Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

κεφάλαιο 21-δέχομαι παραγγελιες, σένιο φορεματάκι


Η Σοφια ανατρίχιασε. Αυτό συνέβαινε ακούσια στο σώμα της κάθε φορά που το μυαλό της έπαιρνε αυτή τη ρώτα. Προσπαθούσε να ξεχάσει εκείνη την περίοδο, αλλά ποτέ δεν τα κατάφερνε. Ανακάθισε στην καρέκλα της και κοίταξε την οθόνη του υπολογιστή της. Είχε σφάλει με τα κορίτσια και σκόπευε να απολογηθεί. Αλλά προς το παρόν η δίνη των αναμνήσεων τη ρουφούσε αχόρταγα.

Λίγες βδομάδες πριν τα 17α γενέθλιά της, αποφάσισε ότι θα εκδήλωνε το ενδιαφέρον της στον Φίλιπ. Δεν ήξερε πώς, μόνο ότι ήθελε να το κάνει. Ο λόγος που δεν μπορούσε να κάνει άλλη υπομονή ήταν ότι τα αγόρια είχαν τελειώσει τις προπτυχιακές σπουδές τους και η Σοφία φοβόταν ότι στο μεταπτυχιακό θα χώριζαν οι δρόμοι τους και ίσως δε τον ξανάβλεπε ποτέ. Αυτός ο τρόμος την έκανε να επισπεύσει την απόφασή της να τον προσεγγίσει αν και ήξερε ότι βάδιζε σε ναρκοπέδιο. Ο Φίλιπ ήταν απλά πανέμορφος, ένα δείγμα τελειότητας. Εκείνη ήταν μια άβγαλτη έφηβη, με σπυράκια και γυαλιά.

Η Σάρλοτ προσφέρθηκε να βοηθήσει. Το αετίσιο μάτι της είχε τελικά πιάσει τα κλεφτά βλέμματα που του έριχνε. Την είχε δει μια μέρα να κοιτάει κάτι στο προφίλ του στο ίντερνετ και είχε κάνει το πρώτο βήμα.
«Αφού σου αρέσει, γιατί δεν κάνεις κάτι;» την είχε ρωτήσει χωρίς πολλά πολλά και αυτή η ερώτηση πυροδότησε τα πάντα.

Για τις επόμενες βδομάδες η Σάρλοτ δούλεψε αγόγγυστα με την προγονή της. Μέχρι το πρωινό των γενεθλίων της η Σοφία ήταν μια διαφορετική κοπέλα. Είχε πάει σε αισθητικό και είχε βγάλει τα φρύδια της, είχε κάνει μια θεραπεία για τα σπυράκια, είχε ξανθές ανταύγειες και είχε ισιώσει τα μαλλιά της με μια ημιμόνιμη μέθοδο. Είχε κάνει τα πάντα: είχε αγοράσει ρούχα και καλλυντικά, είχε κάνει μαθήματα μακιγιάζ και μετά από ατελείωτη δουλειά με τον εαυτό της ήταν σχεδόν πεπεισμένη ότι ίσως είχε ελπίδα.

Η Σάρλοτ ήταν πολύ καλή στο να την εμψυχώνει. Η Σοφία ένιωθε ότι είχε βρει επιτέλους ένα στήριγμα. Της έλεγε ότι θα είναι βλάκας αν την απορρίψει και ότι μπορεί να είναι μικρότερη αλλά ο Φίλιπ σίγουρα θα την πρόσεχε αν διάλεγε το σωστό ρούχο και κυρίως, εσώρουχο. Της είχε αγοράσει ένα σούπερ ενισχυμένο σουτιέν για να αναδείξει το μπούστο της και της είχε προτείνει να το φοράει καθημερινά για να νιώσει άνετα με την ιδέα ενός μεγαλύτερου στήθους.

Είχε αντιδράσει με την επιλογή της Σάρλοτ. Αρχικά είχε αρνηθεί να φορέσει το φόρεμα που της είχε διαλέξει, αλλά η μεγαλύτερη γυναίκα ορκιζόταν ότι αυτό το φόρεμα θα είναι το εισιτήριο για την ευτυχία της. Ωστόσο όσο η Σοφία το κοιτούσε τόσο περισσότερο αμφέβαλε για αυτό. Ήταν κοντό, ροζ και πολύ αποκαλυπτικό, κυρίως στο μπούστο. Είχε ένα βαθύ ντεκολτέ που δεν ταίριαζε στην ηλικία της. Η Σάρλοτ τη διαβεβαίωσε ότι μπορούσε να το υποστηρίξει γιατί «κάτι είχε για στήθος τώρα με το σουτιέν» όπως έλεγε συγκαταβατικά.

«Αν τον θέλεις, θα το φορέσεις. Και μετά τα υπόλοιπα θα τα αναλάβει η φύση» της είχε πει η Σάρλοτ με απόλυτη σιγουριά και η Σοφία ένιωσε ξαφνικά πολύ παιδάκι. Πολύ αθώα και χαζή. Ονειρεύτηκε την αγκαλιά του Φίλιπ και ένα τρυφερό φιλί. Τώρα πια καταλάβαινε ότι η Σάρλοτ ήθελε να τη γελοιοποιήσει. Ουσιαστικά την είχε ντύσει σαν πόρνη, θέτοντάς τη σε μεγάλο κίνδυνο αν ο Φίλιπ είχε κακές προθέσεις. Ποτέ δεν κατάλαβε ποιος ήταν ο σκοπός της, αλλά η Σάρλοτ ακόμα και μετά το περιστατικό, ορκιζόταν ότι δεν περίμενε την αντίδρασή του.

Ο κόσμος είχε αρχίσει να έρχεται στο πάρτι. Κυρίως φίλοι του πατέρα της. Ο Αλεξ και ο Φίλιπ είχαν αργήσει και η Σοφία ένιωθε ότι θα σκάσει από αγωνία. Δεν είχε κατέβει ακόμα κάτω γιατί ντρεπόταν με αυτό που φορούσε. Ήθελε να την δει πρώτα εκείνος. Είχε κανονίσει με τη Σάρλοτ να τον στείλει πάνω, τάχαμ ότι τον ήθελε κάτι, και εκείνη θα του έλεγε να μπει στο δωμάτιό της να τη βοηθήσει να φορέσει κάποιο κόσμημα. Και μετά ο Θεός βοηθός.

Η Σοφία ανατρίχιασε ξανά. Ήταν τόσο ηλίθια. Τώρα που ήταν 27 χρονών έβλεπε πόσο λάθος τα είχε υπολογίσει όλα.

Ο Αλεξ και ο Φίλιπ ήρθαν. Η Σοφία κρυφοκοιτούσε από το παράθυρο και τους είδε να φτάνουν με το αμάξι του Αλεξ. Ο Φίλιπ φορούσε μπλε σακάκι και ασορτί παντελόνι. Ήταν μοναδικός. Κρατούσε ένα μικρό τσαντάκι. Μάλλον το δώρο της. Η Σάρλοτ της είπε να περιμένει. Εκείνη φορούσε ένα μπλε σκούρο μίνι φόρεμα και πανύψηλα τακούνια.

Η Σοφία περίμενε. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη δέκα φορές. Τα μαλλιά της ήταν φουντωμένα, τα μάτια της βαμμένα με σκούρα σκιά και μπόλικη μάσκαρα, η πούδρα κάλυπτε τα σπυράκια της, το βερνίκι νυχιών δεν είχε ξεφτίσει. Το φόρεμα ήταν στη θέση του. Δηλαδή περίπου στη θέση του. Δεν κάλυπτε και πολλά μέρη τους σώματός της. Την άφηνε εκτεθειμένη αλλά ήθελε να δει αν θα του άρεσε αυτό που έβλεπε. Αν θα τον προκαλούσε. Αν θα έχανε το χρώμα του από το πόθο.

«Σοφία, είσαι μέσα;» τον άκουσε να λέει δειλά έξω από το δωμάτιό της. «Η Σάρλοτ μού είπε ότι θες βοήθεια;» ρώτησε διερευνητικά, με μια δόση απορίας ίσως, μιας και δεν είχε ξαναμπεί στο δωμάτιο της και ίσως του φάνηκε παράξενο που φώναζε εκείνον και όχι τον αδερφό της.

Όλα για όλα, σκέφτηκε η Σοφία. Όλα για την αγάπη. Θα άνοιγε την πόρτα και θα του έδινε την ευκαιρία να τη θαυμάσει, να δει ότι μεγάλωσε, ότι ήταν πια σωστή γυναίκα. Ήταν παιδί ακόμα, αλλά νόμιζε ότι είχε μεγαλώσει. Κρίνοντας εκ των υστέρων η Σοφία καταλάβαινε ότι αν ο Φίλιπ είχε εκμεταλλευτεί την κατάσταση θα είχε χάσει τελείως την αξιοπρέπειά της.

Η Σοφία άνοιξε την πόρτα ακροβατώντας πάνω στα δεκάποντα τακούνια της και του χαμογέλασε δειλά. Είχε προβάρει δέκα πράγματα να πει, και δέκα διαφορετικά λάγνα χαμόγελα. Αλλά με εκείνον απέναντί της δεν μπορούσε να αντιδράσει ποτέ όπως είχε προσχεδιάσει.

Τον είδε να χάνει το χρώμα του, ναι. Τον είδε να σκοτεινιάζει, να σφίγγεται, να ανατριχιάζει. Η γυναικεία ματαιοδοξία της, αυτή η λίγη που είχε μέσα της, έκανε κωλοτούμπες. Μέχρι που εκείνος μίλησε.
«Πώς είσαι έτσι;» είπε θυμωμένος και την κοίταξε εχθρικά. Ναι, εχθρικά. «Βγάλε αυτό το παλιόπραμα και φόρα κάτι κόσμιο. Εκτός αν θες να σε περάσουν για τσούλα».

Η Σοφία αιφνιδιάστηκε. Πάγωσε ολόκληρη. Και πριν προλάβει ποτέ να του πει πώς ένιωθε, ο Φίλιπ κοπάνησε την πόρτα πίσω του και έγινε καπνός.





Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 20-ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΈΝΟ ΞΕΚΙΝΆΕΙ...τσαφ τσουφ

20

Η Σοφία μεγάλωσε μόνη της ουσιαστικά. Δεν της έλειψαν τα χρήματα αλλά η προσοχή, η φροντίδα και η στοργή που άλλα παιδιά θεωρούν δεδομένη. Η Σάρλοτ μπήκε στη ζωή της σχετικά νωρίς και η Σοφία την είδε σαν σωσίβιο. Την παρατηρούσε να βάφεται, να ντύνεται και να συμπεριφέρεται σαν να είναι το κέντρο του κόσμου και ενώ η ίδια από τη φύση της ποτέ δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την εμφάνισή της, δεν μπορούσε να μην θαυμάσει τον τρόπο με τον οποίο η Σάρλοτ μεταμορφωνόταν και μάγευε τον κόσμο γύρω της.

Ατελείωτες συνεδρίες με αισθητικούς, περιουσίες για ρούχα και κοσμήματα, άπλετος χρόνος για χαλάρωση και διασκέδαση. Η Σάρλοτ είχε ένα μαγικό τρόπο να χρησιμοποιεί τα όπλα της για να κερδίζει κάθε μάχη. Να κουνάει το δάχτυλό της και να γυρίσει την κατάσταση προς όφελός της. Είχε τον πατέρα της Σοφία του χεριού της, φλέρταρε αποκάλυπτα με κάθε άντρα που τραβούσε την προσοχή της και οι γυναίκες τη θαύμαζαν από μακριά. Πάντα από μακριά όμως. Η Σάρλοτ δεν είχε φίλες. Είχε διδάξει τη Σοφία από μικρή να μην κάνει παρέα με γυναίκες γιατί οι γυναίκες, όπως έλεγε, ήταν ζηλιάρες. Η Σοφία την πίστευε. Ο,τι της έλεγε η Σάρλοτ ήταν ευαγγέλιο για εκείνη. Διάβαζε και περνούσε χρόνο με τα βιβλία της αλλά ήταν πια κι εκείνη πεπεισμένη ότι οι συνομήλικές της είχαν σκοπό να την εκμεταλλευτούν λόγω της οικονομικής της κατάστασης, και έτσι μέχρι να μπει στο πανεπιστήμιο, δεν είχε διαμορφώσει κάποια ουσιαστική σχέση.

Εκτός φυσικά από τον Φίλιπ. Ο Άλεξ και ο Φίλιπ έρχονταν συχνά σπίτι, αν και σίγουρα θα έρχονταν πιο συχνά, έκρινε τώρα πια η Σοφία, αν δεν ήταν εκεί η Σάρλοτ. Στην αρχή έδειχνε ανοιχτά τη δυσφορία της για τις συχνές επισκέψεις του Αλεξ, λέγοντας ότι την αναστάτωνε η «πολυκοσμία στο σπίτι». Σε μια από τις σπάνιες φορές που ο πατέρας της πάτησε πόδι, της είχε πει ότι η θέση του παιδιού του ήταν στο σπίτι του όταν και όσο ήθελε. Η Σάρλοτ είχε κάνει πίσω και είχε πει εμπιστευτικά στη Σοφία ότι μπορούσε να κάνει υπομονή εφόσον ο Αλεξ ερχόταν μόνο για διακοπές σπίτι, αρκεί να μη χρειαζόταν να μείνει για πάνω από 10-15 μέρες. Η Σοφία φυσικά δεν συμφωνούσε με αυτό, γιατί της έλειπε ο αδερφός της και ήθελε να βλέπει τον Φίλιπ, αλλά δεν ήθελε να φέρει αντίρρηση στη Σάρλοτ. Την είχε πολύ ψηλά στην υπόληψή της παρόλο που καταλάβαινε κάπου βαθιά μέσα της ότι η γυναίκα αυτή είχε σάπιο χαρακτήρα. Απλώς ήταν πολύ μικρή για να καταλάβει μερικά πράγματα. Ήταν και εκείνη ένα από τα πολλά άτομα που είχαν πέσει θύμα της γοητείας της.

Η Σάρλοτ πρέπει να μισούσε το γεγονός ότι ο Αλεξ και ο Φίλιπ, νέα και όμορφα αγόρια και οι δύο, δεν έδειχναν να γοητεύονται από τα θέλγητρά της. Ήταν τόσο ανασφαλής, που δε δίσταζε να κυκλοφορεί μπροστά στους εικοσάχρονους νέους με μικροσκοπικά μπικίνι δίπλα στην πισίνα και να φοράει ό,τι πιο αποκαλυπτικό είχε η γκαρνταρόμπα της όσο καιρό έμεναν εκεί. Ούτε ο Αλεξ, ούτε ο Φίλιπ όμως έδειχναν να την προσέχουν και αυτό την έκανε έξαλλη, αν έκρινε από το μήκος της φούστας της που όλο και κόνταινε κάθε φορά που έρχονταν. «Αυτός ο Φίλιπ είναι σίγουρα γκέι» έλεγε γελώντας η Σάρλοτ συχνά πυκνά στη Σοφία αγνοώντας το πώς ένιωθε η τότε έφηβη κοπέλα. «Ο άντρας που δεν κοιτάει το μπούστο μου» έλεγε και γελούσε χαιρέκακα «απλά δεν είναι άντρας» συμπλήρωνε με σιγουριά και η Σοφία θαύμαζε την αυτοπεποίθησή της. Η ίδια, κάπου 16 χρονών τότε, φορούσε μόνο φαρδιά τζιν και μονόχρωμα μακώ, και δεν είχε συνειδητοποιήσει καλά καλά ότι μεγάλωνε και μαζί με εκείνη αναπτυσσόταν και το σώμα της. Κανείς δεν την είχε βοηθήσει να αγοράσει εσώρουχα, να φτιάξει τα μαλλιά της ή ό,τι άλλο κάνει ένα έφηβο κορίτσι. Είχε μόνο μία φίλη στο οικοτροφείο, αλλά και εκείνη ήταν κάπως έτσι. Λίγο ατημέλητη, λίγο πιο…εναλλακτική.

Η αγάπη της για τον Φίλιπ μεγάλωνε σταθερά. Μετρούσε τις μέρες ανάποδα για να τον δει. Για να περάσουν λίγες ώρες μαζί, για να μιλήσουν, να περπατήσουν μαζί στον απέραντο κήπο του σπιτιού τους. Λάτρευε να τον ακούει να μιλάει με την απίστευτα σέξι βρετανική προφορά του, να της λέει για την πατρίδα του, να της αναλύει τα όνειρά του. Και παρόλο που ήξερε ότι ήταν αδύνατο να γυρίσει ποτέ να την κοιτάξει, σε κάποια γενέθλια του Αλεξ, της καρφώθηκε η ιδέα ότι μπορεί να τον κερδίσει. Και αν όχι να τον κερδίσει, τουλάχιστον να τον κάνει να καταλάβει ότι δεν ήταν πια κοριτσάκι, αλλά μια μικρή γυναίκα. Ήθελε να του αποδείξει ότι αν, αν της έδινε λίγη σημασία, θα μπορούσαν, ίσως αργότερα, όταν κι αυτή ενηλικιωνόταν, να είναι μαζί.


Ήταν μια ηλίθια ιδέα αλλά είχε σφηνώσει στο μυαλό της και δεν έλεγε να συνέλθει από αυτή τη φαντασίωση. Φανταζόταν τον Φίλιπ να την κοιτάει με θαυμασμό, να την ερωτεύεται, να τη σκέφτεται όπως εκείνη σκεφτόταν εκείνον. Ήταν μικρή. Τώρα πια που είχαν περάσει τα χρόνια το καταλάβαινε. Αλλά στα 16 και στα 17 όλα τα συναισθήματα τα νιώθεις μεγεθυμένα. Είσαι σίγουρη ότι αυτό που ζεις είναι ο μεγάλος, ο μοναδικός έρωτας. Είσαι σίγουρη ότι ξέρεις ακριβώς τι θες, ότι αξίζει να προσπαθήσεις. Και εκείνη δεν είχε ποτέ άλλο στόχο πριν από τον Φίλιπ. Και στόχος της έγινε εκείνος…

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

κεφάλαιο 19-τρενάκι ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ. Επιβιβαστείτε

19

«Όχι, δεν το κάναμε» είπε η Σοφία ψευτοαυστηρά στην Κατ δύο μέρες μετά. Τις είχε αποφύγει την προηγούμενη μέρα αλλά σήμερα ήξερε ότι δε θα στεκόταν ξανά τυχερή. Είχαν μπουκάρει παρέα με τη Λούσι στο εργαστήριό της και την έπιασαν στην άσκοπη συζήτηση για το ραντεβού με τον Πίτερ. Την ενημέρωσαν αμέσως ότι ούτε εκείνος είχε κάνει δηλώσεις, αλλά αυτές ήταν αποφασισμένες να μάθουν τι έγινε από εκείνη. «Για ένα φαγητό πήγαμε» διευκρίνισε. Τα κορίτσια είχαν μπει αμέσως στο ψητό και τη ρώτησαν για την εξέλιξη της βραδιάς.
«Τι κρίμα…» σούφρωσε τα χείλη της η Κατ. «Είναι τόσο καλό παιδί…»
«Αυτό δε σημαίνει ότι έπρεπε να κάνουμε σεξ στο πρώτο ραντεβού» της είπε η Σοφία και γέλασαν και οι τρεις ζωηρά. «Γιατί δεν γυρνάτε στη δουλειά σας;» τις μάλωσε μετά από λίγο. Είχαν μια παρουσίαση σε δύο βδομάδες και εκτός από την έρευνά τους έπρεπε να δουλέψουν και αυτό. Η Σοφία είχε τελειώσει το δικό της κομμάτι, αλλά οι υπόλοιποι στην ομάδα δεν είχαν ξεκινήσει καν. Μισούσε να αφήνει πράγματα για την τελευταία στιγμή.
«Πάμε να φάμε κάτι στην καφετέρια» πρότεινε η Λούσι αλλά η Σοφία ένιωθε αμήχανα με τόση προσοχή ξαφνικά. «Φαίνεσαι πολύ κουρασμένη». Η αλήθεια ήταν ότι δούλευε πάνω από έξι ώρες χωρίς διάλειμμα.
«Θα φάω ένα σάντουιτς αργότερα» είπε αόριστα και ίσιωσε τα γυαλιά της. Πραγματικά ήθελε να μείνει μόνη και να δουλέψει. Είχε μείνει πίσω με τόσο χρόνο που έχασε με τον Φίλιπ.

Το μυαλό της φρέναρε αμέσως στη σκέψη του. Είχε αρκετές μέρες να του μιλήσει και παρόλο που ένιωθε ανακούφιση που δεν είχε την καθημερινή πίεσή του να αλλάξει κάθε μόριο της ύπαρξής της, αναρωτιόταν πού να ήταν και γιατί δεν επικοινωνούσε μαζί της. Χαμογέλασε στην ιδέα ότι οι παλιές συνήθειες κόβονται δύσκολα αλλά την ανησύχησε το γεγονός ότι την ενδιάφερε ακόμα ένας άντρας τόσο άπιαστος όσο ο Φϊλιπ Χάρινγκτον. Άλλωστε είχε βγει ένα ραντεβού με τον Πίτερ. Και παρόλο που δεν είχε εκδηλωθεί, η σχέση έδειχνε να έχει μέλλον.
«Τον Πίτερ σκέφτεσαι;» την πείραξε η Λούσι παρατηρώντας το μειδίαμα.
«Τι στο καλό έχετε πάθει εσείς;» είπε η Σοφία αντιδρώντας άμεσα. «Μη με πιέζετε τόσο! Αφού ξέρετε ότι θέλω το χρόνο μου. Είναι πολλές όλες αυτές οι αλλαγές, πνίγομαι…» τους είπε λίγο πιο σοβαρά και είδε τα πρόσωπά τους να συννεφιάζουν. Μάλλον είχε μιλήσει με περισσότερο πάθος από όσο νόμιζε ότι είχε μέσα της. Σκόπευε να τις αποθαρρύνει αλλά τελικά έβγαλε από μέσα της συναισθήματα που έκρυβε και από τον ίδιο της τον εαυτό. Πνιγόταν; Είχε την ψευδαίσθηση ότι οι μικρές αλλαγές πάνω της ήταν εκούσιες και ευχάριστες. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ασφυκτιούσε.

«Συγγνώμη, δεν ξέραμε ότι ενοχλούμε τόσο» είπε η Κατ με κατακόκκινα μάγουλα και αφού πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα αμηχανίας, τα κορίτσια αποχώρησαν από το εργαστήριό της και την άφησαν επιτέλους μόνη.

Τι επιτέλους δηλαδή… Πάντα μόνη ήταν. Από μικρή ένιωθε μόνη. Η απουσία μητέρας την έκανε να νιώθει ευάλωτη και η Σάρλοτ δεν κατάφερε ποτέ να έρθει κοντά της. Η Σοφία προσπάθησε να την κάνει να την αγαπήσει και την αποζητούσε, αλλά η Σάρλοτ έδειχνε να ξεχνάει τα γενέθλιά της, να αγνοεί τις ανάγκες της και τις επιθυμίες της. Ήταν μια γυναίκα που το μητρικό της φίλτρο κρυβόταν κάτω από τόνους γυναικείας ματαιοδοξίας. Μιας ματαιοδοξίας που την έκανε να νιώθει απειλή από κάθε γυναίκα. Ίσως αυτός ήταν ο λόγος που εκείνο το βράδυ την είχε συμβουλεύσει για κάτι τόσο έξω από τον χαρακτήρα της. Εκείνο το βράδυ που την έβαλε να φορέσει εκείνο το φόρεμα.

Οι αναμνήσεις την πλημμύρισαν ξανά. Την μετέφεραν σε εκείνο το καλοκαίρι στο σπίτι της στην Δυτική Ακτή… Εκείνο το βράδυ που αποφάσισε ότι η θηλυκότητα ήταν μιαρή και η αγάπη μονόδρομος στην καταστροφή.



Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

κεφάλαιο 18-ραντεβουδάκι

Η Σοφία είχε πολύ άγχος για αυτό το ραντεβού. Είχε τόσο καιρό να βγει με άντρα που πίστευε ότι θα είχε μεσολαβήσει κάποια αλλαγή στο...πρωτόκολλο. Η Μιράντα είχε μπει στο εργαστήριό της σαν σίφουνας το πρωί, φυσικά χωρίς να χτυπήσει. Εδώ και δέκα μέρες, από εκείνο το βράδυ που τους συνάντησε στο μπαρ, είχαν όλοι έρθει πιο κοντά της. Φυσικά δεν έπιαναν το μήνυμα ότι εκείνη ποτέ δεν έκανε έφοδο στο δικό τους εργαστήριο και συνέχιζαν όλοι να παρελαύνουν στο δικό της και να της λένε με κάθε διαφορετικό τρόπο «πόσο χαρούμενοι είναι που βγήκε από το καβούκι της» και άλλα τέτοια…ρομαντικά ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε αλλάξει τίποτα. Απλώς μιλούσε λίγο πιο πολύ.

Όλο το τμήμα ήξερε ότι θα έβγαιναν το βράδυ. Όλο το τμήμα είχε περάσει να τη δει με τους φακούς της λες και ήταν έκθεμα. Και τα σχόλια για τα καινούργια ρούχα της ήταν πολύ κολακευτικά. Η Σοφία είχε φορέσει τρία από τα καινούργια τζιν ήδη και μερικές μπλούζες παρόλο που είχε μέρες να μιλήσει με τον Φίλιπ και δεν θα έλεγχε τι φοράει. Είχε βγει μια φορά με τη Λάνα και είχαν πάει να αγοράσουν μερικά ρούχα ακόμα, όπως ένα καλό μαύρο παλτό και ένα πιο σπορ μπουφάν. Ο Φίλιπ ήταν άφαντος. Η Σοφία δεν τον έψαξε και δε ρώτησε τη Λάνα τι νέα έχει. Το μόνο που της είπε η κοπέλα ήταν ότι ο Φίλιπ δουλεύει πολύ.

«Λέω να πάμε για θαλασσινά» πρότεινε ο Πίτερ και της άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου ευγενικά. Η Σοφία χαμογέλασε αμήχανα. Ηλπιζε η έξοδος να είχε πιο…φιλικό χαρακτήρα αλλά η ιπποτική στάση του δεν της άφηνε περιθώριο.
«Καλή ιδέα» του είπε ευγενικά και βολεύτηκε στη θέση του συνοδηγού. Δέθηκε με τη ζώνη της και βάλθηκε να κοιτάει έξω από το παράθυρο.

Η Κατ την είχε συμβουλεύσει να μην τον αφήσει να τη φιλήσει από το πρώτο ραντεβού και η Λόρα τής είχε πει να μην είναι μονολεκτική στις απαντήσεις της. Μάταια προσπαθούσε να τις πείσει ότι ήταν μια απλή έξοδος και όχι ραντεβού. Αλλά τα κορίτσια δεν πείθονταν. Της είπαν ότι ο Πίτερ είναι ενθουσιασμένος. Τις πίστεψε. Η φιλική έξοδος ήταν όντως κανονικό ραντεβού.

Είχε διαλέξει για απόψε ένα τζιν και μια από τις καινούργιες μπλούζες. Για κάποιο λόγο, δεν ήθελε να βάλει το καινούργιο φόρεμα. Δε φόρεσε φακούς. Έβαλε τα γυαλιά της, για να νιώθει πιο άνετα. Δεν είχε ιδέα τι θα συζητούσε μαζί του. Δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει κάποια πιο… σοβαρή πρότασή του.

Δε μίλησαν πολύ μέχρι το εστιατόριο. Μπήκαν μέσα και κάθισαν κοντά στο παράθυρο. Έπιασαν την κουβέντα για το πανεπιστήμιο αφού παρήγγειλαν.
«Δεν περίμενα ποτέ ότι θα φτάσει η ώρα να μου στέλνει ο Δρ Λόιντ μέιλ και να μου λέει να διαλέξω τι εξοπλισμό έχω ανάγκη» της χαμογέλασε.
«Η αλήθεια είναι ότι έχουμε ό,τι ζητήσουμε πια» του είπε. «Και η νέα πτέρυγα θα είναι έτοιμη σε τρεις μήνες. Από τώρα κάνω όνειρα για ένα εργαστήριο λίγο πιο ευρύχωρο».
«Καλά να’ ναι αυτός ο Χάρινγκτον» είπε ο Φίλιπ. «Αλήθεια, εσύ από πού τον ξέρεις;» τη ρώτησε χωρίς κάποιο υπονοούμενο.
«Παλιοί οικογενειακοί φίλοι» του είπε εκείνη. «Ήταν τυχαίο ότι βρεθήκαμε» έσπευσε να διευκρινίσει.
«Πάντως του χρωστάμε πολλά» επέμεινε ο Πίτερ και τη σέρβιρε λίγο κρασί. Απόψε φορούσε ένα μαύρο πουλόβερ και τζιν και ήταν πολύ γοητευτικός. Ο Πίτερ ήταν η καλύτερη επιλογή για εκείνη. Εμφανίσιμος και πολύ καλλιεργημένος. Χαρισματικός ακαδημαϊκός, μα πάνω από όλα, απλός και συζητήσιμος άνθρωπος. Μαζί του ένιωθες την επιθυμία να μοιραστείς τα πάντα. Ίσως έπρεπε να του δώσει μια ευκαιρία. Το έβλεπε πόσο πολύ ταίριαζαν. Θα ήταν τέλειος συνδυασμός. Δε θα χρειαζόταν ποτέ να του απολογηθεί επειδή δουλεύει πολύ, δε θα την έκανε ποτέ να νιώσει ότι δεν είναι αρκετά κομψή επειδή δε φοράει τακούνια, δε θα την πίεζε να αλλάξει. Όχι όπως…

Όχι ότι είχε ελπίδες με τον Φίλιπ και ετίθετο θέμα σύγκρισης. Ο Πίτερ την ήθελε. Ο Φίλιπ όχι. Και η αλήθεια ήταν ότι και αυτής της άρεσε ο Πίτερ. Σε ένα συνειδητό επίπεδο. Απλώς όχι αρκετά ώστε να πει ότι είναι ερωτευμένη. Αλλά έτσι δεν ήταν το φυσιολογικό; Στην ενήλικη ζωή σπάνια συναντάς τον έρωτα με την πρώτη ματιά. Συνήθως παίρνει χρόνο να καταλάβεις τα συναισθήματά σου. Μπορεί απλώς να χρειαζόταν λίγο χρόνο μαζί του.

«Χαίρομαι πολύ που βγήκαμε απόψε» είπε εκείνος δειλά, και η Σοφία θαύμασε την αμεσότητά του. Του χαμογέλασε χωρίς να απαντήσει, αλλά τσίμπησε μια πιρουνιά ριζότο από το πιάτο του για να του δείξει ότι ένιωθε  οικεία μαζί του.

Συζήτησαν σαν καλοί φίλοι αλλά ο Πίτερ όλο το βράδυ δεν πήρε τα μάτια του από πάνω της. Της είπε δύο φορές ότι του φαίνεται αλλαγμένη τον τελευταίο καιρό και ότι δείχνει πιο ανάλαφρη. Η Σοφία υπέθεσε ότι αυτός ήταν ο τρόπος του να της πει ότι ομόρφυνε.
«Θα συνεχίσουμε με ένα ποτό;» της είπε δύο ώρες μετά και αφού είχε πληρώσει και είχαν μπει στο αμάξι.
«Είμαι λίγο κουρασμένη» προφασίστηκε εκείνη. Είχε περάσει ωραία και η βραδιά κύλησε πολύ φυσικά, αλλά ήθελε να ξαπλώσει.
«Καταλαβαίνω» είπε εκείνος χωρίς δεύτερη κουβέντα και μετά από είκοσι λεπτά πάρκαρε έξω από την πανεπιστημιούπολη. Έμενε κι εκείνος κάπου δέκα λεπτά με τα πόδια από την εστία της. Περπάτησαν μαζί μέχρι ένα κεντρικό πάρκο και αποχαιρετήθηκαν με ένα απλό φιλί στο μάγουλο.
«Να το επαναλάβουμε» της είπε εκείνος.
«Γιατί όχι;» απάντησε εκείνη αλλά ανεβαίνοντας στο σπίτι της, είχε ένα παράξενο συναίσθημα λες και είχε κάνει κάτι άσχημο.




Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

κεφάλαιο 17-κορίτσια, ίσως κόψω λίγο ρυθμούς μεσοβδόμαδα...

«Τρία τζιν, πέντε μπλούζες, δύο φούστες και ένα φόρεμα» είπε η Σοφία κοιτώντας τις τσάντες που έπαιρνε από τα χέρια της ο Φίλιπ. Είχαν αφήσει την Λάνα στο ξενοδοχείο της και τη συνόδευε στην εστία. Επέμενε να την πάει μέχρι την πόρτα της.
«Είναι φίλος μου, Τόμας» είπε στον φύλακα και εκείνος της έκλεισε το μάτι συνωμοτικά. Πού να ήξερε…
Η Σοφία περπατούσε μπροστά ενώ εκείνος κουβαλούσε από πίσω τις αμέτρητες τσάντες χωρίς να δείχνει ενοχλημένος. «Τέσσερα ζευγάρια παπούτσια λες και είμαι σαρανταποδαρούσα, και ένα ζευγάρι φακούς που δεν έχω ιδέα πώς να φορέσω».
«Δεν καταλαβαίνω πού αποσκοπεί όλο αυτό» είπε ο Φίλιπ από πίσω της. «Τα πήραμε τώρα. Πάει».
«Τόσα λεφτά χαμένα για να μερικά υφάσματα» μονολόγησε εκείνη και ο Φίλιπ άνοιξε το βήμα του ώστε να έρθει πλάι της. Έδειχνε εκνευρισμένος.
«Δεν είναι χαμένα τα λεφτά που επενδύουμε για τον εαυτό μας. Μην είσαι μίζερη. Σου άρεσαν και τα αγόρασες» της είπε αυστηρά. Δεν είχε δει τίποτα από αυτά που πήρε αλλά η Λάνα τον είχε διαβεβαιώσει ότι έκαναν καλές επιλογές.

Και αυτό ήταν αλήθεια, παραδέχτηκε από μέσα της η Σοφία. Είχαν διαλέξει πολύ ωραία ρούχα και τελείως προσαρμοσμένα στο γούστο της, όποιο κι αν ήταν αυτό, και στην ηλικία της. Η Λάνα δεν είχε επιχειρήσει να της προτείνει κάτι φανταχτερό ή μη πρακτικό. Μόνο ωραία, νεανικά ρούχα. Το φόρεμα ήταν λιγάκι πιο βραδυνό, αλλά ήταν ένα μαύρο φόρεμα που θα ταίριαζε άνετα να το φορέσει από ένα πάρτι μέχρι σε μια επιστημονική δεξίωση. Οπότε ουσιαστικά τα πράγματα που είχε αγοράσει ήταν τα απολύτως απαραίτητα για μια νέα κοπέλα που είχε καθημερινή δουλειά. Τα παπούτσια ήταν ίσως μια υπερβολή αλλά η Λάνα είχε επιμείνει ότι κάθε γυναίκα που σέβεται τον εαυτό της πρέπει να έχει διψήφιο αριθμό παπουτσιών.

«Και δεν έχουμε τελειώσει ακόμα» είπε εκείνος προειδοποιητικά. «Πρέπει να αγοράσεις πιο επίσημα ρούχα, αξεσουάρ, καλλυντικά και πιτζάμες».
«Αυτό θα πάρει έναν αιώνα. Ως πότε θα είναι εδώ η Λάνα;» είπε η Σοφία ντροπαλά. Δεν ένιωθε καλά που ο Φίλιπ πλήρωνε κάποιον με τη μέρα για να τη βοηθήσει λες και ήταν…ανίκανη.
«Όχι για πολύ. Έχει μια υποχρέωση και πρέπει να γυρίσει. Θα πάτε άλλη μία φορά για ψώνια και μετά συνεχίζουμε μαζί» της είπε και η Σοφία γέλασε πνιχτά. Την κοίταξε με περιέργεια.
«Ελπίζω να μην περιμένεις να ψωνίσω μαζί σου κραγιόν και σωβρακοφανέλες» του είπε με κέφι αλλά εκείνος δε γέλασε.

Άνοιξε την πόρτα του συγκροτήματος όπου βρισκόταν το διαμέρισμά της και περίμενε. Πήγε να πάρει τις τσάντες από τα χέρια του αλλά εκείνος δεν τις έδωσε.
«Θα έρθω πάνω» είπε αποφασιστικά και όταν την είδε να κοκκινίζει έσπευσε να διευκρινίσει. «Είναι βαριές οι τσάντες. Πώς θα ανέβεις;»
«Με το ασανσέρ» του είπε ξερά αλλά εκείνος είχε ήδη περάσει στο χωλ.

Δεν είχε επιλογή. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματός της αφού ανέβηκαν στον τρίτο όροφο και εκείνος πέρασε μέσα. Ακούμπησε τις τσάντες κάτω και κοίταξε τριγύρω. Η Σοφία είχε κατεβασμένο το κεφάλι.
«Και έπιπλα» της είπε ξερά. «Βάλε και έπιπλα στη λίστα».
«Μα…»
«Τι μα;» τη διέκοψε νευρικά. «Εδώ μέσα δεν είναι σπίτι. Είναι κελί καλόγριας» της είπε κοιτώντας τη λιτή επίπλωση και τους μπεζ τοίχους.
«Αφού μόνο έναν ύπνο κάνω εδώ. Περνάω πολύ χρόνο στο εργαστήριο» προσπάθησε να πει κάτι αλλά δεν την άκουγε. Κοιτούσε τριγύρω με απέχθεια.
«Φέρε ένα καθρέπτη τώρα» είπε εκείνος αυστηρά «αν βρεις δηλαδή κανέναν εδώ μέσα» ειρωνεύτηκε.

Η Σοφία ξεφύσησε. Έφαγε τον κόσμο αλλά δεν βρήκε όσο κι αν έψαξε.
«Φίλιπ, κάνουμε αύριο το μάθημα τοποθέτησης φακών; Δεν βρίσκω καθρέπτη χειρός» του είπε τελικά μετά από λίγο. Εκείνος είχε ήδη ανοίξει το ψυγείο και είχε βάλει λίγο νερό. Δεν είχε και τίποτα άλλο άλλωστε.
«Πάμε στο μπάνιο» είπε εκείνος εκνευρισμένος. «Εκτός και αν έχεις ξεφορτωθεί και εκείνον τον καθρέπτη για να μη βλέπεις ποτέ το είδωλό σου. Επειδή είσαι βιολόγος και δεν είσαι γυναίκα και η επιστήμη είναι η φίλη σου και…»
«Ω σταμάτα πια!» τον διέκοψε. «Πάμε στην τουαλέτα! Έχω καθρέπτη! Απλώς είμαι λίγο κουρασμένη και βραδιάτικα ποιος λογικός άνθρωπος κάνει τέτοια ώρα μάθημα;» τον ρώτησε.
«Αν δεν είχαμε τα ψώνια θα ήσουν στο πανεπιστήμιο τώρα και θα δούλευες» την αποστόμωσε. Τον ακολούθησε πειθήνια στην τουαλέτα.

Έπλυναν διαδοχικά τα χέρια τους και έκλεισαν με πώμα τον νεροχύτη για να μη χάσουν τους φακούς. Της εξήγησε πώς να τους καθαρίζει και πώς περίπου να τους βάζει. Η Σοφία έκανε πολλές ερωτήσεις και εκείνος απαντούσε με υπομονή.
«Φοράω φακούς εδώ και 10 χρόνια» της είπε καθησυχαστικά «και ποτέ δεν είχα πρόβλημα, επειδή τους προσέχω. Το ίδιο να κάνεις κι εσύ».
«Αν καταφέρω να τους βάλω» προσπάθησε να ελαφρύνει το κλίμα και εκείνος χαμογέλασε.

«Ακούμπα τον στην άκρη του δείκτη σου και ακούμπα τον μάτι ενώ κοιτάς στο πλάι. Αυτό είναι» της είπε και της έδειξε αλλά η Σοφία δεν τα κατάφερε. Τη βοήθησε ξανά. Ούτε με τη δεύτερη ή την τρίτη τα κατάφερε. Είχε απελπιστεί και ήθελε να κοιμηθεί. Ήθελε να σταματήσει να είναι τόσο κοντά του, να μυρίζει το άρωμά του και να αναρτιέται πώς είναι να…Έβαλε φρένο στις σκέψεις της και διαμαρτυρήθηκε για την ώρα.

«Δε θα τα καταφέρω» του είπε απελπισμένη. «Θα φοράω τα γυαλιά μου» πείσμωσε.
«Θα φοράς τα γυαλιά κάποιες ώρες αλλά και τους φακούς σου» είπε εκείνος πιο τρυφερά και με μια γρήγορη κίνηση βρέθηκε πίσω της. Κόλλησε το κορμί τους πάνω της και η Σοφία ακούμπησε με την πλάτη της στο στέρνο του. «Πάμε μαζί» της είπε αλλά η Σοφία είχε παγώσει. Πήρε το χέρι της και έσκυψε το στόμα του στο αφτί της.
«Ακούμπα τον φακό και πλησίασε το μάτι» της είπε. Η Σοφία με τρεμάμενα χέρια το έκανε. Παρόλο που είχε πάρει φωτιά κάθε μόριο του κορμιού της από την επαφή. Τον ένιωθε πάνω της. Ήταν κολλημένος πάνω της. «Τώρα ακούμπα τον. Μπράβο, μπράβο» της είπε και η ανάσα του γαργάλισε το αφτί της με έναν τρόπο τέτοιο που την έκανε να ανατριχιάσει.
«Εντάξει, εντάξει» είπε εκείνη και προσπάθησε να απελευθερωθεί από το κράτημά του. Προσπαθούσε να συνηθίσει την αίσθηση του φακού στο μάτι, αλλά άλλο ήταν αυτό που την ενοχλούσε τώρα. Αυτό το καυτό κύμα που είχε απλωθεί χαμηλά στην κοιλιά της.
«Έχουμε και τον άλλον» είπε εκείνος και η Σοφία ορκίστηκε ότι η φωνή του ήταν πιο βραχνή. Μα τι στο καλό συνέβαινε;
Εκείνος πήρε το αριστερό της χέρι και την καθοδήγησε ενώ την κοιτούσε στο καθρέπτη προσεκτικά. Η Σοφία χάθηκε στο βλέμμα του και για μερικά κλάσματα δευτερολέπτου ξέχασε τι έκανε. Ακούμπησε τον φακό άτσαλα και ανοιγόκλεισε  τα μάτια μέχρι που μπήκε στη θέση του.
«Μπράβο το κορίτσι μου» της είπε εκείνος αργά, σχεδόν μελωδικά και την άφησε. Η Σοφία απογοητεύτηκε.
«Φίλιπ… ευχαριστώ» του είπε εκείνη ψελλίζοντας σαν μαθητριούλα. Εκείνος έδειχνε χαλαρός. Την κοιτούσε και ήταν τόσο κοντά της που την άγγιζε με τον αγκώνα του.
«Τους βγάζεις σέρνοντάς τους στο πλάι» είπε εκείνος. «Πώς σου φαίνονται;»
«Μια χαρά…» είπε εκείνη.
«Επιτέλους βλέπω τα μάτια σου» της είπε εκείνος και χαμογέλασε.
«Τα ίδια μάτια είχα όταν ήμουν μικρή» γέλασε εκείνη για να σπάσει λίγο αυτή τη φοβερή αμηχανία που ξαφνικά είχε μπει ανάμεσά τους.
«Όταν ήσουν μικρή…σπάνια τα ανέβαζες στο πρόσωπό μου» χαμογέλασε εκείνος. «Ήσουν ντροπαλή» της είπε και η Σοφία θυμήθηκε πόσο φοβόταν ότι θα την καταλάβει.
«Και τώρα είμαι» του είπε αλλά αυτός έγνεψε αρνητικά.
«Όχι όσο νομίζεις» της είπε.
«Φίλιπ, είναι λίγο αργά και…» του είπε αδύναμα. Πραγματικά της ήταν δύσκολο να είναι τόσο κοντά του.
«Καταλαβαίνω» είπε εκείνος και αφού τη βοήθησε να βγάλει τους φακούς και απέσπασε την υπόσχεσή της ότι θα τους φοράει κάθε μέρα από λίγο, την καληνύχτισε στην πόρτα, μουρμουρίζοντας ένα παλιό τραγούδι του Φρανκ Σινάτρα. Η Σοφία τον κοίταξε παραξενεμένη.
«Προς τι τόσο κέφι;» τον ρώτησε μπερδεμένη. Η ώρα ήταν δέκα και αποκλείεται να είχε απολαύσει τη σημερινή βόλτα.

«Δεν ξέρω» είπε εκείνος και ανασήκωσε τους ώμους. «Νιώθω χαρούμενος. Κακό είναι;» τη ρώτησε και αφού τη χαιρέτησε με το γνωστό άγγιγμα στο κεφάλι τον άκουσε να κατεβαίνει κεφάτος τα σκαλιά.

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Κεφάλαιο 16-Attica

Ο Φίλιπ χαμογέλασε με την αντίδρασή της όταν γνώρισε τη Λάνα. Η μικρή σνομπ, σκέφτηκε με κέφι, σίγουρα θα περίμενε κάποια ξανθιά καλλονή με ατελείωτα πόδια. Θα είχε βγάλει το αυθαίρετο συμπέρασμα ότι κοιμάται μαζί του και η μόνη της ασχολία είναι να βάφει τα νύχια της και να τρώει τα λεφτά του. Την είδε να χαμογελάει δειλά και να κοκκινίζει, μάλλον από ντροπή για τις σκέψεις της.
Η Λάνα δεν ήταν τίποτα από αυτά που περίμενε. Ήταν γύρω στα τριάντα και ήταν κοντούλα και με έξτρα κιλάκια στην περιφέρεια, αλλά τόσο φυσικά κεφάτη και κομψή που την ερωτευόσουν χωρίς δεύτερη σκέψη. Αν φυσικά ήσουν ικανός να νιώσεις τέτοια συναισθήματα, σκέφτηκε και έβγαλε το κινητό του από την τσέπη του. Κοίταξε την οθόνη νευρικά. Δεν είχε καμία κλήση. Περίμενε νέα από μια συγχώνευση αλλά δεν πήγαινε καλά το πράγμα. Θα έπρεπε να κάνει πίσω πριν κάνουν αυτοί. Μισούσε να έχουν οι άλλοι το πάνω χέρι και γι’ αυτό έφευγε πάντα πρώτος.

«Ο Φίλιπ φαίνεται να σε εμπιστεύεται πολύ» την άκουσε να λέει στη φίλη του και την κοίταξε. Φορούσε γυαλιά ηλίου και έκρυβε το βλέμμα του. Ρούφηξε το στητό κορμί της και θαύμασε τον τρόπο που τέντωνε τη σπονδυλική στήλη της όταν ήθελε να περάσει το δικό της. Ήταν πολύ όμορφη, αν και τόσο ατημέλητη. Και ήταν πολύ πιο όμορφη από πολλές γυναίκες με υπέρκομψα ρούχα και τέλειο μακιγιάζ. Αλλά τον εκνεύριζε που έκανε σαμποτάζ στον εαυτό της λες και είχε κάτι να κρύψει.
«Γνωριζόμαστε χρόνια» απάντησε η φίλη του ζεστά και τον κοίταξε. Την αγαπούσε πολύ τη Λάνα και περνούσε χρόνο μαζί της με μεγάλη ευχαρίστηση. Ποτέ δεν περνούσε μήνας χωρίς νέα της, παρόλο που η Λάνα έμενε στη Νέα Υόρκη και αυτός ταξίδευε συνέχεια. «Κάποτε δούλευα ως γραμματέας του αλλά μετά αποφάσισα να γυρίσω στο πανεπιστήμιο και να σπουδάσω σχέδιο μόδας και τον άφησα» είπε τρυφερά. «Τώρα είμαι στιλίστρια και δουλεύω σε ένα περιοδικό στη Νέα Υόρκη αλλά όχι σε σταθερή βάση» είπε και ο Φίλιπ είδε τη Σοφία να συνοφρυώνεται. «Μην ανησυχείς» γέλασε η Λάνα κατανοώντας το μπέρδεμα. «Ο Φίλιπ πλήρωσε τα εισιτήριά μου για να έρθω και το ξενοδοχείο φυσικά! Είναι και ευκαιρία να τον δω».

Η Σοφία έγνεψε και κοίταξε το πολυκατάστημα μπροστά της λες και κοιτούσε τέρας.
«Λάνα, εγώ, ξέρεις…» ψέλλισε η μικρή κακούργα αλλά η φίλη του τη διέκοψε με ένα ζεστό γελάκι.
«Ξέρω, Σοφία. Μου μίλησε ο Φίλιπ» την καθησύχασε. «Δε θα πάμε να ψωνίσουμε κάτι κραυγαλέο. Μερικά πιο μοντέρνα τζιν, ωραίες μπλούζες και κανένα φόρεμα. Δε θέλουμε να σε κάνουμε φαμ φατάλ. Μόνο μια πιο όμορφη εκδοχή σου. Πιο ελκυστική, πιο θελκτική» εξήγησε η Λάνα και ο Φίλιπ κοίταξε ξανά. Μια χαρά θελκτική του φαινόταν ήδη. Αυτή η αθωότητα που είχε ήταν παράξενα σέξι. Ευτυχώς που εκείνος την έβλεπε σαν αδερφή του.
«Εγώ, Λάνα, είμαι βιολόγος ξέρεις» είπε η Σοφία και ο Φίλιπ γέλασε.
«Άντε πάλι! Κάνε μας μια μικρή ανασκόπηση της έρευνάς σου! Πού κολλάει αυτό; Θα πεις πάλι ότι δεν χρειάζεται να ντύνεσαι καλά στο εργαστήριο και ότι είσαι επιστήμονας και όχι γυναίκα και θα μας εξαγγείλεις το φεμινιστικό μανιφέστο;» εκνευρίστηκε εκείνος και την κοίταξε άγρια, βγάζοντας τα γυαλιά του.
«Τέλειωσες;» τον ρώτησε εκείνη βάζοντας τα χέρια στη μέση. Η Λάνα τους κοιτούσε εμβρόντητη. Μάλλον περίμενε ότι είναι πιο αγαπημένοι για να κάνει τόσο κόπο για εκείνη. Ο Φίλιπ δεν απάντησε. «Η Λάνα έχει μερική ετεροχρωμία ίριδας και ήθελα να τη ρωτήσω αν είναι κληρονομικό ή αποτέλεσμα τραυματισμού. Συγγνώμη αν σε αναστάτωσα» του είπε ξινά και η Λάνα ξεκαρδίστηκε. Η Σοφία την έπιασε από το μπράτσο και κατευθύνθηκαν προς το πολυκατάστημα.
«Θα περιμένεις ή θα έρθεις;» του είπε η Λάνα πίσω από τον ώμο της αλλά εκείνος κοιτούσε κάτι άλλο. Τον τρόπο που ο πισινός της Σοφία κλυδωνιζόταν απαλά με κάθε της βήμα. Τι στο καλό; Πώς δεν είχε προσέξει ποτέ πόσο καλοσχηματισμένους γοφούς είχε, πόσο ψηλά πόδια και μικροσκοπική μέση; Ο,τι πρέπει για…

ΣΤΟΠ! Έπρεπε να βάλει φρένο στις σκέψεις του. Η Σοφία ήταν μόλις 27 ετών, άπειρη. Δεν ήταν για εκείνον.
«Θα έρθω» είπε προσποιούμενος τον ήρεμο ενώ από μέσα του έβραζε και το σώμα του είχε αρχίζει να αντιδράει στις σκέψεις του.
«Οπτικά, τζιν, παπούτσια» είπε η Λάνα και η Σοφία συμφώνησε. Ε βέβαια. Μόνο σε αυτόν αντιστεκόταν σε κάθε πρόταση. Τώρα είχε γίνει φίλη με τη Λάνα και τον άφηναν πίσω.
«Και μετά βιβλία και σιντί. Πληρώνει ο Φίλιπ» γέλασε η μικρή μέγαιρα κρατώντας με ύφος την χρυσή πιστωτική που της είχε δώσει πριν από λίγα λεπτά.
«Ο,τι θες» της είπε και το εννοούσε παρόλο που εκείνη το έλεγε επίτηδες για να τον πικάρει. Ξαφνικά του άρεσε η ιδέα να την κακομάθει. Μεγαλώνοντας μαζί της την έβλεπε πάντα σαν μια μικρή πριγκίπισσα και παρόλο που κι εκείνος δεν ήταν ακριβώς φτωχός ένιωθε πάντα κατώτερός της. Κατώτερος όλων. Τώρα τα είχε καταφέρει. Μπορούσε να εξαγοράσει την εταιρεία του πατέρα της και όλη τους την περιουσία. Μπορούσε να χρηματοδοτεί την έρευνά της αλλά πάνω απ’ όλα μπορούσε να της αγοράσει με την κάρτα του ό,τι λαχταρούσε και ακόμα παραπάνω. Του άρεσε αυτό. Η ιδέα ότι θα φοράει ρούχα που της είχε αγοράσει.
«Έχεις υπέροχα μάτια» άκουσε τη Λάνα να της λέει με ειλικρίνεια. Έγνεψε κι εκείνος αλλά ευτυχώς δεν τον είδαν. Δε χρειαζόταν. «Αν βάλεις φακούς δε θα δουλεύει κανένας στο εργαστήριο» γέλασε η φίλη του καλόκαρδα.
«Σε ευχαριστώ» είπε ντροπαλά η Σοφία. «Μου το λένε συχνά» παραδέχτηκε. «Έχω σκεφτεί κι εγώ να βάλω φακούς» την άκουσε να λέει και εξεπλάγη «αλλά επειδή περνάω πάνω από 10 ώρες μπροστά από τον υπολογιστή ή κοιτώντας στο μικροσκόπιο έχω ακούσει ότι δεν κάνει να τους φοράς τόσες ώρες και ότι θα έχω ξηροφθαλμία».
«Θα πάρουμε τους κατάλληλους για τα μάτια σου και μπορείς να τους φοράς μόνο όταν βγαίνεις» είπε δημοκρατικά η Λάνα.
«Δηλαδή ποτέ» είπε η Σοφία και γέλασαν.

Προχωρούσαν μπροστά αγνοώντας τον και ήθελε να τις σταματήσει και να τους θυμίσει ότι είναι και αυτός εκεί. Αλλά είχε και τον εγωισμό του.
«Ο Φίλιπ μού είπε ότι έχετε να πάτε και σε ένα γκαλά» είπε η Λάνα ενώ ανέβαιναν με τις κυλιόμενες στον πάνω όροφο. Το πολυκατάστημα ήταν χαώδες αλλά η Λάνα έδειχνε να προσανατολίζεται τέλεια.
«Ωχ» βαριαστέναξε η Σοφία «έχουμε και αυτό».

Ο Φίλιπ ξερόβηξε και τον κοίταξαν. «Είμαι κι εγώ εδώ αν θυμάστε» τους είπε. Εκείνες γύρισαν μπροστά και συνέχισαν να μιλάνε.
«Θα είναι απίστευτα βαρετά, σίγουρα, αλλά θα βρούμε ένα τέλειο φόρεμα!» είπε η Λάνα λες και αυτό θα έλυνε όλα τα προβλήματα.
«Έχω και ένα…ραντεβού σε μία βδομάδα» είπε η Σοφία λίγο σιγανά αλλά εκείνος την άκουσε. Το χέρι του έσφιξε το κινητό του στην τσέπη του. Ραντεβού; Με ποιον;
«Θέλω κάτι νεανικό αλλά και όμορφο» είπε και η Λάνα απάντησε ότι έχει μια τέλεια ιδέα. Τις είδε να ξεμακραίνουν γελώντας και αποφάσισε να τις περιμένει σε ένα καφέ.


Την επόμενη φορά θα πήγαιναν μόνοι τους για ψώνια.

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

κεφάλαιο 15-πού υπογράφω;

«Να διαπραγματευτούμε» του είπε με αυτοπεποίθηση μερικές μέρες μετά. Είχε αγνοήσει τις κλήσεις του και τα μηνύματά του που της υπενθύμιζαν ότι είχε συμφωνήσει να συνεργαστεί αλλά δε στάθηκε τυχερή για πολύ. Την περίμενε έξω από το εργαστήριο μέσα σε ένα αμάξι διαφορετικό από αυτό που οδηγούσε την τελευταία φορά. Την αιφνιδίασε. Είχε πεταχτεί σαν πάνθηρας από το τζιπ με τα φιμέ τζάμια και ουσιαστικά την έβαλε μέσα με το ζόρι. «Έχω μερικούς όρους» του είπε. Το είχε σκεφτεί καλά. Δε θα παραδιδόταν αμαχητί. Μα πού πήγαιναν; Αναρωτήθηκε προσπαθώντας να ηρεμήσει τον παλμό της.
«Δε διαπραγματεύομαι ποτέ. Είναι θέμα νοοτροπίας" της είπε εκείνος φανερά εκνευρισμένος. «Με αγνοείς εδώ και μέρες και σε ψάχνω σαν να σε έχω ανάγκη! Θα συνεργαστείς θες δε θες! Εσύ με έχεις ανάγκη» της είπε δεικτικά.
«Δεν έχω κανέναν ανάγκη» του είπε εκείνη ήρεμα, αλλά ο Φίλιπ έτρεμε από τα νεύρα. Δεν τον είχε ξαναδεί έτσι. Η ένταση που έκανε το κορμί του σχεδόν να πάλλεται πλάι της ανέβασε το σφυγμό της στα ύψη. Κάτι μέσα της αναδεύτηκε. Κάτι που είχε χρόνια να νιώσει. Αυτή η έξαλλη έκδοση του Φίλιπ, ήταν τρελό, αλλά της άρεσε πολύ.
«Δε σου προτείνω να πατήσεις σε κάρβουνα! Να βοηθήσω θέλω. Η επιμονή σου να αντισταθείς με κάνει να σκέφτομαι διάφορα…» είπε εκείνος και η Σοφία δαγκώθηκε. Την είχε καταλάβει; Ήθελε να βγει από το αμάξι αλλά πώς; Ήταν παγιδευμένη. Ο Φίλιπ οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα σε κάποιον κεντρικό δρόμο χωρίς φανάρια. Η ντροπή που ένιωθε την έκανε να βουλιάξει στο κάθισμά της.
«Δε θέλω πολλά πολλά, δεν έχω χρόνο» του είπε και από μέσα της έβρισε τον εαυτό της. Δεν έβγαζαν νόημα αυτά που έλεγε. Η ευγλωττία της την είχε εγκαταλείψει.
«Σιγά το χρόνο που θα πάρει να πάμε σε πέντε έξι μαγαζιά» ειρωνεύτηκε εκείνος.
«Δύο πολυκαταστήματα, μία κομμώτρια, μία αισθητικός και ένα σπα. Τέλος» του είπε και έδεσε τα χέρια της στο στήθος. Ήταν αποφασισμένη να βάλει τα όριά της.
«Δεν σε ρώτησα» την κεραυνοβόλησε με ένα σύντομο αλλά οξύ βλέμμα. «Θα σεβαστώ ότι έχεις σημαντική δουλειά να κάνεις, αλλά θα κάνουμε αυτό που πρέπει. Και μέσα σε αυτά που πρέπει είναι και να μάθεις να αφιερώνεις χρόνο στον εαυτό σου και να μην δουλεύεις όλη τη μέρα σαν σκλάβα».
«Να συντάξεις συμβόλαια» του πέταξε και γύρισε προς το παράθυρο. Δεν του μίλησε άλλο μέχρι που εκείνος επιβράδυνε και μπήκε σε ένα υπόγειο πάρκινγκ.
«Θα φάμε σπίτι μου απόψε» της είπε ξερά. «Είναι αργά για να πάμε κάπου» συνέχισε και κοίταξε το ρολόι του. Είχε πάει εννιά και τέταρτο αν έβλεπε καλά η Σοφία.
«Μπορούσαμε να πάμε για πίτσα» του είπε εκείνη αδιάφορα αλλά την αγνόησε.

Πήρε μερικές ανάσες βαθιές για να ηρεμήσει όταν έμειναν μόνοι στο ασανσέρ και εκείνος πάτησε το κουμπί που οδηγούσε στον τελευταίο όροφο. Ήταν τόσο έντονη η γοητεία του, τόση η έλξη που ένιωθε για εκείνον, που έπρεπε να σκεφτεί κάτι άσχετο για να μην κοκκινίσει. Το άρωμά του, η ζεστασιά του κορμιού του... ήταν τέλειος.


Άνοιξε με μια κάρτα και την οδήγησε σε ένα τεράστιο διαμέρισμα με θέα όλη τη Βοστόνη. Η Σοφία έμεινε για λίγο ακίνητη, να κοιτάει τριγύρω της τα ολόλευκα έπιπλα και τον διακριτικό φωτισμό. Με ένα κουμπί, άναψε η φωτιά στο τζάκι.
«Βολέψου» της είπε απότομα ενώ εκείνος κατευθυνόταν σε κάποιο δωμάτιο λύνοντας τη γραβάτα του. Επέστρεψε μετά από μερικά λεπτά φορώντας μια φόρμα και ένα φανελάκι, πιο όμορφος από ποτέ. Τον χάζεψε λιγάκι και μετά έστρεψε το βλέμμα της στην πολυτέλεια του χώρου, στα περσικά χαλιά και την τεράστια τηλεόραση σε έναν τοίχο απέναντι από τον καναπέ προσπαθώντας να εστιάσει αλλού. Αυτό το σπίτι ήταν ο παράδεισος.
«Ωραίο σπίτι» του είπε τελικά αλλά ακούστηκε πιο μπλαζέ από όσο σκόπευε. Το σπίτι ήταν τέλειο. Όχι απλά ωραίο.
«Το νοικιάζω» είπε εκείνος ήρεμα. «Αυτή την περίοδο φτιάχνω το δικό μου στη Νέα Υόρκη και ελπίζω κάποια στιγμή να έχω και εκεί μια βάση».
«Στο Λονδίνο;» τον ρώτησε εκείνη ενώ έπαιρνε από τα χέρια του ένα χαμηλό κρυστάλλινο ποτήρι με ένα σκούρο χρυσό υγρό. Δεν ρώτησε καν τι είναι. Δοκίμασε λιγάκι και το άφησε στο πλάι. Μπράντι.
«Έχω κι εκεί κάτι, λίγο πιο παραδοσιακό» της είπε και κάθισε δίπλα της. Όχι πολύ κοντά αλλά όχι και πολύ μακριά. Όχι όσο μακριά θα την έκανε να νιώθει ασφαλής.
«Χαίρομαι που πέτυχες» του είπε προσπαθώντας να αλαφρύνει λίγο την ατμόσφαιρα. Ο Φίλιπ δεν απάντησε. Μόνο χαμογέλασε. «Ο Αλεξ έλεγε πάντα ότι έχεις σπουδαίο μυαλό».
«Το έλεγε επειδή τον βοηθούσα στα μαθήματα» γέλασε εκείνος και για λίγη ώρα συζήτησαν για τα παιδικά της και νεανικά του χρόνια, αποφεύγοντας κάθε αναφορά στη Σάρλοτ και τον πατέρα της ή για εκείνο το βράδυ που πέρασε τα όρια. Η Σοφία δεν ήξερε αν εκείνος θυμόταν τι της είχε πει και ήταν σίγουρη ότι δεν είχε ιδέα πόσο την επηρέασε.

«Αύριο θα συναντηθούμε με μια καλή φίλη που θα συντονίσει την προσπάθεια» της είπε μετά από λίγο, ενώ σέρβιρε στο πιάτο της μια σαλάτα με ζυμαρικά και τόνο που είχε αφήσει κάποιος στο ψυγείο. Η Σοφία έγνεψε. «Της έχω μεγάλη εμπιστοσύνη στο θέμα του στιλ» συμπλήρωσε και η Σοφία αναρωτήθηκε αν ήταν ερωμένη του. Τι την ένοιαζε όμως;
«Δε θέλω ριζοσπαστικές αλλαγές και χρονοβόρες διαδικασίες» του είπε αποφασισμένη ξανά να περάσει το δικό της.
«Θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί. Αν συνεργαστείς θα τελειώσουμε σε ένα μήνα» της είπε εκείνος. «Πρώτη στάση θα είναι ένα κατάστημα οπτικών».
«Άντε πάλι» διαμαρτυρήθηκε η Σοφία αδύναμα ενώ απολάμβανε το φαγητό της. Ήταν υπέροχο. Από τη στιγμή που είχε ξαναμπεί στη ζωή της έτρωγε πολύ καλύτερα.
«Δε θέλω να σε αλλάξω» της είπε εκείνος ξαφνικά και η Σοφία αναγκάστηκε να τον κοιτάξει. Κάτι ο τόνος στη φωνή του, κάτι το σώμα του που ξαφνικά έγειρε προς το μέρος της, ένιωσε ότι κάτι της έλεγε. Ο,τι και να ήταν όμως, ήταν πολύ φευγαλέο. «Θέλω να αναδείξω τον καλύτερο εαυτό σου» συμπλήρωσε και συνέχισε να τρώει.
Η Σοφία σκέφτηκε ότι είχε προσπαθήσει και η Σάρλοτ να τη βοηθήσει και είχε αποτύχει. Μάλλον δεν ήταν καλή μαθήτρια.
«Με κάνεις να νιώθω πολύ άσχημη» είπε με πάσα ειλικρίνεια «και δεν ψαρεύω κομπλιμέντα. Μου έχεις τσακίσει την ψυχολογία» εξομολογήθηκε.
«Στο πρόγραμμα δεν συμπεριλαμβάνεται επίσκεψη σε πλαστικό» της είπε εκείνος. Η Σοφία γέλασε.
«Τι όμορφα λόγια που λες» του είπε.
«Δεν ξέρω να λέω όμορφα λόγια» τη διόρθωσε. «Λέω μόνο την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι χρειάζεσαι βοήθεια».
«Ξέρεις κάτι;» του είπε εκνευρισμένη. «Του Πίτερ τού αρέσω έτσι όπως είμαι».

Ο Φίλιπ την κοίταξε και άφησε κάτω το πιρούνι του. «Είμαι σίγουρος ότι αρέσεις και σε άλλους. Δεν είσαι άσχημη. Σου το είπα ξανά αυτό. Είναι ότι εκπέμπεις μια αρνητική αύρα, σαν να μας λες να μη σε πλησιάσουμε».
«Εσύ δεν αποθαρρύνθηκες δυστυχώς» του είπε με θράσος. Ο Φίλιπ γέλασε.
«Πέμπτη στις έξι θα περάσω να σε πάρω από το πανεπιστήμιο με την Λάνα. Θα πάμε να αγοράσουμε φακούς και βλέπουμε» της είπε εκείνος ενώ μάζευε τα πιάτα και τα έβαζε στο πλυντήριο. Η Σοφία δεν περίμενε ότι ήξερε να κάνει δουλειές.
«Εντάξει» του είπε ήρεμα και τον βοήθησε να μαζέψει. Κάθισαν στον καναπέ και συζήτησαν άλλο λίγο.

Όταν άρχισε να νυστάζει τη συνόδευσε μέχρι την πύλη της πανεπιστημιούπολης με το αυτοκίνητό του και την καληνύχτισε με ένα απαλό άγγιγμα στο κεφάλι. Όπως θα έκανε και σε ένα παιδάκι.


Διάολε, σκέφτηκε η Σοφία. Θα συνεργαζόταν με το ηλίθιο σχέδιό του. Και στο τέλος, είχε περιέργεια να δει αν θα συνέχιζε να τη βλέπει σαν τη μικρή αδερφή του. 

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

κεφάλαιο 14-english breakfast

«Αν είναι να μου βγάζεις την ψυχή δεν αξίζει τον κόπο!» της είπε ο Φίλιπ το Σάββατο πρωί. Είχαν δώσει ραντεβού σε ένα μικρό καφέ απέναντι από το κτίριο όπου νοίκιαζε για τα γραφεία της εταιρείας του εκείνος. Η Σοφία φυσικά δεν είχε καμία όρεξη για αυτή τη συνάντηση και ο Φίλιπ το κατάλαβε αμέσως, όταν τεντώθηκε και χασμουρήθηκε επιδεικτικά μπροστά του την ώρα που της ανέλυε το «σχέδιο δράσης» του όπως το αποκάλεσε. Λες και είχε να κάνει με μια ατομική βόμβα που ήταν έτοιμη να εκραγεί και έπρεπε να την εξουδετερώσει.
«Φυσικά και δεν αξίζει τον κόπο, και να σου θυμίσω» του είπε και χαμογέλασε μελιστάλαχτα «είμαι εδώ παρά τη θέλησή μου». Στη συνέχεια παρήγγειλε ένα καλαθάκι με ψωμάκια και βούτυρο και μέλι και μαύρο καφέ. Περιέργως πώς είχε όρεξη.
«Όπως έλεγα πριν αρχίσεις να αντιδράς» της είπε, αναφερόμενος στην απότομη απάντησή της στην πρότασή του να πάνε σε ένα γκαλά της εταιρείας του «χρειάζομαι μια συνοδό και πιστεύω ότι είσαι η καλύτερη επιλογή» της είπε. Η Σοφία δεν κατάφερε να αποτρέψει τα μάγουλά της από το να κοκκινίσουν. Το ήξερε ότι κάτι άλλο είχε στο μυαλό του, αλλά δεν έπαυε να την κολακεύει κάπως αυτό που άκουγε.
«Δε θέλω να εκτεθώ στα ΜΜΕ, Φίλιπ. Τι δεν καταλαβαίνεις;» του επιτέθηκε ξανά. «Είμαι μια επιστήμων, χαμηλών τόνων και μοναχική. Δε θέλω να αρχίσουν οι παπαράτσι να με ακολουθούν και να με ρωτάνε πού πάει η σχέση μας και άλλες τέτοιες βλακείες. Δε θέλω να τραβήξω πάνω μου τα φώτα της δημοσιότητας. Ίσως πληγεί η έρευνα και το πανεπιστήμιο και…».
«Σιγά μην ανοίξει κι άλλο η τρύπα του όζοντος» την ειρωνεύτηκε καταφανώς. Η Σοφία δεν το περίμενε και τον κοίταξε. Μόνο φευγαλέα. Δεν άντεχε περισσότερο. Σήμερα ήταν σαν να είχε προσπαθήσει να γίνει ακαταμάχητος. Φορούσε ένα φθαρμένο χαμηλοκάβαλο τζιν και ένα κεραμιδί φούτερ με φερμουάρ. Παρόλο που ήταν πολύ σπορ, έδειχνε πολύ περιποιημένος και πάντα πανέμορφος. Τα μαλλιά του χτενισμένα τέλεια, τα δόντια του λαμπερά, τα μάτια του ζεστά σαν τον καφέ που άχνιζε στο φλιτζάνι της. Ήταν ένα αρσενικό 100% και έβλεπε τριγύρω της το πεινασμένο βλέμμα των γυναικών. «Δεν ήξερα ότι δεν μπορείς να βγεις μια βόλτα!» συνέχισε κοιτώντας τη με απορία, προκαλώντας τη να απαντήσει.
«Άλλο να βγω μια βόλτα, άλλο να βγω με έναν περιζήτητο εργένη! Εσύ κοσμείς τα περιοδικά κάθε βδομάδα! Θες να με παρασύρεις κι εμένα στο βούρκο της ματαιότητα;».
«Θεέ μου, πώς μιλάς έτσι; Είσαι σε κάποια αίρεση;» την κοίταξε και γέλασε. Η Σοφία αναρωτήθηκε αν γελούσε καλοπροαίρετα ή εις βάρος της.
«Εσύ δε φοβάσαι μήπως μαθευτεί; Θα χαλάσω το…προφίλ σου!» του είπε με πάσα ειλικρίνεια.
«Αυτό που είπες τώρα» της είπε και την κοίταξε σταθερά στα μάτια με απόλυτα σοβαρό ύφος «ο τρόπος που σκέφτεσαι για τον εαυτό σου» επέμεινε, «είναι ο λόγος που θέλω να σε βοηθήσω. Δεν είναι δυνατόν να λες ότι θα μου χαλάσεις το προφίλ. Πρέπει να νιώθεις όμορφη ώστε να μπορείς να σταθείς στο πλάι κάθε άντρα. Να ξέρεις και να πιστεύεις ότι θα φτιάξεις το προφίλ μου. Όχι το αντίθετο». Η Σοφία τον κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλάει. Λίγο τα λόγια του, λίγο το βλέμμα του, είχε υπνωτιστεί.
«Και οι δικοί μου; Δεν έχεις πρόβλημα να το μάθει ο πατέρας μου; Ο αδερφός μου; Δε θα ξέρουν ότι είμαστε φίλοι και ότι με βοηθάς. Θα βγάλουν λάθος συμπεράσματα» του είπε και τον είδε να συνοφρυώνεται. Δεν το είχε σκεφτεί αυτό ή τον εξέπληττε που το ανέφερε;
«Δεν έχω επαφές με τους δικούς σου αλλά αν χρειαστεί, μπορώ να τους εξηγήσω ότι είμαστε φίλοι» της είπε. «Αν φυσικά φτάσουν στα χέρια τους τα περιοδικά».
«Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω ότι δε μιλάς με τον Αλεξ» του είπε αλλάζοντας απότομα θέμα. «Ήσασταν τόσο καλοί φίλοι…».
«Δεν είναι ότι δε μιλάμε» τη διόρθωσε. «Απλώς έχουμε καιρό να επικοινωνήσουμε. Είναι αυτονόητο ότι όποιος χρειαστεί κάτι μπορεί να στραφεί στον άλλον και όταν χαλαρώσουν λίγο οι ρυθμοί δουλειάς μας, μπορούμε να κανονίσουμε οι τρεις μας ένα μικρό reunion» είπε εκείνος.
«Αυτό μας έλειπε» είπε εκείνη και άπλωσε λίγο βούτυρο σε ένα ψωμάκι. Για λίγο απόλαυσε το πρωινό της χωρίς να μιλάει. Δεν είχε και τι να του πει άλλωστε. Ήταν μάταιο να προσπαθεί να συνεννοηθεί μαζί του.

«Σκέφτομαι ότι το γκαλά θα είναι μια τέλεια ευκαιρία για την πρώτη σου εμφάνιση. Έχουμε δύο βδομάδες. Φτάνουν. Έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε εκείνος σπάζοντας την σιωπή. Ξαφνικά δεν έδειχνε και πολύ σίγουρος για το μακρόπνοο έργο του.
«Φτάνουν, ναι. Εκτός αν σκοπεύεις να με υποβάλεις και σε χειρουργικές επεμβάσεις» είπε εκείνη κοφτά. «Αν θες να με…φουσκώσεις θα χρειαστούμε λίγο χρόνο παραπάνω» χαμογέλασε πικρά.
«Όχι, όχι» είπε και δάγκωσε ένα από τα κρουασάν του. «Είσαι…μια χαρά» της είπε σχεδόν ντροπαλά και η Σοφία χαμογέλασε άθελά της. Και κοκκίνισε ξανά. Διάολε.
«Ε τότε μας φτάνουν δυο βδομάδες για μαλλιά, νύχια, ρούχα και ό,τι άλλο μαρτύριο έχεις στο μυαλό σου».
«Μαρτύριο το όνειρο κάθε γυναίκας;» την προκάλεσε.
«Όχι κάθε γυναίκας προφανώς» του είπε ήρεμα.
«Και πρέπει να βγούμε και μερικές φορές για να μάθεις λίγο…να κινείσαι άνετα στο χώρο» είπε εκείνος τρώγοντας με όρεξη. Τον μιμήθηκε.
«Είναι τόσο ακαταμάχητος ο τρόπος που το λες! Ανυπομονώ να βγούμε! Με τιμάς» ειρωνεύτηκε ξανά η Σοφία και εκείνος γέλασε.
«Τι λες για αύριο το βράδυ; Μπορούμε να πάμε για ένα ποτό με μερικούς συναδέλφους».
«Ω Θεέ μου, έχω πολλή δουλειά στο πανεπιστήμιο. Γιατί να το τραβάω όλο αυτό;» διαμαρτυρήθηκε εκείνη με πάσα ειλικρίνεια.
«Γι΄αυτό το λόγο ακριβώς!» γέλασε εκείνος σατανικά. «Για να συνεχίσεις να έχεις πολλή δουλειά στο πανεπιστήμιο!»



Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

κεφάλαιο 13-αποφάσεις...

Τις δύο βδομάδες που έμεινε στο Λονδίνο, πολύ λίγες στιγμές έβγαλε από τη σκέψη της τον Φίλιπ. Ήταν αναπόφευκτο να τον σκέφτεται μιας και ήταν στην πατρίδα του, αλλά το τελεσίγραφο που της είχε δώσει ήταν αυτό που την έκανε να μην ακούει τις ομιλίες το συνέδριο και να σκέφτεται τι να του απαντήσει. Ευτυχώς η δική της ομιλία στέφθηκε με επιτυχία παρόλο που δεν ήταν και πολύ συγκεντρωμένη. Το ίδιο καλά πήγαν και οι επαφές που είχαν με τους συναδέλφους τους στο πανεπιστήμιο που τους φιλοξενούσε και ήταν σίγουρη ότι ξεκινούσε μια νέα εποχή για τα δύο κορυφαία ιδρύματα. Μια νέα εποχή συνεργασίας που στηριζόταν στην χορηγία του Φίλιπ.

Όσο ήταν στο χώρο του συνεδρίου, όσο έβλεπε με τι πάθος μιλούσαν οι συνάδελφοί της, σκεφτόταν ότι κρινόταν από εκείνη αν θα συνέχιζαν με την ίδια άνεση να κάνουν αυτό που αγαπάνε. Η χρηματοδότηση του Φίλιπ θα διευκόλυνε την επικοινωνία μεταξύ των πανεπιστημίων με συχνές επισκέψεις των Άγγλων επιστημόνων στο Χάρβαρντ. Τα λεφτά του Φίλιπ θα επέτρεπαν στην ομάδα του Χάρβαρντ να λάβει μέρος σε περισσότερα συνέδρια, θα πλήρωναν εισιτήρια και διαμονή σε όλο τον κόσμο όπου θα επικοινωνούσαν το σκοπό της έρευνάς τους. Ο Φίλιπ. Αυτός θα έκρινε το μέλλον της. Και αν κρινόταν μόνο το δικό της μέλλον θα του έλεγε να πάει να πνιγεί και να βρει ένα άλλο κορίτσι να το κάνει μαριονέτα. Αλλά κρινόταν και το μέλλον των συνεργατών της και όλου του τμήματος. Και τόσα χρόνια είχε βαρεθεί να διαδίδει την αξία της βιολογίας και πόσο την αγαπάει και ήταν αστείο να χρειάζεται να το αποδείξει ξεφτιλίζοντας τον εαυτό της.

Άραγε ήταν τόσο βαρύ το τίμημα όμως; Θα την έσερνε σε κομμώτριες, μακιγιέζ και μπουτίκ. Ποιος την υποχρέωνε να κρατήσει το λουκ μετά; Θα πήγαινε λίγο με τα νερά του και μετά μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει. Να μακρύνει τα μαλλιά της αν της έλεγε να τα κόψει, να φορέσει ξανά τα γυαλιά της, να πετάξει στη φωτιά τα ρούχα που θα της αγόραζε. Μπορούσε να χαμογελάει αυτάρεσκα όταν θα τη σύστηνε σε κόσμο και να συζητάει περί ανέμων και υδάτων. Ήξερε να το κάνει. Ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας, μαθημένη σε ατελείωτα πάρτι και δεξιώσεις. Κάποτε οι κοινωνικές της δεξιότητες ήταν άψογες. Έπαιρνε μαθήματα σαβουάρ βιβρ κάθε Σάββατο και μπορούσε να σταθεί άξια σε μια δεξίωση με γαλαζοαίματους. Σίγουρα μπορούσε να τα καταφέρει σε ένα μπαρ με μεθυσμένους επιχειρηματίες ή σε ένα ακριβό ρεστοράν με μπλαζέ τύπους.

Δεν ήθελε να του δώσει την ευχαρίστηση ότι του κάνει το χατίρι αλλά και αν αντιστεκόταν θα του έδινε την εντύπωση ότι ασκεί υπερβολικά μεγάλη δύναμη πάνω της. Ήταν αλήθεια όμως. Οι αναμνήσεις από τα χρόνια που είχαν περάσει μαζί την είχαν καθορίσει. Περισσότερο όμως την είχε επηρεάσει εκείνο το τελευταίο βράδυ, εκείνο το βράδυ που της έδωσε να καταλάβει πόσο λίγο τον ενδιέφερε…

Ποια κακή τύχη τον είχε στείλει στο δρόμο της; Είχε φτάσει σε σημείο να αποφεύγει τον ίδιο της τον αδερφό επειδή πίστευε ότι έχει επαφές μαζί του και αργά ή γρήγορα θα της έλεγε κάτι που δεν ήθελε να ακούσει για την προσωπική του ζωή. Η Σοφία λυπήθηκε στη σκέψη ότι δεν είχε και πολλές επιλογές τώρα πια. Ήταν ξεκάθαρος ως προς το τι ήθελε. Οι προθέσεις του έδειχναν καλές, αλλά δεν έπαυε να την κάνει να νιώθει σαν σκουπίδι. Δεν μπορούσε να την πείσει ότι θα τη βοηθούσε με κάποιον τρόπο στην καθημερινότητά της να φοράει πιο θηλυκά ρούχα ή να βάφεται. Ίσως τη βοηθούσε λιγάκι να γίνει πιο κοινωνική και να πλησιάσει κάποιον άντρα. Αν έβρισκε κάποιον να την ενδιαφέρει. Γιατί κάτι χλιαρό ένιωθε και για τον Πίτερ αλλά δεν έφτανε αυτό για να πει ότι της αρέσει κάποιος. Δε συγκρινόταν με τη λαίλαπα συναισθημάτων που είχε προκαλέσει ο Φίλιπ μέσα της κάποτε.

Σε δύο μέρες γυρνούσε στην Αμερική και παρόλο που της έλειπε το σπίτι της και το εργαστήριό της φοβόταν τον Φίλιπ. Γιατί δυστυχώς είχε πάρει την απόφαση να συνεργαστεί.


Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

κεφάλαιο 12-παρακάλια....

«Καλά και πότε περίμενες να μου το πεις;» τον άκουσε να φωνάζει μέσα στο αφτί της. Την είχε πάρει τηλέφωνο μερικές μέρες μετά το πάρτι για να της πει ότι έχει μια ιδέα για κάτι και η Σοφία τον ενημέρωσε ότι δεν είχε χρονικά περιθώρια για αινίγματα. Μετά εκείνος της είπε ότι θέλει να πάνε για ψώνια και εκείνη του θύμισε ότι έχει ρούχα. Μετά από μια σύντομη αντιπαράθεση, του είπε ότι είχε ένα συνέδριο στο Λονδίνο και έπρεπε να λείψει μαζί με τον Πίτερ και την Μιράντα για δύο βδομάδες.
«Δεν ήξερα ότι πρέπει να σε ενημερώνω για κάθε μου κίνηση» του είπε ενώ κοιτούσε αδιάφορα ένα περιοδικό μπροστά της. Είχε γυρίσει αργά στο διαμέρισμά της και τρόμαξε όταν χτύπησε το κινητό της. Κανείς δεν την έπαιρνε τόσο αργά.
«Δεν είπα κάτι τέτοιο, αλλά είχα κανονίσει μερικά πράγματα. Μερικά ραντεβού…είχα αλλάξει το πρόγραμμά μου» είπε αυστηρά εκείνος. Η Σοφία έκανε μια γκριμάτσα κι ας μην την έβλεπε.
«Σου έχω ξεκαθαρίσει ότι δεν έχω χρόνο, πόσω μάλλον για να τον περνάω ψάχνοντας τη σωστή απόχρωση ανταύγειας που θα φωτίσει το βλέμμα μου» ειρωνεύτηκε. «Αν άλλαξες το πρόγραμμά σου για κάτι στο οποίο δε συναίνεσα, είναι δικό σου λάθος και λυπάμαι που είσαι τόσο επιπόλαιος».
«Μπορείς να κανονίσεις μερικά απογεύματα αφότου γυρίσεις να πάμε στα μαγαζιά;» επέμεινε ο ξεροκέφαλος άνθρωπος. Η Σοφία ξεσύσηξε. Μα γιατί δεν την άκουγε;
«Φίλιπ, αν θέλω μπορώ να πάω και μόνη μου. Και στο κομμωτήριο και στο σαλόνι αισθητικής και στο σπα. Δεν θέλω παρέα».
«Αν δεν συνεργαστείς, θα κόψω τη χρηματοδότηση του προγράμματος και θα ενημερώσω το δρα Λόιντ για τη συμμετοχή σου σε αυτό» της απάντησε σκληρά. Η Σοφία έμεινε παγωμένη στη θέση της. Δεν το είχε σκεφτεί αυτό. Της φαινόταν αποφασισμένος να τη βοηθήσει και έδειχνε να επιμένει σταθερά, αλλά δεν περίμενε ποτέ ότι θα την εκβίαζε τόσο στυγνά. Αν του είχε εξηγήσει κάτι ήταν το πόσο αγαπούσε τη δουλειά της και πόσο εκτιμούσε τη συλλογική προσπάθεια όλων των ερευνητών στο τμήμα της. Η χορηγία του Φίλιπ είχε ήδη δρομολογήσει πολλές και σημαντικές αλλαγές στο τμήμα. Είχαν παραγγείλει εξοπλισμό, είχαν καταθέσει πρόταση για επέκταση της πτέρυγας και δημιουργίας νέων γραφείων (ένα μάλιστα θα ήταν και δικό της και θα ήταν άνετο και φωτεινό), είχαν χρήματα για τις υποτροφίες όλων των διδακτορικών και μεταδιδακτορικών σπουδαστών καθώς και για επισκέπτες καθηγητές και ερευνητές από άλλα πανεπιστήμια. Σε τρεις τέσσερις μήνες τίποτα δε θα ήταν ίδιο για το τμήμα της βιολογίας του πανεπιστήμιου της. Και όλα χάρη σε εκείνον. Τα παιδιά συχνά έλεγαν ότι τους έσωσε και άλλα τέτοια. Και τώρα…είχε στα χέρια της το μέλλον όλης της έρευνας, καθώς και των απολαβών των φίλων της.
«Είσαι αισχρός εκβιαστής» του πέταξε μέσα από τα σφιγμένα δόντια της. Δεν το πίστευε ότι την έφερνε σε τέτοια θέση. Πότε είχε γίνει τόσο σκληρός;
«Εγώ θα το έλεγα απλά αποτελεσματικός» είπε εκείνος και άκουσε το χαμόγελο στη φωνή του. Τον φαντάστηκε ξαπλωμένο σε ένα μαύρο δερμάτινο καναπέ, με ένα ποτήρι καλό σκωτσέζικο ουίσκι στο χέρι. Με το κάτω μέρος της πιτζάμας του μόνο, και το γυμνό στέρνο του να λάμπει από το φως του φεγγαριού που θα έλουζε το πολυτελές σαλόνι του. Σταμάτησε απότομα τις σκέψεις της, αναψοκοκκινισμένη, γιατί εκείνος έβηξε.
«Είσαι απίστευτος» του είπε και προσευχόταν να σταματήσει να επιμένει.
«Τώρα που θα είσαι στη γενέτειρά μου» της είπε αποφασιστικά «θέλω να σκεφτείς. Να σκεφτείς καλά. Θέλω τη μέρα που θα γυρίσεις να μου δώσεις μία απάντηση. Αν θα συνεργαστείς με αυτό που έχω στο μυαλό μου ή όχι» είπε κοφτά, σαν ρομπότ που πυροβολεί αδιάκριτα.
«Αλλιώς;» τον ρώτησε τρομαγμένη.
«Αλλιώς θα κλείσω την κάνουλα και θα μείνετε χωρίς χορηγό» είπε ήρεμα, αλλά η Σοφία καταλάβαινε ότι το εννοούσε και δεν μπλόφαρε.
«Δε θα δεχτώ για μερικά λεφτά να με κάνεις ό,τι θες. Ξέρεις τι επάγγελμα είναι αυτό που περιγράφεις και εγώ είμαι βιολόγος. Δε σπούδασα τόσα χρόνια για να παριστάνω την γκομενίτσα. Και αν θες να ξέρεις μπορώ να σε καταγγείλω για παρενόχληση αν συνεχίσεις» του είπε σκληρά. Οι μάσκες είχαν πέσει. Το ίδιο και το γάντι. Δεν υπήρχε γυρισμός.
«Θα αλλάξουμε λίγο τα μαλλιά σου και θα πάρουμε μερικά ρούχα. Θα βγούμε σε ωραία μέρη και θα σε βοηθήσω να κοινωνικοποιηθείς. Αυτό δε σε κάνει πόρνη» της είπε εκείνος. «Και αν θες, κάνε καταγγελία για παρενόχληση. Θα εκδικαστεί πολύ γρήγορα» γέλασε.
«Σήμερα θες αυτό. Αύριο; Μπορεί να θες κάτι άλλο» του είπε κι εκείνη με τη σειρά της, προκαλώντας τον. Το γέλιο του την εκνεύρισε πολύ.
«Ω μην ανησυχείς γι’ αυτό. Σε βλέπω σαν αδερφή μου» της είπε. Η Σοφία έγινε έξαλλη. Σαν αδερφή του. Βέβαια…
«Οι αδερφοί δε θέλουν να βλέπουν τις αδερφές του να υποφέρουν» του είπε.
«Για ψώνια θα πάμε. Όχι για καταναγκαστικά έργα. Δες το σαν βόλτα, σαν διασκέδαση».
«Φίλιπ, δε θέλω».
«Δεν έχεις επιλογή».
«Πάντα έχω».
«Τη μέρα που επιστρέφεις περιμένω τηλέφωνο. Σκέψου το. Στο χέρι σου είναι το μέλλον σου, της ομάδας σου, της ανθρωπότητας».


κεφάλαιο 11-σκοτς



11

Ήταν τόσο μεγάλη η έκπληξη όταν μπήκε μέσα στο μπαρ της πανεπιστημιούπολης που όλα τα βλέμματα έπεσαν πάνω της και ένιωσε ακόμα πιο άβολα. Η Κατ και η Λόρα έτρεξαν κατά πάνω της και τη φίλησαν ζωηρά, παρόλο που την είχαν δει πριν από μερικές ώρες. Της το είχαν πει τόσες φορές να πάει και την είχαν παρακαλέσει τόσο πολύ που πραγματικά οι ενοχές που ένιωσε ξεπερνούσαν τη συστολή της και αποφάσισε περίπου μισή ώρα πριν το ραντεβού, να πάει.
«Μα γιατί δεν μας είπες ότι θα έρθεις; Να έρθουμε να ντυθούμε μαζί, να σε βάψουμε, να…» είπε η Λόρα αλλά η Σοφία τη διέκοψε γελώντας.
«Γι αυτό το λόγο! Για να μην τα κάνετε όλα αυτά» τους είπε και γέλασαν κι αυτές. Η Μιράντα μιλούσε ήδη με κάποιον και της πέταξε ένα φιλί από μακριά. Ο Τζόναθαν την πλησίασε και τη χαιρέτισε και αυτός σοκαρισμένος.
«Πρώτη φορά σε βλέπω με τα μαλλιά κάτω» της είπε και η Λόρα τής είπε ότι έχει πολύ ωραία μαλλιά.
«Ε…είπα να προσπαθήσω λιγάκι, αλλά με τους δικούς μου όρους» είπε μισοαστεία μισοσοβαρά. Είχε αφήσει κάτω τα μαλλιά της μεν και φορούσε τζιν αλλά με μια μπλούζα λίγο πιο βραδινή. Δεν είχε βαφτεί αλλά φορούσε ένα ζευγάρι διαμαντένια σκουλαρίκια, δώρο του πατέρα της για τα 18α γενέθλιά της. Εντάξει, δεν ήταν και σεξοβόμβα, αλλά δεν ήταν και σαν καλόγρια όπως προσπαθούσαν κάποιοι κάποιοι να την πείσουν.
«Εμάς μας φτάνει που ήρθες» είπε η Κατ και όλοι έγνεψαν θετικά. Η Σοφία κοίταξε τριγύρω τον κόσμο. Η ώρα ήταν μόνο 10.00 αλλά το μπαρ ήταν γεμάτο με συναδέλφους τους αλλά και αγνώστους.
«Αυτοί είναι οι φυσικοί;» ρώτησε και έδειξε μια μεγάλη παρέα που είχαν κάπως απομονωθεί.
«Ναι…» ξίνισε τα μούτρα της η Λόρα. «Υποτίθεται ότι τους καλέσαμε για να γνωριστούμε και αυτοί μιλάνε μεταξύ τους».
«Ε τους ξέρεις τώρα τους φυσικούς…» είπε ο Τζόναθαν και γέλασε. «Είναι κλίκα!»

Η Σοφία παρήγγειλε στο μπαρ ένα ποτήρι μηλίτη και κάθισε σε ένα ψηλό τραπέζι με τη Λόρα και μια άλλη κοπέλα, τη Σούζαν. Έπιασαν τη συζήτηση για τη δουλειά μέχρι που τις διέκοψε ο Πίτερ, ο οποίος ήρθε αργοπορημένος επειδή κόλλησε στην κίνηση.
«Όλο για δουλειά θα μιλάμε;» τις μάλωσε. Ακούμπησε φευγαλέα το χέρι του στον ώμο της Σοφία και της χαμογέλασε ζεστά. Η Σοφία του το ανταπέδωσε. Ίσως μιλούσαν λιγάκι απόψε. Ο Πίτερ ενδιαφερόταν σταθερά και του άξιζε μια ξεκάθαρη θέση. Θα προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι δεν ενδιαφέρεται για σχέση χωρίς να τον προσβάλει. Ήταν πολύ καλός και γοητευτικός. Σπουδαίο μυαλό και με καλούς τρόπους.

Ο Τζόναθαν μπήκε στο μπαρ μετά από μερικά λεπτά και τους πλησίασε μουτρωμένος.
«Τι έγινε;» τον ρώτησαν όλοι και τους κοίταξε ντροπαλά.
«Ε…θυμάστε που έστειλα σε όλους διευκρινίσεις για το πάρτι;» ρώτησε και όλοι έγνεψαν θετικά. «Το έστειλα κατά λάθος μαζικά και το πήρε και ο Λόιντ» είπε και όλοι γούρλωσαν τα μάτια. «Ελπίζω να κατάλαβε ότι δεν προοριζόταν για εκείνον και να μη μας μπαστακωθεί» συμπλήρωσε. Όλοι ξεκαρδίστηκαν στο γέλιο. Ακόμα και η Σοφία.
«Είμαι σίγουρη ότι θα το καταλάβει» είπε η Λόρα προσπαθώντας να κάνει τον Τζόναθαν να νιώσει καλύτερα.
«Εγώ πάλι είμαι σίγουρη ότι θα έρθει για να βεβαιωθεί ότι δεν ξενυχτάμε εις βάρος της έρευνας» είπε η Σοφία και γέλασαν ξανά.

Η βραδιά συνεχίστηκε με μεγάλο κέφι. Ο Τζόναθαν κέρασε την παρέα σφηνάκια για «να εξιλεωθεί» όπως είπε και μετά από ένα άνοιγμα της Κατ, οι φυσικοί αποφάσισαν να μιλήσουν μαζί τους και σύντομα όλοι έγιναν ένα.

Η Σοφία βαριόταν να μιλήσει με άτομα που δεν είχε ξαναδεί και δε θα ξανάβλεπε ποτέ μιας και δε σκόπευε να ανοίξει τον κύκλο της και αρκέστηκε στους συναδέλφους της. Η Κατ και η Λόρα μιλούσαν με δύο αγόρια και η γλώσσα του σώματος έδειχνε ότι μέχρι το τέλος της βραδιάς θα αντάλλαζαν τηλέφωνα, και η Μιράντα καθόταν μαζί της και με τον Τζόναθαν. Ο Πίτερ είχε πιάσει συζήτηση με τον μπάρμαν, που ήταν φίλος του.

Ήταν δύσκολο να το παραδεχτεί αλλά περνούσε κάπως καλά. Είχε χαλαρώσει και η προσπάθεια των παιδιών να την εντάξουν στην παρέα και να την πείσουν ότι δε δαγκώνουν ήταν συγκινητική. Πρώτα φορά τής περνούσε από το μυαλό ότι μπορεί να τους πλήγωνε με τη στάση της. Είχε προσπαθήσει να τους εξηγήσει ότι δεν έχει πρόβλημα μαζί τους και ότι έτσι είναι ο χαρακτήρας της, αλλά μάλλον το είχαν πάρει προσωπικά. Και τώρα έδειχναν όλοι τόσο χαρούμενοι, που ένιωθε ενοχές.


Την εξέπληξε πόσο ευχάριστη μπορεί να είναι η ανάλαφρη συζήτηση. Κουτσομπόλεψαν τον δρα Λόιντ, σχολίασαν μερικές άτυχες στιλιστικές επιλογές θαμώνων του μπαρ, αντάλλαξαν ιδέες για το τι αμάξι πρέπει να πάρει ο Πίτερ και γενικά μίλησαν περί ανέμων και υδάτων. Είχε καιρό να το κάνει αυτό. Αθελά της το μυαλό της πήγε στον Φίλιπ. Δεν ήταν σίγουρη ότι εκείνος ευθυνόταν για αυτό το μικρό βηματάκι που έκανε, αλλά σίγουρα είχε βάλει κι εκείνος το λιθαράκι του. Ίσως είχε δίκιο. Δε θα του επέτρεπε να τη βοηθήσει, αλλά ίσως επέτρεπε στον εαυτό της να νιώσει λίγο καλύτερα…


Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

κεφάλαιο 10-άντρας μόνος ψάχνει...

Ο Φίλιπ την άφησε σπίτι της ή μάλλον στην πύλη της πανεπιστημιούπολης. Του είπε ότι το δωμάτιό της δεν απείχε πολύ και την πίστεψε. Ήταν φανερό φυσικά ότι ήθελε να τον αποφύγει, αλλά φαντάστηκε ό,τι στο χώρο του πανεπιστημίου θα ήταν ασφαλής. Δεν ήξερε αν έπρεπε να επιμείνει να τη συνοδεύσει και έτσι έβαλε μπρος και έφυγε όταν την είδε να ξεμακραίνει.

Την είχε φέρει σε δύσκολη θέση και δε λυπήθηκε γι’ αυτό. Ήταν σίγουρος ότι είχε φυτέψει μέσα της το ζιζάνιο. Αυτός ήταν ο τρόπος του να πείθει τους φίλους του, τις συντρόφους του, τους συνεργάτες του. Τους φύτευε ζιζάνια. Πετούσε λέξεις και ιδέες και ενώ στην αρχή φαινόταν παράλογος, αυτό δούλευε μέσα τους και κατάφερνε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Βέβαια η Σοφία δεν ήταν και η πιο συνηθισμένη περίπτωση ανθρώπου. Με IQ 144 σύμφωνα με τη σελίδα που είχε στο σάιτ του πανεπιστημίου και έναν τετράγωνο τρόπο σκέψης δεν ήταν αυτό που λες εύκολος στόχος. Πολλές φορές την είδε να αντιστέκεται. Έθιξε τον εγωισμό της, τη γυναικεία περηφάνια της, την επαγγελματική της εξέλιξη. Και αυτή δέχτηκε κάθε προσβολή απαντώντας με επιχειρήματα. Χωρίς κλάματα και υστερίες. Χωρίς προσβολές. Μόνο με τεκμηριωμένα επιχειρήματα. Εκτός βέβαια από τις λίγες φορές που έχασε τελείως τον έλεγχο και έκανε απλώς μερικές άκομψες γκριμάτσες.

Δε μετάνιωνε ιδιαίτερα. Τον εκνεύρισε φοβερά έτσι πώς είχε γίνει. Την είχε αφήσει γεμάτη ζωή και ζωντάνια και τη βρήκε σαν ζόμπι. Ατημέλητη, ντροπαλή. Ήταν αδύνατον να δεχτεί αυτό που έβλεπε. Ήθελε να την πιάσει από τους ώμους και να τη συνεφέρει τραντάζοντάς τη δυνατά. Περπατούσε με το κεφάλι χαμηλωμένο, σέρνοντας τα πόδια της, έκανε νευρικές κινήσεις, σχεδόν δεν είχε συγχρονισμό.

Έβγαλε φλας και μπήκε στο υπόγειο πάρκινγκ του κτιρίου στο οποίο έμενε. Είχε νοικιάσει για πέντε μήνες τον τελευταίο όροφο σε έναν ουρανοξύστη στο κέντρο της πόλης και δεν το είχε μετανιώσει. Ήταν μοναδική η θέα από αυτό το ύψος και οι υπηρεσίες ήταν κορυφαίες. Η ασφάλεια τον προστάτευε από παπαράτσι, καθάριζαν το σπίτι σχεδόν μαγικά και χωρίς να τον ενοχλούν, το ψυγείο γέμιζε και πάντα υπήρχε φαγητό για εκείνον. Αντιπαθούσε να ζει με προσωπικό γιατί ένιωθε λίγο αμήχανα και προτιμούσε να τρώει μόνος και να μην τον βλέπει κανείς να περιφέρεται με πιτζάμες. Ούτε καν οι σύντροφοί του. Σπάνια διανυκτέρευαν μαζί του και η ιδέα της συγκατοίκησης τον τρόμαζε. Έτσι χώριζε κάθε φορά. Μόλις άρχισαν να του λένε να περάσουν το βράδυ εκεί, μόλις ένιωθε την ανάσα τους στο κρεβάτι, εκνευριζόταν. Είχε συμβιβαστεί με την ιδέα ότι μάλλον δε θα έκανε οικογένεια, αλλά δεν τον πείραζε. Η δουλειά του τον γέμιζε.

Χαμογέλασε περνώντας την κάρτα από το σκάνερ που του έδινε πρόσβαση στο διαμέρισμα. Έκρινε την Σοφία για κάτι που έκανε κι αυτός. Είχαν βάλει τη δουλειά τους πάνω από την προσωπική τους ζωή. Απλώς αυτός χαιρόταν τη ζωή. Εκανε σεξ, έβγαινε, ταξίδευε. Εκείνη δεν έκανε τίποτα από αυτά και αυτό τον έκανε έξαλλο. Πώς μπορούσε να σπαταλάει έτσι τη νιότη της; Ένιωθε σχεδόν υποχρεωμένος να βοηθήσει και θα το έκανε. Άνοιξε τον υπολογιστή του και έκανε στα γρήγορα ένα ντους, προσπαθώντας να σκεφτεί πώς θα οργανώσει το χρόνο του. Πώς θα συνδύαζε τη δουλειά του και τη μεταμόρφωσή της; Θα έπρεπε να της αφιερώσει αρκετές ώρες. Αρχικά θα έπρεπε να την πείσει, να τη βομβαρδίσει με επιχειρήματα. Μετά θα έπρεπε να τη συνοδεύσει σε ψώνια και υπηρεσίες αισθητικής. Να τη βγάλει έξω, να την πάει για ποτό και φαγητό σε ωραία μέρη που ίσως την εμπνεύσουν. Και ένα ταξίδι…

Πώς θα ήταν άραγε να περνάει χρόνο μαζί της; Κάποτε ήταν φιλική, αλλά ήταν και μικρή. Τώρα ήταν γεμάτη πίκρα και συστολή. Λες και είχε κάποιο πρόβλημα μαζί του. Αλλά αποκλείεται. Εκείνος ένιωθε ότι της είχε φερθεί πολύ καλά. Δεν την αντιμετώπιζε ως μικρή όπως όλοι στην οικογένειά της. Μιλούσε μαζί της και τη συμβούλευε. Ήταν η αδερφή του φίλου του και την έβλεπε και σαν δική του αδερφή.

Έκατσε στον υπολογιστή του και άνοιξε τα μέιλ του για να δει αν του είχαν στείλει κάτι σημαντικό. Δούλεψε λιγάκι αλλά δεν κατάφερε να συγκεντρωθεί.  Ένιωθε… έξω από τα νερά του. Πρώτη φορά μια γυναίκα τού αντιστεκόταν τόσο σθεναρά. Τις φορές που την είχε δει τον κοιτούσε με τα δύο τεράστια γαλάζια μάτια της λες και δεν τον ήξερε. Κάπου πίσω από τα απαίσια ρούχα της και τα κοκάλινα γυαλιά της, έβλεπε μια όμορφη κοπέλα. Είχε πολύ καλή βάση. Είχε πολύ ωραίο σώμα, απ’ όσο μπορούσε να καταλάβει, αψεγάδιαστη ολόλευκη επιδερμίδα, σκούρα στιλπνά μαλλιά. Γυναίκες με πολύ λιγότερα είχαν καθιερωθεί ως σταρ, είχαν σταθεί πλάι του, είχαν κερδίσει το ενδιαφέρον του. Κι αυτή, που είχε τόσο χαρίσματα, κρυβόταν πίσω από τον εαυτό της. Τα μαλλιά της ήταν πάντα πιασμένα σε έναν πρόχειρο κότσο-κόμπο στην κορυφή του κεφαλιού της ή σε κοτσίδα, το τζιν της ήταν ένα νούμερο μεγαλύτερο, φορούσε πάντα αθλητικά παπούτσια και κουβαλούσε μια τσάντα πλάτης λες και ήταν μαθήτρια. Μα τι στο καλό;

Έκλεισε τα μάτια. Το είχε πάρει προσωπικά. Θα τη βοηθούσε όσο μπορούσε και μετά θα την άφηνε ελεύθερη να ζήσει τη ζωή που της άξιζε.



Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Κεφάλαιο 9-Μποζολέ Νουβώ

9

«Νιώθω πολύ άβολα με όλη αυτή την επίδειξη ενδιαφέροντος» του είπε ενώ εκείνος τραβούσε την καρέκλα της για να καθίσει. Την είχε πάει σε ένα πολύ καλό εστιατόριο, όπου ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί με αυτά που φορούσε. Πότε θα τέλειωνε αυτό το μαρτύριο; Και καλά εκείνη, εκείνον δεν τον ένοιαζε να τον βλέπουν μαζί της;
«Ελπίζω να σου αρέσει» αγνόησε το σχόλιό της, και της έδειξε το μενού. «Φτιάχνουν μοναδικά σκαλοπίνια και η ατμόσφαιρα είναι χαλαρή». Η Σοφία έκανε μια γκριμάτσα.
«Χαλαρή; Εδώ μέσα όλοι είναι μοντέλα και εκατομμυριούχοι» του είπε κοιτώντας γύρω της τα τραπέζια.
«Μιλάς λες και είσαι άσχημη και φτωχή» της είπε ξερά κοιτώντας το μενού με προσοχή.
«Προέρχομαι από προνομιούχο περιβάλλον, αλλά συντηρούμαι μόνη μου εδώ και χρόνια. Δεν παίρνω δεκάρα από το σπίτι μου» του είπε εκνευρισμένη απαντώντας μόνο στο δεύτερο σκέλος. «Ο πατέρας μου επιμένει να παρατήσω τα πάντα και να ασχοληθώ με την επιχείρησή μας και ο μόνος τρόπος να τον πείσω ότι είμαι αφοσιωμένη στην επιστήμη μου ήταν να στηριχτώ στις δυνάμεις μου και να σταματήσω αυτό το…lifestyle» του είπε δείχνοντας αόριστα τους κρυστάλλινους πολυελαίους και τα πανάκριβα πιάτα, τα ποτήρια και τα μαονένια τραπέζια.
«Αυτό είναι αξιοθαύμαστο» της είπε βαριεστημένα.
«Με σνομπάρεις;» τον προκάλεσε εκνευρισμένη. Εκείνος δεν απάντησε. Έκανε νόημα στον σερβιτόρο και άρχισε να παραγγέλνει και για τους δύο. Η Σοφία εκνευρίστηκε κι άλλο.
«Μισό λεπτό» είπε κοφτά και οι δύο άντρες την κοίταξαν. «Εγώ θέλω κοτόπουλο αλά κρεμ».
«Μα η σπεσιαλιτέ είναι τα σκαλοπίνια» είπε ο Φίλιπ, ανασηκώνοντας τα φρύδια έκπληκτος που τον αμφισβήτησε. Η Σοφία χαμογέλασε.
«Εγώ θέλω κοτόπουλο» επέμεινε. Ο Φίλιπ στράφηκε στον σερβιτόρο και άλλαξε την παραγγελία.
«Θες κάτι άλλο;» τη ρώτησε και εκείνη είπε ότι θέλει άλλη σαλάτα και άλλο κρασί για την ίδια. Ο σερβιτόρος τα σημείωσε όλα και έφυγε.

«Έρχομαι συχνά εδώ. Δε χρειαζόταν να το κάνεις αυτό» της είπε αυστηρά όταν έμειναν μόνοι. Της πρόσφερε ένα υγρό πετσετάκι για τα χέρια της. Εκείνη το πήρε και το άφησε στο πλάι.
«Ποιο; Να διαλέξω ό,τι θέλω και να μην περιμένω να το κάνεις εσύ για μένα; Λυπάμαι που σου το λέω, Φίλιπ, αλλά έχω δική μου άποψη» ειρωνεύτηκε.
«Νόμιζα ότι έτσι κάνουν οι άντρες» της είπε εκείνος ήπια.
«Είμαι σίγουρη πως όχι όλοι» του απάντησε εκείνη με οξύ τόνο.
«Είσαι στην τσίτα» της είπε και κάθισε άνετα στην καρέκλα του. Άπλωσε τα πόδια του και τον ένιωσε κάτω από το τραπέζι. Μάζεψε τα δικά της αμήχανα γιατί η ελάχιστη επαφή τής έβαζε φωτιά.
«Σου είπα ότι νιώθω άβολα» του είπε με ειλικρίνεια.
«Γιατί νιώθεις άβολα;» σήκωσε ελάχιστα τον τόνο της φωνής του. «Γνωριζόμαστε χρόνια και κάποτε ήμασταν φίλοι» της είπε για εκατοστή φορά. Αυτή η λέξη τη σκότωνε κάποτε. Φίλοι. Φίλοι. Φίλοι. Της το έλεγε συνέχεια. Και συνέχιζε.
«Περιμένω να μου πεις τι θέλεις, Φίλιπ» είπε εκείνη ανυπόμονα. «Σου είπα ότι δεν έχω άπλετο χρόνο».
«Θέλω να σου προτείνω κάτι και ξέρω ότι θα αρνηθείς, αλλά θέλω να το σκεφτείς καλά πριν αρχίσεις να οδύρεσαι» της χαμογέλασε και η Σοφία τρόμαξε. Τι μπορεί να ήθελε; Τι ήταν αυτό που θα την έκανε έξαλλη;
«Όχι» του είπε προκαταβολικά και τον είδε να γελάει. Της άρεσε πολύ όταν γελούσε. Της θύμιζε τον ξέγνοιαστο νέο που αγάπησε.
«Ακουσέ με πρώτα» είπε συνεχίζοντας να γελάει και εκείνη χαλάρωσε κάπως. Δεν μπορεί να ήταν κάτι τρομακτικό. Σίγουρα δεν την ήθελε για μία βραδιά, σίγουρα δεν ήθελε κάτι…προσωπικό. Ίσως ήθελε κάποια δουλειά, κάποια εξυπηρέτηση. Το τηλέφωνο της Λόρα ή της Κατ. Κάτι τέτοιο. Ω Θεέ μου, δεν ήθελε να το ζήσει αυτό.
«Όχι» επέμεινε παιδιάστικα και εκείνος σοβαρεύτηκε απότομα. Ο σερβιτόρος διέκοψε τη συζήτηση αφήνοντας μπροστά τους τις σαλάτες τους. Η Σοφία κοίταξε τη δική του. Ήταν πιο ωραία. Είχε δίκιο.
«Μπορούμε να τη μοιραστούμε» της είπε εκείνος και για άλλη μια φορά θαύμασε την οξυδέρκειά του. Και τρόμαξε μαζί. Ήταν τόσο διάφανη; Έγνεψε αρνητικά, αλλά εκείνος σέρβιρε λίγη από τη σαλάτα του στο πιάτο της.
«Από τη μέρα που σε είδα ξανά τυχαία, έχω παρατηρήσει ότι είσαι πολύ κλεισμένη στον εαυτό σου» της είπε όταν άρχισαν να τρώνε. Η Σοφία δεν απάντησε. Δεν είχε κάτι να πει άλλωστε. «Δε με κοιτάς καν» της είπε. «Κοιτάς γύρω μου αλλά όχι εμένα. Το ίδιο και με τον υπόλοιπο κόσμο. Έχεις κατεβασμένο το βλέμμα, κρύβεσαι πίσω από αυτά τα τεράστια γυαλιά»
«Τι έχεις με τα γυαλιά μου πια; Έλεος!» αντέδρασε.
«Φαίνεσαι μοναχική» συνέχισε απτόητος. «Οι συνάδελφοί σου και ο δρ Λόιντ μού έδωσαν να καταλάβω ότι δεν συμμετέχεις σε κοινωνικά γεγονότα, ότι δεν πας σε πάρτι, δε διασκεδάζεις».
«Οι συνάδελφοί μου σπαταλούν πολύ χρόνο σε κουτσομπολιά» του είπε. Είχε θυμώσει πολύ.
«Είδα ενδιαφέρον σε αυτά που έλεγαν. Όχι κριτική» τη διόρθωσε, αλλά δεν την έπεισε.
«Δεν είναι δική τους δουλειά ή δική σου τι κάνω στον ελεύθερο χρόνο μου, εφόσον στη δουλειά μου αποδίδω τα μέγιστα» του είπε, περιμένοντας ότι αυτός, έχοντας καταφέρει τόσα πολλά θα την καταλάβαινε.
«Πόσο καιρό έχεις να βγεις ραντεβού;» την αιφνιδίασε.
«Ε…» έχασε τα λόγια της. Ο Φίλιπ χαμογέλασε.
«Υπάρχει κάποιος άντρας στη ζωή σου;»
«Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά…»
«Έχεις φίλους; Έχεις εραστή;»
«Φίλιπ!» δεν πίστευε ότι συζητούσε κάτι τέτοιο μαζί του. Είχε ξεπεράσει κάθε όριο ευπρέπειας.
«Πας για ψώνια; Έχεις κάτι άλλο εκτός από τζιν και φούτερ;» συνέχισε να τη βομβαρδίζει με ερωτήσεις που την έκαναν να νιώθει σκουπίδι. «Διασκεδάζεις ποτέ; Γελάς; Βγαίνεις;» επέμεινε. Η Σοφία άφησε το πιρούνι της να πέσει στο πιάτο, άθελά της, ανίκανη να ακούσει άλλες ερωτήσεις. Πονούσαν τα αφτιά της από τις προσβολές του.
«Δε θέλω να κάνω σκηνή και να φύγω, αλλά θέλω μέχρι να τελειώσουμε το δείπνο να μη μου ξαναμιλήσεις» του είπε και ήξερε ότι ακουγόταν τρελή.
«Θέλω να σε βοηθήσω να βελτιώσεις λίγο τις κοινωνικές σου δεξιότητες» είπε εκείνος απτόητος. «Θέλω να περάσουμε χρόνο μαζί, να πάμε για ψώνια, να διασκεδάσουμε. Να τονώσω λίγο…το ηθικό σου» της είπε και η Σοφία δεν κρατήθηκε. Ξέσπασε σε ένα τρανταχτό γέλιο, που έκανε τα διπλανά τραπέζια να την κοιτάξουν με ευθυμία. Γελούσε με ένα γέλιο γάργαρο που δεν ήξερε καν ότι είχε μέσα της, με όσο κέφι δεν είχε εδώ και χρόνια. Θα της τόνωνε το ηθικό! Ο άνθρωπος που της είχε πάρει κάθε θέληση να είναι γυναίκα και κοινωνικό ον. Πού να ΄ξερε…
«Είμαι μια χαρά και δε χρειάζομαι extreme makeover. Με προσβάλεις και σταμάτα αμέσως» τον προειδοποίησε αλλά δεν έδειξε να φοβάται. Ισα ίσα.
«Δε μίλησα για κάτι τέτοιο. Απλώς πιστεύω ότι αξίζεις κάτι καλύτερο από ένα κουβάρι μαλλί για πλέξιμο κάθε Σάββατο βράδυ».
«Δεν πλέκω!» διαμαρτυρήθηκε.
«Δεν μπορείς να με πείσεις ότι είσαι ευχαριστημένη με τη ζωή σου. Με το να περνάς απαρατήρητη, με το να μη ζεις!». Η Σοφία ήξερε ότι κάπου μέσα στην παραφροσύνη του είχε κάποιο δίκιο αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Ήταν φοβερά αστείο αυτό που της πρότεινε δεδομένου του ποιος ήταν.
«Είμαι πολύ ευχαριστημένη. Δε ζούμε όλοι για τις υλικές απολαύσεις» επέμεινε.
«Όλα με μέτρο» απάντησε εκείνος, τρώγοντας χαλαρά. «Και διάβασμα, και δουλειά και διασκέδαση».
«Φίλιπ, μην χάνεις το χρόνο σου. Είμαι μια χαρά».
«Δεν υπάρχει κάποιο αγόρι;» τη ρώτησε ξανά. «Είσαι νέα και σίγουρα θα θες κάποιον για να…» τον είδε να χάνει τα λόγια του. Ωραία. Είχε και κάποια όρια.
«Είναι δική μου δουλειά αυτό».
«Δε σου ζητάω κάτι φοβερό. Να πάμε σε μερικά μαγαζιά, σε ένα καλό κομμωτήριο. Να πάμε σε ένα πάρτι, να σε βοηθήσω λίγο να ανοιχτείς. Δεν μπορεί να μου λες ότι είναι όλα καλά. Αυτή η αμηχανία που αποπνέεις δεν κάνει καλό ούτε στη δουλειά σου».
«Δεν ενοχλούνται οι μικροοργανισμοί που είμαι ντροπαλή» τον ειρωνεύτηκε.
«Ναι, αλλά οι χορηγοί; Εύκολα κάποιος μπορεί να σε περάσει για ξινή. Αύριο μεθαύριο θα φύγεις από το πανεπιστήμιο. Ποια εταιρεία θα σε προσλάβει;» της είπε σκληρά. Η Σοφία ανατρίχιασε. Το είχε σκεφτεί αυτό. Είχε σκοπό να τελειώσει την έρευνα στο πανεπιστήμιο και να δουλέψει στον ιδιωτικό τομέα για κάποιο διάστημα. Αλλά ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι θα ήταν δύσκολο να ενταχθεί σε ένα σύνολο ή να περάσει μια συνέντευξη.
«Η εταιρεία που θα διαβάσει το βιογραφικό μου» απάντησε με καμάρι. Εκείνος έγνεψε.
«Συμφωνώ, αλλά κανείς δε θέλει να δουλεύει με ένα ρομπότ».
«Προτιμούν μια σέξι βιολόγο; Θα πρέπει να φοράω ζαρτιέρες κάτω από τη ρόμπα και να φλερτάρω δίπλα από το μηχάνημα του καφέ;»
«Πάντα των άκρων» της είπε και η Σοφία έχασε το χρώμα της. Εννοούσε…; Μήπως ήταν αναφορά σε εκείνο το βράδυ; Μέχρι τώρα έδειχνε να μη θυμάται, μήπως τελικά είχε άδικο;
«Ξέρω τι πρέπει να κάνω. Αν χρειαστεί θα ντυθώ, και αν μου αρέσει κάποιος ξέρω τι να κάνω» του είπε και μετά δαγκώθηκε. Ήθελε να ακουστεί με αυτοπεποίθηση, αλλά μάλλον έσκαψε το λάκκο της.
«Αμφιβάλλω» απάντησε εκείνος κοφτά και η Σοφία κατάλαβε. Ο Φίλιπ θυμόταν. Το βλέμμα του καυτό πάνω της, σχεδόν οξύ, τη διαβεβαίωσε. Θυμόταν τον εξευτελισμό της και αυτός ήταν ο τρόπος του να απαντήσει εφτά χρόνια μετά στην πρόκλησή της. Θα τη βοηθούσε να το κάνει καλά; Για να κερδίσει κάποιον άλλον; Της ήρθε αηδία, φοβήθηκε ότι θα κάνει εμετό. Δεν είχε ξεπεράσει τίποτα τελικά, όλα ήταν νωπά μέσα της.
«Παίζεις βρώμικα» του είπε σχεδόν ψιθυριστά και προσευχήθηκε να μην φαινόταν στο πρόσωπό της η επιθυμία να κλάψει.

«Δεν ξέρω άλλο τρόπο» παραδέχτηκε εκείνος και της χαμογέλασε.

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

κάτι ελαφρύ, για να διαβάσετε πριν τον ύπνο


κεφάλαιο 8-τι να θέλει άραγε;

«Χριστέ μου, πώς μπήκες εδώ μέσα; Χρειάζεται ειδική άδεια!» ξεφώνισε αγανακτισμένη η Σοφία λίγες μέρες μετά, ενώ ο Φίλιπ περνούσε το κατώφλι του εργαστηρίου της με φοβερή άνεση. Χαμογελούσε σαρδόνια. «Φόρα αυτό σε παρακαλώ» του είπε επιτακτικά και του πέταξε μια λευκή ρόμπα που είχε κρεμασμένη σε έναν καλόγερο. Εκείνος τη φόρεσε και προσπάθησε να την κουμπώσει αλλά δεν τα κατάφερε. Η ρόμπα ήταν αντρική αλλά το στέρνο του ξεπερνούσε τις διαστάσεις του προηγούμενου ερευνητή που δούλευε εκεί μέσα. Η Σοφία προσπάθησε να μην θαυμάσει το πώς του πήγαινε η ρόμπα και πόσο σέξι έδειχνε μέσα σε κάτι τόσο…αδιάφορο.
«Με είδε μια κοπέλα έξω να περιφέρομαι» είπε με τάχαμ λυπημένο ύφος «και με λυπήθηκε. Λόρα νομίζω ότι τη λένε».
«Ω Θεέ μου! Φίλιπ, δεν καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς να με εκθέτεις έτσι; Τι της είπες;» επέμεινε η Σοφία ενώ εκείνος περιεργαζόταν τα φιαλίδια της. Του έδωσε ένα ζευγάρι γάντια. Πάει, θα μόλυνε κάθε τι με την παρουσία του.
«Αφού ξέρει ότι είμαι χορηγός και ότι είμαστε οικογενειακοί φίλοι. Εγώ απλά είπα ότι θέλω να σε δω» είπε εκείνος και την προκάλεσε να του απαντήσει. Δεν είχε πει κάποιο ψέμα. «Ήταν πολύ φιλική» συμπλήρωσε και η Σοφία ξίνισε τα μούτρα της.
«Φαντάζομαι ότι θα έχεις συνηθίσει οι γυναίκες να κάνουν ό,τι θες, ακόμα και να σου δώσουν πρόσβαση σε χώρους με πρωτόκολλο ασφαλείας» του είπε. «Και πες μου σε παρακαλώ, τι κάνεις εδώ μέσα;»
«Αν είχες έρθει στο ραντεβού μας δε θα χρειαζόταν να το παίξω Επικίνδυνες Αποστολές!» είπε εκείνος και γέλασε ανάλαφρα. Η Σοφία κοίταξε τα ολόλευκα δόντια του, τα γεμάτα χείλη του και τον τρόπο που το στέρνο του ανεβοκατέβαινε με το τράνταγμα του γέλιου του. Πόσες φορές είχε σκεφτεί πώς θα ήταν να τον χάιδευε, πώς θα ήταν το φιλί του; Αλλά όχι πια. Αυτή τη στιγμή ήθελε απλά να τον δείρει.
«Ποιο ραντεβού; Εσύ αποφάσισες και διέταξες. Περίμενες να έρθω;» τον προκάλεσε. Εκείνος σοβάρεψε.
«Σε περίμενα στο πάρκινγκ μέχρι τις 18:15 και σκέφτηκα ότι μπορεί να ξεχάστηκες. Δεν πίστεψα ότι δεν είχες σκοπό να έρθεις» είπε ήρεμα αλλά η Σοφία διέκρινε ένα τόνο παράξενο στη φωνή του. Σαν έκπληξη, σαν απογοήτευση…
«Φίλιπ, με φέρνεις σε δύσκολη θέση. Χθες κιόλας μίλησα στον καθηγητή μου και αναγκάστηκα να του πω ότι δε μου άρεσε που σου έδωσε το κινητό μου. Σήμερα με εξέθεσες στη Λόρα. Αύριο τι θα κάνεις; Θα με βγάλεις στις εφημερίδες;» του είπε. «Δε νιώθω άνετα να βγαίνω και δε νομίζω ότι έχουμε κάτι να πούμε. Ναι, είμαστε οικογενειακοί φίλοι, και ναι, τυχαίνει να είμαστε στην ίδια πόλη αυτό το διάστημα, αλλά μη νιώθεις την υποχρέωση να περάσεις χρόνο μαζί μου. Είμαι καλά, είσαι καλά, ας συνεχίσουμε όπως ήμασταν. Χάρηκα που σε είδα» του είπε με μια ανάσα και σταμάτησε. Πρέπει να τον είχε πείσει. Την κοιτούσε αμίλητος. Λίγο εγωισμό να είχε έπρεπε να φύγει.
«Δε νιώθω καμία υποχρέωση» της είπε αυστηρά, σμίγοντας τα φρύδια του με έναν τρόπο που προμήνυε καταιγίδα. «Θέλω να περάσω χρόνο μαζί σου» της είπε τονίζοντας την πρώτη λέξη.
«Εγώ δεν έχω χρόνο να περάσω μαζί σου» του είπε η Σοφία, τονίζοντας το «έχω».
«Ολοκλήρωσε αυτό που έχεις να κάνεις και πάμε για φαγητό. Έχω κάτι που θέλω να συζητήσω μαζί σου» της είπε και η Σοφία έσφιξε τα δόντια της. Δεν καταλάβαινε με τίποτα αυτός ο άνθρωπος.
«Έχω τουλάχιστον μία ώρα δουλειά ακόμα» του είπε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος αποφασιστικά.
«Δώσε μου κάτι να διαβάσω και θα περιμένω» είπε ήρεμα και κάθισε σε ένα σκαμπό.
Η Σοφία κοίταξε τριγύρω. Βρήκε ένα περιοδικό και του το έδωσε.
«Να, ορίστε. Διάβασε το Biology Today του προηγούμενου μήνα. Να δω τι θα καταλάβεις» ειρωνεύτηκε.
«Θα κοιτάζω τις εικόνες» ειρωνεύτηκε κι αυτός και το άνοιξε. Η Σοφία τον κοίταξε. Πραγματικά χάζευε το περιοδικό. Δεν την κοιτούσε. Ήταν αποφασισμένος να μείνει εκεί και να την περιμένει. Ξεφύσηξε αγανακτισμένη.

Κάθισε στο μικροσκόπιό της και δούλεψε. Ναι, δούλεψε. Με τον Φίλιπ να κάθεται σε απόσταση δύο μέτρων από εκείνη και να διαβάζει το περιοδικό. Η Σοφία ήταν σίγουρη ότι αυτό ήταν το πιο τρελό σενάριο επιστημονικής φαντασίας.

«Α! Αυτό το έχεις γράψει εσύ!» τον άκουσε να λέει με ενθουσιασμό και γύρισε προς το μέρος του. Διάβαζε κάτι.
«Ναι, μάλλον» του είπε αδιάφορα και κοίταξε το ρολόι της. Είχαν περάσει πενήντα λεπτά. Πότε κιόλας; Καθόταν τόση ώρα ήσυχος;
«Δεν καταλαβαίνω λέξη αλλά ωραίο φαίνεται» της είπε και εκείνη γέλασε άθελά της. Έβγαλε τη ρόμπα της. Δεν ήθελε να τον ταλαιπωρεί άλλο.
«Φίλιπ, έλα, πάμε» του είπε κοφτά, δείχνοντας ότι δε θέλει να βγει μαζί του. «Πραγματικά θέλω να δω τι έχεις να μου πεις, μήπως και τελειώνει όλη αυτή η κατάσταση».
«Μπορώ να βοηθήσω σε κάτι;» τη ρώτησε ενώ εκείνη περιφερόταν στο χώρο και έσβηνε λαμπάκια, διακόπτες και μηχανήματα. Εκείνη έγνεψε αρνητικά.
«Θα πάμε για φαγητό και θα ήθελα στις εννιά να είμαι σπίτι μου» του είπε αποφασιστικά. Εκείνος συμφώνησε.
«Έχουμε πολλά να πούμε» της είπε εκείνος σοβαρά. «Ίσως πάρει περισσότερο».
«Δεν έχουμε πολλά να πούμε εμείς οι δύο. Ποτέ δεν είχαμε» του είπε και ήξερε ότι έλεγε ψέματα. Κάποτε μιλούσαν ώρες, έπαιζαν επιτραπέζια και τη συμβούλευε. Εκείνος όμως έδειχνε να μην τα θυμάται αυτά. Ούτε εκείνο το βράδυ… Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί γι’ αυτό ή να λυπηθεί. Να λυπηθεί που η μεγαλύτερη ήττα της ζωής της είχε περάσει τόσο απαρατήρητη από εκείνον.
«Πάμε» είπε εκείνος ανοίγοντας την πόρτα του εργαστηρίου για εκείνη. Είχε βγάλει τη ρόμπα και είχε μείνει με το κασμιρένιο πουλόβερ και το στενό τζιν του. Ήταν απλά πανέμορφος. Σαν μοντέλο σε περιοδικό. Σου έκοβε την ανάσα. Σε ανάγκαζε να σταματήσεις ό,τι κάνεις και να τον χαζέψεις. Διάολε, αν ήταν λίγο πιο άσχημος…
«Πάμε» είπε εκείνη παραιτημένη και τον ακολούθησε. Μέσα της έτρεμε άλλο ένα βράδυ μαζί του, ντρεπόταν για την ατημέλητη εμφάνισή της, αλλά την έτρωγε η περιέργεια να μάθει τι είχε να της πει.




Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

κεφάλαιο 7-πρόσκληση σε πάρτι


«Δεν ξέρω, Λόρα…» είπε η Σοφία αμήχανα. Είχε συναντήσει τη Λόρα και την Κατ στην καντίνα του πανεπιστημίου και δεν κατάφερε να τις αποφύγει. Συνήθως έφερνε κάτι από το σπίτι γιατί βαριόταν να διανύει το μισό πανεπιστήμιο για να φτάσει στην καντίνα, να στηθεί στην ουρά για να παραγγείλει και μετά να κάθεται μόνη να τρώει ή ακόμα χειρότερα, με παρέα. «Δεν νιώθω πολύ άνετα και δεν έχω και τι να φορέσω» ψέλλισε αδύναμα και ρούφηξε λίγο αναψυκτικό. Είχε μόλις τελειώσει τη σαλάτα της και ένα μπριός με αλλαντικά. Θα έσκαγε από το πολύ φαγητό. Σπάνια έτρωγε πολύ αλλά της είχε ανοίξει η όρεξη εδώ και λίγες μέρες.
«Μα είναι ΤΟ πάρτι!» είπε ενθουσιασμένη η Κατ. Η Σοφία την κοίταξε. Η Κατ ήταν λίγο μεγαλύτερη σε ηλικία αλλά δεν έμοιαζε πάνω από 25. Ήταν λεπτή και όμορφη και έδειχνε να απολαμβάνει κάθε λεπτό της μακράς φοιτητικής ζωής της χωρίς να κάνει σχέδια για το μέλλον. «Θα είναι διατμηματικό και θα γίνει της τρελής. Δε γίνεται να το χάσεις» επέμεινε.
«Δε θέλουμε να σε βλέπουμε μία φορά στο τόσο» παραπονέθηκε η Λόρα. Η Σοφία σούφρωσε λυπημένη τα χείλη της. Το άσχημο δεν ήταν ότι ένιωθε άβολα με τον κόσμο. Το άσχημο ήταν ότι πραγματικά συμπαθούσε αυτά τα παιδιά και δεν είχε τρόπο να τους το δείξει. «Θέλουμε να είσαι κι εσύ μέλος της παρέας μας».
«Δεν είναι ότι σας αποφεύγω…απλώς δε νιώθω άνετα» είπε η Σοφία αλλά δεν την πίστεψαν και πολύ.
«Ο Πίτερ πάντως θέλει πολύ να έρθεις» γέλασε η Κατ και η Σοφία χαμογέλασε ντροπαλά.
«Αυτό μου έλειπε τώρα» είπε και κρύφτηκε πίσω από το ποτήρι της. Της άρεσε ο Πίτερ, αλλά δεν ήξερε από πού να το πιάσει το θέμα. Ήταν πολύ ντροπαλή, είχε φάει και τα μούτρα της… Ο συνδυασμός ήταν εκρηκτικός.
«Έχω ακούσει ότι οι καινούργιοι ερευνητές που ήρθαν από το ΜΙΤ είναι κούκλοι» είπε η Κατ και γέλασαν και οι τρεις. Η φήμη αυτή είχε εξαπλωθεί σαν φωτιά. Η Μιράντα είχε δει τους νεαρούς φυσικούς και είχε πει ότι είναι ευκαιρία για «σύσφιξη των δύο επιστημών».
«Ενα ποτό θα πιούμε και θα φύγεις» επέμεινε η Λόρα. Η Σοφία ξεφύσησε. Πόσες φορές είχαν παίξει αυτό το παιχνίδι; Αφού ήξεραν ότι έλεγε πάντα όχι.
«Δεν ξέρω καν τι να βάλω. Μόνο τζιν έχω» είπε η Σοφία.
«Έχουμε εμείς ό,τι θέλεις» είπε η Λόρα. Αυτό ήταν το καλό του να μένεις σε μια πανεπιστημιούπολη. Όλα ήταν πολύ εύκολα. Το δούναι και λαβείν ήταν καθημερινό φαινόμενο. Δυστυχώς.

Η Σοφία έπιασε το κινητό της για να στείλει τάχαμ ένα μήνυμα και να αποφύγει την πίεση, αλλά εκείνη τη στιγμή δονήθηκε από ένα εισερχόμενο μήνυμα. Ήταν ένα άγνωστο νούμερο. Άνοιξε το μήνυμα και διάβασε κάτι που την έκανε να κοκκινίσει.

Δείπνο ή βόλτα; Θα περάσω αύριο από το εργαστήριο στις 6 να σε πάρω και αποφασίζουμε. Φίλιπ

Η Σοφία ξεροκατάπιε. Ευτυχώς τα κορίτσια συζητούσαν κάτι και δεν έδωσαν πολύ σημασία. Μα τι; Πώς; Γιατί την ενοχλούσε πάλι; Ήταν αστείο. Κάποτε θα σκότωνε για αυτό το ενδιαφέρον. Τώρα ένιωθε άβολα. Πληκτρολόγησε γρήγορα την απάντηση.

Πού βρήκες το κινητό μου; Θα δουλέψω ως αργά αύριο…Το κάνουμε άλλη στιγμή;
Ούτε αυτός άργησε όμως.

Ο δρ Λόιντ μού το έδωσε. Μεθαύριο στις έξι τότε. Τα λέμε

Η Σοφία νευρίασε. Αυτός ο καθηγητής της θα την πουλούσε και στο διάβολο αν ήταν να ευχαριστήσει τον χορηγό του. Θα του τα έλεγε ένα χεράκι όταν τον έβλεπε. Πώς είχε μπλέξει έτσι; Θα έβγαιναν πάλι; Δεν είχαν περάσει ούτε δέκα μέρες από την τελευταία πανωλεθρία. Έπρεπε να το ξαναπεράσει;

«Λέγε! Θα έρθεις;» διέλυσε τις σκέψεις της η Λόρα.
«Θα δούμε, το άλλο Σαββατοκύριακο είναι, έχω χρόνο» είπε διπλωματικά η Σοφία και χαμογέλασε. Τα κορίτσια ξεφύσησαν.
«Είσαι αδιόρθωτη» τη μάλωσαν αλλά είδαν μια χαραμάδα φως και δεν επέμειναν.

Συζήτησαν λιγάκι για επιστημονικά ζητήματα και κατευθύνθηκαν μαζί στα εργαστήριά τους. Η Σοφία χαλάρωσε μαζί τους αν και για λίγο. Παραδέχτηκε σιωπηρά ότι περνούσε καλά μαζί τους. Ίσως έπρεπε να ξανασκεφτεί λιγάκι τη στάση της. Τώρα ήταν νέα, αλλά δεν μπορούσε να περάσει μια ζωή έτσι, μόνη της, να τρώει μπροστά από τον υπολογιστή και το Σάββατο βράδυ να πλέκει κασκόλ.


Αυτό το ξαφνικό ενδιαφέρον του Φίλιπ, την εισβολή του στη ζωή της όμως, δεν μπορούσε να το διαχειριστεί.  Χάρη σε εκείνη την απαίσια τελευταία συνάντησή τους, ντρεπόταν ακόμα και να τον κοιτάει. Πίστευε ότι κάθε φορά που της μιλούσε, έβλεπε μπροστά του τη 17χρονη Σοφία. Αλλά είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια απελπισμένη για την προσοχή του, δεν ήθελε να τον προκαλέσει. Ήθελε απλώς να ξεχάσει ότι υπήρξε ποτέ, και να μπορέσει σιγά σιγά, να βρει κάποιον άλλον άντρα χωρίς τον συγκρίνει μαζί του. Ποιος θα έβγαινε κερδισμένος από μια τέτοια σύγκριση; Μόνο ο Φίλιπ, που μέσα στην αβίαστη τελειότητα του, ήταν ο μόνος που την έκανε να νιώθει σαν σκουπίδι.