαν διέξοδο με έναν τρόπο ζωώδη και βίαιο. Σαν τη λάβα που σκάει από μια χαραμάδα και καταλήγει σε ένα πυρακτωμένο ποτάμι. Στην αρχή έκλαιγε αθόρυβα, μόνο με βουβά δάκρυα, αλλά όταν η Μιράντα άπλωσε διστακτικά το χέρι της στο ώμο της ξέσπασε σε λυγμούς, κλαίγοντας για όλα. Για τη ζωή που ένιωθε ότι είχε χάσει, για τις πολλές ευθύνες που είχε, για την έλλειψη έμπνευσης, για Εκείνον…
«Σώπα, Σοφία, εδώ είμαστε εμείς» είπε γλυκά η Μιράντα, και η Σοφία εκτίμησε τα λόγια της φίλης της. Η Κατ χτύπησε το κουδούνι την ώρα που είχε αρχίσει να σταματάει να κλαίει και σκούπιζε με μανία τα μάγουλά της. Αλλά οι αναστεναγμοί της έβγαιναν ακόμα διακεκομμένοι, ήταν αναψοκοκκινισμένη και εμφανώς ταραγμένη.
«Τι έγινε;» ρώτησε η Κατ ανήσυχη όταν της άνοιξε την πόρτα. Η Σοφία δεν είχε προλάβει να συνέλθει.
«Τίποτα» τη διαβεβαίωσε.
«Είναι καυτερή η πίτσα» γέλασε ανάλαφρα η Μιράντα και οι κοπέλες ανταποκρίθηκαν στο αστείο γελώντας και αυτές.
«Έχω τα νεύρα μου» είπε με ειλικρίνεια η Σοφία. Η Μιράντα δεν πρόσθεσε κάτι. Εκτιμούσε την διακριτικότητά της.
«Περιμένεις περίοδο;» ρώτησε η Κατ και έβγαλε το παλτό της. Είχε φέρει ένα μπουκάλι κρασί και ένα μικρό τσιζκέικ.
«Ούτε καν» είπε η Σοφία και έβαλε το γλυκό και το κρασί στο ψυγείο. Επέστρεψε στο σαλόνι γρήγορα. «Απλώς έχω νεύρα» επανέλαβε. Το ταξίδι που έπρεπε να πάει της έμοιαζε βουνό. Κάποτε βουτούσε χωρίς δεύτερη σκέψη, αλλά τώρα υπολόγιζε τα πάντα. Είχε πρόβλημα με τη συγκέντρωσή της μετά τα τελευταία γεγονότα. Είχε ξεχάσει το φως ανοιχτό στο εργαστήριό της χθες. Είχε χάσει τα κλειδιά της δύο φορές σε μία βδομάδα. Με αυτή την αφηρημάδα, πώς θα έκανε σωστή κατάδυση; Θα έβαζε τη ζωή της σε κίνδυνο επειδή το ηλίθιο μυαλό της είχε κολλήσει στα λόγια του;

«Αν υπάρχει κάτι που θες να μας πεις…» είπε η Κατ χαμηλόφωνα και κοίταξε ντροπαλά και φευγαλέα τη Μιράντα λες και περίμενε κάποια έγκριση «εμείς είμαστε εδώ» κατέληξε και η Μιράντα έγνεψε. Προφανώς κάτι είχαν προσέξει. Τα κορίτσια δεν ήταν ηλίθια. Καμιά φορά η Σοφία υποτιμούσε τη νοημοσύνη των άλλων.
«Δεν υπάρχει κάτι να πω» τους είπε με ειλικρίνεια. Εκείνες χαμογέλασαν. Έδειχναν σαν να το έχουν συζητήσει ήδη, σαν να ήξεραν.
«Σε είδαμε να μεταμορφώνεσαι από ζόμπι σε πεταλούδα και από πεταλούδα σε ζόμπι ξανά» είπε η Μιράντα. Η Κατ χαμογέλασε. «Ήταν σαν τρενάκι του τρόμου. Περιμέναμε να σκάσει κάποια στιγμή η φούσκα. Οι συναισθηματικές σου μεταπτώσεις ήταν πολύ έντονες. Πρέπει να το πας πιο αργά».
«Δεν είναι στο χέρι μου» είπε η Σοφία σκεπτική.
«Είναι» είπε η Κατ με σιγουριά. «Πρέπει να ανακτήσεις την αυτοκυριαρχία σου. Ο,τι κι αν σου λέει, ό,τι κι αν κάνει εκείνος» είπε μετά από μια μακρά σιωπή. Η Σοφία δεν την κοίταξε. Ντρεπόταν. Είχαν δει τη σκηνή στο μπαρ και είχαν καταλάβει. Μάλιστα.
«Δεν είναι απλό» επέμεινε η ίδια. «Αυτός ο άνθρωπος…πώς να το πω…ορίζει το είναι μου» τους είπε και δάκρυσε ξανά. Η Κατ την αγκάλιασε ζεστά.
«Βάζω λίγο κρασί. Το βράδυ προβλέπεται μακρύ» είπε με κέφι η Μιράντα. «Ξεκίνα να μας λες πώς γνώρισες τον όμορφο χορηγό μας».


Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Κεφάλαιο 37-μια weisse παρακαλώ

37

Η Κατ πρέπει να επανέλαβε τουλάχιστον πέντε φορές την επιθυμία της να «πάνε και κάπου αλλού» όταν το πάρτυ του Τζόναθαν είχε αρχίσει να ξεθυμαίνει. Η ώρα ήταν δύο και η Σοφία ήθελε από ώρα να φύγει αλλά φυσικά δεν την άφηναν. Ο Πίτερ μονοπωλούσε το χρόνο της παρόλο που είχε γίνει ξεκάθαρη ότι τον βλέπει φιλικά και η Λόρα την παρακαλούσε να μείνει άλλο λίγο και μετά άλλο λίγο και μετά άλλο λίγο.

Στις δύο και δέκα βγήκαν από το σπίτι του Τζόναθαν και η Κατ πρότεινε να πάνε σε ένα μπαράκι στο κέντρο όπου ήξερε τον μπάρμαν και σίγουρα θα τους σέρβιρε καθαρά ποτά. Η Σοφία δεν ήθελε με τίποτα να πάει, αλλά δεν ήθελε και να μείνει μόνη γιατί δεν περνούσε πια καλά με τις σκέψεις της. Σε μια προσπάθεια να βάλει τη ζωή της σε νέα τροχιά, είχε αγοράσει έναν αφράτο καναπέ και ένα φωτιστικό δαπέδου, κουρτίνες και ένα παχύ χαλί στο χρώμα της μόκας. Το σπίτι είχε απογειωθεί από άποψης διακόσμησης και ήταν πολύ πιο φωτεινό και άνετο μετά από ένα φρεσκάρισμα στους τοίχους. Ήταν πιο ευχάριστο αλλά οι σκέψεις που την τύλιγαν όταν ήταν εκεί μέσα την έκαναν να ασφυκτιά. Είχαν περάσει μέρες αλλά ο πόνος δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Πονούσε αφόρητα. Ζήλευε με κάθε μόριο της ύπαρξής της τη γυναίκα που απολάμβανε τον Φίλιπ. Τη γυναίκα που ξάπλωνε μαζί του, ξυπνούσε πλάι του, τον άκουγε να γελάει, να αναστενάζει, να φωνάζει από νεύρα. Κάθε μικρή στιγμή της καθημερινότητας μαζί του της έμοιαζε μαγική. Και πια δεν είχε καμία δικαιολογία. Δεν ήταν 16 για να νιώθει απλώς έναν ενθουσιασμό μαζί του επειδή ήταν μεγαλύτερος και πιο έμπειρος. Τώρα ήταν 27 ετών και ήξερε γιατί ήταν ερωτευμένη μαζί του. Επειδή ήταν εκνευριστικά όμορφος, έξυπνος, αριστοκρατικός και δυναμικός.

«Για μία ώρα» τους είπε αυστηρά και εκείνοι γέλασαν. Το ίδιο και η Σοφία. Είχε αρχίσει να γίνεται γραφική με τις προθεσμίες που έδινε στον εαυτό της γιατί πάντα τις παράβαινε.
Στις δύο και μισή βρίσκονταν στο εσωτερικό ενός μπαρ που παρά το προχωρημένο της ώρας ήταν κατάμεστο. Η Σοφία ένιωσε να ζαλίζεται από τη δυνατή μουσική και την αποπνικτική ατμόσφαιρα. Ο φωτισμός ήταν πολύ χαμηλός και έπρεπε να ουρλιάζεις για να ακουστείς. Σχεδόν δεν έβλεπε τον διπλανό της και η μυρωδιά αλκοόλ την έκανε να ανακατεύεται.
«Κάτι σε μπουκάλι και σφραγισμένο» είπε στον Πίτερ, ο οποίος κατευθυνόταν στο μπαρ για να παραγγείλει μαζί με την Κατ. Αμφέβαλλε αν το μαγαζί σέρβιρε τα καθαρά ποτά που υποσχέθηκε η φίλη της αν η ατμόσφαιρα ήταν έτσι. Τουλάχιστον η μουσική ήταν καλή. Όχι ακριβώς αυτή που άκουγε, αλλά ήταν έντονη και χορευτική και έπιασε τον εαυτό της να χορεύει πριν καν ξεκινήσουν οι άλλοι. Σε αυτό είχε συμβάλει και το ποτήρι κόκκινο κρασί που είχε πιει ήδη στο πάρτι.

«Ορίστε» της είπε ο Πίτερ και της έδωσε μια μπίρα. Αφού τσούγκρισαν όλοι, συνέχισαν να χορεύουν και να κάνουν πλάκες. Η Λόρα πρόσεξε κάποιον από τη διπλανή παρέα και η Κατ συνεργάστηκε μαζί της ώστε να πέσει «τυχαία» πάνω του και μετά η Σοφία αποφάσισε να πείσει τον Πίτερ να πάει στο μπαρ και να ζητήσει ένα γελοίο τραγούδι από τη δεκαετία του ’80. Γελούσαν σαν μικρά παιδιά, σχεδόν αγκαλιασμένοι, όταν η Σοφία ένιωσε μέσα στο σκοτάδι ένα δυνατό χέρι να την τραβάει σε μια γωνία. Οι φίλοι της έδειξαν να σοκάρονται από την παρέμβαση αλλά μόλις είδαν  ποιος ήταν χαιρέτισαν ευγενικά. Η Σοφία γύρισε προς το μέρος του άντρα και ανασήκωσε το κεφάλι. Ω διάολε. Ο Φίλιπ.
Η καρδιά της σταμάτησε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, αρκετό για να ρουφήξει την αρρενωπή εμφάνισή του, τον τρόπο που την κοιτούσε άγρια και την έσφιγγε πάνω του. Η παρέα της είχε γυρίσει σχεδόν από την άλλη, αγνοώντας το πώς ένιωθε εκείνη δίπλα του. Μα καλά. Κανείς δεν εξεπλάγη που ο μέγας χορηγός τους ήταν εκεί; Πόσο κουλ ήταν πια όλοι;
«Νόμιζα ότι δε βγαίνεις» της είπε εκείνος ψιθυρίζοντας στο αυτί της για να τον ακούσει. Ο τόνος του ήταν στεγνός και σκληρός, λες και τη μαστίγωνε. Η Σοφία δεν ήταν σίγουρη για ποιο πράγμα ακριβώς την κατηγορούσε.
«Νόμιζα ότι είσαι κατά των δεσμεύσεων» ανταπάντησε και εκείνη με τη σειρά της και απόλαυσε το σοκαρισμένο βλέμμα του για μερικά δευτερόλεπτα.
Άφησε το χέρι της και η Σοφία έτριψε τον καρπό της. Σίγουρα θα την είχε μελανιάσει.
«Η προσωπική μου ζωή δε σε αφορά» της είπε και μετά δαγκώθηκε. Είχε πέσει στην παγίδα του.
«Ούτε εσένα η δική μου. Προφανώς» του γύρισε κι εκείνη εύλογα, δείχνοντας αόριστα την παρέα της.
Εκείνος έκανε μια αγενή γκριμάτσα και την τράβηξε ακόμα πιο κοντά του σε ένα σημείο όπου τους χώριζε μια ολόκληρη παρέα από τη δική της. Τώρα πια δεν τους έβλεπε κανείς γνωστός.
«Είναι ευγενικό να σε δουν μαζί μου ενώ είσαι αρραβωνιασμένος άνθρωπος;» τον ρώτησε εκείνη ήρεμα. Εκείνος δε μιλούσε. «Και τι κάνεις τέτοια ώρα έξω; Επιτρέπεται στην ηλικία σου;».
«Δεν ήξερα ότι χορεύεις» είπε εκείνος σαν να μην είχε ακούσει λέξη. «Σε είδα όταν μπήκες, και αναρωτιόμουν αν πρέπει να έρθω να σου μιλήσω. Αλλά σε είδα να λικνίζεσαι και…» έχασε τα λόγια του.
«Και;» τον προκάλεσε. «Ήρθες να μου θυμίσεις ότι πρέπει να κάνω μαθήματα;»
«Ισα ίσα» ανασήκωσε τα φρύδια του. «Είσαι πολύ καλή» της είπε βραχνά και έπαιξε νευρικά με τον λαιμό του μαύρου ζιβάγκο που φορούσε. Ήταν απελπιστικά όμορφος.
«Μπορώ να επιστρέψω στην παρέα μου;» ρώτησε εκείνη ανυπόμονα.
«Χαίρομαι που έχεις πάρει τα πάνω σου» παρατήρησε εκείνος. Προφανώς αναφερόταν στην εμφάνισή της. Είχε πιάσει τα μαλλιά της σε έναν σφικτό κότσο στην κορυφή του κεφαλιού και είχε διαλέξει μια σειρά από χρυσά βραχιόλια. Φορούσε ένα φανταστικό μαύρο κολλητό παντελόνι και ένα μαύρο μπλουζάκι με διαφάνεια στην πλάτη. Οι γόβες της ήταν αυτές που της είχε πάρει εκείνος. Θα τις θυμόταν. Σίγουρα.
«Δεν είχα πέσει και ποτέ» σούφρωσε τα χείλη της. Εκείνος δεν απάντησε. Πάλι έδειχνε μπερδεμένος. «Συγχαρητήρια και από κοντά» του είπε τελικά.
«Ευχαριστώ για την ανθοδέσμη. Διάλεξες και το αγαπημένο μου λουλούδι. Λευκές πεόνιες. Το θυμόσουν;» .
«Φυσικά» απάντησε εκείνη πολύ γρήγορα. Εκείνος χαμογέλασε. Τώρα είχε πέσει εκείνη στην παγίδα του. Θυμόταν ό,τι της είχε πει. Κάθε μικρή λεπτομέρεια. Ο,τι τον αφορούσε.
«Σοφία, εγώ…»
«Σταμάτα, Φίλιπ» του είπε και ακούμπησε την παλάμη της στο στήθος του. Ένιωσε τη θερμότητα του κορμιού του και αναρίγησε. «Έκανες το σωστό» του είπε με πειστικό τόνο. Ηλπιζε.
«Ίσως» πλησίασε τα χείλη του κοντά στο αυτί της και σχεδόν τη φίλησε. «Αλλά δε νιώθω έτσι».
«Θα είστε πολύ ευτυχισμένοι μαζί» είπε εκείνη χαρωπά και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ο λαιμός της είχε φράξει και ήταν έτοιμη να κλάψει. Υπέφερε. Μισούσε αυτό που την έκανε να νιώθει.
«Είμαι σίγουρος» απάντησε εκείνος απότομα.
«Και ταιριάζετε απόλυτα» τον διαβεβαίωσε εκείνη, πιο πολύ για να του θυμίσει πόσο διέφεραν εκείνοι.
«Εκατό τοις εκατό» επανέλαβε ο Φίλιπ.
«Θα ενώσετε φήμη και πλούτη και θα κάνετε μια μικρή αυτοκρατορία» του είπε.
«Εννοείται αυτό» σαρκάστηκε εκείνος.
«Από κάθε άποψη θα είναι ένας χρυσός γάμος» τον διαβεβαίωσε θριαμβευτικά.
«Θέλω να σε φιλήσω» της είπε εκείνος απλά και η Σοφία ένιωσε τη γη να ανοίγει κάτω από τα πόδια της και να βυθίζεται στην άβυσσο. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.
«Για ποια με πέρασες; Δεν είσαι ελεύθερος πια» του είπε σχεδόν θυμωμένη.
«Δεν είπα ότι θα το κάνω. Είπα ότι το θέλω. Σε βλέπω και τρελαίνομαι». Η Σοφία δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να λυπηθεί με αυτό. Μάλλον το δεύτερο.
«Η Κριστίνα είναι τυχερή που σε έχει» τον ειρωνεύτηκε.
«Δεν νομίζω ότι με έχει» ψέλλισε εκείνος.
«Μα είστε αρραβωνιασμένοι. Θα παντρευτείτε» του είπε μπερδεμένη.
«Σοφία, δεν μπορώ να σου εξηγήσω, αλλά κάποια στιγμή ίσως να καταλάβεις» την αποτελείωσε. Η Σοφία τον κοίταξε με το στόμα μισάνοιχτο. «Απλώς θέλω να σε διαβεβαιώσω ότι σε θέλω πολύ. Θέλω να μην το ξεχάσεις ποτέ. Ο,τι κι αν μάθεις».
«Δεν καταλαβαίνω. Τι να μάθω; Φίλιπ, μίλησέ μου» του είπε παρακλητικά αλλά εκείνος αρνήθηκε.
«Σε θέλω. Με ακούς;» φώναξε σχεδόν πάνω από τη μουσική. Η Σοφία τον κοιτούσε να ξεδιπλώνεται μπροστά της. «Πάρα πολύ! Πιο πολύ από όσο πρέπει!».
«Μα γιατί να μην πρέπει;» τον ρώτησε. «Τι μπαίνει ανάμεσά μας;» την έπιασε το παράπονο.
«Ήμουν φίλος με τον αδελφό σου. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό!».
«Ποιο;» ούρλιαξε κι εκείνη. «Ποιος θα σε κατηγορήσει αν με κάνεις ευτυχισμένη;»
«Δεν έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου» της είπε πικρά. Η Σοφία κατάλαβε τι φοβόταν. Προφανώς της έλεγε ότι την ήθελε αλλά δεν μπορούσε να ρισκάρει να την πληγώσει με κάποια απιστία.

«Φίλιπ, άσε με μόνη» του είπε θυμωμένη. «Όταν έχεις κάτι συγκεκριμένο να μου πεις έλα να με βρεις».