Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Κεφάλαιο 9-Μποζολέ Νουβώ

9

«Νιώθω πολύ άβολα με όλη αυτή την επίδειξη ενδιαφέροντος» του είπε ενώ εκείνος τραβούσε την καρέκλα της για να καθίσει. Την είχε πάει σε ένα πολύ καλό εστιατόριο, όπου ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί με αυτά που φορούσε. Πότε θα τέλειωνε αυτό το μαρτύριο; Και καλά εκείνη, εκείνον δεν τον ένοιαζε να τον βλέπουν μαζί της;
«Ελπίζω να σου αρέσει» αγνόησε το σχόλιό της, και της έδειξε το μενού. «Φτιάχνουν μοναδικά σκαλοπίνια και η ατμόσφαιρα είναι χαλαρή». Η Σοφία έκανε μια γκριμάτσα.
«Χαλαρή; Εδώ μέσα όλοι είναι μοντέλα και εκατομμυριούχοι» του είπε κοιτώντας γύρω της τα τραπέζια.
«Μιλάς λες και είσαι άσχημη και φτωχή» της είπε ξερά κοιτώντας το μενού με προσοχή.
«Προέρχομαι από προνομιούχο περιβάλλον, αλλά συντηρούμαι μόνη μου εδώ και χρόνια. Δεν παίρνω δεκάρα από το σπίτι μου» του είπε εκνευρισμένη απαντώντας μόνο στο δεύτερο σκέλος. «Ο πατέρας μου επιμένει να παρατήσω τα πάντα και να ασχοληθώ με την επιχείρησή μας και ο μόνος τρόπος να τον πείσω ότι είμαι αφοσιωμένη στην επιστήμη μου ήταν να στηριχτώ στις δυνάμεις μου και να σταματήσω αυτό το…lifestyle» του είπε δείχνοντας αόριστα τους κρυστάλλινους πολυελαίους και τα πανάκριβα πιάτα, τα ποτήρια και τα μαονένια τραπέζια.
«Αυτό είναι αξιοθαύμαστο» της είπε βαριεστημένα.
«Με σνομπάρεις;» τον προκάλεσε εκνευρισμένη. Εκείνος δεν απάντησε. Έκανε νόημα στον σερβιτόρο και άρχισε να παραγγέλνει και για τους δύο. Η Σοφία εκνευρίστηκε κι άλλο.
«Μισό λεπτό» είπε κοφτά και οι δύο άντρες την κοίταξαν. «Εγώ θέλω κοτόπουλο αλά κρεμ».
«Μα η σπεσιαλιτέ είναι τα σκαλοπίνια» είπε ο Φίλιπ, ανασηκώνοντας τα φρύδια έκπληκτος που τον αμφισβήτησε. Η Σοφία χαμογέλασε.
«Εγώ θέλω κοτόπουλο» επέμεινε. Ο Φίλιπ στράφηκε στον σερβιτόρο και άλλαξε την παραγγελία.
«Θες κάτι άλλο;» τη ρώτησε και εκείνη είπε ότι θέλει άλλη σαλάτα και άλλο κρασί για την ίδια. Ο σερβιτόρος τα σημείωσε όλα και έφυγε.

«Έρχομαι συχνά εδώ. Δε χρειαζόταν να το κάνεις αυτό» της είπε αυστηρά όταν έμειναν μόνοι. Της πρόσφερε ένα υγρό πετσετάκι για τα χέρια της. Εκείνη το πήρε και το άφησε στο πλάι.
«Ποιο; Να διαλέξω ό,τι θέλω και να μην περιμένω να το κάνεις εσύ για μένα; Λυπάμαι που σου το λέω, Φίλιπ, αλλά έχω δική μου άποψη» ειρωνεύτηκε.
«Νόμιζα ότι έτσι κάνουν οι άντρες» της είπε εκείνος ήπια.
«Είμαι σίγουρη πως όχι όλοι» του απάντησε εκείνη με οξύ τόνο.
«Είσαι στην τσίτα» της είπε και κάθισε άνετα στην καρέκλα του. Άπλωσε τα πόδια του και τον ένιωσε κάτω από το τραπέζι. Μάζεψε τα δικά της αμήχανα γιατί η ελάχιστη επαφή τής έβαζε φωτιά.
«Σου είπα ότι νιώθω άβολα» του είπε με ειλικρίνεια.
«Γιατί νιώθεις άβολα;» σήκωσε ελάχιστα τον τόνο της φωνής του. «Γνωριζόμαστε χρόνια και κάποτε ήμασταν φίλοι» της είπε για εκατοστή φορά. Αυτή η λέξη τη σκότωνε κάποτε. Φίλοι. Φίλοι. Φίλοι. Της το έλεγε συνέχεια. Και συνέχιζε.
«Περιμένω να μου πεις τι θέλεις, Φίλιπ» είπε εκείνη ανυπόμονα. «Σου είπα ότι δεν έχω άπλετο χρόνο».
«Θέλω να σου προτείνω κάτι και ξέρω ότι θα αρνηθείς, αλλά θέλω να το σκεφτείς καλά πριν αρχίσεις να οδύρεσαι» της χαμογέλασε και η Σοφία τρόμαξε. Τι μπορεί να ήθελε; Τι ήταν αυτό που θα την έκανε έξαλλη;
«Όχι» του είπε προκαταβολικά και τον είδε να γελάει. Της άρεσε πολύ όταν γελούσε. Της θύμιζε τον ξέγνοιαστο νέο που αγάπησε.
«Ακουσέ με πρώτα» είπε συνεχίζοντας να γελάει και εκείνη χαλάρωσε κάπως. Δεν μπορεί να ήταν κάτι τρομακτικό. Σίγουρα δεν την ήθελε για μία βραδιά, σίγουρα δεν ήθελε κάτι…προσωπικό. Ίσως ήθελε κάποια δουλειά, κάποια εξυπηρέτηση. Το τηλέφωνο της Λόρα ή της Κατ. Κάτι τέτοιο. Ω Θεέ μου, δεν ήθελε να το ζήσει αυτό.
«Όχι» επέμεινε παιδιάστικα και εκείνος σοβαρεύτηκε απότομα. Ο σερβιτόρος διέκοψε τη συζήτηση αφήνοντας μπροστά τους τις σαλάτες τους. Η Σοφία κοίταξε τη δική του. Ήταν πιο ωραία. Είχε δίκιο.
«Μπορούμε να τη μοιραστούμε» της είπε εκείνος και για άλλη μια φορά θαύμασε την οξυδέρκειά του. Και τρόμαξε μαζί. Ήταν τόσο διάφανη; Έγνεψε αρνητικά, αλλά εκείνος σέρβιρε λίγη από τη σαλάτα του στο πιάτο της.
«Από τη μέρα που σε είδα ξανά τυχαία, έχω παρατηρήσει ότι είσαι πολύ κλεισμένη στον εαυτό σου» της είπε όταν άρχισαν να τρώνε. Η Σοφία δεν απάντησε. Δεν είχε κάτι να πει άλλωστε. «Δε με κοιτάς καν» της είπε. «Κοιτάς γύρω μου αλλά όχι εμένα. Το ίδιο και με τον υπόλοιπο κόσμο. Έχεις κατεβασμένο το βλέμμα, κρύβεσαι πίσω από αυτά τα τεράστια γυαλιά»
«Τι έχεις με τα γυαλιά μου πια; Έλεος!» αντέδρασε.
«Φαίνεσαι μοναχική» συνέχισε απτόητος. «Οι συνάδελφοί σου και ο δρ Λόιντ μού έδωσαν να καταλάβω ότι δεν συμμετέχεις σε κοινωνικά γεγονότα, ότι δεν πας σε πάρτι, δε διασκεδάζεις».
«Οι συνάδελφοί μου σπαταλούν πολύ χρόνο σε κουτσομπολιά» του είπε. Είχε θυμώσει πολύ.
«Είδα ενδιαφέρον σε αυτά που έλεγαν. Όχι κριτική» τη διόρθωσε, αλλά δεν την έπεισε.
«Δεν είναι δική τους δουλειά ή δική σου τι κάνω στον ελεύθερο χρόνο μου, εφόσον στη δουλειά μου αποδίδω τα μέγιστα» του είπε, περιμένοντας ότι αυτός, έχοντας καταφέρει τόσα πολλά θα την καταλάβαινε.
«Πόσο καιρό έχεις να βγεις ραντεβού;» την αιφνιδίασε.
«Ε…» έχασε τα λόγια της. Ο Φίλιπ χαμογέλασε.
«Υπάρχει κάποιος άντρας στη ζωή σου;»
«Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά…»
«Έχεις φίλους; Έχεις εραστή;»
«Φίλιπ!» δεν πίστευε ότι συζητούσε κάτι τέτοιο μαζί του. Είχε ξεπεράσει κάθε όριο ευπρέπειας.
«Πας για ψώνια; Έχεις κάτι άλλο εκτός από τζιν και φούτερ;» συνέχισε να τη βομβαρδίζει με ερωτήσεις που την έκαναν να νιώθει σκουπίδι. «Διασκεδάζεις ποτέ; Γελάς; Βγαίνεις;» επέμεινε. Η Σοφία άφησε το πιρούνι της να πέσει στο πιάτο, άθελά της, ανίκανη να ακούσει άλλες ερωτήσεις. Πονούσαν τα αφτιά της από τις προσβολές του.
«Δε θέλω να κάνω σκηνή και να φύγω, αλλά θέλω μέχρι να τελειώσουμε το δείπνο να μη μου ξαναμιλήσεις» του είπε και ήξερε ότι ακουγόταν τρελή.
«Θέλω να σε βοηθήσω να βελτιώσεις λίγο τις κοινωνικές σου δεξιότητες» είπε εκείνος απτόητος. «Θέλω να περάσουμε χρόνο μαζί, να πάμε για ψώνια, να διασκεδάσουμε. Να τονώσω λίγο…το ηθικό σου» της είπε και η Σοφία δεν κρατήθηκε. Ξέσπασε σε ένα τρανταχτό γέλιο, που έκανε τα διπλανά τραπέζια να την κοιτάξουν με ευθυμία. Γελούσε με ένα γέλιο γάργαρο που δεν ήξερε καν ότι είχε μέσα της, με όσο κέφι δεν είχε εδώ και χρόνια. Θα της τόνωνε το ηθικό! Ο άνθρωπος που της είχε πάρει κάθε θέληση να είναι γυναίκα και κοινωνικό ον. Πού να ΄ξερε…
«Είμαι μια χαρά και δε χρειάζομαι extreme makeover. Με προσβάλεις και σταμάτα αμέσως» τον προειδοποίησε αλλά δεν έδειξε να φοβάται. Ισα ίσα.
«Δε μίλησα για κάτι τέτοιο. Απλώς πιστεύω ότι αξίζεις κάτι καλύτερο από ένα κουβάρι μαλλί για πλέξιμο κάθε Σάββατο βράδυ».
«Δεν πλέκω!» διαμαρτυρήθηκε.
«Δεν μπορείς να με πείσεις ότι είσαι ευχαριστημένη με τη ζωή σου. Με το να περνάς απαρατήρητη, με το να μη ζεις!». Η Σοφία ήξερε ότι κάπου μέσα στην παραφροσύνη του είχε κάποιο δίκιο αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Ήταν φοβερά αστείο αυτό που της πρότεινε δεδομένου του ποιος ήταν.
«Είμαι πολύ ευχαριστημένη. Δε ζούμε όλοι για τις υλικές απολαύσεις» επέμεινε.
«Όλα με μέτρο» απάντησε εκείνος, τρώγοντας χαλαρά. «Και διάβασμα, και δουλειά και διασκέδαση».
«Φίλιπ, μην χάνεις το χρόνο σου. Είμαι μια χαρά».
«Δεν υπάρχει κάποιο αγόρι;» τη ρώτησε ξανά. «Είσαι νέα και σίγουρα θα θες κάποιον για να…» τον είδε να χάνει τα λόγια του. Ωραία. Είχε και κάποια όρια.
«Είναι δική μου δουλειά αυτό».
«Δε σου ζητάω κάτι φοβερό. Να πάμε σε μερικά μαγαζιά, σε ένα καλό κομμωτήριο. Να πάμε σε ένα πάρτι, να σε βοηθήσω λίγο να ανοιχτείς. Δεν μπορεί να μου λες ότι είναι όλα καλά. Αυτή η αμηχανία που αποπνέεις δεν κάνει καλό ούτε στη δουλειά σου».
«Δεν ενοχλούνται οι μικροοργανισμοί που είμαι ντροπαλή» τον ειρωνεύτηκε.
«Ναι, αλλά οι χορηγοί; Εύκολα κάποιος μπορεί να σε περάσει για ξινή. Αύριο μεθαύριο θα φύγεις από το πανεπιστήμιο. Ποια εταιρεία θα σε προσλάβει;» της είπε σκληρά. Η Σοφία ανατρίχιασε. Το είχε σκεφτεί αυτό. Είχε σκοπό να τελειώσει την έρευνα στο πανεπιστήμιο και να δουλέψει στον ιδιωτικό τομέα για κάποιο διάστημα. Αλλά ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι θα ήταν δύσκολο να ενταχθεί σε ένα σύνολο ή να περάσει μια συνέντευξη.
«Η εταιρεία που θα διαβάσει το βιογραφικό μου» απάντησε με καμάρι. Εκείνος έγνεψε.
«Συμφωνώ, αλλά κανείς δε θέλει να δουλεύει με ένα ρομπότ».
«Προτιμούν μια σέξι βιολόγο; Θα πρέπει να φοράω ζαρτιέρες κάτω από τη ρόμπα και να φλερτάρω δίπλα από το μηχάνημα του καφέ;»
«Πάντα των άκρων» της είπε και η Σοφία έχασε το χρώμα της. Εννοούσε…; Μήπως ήταν αναφορά σε εκείνο το βράδυ; Μέχρι τώρα έδειχνε να μη θυμάται, μήπως τελικά είχε άδικο;
«Ξέρω τι πρέπει να κάνω. Αν χρειαστεί θα ντυθώ, και αν μου αρέσει κάποιος ξέρω τι να κάνω» του είπε και μετά δαγκώθηκε. Ήθελε να ακουστεί με αυτοπεποίθηση, αλλά μάλλον έσκαψε το λάκκο της.
«Αμφιβάλλω» απάντησε εκείνος κοφτά και η Σοφία κατάλαβε. Ο Φίλιπ θυμόταν. Το βλέμμα του καυτό πάνω της, σχεδόν οξύ, τη διαβεβαίωσε. Θυμόταν τον εξευτελισμό της και αυτός ήταν ο τρόπος του να απαντήσει εφτά χρόνια μετά στην πρόκλησή της. Θα τη βοηθούσε να το κάνει καλά; Για να κερδίσει κάποιον άλλον; Της ήρθε αηδία, φοβήθηκε ότι θα κάνει εμετό. Δεν είχε ξεπεράσει τίποτα τελικά, όλα ήταν νωπά μέσα της.
«Παίζεις βρώμικα» του είπε σχεδόν ψιθυριστά και προσευχήθηκε να μην φαινόταν στο πρόσωπό της η επιθυμία να κλάψει.

«Δεν ξέρω άλλο τρόπο» παραδέχτηκε εκείνος και της χαμογέλασε.

6 σχόλια:

  1. Ωωωωωω!Θα γινει ο πυγμαλιωνας της!Θα βγαλει από μέσα της τη γυναίκα,αλλα μετα αυτό που θα φτιάξει θα το θέλει μονο για τον εαυτό του!!Και θα ζηλεύει,θα ζηλεύει,θα ζηλεύει!!!Από τα πιο καυτά ζευάγρια,ΜΠΡΑΒΟ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ποπο συγγραφεα τι ιστορία!!!!! Συγχαρητηρια συγγραφεα μας εισαι μοναδικηηηηηη!!!!!καλο σου σαββατοκυριακο!!
    Μαριάννα. ★

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. πωπω αυτη καταντραπηκε με αυτα που της ειπε χαχαχαχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλημέρα και καλή αρχή!! αργησα λιγακι αλλα αξιζε...απολαυστικο να διαβάζω ολα τα κεφάλαια μαζι... ωραιοι είναι μου αρέσουν 💟💟💟

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Κι εγώ, μετά από τρεις μήνες χωρίς υπολογιστή, σε ξανάβαλα στη ζωή μου, συγγραφέα της καρδιάς μας!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή