Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

κεφάλαιο 17-κορίτσια, ίσως κόψω λίγο ρυθμούς μεσοβδόμαδα...

«Τρία τζιν, πέντε μπλούζες, δύο φούστες και ένα φόρεμα» είπε η Σοφία κοιτώντας τις τσάντες που έπαιρνε από τα χέρια της ο Φίλιπ. Είχαν αφήσει την Λάνα στο ξενοδοχείο της και τη συνόδευε στην εστία. Επέμενε να την πάει μέχρι την πόρτα της.
«Είναι φίλος μου, Τόμας» είπε στον φύλακα και εκείνος της έκλεισε το μάτι συνωμοτικά. Πού να ήξερε…
Η Σοφία περπατούσε μπροστά ενώ εκείνος κουβαλούσε από πίσω τις αμέτρητες τσάντες χωρίς να δείχνει ενοχλημένος. «Τέσσερα ζευγάρια παπούτσια λες και είμαι σαρανταποδαρούσα, και ένα ζευγάρι φακούς που δεν έχω ιδέα πώς να φορέσω».
«Δεν καταλαβαίνω πού αποσκοπεί όλο αυτό» είπε ο Φίλιπ από πίσω της. «Τα πήραμε τώρα. Πάει».
«Τόσα λεφτά χαμένα για να μερικά υφάσματα» μονολόγησε εκείνη και ο Φίλιπ άνοιξε το βήμα του ώστε να έρθει πλάι της. Έδειχνε εκνευρισμένος.
«Δεν είναι χαμένα τα λεφτά που επενδύουμε για τον εαυτό μας. Μην είσαι μίζερη. Σου άρεσαν και τα αγόρασες» της είπε αυστηρά. Δεν είχε δει τίποτα από αυτά που πήρε αλλά η Λάνα τον είχε διαβεβαιώσει ότι έκαναν καλές επιλογές.

Και αυτό ήταν αλήθεια, παραδέχτηκε από μέσα της η Σοφία. Είχαν διαλέξει πολύ ωραία ρούχα και τελείως προσαρμοσμένα στο γούστο της, όποιο κι αν ήταν αυτό, και στην ηλικία της. Η Λάνα δεν είχε επιχειρήσει να της προτείνει κάτι φανταχτερό ή μη πρακτικό. Μόνο ωραία, νεανικά ρούχα. Το φόρεμα ήταν λιγάκι πιο βραδυνό, αλλά ήταν ένα μαύρο φόρεμα που θα ταίριαζε άνετα να το φορέσει από ένα πάρτι μέχρι σε μια επιστημονική δεξίωση. Οπότε ουσιαστικά τα πράγματα που είχε αγοράσει ήταν τα απολύτως απαραίτητα για μια νέα κοπέλα που είχε καθημερινή δουλειά. Τα παπούτσια ήταν ίσως μια υπερβολή αλλά η Λάνα είχε επιμείνει ότι κάθε γυναίκα που σέβεται τον εαυτό της πρέπει να έχει διψήφιο αριθμό παπουτσιών.

«Και δεν έχουμε τελειώσει ακόμα» είπε εκείνος προειδοποιητικά. «Πρέπει να αγοράσεις πιο επίσημα ρούχα, αξεσουάρ, καλλυντικά και πιτζάμες».
«Αυτό θα πάρει έναν αιώνα. Ως πότε θα είναι εδώ η Λάνα;» είπε η Σοφία ντροπαλά. Δεν ένιωθε καλά που ο Φίλιπ πλήρωνε κάποιον με τη μέρα για να τη βοηθήσει λες και ήταν…ανίκανη.
«Όχι για πολύ. Έχει μια υποχρέωση και πρέπει να γυρίσει. Θα πάτε άλλη μία φορά για ψώνια και μετά συνεχίζουμε μαζί» της είπε και η Σοφία γέλασε πνιχτά. Την κοίταξε με περιέργεια.
«Ελπίζω να μην περιμένεις να ψωνίσω μαζί σου κραγιόν και σωβρακοφανέλες» του είπε με κέφι αλλά εκείνος δε γέλασε.

Άνοιξε την πόρτα του συγκροτήματος όπου βρισκόταν το διαμέρισμά της και περίμενε. Πήγε να πάρει τις τσάντες από τα χέρια του αλλά εκείνος δεν τις έδωσε.
«Θα έρθω πάνω» είπε αποφασιστικά και όταν την είδε να κοκκινίζει έσπευσε να διευκρινίσει. «Είναι βαριές οι τσάντες. Πώς θα ανέβεις;»
«Με το ασανσέρ» του είπε ξερά αλλά εκείνος είχε ήδη περάσει στο χωλ.

Δεν είχε επιλογή. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματός της αφού ανέβηκαν στον τρίτο όροφο και εκείνος πέρασε μέσα. Ακούμπησε τις τσάντες κάτω και κοίταξε τριγύρω. Η Σοφία είχε κατεβασμένο το κεφάλι.
«Και έπιπλα» της είπε ξερά. «Βάλε και έπιπλα στη λίστα».
«Μα…»
«Τι μα;» τη διέκοψε νευρικά. «Εδώ μέσα δεν είναι σπίτι. Είναι κελί καλόγριας» της είπε κοιτώντας τη λιτή επίπλωση και τους μπεζ τοίχους.
«Αφού μόνο έναν ύπνο κάνω εδώ. Περνάω πολύ χρόνο στο εργαστήριο» προσπάθησε να πει κάτι αλλά δεν την άκουγε. Κοιτούσε τριγύρω με απέχθεια.
«Φέρε ένα καθρέπτη τώρα» είπε εκείνος αυστηρά «αν βρεις δηλαδή κανέναν εδώ μέσα» ειρωνεύτηκε.

Η Σοφία ξεφύσησε. Έφαγε τον κόσμο αλλά δεν βρήκε όσο κι αν έψαξε.
«Φίλιπ, κάνουμε αύριο το μάθημα τοποθέτησης φακών; Δεν βρίσκω καθρέπτη χειρός» του είπε τελικά μετά από λίγο. Εκείνος είχε ήδη ανοίξει το ψυγείο και είχε βάλει λίγο νερό. Δεν είχε και τίποτα άλλο άλλωστε.
«Πάμε στο μπάνιο» είπε εκείνος εκνευρισμένος. «Εκτός και αν έχεις ξεφορτωθεί και εκείνον τον καθρέπτη για να μη βλέπεις ποτέ το είδωλό σου. Επειδή είσαι βιολόγος και δεν είσαι γυναίκα και η επιστήμη είναι η φίλη σου και…»
«Ω σταμάτα πια!» τον διέκοψε. «Πάμε στην τουαλέτα! Έχω καθρέπτη! Απλώς είμαι λίγο κουρασμένη και βραδιάτικα ποιος λογικός άνθρωπος κάνει τέτοια ώρα μάθημα;» τον ρώτησε.
«Αν δεν είχαμε τα ψώνια θα ήσουν στο πανεπιστήμιο τώρα και θα δούλευες» την αποστόμωσε. Τον ακολούθησε πειθήνια στην τουαλέτα.

Έπλυναν διαδοχικά τα χέρια τους και έκλεισαν με πώμα τον νεροχύτη για να μη χάσουν τους φακούς. Της εξήγησε πώς να τους καθαρίζει και πώς περίπου να τους βάζει. Η Σοφία έκανε πολλές ερωτήσεις και εκείνος απαντούσε με υπομονή.
«Φοράω φακούς εδώ και 10 χρόνια» της είπε καθησυχαστικά «και ποτέ δεν είχα πρόβλημα, επειδή τους προσέχω. Το ίδιο να κάνεις κι εσύ».
«Αν καταφέρω να τους βάλω» προσπάθησε να ελαφρύνει το κλίμα και εκείνος χαμογέλασε.

«Ακούμπα τον στην άκρη του δείκτη σου και ακούμπα τον μάτι ενώ κοιτάς στο πλάι. Αυτό είναι» της είπε και της έδειξε αλλά η Σοφία δεν τα κατάφερε. Τη βοήθησε ξανά. Ούτε με τη δεύτερη ή την τρίτη τα κατάφερε. Είχε απελπιστεί και ήθελε να κοιμηθεί. Ήθελε να σταματήσει να είναι τόσο κοντά του, να μυρίζει το άρωμά του και να αναρτιέται πώς είναι να…Έβαλε φρένο στις σκέψεις της και διαμαρτυρήθηκε για την ώρα.

«Δε θα τα καταφέρω» του είπε απελπισμένη. «Θα φοράω τα γυαλιά μου» πείσμωσε.
«Θα φοράς τα γυαλιά κάποιες ώρες αλλά και τους φακούς σου» είπε εκείνος πιο τρυφερά και με μια γρήγορη κίνηση βρέθηκε πίσω της. Κόλλησε το κορμί τους πάνω της και η Σοφία ακούμπησε με την πλάτη της στο στέρνο του. «Πάμε μαζί» της είπε αλλά η Σοφία είχε παγώσει. Πήρε το χέρι της και έσκυψε το στόμα του στο αφτί της.
«Ακούμπα τον φακό και πλησίασε το μάτι» της είπε. Η Σοφία με τρεμάμενα χέρια το έκανε. Παρόλο που είχε πάρει φωτιά κάθε μόριο του κορμιού της από την επαφή. Τον ένιωθε πάνω της. Ήταν κολλημένος πάνω της. «Τώρα ακούμπα τον. Μπράβο, μπράβο» της είπε και η ανάσα του γαργάλισε το αφτί της με έναν τρόπο τέτοιο που την έκανε να ανατριχιάσει.
«Εντάξει, εντάξει» είπε εκείνη και προσπάθησε να απελευθερωθεί από το κράτημά του. Προσπαθούσε να συνηθίσει την αίσθηση του φακού στο μάτι, αλλά άλλο ήταν αυτό που την ενοχλούσε τώρα. Αυτό το καυτό κύμα που είχε απλωθεί χαμηλά στην κοιλιά της.
«Έχουμε και τον άλλον» είπε εκείνος και η Σοφία ορκίστηκε ότι η φωνή του ήταν πιο βραχνή. Μα τι στο καλό συνέβαινε;
Εκείνος πήρε το αριστερό της χέρι και την καθοδήγησε ενώ την κοιτούσε στο καθρέπτη προσεκτικά. Η Σοφία χάθηκε στο βλέμμα του και για μερικά κλάσματα δευτερολέπτου ξέχασε τι έκανε. Ακούμπησε τον φακό άτσαλα και ανοιγόκλεισε  τα μάτια μέχρι που μπήκε στη θέση του.
«Μπράβο το κορίτσι μου» της είπε εκείνος αργά, σχεδόν μελωδικά και την άφησε. Η Σοφία απογοητεύτηκε.
«Φίλιπ… ευχαριστώ» του είπε εκείνη ψελλίζοντας σαν μαθητριούλα. Εκείνος έδειχνε χαλαρός. Την κοιτούσε και ήταν τόσο κοντά της που την άγγιζε με τον αγκώνα του.
«Τους βγάζεις σέρνοντάς τους στο πλάι» είπε εκείνος. «Πώς σου φαίνονται;»
«Μια χαρά…» είπε εκείνη.
«Επιτέλους βλέπω τα μάτια σου» της είπε εκείνος και χαμογέλασε.
«Τα ίδια μάτια είχα όταν ήμουν μικρή» γέλασε εκείνη για να σπάσει λίγο αυτή τη φοβερή αμηχανία που ξαφνικά είχε μπει ανάμεσά τους.
«Όταν ήσουν μικρή…σπάνια τα ανέβαζες στο πρόσωπό μου» χαμογέλασε εκείνος. «Ήσουν ντροπαλή» της είπε και η Σοφία θυμήθηκε πόσο φοβόταν ότι θα την καταλάβει.
«Και τώρα είμαι» του είπε αλλά αυτός έγνεψε αρνητικά.
«Όχι όσο νομίζεις» της είπε.
«Φίλιπ, είναι λίγο αργά και…» του είπε αδύναμα. Πραγματικά της ήταν δύσκολο να είναι τόσο κοντά του.
«Καταλαβαίνω» είπε εκείνος και αφού τη βοήθησε να βγάλει τους φακούς και απέσπασε την υπόσχεσή της ότι θα τους φοράει κάθε μέρα από λίγο, την καληνύχτισε στην πόρτα, μουρμουρίζοντας ένα παλιό τραγούδι του Φρανκ Σινάτρα. Η Σοφία τον κοίταξε παραξενεμένη.
«Προς τι τόσο κέφι;» τον ρώτησε μπερδεμένη. Η ώρα ήταν δέκα και αποκλείεται να είχε απολαύσει τη σημερινή βόλτα.

«Δεν ξέρω» είπε εκείνος και ανασήκωσε τους ώμους. «Νιώθω χαρούμενος. Κακό είναι;» τη ρώτησε και αφού τη χαιρέτησε με το γνωστό άγγιγμα στο κεφάλι τον άκουσε να κατεβαίνει κεφάτος τα σκαλιά.

2 σχόλια:

  1. Αχ! Την καημενη ειναι τοσο ερωτευμενη μαζι του που δεν μπορει ουτε να κρυφτει

    ΑπάντησηΔιαγραφή