Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

κεφάλαιο 69-πικρή εξέλιξη, αλλά πλησιάζει το τέλος...

Ξυπνάω πολύ νωρίς και ντύνομαι. Η βάρδιά μου ξεκινάει στις εννιά και μισώ να δουλεύω πρωί επειδή έχει πολλή δουλειά. Περνάνε από τα χέρια μου εκατοντάδες παραγγελίες, κυρίως ανθρώπων που πάνε στο γραφείο τους και βιάζονται πολύ. Φοράω ένα απλό τζιν και ένα μαύρο μακό μακρυμάνικο. Από πάνω φοράω ένα μπλουζάκι του καφέ όταν φτάνω εκεί οπότε μικρή σημασία έχει τι έχω από κάτω.
Κατεβαίνω στον κάτω όροφο και τον βρίσκω να πίνει καφέ στο πάσο της κουζίνας χαζεύοντας την εφημερίδα του. Οι ώμοι του γερμένοι προς τα μέσα και φαίνεται κουρασμένος, παρόλο που είναι πρωί. Είναι πολύ όμορφος όμως. Φοράει ένα στενό σακάκι και ασορτί παντελόνι. Έχει διαλέξει τα καφέ δερμάτινα παπούτσια που είχαμε αγοράσει μαζί και μια γραβάτα που περιέργως πώς, ταιριάζει με τα ρούχα του. Μελαγχολώ στην ιδέα ότι δε με έχει πια ανάγκη για να διαλέξει ποια είναι η κατάλληλη γραβάτα για το πουκάμισο και το κοστούμι του. Κάποτε τη διάλεγα εγώ και του την έδενα ενώ με φιλούσε για καλημέρα.
«Καλημέρα. Γιατί δε με φώναξες να φάμε μαζί πρωινό;» του λέω πειραχτικά με όση γλύκα μπορώ. Εκείνος με κοιτάει φευγαλέα και γρυλίζει. Δεν απαντάει όμως. Περιφέρομαι στην κουζίνα ετοιμάζοντας δύο φέτες ψωμί με βούτυρο και μέλι, ζεστό καφέ και λίγο γάλα.
Κάθομαι απέναντί του και σιγομουρμουρίζω ένα τραγούδι ενώ τρώω. Δεν είμαι τόσο κεφάτη, αλλά ελπίζω στο να του μεταδώσω λίγο ενθουσιασμό. Δεν μπορώ να τον βλέπω έτσι. Η ασθένεια του πατέρα του τον έχει τσακίσει.
«Κοιμήθηκες καλά;» τον ρωτάω. Δεν απαντάει. Γενικά είναι ολιγόλογος τις τελευταίες μέρες. Ακόμα και μετά την πιο προσωπική συζήτηση που κάναμε και άνοιξα τα χαρτιά μου, απλώς αποσύρθηκε στο δωμάτιό του. Σήμερα, δύο μέρες μετά και ακόμα δεν έχουμε θίξει «το θέμα».
«Ο πατέρας μου πάει πολύ καλύτερα» μου λέει τελικά και καταλαβαίνω τι εννοεί. Πρέπει να φύγω. Ήρθα να τον στηρίξω και εφόσον ο πατέρας του διέφυγε τον κίνδυνο, δεν υπάρχει λόγος να καταχρώμαι τη φιλοξενία του. Έμαθα κι εγώ από την Ιλέιν τα νέα ότι ο Λιούις είναι καλύτερα, αλλά δεν περίμενα να με διώξει τόσο σύντομα.
«Δεν πήρε εξιτήριο ακόμα» επιμένω και ξεφυσάει.
«Ελίζαμπεθ, δεν πάει άλλο όλο αυτό» μου λέει σχεδόν παραιτημένος. «Δεν μπορώ να σε έχω μέσα στο σπίτι να πηγαινοέρχεσαι μέσα στην καλή χαρά. Σε ευχαριστώ που ήρθες, αλλά ειλικρινά δε με βοηθάς» μου λέει.
«Μα είναι φανερό ότι υποφέρεις για τον πατέρα σου!» του λέω και ένα νευρικό γέλιο ξεφεύγει από τα χείλη του.
«Είσαι πολύ έξυπνη!» μου λέει ειρωνικά και κοιτάει πάλι στην εφημερίδα του.
«Τι σημαίνει αυτό;» ρωτάω ήρεμα αλλά δεν απαντάει. Με εκνευρίζει να με αγνοεί.
«Πες μου» τον παροτρύνω.
«Ξέρεις κάτι; Έχω καταντήσει να κρύβομαι στο σπίτι μου! Αντί να ηρεμώ λιγάκι εδώ μέσα, σε βλέπω και μου ανάβουν τα λαμπάκια!» λέει ξαφνικά. Με αιφνιδιάζει. Δείχνει θυμωμένος. Περίμενα να έχει μαλακώσει κάπως, αλλά τίποτα.
«Μα γιατί;» ρωτάω, μόνο και μόνο για να γεμίσω την αμήχανη σιωπή.
«Θέλεις να μάθεις γιατί;» με ρωτάει και πετάει την εφημερίδα στο πάτωμα. «Κάτσε να σου πω, γιατί έκανα αρκετή υπομονή μαζί σου!» ανεβάζει τον τόνο της φωνής του. «Μετά από δέκα μήνες απόλυτης αφοσίωσης και προσφοράς βγάζεις συμπέρασμα ότι θέλω να σου κλέψω την περιουσία και να πάρω διαζύγιο και με παρατάς. Και μετά, όταν σου έρχεται αναλαμπή ότι μπορεί να έκανες λάθος, επιστρέφεις σαν να μην έλειψες ούτε μέρα και περιμένεις τι από μένα; Επειδή μου είπες μερικές βλακείες για τον εγωισμό σου, που πολύ αμφιβάλλω αν τις εννοούσες, νομίζεις ότι θα γίνουν όλα όπως  πριν; Όχι! Νομίζεις ότι είμαι έτσι για τον πατέρα μου! Πλανάσαι! Για όλη αυτή την κατάσταση είμαι έτσι. Για εμάς. Επειδή…»
«Ντέιβιντ, εγώ…»
«Πάψε! Εγώ μιλάω τώρα» με διακόπτει. «Επειδή σου έδωσα τα πάντα κι εσύ με πρόδωσες, επειδή δεν έχω το κουράγιο να ξαναπροσπαθήσω, να σου δώσω δεύτερη ευκαιρία Την ευκαιρία που λες ότι θες, αλλά δε σου αξίζει. Λιποτάκτησες, Ελίζαμπεθ! Και εγώ δεν θέλω τέτοια γυναίκα στη ζωή μου! Θέλω μια γυναίκα να με αγαπάει όσο κι εγώ».
«Ντέιβιντ, εγώ…»
«Ναι, ναι, ξέρω. Τώρα έχεις μετανιώσει, αλλά είναι αργά. Και ακόμα δεν έχω ξεσπάσει όσο θέλω. Λες, λες, μιλάς, μιλάς, αλλά δεν ακούς. Δε βλέπεις. Δε βλέπεις ότι με πλήγωσες και ότι ό,τι και να κάνεις δε γυρνάω πίσω» λέει και η φωνή του ραγίζει. Νιώθω τα δάκρυα να κυλάνε από τα μάτια μου και θέλω να εξαφανιστώ. Είναι δυνατόν να του το έκανα εγώ όλο αυτό;
«Πώς προέκυψε όλο αυτό; Δεν είχα καταλάβει ότι…» ψελλίζω.
«Δεν είχες καταλάβει ότι σε αγαπούσα;» με ρωτάει και νιώθω να παγώνω ολόκληρη. Θα έπρεπε να χαρώ, αλλά λυπάμαι. Τόσο μα τόσο πολύ.
«Όχι» παραδέχομαι.
«Σε αγαπούσα λίγο πριν σε παντρευτώ αλλά όταν αγόραζα τη βέρα ήμουν σίγουρος. Και προσπάθησα όσο κανείς για να σε κάνω να με αγαπήσεις, αλλά εσύ…εσύ με άδειασες!» μου λέει αηδιασμένος. Θεέ μου, με μισεί. 
«Δε θέλεις να ακούσεις τι έχω να σου πω;» τον ρωτάω τελικά ενώ συνεχίζω να κλαίω. Δεν περίμενα να μου μιλήσει έτσι αλλά το αξίζω.
«Όχι. Ήθελα να με ακούσεις εσύ πριν με καταδικάσεις ότι ήθελα να σου κλέψω το κτήμα» λέει και παίρνει τον χαρτοφύλακα του στο χέρι. «Θέλω να λείπεις όταν γυρίσω. Αρκετά! Αρκετά έζησα όλη αυτή την τρέλα. Θέλω να προχωρήσω τη ζωή μου και απόψε…έχω μια συνάντηση και θέλω να λείπεις».
«Ραντεβού;» ρωτάω με παράπονο. Μου είχε πει για μια άλλη γυναίκα αλλά δεν ήθελα να το πιστέψω.
«Ο,τι θέλω» μου λέει κοφτά.
«Δεν υπάρχει ελπίδα; Δεν ωφελεί να προσπαθήσω;» τον ρωτάω ενώ μου έχει γυρισμένη την πλάτη και κατευθύνεται στην πόρτα. Τα κατέστρεψα όλα. Με αγαπούσε! Και εγώ…πώς θα ζήσω με όλο αυτό;
«Καμία, και…συγγνώμη που ξέσπασα» λέει τελικά πιο ήπια αλλά δε γυρίζει. «Απλώς άργησες πολύ και τώρα που κατάλαβες ότι είχες άδικο, δε θέλω τίποτα από σένα».
«Ντέιβιντ, θα φύγω» του λέω τελικά ενώ ανοίγει την πόρτα και ο παγωμένος αέρας εισβάλλει στο σπίτι. Και στην καρδιά μου. Είναι το τέλος μιας εποχής. «Αλλά πριν φύγω θέλω να ξέρεις ότι θα σε περιμένω» λέω με σιγουριά. Βλέπω την πλάτη του να σφίγγεται και κάνει να γυρίσει αλλά δεν το αποφασίζει. Με ακούει όμως. «Όσο χρειαστεί. Πέντε μέρες, πέντε μήνες, δέκα, είκοσι, πενήντα χρόνια» συνεχίζω ακάθεκτη, χωρίς ανάσα. «Θα είμαι εκεί και θα δουλεύω και θα βγαίνω και θα περνάω καλά, αλλά μόνο εσύ θα ξέρεις την αλήθεια. Ότι θα σε περιμένω. Και όταν το αποφασίσεις, ελπίζω να το κάνεις δηλαδή, να έρθεις να με βρεις. Και το μόνο που θα κάνω είναι να ανοίξω την αγκαλιά μου, και θα είναι σαν να γνωριζόμαστε εκείνη τη στιγμή".

5 σχόλια:

  1. Ενταξει εχω μπλανταξει στο κλαμα... δε θελω να τους δω χωρια... δεν το αξιζουν ολο αυτο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ενταξει την περιμενα αυτην την εξελιξη ο καλος μας ο ντειβιντ δεν θα της συχωρουσε τοσο ευκολα ολα αλλωστε αμα το εκανε δεν θα ειχε και ενδιαφερον ;)
    χαρηκα παντως με την απαντηση που του εδωσε ειμαι σιγουρη οτι τον αγαπει παντοντινα πλεον

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Νομιζω οτι η Ελιζαμπεθ δεν εχει κάνει όσο groveling έπρεπε για να τη δεχτεί πίσω... Καλα της τα πες Ντειβιντ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. OYAOY Nτειβιντ!Το ξέσπασμα του απλα υπεροχο...ελιωσα και η Ε. ? Τι εκανε?Φωναξε του ότι τον αγαπας από την πρωτη στιγμη που τον ειδες,πες του ποσο μικρη ενιωθες πλαι του.ΚΑΝΕ ΚΑΤΙ!ΠΕΣ ΚΑΤΙ!Κλαις....ΤΙ ΚΛΑΙΣ?Ορμα και ταρακουνα τον !Φωναξε του ότι εχεις πεθανει μακρια του..!Δεν κανουν ετσι οσοι αγαπανε...ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΝΕ!!!Αχ θα με πεθανετε...δεν μου φτανει η στεναχωρια μου εχω και σας...!
    Καλλια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Κριμα που τελειωνει.. τελειο κεφαλαιο :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή