Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

κεφάλαιο 68-counter-attack

Πραγματικά δεν έχω χρόνο για όλο αυτό. Ο πατέρας μου είναι στο νοσοκομείο, ο εμίρης με πιέζει για συμφωνία αγνοώντας το προσωπικό μου πρόβλημα και η Ιλέιν έχει καταρρεύσει τελείως. Κι εγώ, εν μέσω αυτής της τρικυμίας, αντί να μπορώ να ηρεμήσω σπίτι μου αυτές τις ελάχιστες ώρες που είμαι εδώ, έχω να αντιμετωπίσω και…απρόβλεπτες επισκέψεις.
«Τι κάνεις εσύ εδώ;» τη ρωτάω θυμωμένος, κοιτώντας το σακ βουαγιάζ που κρατάει στο χέρι της. Έχε γούστο…
«Ήρθα να σε στηρίξω» λέει χαμογελαστή και κλείνει την πόρτα πίσω της με άνεση, λες και το σπίτι είναι δικό της. Όπως πριν από λίγο καιρό. Σταματάω τις σκέψεις μου και σταυρώνω τα χέρια στο στήθος. Αμυντικά, το ξέρω.
«Δε χρειάζομαι στήριξη και ειδικά από σένα. Τα είπαμε και στο νοσοκομείο» της θυμίζω. Στο νοσοκομείο. Εκεί που την είδα πριν από μερικές ώρες. Έδειχνε κουρασμένη, υποθέτω ότι έχει πιάσει κάποια δουλειά, αλλά ήταν αρκετά θρασύς για να έρθει να με ρωτήσει αν χρειάζομαι κάτι. Όχι, κυρία μου. Δε χρειάζομαι τίποτα. Ειδικά από σένα.
«Τα είπαμε, αλλά σκέφτηκα ότι θα νιώθεις μόνος στο σπίτι» επιμένει. Η φωνή της είναι κελαρυστή και χαμογελάει ολόκληρη. Το βλέπω ότι φοβάται την αντίδρασή μου, το βλέπω ότι η αυτοπεποίθησή της είναι μια μάσκα. Αλλά δε θέλω να την διώξω ακόμα. Όχι πριν την χαζέψω λιγάκι. Έχει αδυνατίσει αισθητά, αλλά είναι πολύ όμορφη. Φοράει ένα στενό τζιν και ένα απλό πουλόβερ και ο σφυγμός μου ανεβαίνει αναπάντεχα. Είναι όμορφη, μα τω Θεώ. Όμορφη σαν αμαρτία. Μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγμα. Δεν πρόλαβα να τη χορτάσω. Ούτε καν ξεκίνησα, αλλά εκείνη…
«Ποιος σου είπε ότι είμαι μόνος;» λέω πριν προλάβω να φιλτράρω τα λόγια μου. Δεν με τιμάει η απάντησή μου. Νιώθω την ανάγκη να την πονέσω και το μυαλό μου αντέδρασε σπασμωδικά αλλά το σφίξιμο των χειλιών της, η ανάσα της που κόπηκε και τα μάτια της που συννέφιασαν απότομα δε μου έδωσαν ικανοποίηση. Την πλήγωσα. Κάποιος θα έλεγε ότι της αξίζει. Ένα κομμάτι του εαυτού μου, αυτό που διψάει για εκδίκηση και δικαίωση χαίρεται. Αλλά ένα άλλο κομμάτι, αυτό που κυριαρχεί ακόμα ευτυχώς, αντιδράει στη σκληρή κουβέντα που της είπα.
«Τότε καλά θα κάνεις να της πεις να φύγει γιατί είμαστε ακόμα παντρεμένοι» μου λέει βρίσκοντας την αυτοκυριαρχία της και θαυμάζω το κουράγιο της.
«Νομίζω ότι έχουμε ξεκινήσει διαδικασίες για διαζύγιο» λέω σκληρά, ακίνητος στη θέση μου. Εκείνη πετάει το σακ βουαγιάζ στον καναπέ και κάθεται άνετα.
«Δεν έχει εκδοθεί ακόμα. Δεν επιτρέπεται να με αντικαταστήσεις» λέει γλυκά αλλά στάζει φαρμάκι. Ένα χαμόγελο μού ξεφεύγει, το νιώθω, αλλά το μαζεύω γρήγορα.
«Δεν ξέρω τι κάνεις εδώ, αλλά καλύτερα να φύγεις. Έχω ανάγκη από ξεκούραση και ηρεμία».
«Ντέιβιντ, ήρθα να βοηθήσω και αυτό θα κάνω» λέει ήρεμα. Και αποφασιστικά.
«Έχω μαγείρισσα, οικονόμο, οδηγό, κηπουρό, φίλους και οικογένεια. Δε βλέπω ποια μπορεί να είναι η χρησιμότητά σου στη ζωή μου» της λέω και με καρφώνει με το ζεστό βλέμμα της. Ίσως λίγο πιο ζεστό από όσο ορίζει η κατάσταση. Με κοιτάει για ατελείωτα δευτερόλεπτα, όλο νόημα. Ο ηλίθιος έπεσα στην παγίδα μου. «Όχι ευχαριστώ» της λέω και την ακούω να γελάει ενώ κατευθύνομαι στην κουζίνα για να πιω λίγο νερό. Δε διψάω αλλά θέλω να απομακρυνθώ από εκείνη.
«Με στήριξες με τη μητέρα μου και θα σε στηρίξω κι εγώ τώρα» λέει πεισμωμένη όταν γυρίζω στο σαλόνι. Αλλά δεν κάθομαι. Θέλω να έχουμε απόσταση.
«Αυτά τα πράγματα δεν είναι δούναι και λαβείν. Ευχαριστώ για την προσφορά και το εκτιμώ αλλά δε θέλω ούτε να σε βλέπω» της λέω με πάσα ειλικρίνεια. Ανοιγοκλείνει τα μάτια γρήγορα και παίρνει ανάσα. Δέχτηκε το χτύπημα χωρίς να αντιδράσει. Άλλαξε; Είναι δυνατόν;  Πού είναι ο αβυσσαλέος εγωισμός της;
«Το καταλαβαίνω και το δέχομαι, αλλά θεωρώ ότι είναι αφόρητο όταν έχεις προβλήματα να γυρνάς σπίτι και να είσαι μόνος σου» μου λέει και σκέφτομαι πόσο δίκιο έχει. Τόσες μέρες που έχουμε χωρίσει και ειδικά τώρα με το πρόβλημα του πατέρα μου συνειδητοποίησα ότι δε θα μπορέσω ποτέ να γυρίσω στην εργένικη ζωή μου. Η μοναξιά είναι αβάσταχτη σε ένα τεράστιο σπίτι και η σιωπή εκκωφαντική.
«Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι και τώρα, με σένα εδώ, δεν νιώθω μόνος;» την προκαλώ. Μου αρέσει να τη βλέπω να κοκκινίζει, να εκνευρίζεται αλλά να μην εκρήγνυται, σε μια επίδειξη καλής θέλησης. Αλλά όσα της λέω έχουν δόση αλήθειας. Έχουμε απομακρυνθεί πολύ. Τη νιώθω ξένη παρόλο που η καρδιά μου χτυπάει δυνατά όταν τη βλέπω.
«Αν σου κάνει καλό να με πληγώνεις, συνέχισε» μου λέει ξεφυσώντας δραματικά. «Αλλά μην κάνεις το λάθος που έκανα εγώ, Ντέιβιντ» με κοιτάει ευθεία μέσα στα μάτια. Νιώθω ότι με διαπερνάει με το βλέμμα της. «Γιατί μπορεί να καταλήξεις απίστευτα μόνος, να μετανιώνεις για όσα είπες».
«Δε μετανιώνω για τίποτα» της λέω και θυμώνω αλλά το μαζεύω αμέσως. Δε θα δώσω και εξηγήσεις. Αυτή φταίει. Αυτή. Για όλα.
«Τι θα φάμε;» μου λέει απόλυτα ήρεμα και γελάω. Στην αρχή νευρικά, τάχαμ ψεύτικα, αλλά στη συνέχεια ειλικρινά. Έχει πολλή πλάκα αυτή η γυναίκα. Το είχα ξεχάσει.
«Εσύ δεν ξέρω τι θα φας σπίτι σου όταν γυρίσεις, αλλά εγώ λέω να φάω μια πίτσα» της λέω.
«Τέλεια!» χτυπάει παλαμάκια με ενθουσιασμό. «Με μανιτάρια ελπίζω» μου λέει χαμογελαστή. Ξεφυσάω αλλά δεν αποσυμφορίζομαι. Θα πάθω εγκεφαλικό.
«Τι έχεις σκοπό να κάνεις;» τη ρωτάω. Κοιτάει το μενού της πιτσαρίας.
«Να μείνω εδώ μέχρι να βγει ο Λιούις από το νοσοκομείο. Ξέρω ότι δεν…» κομπιάζει αλλά δε με κοιτάει «δεν με αγαπάς, αλλά μπορούμε να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον. Σου χρωστάω πολλά και…».
«Γι’ αυτό είσαι εδώ; Για το κτήμα; Για το ευχαριστώ;» τη ρωτάω.
«Όχι μόνο» μου απαντάει χωρίς σκέψη. Θέλω να τη ρωτήσω για τι άλλο, αλλά ντρέπομαι.
Σηκώνομαι και παραγγέλνω όσα ξέρω ότι της αρέσουν από την πιτσαρία. Την πίτσα που της αρέσει, τη σαλάτα που της αρέσει, το αναψυκτικό που της αρέσει και το γλυκό που της αρέσει. Μερικά πράγματα δεν ξεχνιούνται εύκολα, σκέφτομαι πικρά. Η επιθυμία μου να την ικανοποιώ δεν έχει μειωθεί ούτε στο ελάχιστο.

Παίρνει το σακ βουαγιάζ και το πάει πάνω. Την ακολουθώ για να δω πού πάει. Δε μου μιλάει και πολύ. Δείχνει να νιώθει αμήχανα. Αφήνει τα πράγματά της στον ξενώνα. Δεν έχει και τόσο θράσος, βλέπω. Σχεδόν λυπάμαι.
«Δε με ρώτησες αν θέλω να μείνεις» λέω έτσι για τα προσχήματα. Δεν έχω κουράγιο να τσακωθούμε. Δε θέλω καν να φύγει. Με έχει πληγώσει πέρα από κάθε λογική και δεν θα τη συγχωρήσω ποτέ, νιώθω, αλλά δε θέλω να φύγει. Νιώθω αφόρητα μόνος.
«Για να μη μου πεις όχι» γελάει και επιστρέφουμε στο σαλόνι.
«Δε σημαίνει κάτι για εμάς» της λέω. Πιο πολύ για να το ακούσω. Απλώνει τα πόδια της στον καναπέ όπως τότε. Σαν να είναι η βασίλισσα του σπιτιού και της καρδιάς μου.
«Μπορώ πάντα να ελπίζω» μου χαμογελάει ενώ πιάνει το τηλεκοντρόλ και βάζει μια σαπουνόπερα. Ακόμα τη βλέπει αυτή τη βλακεία; Κρατάει το τηλεκοντρόλ σφικτά, σαν να είναι όπλο. Με φοβάται. Κάποιος άλλος μπορεί να μην το καταλάβαινε, αλλά εγώ είμαι συντονισμένος με τη σκέψη της, με κάθε της κρυφή επιθυμία.
«Σε τι να ελπίζεις; Χωρίσαμε και εγώ έχω γνωρίσει κάποια…» λέω, σε μια ύστατη προσπάθεια να την κάνω να καταλάβει ότι κύλησε πολύ νερό στο ποτάμι από τη στιγμή που με παράτησε και με έκανε κομμάτια. Δε με κοιτάει. Χαμηλώνει την ένταση της τηλεόρασης.
«Καλά κάνεις» λέει ψύχραιμα. «Εγώ πάντως θα μείνω μερικές μέρες εδώ και μόλις νιώσεις καλύτερα θα φύγω» επιμένει. Δε θα ξεμπερδέψω εύκολα.
«Πού πήγε ο υπέρμετρος εγωισμός σου;» τη ρωτάω απότομα και την αναγκάζω να με κοιτάξει. Το μετανιώνω αμέσως. Τα μάτια της θυμίζουν φοβισμένο κουτάβι, η αίγλη της κρύβεται πια πίσω από ένα θρυμματισμένο είναι. «Δε σε αναγνωρίζω. Νόμιζα ότι δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς τον εγωισμό σου».
«Πλάκα έχεις» μου λέει και γελάει γάργαρα, γέρνοντας το κεφάλι πίσω. Ο λευκός λαιμός της μου θυμίζει κύκνο και θέλω να απλώσω το χέρι μου αλλά κρατιέμαι. Κρατιέμαι επειδή δεν ξέρω αν θέλω να την χαϊδέψω ή να την πνίξω για όλη αυτή την τρικυμία που προκάλεσε ξανά μέσα μου. Κοιτάει πάλι την τεράστια οθόνη μπροστά της. «Εδώ ζω χωρίς εσένα τόσο καιρό, λίγος εγωισμός θα με πειράξει;».




6 σχόλια:

  1. Βλακα, δάκρυσα! Αλήθεια! Το ωραιότερο κεφάλαιο που έχεις γράψει μέχρι στιγμής, για μένα! Αποτύπωσες τα συναισθήματα τους με υπέροχο τρόπο! Και η τελευταία φράση με τσάκισε!!! Υπέροχο!!! ♥
    Κρίστι Παππά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ε μα...τη φάγανε την κοπέλα ότι είναι χαζή! Είπα να την ανεβάσω λιγάκι!

      Διαγραφή
  2. Ooo paidia dn ksero ti tha ginei me aythn thn istoria pantos dn to vazei kato kai ekeinos thn agapa akoma .Ax h teleytaia ataka me dielyse elpizo na exoun happy end ante dn antexo allo me trelanqn ayth oi dyo . Exei pollq kotsia h kopela mas ton agapa para poli tha ta kataferei(elpizo) team elizampeta ante gia na dei o kyrios david oti exei allaksei nq dothei ena telos se ayth thn yperoxh ma trelh istoria. Pistevo oti o erotas tous tha yperisxysei tous axizei meta apo toso pono pou exakolouthei na yparxei na erthei h litrosh tous .Yperoxo anypomono gia thn synexeia

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. * h eva eimai ego to esteila to parapano anypomono gia thn synexeia filliiaa

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. αυτη η τελευταια ατακα....... εχω μεινει με την τριχα καγκελο! δεν το περιμενα απο την Ελιζαμπετα αυτο.. τουλαχιστον εκεινη εριξε τον εγωισμο της και σχεδον του ειπε πως τον αγαπα. ολη της η σταση το φωναζει, τα ματια της ακομα και τα κωδικοποιημενα λογια της! δε γινεται να μην το κατλαβαινει! ξυπνα Ντειβιντ! τη λατρευω αυτη την ιστορια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Υπεροχο κεφαλαιο!Ξετρελαθηκα που ηταν γραμμενο δια μεσω των σκεψεων του Ντειβιντ!Η ατακα στο τελος της Ε. όλα τα λεφτα...μπραβο κοριτσι μου..δεν σε εχει αγαπησει αδικα, διεκδικησε τον σαν γυναικα!Φουλ επιθεση επαιξε η Ε. αλλα ομολογω δεν της το χα...χιχιχι!Καλλια

    ΑπάντησηΔιαγραφή