Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

κεφάλαιο 77-N+E=L.F.E.

Ο γάμος έγινε δύο μέρες μετά στις έξι το απόγευμα. Η Ελίζαμπεθ φόρεσε ένα κοντό φόρεμα και σανδάλια για να περπατάει άνετα στην άμμο και ο Ντέιβιντ ένα λινό παντελόνι και μπλε σκούρο πουκάμισο. Κουμπάρος ήταν ο Μαξ και η Ιλέιν παράνυμφος της Ελίζαμπεθ.

Η τελετή διήρκησε λίγο, αλλά το πάρτυ κράτησε μέχρι τα ξημερώματα. Κανείς δεν ήθελε να εγκαταλείψει την πίστα. Νέοι και μεγάλοι χόρεψαν με την ψυχή τους και ευχαρίστησαν το ζευγάρι για την υπέροχη έκπληξη και την ευκαιρία να ταξιδέψουν για ένα τόσο όμορφο σκοπό. Ο Ντέιβιντ τα είχε οργανώσει όλα τέλεια και η Ελίζαμπεθ βεβαιώθηκε, αν είχε τις όποιες ελάχιστες αμφιβολίες, ότι ο άντρας της θα κινούσε ακόμα και βουνά για να την κάνει ευτυχισμένη.

«Περάσαμε τόσα πολλά…» του είπε η Ελίζαμπεθ όταν πια έμειναν μόνοι, να χορεύουν κάτω από το σεληνόφως, ενώ οι καλεσμένοι είχαν αποσυρθεί στα δωμάτιά τους, χορτασμένοι από διασκέδαση και το υπέροχο φαγητό που είχαν προετοιμάσει οι σεφ του ξενοδοχείου.
«Και γίναμε πιο δυνατοί» της είπε εκείνος και την έσφιξε λίγο πιο πολύ πάνω του. Η Ελίζαμπεθ αναστέναξε. «Από εδώ και στο εξής δε θα αφήσω τίποτα να μπει ανάμεσά μας» είπε με σιγουριά.
«Σε πιστεύω, αγάπη μου» απάντησε η Ελίζαμπεθ, με όλο της το είναι. «Σε πιστεύω και δε θα αμφισβητήσω ποτέ τις προθέσεις σου».
«Δεν ξέρω αν θα το αντέξω να είσαι τόσο…συνεργάσιμη!» γέλασε εκείνος και το πλούσιο γέλιο του την παρέσυρε.
«Συνεργάσιμη, ποτέ!» του είπε με πάθος. «Απλώς…καλοπροαίρετη!» διευκρίνισε. Ο Ντέιβιντ ξεφύσησε ανακουφισμένος και η Ελίζαμπεθ γέλασε ξανά. Οι δάδες που φώτιζαν λίγο τον ειδικά διαμορφωμένο χώρο για το γάμο είχαν αρχίσει να σβήνουν και μόνο το φεγγάρι φώτιζε τα πρόσωπά τους. Αλλά και οι δύο έλαμπαν από ευτυχία.
«Νιώθω σαν να ξεκίνησε η ζωή μου τη μέρα που μπήκες στο γραφείο μου και με ρώτησες όλο ύφος ποιες θα είναι οι αρμοδιότητές σου» της είπε εύθυμα.
«Θυμάσαι; Είχα έρθει τρομαγμένη από αυτά που είχα ακούσει για τη συμπεριφορά σου στις άλλες βοηθούς σου και σκέφτηκα ότι η επίθεση είναι η καλύτερη άμυνα» παραδέχτηκε.
«Αν θυμάμαι λέει; Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι θα έπρεπε να δείξω μεγάλη αυτοσυγκράτηση για να μη σου δείξω τι αρμοδιότητες θα ήθελα πραγματικά να έχεις!».
«Πρόστυχε!» τον τσίμπησε τρυφερά στα πλευρά και εκείνος γέλασε.
«Αλλά ήσουν μικρή και τόσο εργατική…ένιωθα σαν τον κακό λύκο».
«Κακός λύκος, αλλά τόσο σέξι» γουργούρισε στο αφτί του και εκείνος σφίχτηκε.
«Και εσύ δεν πας πίσω» ανταπέδωσε το κομπλιμέντο και το χέρι του χάιδεψε τον ώμο της. Μια απλή κίνηση και το αίμα και των δυο άρχισε να βράζει.
«Σε αγαπάω τόσο πολύ που τρομάζω, Ντέιβιντ» του είπε εκείνη με κομμένη την ανάσα. Και ήταν η αλήθεια.

«Και εγώ σε αγαπώ, Ελιζαμπέτα μου. Και θα φροντίσω να είσαι πάντα ευτυχισμένη γιατί γέμισες τη ζωή μου φως»  της είπε και τη σήκωσε στην αγκαλιά του με μια επιδέξια κίνηση. Προχώρησε αργά μέχρι την καμπάνα τους και την ακούμπησε στο κρεβάτι. Την έγδυσε και ξάπλωσαν μαζί και σφράγισαν την αγάπη τους με το πιο ουσιαστικό, το πιο βαθύ σμίξιμο που μπορεί να έχει ένα ερωτευμένο ζευγάρι… 




κεφάλαιο 76-έκπληξη!

Την επόμενη μέρα μετά το πρωινό μας μπάνιο πάμε μια βόλτα στην πόλη για να αγοράσουμε μερικά σουβενίρ μιας και φεύγουμε σε τρεις μέρες. Περνάμε μερικές ώρες κάνοντας βόλτες, τρώγοντας σε ένα μικρό εστιατόριο με θαλασσινά και αγοράζοντας όμορφα διακοσμητικά από ιδιαίτερα μαγαζάκια ντόπιων. Κατά τις πέντε το απόγευμα παραπονιέμαι ότι κουράστηκα και ο Ντέιβιντ κοιτάει το ρολόι του.
«Άλλο λίγο» μου λέει και με οδηγεί σε ένα βαν που πουλάει παγωτό. Διαλέγουμε από δύο μπάλες ο καθένας και το τρώμε κάνοντας βόλτα στην παραλία. Πιο πολύ από κάθε τι στη σχέση μας, μου αρέσει να περπατάμε χέρι χέρι. Αυτή είναι η μεγαλύτερη απόλαυση. Νιώθω ότι το χέρι μου είναι η προέκταση του δικού του και ότι δεν είμαστε δύο άνθρωποι αλλά ένας, έτσι όπως περπατάμε πιασμένοι και αποφεύγουμε να αφήσουμε ο ένας τον άλλον ακόμα και όταν συναντάμε εμπόδια.

Κατά τις έξι και είκοσι φτάνουμε στο ξενοδοχείο και με το μικρό αμαξίδιο κατευθυνόμαστε στην καμπάνα μας με σκοπό να απολαύσουμε ένα χαλαρωτικό μασάζ το οποίο έχει κλείσει ο Ντέιβιντ για τις οκτώ. Αλλά κάτι παράξενο τραβάει την προσοχή μου. Στην παραλία μπροστά από την καμπάνα μας γίνεται ένα τεράστιο πάρτι. Με πολύ κόσμο που χορεύει ξέφρενα και ο ενθουσιασμός τους είναι κολλητικός. Πλησιάζοντας αρχίζω να διακρίνω φιγούρες, οικείες φιγούρες, και κοιτάω τον Ντέιβιντ παραξενεμένη. Τι στο καλό; Όταν πλησιάζουμε στην θεότρελη παρέα και μας βλέπουν, φωνάζουν όλοι μαζί «Έκπληξη!!».

Βλέπω τη μητέρα μου με ένα πολύχρωμο παρεό που δεν ήξερα καν ότι είχε, τον αδερφό μου και την κοπέλα του να πίνουν κοκτέιλ, την Κάρι, την Ερικα με τον φίλο της, τον Κρις να χορεύει με την Κέιτλιν, την Ιλέιν αγκαλιά με τον Μαξ, τους γονείς του Ντέιβιντ να κρατάνε ένα τεράστιο καρπούζι με ομπρελίτσες και καλαμάκια. Και όχι μόνο αυτούς…φίλους μου από το πανεπιστήμιο, υπαλλήλους της Ρεντ, φίλους του Ντέιβιντ. Είναι κάπου 60 άτομα και όλοι δείχνουν ενθουσιασμένοι που είναι εκεί. Εγώ έχω παγώσει από το σοκ, αν και η χαρά μου είναι τεράστια.
«Ένα δωράκι από μένα για σένα» μου ψιθυρίζει ο Ντέιβιντ και τον κοιτάω.
Βλέπει ότι είμαι μπερδεμένη και σπεύδει να με βοηθήσει. «Είχα ένα τζετ να περιμένει. Σκέφτηκα ότι ίσως θες να παντρευτούμε εδώ, μαζί με όσους αγαπάμε!» με αιφνιδιάζει.
«Εδώ; Σήμερα;» γελάω.
«Εδώ ναι, αλλά όποτε θες. Τα έχω κανονίσει όλα. Οι διακοσμητές θέλουν τρεις ώρες για να στήσουν την τελετή. Έχω κλείσει τριάντα δωμάτια για όσο θέλουν να μείνουν οι καλεσμένοι, το τζετ περιμένει να μας γυρίσει όλους μαζί!»
«Δεν περίμενα τόσο σύντομα!».
«Δε θες…;» με ρωτάει τρομαγμένος και γελάω ξανά.
«Φυσικά και θέλω! Θα διασκεδάσουμε απόψε και αύριο παντρευόμαστε. Τι λες;» τον ρωτάω και χαλαρώνει.
«Η Κάρι έχει φέρει 8 φορέματα και 5 ζευγάρια σανδάλια για να βρεις αυτό που σου πάει πιο πολύ. Τα διάλεξα εγώ φυσικά όλα!» χαμογελάει. «Έχω κλείσει και κομμώτρια και μακιγιέζ και ό,τι άλλο θες!».
«Τα κανόνισες όλα τόσο γρήγορα επειδή φοβόσουν ότι θα αρνηθώ;» τον πειράζω και γνέφει θετικά. «Δεν το πιστεύω ότι φοβάσαι, Ντέιβιντ. Θα ερχόμουν και στην άκρη του κόσμου μαζί σου. Σε μια βάρκα ανάμεσα σε καρχαρίες» τον κοιτώ. Το πάρτι πίσω μας μαίνεται και κανείς δε μας ενοχλεί.
«Δεν  το πιστεύω ότι ήρθαν όλοι!» μου λέει ενθουσιασμένος.
«Εγώ δεν πιστεύω ότι κάλεσες τον Κρις!»
«Είναι φίλος σου και σκέφτηκα ότι ίσως τον θες» μου λέει συγκρατημένα και το εκτιμώ αυτό που κάνει. Σημαίνει ότι μας εμπιστεύεται αρκετά πια. Ότι καταλαβαίνει πόσο ισχυρή είναι η σχέση μας.
«Η Φρίντα;» τον ρωτάω ξαφνικά. Μου χαμογελάει.
«Είναι στο δωμάτιο της μητέρας μου γιατί φοβάται τη φασαρία» λέει. Δείχνει περήφανος που τα έχει οργανώσει όλα τέλεια. Θα έπρεπε να είναι. Είναι η πιο όμορφη έκπληξη.
«Πάμε να χαιρετίσουμε τους θαυμαστές μας τώρα;» με ρωτάει και αρπάζουμε δύο κοκτέιλ από ένα σερβιτόρο που προσφέρει ποτά στους καλεσμένους μας. Νιώθω ότι όλο το νησί γιορτάζει μαζί μας, όλη η παραλία είναι δική μας.

«Ο,τι πεις, αγάπη μου» του λέω και τρέχω στους δικούς μας.

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

κεφάλαιο 75-ακούγονται γαμήλιες καμπάνες

«Τι έπαθες; Είναι σαν να είδες φάντασμα» μου λέει και κοιτάει προς την άκρη της παραλίας, εκεί όπου έχει καρφωθεί το βλέμμα μου.
«Τίποτα, τίποτα» γελάω. «Ήταν μια κοπέλα εκεί μακριά και μου θύμισε την Έρικα».
«Μπορεί να της έμοιαζε. Μήπως σου λείπει η ζωή πίσω στο Λονδίνο και θες να γυρίσουμε;» ρωτάει όλο ενδιαφέρον και με χαϊδεύει τρυφερά.
«Όσο είμαι μαζί σου δεν μου λείπει τίποτα» απαντάω με σιγουριά και το εννοώ.
«Αυτή είναι η σωστή απάντηση» χαμογελάει αυτάρεσκα και ξαπλώνει στην σεζ λονγκ δίπλα μου. Έχουμε χαλαρώσει και οι δύο πάρα πολύ και χθες το βράδυ συζητούσαμε πώς θα γυρίσουμε στους ρυθμούς του Λονδίνου μετά από αυτό. Φοράμε τα μαγιό μας και σπάνια αλλάζουμε για να πάμε στην πόλη ή να πιούμε ένα ποτό στο μπαρ του ξενοδοχείου.
«Είμαι καλή μαθήτρια» τον πειράζω και τον βλέπω να τινάζει την άμμο από τα πόδια του. Ρίχνει μια ματιά στο τάμπλετ του και στέλνει μερικά μέιλ. Για μισή ώρα δε μιλάμε. Τον βλέπω μόνο να πληκτρολογεί συνοφρυωμένος.
«Όλα καλά;» ρωτάω.
«Ναι, ναι» λέει εκείνος. «Απλώς προσπαθώ να οργανώσω κάτι και προκύπτουν ένα σωρό αναποδιές» γελάει και χαλαρώνω.
«Τώρα που θα γυρίσω στη δουλειά δε θα υπάρχουν αναποδιές» του λέω με σιγουριά.
«Μόνο λάθος γραμματοσειρές» με πειράζει και γελάμε. Κάνει νόημα στον μπάτλερ που έχει η καμπάνα μας και παραγγέλνει το μεσημεριανό μας. Ο ήλιος είναι καυτός αλλά μας προστατεύει μια τέντα από καλάμια. Ο Ντέιβιντ διαλέγει φρέσκο ψάρι, ριζότο και λευκό κρασί. Για γλυκό επιλέγει μους λεμόνι. «Θα παίξουμε κάτι;» με ρωτάει και του κλείνω το μάτι όλο νόημα. «Επιτραπέζιο, αχόρταγη γυναίκα. Είμαι και κάποιας ηλικίας».
«Επιτραπέζιο; Ε καλά…» λέω και ανασηκώνω τους ώμους δραματικά. «Ας παίξουμε monopoly. Αλλά όχι, εσύ παίζεις Monopoly και στη ζωή σου! Ας παίξουμε…jenga».
«Τι λες για scrabble; Λείπει ένα πλακίδιο από το jenga» λέει και σηκώνεται για να φέρει το παιχνίδι από το δωμάτιό μας. Γνέφω θετικά. Δεν έχω παίξει πολλές φορές αλλά δεν είναι δύσκολο. Διαλέγεις στην τύχη μερικά γράμματα και πρέπει να φτιάξεις λέξεις πάνω σε ένα ταμπλό. Θα τον κερδίσω! Θα τον συντρίψω!

Το φαγητό μας θα έρθει σε περίπου σαράντα λεπτά και στρωνόμαστε αμέσως στο παιχνίδι.
«Είναι το αγαπημένο μου παιχνίδι» μου λέει. «Είναι το παιχνίδι που παίζουμε με την Ιλέιν και τους γονείς μου όταν είμαστε μαζί και έχω συμμετάσχει και σε τουρνουά στο πανεπιστήμιο».
«Θεέ μου, αυτό έκανες στα φοιτητικά σου χρόνια;» γελάω ενώ τον βλέπω να  ανοίγει το ταμπλό και να στήνει το παιχνίδι.
«Όχι μόνο» με κοιτάει. «Ήμουν πολύ καλός και σε άλλες δραστηριότητες, αλλά είμαι κύριος και δε θέλω να επεκταθώ» χαμογελάει με ένα σέξι τρόπο και κοκκινίζω λιγάκι.
«Διαλέγω πρώτη» λέω τελικά και μου θυμίζει ότι πρέπει να διαλέξω εφτά γράμματα μόνο. Διαλέγει και ο ίδιος εφτά γράμματα από το υφασμάτινο πουγκί και σχηματίζω την πρώτη λέξη. Την τοποθετώ στο κέντρο και σημειώνω τις πόντους.

Για λίγη ώρα παίζουμε χωρίς να μιλάμε. Ο Ντέιβιντ φτιάχνει σύνθετες λέξεις και με κερδίζει κατά κράτος αλλά διασκεδάζω πολύ, κυρίως διαφωνώντας με τον Ντέιβιντ για το αν η «τσιριμόνια» είναι λέξη ή όχι. Κατεβάζω τη λέξη «αγάπη» και τον κοιτάω με νόημα και εκείνος βασίζεται στο α και κατεβάζει μια άλλη λέξη. Διαβάζω και τον κοιτάω. «Γάμος» γράφει. Εκείνος τραβιέται πίσω στην καρέκλα του και αφήνει τα γράμματα μπροστά. Με κοιτάει διερευνητικά. Νιώθω ότι περιμένει. Τα μάτια του με ρωτάνε, η στάση του σώματός του δείχνει ότι έχει άγχος. Πιάνει το πουγκί με τα γράμματα και κατεβάζει μια φράση. Σε παρακαλώ, διαβάζω.
«Σε παρακαλώ, παντρέψου με ξανά. Αυτή τη φορά για πάντα» μου λέει βραχνά και δεν αντιδράω. Δεν το περίμενα. Τόσο σύντομα και τόσο…ρομαντικά. Γνέφω θετικά και δάκρυα κυλάνε από τα μάτια μου. Σηκώνεται και με αρπάζει στην αγκαλιά του και από την τσέπη του πουκαμίσου του βγάζει το μονόπετρό μου και το περνάει στο δάχτυλό μου. Είναι ελάχιστα διαφορετικό. Έχει μια ακόμη σειρά μικρά διαμαντάκια. Ο συμβολισμός είναι εμφανής. Είναι το ίδιο δαχτυλίδι με μια διαφορά. Όπως και η σχέση μας, η αγάπη μας, ο γάμος. Τα ίδια, αλλά αυτή τη φορά είμαστε και οι δύο πιο ώριμοι.
«Με κάνεις πολύ ευτυχισμένο» μου λέει συγκινημένος.
«Δεν πίστευα ότι άξιζα δεύτερη ευκαιρία» του παραδέχομαι και με σφίγγει πάνω του.
«Αξίζεις τα πάντα» με διαβεβαιώνει και μετά από μερικά ατελείωτα φιλιά, με αφήνει πάλι κάτω.

Με αγαπάει. Στ’ αλήθεια με αγαπάει. Το βλέπω στον τρόπο που με κοιτάει, που με φιλάει. Κάθε του κίνηση είναι ποτισμένη από αγάπη. Ελπίζω να έχει καταλάβει ότι τον αγαπώ κι εγώ όσο εκείνος. Θέλω κι εκείνος να νιώσει αυτή την ευδαιμονία, αυτή την απόλυτη ηρεμία και σιγουριά που νιώθω. Να μην έχει ανασφάλειες, να πατάει γερά στα πόδια του, να έχει την αγάπη μου σαν όπλο και να νιώθει δυνατός.

Γευματίζουμε το υπέροχο φαγητό που παρήγγειλε χωρίς να μιλάμε πολύ. Μόνο χαμογελάμε και οι δύο σαν να μοιραζόμαστε ένα μυστικό. Κάπου το απογευματάκι, και αφού έχουμε χορτάσει τις αισθήσεις μας με κάθε τρόπο, τον βλέπω να τηλεφωνεί ξανά κάπου για δέκατη φορά σήμερα και να δίνει οδηγίες.
«Τι είναι πάλι;» τον ρωτάω.
«Τίποτα, τίποτα» μου λέει και με φιλάει. Θα τον ξαναρωτήσω το βράδυ σκέφτομαι. Δε θέλω να έχουν σκιές ανάμεσά μας.



Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

κεφάλαιο 74-λοβ ιζ ιν δι έαρ

«Αυτή είναι ζωή» αναστενάζω ενώ λικνίζομαι αργά πάνω στην αιώρα μου. Ο Ντέιβιντ μόλις έχει βγει από το νερό, φοράει το μαγιό του και με κάνει να αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν ένας άντρας να είναι τόσο απελπιστικά όμορφος. Με κοιτάει χαμογελαστός χωρίς να ξέρει τι σκέφτομαι.
«Καλοκαίρι χωρίς Καραϊβική δεν είναι καλοκαίρι» γελάει. Είμαστε στις νήσους Κέιμαν, ένα βρετανικό υπερπόντιο έδαφος, σε μια μικρή καμπάνα σε ένα από τα πιο εξωτικά και απομονωμένα νησιά του συμπλέγματος. Είμαστε ήδη τέσσερις μέρες εδώ και έχουμε δει μόνο δυο τρία άτομα.
«Έχω χάσει τόσα πολλά» γουργουρίζω και αναδεύομαι. Έχω μαυρίσει αρκετά και λατρεύω την απόχρωση του δέρματός μου. Και εκείνος το ίδιο αν κρίνω από το αχόρταγο βλέμμα του.
Ένα μήνα τώρα που είμαστε ξανά μαζί, είμαστε απόλυτα ευτυχισμένοι. Μιλάμε πολύ και φροντίζουμε να είμαστε ξεκάθαροι σχετικά με τις επιθυμίες μας ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, αλλά ταυτόχρονα διασκεδάζουμε, γελάμε και κάνουμε έρωτα κάθε φορά σαν να είναι η πρώτη. Η ένταση της αγάπης του Ντέιβιντ με έχει εκπλήξει. Η ανάγκη του να με κάνει ξανά ευτυχισμένη, να λειάνει τις σκληρές γωνίες και να εξασφαλίσει ένα ήρεμο μέλλον μού δείχνει πόσο πολύ θέλει να είμαστε καλά μαζί. Αλλά κι εγώ από τη σειρά μου προσπαθώ να μη σκέφτομαι αρνητικά και να πιστεύω στις καλές προθέσεις του χωρίς να αμφισβητώ το ότι με αγαπάει και ότι θέλει το καλύτερο.

«Θα τα αναπληρώσουμε όλα» μου λέει και μου δίνει το μπωλ με τα φρούτα. Το παίρνω και τρώω λίγο πεπόνι. Είναι υπέροχα ζουμερό και νόστιμο.
«Όταν γυρίσουμε θα ξεκινήσω αμέσως δουλειά στην εταιρεία» του λέω. Σήμερα το σκέφτηκα. Παραιτήθηκα από το καφέ και δεν ζήτησα τον μισθό μου γιατί έμεινα τόσο λίγο. Ανυπομονώ να ξεκινήσω να δουλεύω πάλι μαζί του. Συζητήσαμε και λίγο τις αρμοδιότητές μου και είμαι πολύ αισιόδοξη ότι οι ιδέες μου και η εργατικότητά μου θα εκτοξεύσουν την εταιρεία του.
«Με κάνεις πολύ χαρούμενο» λέει απλά και κάθεται σε μια σεζ λονγκ πλάι μου. Συνήθως περνάμε το πρωινό στην παραλία, μετά γευματίζουμε στην καμπάνα και το απόγευμα παίζουμε χαρτιά, επιτραπέζια ή κάνουμε σερφ. Το πρόγραμμά μας είναι απλό αλλά αυτό χρειαζόμαστε. Ποιοτικό χρόνο μαζί και όχι συναρπαστικές δραστηριότερες.
«Και πήρα και μια άλλη απόφαση» λέω ήρεμα. Έχω την προσοχή του. «Το κοίτασμα είναι μικρό και η πλατφόρμα θα βγάζει πετρέλαιο για περίπου 2 χρόνια. Σκέφτομαι μόλις τελειώσει όλο αυτό, και με τα χρήματα που θα έχω συγκεντρώσει να φτιάξω στο κτήμα μου ένα απομονωμένο ίδρυμα για κακοποιημένες γυναίκες που αρχικά θέλουν να κρυφτούν από τον άντρα τους μέχρι σταδιακά να σταθούν στα πόδια τους και να ανεξαρτητοποιηθούν».
«Είσαι σίγουρη;» με ρωτάει μετά από μια μακρά σιωπή. «Δε θες να κάνεις χρήση των χρημάτων αυτών καθόλου; Δεν είναι πολλά αλλά είναι λίγα εκατομμύρια» λέει.
«Είναι λεφτά που δε θα μπορούσα να βγάλω αν εσύ δεν βοηθούσες. Αν εσύ δεν είχες ακούσει τον πατέρα μου να μιλάει για πιθανό κοίτασμα, αν δεν είχες επενδύσει στην πλατφόρμα. Δεν μου ανήκουν αυτά τα χρήματα».
«Εγώ ήθελα να είσαι ανεξάρτητη, να μη χρειάζεται ποτέ να κάνεις επιλογές από οικονομική αβεβαιότητα» μου λέει.
«Το ξέρω και σε ευχαριστώ, αλλά είμαι σίγουρη».
«Νομίζω ότι σε αγαπώ δέκα φορές πιο πολύ τώρα» λέει και νιώθω το χέρι του να σφίγγει το δικό μου. Τον κοιτώ παραξενεμένη.
«Μπορείς να δείξεις την ευγνωμοσύνη σου με έναν γενναιόδωρο μισθό» του λέω τελικά και γελάμε.
«Θα δούμε» κάνει μια αστεία γκριμάτσα και σηκώνεται απότομα. Με αρπάζει στην αγκαλιά του και με οδηγεί στο νερό ενώ εγώ διαμαρτύρομαι τσιρίζοντας. Καθόμαστε στην άμμο με τα πόδια μας να βρέχονται από το κύμα. Συζητάμε για την Ιλέιν και τον Μαξ, τις μέρες που περάσαμε χώρια, τους γονείς μας.
«Μου έλειψες πολύ τους έξι μήνες που είχες φύγει. Νιώθω ότι δε θα σε χορτάσω ποτέ»  μου χαϊδεύει τα μαλλιά.
«Εγώ πάντως δεν πάω πουθενά πάλι» του λέω αποφασιστικά. Δε θέλω να έχει ανασφάλειες. Αρκετά τον πλήγωσα.
«Δε σκόπευα να σε αφήσω να φύγεις!» μου λέει με ένα ύφος που δείχνει ότι σοβαρολογεί. Με πλησιάζει και με φιλάει τρυφερά. «Σε λατρεύω» μου ψιθυρίζει στο αφτί και χαμογελάω γιατί ξέρω τι θέλει.
«Προσπαθείς να με ρίξεις;» τον πειράζω.
«Δε με θέλεις;» με ρωτάει τάχαμ τρομαγμένος. Γελάω με το ύφος του.

«Ωωωω, δεν έχεις ιδέα!» του λέω και τυλίγω τα χέρια μου πίσω από το λαιμό του ανταποδίδοντας το καυτό φιλί του.



κεφάλαιο 73-τα ξεμπερδέματα

«Ελπίζω να μη σου έκοψα την τύχη» λέει ξερά. Κοιτάω το στέρνο του, δεν τολμάω να κοιτάξω πιο ψηλά, να διερευνήσω το βλέμμα του. Μυρίζει υπέροχα, και το άρωμα είναι καινούργιο. Δώρο άραγε; Σταμάτησε να φοράει αυτό που του είχα πάρει εγώ;
«Καμία τύχη. Σου είπα ότι θα περιμένω» απαντάω τελικά γνωρίζοντας ότι είναι επικίνδυνο αυτό που λέω. Του δίνω ξανά το όπλο για να με σκοτώσει. Κοιτάω πίσω από τον ώμο του σαρώνοντας την αίθουσα. Τίποτα. Παράξενο. Χαλαρώνω στην αγκαλιά του και ακολουθώ το δυναμικό βήμα του. Είναι απόλαυση να χορεύω μαζί του. Πάντα ήταν.
«Τόσους μήνες μακριά και δεν βρήκες άλλον άντρα;» ρωτάει δύσπιστα και με κοιτάει. Απομακρύνω το βλέμμα γιατί νιώθω γυμνή.
«Σου είπα ότι θα περιμένω» επιμένω. «Μην δείχνεις τόσο σοκαρισμένος. Δεν έχουμε όλοι τη δική σου ευκολία στη σύναψη…σχέσεων» δεν κρατάω την πικρία μου.
«Πάλι βγάζεις αυθαίρετα συμπεράσματα» με αιφνιδιάζει. «Και εκεί που λέω ότι μπορεί να άλλαξες…» με σφίγγει πάνω του. Πολύ. Λατρεύω να είμαι στην αγκαλιά του.
«Μια εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις λένε οι Κινέζοι» απαντάω τάχαμ εύθυμα.
«Η εικόνα δε λέει ότι η Αντίλα είναι η κόρη αυτού του εκνευριστικού εμίρη που είναι δυστυχώς καλός πελάτης μου. Η εικόνα δε λέει ότι μου ζήτησε να της κάνω μπέμπι σίτινγκ όσο ψάχνει ανώνυμα να βρει πού θα σπουδάσει η μικρή κακομαθημένη» λέει ήρεμα πιάνοντας αμέσως το νόημα, και κάθε λέξη του συντονίζεται με την μελωδία που παίζει ο πιανίστας. Είναι σαν να τραγουδάει.
«Και μπορεί να κυκλοφορεί έτσι ντυμένη η κόρη του εμίρη;» ρωτάω χωρίς πολλή σκέψη.
«Η κόρη του εμίρη μπορεί να φοράει ό,τι θέλει, γιατί πολύ απλά δεν την έχει δει κανείς» λέει και ακούω το χαμόγελο στη φωνή του. Φαντάζομαι την κοπέλα καλυμμένη όλη της τη ζωή και ξαφνικά να βγάζει τη μαντίλα και να κυκλοφορεί ελεύθερη.
«Τώρα που είδες το πρόσωπό της πρέπει να την παντρευτείς κιόλας;» τον ειρωνεύομαι.
«Ω Θεέ μου!» γελάει ξαφνικά. «Εμείς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε και σε αγαπούσα! Φαντάσου να παντρευτώ μια γυναίκα που δεν την αντέχω ούτε για ένα λεπτό».
«Με αγαπούσες;» ρωτάω πριν προλάβω να το μαζέψω.
«Νόμιζα ότι κατάλαβες το μήνυμα της βέρας» απαντάει ήρεμα. Πολύ ήρεμα. Λιώνω μέσα στην αγκαλιά του. Ευτυχώς που με σφίγγει πάνω του. «Σε παντρεύτηκα απόλυτα ερωτευμένος μαζί σου».
«Πολύ όμορφο αυτό που είπες» ψελλίζω και κάνω μια μικρή φιγούρα για να καταφέρω να πάρω αέρα.
«Δεν νομίζω ότι είχα επιλογή» λέει εύθυμα. Τον κοιτάω παραξενεμένη.
«Γιατί χαμογελάς σαν χαζό;» τον πειράζω.
«Μου έλειψε να σε κρατάω. Με πλήγωσες πολύ» λέει και συννεφιάζει το βλέμμα του «αλλά είναι μεγάλη τιμή για έναν άντρα να έχει αγκαλιά του μια γυναίκα όμορφη σαν κι εσένα».
«Σταμάτα τις κολακείες» λέω αδύναμα. Δεν ξέρω πού το πάει, αλλά μου αρέσει. Μακάρι να μην τελειώσει ποτέ αυτό το τραγούδι.
«Σε κοιτάνε όλοι» λέει απλά.
«Κοιτάνε εμάς, γιατί τους φαίνεται παράξενο που χορεύουμε» τον διορθώνω. Σκύβει και με φιλάει φευγαλέα στα χείλη και χάνω το βήμα μου. Τον πατάω και χαμογελάει. Η ανάσα μου κόβεται.
«Ας τους δώσουμε τότε και κάτι άλλο για να συζητάνε» συμπληρώνει.
«Ντέιβιντ, μη δίνουμε λάθος εντυπώσεις» λέω αυστηρά. Τι θα λένε οι γονείς του για εμένα; Δε θέλω να έχουν ψεύτικες ελπίδες.
«Τι λάθος εντυπώσεις δηλαδή;» με ρωτάει συνοφρυωμένος, με ειλικρινή απορία.
«Εγώ…να…» λέω αλλά δεν αντέχω άλλο την πίεση. Ακουμπάω το μέτωπό μου στο στέρνο του και δακρύζω. Συνεχίζω να χορεύω και το τραγούδι αλλάζει. Αλλά δεν αλλάζουμε παρτενέρ. «Γιατί βιάστηκες για το διαζύγιο;» τον ρωτάω φοβισμένη, αλλά θέλω να μάθω.
«Για να σε παντρευτώ ξανά» λέει και αποτραβιέμαι από την αγκαλιά του σαν να με χτύπησε ρεύμα. Τον κοιτάω σοκαρισμένη. Μου δίνει μερικά δευτερόλεπτα, και με αγκαλιάζει ξανά. Χορεύουμε πάλι. «Ήθελα να παντρευτούμε επειδή θέλεις όχι επειδή σε ανάγκασα γιατί φοβόμουν ότι δε θα δεχτείς. Ήθελα να φορέσεις το νυφικό που ονειρεύεσαι, να οργανώσουμε τον γάμο μαζί, να τα κάνουμε όλα από την αρχή και σωστά» καταλήγει. Με πιάνει από το χέρι και με απομακρύνει από την πίστα. Κοιτάω φευγαλέα τον κόσμο τριγύρω αλλά δε μας προσέχει κανείς. Ευτυχώς δεν έχουμε γίνει ρεζίλι. Βγαίνουμε στον κήπο και πάμε σε ένα υπαίθριο κιόσκι κοντά στην πισίνα. Είμαστε μόνοι μετά από πολύ καιρό.
«Ντέιβιντ, είμαι τόσο ηλίθια. Συγγνώμη για όλα» λέω όταν βρίσκω τη φωνή μου. Χαϊδεύει τα μαλλιά μου αλλά τίποτα άλλο. Μου αφήνει χώρο να συνειδητοποιήσω την αλήθεια.
«Μιας και ξέρω από πρώτο χέρι πόσο έξυπνη είσαι, να υποθέσω ότι…κάτι είχε θολώσει την κρίση σου;» με ρωτάει ντροπαλά. Είναι δυνατόν να μην το έχει καταλάβει ακόμα;
«Δεν είναι δικαιολογία…αυτό» λέω τελικά.
«Ποιο;» με πειράζει.
«Γιατί με πιέζεις;» αντιδρώ. «Ξέρεις ότι σε αγαπούσα. Ξέρεις ότι ήμουν τρελή για σένα. Ξέρεις ότι αντέδρασα υπερβολικά επειδή φοβήθηκα ότι θα με αφήσεις. Ποτέ δεν πίστεψα ότι ένας άντρας σαν κι εσένα…»
«Είσαι τρελή!» γελάει ξαφνικά. «Ήρθα απόψε τόσο αργά επειδή φοβόμουν να σε ξαναδώ» μου εκμυστηρεύεται και τον κοιτάω. Μεγάλο λάθος. Είναι τόσο όμορφος, τόσο τέλειος, τόσο σέξι. Με αποδιοργανώνει με το μαύρο σμόκιν του, με τα αρρενωπά χαρακτηριστικά του. «Το σώμα μου αντιδράει ενστικτωδώς…στην παρουσία σου» γελάει και με το βλέμμα του μου δείχνει χαμηλά. Χαμογελάω και εγώ. «Είμαι σαν ξαναμμένος έφηβος από τη στιγμή που σε γνώρισα».
«Και όταν δουλεύαμε μαζί;» ανασηκώνω τα φρύδια.
«Αμέσως μου άρεσες, σε ερωτεύτηκα αργότερα όμως» παραδέχεται. «Εσύ;» τολμάει.
«Το ίδιο» χαμογελώ ντροπαλά. «Απλά είχα σχέση και…».
«Α ναι. Ο Κρις. Τον είχα ξεχάσει αυτόν» λέει ξερά.
«Εγώ δεν έχω ξεχάσει τα χαρέμια σου» γελάω.
«Αφού δεν μπορούσα να έχω εσένα…»
«Τι σημασία έχουν όλα αυτά; Τα έκανα μαντάρα» παραδέχομαι.
«Κι εγώ. Δεν έπρεπε να μείνω έξι μήνες μακριά σου. Αλλά είμαι εγωιστής και με πλήγωσες πολύ και προσπάθησα να σε ξεχάσω αλλά ήταν αδύνατο» λέει και η καρδιά μου πετάει.
«Έτσι το λες…»
«Κυκλοφόρησαν οι καταραμένες οι φωτογραφίες και αμέσως σκέφτηκα ότι θα βγάλεις λάθος συμπεράσματα. Έξι μήνες χωρισμένοι και σκέφτομαι ακόμα μήπως λυπηθείς. Κάτι λέει αυτό. Σωστά;» με ρωτάει. Δεν τολμώ να ελπίζω. Δεν απαντάω. «Έξι μήνες χωρισμένοι και δε σταμάτησα λεπτό να σε σκέφτομαι, να σε ψάχνω στο άδειο κρεβάτι μου».
«Γιατί δεν με έψαξες πιο νωρίς;» παραπονιέμαι.
«Με πλήγωσες, Ελιζαμπέτα, με πλήγωσες πολύ» παραδέχεται βαριά αλλά το μόνο που προσέχω είναι το όνομά μου στα χείλη του. Είμαι ξανά Ελιζαμπέτα.
«Το ξέρω, αλλά…»
«Έπρεπε να ηρεμήσω, να μου περάσει ο θυμός. Αν σε έπιανα στα χέρια μου θα σε έπνιγα. Θα καταλήγαμε να κάνουμε σεξ όλη μέρα και μετά να τσακωνόμαστε. Είχα απίστευτη πικρία, παράπονο, εκνευρισμό».
«Τώρα;» τολμώ να ρωτήσω. Με παίρνει αγκαλιά και μου φιλάει το κεφάλι τρυφερά.
«Σε αγαπάω» μου λέει βραχνά και με σφίγγει δυνατά. «Σε αγαπάω. Πολύ. Βαθιά. Αθεράπευτα» λέει και κάθε λέξη σφηνώνεται στην καρδιά μου. «Σε περίπτωση που δεν το άκουσες ή δεν το κατάλαβες, ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ» φωνάζει μέσα στη σιγαλιά της νύχτας. «Δεν έχω πάψει να σε αγαπώ λεπτό και ελπίζω να με αγαπάς κι εσύ λιγάκι».
«Πολύ» λέω και ξεσπάω σε κλάματα. «Και αν μου δώσεις μια ευκαιρία, δε θα αμφιβάλλω ποτέ για σένα, θα σου έχω εμπιστοσύνη και θα…»
«Δηλαδή δε θα ζηλεύεις; Λατρεύω να ζηλεύεις!» μου γελάει και γελάω και εγώ. Και κλαίω ταυτόχρονα. Μια δεύτερη ευκαιρία στην ευτυχία. Είμαι τόσο τυχερή.
«Μην ανησυχείς γι αυτό!» αναδεύομαι στην αγκαλιά του. Με φιλάει στα χείλη απαλά στην αρχή και μετά με πάθος.
«Γύρνα σπίτι μας» μου λέει παρακλητικά. «Η Φρίντα κοιμάται κάθε βράδυ δίπλα στις παντόφλες σου».
«Και τις έψαχνα…» τον πειράζω.
«Πες μου ότι θα έρθεις πίσω» επιμένει.
«Θα έρθω» τον αγκαλιάζω.
«Και στη δουλειά» λέει επιτακτικά και τον κοιτώ παραξενεμένη. «Είσαι η πιο ικανή συνεργάτιδα που είχα ποτέ. Έχω κάνει ένα σωρό βλακείες. Σε χρειάζομαι πολύ» λέει.
«Θα μας κάνει κακό αν είμαστε όλη τη μέρα μαζί!».
«Θα είμαστε σε άλλα γραφεία, και θα βλεπόμαστε όσο θες» προτείνει. «Αλλά γύρνα πίσω!».
«Εντάξει, αλλά δε θα είμαι βοηθός σου»
«Ο,τι θες εσύ!» γελάει.
«Ντέιβιντ, θα τα κάνουμε όλα σωστά αυτή τη φορά;» τον ρωτάω φοβισμένη. Η ευτυχία που νιώθω μπορεί να εξατμιστεί.
«Όλα, αγάπη μου! Σου το υπόσχομαι» με σφίγγει πάνω του. Κλείνω τα μάτια μου και ανασαίνω το άρωμά του.
«Γιατί άλλαξες άρωμα;»
«Το απαίσιο σκυλί μου έσπασε το μπουκάλι που μου είχες αγοράσει» λέει εκνευρισμένος.
«Σε αγαπώ πολύ» του λέω και τον βλέπω να συγκινείται, αλλά το καλύπτει.

«Αυτή η φορά θα είναι η τυχερή μας» μου απαντάει και τον πιστεύω.


Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

ομορφιές



Κεφάλαιο 72-Μου χαρίζετε αυτό τον χορό; -Οχι. -Ε καλά, τον παίρνω μόνος μου.

Είναι ανώφελο και το ξέρω αλλά κανείς δεν μπορεί να με αποτρέψει από το να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου. Θα έρθω αντιμέτωπη με ένα φρικτό θέαμα, τον Ντέιβιντ και την καινούργια του σχέση. Πρέπει να δείχνω εκθαμβωτική, ώστε να μην καταλάβει κανείς ότι νιώθω λες και το σώμα και η ψυχή μου είναι παγιδευμένα μέσα στον πάγο.

Έχω απλώσει πάνω στο κρεβάτι μου δύο τουαλέτες και μερικά πιο απλά φορέματα, καλλυντικά, κοσμήματα, αξεσουάρ και στο πάτωμα τρία ζευγάρια παπούτσια. Τη μία τουαλέτα την αγόρασα χθες από παρόρμηση και την άλλη τη δανείστηκα από την Κάρι. Και οι δύο είναι μοναδικές και δυσκολεύομαι να διαλέξω. Επίσης δεν ξέρω τι παπούτσια να φορέσω, αν θα βάλω ψεύτικες βλεφαρίδες ή αν θα βάψω τα νύχια μου βαθύ κόκκινο. Νιώθω την ανάγκη να τα κάνω όλα, να τα βάλω όλα, να στολιστώ σαν παγώνι και να κρύψω την αλήθεια. Τελικά επικρατεί η λογική και διαλέγω ένα πιο μετρημένο λουκ.

Καλώ ένα ταξί για να με πάει στην οικεία Ρεντ αν και η Ιλέιν επέμενε να έρθει να με πάρει. Αρνήθηκα επίμονα γιατί ήθελα να μείνω μόνη μου και να αυτοσυγκεντρωθώ πριν διαβώ το κατώφλι τους. Δίνω τη διεύθυνση στον οδηγό και χαζεύω έξω από το παράθυρο το καλοκαιρινό Λονδίνο γεμάτο τουρίστες. Χαμογελάω με την ανεμελιά τους και σκέφτομαι ότι κι εγώ κάποτε ήμουν ανέμελη. Τώρα δε θυμάμαι καν πώς είναι να νιώθεις ευτυχισμένος.

Επιθεωρώ δέκα φορές την εμφάνισή μου με τη βοήθεια του καθρέπτη που κρύβω στο τσαντάκι μου. Το μακιγιάζ μου είναι τέλειο. Έχω απλώσει ένα λεπτό στρώμα πούδρας, ένα ροζ-μπρονζέ ρουζ και μπόλικη μάσκαρα στις βλεφαρίδες μου. Για τα χείλη διάλεξα ένα σκούρο κόκκινο κραγιόν, που σε συνδυασμό με το αυστηρό σινιόν και τη χωρίστρα στα μαλλιά μου, μου δίνει μια εξωτική νότα. Η τουαλέτα μου είναι χρυσή και με πούλιες, πολύ εντυπωσιακή και με βαθύ ντεκολτέ. Τα παπούτσια μου, ένα ζευγάρι χρυσά σανδάλια με ψηλό τακούνι, με κάνουν να δείχνουν ακόμα πιο ψηλή από όσο είμαι και νιώθω μια παράξενη αίσθηση αυτοπεποίθησης. Το αποτέλεσμα είναι σέξι αλλά και σεμνό ταυτόχρονα, πιστεύω σε καλή αναλογία.

Είμαι έτοιμη, επαναλαμβάνω νοερά, αλλά δεν πατάω το κουδούνι. Ο φύλακας με έχει αφήσει να περάσω και τώρα στέκομαι έξω από την εξώπορτα προσπαθώντας να βρω μια δικαιολογία για να μην μπω. Αλλά δεν υπάρχει. Ντύθηκα και ήρθα. Δεν γίνεται να φύγω τώρα. Πρέπει να το περάσω. Πρέπει να κλείσει και αυτό το κεφάλαιο.

Πατάω το κουδούνι και βλέπω τον δείχτη μου πάνω στο μπουτόν να τρέμει. Φοβάμαι τόσο πολύ που θέλω να κλάψω σαν παιδάκι που του έπεσε το παγωτό. Η οικονόμος των Ρεντ ανοίγει γρήγορα και με χαιρετάει εγκάρδια με οδηγεί στο σαλόνι. Ο Λιούις με βλέπει από μακριά και με πλησιάζει μαζί με τη γυναίκα του. Με φιλάνε και με αγκαλιάζουν.
«Χαιρόμαστε τόσο που ήρθες!» μου λένε και μου δείχνουν την Ιλέιν, που βρίσκεται στην άλλη άκρη και μιλάει με τον Μαξ. Είναι πολύ όμορφη, όπως πάντα. Φοράει ένα μακρύ ροζ φόρεμα, αρκετά στενό και αποκαλυπτικό αλλά το υποστηρίζει τέλεια.

Κοιτάω τριγύρω μου φευγαλέα. Μέσα στο σαλόνι, καθώς και στον πίσω κήπο υπάρχουν πάνω από 60 άτομα που πίνουν σαμπάνια και τρώνε τα καναπεδάκια που έχουν σερβιριστεί. Όλοι περνάνε καλά, υπάρχει ευχάριστο κλίμα και η μουσική που παίζει ένας κύριος στο πιάνο δίνει μια μοναδικά ρομαντική νότα στην βραδιά.
«Αυτό είναι για εσάς» τους λέω και τους δίνω ένα μικρό κουτί. Με μαλώνουν αλλά τους λέω ότι έπρεπε. Τους έχω αγοράσει ένα αστείο δώρο αλλά ενθουσιάζονται. Ξέρω ότι τους αρέσει να κάνουν παζλ και κανόνισα να φτιάξουν μια μεγάλη φωτογραφία τους από τις διακοπές τους στη Γαλλία την οποία μου έδωσε κρυφά η Ιλέιν σε παζλ. Με φιλάνε ξανά και μου μεταφέρουν λίγο από τον ενθουσιασμό τους.

Παίρνω ένα ποτήρι με σαμπάνια από έναν σερβιτόρο και πλησιάζω την Ιλέιν. Μιλάει με τον Μαξ κάπως έντονα αλλά σταματούν όταν με βλέπουν.
«Μη διακόπτετε εξαιτίας μου» τους λέω ανάλαφρα και γελάμε. Ο Μαξ με φιλάει και η Ιλέιν σφυρίζει επιδοκιμαστικά.
«Θα του βγει το μάτι» λέει όλο νόημα και ανασηκώνω τους ώμους.
«Δεν τον βλέπω πουθενά» λέω τελικά. Είναι χαζό να κρύβομαι.
«Κι εμείς έχουμε καιρό να τον δούμε» μου λέει ο Μαξ φανερά λυπημένος. «Έχουμε χαθεί και ελπίζω απόψε να μιλήσουμε λίγο γιατί δεν πάει άλλο».
«Εγώ πάλι ελπίζω να μη μιλήσουμε» λέω και γελάμε όλοι. Είναι πολύ καλό που τους έχω εδώ μαζί μου.

Μιλάμε για ένα σωρό θέματα, για την εταιρεία, για τον καιρό και την πολιτική. Η Ιλέιν φεύγει για να φέρει άλλο ένα ποτήρι σαμπάνια στον Μαξ και μιλάω μαζί του για λίγο. Μου λέει ότι περνάει πολύ ωραία με την Ιλέιν αλλά δεν ξέρει αν νιώθει κι εκείνη το ίδιο. Εγώ γνωρίζω ότι είναι τρελή για χάρη του, αλλά δεν μπορώ να του πω κάτι. Αυτά είναι δικά τους. Το μόνο που του λέω είναι ότι αξίζει να συνεχίσει να τη διεκδικεί. Η Ιλέιν επιστρέφει και τους αφήνω μόνους για λίγο. Μιλάω με μερικούς φίλους της οικογένειας Ρεντ, με κάποιους παλιούς συνεργάτες. Είναι όλοι φιλικοί και κανείς δεν αναρωτιέται τι κάνω εκεί, παρόλο που έχω χωρίσει με τον Ντέιβιντ.

Η ώρα περνάει βασανιστικά. Χώνομαι σε ένα από τα μπάνια και κωλυσιεργώ ελέγχοντας το μακιγιάζ μου. Η αναμονή με σκοτώνει. Μπήκα με αέρα, κινούμαι με αυτοπεποίθηση στο χώρο, γελάω και λικνίζομαι ευχάριστα όταν χορεύω με κάποιον. Αλλά έχουν περάσει δύο ώρες και ο Ντέιβιντ δεν έχει έρθει. Έχω αρχίζει να κουράζομαι και η αυτοπεποίθησή μου ξεφουσκώνει αργά σαν μπαλόνι με ήλιο. Δεν ξέρω τι θέλω πιο πολύ. Να τον δω ή να μην τον δω; Αν είναι να έρθει με εκείνη, δε θα θέλω να το βιώσω όλο αυτό.

Επιστρέφω στο σαλόνι και βλέπω τον Κρις Φορτράιτ, έναν οικογενειακό φίλο των Ρεντ, να με χαιρετάει ζωηρά. Ο Κρις είναι ένα χρόνο πιο μεγάλος από μένα και μεγάλωσε κοντά με την Ιλέιν μιας και οι γονείς τους είναι χρόνια φίλοι. Είναι πλακατζής, κοινωνικός και πάντα με φλερτάρει ανοιχτά, αλλά πολύ άκακα. Δεν είναι άσχημος. Είναι γύρω στο 1,80, ξανθός και με έντονα μπλε μάτια, αλλά το πρόσωπό του είναι πολύ γλυκό για τα γούστα μου. Με σέρνει κυριολεκτικά στην αυτοσχέδια πίστα και χορεύουμε ένα απαλό μπλουζ που παίζει ο πιανίστας, ανάμεσα σε έξι εφτά άλλα ζευγάρι όλων των ηλικιών. Μου λέει εν τάχει τα νέα του: για το καινούργιο του αμάξι, για ένα παιχνίδι γκολφ όπου κέρδισε έναν πρωταθλητή, για τη δουλειά του σε μια κορυφαία ναυτιλιακή και ένα σωρό άλλα νέα που δε με ενδιαφέρουν αλλά ο τρόπος που τα λέει έχει πλάκα. Γελάω με ενθουσιασμό και εκείνος με ρωτάει τα δικά μου νέα. Του λέω μερικά περιστατικά από το καφέ και δείχνει απορημένος που δουλεύω εκεί αλλά το κρύβει ευγενικά. Είναι διακριτικός ο Κρις και το εκτιμώ αυτό στους ανθρώπους. Γελάμε με κάτι που μου σχολιάζει για ένα ζευγάρι δίπλα μας, αλλά η πρόσκαιρη χαλάρωση δεν διαρκεί πολύ.

«Μπορώ;» ακούω μια βραχνή φωνή πίσω από την πλάτη μου και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, ο Κρις χάνεται από μπροστά μου με μια ελαφρά υπόκλιση και βρίσκομαι στην αγκαλιά του Ντέιβιντ…

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

κεφάλαιο 71-ραφτείτε!

Η είδηση έπεσε σαν βόμβα. Τουλάχιστον εγώ έτσι το ένιωσα. Άνοιξα μια μέρα ένα περιοδικό που ένας πελάτης είχε ξεχάσει στο καφέ και είδα τη φωτογραφία του. Ήταν με μια κοπέλα. Δεν την κρατούσε από το χέρι, αλλά έδειχναν οικεία. Το κείμενο κάτω από το στιγμιότυπο έλεγε ότι ο Ντέιβιντ Ρεντ εθεάθη ξανά με τη μελαχρινή καλλονή σε δρόμους του Λονδίνου. Καμία αναφορά στην πρώην γυναίκα του. Λες και πέθανα.

Και τι καλλονή όμως. Δεν τους αδικώ αν με ξέχασαν. Αν με ξέχασε κι εκείνος. Η κοπέλα μοιάζει με μοντέλο. Ίσως να είναι κιόλας. Με μαύρα μακριά στιλπνά μαλλιά, τέλειο δέρμα και γεμάτα χείλη, ψηλόλιγνο σώμα και σέξι ντύσιμο, δείχνει να του ταιριάζει απόλυτα. Η Ιλέιν μού τηλεφωνεί το απόγευμα και με ρωτάει αν είδα τα δημοσιεύματα. Είναι τόσο γλυκιά που ανησυχεί. Της μεταφέρω ότι ελπίζω να είναι ευτυχισμένος και το εννοώ. Εγώ μπορεί να υποφέρω αλλά θέλω να είναι καλά. Ίσως δεν ήταν γραφτό μας. Ίσως αυτή η γυναίκα του δώσει όσα δεν του έδωσα εγώ. Εμπιστοσύνη.

Τις επόμενες μέρες πηγαίνω στη δουλειά με λιγότερο κέφι αλλά προς το τέλος της βδομάδας παίρνω τα πάνω μου. Δεν ωφελεί να κλαίω τη μοίρα μου. Ήταν αναπόφευκτο. Είναι νέος και υγιής άντρας και χρειάζεται μια γυναίκα πλάι του.
Το κινητό μου χτυπάει την Παρασκευή το μεσημέρι και απαντάω κεφάτη. Είναι ο Λιούις.
«Κορίτσι μου!» ακούω την εύθυμη φωνή του.
«Λιούις, γυρίσατε επιτέλους;» γελάω και με μιμείται.
«Ε δεν κάτσαμε και πολύ! Μερικές βδομαδούλες» λέει πονηρά.
«Ξεκουραστήκατε; Όλα καλά;» ρωτάω με ειλικρινές ενδιαφέρον.
«Ναι, ναι, όλα καλά! Και ευτυχώς όσο έλειψα η Ιλέιν δεν κατέστρεψε τίποτα!» λέει και γελάμε πάλι.
«Η Ιλέιν έχει στρωθεί στη δουλειά» σημειώνω.
«Να είναι καλά ο Μαξ που την ανέχεται και τη βοηθάει» λέει με νόημα ο Λιούις και διαπιστώνω ότι ξέρει. Κι ας νομίζει η Ιλέιν ότι το κρύβει. Είναι δυνατόν; Όλοι βλέπαμε πώς την κοιτάει ο Μαξ.
«Εμμμ…» ψελλίζω χωρίς να ξέρω τι να απαντήσω για να μην προδώσω τη φίλη μου.
«Λοιπόν, λοιπόν» λέει τελικά ο Λιούις και με σώζει από την αμηχανία. «Έλεγα να κάνω ένα μικρό πάρτι για όσους ανησύχησαν για την υγεία μου τώρα που είναι όλα καλά» μου λέει και χαμογελάω.
«Μικρό πάρτι; Δηλαδή 50 άτομα;» τον πειράζω. Ο Λιούις έχει ένα τεράστιο κύκλο καλών φίλων και συγγενών και ακόμα έναν πιο τεράστιο με συνεργάτες και συνέταιρους».
«Έλεγα γύρω στα 100» γελάει αθώα. «Θέλω πολύ να έρθεις κορίτσι μου» λέει τελικά και η φωνή του ξαφνικά ακούγεται πιο κοφτή. Φοβάται την απάντησή μου.
«Λιούις, δεν ξέρω. Εγώ…» λέω αδύναμα. Τι να του πω; Ότι ο Ντέιβιντ δε θέλει να με δει; Ότι δεν είμαι σίγουρη κι εγώ αν θέλω να τον δω με τη σύντροφό του;
«Θέλω να είσαι εκεί» λέει εκείνος αποφασιστικά και μου θυμίζει λιγάκι τον γιο του. Δε θα γλυτώσω εύκολα. «Στήριξες την οικογένειά μου όσο ήμουν άρρωστος και παρόλο που εσύ και ο γιος μου δεν είστε πια μαζί, συνεχίζω να σε θεωρώ πολύ δικό μου άνθρωπο» μου λέει και νιώθω τα δάκρυα έτοιμα να κυλήσουν από τα μάτια μου.
Πόση αγάπη μού δίνει αυτή η οικογένεια, σκέφτομαι.
«Σε ευχαριστώ, Λιούις, αλλά ίσως είναι λίγο νωρίς» του λέω. Πάνε έξι μήνες που έχω να τον δω, αλλά είμαι σίγουρη ότι δεν είμαι σε θέση να το διαχειριστώ αν τον δω με την καινούργια σχέση του. Γιατί να γυρνάω το μαχαίρι στην πληγή; Γιατί να ρίψω και αλάτι από πάνω; «Μπορούμε να συναντηθούμε οι δυο μας αν θες, για ένα δείπνο κάπου έξω. Αλλά δε θα νιώθω άνετα αν…Δεν ξέρω τι να σου πω» λέω όχι και πολύ εύγλωττα.
«Δεν θα του επιτρέψω να σε κάνει να νιώσεις άσχημα. Και φυσικά μπορείς να φέρεις κάποιον συνοδό, ένα φίλο ή φίλη».
«Λιούις, δε θέλω να σου χαλάσω χατίρι, αλλά μου είναι δύσκολο» επιμένω.
«Θα τα καταφέρεις. Κάν’το για χάρη μου» λέει εκείνος. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω, σκέφτομαι. Η οικογένεια Ρεντ δεν έχει μάθει να ακούει!
«Θα το σκεφτώ. Δεν σου το υπόσχομαι αλλά θα το σκεφτώ» λέω τελικά. Είναι ό,τι καλύτερο μπορώ να προσφέρω αυτή τη στιγμή.
«Θα σου στείλω και πρόσκληση! Θα είναι όλα πολύ επίσημα» λέει με ενθουσιασμό ο Λιούις. «Θα είναι δεξίωση και θα φοράμε σμόκιν και τουαλέτες! Θα είναι τέλεια!» μιλάει γρήγορα σαν μικρό παιδί. Γελάω.
«Δεν θα ξέρω τι θα βάλω!» γκρινιάζω και σκέφτομαι ότι θα πρέπει να αγοράσω ένα ωραίο φόρεμα.
«Ο,τι και να φορέσεις θα είσαι η πιο όμορφη!» μου λέει γλυκά. Ο Λιούις είναι τόσο τρυφερός. Είμαι σίγουρη ότι τα ίδια λέει και στη γυναίκα του και στην κόρη του. Εγώ όμως σκέφτομαι μια άλλη γυναίκα που σίγουρα θα είναι πιο όμορφη από μένα.

«Λιουις, θα το σκεφτώ» λέω ξανά και αφού με προειδοποιεί ότι αν δεν πάω θα μου θυμώσει, το κλείνουμε φιλικά. 

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

κεφάλαιο 70-χρόνια πολλά, συνονόματη!

Έξι μήνες μετά…


Το ξέρω ότι είναι βλακεία που δουλεύω αλλά μου αρέσει. Κάποια στιγμή θα βρω κάποια θέση σε μια πετυχημένη εταιρεία, κάτι πιο παραγωγικό και μάχιμο, αλλά προς το παρόν μου αρέσει να δουλεύω στο καφέ. Η καθημερινή επαφή με τους ανθρώπους, η σχετικά εύκολη δουλειά, οι λίγες ευθύνες και οι μηχανικές κινήσεις είναι κάτι που με ηρεμεί. Δεν είμαι σε φάση να δουλέψω σε κάτι πιο ανταγωνιστικό μιας και η αυτοπεποίθησή μου είναι κομματιασμένη.

Μέσα σε αυτούς τους έξι μήνες έχουν γίνει τόσα πολλά… Ο Λιούις φυσικά ανάρρωσε πλήρως και επέστρεψε σπίτι του. Αποφάσισε να σταματήσει να δουλεύει τόσο πολύ και παρέδωσε τα ηνία σε ένα μικρό συμβούλιο που αποτελείται από τον Μαξ, την Ιλέιν και τον Ντέιβιντ. Τώρα απ’ όσο ξέρω κάνει καλοκαιρινές διακοπές στη νότια Γαλλία με τη γυναίκα του και είναι πιο ανανεωμένοι από ποτέ.

Η Ιλέιν και ο Μαξ έχουν αρχίσει να βγαίνουν! Η Ιλέιν, η οποία συνεχίζει να με επισκέπτεται τακτικά στο καινούργιο μου διαμέρισμα και να βγαίνει μαζί μου για ποτό και ψώνια, μου εκμυστηρεύτηκε ότι δεν το ξέρει κανείς γιατί φοβούνται ότι το περιβάλλον τους θα τους επηρεάσει. Εγώ της είπα ότι ελπίζω να είναι ευτυχισμένη και ότι βλέπω ότι ο Μαξ την αγαπάει πολύ. Είναι φοβερό το πόσο έχει αλλάξει η Ιλέιν μέσα σε αυτούς τους μήνες. Στρώθηκε στη δουλειά, αποφάσισε να σπουδάσει οικονομικά και στον ελεύθερο χρόνο της ασχολείται με το σχέδιο μόδας, στήνοντας μια μικρή επιχείρηση με χειροποίητες δημιουργίες. Έχει πέντε κοπέλες που δουλεύουν για εκείνη και πάνε ήδη πολύ καλά.

Η μητέρα μου είναι πολύ καλά και την έστειλα και αυτή διακοπές με την κυρία που την προσέχει στην Μαδρίτη για μερικές μέρες. Στην αρχή τής έκανε εντύπωση που ξόδεψα ένα τόσο μεγάλο ποσό για εκείνη, αλλά μόλις της εξήγησα την κατάσταση με το κτήμα, έμεινε εμβρόντητη. Δεν έχω πειράξει πάνω από μερικές εκατοντάδες λίρες. Νιώθω ότι αυτά τα χρήματα δεν είναι δικά μου. Η επένδυση είναι όλη του Ντέιβιντ και δε μου αξίζουν. Δεν αγόρασα σπίτι, παρόλο που ήθελα απεγνωσμένα ένα καλύτερο διαμέρισμα, δεν αγόρασα αμάξι παρόλο που ταλαιπωρούμαι με τα μέσα, δεν αγόρασα ρούχα και παπούτσια, δεν πήγα διακοπές στις Μπαχάμες. Το μόνο που έκανα ήταν ένα δώρο στον αδερφό μου και τις διακοπές στη μητέρα μου.

Κατά τα άλλα…ησυχία. Ο Κρις ήρθε για μερικές μέρες και πήγαμε για καφέ, η Ερικα βγαίνει με ένα εξαιρετικό παιδί και προβλέπω γρήγορη εξέλιξη στη σχέση τους και η Κάρι άλλαξε τμήμα και από ρεσεψιονίστ έγινε εκπρόσωπος τηλεφωνικής εξυπηρέτησης. Είναι ευχαριστημένη στην καινούργια της θέση και λέει ότι η αύξηση που πήρε της επέτρεψε να πάρει ένα μικρό δάνειο για να αγοράσει ένα αυτοκίνητο. Από μέσα μου χαίρομαι που η εταιρεία του Ντέιβιντ πάει καλά. Μαζί τη στήσαμε και νιώθω ότι είμαι κομμάτι της. Η Κάρι μού λέει ότι ο Ντέιβιντ έχει κλείσει πολλές συμφωνίες και ετοιμάζει παράρτημα στη Μέση Ανατολή. Δεν την ρωτάω περισσότερα γιατί πονάω να μαθαίνω νέα του.

Καμία επαφή έξι μήνες τώρα. Οι πρώτες βδομάδες κύλησαν μέσα στην μαύρη απελπισία. Κάθε μέρα ξυπνούσα με την ελπίδα ότι σήμερα θα μου στείλει και κάθε βράδυ κοιμόμουν δακρυσμένη. Μετά οι βδομάδες έγιναν μήνες και κάπου μέσα μου σταμάτησα να περιμένω. Σταμάτησα να κοιτάω το κινητό κάθε πέντε λεπτά, να το βάζω στο δυνατό παρόλο που ήμουν στη δουλειά, να κοιτάω τριγύρω μου στο δρόμο ελπίζοντας να τον δω. Σταμάτησα να πηγαίνω τάχαμ τυχαία σπίτι του για να τον συναντήσω, σταμάτησα να ψάχνω στο ίντερνετ για εκείνον. Σταμάτησα τα πάντα. Εκτός από το να ελπίζω.

Τώρα πια κοιτώ τις φωτογραφίες μας σπάνια. Η εικόνα του έχει αρχίσει και ξεθωριάζει στο μυαλό μου. Έχω πάρει την απόφαση να τον περιμένω, όπως του υποσχέθηκα και αυτό κάνω. Αρνούμαι ραντεβού, δεν κοιτάω δεύτερη φορά τους όμορφους άντρες που με χαζεύουν όλο νόημα στο καφέ. Δεν τολμάω καν να προχωρήσω τη ζωή μου. Νιώθω ότι θέλω να με βρει όπως με άφησε. Αν ποτέ πάρει την απόφαση.

Το διαζύγιο βγήκε. Πριν από μερικές μέρες και μετά από δύο επισκέψεις στη Ζόι για να υπογράψω, έλαβα ένα κίτρινο φάκελο με το όνομά μου απέξω. Χωρίς αποστολέα. Το άνοιξα ελπίζοντας ενδόμυχα ότι μου είχε στείλει εκείνος κάτι. Ένα ενθύμιο, ένα δώρο. Κάτι για να μου δώσει το σήμα ότι θα γυρίσει. Αλλά όχι. Ένας πάκος χαρτιά που έδινε τέλος στο γάμο μας. Δεν ξέρω πώς ένιωσα. Ανακούφιση ή ατελείωτο πόνο. Ήταν ένα κομμάτι της ζωής μου που πήρε τέλος. Το πιο ζωντανό, το πιο ανέμελο κομμάτι. Στα 25 μου χρόνια, οι δέκα μήνες που πέρασα μαζί του ήταν αυτοί που με καθόρισαν σαν γυναίκα, που ανέβασαν τον πήχυ στις επιθυμίες μου. Τώρα τα χαρτιά αυτά κοσμούν το τραπεζάκι μου. Εκεί τα ακούμπησα εκείνη τη μέρα και από τότε δεν έχω το κουράγιο να τα ξαναπιάσω. Σκουπίζω το τραπεζάκι γύρω από αυτά και ακουμπάω το φλιτζάνι του καφέ πάνω τους. Δε θέλω να τα αγγίξω λες και θα με μολύνουν.

Ποτέ δε θα καταλάβω πώς φτάσαμε ως εδώ. Ποτέ δε θα χωνέψω αυτή την απόλυτη αποτυχία. Εγώ φταίω φυσικά. Μόνο εγώ. Εκείνος με αγάπησε, δηλώνει. Τα έκανε όλα σωστά. Ένιωσε, πόνεσε για μένα. Το διαζύγιο είναι ένα αγκάθι μέσα μου αλλά κάποια στιγμή ίσως μάθω γιατί το ζήτησε αφού λέει ότι εννοούσε τους όρκους του. Εγώ τα σκότωσα όλα με τον ηλίθιο εγωισμό μου. Αναρωτιέμαι αν σε παρόμοια περίπτωση θα φερόμουν πάλι τόσο ηλίθια ή αν έχω αλλάξει πραγματικά. Φοβάμαι ότι ο Ντέιβιντ θολώνει τη λογική μου, φοβάμαι ότι είμαι τυφλή σε ό,τι έχει να κάνει με εκείνον επειδή τον αγαπώ τόσο πολύ.

Ακόμα τον αγαπώ. Δεν έχει αλλάξει αυτό. Ίσως πιο πολύ τώρα. Θυμάμαι μικρές λεπτομέρειες από την κοινή μας ζωή. Δεν είναι ότι είναι τόσο δυναμικός, τόσο όμορφος και πετυχημένος. Είναι ότι με φρόντιζε σαν πορσελάνινη κούκλα, ότι μου έφτιαχνε καφέ το πρωί και ότι με άφηνε να διαλέγω μουσική στο αμάξι του, ότι καθόταν με τις ώρες και με βοηθούσε να διαλέξω τι θα φορέσω στην έξοδό μας ενώ εκκρεμούσαν ένα σωρό επαγγελματικές του υποχρεώσεις.

Με σκοτώνει το ότι τον έχασα. Δεν το έχω εκλάβει ως προσωπική ήττα ή ότι έχασα το κελεπούρι. Έχασα τον άνθρωπό μου. Θα ήμουν μαζί του ακόμα και αν ήταν φτωχός, ένας άνθρωπος που δουλεύει για το μεροκάματο. Η ψυχή του είναι αυτή που είναι μοναδική. Δείχνει σκληρός αλλά είναι σαν μικρό παιδί, απλός και τρυφερός. Και εγώ έδωσα μια κλωτσιά και τα σκόρπισα όλα.


Όχι, δε θα κλάψω. Έχω τόσες μέρες και τα πάω πολύ καλά. Δεν κλαίω πια. Και τα βράδια δεν βλέπω εφιάλτες. Μου λείπει, Θεέ μου, μου λείπει πολύ. Αλλά του είπα ότι θα περιμένω. Και θα το κάνω. 

κεφάλαιο 69-πικρή εξέλιξη, αλλά πλησιάζει το τέλος...

Ξυπνάω πολύ νωρίς και ντύνομαι. Η βάρδιά μου ξεκινάει στις εννιά και μισώ να δουλεύω πρωί επειδή έχει πολλή δουλειά. Περνάνε από τα χέρια μου εκατοντάδες παραγγελίες, κυρίως ανθρώπων που πάνε στο γραφείο τους και βιάζονται πολύ. Φοράω ένα απλό τζιν και ένα μαύρο μακό μακρυμάνικο. Από πάνω φοράω ένα μπλουζάκι του καφέ όταν φτάνω εκεί οπότε μικρή σημασία έχει τι έχω από κάτω.
Κατεβαίνω στον κάτω όροφο και τον βρίσκω να πίνει καφέ στο πάσο της κουζίνας χαζεύοντας την εφημερίδα του. Οι ώμοι του γερμένοι προς τα μέσα και φαίνεται κουρασμένος, παρόλο που είναι πρωί. Είναι πολύ όμορφος όμως. Φοράει ένα στενό σακάκι και ασορτί παντελόνι. Έχει διαλέξει τα καφέ δερμάτινα παπούτσια που είχαμε αγοράσει μαζί και μια γραβάτα που περιέργως πώς, ταιριάζει με τα ρούχα του. Μελαγχολώ στην ιδέα ότι δε με έχει πια ανάγκη για να διαλέξει ποια είναι η κατάλληλη γραβάτα για το πουκάμισο και το κοστούμι του. Κάποτε τη διάλεγα εγώ και του την έδενα ενώ με φιλούσε για καλημέρα.
«Καλημέρα. Γιατί δε με φώναξες να φάμε μαζί πρωινό;» του λέω πειραχτικά με όση γλύκα μπορώ. Εκείνος με κοιτάει φευγαλέα και γρυλίζει. Δεν απαντάει όμως. Περιφέρομαι στην κουζίνα ετοιμάζοντας δύο φέτες ψωμί με βούτυρο και μέλι, ζεστό καφέ και λίγο γάλα.
Κάθομαι απέναντί του και σιγομουρμουρίζω ένα τραγούδι ενώ τρώω. Δεν είμαι τόσο κεφάτη, αλλά ελπίζω στο να του μεταδώσω λίγο ενθουσιασμό. Δεν μπορώ να τον βλέπω έτσι. Η ασθένεια του πατέρα του τον έχει τσακίσει.
«Κοιμήθηκες καλά;» τον ρωτάω. Δεν απαντάει. Γενικά είναι ολιγόλογος τις τελευταίες μέρες. Ακόμα και μετά την πιο προσωπική συζήτηση που κάναμε και άνοιξα τα χαρτιά μου, απλώς αποσύρθηκε στο δωμάτιό του. Σήμερα, δύο μέρες μετά και ακόμα δεν έχουμε θίξει «το θέμα».
«Ο πατέρας μου πάει πολύ καλύτερα» μου λέει τελικά και καταλαβαίνω τι εννοεί. Πρέπει να φύγω. Ήρθα να τον στηρίξω και εφόσον ο πατέρας του διέφυγε τον κίνδυνο, δεν υπάρχει λόγος να καταχρώμαι τη φιλοξενία του. Έμαθα κι εγώ από την Ιλέιν τα νέα ότι ο Λιούις είναι καλύτερα, αλλά δεν περίμενα να με διώξει τόσο σύντομα.
«Δεν πήρε εξιτήριο ακόμα» επιμένω και ξεφυσάει.
«Ελίζαμπεθ, δεν πάει άλλο όλο αυτό» μου λέει σχεδόν παραιτημένος. «Δεν μπορώ να σε έχω μέσα στο σπίτι να πηγαινοέρχεσαι μέσα στην καλή χαρά. Σε ευχαριστώ που ήρθες, αλλά ειλικρινά δε με βοηθάς» μου λέει.
«Μα είναι φανερό ότι υποφέρεις για τον πατέρα σου!» του λέω και ένα νευρικό γέλιο ξεφεύγει από τα χείλη του.
«Είσαι πολύ έξυπνη!» μου λέει ειρωνικά και κοιτάει πάλι στην εφημερίδα του.
«Τι σημαίνει αυτό;» ρωτάω ήρεμα αλλά δεν απαντάει. Με εκνευρίζει να με αγνοεί.
«Πες μου» τον παροτρύνω.
«Ξέρεις κάτι; Έχω καταντήσει να κρύβομαι στο σπίτι μου! Αντί να ηρεμώ λιγάκι εδώ μέσα, σε βλέπω και μου ανάβουν τα λαμπάκια!» λέει ξαφνικά. Με αιφνιδιάζει. Δείχνει θυμωμένος. Περίμενα να έχει μαλακώσει κάπως, αλλά τίποτα.
«Μα γιατί;» ρωτάω, μόνο και μόνο για να γεμίσω την αμήχανη σιωπή.
«Θέλεις να μάθεις γιατί;» με ρωτάει και πετάει την εφημερίδα στο πάτωμα. «Κάτσε να σου πω, γιατί έκανα αρκετή υπομονή μαζί σου!» ανεβάζει τον τόνο της φωνής του. «Μετά από δέκα μήνες απόλυτης αφοσίωσης και προσφοράς βγάζεις συμπέρασμα ότι θέλω να σου κλέψω την περιουσία και να πάρω διαζύγιο και με παρατάς. Και μετά, όταν σου έρχεται αναλαμπή ότι μπορεί να έκανες λάθος, επιστρέφεις σαν να μην έλειψες ούτε μέρα και περιμένεις τι από μένα; Επειδή μου είπες μερικές βλακείες για τον εγωισμό σου, που πολύ αμφιβάλλω αν τις εννοούσες, νομίζεις ότι θα γίνουν όλα όπως  πριν; Όχι! Νομίζεις ότι είμαι έτσι για τον πατέρα μου! Πλανάσαι! Για όλη αυτή την κατάσταση είμαι έτσι. Για εμάς. Επειδή…»
«Ντέιβιντ, εγώ…»
«Πάψε! Εγώ μιλάω τώρα» με διακόπτει. «Επειδή σου έδωσα τα πάντα κι εσύ με πρόδωσες, επειδή δεν έχω το κουράγιο να ξαναπροσπαθήσω, να σου δώσω δεύτερη ευκαιρία Την ευκαιρία που λες ότι θες, αλλά δε σου αξίζει. Λιποτάκτησες, Ελίζαμπεθ! Και εγώ δεν θέλω τέτοια γυναίκα στη ζωή μου! Θέλω μια γυναίκα να με αγαπάει όσο κι εγώ».
«Ντέιβιντ, εγώ…»
«Ναι, ναι, ξέρω. Τώρα έχεις μετανιώσει, αλλά είναι αργά. Και ακόμα δεν έχω ξεσπάσει όσο θέλω. Λες, λες, μιλάς, μιλάς, αλλά δεν ακούς. Δε βλέπεις. Δε βλέπεις ότι με πλήγωσες και ότι ό,τι και να κάνεις δε γυρνάω πίσω» λέει και η φωνή του ραγίζει. Νιώθω τα δάκρυα να κυλάνε από τα μάτια μου και θέλω να εξαφανιστώ. Είναι δυνατόν να του το έκανα εγώ όλο αυτό;
«Πώς προέκυψε όλο αυτό; Δεν είχα καταλάβει ότι…» ψελλίζω.
«Δεν είχες καταλάβει ότι σε αγαπούσα;» με ρωτάει και νιώθω να παγώνω ολόκληρη. Θα έπρεπε να χαρώ, αλλά λυπάμαι. Τόσο μα τόσο πολύ.
«Όχι» παραδέχομαι.
«Σε αγαπούσα λίγο πριν σε παντρευτώ αλλά όταν αγόραζα τη βέρα ήμουν σίγουρος. Και προσπάθησα όσο κανείς για να σε κάνω να με αγαπήσεις, αλλά εσύ…εσύ με άδειασες!» μου λέει αηδιασμένος. Θεέ μου, με μισεί. 
«Δε θέλεις να ακούσεις τι έχω να σου πω;» τον ρωτάω τελικά ενώ συνεχίζω να κλαίω. Δεν περίμενα να μου μιλήσει έτσι αλλά το αξίζω.
«Όχι. Ήθελα να με ακούσεις εσύ πριν με καταδικάσεις ότι ήθελα να σου κλέψω το κτήμα» λέει και παίρνει τον χαρτοφύλακα του στο χέρι. «Θέλω να λείπεις όταν γυρίσω. Αρκετά! Αρκετά έζησα όλη αυτή την τρέλα. Θέλω να προχωρήσω τη ζωή μου και απόψε…έχω μια συνάντηση και θέλω να λείπεις».
«Ραντεβού;» ρωτάω με παράπονο. Μου είχε πει για μια άλλη γυναίκα αλλά δεν ήθελα να το πιστέψω.
«Ο,τι θέλω» μου λέει κοφτά.
«Δεν υπάρχει ελπίδα; Δεν ωφελεί να προσπαθήσω;» τον ρωτάω ενώ μου έχει γυρισμένη την πλάτη και κατευθύνεται στην πόρτα. Τα κατέστρεψα όλα. Με αγαπούσε! Και εγώ…πώς θα ζήσω με όλο αυτό;
«Καμία, και…συγγνώμη που ξέσπασα» λέει τελικά πιο ήπια αλλά δε γυρίζει. «Απλώς άργησες πολύ και τώρα που κατάλαβες ότι είχες άδικο, δε θέλω τίποτα από σένα».
«Ντέιβιντ, θα φύγω» του λέω τελικά ενώ ανοίγει την πόρτα και ο παγωμένος αέρας εισβάλλει στο σπίτι. Και στην καρδιά μου. Είναι το τέλος μιας εποχής. «Αλλά πριν φύγω θέλω να ξέρεις ότι θα σε περιμένω» λέω με σιγουριά. Βλέπω την πλάτη του να σφίγγεται και κάνει να γυρίσει αλλά δεν το αποφασίζει. Με ακούει όμως. «Όσο χρειαστεί. Πέντε μέρες, πέντε μήνες, δέκα, είκοσι, πενήντα χρόνια» συνεχίζω ακάθεκτη, χωρίς ανάσα. «Θα είμαι εκεί και θα δουλεύω και θα βγαίνω και θα περνάω καλά, αλλά μόνο εσύ θα ξέρεις την αλήθεια. Ότι θα σε περιμένω. Και όταν το αποφασίσεις, ελπίζω να το κάνεις δηλαδή, να έρθεις να με βρεις. Και το μόνο που θα κάνω είναι να ανοίξω την αγκαλιά μου, και θα είναι σαν να γνωριζόμαστε εκείνη τη στιγμή".

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

κεφάλαιο 68-counter-attack

Πραγματικά δεν έχω χρόνο για όλο αυτό. Ο πατέρας μου είναι στο νοσοκομείο, ο εμίρης με πιέζει για συμφωνία αγνοώντας το προσωπικό μου πρόβλημα και η Ιλέιν έχει καταρρεύσει τελείως. Κι εγώ, εν μέσω αυτής της τρικυμίας, αντί να μπορώ να ηρεμήσω σπίτι μου αυτές τις ελάχιστες ώρες που είμαι εδώ, έχω να αντιμετωπίσω και…απρόβλεπτες επισκέψεις.
«Τι κάνεις εσύ εδώ;» τη ρωτάω θυμωμένος, κοιτώντας το σακ βουαγιάζ που κρατάει στο χέρι της. Έχε γούστο…
«Ήρθα να σε στηρίξω» λέει χαμογελαστή και κλείνει την πόρτα πίσω της με άνεση, λες και το σπίτι είναι δικό της. Όπως πριν από λίγο καιρό. Σταματάω τις σκέψεις μου και σταυρώνω τα χέρια στο στήθος. Αμυντικά, το ξέρω.
«Δε χρειάζομαι στήριξη και ειδικά από σένα. Τα είπαμε και στο νοσοκομείο» της θυμίζω. Στο νοσοκομείο. Εκεί που την είδα πριν από μερικές ώρες. Έδειχνε κουρασμένη, υποθέτω ότι έχει πιάσει κάποια δουλειά, αλλά ήταν αρκετά θρασύς για να έρθει να με ρωτήσει αν χρειάζομαι κάτι. Όχι, κυρία μου. Δε χρειάζομαι τίποτα. Ειδικά από σένα.
«Τα είπαμε, αλλά σκέφτηκα ότι θα νιώθεις μόνος στο σπίτι» επιμένει. Η φωνή της είναι κελαρυστή και χαμογελάει ολόκληρη. Το βλέπω ότι φοβάται την αντίδρασή μου, το βλέπω ότι η αυτοπεποίθησή της είναι μια μάσκα. Αλλά δε θέλω να την διώξω ακόμα. Όχι πριν την χαζέψω λιγάκι. Έχει αδυνατίσει αισθητά, αλλά είναι πολύ όμορφη. Φοράει ένα στενό τζιν και ένα απλό πουλόβερ και ο σφυγμός μου ανεβαίνει αναπάντεχα. Είναι όμορφη, μα τω Θεώ. Όμορφη σαν αμαρτία. Μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγμα. Δεν πρόλαβα να τη χορτάσω. Ούτε καν ξεκίνησα, αλλά εκείνη…
«Ποιος σου είπε ότι είμαι μόνος;» λέω πριν προλάβω να φιλτράρω τα λόγια μου. Δεν με τιμάει η απάντησή μου. Νιώθω την ανάγκη να την πονέσω και το μυαλό μου αντέδρασε σπασμωδικά αλλά το σφίξιμο των χειλιών της, η ανάσα της που κόπηκε και τα μάτια της που συννέφιασαν απότομα δε μου έδωσαν ικανοποίηση. Την πλήγωσα. Κάποιος θα έλεγε ότι της αξίζει. Ένα κομμάτι του εαυτού μου, αυτό που διψάει για εκδίκηση και δικαίωση χαίρεται. Αλλά ένα άλλο κομμάτι, αυτό που κυριαρχεί ακόμα ευτυχώς, αντιδράει στη σκληρή κουβέντα που της είπα.
«Τότε καλά θα κάνεις να της πεις να φύγει γιατί είμαστε ακόμα παντρεμένοι» μου λέει βρίσκοντας την αυτοκυριαρχία της και θαυμάζω το κουράγιο της.
«Νομίζω ότι έχουμε ξεκινήσει διαδικασίες για διαζύγιο» λέω σκληρά, ακίνητος στη θέση μου. Εκείνη πετάει το σακ βουαγιάζ στον καναπέ και κάθεται άνετα.
«Δεν έχει εκδοθεί ακόμα. Δεν επιτρέπεται να με αντικαταστήσεις» λέει γλυκά αλλά στάζει φαρμάκι. Ένα χαμόγελο μού ξεφεύγει, το νιώθω, αλλά το μαζεύω γρήγορα.
«Δεν ξέρω τι κάνεις εδώ, αλλά καλύτερα να φύγεις. Έχω ανάγκη από ξεκούραση και ηρεμία».
«Ντέιβιντ, ήρθα να βοηθήσω και αυτό θα κάνω» λέει ήρεμα. Και αποφασιστικά.
«Έχω μαγείρισσα, οικονόμο, οδηγό, κηπουρό, φίλους και οικογένεια. Δε βλέπω ποια μπορεί να είναι η χρησιμότητά σου στη ζωή μου» της λέω και με καρφώνει με το ζεστό βλέμμα της. Ίσως λίγο πιο ζεστό από όσο ορίζει η κατάσταση. Με κοιτάει για ατελείωτα δευτερόλεπτα, όλο νόημα. Ο ηλίθιος έπεσα στην παγίδα μου. «Όχι ευχαριστώ» της λέω και την ακούω να γελάει ενώ κατευθύνομαι στην κουζίνα για να πιω λίγο νερό. Δε διψάω αλλά θέλω να απομακρυνθώ από εκείνη.
«Με στήριξες με τη μητέρα μου και θα σε στηρίξω κι εγώ τώρα» λέει πεισμωμένη όταν γυρίζω στο σαλόνι. Αλλά δεν κάθομαι. Θέλω να έχουμε απόσταση.
«Αυτά τα πράγματα δεν είναι δούναι και λαβείν. Ευχαριστώ για την προσφορά και το εκτιμώ αλλά δε θέλω ούτε να σε βλέπω» της λέω με πάσα ειλικρίνεια. Ανοιγοκλείνει τα μάτια γρήγορα και παίρνει ανάσα. Δέχτηκε το χτύπημα χωρίς να αντιδράσει. Άλλαξε; Είναι δυνατόν;  Πού είναι ο αβυσσαλέος εγωισμός της;
«Το καταλαβαίνω και το δέχομαι, αλλά θεωρώ ότι είναι αφόρητο όταν έχεις προβλήματα να γυρνάς σπίτι και να είσαι μόνος σου» μου λέει και σκέφτομαι πόσο δίκιο έχει. Τόσες μέρες που έχουμε χωρίσει και ειδικά τώρα με το πρόβλημα του πατέρα μου συνειδητοποίησα ότι δε θα μπορέσω ποτέ να γυρίσω στην εργένικη ζωή μου. Η μοναξιά είναι αβάσταχτη σε ένα τεράστιο σπίτι και η σιωπή εκκωφαντική.
«Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι και τώρα, με σένα εδώ, δεν νιώθω μόνος;» την προκαλώ. Μου αρέσει να τη βλέπω να κοκκινίζει, να εκνευρίζεται αλλά να μην εκρήγνυται, σε μια επίδειξη καλής θέλησης. Αλλά όσα της λέω έχουν δόση αλήθειας. Έχουμε απομακρυνθεί πολύ. Τη νιώθω ξένη παρόλο που η καρδιά μου χτυπάει δυνατά όταν τη βλέπω.
«Αν σου κάνει καλό να με πληγώνεις, συνέχισε» μου λέει ξεφυσώντας δραματικά. «Αλλά μην κάνεις το λάθος που έκανα εγώ, Ντέιβιντ» με κοιτάει ευθεία μέσα στα μάτια. Νιώθω ότι με διαπερνάει με το βλέμμα της. «Γιατί μπορεί να καταλήξεις απίστευτα μόνος, να μετανιώνεις για όσα είπες».
«Δε μετανιώνω για τίποτα» της λέω και θυμώνω αλλά το μαζεύω αμέσως. Δε θα δώσω και εξηγήσεις. Αυτή φταίει. Αυτή. Για όλα.
«Τι θα φάμε;» μου λέει απόλυτα ήρεμα και γελάω. Στην αρχή νευρικά, τάχαμ ψεύτικα, αλλά στη συνέχεια ειλικρινά. Έχει πολλή πλάκα αυτή η γυναίκα. Το είχα ξεχάσει.
«Εσύ δεν ξέρω τι θα φας σπίτι σου όταν γυρίσεις, αλλά εγώ λέω να φάω μια πίτσα» της λέω.
«Τέλεια!» χτυπάει παλαμάκια με ενθουσιασμό. «Με μανιτάρια ελπίζω» μου λέει χαμογελαστή. Ξεφυσάω αλλά δεν αποσυμφορίζομαι. Θα πάθω εγκεφαλικό.
«Τι έχεις σκοπό να κάνεις;» τη ρωτάω. Κοιτάει το μενού της πιτσαρίας.
«Να μείνω εδώ μέχρι να βγει ο Λιούις από το νοσοκομείο. Ξέρω ότι δεν…» κομπιάζει αλλά δε με κοιτάει «δεν με αγαπάς, αλλά μπορούμε να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον. Σου χρωστάω πολλά και…».
«Γι’ αυτό είσαι εδώ; Για το κτήμα; Για το ευχαριστώ;» τη ρωτάω.
«Όχι μόνο» μου απαντάει χωρίς σκέψη. Θέλω να τη ρωτήσω για τι άλλο, αλλά ντρέπομαι.
Σηκώνομαι και παραγγέλνω όσα ξέρω ότι της αρέσουν από την πιτσαρία. Την πίτσα που της αρέσει, τη σαλάτα που της αρέσει, το αναψυκτικό που της αρέσει και το γλυκό που της αρέσει. Μερικά πράγματα δεν ξεχνιούνται εύκολα, σκέφτομαι πικρά. Η επιθυμία μου να την ικανοποιώ δεν έχει μειωθεί ούτε στο ελάχιστο.

Παίρνει το σακ βουαγιάζ και το πάει πάνω. Την ακολουθώ για να δω πού πάει. Δε μου μιλάει και πολύ. Δείχνει να νιώθει αμήχανα. Αφήνει τα πράγματά της στον ξενώνα. Δεν έχει και τόσο θράσος, βλέπω. Σχεδόν λυπάμαι.
«Δε με ρώτησες αν θέλω να μείνεις» λέω έτσι για τα προσχήματα. Δεν έχω κουράγιο να τσακωθούμε. Δε θέλω καν να φύγει. Με έχει πληγώσει πέρα από κάθε λογική και δεν θα τη συγχωρήσω ποτέ, νιώθω, αλλά δε θέλω να φύγει. Νιώθω αφόρητα μόνος.
«Για να μη μου πεις όχι» γελάει και επιστρέφουμε στο σαλόνι.
«Δε σημαίνει κάτι για εμάς» της λέω. Πιο πολύ για να το ακούσω. Απλώνει τα πόδια της στον καναπέ όπως τότε. Σαν να είναι η βασίλισσα του σπιτιού και της καρδιάς μου.
«Μπορώ πάντα να ελπίζω» μου χαμογελάει ενώ πιάνει το τηλεκοντρόλ και βάζει μια σαπουνόπερα. Ακόμα τη βλέπει αυτή τη βλακεία; Κρατάει το τηλεκοντρόλ σφικτά, σαν να είναι όπλο. Με φοβάται. Κάποιος άλλος μπορεί να μην το καταλάβαινε, αλλά εγώ είμαι συντονισμένος με τη σκέψη της, με κάθε της κρυφή επιθυμία.
«Σε τι να ελπίζεις; Χωρίσαμε και εγώ έχω γνωρίσει κάποια…» λέω, σε μια ύστατη προσπάθεια να την κάνω να καταλάβει ότι κύλησε πολύ νερό στο ποτάμι από τη στιγμή που με παράτησε και με έκανε κομμάτια. Δε με κοιτάει. Χαμηλώνει την ένταση της τηλεόρασης.
«Καλά κάνεις» λέει ψύχραιμα. «Εγώ πάντως θα μείνω μερικές μέρες εδώ και μόλις νιώσεις καλύτερα θα φύγω» επιμένει. Δε θα ξεμπερδέψω εύκολα.
«Πού πήγε ο υπέρμετρος εγωισμός σου;» τη ρωτάω απότομα και την αναγκάζω να με κοιτάξει. Το μετανιώνω αμέσως. Τα μάτια της θυμίζουν φοβισμένο κουτάβι, η αίγλη της κρύβεται πια πίσω από ένα θρυμματισμένο είναι. «Δε σε αναγνωρίζω. Νόμιζα ότι δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς τον εγωισμό σου».
«Πλάκα έχεις» μου λέει και γελάει γάργαρα, γέρνοντας το κεφάλι πίσω. Ο λευκός λαιμός της μου θυμίζει κύκνο και θέλω να απλώσω το χέρι μου αλλά κρατιέμαι. Κρατιέμαι επειδή δεν ξέρω αν θέλω να την χαϊδέψω ή να την πνίξω για όλη αυτή την τρικυμία που προκάλεσε ξανά μέσα μου. Κοιτάει πάλι την τεράστια οθόνη μπροστά της. «Εδώ ζω χωρίς εσένα τόσο καιρό, λίγος εγωισμός θα με πειράξει;».




Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Κεφάλαιο 67-αποφάσεις νούμερο 387

Πρέπει να δουλεύει γιατί αναπνέω και σκέφτομαι. Η καρδιά μου φαίνεται να είναι στη θέση της και όταν ακουμπάω τα δάχτυλά μου στο λαιμό μου, πιάνω σφυγμό. Άρα ζω. Δεν ξέρω αν χαίρομαι γι’ αυτό βέβαια. Τα λόγια του Ντέιβιντ χαράχτηκαν βαθιά μέσα στο μυαλό μου. Αν λες ότι ένιωσες κάτι, φύγε. Η κουβέντα αυτή παίζει στη σκέψη μου ξανά και ξανά σαν χασμένο γραμμόφωνο.

Είναι ο τρόπος που το είπε. Σαν να το αμφισβητούσε. Μου έδωσε να καταλάβω ότι δεν το ένιωσε ποτέ ότι τον αγαπούσα και αυτό με καταρράκωσε. Πιο πολύ ακόμα και από το κρυμμένο μήνυμα στη βέρα μου. Ένα μήνυμα που ακόμα δεν έχω αποκρυπτογραφήσει. Η ώρα είναι δέκα. Κοιμήθηκα μετά βίας τέσσερις ώρες και τώρα είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι και ατενίζω το άπειρο. Ένα μήνυμα από την Ιλέιν με ενημέρωσε ότι οι γιατροί είναι λίγο πιο αισιόδοξοι για την υγεία του Λιούις μετά το κρίσιμο βράδυ. Μου είπε ότι το μεσημέρι ο Ντέιβιντ θα λείψει και ότι μπορώ να περάσω. Μάλιστα, σκέφτομαι. Άρα ξέρουν όλοι ότι τσακωθήκαμε και άρχισαν πάλι να με φυγαδεύουν. Διάολε, δε θα τελειώσει ποτέ όλο αυτό.

Έχω ένα φοβερό πονοκέφαλο και νιώθω ότι έχω κάνει ένα τεράστιο λάθος. Η αντίδρασή του σε όλο αυτό, η αναθεματισμένη ανωτερότητά του με κάνουν να αμφιβάλω για όλα. Και τα μάτια του…Δεν τον έχω ξαναδεί έτσι. Ο Ντέιβιντ κρύβει πάντα τα συναισθήματά του. Ποτέ δεν καταλαβαίνεις τι νιώθει, όσο δυνατό κι αν είναι αυτό. Ακόμα και όταν έφυγε η γιαγιά του δυσκολεύτηκα πολύ να τον κάνω να μιλήσει γι’ αυτό και όσο το έκανε έβλεπες ότι ένιωθε άβολα που ανοιγόταν σε κάποιον. Μιλώντας του σήμερα είδα κάτι που δεν είχα ξαναδεί. Έναν άντρα ειλικρινά ταλαιπωρημένο, έναν άντρα που δεν είχε κουράγιο ούτε καν να αντιδράσει. Δεν μπορώ να αντέξω ότι το έκανα εγώ όλο αυτό. Η καρδιά μου μου λέει ότι έκανα λάθος και ότι ίσως κι εκείνος…αλλά όχι. Το μυαλό μου με σταματάει πάντα και αυτά τα σενάρια μένουν στη μέση. Δεν είναι δυνατόν. Ζήτησε διαζύγιο πριν καν τελειώσει ο χρόνος. Δε με αγαπάει, όχι. Δεν είναι κάθαρμα, αλλά δε με αγαπάει κιόλας.

Ντύνομαι βιαστικά και πάω στο καφέ για τη μεσημεριανή βάρδια. Ενημερώνω την Ιλέιν ότι θα πάω το απόγευμα αργά. Δε με νοιάζει αν θα τον πετύχω. Δεν έχω κάτι να κρύψω. Θα είμαι διακριτική και θα κάτσω μία ωρίτσα. Η θέση μου είναι εκεί. Ακόμα και η μητέρα μου σκέφτηκε να έρθει αλλά την απέτρεψα γιατί κάνει πολύ κρύο αυτές τις μέρες και δε θέλω να ταλαιπωρείται. Νομίζω όμως ότι τηλεφώνησε στον Ντέιβιντ για να του ευχηθεί καλή ανάρρωση για τον πατέρα του.

Σερβίρω μια παρέα τσάι και τους δίνω τα μάφιν που παρήγγειλαν ενώ σκέφτομαι ταυτόχρονα ότι πρέπει να είμαι η πιο μπερδεμένη γυναίκα στον κόσμο. Μου είπε ότι αν ένιωσα κάτι πρέπει να φύγω. Αν το θέλει πραγματικά, και αν λάβουμε υπόψη πόσα πολλά ένιωσα, δεν πρέπει απλώς να φύγω, αλλά να εξαφανιστώ. Από την άλλη, όμως, γιατί μου αποκάλυψε το μυστικό της βέρας; Και τι εννοούσε με αυτό; Και αν υποθέσουμε ότι κι αυτός κάτι ένιωσε γιατί ζήτησε διαζύγιο; Αυτό το ρημάδι το διαζύγιο είναι ο παράγοντας που κάνει την εξίσωση πραγματικό εφιάλτη. Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω και δεν ξέρω και πότε. Αυτό που συμβαίνει με τον Λιούις είναι τραγικό. Μέσα μου ξέρω ότι όλα θα πάνε καλά, αλλά δεν είναι κατάλληλη στιγμή για να μιλήσω στον Ντέιβιντ. Και θέλω τόσο πολύ να είμαι κοντά του…Εκείνος στάθηκε πλάι μου όταν η μητέρα μου ήταν στο νοσοκομείο. Και τότε δεν ήμασταν καν μαζί. Έμεινε σπίτι μας κάμποσες μέρες και με φρόντιζε παρόλο που εγώ ήμουν στριφνή και απότομη, ξεσπώντας συχνά πάνω του. Και δεν μπορώ να του το ανταποδώσω. Αλλά γιατί όχι; Ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή για να του δείξω πόσο εκτιμώ κάποια πράγματα…

Προσπαθώ να ηρεμήσω την Ιλέιν και προσεύχομαι για τον Λιούις, αλλά τον Ντέιβιντ, ποιος τον στηρίζει εντωμεταξύ;



Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

κεφάλαιο 66-καλό ΣΚ, κοριτσάκια μου!

Δεν έχω ξαναδεί την Ιλέιν τόσο τρομοκρατημένη. Έτρεξα στο νοσοκομείο όσο πιο γρήγορα μπορούσα όταν με πήρε κλαίγοντας και μου είπε ότι ο Λιούις έπαθε οξεία παγκρεατίτιδα. Στην αρχή δεν κατάλαβα γιατί αυτό είναι σοβαρό. Σκέφτηκα ότι με ιατρική παρακολούθηση και με κάποια αντιβίωση θα περνάει. Αλλά μάλλον δεν κατάλαβα καλά, γιατί απ’ ό,τι μου είπε η Ιλέιν, η παγκερατίτιδα δεν είναι κάτι επιπόλαιο. Ο πατέρας τους είχε χρόνια πέτρες στη χολή και δεν είχε μπει ποτέ στον κόπο να ασχοληθεί λόγω φόρτου εργασίας με αποτέλεσμα η κρίση που έπαθε να απειλεί τώρα τη ζωή του.
«Όλα θα πάνε καλά» της λέω και της σφίγγω το χέρι. Το μόνο που κάνει είναι να κλαίει. Ο Μαξ είναι μαζί της, και φαίνεται να τα έχει κι αυτός χαμένα. Μέσα σε όλη αυτή την τρέλα βλέπω μπροστά μου κάτι που νομίζω ότι η Ιλέν αγνοεί. Ότι ο Μαξ είναι πολύ ερωτευμένος μαζί της.
«Μας είπαν ότι μπορεί να υπάρχει νέκρωση οργάνου και σε αυτή την περίπτωση μπορεί να μην τα καταφέρει» λέει η Ιλέιν και ο Μαξ τής προσφέρει ένα μαντίλι. Εκείνη το παίρνει και σκουπίζει τα μάτια της. Με κοιτάει λυπημένη. «Συγγνώμη που σε κουβάλησα άρον άρον» μου λέει. Η ώρα είναι δύο μετά τα μεσάνυχτα και είμαι κουρασμένη. Σήμερα δούλευα τη βραδινή βάρδια στο καφέ και μόλις γύρισα σπίτι, ουσιαστικά μόλις είχα προλάβει να κάνω ντους όταν με πήρε η Ιλέιν. Αλλά δε με πειράζει.
«Ο Ντέιβιντ το ξέρει;» ρωτάω. Ξέρω ότι η μητέρα τους είναι μέσα στο δωμάτιο, αλλά δεν έχω δει τον Ντέιβιντ από την ώρα που ήρθα. Δεν ξέρω καν αν θα θέλει να με δει. Δεν απαντάει στα μηνύματά μου εδώ και μέρες. Είναι ξεκάθαρος σε αυτό και νιώθω ότι είναι πολύ οικογενειακή η στιγμή για να επέμβω έτσι. Ακόμα και αν με κάλεσε η Ιλέιν.
«Προσγειώθηκε πριν από μερικά λεπτά. Ήταν στο Ντουμπάι και έρχεται κατευθείαν εδώ.
«Ιλέιν, ίσως είναι καλύτερα να…».
«Όχι, μείνε» μου λέει κοφτά ο Μαξ χωρίς να με κοιτάει. Το βλέμμα του είναι καρφωμένο στα χέρια της Ιλέιν. «Δεν ξέρω πώς είναι τα πράγματα μεταξύ σας αλλά ακόμα και αν θυμώσει που είσαι εδώ, καλό θα του κάνει. Θα εστιάσει σε σένα, και όχι στον πατέρα του» λέει και χαμογελάει πικρά. Γελάμε και οι τρεις. Η Ιλέιν σκουπίζει ξανά τα δάκρυά της.
«Θα μείνω τότε» λέω και ανασηκώνω τους ώμους τάχαμ δραματικά. «Θα λειτουργήσω ως….κυματοθραύστης!».

Οι νοσοκόμες μπαίνουν και βγαίνουν στην ιδιωτική σουίτα. Το ίδιο και οι γιατροί. Φαίνονται σκεπτικοί και δεν μας ενημερώνουν αν και η Ιλέιν τους ρωτάει. «Δεν έχουμε νεότερα» επαναλαμβάνουν όλοι και μάλλον το εννοούν.
«Πρέπει να περιμένουμε» λέει ο Μαξ και η Ιλέιν γνέφει. Αυτή είναι η κατάσταση. Πρέπει να περιμένουμε. Απλά, από προσωπική πείρα με το θέμα της μητέρας μου, ξέρω ότι αυτή η αναμονή σκοτώνει.

Τα λεπτά περνούν μέσα σε μια βαριά σιωπή. Το μόνο που διακόπτει αυτή την ατμόσφαιρα είναι η τρυφερή φωνή του Μαξ, που πιέζει την Ιλέιν να φάει κάτι. Εκείνη του λέει ότι δεν πεινάει. Προσπαθώ να την πείσω κι εγώ αλλά δε θέλει. Είναι άσπρη σαν το πανί. Μπαίνω στο ίντερνετ από το κινητό μου και διαβάζω για την παγκρεατίτιδα. Είναι σοβαρό πρόβλημα, αλλά πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι. Είμαστε στο καλύτερο νοσοκομείο της χώρας και ο Λιούις…ο Λιούις είναι μαχητής. Δάκρυα αρχίζουν να κυλούν στα μάτια μου. Η Ιλέιν και ο Μαξ με κοιτάνε απορημένοι. Αλλά μόνο εγώ ξέρω πόσο πολύ με έχει στηρίξει ο Λιούις τόσα χρόνια. Είναι σαν δεύτερος πατέρας μου. Με βοηθούσε πάντα όσο κανείς, ακόμα και μετά τη διάλυση της σχέσης μου με τον Ντέιβιντ. Δεν με έβγαλε από τη ζωή του. Με έψαξε, με αναζήτησε. Κι εγώ απομακρύνθηκα όπως ένιωθα ότι ήταν το πρέπον αλλά η ιδέα ότι μπορεί να φύγει χωρίς να τον αποχαιρετίσω με τρελαίνει. Μου έχει προσφέρει τόσο πολλά, απλόχερα και με αγνή αγάπη. Απλώς και μόνο επειδή ήταν φίλος του πατέρα μου. Ο Λιούις είναι ένας άνθρωπος με υψηλό ήθος. Ένας άντρας, άξιος πατέρας του γιου του, σκέφτομαι και καινούργια δάκρυα αναβλύζουν από τα μάτια μου. Για την κατάσταση με τον Λιούις και για την κατάσταση με τον Ντέιβιντ. Για όσα έχασα επειδή είμαι ηλίθια. Αν δεν τον είχα κατηγορήσει για όλα, αν απλά είχα αποδεχτεί το διαζύγιο και την επιθυμία του να φύγει από τη ζωή μου, τότε θα μπορούσα να διατηρήσω μια σχέση μαζί τους. Αλλά εγώ όχι. Έπρεπε να ρίξω το φταίξιμο στον Ντέιβιντ, να του χρεώσω κάθε ατυχία μου. Τα πάντα. Μόνο και μόνο επειδή με τρόμαζε η ανεπάρκειά μου.
«Να ‘τος» ακούω ξαφνικά τον Μαξ και βλέπω μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου τον Ντέιβιντ να εισβάλει στην πτέρυγα τρέχοντας. Γνέφει στην Ιλέιν και στον Μαξ και κυριολεκτικά μπουκάρει στο δωμάτιο του πατέρα του. Οι νοσοκόμες έρχονται σε λίγα λεπτά και προσπαθούν να τον βγάλουν έξω αλλά μάταια. «Είναι η μητέρα σας μέσα, δε μπορεί να είναι πάνω από ένα άτομα μέσα» του λένε. Τους απαντάει κοφτά, ακούω τη φωνή του ραγισμένη. Η μητέρα του κλαίει κι αυτή. Δεν μπορώ να βοηθήσω. Είμαι…ξένη πια.

Βγαίνει μετά από περίπου δέκα λεπτά, με βλέμμα σκοτεινό και τα χέρια σφιγμένα σε μπουνιές.
«Έχουμε τίποτα καινούργιο;» ρωτάει την Ιλέιν και τη χαϊδεύει τρυφερά στο κεφάλι. Εκείνη γνέφει αρνητικά. Προφανώς τον έχουν ενημερώσει ήδη τηλεφωνικά. Γνωρίζει την κατάσταση. «Πότε θα ξέρουμε;».
«Σε μερικές ώρες» απαντάει ο Μαξ. Ο Ντέιβιντ δε σηκώνει το κεφάλι του προς το φίλο του. Περπατάει νευρικά στο διάδρομο και τρίβει το σαγόνι του. Δε φαίνεται να με έχει προσέξει και δεν ξέρω πώς να αντιδράσω. Με αγνοεί; Επίτηδες; Τον παρακολουθώ να περπατάει. Έχω πολύ καιρό να τον δω και μου είναι αφόρητο να μην τον αγγίξω. Θέλω να τον χαϊδέψω, να τον αγκαλιάσω. Μοιάζει με φοβισμένο πουλί. Δεν τον έχω ξαναδεί έτσι. Τόσο αδύναμο. Συνειδητοποιώ ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα μέσα μου. Τον αγαπώ το ίδιο, απελπισμένα και ολοκληρωτικά. Και τώρα είναι μπροστά μου και δεν μπορώ ούτε καν να τον κοιτάξω από ντροπή.
«Μπορείς να φύγεις» τον ακούω ξαφνικά να λέει και ξέρω πού απευθύνεται αν και δε με κοιτάει. «Αυτή είναι μια οικογενειακή στιγμή» με αποτελειώνει και κάνω να σηκωθώ. Το χέρι της Ιλέιν με σφίγγει δυνατά.
«Η Ελίζαμπεθ είναι οικογένεια» του λέει εκείνη αυστηρά. Ο Ντέιβιντ καγχάζει αλλά δεν απαντάει. Απλώς περπατάει. Φοράει το κοστούμι του ακόμα. Και μια γραβάτα που του είχα πάρει εγώ όταν ακόμα δούλευα για εκείνον ως βοηθός του. «Πολύ έξαλλη είναι αλλά θα τη φοράω» μού είχε πει τότε. Και όντως τη φορούσε συχνά. Και σήμερα. Άραγε θυμάται ότι του την πήρα εγώ;
«Ντέιβιντ, πάμε να περπατήσουμε λιγάκι;» λέω αδύναμα αλλά γνέφει αρνητικά.
«Ρε φίλε, πήγαινε να πάρεις λίγο αέρα. Είσαι έτοιμος να πάθεις εγκεφαλικό. Δε βοηθάς κανέναν έτσι όπως είσαι» τον μαλώνει ο Μαξ. Ο Ντέιβιντ δεν απαντάει. Μετά από λίγη σκέψη αρχίζει να περπατάει προς το ασανσέρ. Διστάζω για λίγο κι τρέχω ξοπίσω του.

Μένουμε μόνοι στο ασανσέρ και νιώθω την ένταση να ξεχειλίζει από μέσα του.
«Όλα θα πάνε καλά» του λέω ήρεμα και εκείνος δεν απαντάει. Είναι φανερό ότι δυσανασχετεί που είμαι εκεί. «Λυπάμαι για όλο αυτό τόσο πολύ…» του λέω και δακρύζω αλλά δεν αντιδράει. Είναι σαν τοίχος. Για μένα; Για τον πατέρα του; Δεν ξέρω τι του φταίει πιο πολύ.
«Ελίζαμπεθ, δεν μπορώ να ασχοληθώ με όλο αυτό τώρα» μου λέει και μου δείχνει με το δείκτη του μία εμένα και μία τον εαυτό του σαν να απαντάει σε αυτό που αναρωτήθηκα.
«Δεν ήρθα για αυτό» του λέω. «Ήρθα για την οικογένειά σου, που τη θεωρώ και δική μου».
«Έχουμε πάρει διαζύγιο» με αποστομώνει. Θέλω να του πω ότι δεν έχει βγει ακόμα αλλά δεν είναι επί του παρόντος.
«Δεν μπορείς να με ανεχτείς ούτε ένα λεπτό πια;» τον ρωτάω απελπισμένη. Θέλω να τον αγγίξω αλλά φοβάμαι.
«Φοβάμαι τον εαυτό μου» λέει όταν οι πόρτες του ασανσέρ ανοίγουν στο ισόγειο. Βγαίνει έξω από το κτίριο και κάθεται σε ένα παγκάκι. Ανασαίνει βαριά. «Είμαι τόσο θυμωμένος μαζί σου, τόσο πικραμένος. Δε θέλω να σε βλέπω. Φοβάμαι τι μπορώ να σου πω» παραδέχεται.
«Μετά από όσα σου έχω πει φοβάσαι μήπως με αδικήσεις;» του λέω και γελάω νευρικά προσπαθώντας να τον ηρεμήσω. Δεν απαντάει αλλά βλέπω τους μυς του να χαλαρώνουν. «Ο,τι και να μου πεις, ποτέ δε θα με αδικήσεις περισσότερο από όσο σε αδίκησα εγώ» του λέω.
«Ισχύει» λέει τελικά και κοιτάει το κινητό του.
«Όταν θα βγει ο Λιούις» του λέω ενθαρρυντικά «θα βρεις λίγο χρόνο να με κατσαδιάσεις;».
«Δε θέλω να σε κατσαδιάσω. Δε θέλω τίποτα. Θέλω μόνο να τελειώνει όλο αυτό και να ηρεμήσω» μου λέει κλείνοντας κάθε παράθυρο επικοινωνίας. Το αξίζω. Και χειρότερα.
«Ε τότε ας μιλήσω εγώ» λέω απλά. «Θα ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη που σε κατηγόρησα τόσο άδικα και να σου πω ένα μεγάλο ευχαριστώ που…με έκανες τόσο πλούσια» προσθέτω ανάλαφρα.
«Παρακαλώ» λέει ξερά. Και τίποτα άλλο.
«Δεν περιμένω να με συγχωρήσεις, αλλά παρόλο που ο γάμος μας διαλύθηκε θα ήθελα να ελπίζω ότι εμείς οι δύο μπορούμε να γίνουμε φ…»
«Μη!» φωνάζει απότομα και σηκώνεται. Δύο νοσοκόμες μας κοιτούν με περιέργεια. «Μην το πεις! Μην μου πεις ότι θέλεις να γίνουμε φίλοι!»
«Μα γιατί;»
«Δεν μπορώ να είμαι φίλος σου, Ελίζαμπεθ! Ούτε κι εσύ δική μου. Έχουν γίνει τόσα πολλά, έχουμε νιώσει τόσα πολλά» λέει και σταματάει απότομα. «Δε θα είμαστε φίλοι» καταλήγει απότομα.
«Ας μην είμαστε εχθροί τουλάχιστον» προσφέρω και γελάει.
«Προτιμώ να μην είμαστε τίποτα» επιμένει.
«Μου αξίζει όλο αυτό» παραδέχομαι.
«Και βγάλε επιτέλους τη βέρα» λέει και κοιτώ το δάχτυλό μου. Δεν μου κάνει η καρδιά να τη βγάλω. Δεν μπορώ. Νιώθω την ανάγκη να τη φοράω πάντα.
«Αν θέλεις πίσω τη βέρα και το μονόπετρο θα τα βγάλω» του λέω με θράσος. Με κοιτάει δολοφονικά. Ξέρει ότι ξέρω ότι δε θα μου τα ζητούσε ποτέ πίσω κι ας κάνουν μια περιουσία.
«Δεν έπρεπε να σε παντρευτώ καθόλου» μου λέει και νιώθω την καρδιά μου να σπάει σε μυριάδες κομμάτια μπροστά του.
«Κανείς δεν πρέπει να παντρεύεται χωρίς αγάπη» λέω και γελάει.
«Βγάλε τη βέρα σου» λέει ξανά, ακόμα πιο επιθετικά. Το μάτι του γυαλίζει και φοβάμαι. Βγάζω αργά τη βέρα και το μονόπετρο. Το δάχτυλό μου το νιώθω γυμνό. Νιώθω βαθιά μέσα μου σαν να εκδόθηκε το διαζύγιο αυτή τη στιγμή. Σαν να μην τον παντρεύτηκα ποτέ. Μου λείπει ήδη.
Του τείνω τα δαχτυλίδια αλλά δεν κάνει κίνηση να τα πάρει. Με κοιτάει πικραμένος, πραγματικά ρημαγμένος. Μισώ τον εαυτό μου για αυτό που του έκανα.
«Τυφλή ως την τελευταία στιγμή» μου λέει πικρά, κοιτώντας με στα μάτια. Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί. «Αν…αν λες ότι κάτι ένιωσες, φύγε» μου λέει και χάνεται στο εσωτερικό του νοσοκομείου. Μένω έξω μόνη μου, κρατώντας σφιχτά τα δαχτυλίδια μου. Επιθεωρώ το πανέμορφο μονόπετρό μου και σκέφτομαι ότι στόλιζε το χέρι μου όπως ο Ντέιβιντ έκανε τη ζωή μου πιο όμορφη. Και η βέρα μου, τόσο απλή και τόσο εντυπωσιακή. Ένα κίτρινο ενοχλητικό φως φωτίζει το παγκάκι όπου καθόταν εκείνος και τώρα εγώ. Σκέφτομαι πόσα έχασα μέχρι που κάτι τραβάει το βλέμμα μου. Μια μικρή χάραξη στο εσωτερικό της βέρας. Κάτι που δεν είδα διαβάσει ποτέ, κάτι που δεν είχα δει. Μια απλή λέξη.

Αλήθεια…




For real…(έτσι το φαντάστηκα, αγγλιστί. Η μετάφραση στα ελληνικά χάνει λίγο)


Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

κεφάλαιο 65-ο Ντέιβιντ είναι υπεράνω

Μία βδομάδα μετά και πρέπει να αφήσω το διαμέρισμά μου. Αποφάσισα να μην πάω στο σπίτι του Κρις, αν και είναι πολύ δελεαστικό, για να μη δώσω λάθος εντυπώσεις. Όχι ότι θα τον νοιάζει και πολύ τον Ντέιβιντ τι κάνω δηλαδή, αλλά για να μην λέει ότι ψάχνω την εύκολη λύση. Έκλεισα ένα μικρό δωμάτιο σε ένα φοιτητικό διαμέρισμα και αύριο θα μεταφέρω εκεί τα πράγματά μου. Έχω κουραστεί με τόσες μετακομίσεις αλλά κάποια στιγμή θα σταθώ στα πόδια μου και θα βρω κάτι πιο αξιόλογο. Αύριο ξεκινάω δουλειά σε ένα μικρό καφέ, όχι τόσο για τα λεφτά όσο για να έχω κάτι να κάνω και να μην κλαίω τη μοίρα μου. Παρά τα μηνύματά μου, ο Ντέιβιντ δεν απαντάει. Δε δείχνει καμία επιθυμία να με δει, να του εξηγήσω και να μου εξηγήσει.

Το κινητό μου δονείται επίμονα και τρέχω πανικόβλητη να δω ποιος είναι. Δεν είναι ο Ντέιβιντ… Ένα άγνωστο νούμερο είναι. Απαντώ. Είναι ο κύριος Χάρντι. Μου μεταφέρει ψυχρά την επιθυμία του να τον συναντήσω το πρωί. Του λέω ότι δουλεύω στις 12 και μου λέει ότι μπορούμε να συναντηθούμε στις 10. Δε θα πάρει πολύ με διαβεβαιώνει. Αναρωτιέμαι τι στο καλό να θέλει και αν θα είναι μαζί του ο Ντέιβιντ.

Το επόμενο πρωί φοράω ένα τζιν, φούτερ και άνετα παπούτσια. Προβλέπω να κουραστώ πολύ στο καφέ αν θυμάμαι καλά από τα φοιτητικά μου χρόνια όπου δούλευα στην καφετέρια απέναντι από το πανεπιστήμιο. Παίρνω το μετρό και φτάνω στο γραφείο του Ντέιβιντ. Η Κέιτλιν με ενημερώνει ότι το αφεντικό της λείπει και θα γυρίσει απόψε. Ωραία, σκέφτομαι. Θα είναι πιο εύκολο να τον δω.

Ο Χάρντι με περιμένει στην αίθουσα συσκέψεων και τον χαιρετώ χαμογελαστή προσπαθώντας να σπάσω τον πάγο. Δεν ανταποδίδει. Αντρική αλληλεγγύη, σκέφτομαι. Έχουν κάνει κόμμα και με μισούν συνεταιρικά.
«Ελίζαμπεθ, θα ήθελα να σε ενημερώσω για κάτι και θα ήθελα να δείξεις ψυχραιμία» μου λέει και ανακατεύομαι. Τι άλλο θα ακούσω από αυτόν τον άνθρωπο;
«Περιμένω» του λέω και τον βλέπω να μου τείνει έναν πάκο χαρτιά. Τον κοιτάω μπερδεμένη. «Τι είναι πάλι αυτό;».
«Ο Ντέιβιντ έκανε μερικές ενέργειες όσο καιρό ήσασταν παντρεμένοι και μου ζήτησε να σου εξηγήσω τα βήματά του. Ίσως σε ενδιαφέρει αυτό που θα σου πω».
«Ελπίζω να είναι καλά τα νέα» λέω αν και αμφιβάλλω πολύ.
«Όπως το πάρει κανείς» μου λέει και χαμογελάει στεγνά. «Το σίγουρο είναι ότι δε χρειάζεται να δουλέψεις στο καφέ ή σε οποιοδήποτε καφέ τώρα ή ποτέ» λέει. Συνεχίζω να τον κοιτάω μπερδεμένη. Πίνει λίγο καφέ και συνεχίζει ακάθεκτος. «Ο Ντέιβιντ φαίνεται πως ήξερε την αξία του κτήματός σου πριν από εσένα. Ο πατέρας σου το είχε αγοράσει όταν ήσουν μικρή επειδή κάποιος ντόπιος του είχε πει τελείως επιπόλαια ότι έχει κοιτάσματα πετρελαίου. Μικρά, αλλά σημαντικά. Ο πατέρας σου το είχε πει στον Ντέιβιντ όταν ήταν πιο μικρός και εκείνος το θυμόταν. Όσο καιρό ήσασταν μαζί και μετά σε διάσταση έλαβε τα απαραίτητα μέτρα ώστε να ελέγξει κατά πόσο το κτήμα μπορεί να αποδώσει όσα νόμιζε ο πατέρας σου».
«Δηλαδή;» ρωτάω.
«Δηλαδή ο Ντέιβιντ έστειλε ομάδες χημικών μηχανικών και μεταλλειολόγων και φαίνεται ότι όντως υπάρχει ένα μικρό κοίτασμα. Μια μικρή εξέδρα και μερικές χιλιάδες λίρες επένδυση από μέρους του και συγχαρητήρια…είσαι μια πλούσια γυναίκα».
«Δεν καταλαβαίνω…» ψελλίζω. Θα με τρελάνουν αυτοί οι δύο. Είναι ένα καλά οργανωμένο σχέδιο.
«Αν πας στο κτήμα σου τώρα θα δεις μια μικρή εγκατάσταση. Τα κοιτάσματα φτάνουν για να έχεις ένα κέρδος που ανέρχεται στα πέντε εκατομμύρια λίρες και βλέπουμε. Ο Ντέιβιντ ήθελε να σε εξασφαλίσει και μου είχε ζητήσει να τα κανονίσουμε όλα και μετά να σου μεταβιβάσουμε τους τίτλους. Δεν ήθελε να…πώς να το πω…οι επιλογές σου σχετικά με την προσωπική σας ζωή να επηρεαστούν ποτέ από την οικονομική σας απόσταση»
«Ξέρετε πολλά για τη σχέση μας βλέπω» λέω ντροπιασμένη. Είναι δυνατόν ο Χάρντι να ξέρει κι άλλες λεπτομέρειες; Το λόγο πχ που παντρευτήκαμε; Μάλλον ναι. «Μου λέτε δηλαδή ότι ο Ντέιβιντ με προίκισε;» γελάω, για να κρύψω την επιθυμία μου να κλάψω.
«Σου λέω ότι ο Ντέιβιντ ήξερε από τον πατέρα σου ότι το κτήμα είχε αξία και ήθελε κρυφά να φροντίσει ώστε να κατοχυρωθείς οικονομικά. Δυστυχώς ο γάμος σας διαλύθηκε και…» δεν ολοκληρώνει ποτέ.
«Ο Ντέιβιντ έχει πολύ καλές προθέσεις αλλά και πάλι δεν καταλαβαίνω» επιμένω. Ο καφές μπροστά μου παραμένει ανέγγιχτος. «Δεν καταβαίνω πώς ένας άνθρωπος τόσο ανώτερος και, θα έλεγα αλτρουιστής, ζήτησε διαζύγιο τόσο εσπευσμένα».
«Αυτά είναι δικά σας θέματα» μου λέει στεγνά ο Χάρντι και κοιτάει τα χαρτιά του αποφεύγοντας το βλέμμα μου. «Πάντως είσαι μια πλούσια γυναίκα και μπορείς αν θες να πας στο κτήμα και να το εξακριβώσεις. Έχω αναλάβει εγώ τη διαχείριση αλλά αν θες μπορείς να την αναθέσεις στη συνάδελφο».
«Όχι, όχι, εντάξει» λέω σαν χαμένη. Θα ασχοληθώ μετά με αυτό. Δε με νοιάζει να γίνω πλούσια. Κάτι άλλο έχει προτεραιότητα.
«Α! Και κάτι άλλο» μου λέει. «Το αμάξι σου είναι στο πάρκινγκ της εταιρείας. Έγινε η αλλαγή στα φρένα και είσαι ασφαλής» λέει.

Φεύγω από το γραφείο χαιρετώντας μηχανικά τους πάντες και φυσικά δεν κατεβαίνω στο πάρκινγκ. Θέλω να περπατήσω. Σε σαράντα λεπτά πρέπει να είμαι στη δουλειά μου. Δεν μπορώ να χωνέψω όσα μου είπε. Εγώ θα πάω στο καφέ. Για να μπορέσω να ξεχαστώ. Θα με τρελάνει αυτός ο άνθρωπος. Δεν μπορώ να καταλάβω αν είναι διάβολος ή άγγελος. Πώς έκανα τόσο μεγάλο λάθος; Ο,τι νόμιζα, ό,τι υποπτεύθηκα ήταν μια βλακεία. Μια απελπισμένη προσπάθεια του εαυτού μου να προστατευτεί από τον φόβο ότι δε με θέλει. Όχι ότι με ήθελε. Το διαζύγιο το ζήτησε πριν καν περάσει ο χρόνος. Αλλά τουλάχιστον ήθελε το καλό μου.

Το βράδυ θα είμαι σπίτι. Σε περιμένω να μιλήσουμε του γράφω σε μήνυμα και περιμένω απάντηση. Δεν έρχεται ποτέ. Δε θέλει να με συναντήσει ούτε καν για να μου κάνει τον έξυπνο, να βγει από πάνω. Πόση ανωτερότητα, σκέφτομαι. Και πόση η δική μου ηλιθιότητα...




Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

κεφάλαιο 64-κάν'το με πάθος κι ας είναι λάθος

«Κάτι δεν καταλαβαίνω» λέει η Ζόι λίγη ώρα μετά. Έχουμε μεταφερθεί στο γραφείο της και κοιτάμε τα χαρτιά ξανά και ξανά. Εγώ βρίσκομαι σε απίστευτη σύγχυση και δεν μπορώ να μιλήσω καν. Την αφήνω να μονολογεί χωρίς να επεμβαίνει επειδή πολύ απλά δεν έχω κάτι να απαντήσω. «Είναι δική σου η υπογραφή. Σωστά;» με ρωτάει για τρίτη φορά και γνέφω. «Μήπως την πλαστογράφησε;»
«Θυμάμαι ότι μια φορά με έβαλε να υπογράψω κάτι, αλλά δεν πρόσεξα» λέω τελικά. Μόλις θυμήθηκα εκείνη τη μέρα που νόμιζα ότι υπέγραφα κάτι άλλο. Τη μέρα που νόμιζα ότι υπέγραφα την αποδοχή κληρονομιάς.
«Απ’ ό,τι φαίνεται, σε έβαλε να υπογράψεις το συμβόλαιο όπου σου παραχωρεί όλο το κτήμα, οπότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Το συμβόλαιο είναι πολύ σφιχτό» με κοιτάει και στερεώνει τον κοκάλινο σκελετό στη βάση της μύτης της. «Είναι όλα δικά σου και δεν έχει κανένα δικαίωμα».

Την κοιτάω σταθερά και γνέφω. Ένας κόμπος έχει φράξει το λαιμό μου και δυσκολεύομαι να μιλήσω. Είναι αυτή η αίσθηση ότι έχω κάνει μια βλακεία. Μια τεράστια βλακεία.
«Ναι, αλλά το διαζύγιο…» ψελλίζω. Η Ζόι αφήνει τα συμβόλαια κάτω και πίνει λίγο τσάι. Θα πρέπει να έχει πιει ήδη δύο λίτρα.
«Δεν ξέρω ποια είναι η σχέση σας και τι ακριβώς παίζει» μου λέει και ανακάθεται. «Αλλά το κτήμα είναι δικό σου. Νομίζω ότι εκτός από το να σε εκπροσωπήσω στο διαζύγιο δεν μπορώ να σε βοηθήσω άλλο, εφόσον μάλιστα το προγαμιαίο συμβόλαιο είναι τόσο ξεκάθαρο» μου λέει παγερά και μετά από μερικά διαδικαστικά, αφήνω το γραφείο της και βγαίνω στον ψυχρό βρετανικό αέρα χωρίς την παραμικρή ιδέα για το επόμενο βήμα μου.

Σκέφτομαι ότι ίσως πρέπει να μιλήσω στον Χάρντι αλλά μετά από την επίθεσή του ντρέπομαι. Γιατί το έκανε αυτό ο Ντέιβιντ; Φαντάζομαι ότι ήταν το ηθικό, το πρέπον, αλλά γιατί με άφησε να πιστεύω ότι έκλεψε το κτήμα από μένα; Μάλλον επειδή δεν του άφησες περιθώριο να σου εξηγήσει, λέει μια φωνή μέσα μου. Μάλλον είμαι τρελή, όπως είπε ο Χάρντι. Γιατί εντάξει, το καταλαβαίνω να θέλει διαζύγιο. Δεν με αγάπησε ποτέ όσο εγώ. Αλλά δεν μου έκλεψε την περιουσία μου. Και τώρα, με ελάχιστα πιο καθαρό μυαλό, συνειδητοποιώ ότι ο Ντέιβιντ είναι πιο έντιμος από όσο νόμιζα.

Γυρνάω σπίτι μετά από έναν τεράστιο περίπατο, φορτωμένη με 2 λίτρα παγωτό και πατατάκια. Βαριέμαι να μαγειρέψω και εκτός από σνακ δεν έχω όρεξη για κάτι άλλο. Κοιτάω το κινητό μου, αλλά δεν ξέρω τι να κάνω. Να του στείλω μήνυμα; Να τον πάρω και να του πω κάτι; Αλλά τι;

Κατά τις έξι το απόγευμα, με παίρνει τηλέφωνο η Εβελιν, μια κοπέλα που δουλεύαμε μαζί στην εταιρεία. Μου λέει ότι το αφεντικό μας απέλυσε άλλα τρία άτομα από την ομάδα μου. Η Εβελιν κλαίει και προσπαθώ να την ηρεμήσω. Δείχνει πραγματικά απελπισμένη. Μου λέει ότι έχει βουίξει η εταιρεία ότι ο Μπερντ είναι μπλεγμένος σε ένα πολιτικό σκάνδαλο και για να μπορέσει να βουλώσει στόματα πρέπει να απολύσει προσωπικό για να κερδίσει πόρους. Έχει τρενάρει όλα τα πρότζεκτ και πηγαινοέρχονται κάτι παράξενες φάτσες στην εταιρεία. Έφυγα πρώτη γιατί ήμουν η πιο υψηλόμισθη.

Θυμάμαι τη συζήτηση που είχε την ώρα που μπήκα στο γραφείο του. Μιλούσε κοφτά. Όταν με απέλυσε και μετά από τη συζήτηση με τον Κρις, σκέφτηκα ότι τον είχε βάλει ο Ντέιβιντ. Μάλλον δεν έγινε έτσι όμως. Άλλος έδινε διαταγές. Όχι ο Ντέιβιντ. Ο Ντέιβιντ δεν έβαλε ποτέ να με απολύσουν. Για το αμάξι μου εξήγησε. Και για το διαμέρισμα…μάλλον η ιδιοκτήτρια όντως το χρειάζεται. Την είδα χθες στο δρόμο και την άκουσα να λέει σε κάποιον ότι σκοπεύει να αλλάξει ταπετσαρία και κάτι τέτοια. Αλλά μέχρι πριν από λίγη ώρα ήμουν τυφλή. Δεν έβλεπα και δεν άκουγα τίποτα πέρα από τον εγωισμό μου. Ακούω την Εβελιν να μου εξηγεί το μπέρδεμα και σκέφτομαι ότι αν χτυπήσω το κεφάλι μου στο τοίχο ίσως και ανακουφιστώ. Πόσα να αντέξω σε μια μέρα; Πόσο ηλίθια στάθηκα; Του χρέωσα κάθε κακοτυχία μου, κάθε αναποδιά. Και αυτός δεν έκανε τίποτα για να υπερασπίσει τον εαυτό του. Με άκουγε καρτερικά να τον κατηγορώ.
Ξαπλώνω στο κρεβάτι και κλαίω απαρηγόρητη για ώρα. Το διαζύγιο το δέχομαι. Αλλά δεν ήταν ανέντιμος απέναντί μου. Αυτό ήταν που με πόνεσε πιο πολύ και τώρα με ανακουφίζει. Γιατί δεν έκανα λάθος που τον αγάπησα. Δεν ήταν, δεν είναι κάθαρμα. Απλώς δε με θέλει αρκετά για να ζήσει μαζί μου για πάντα, όπως ονειρευόμουν εγώ.

Είμαι εγωίστρια ως το κόκαλο και δεν παραδέχομαι ποτέ τα λάθη μου. Σε αυτή την περίπτωση όμως πρέπει να ρίξω τα μούτρα μου. Πρέπει να ζητήσω συγγνώμη. Να του πω ένα ευχαριστώ και να του εξηγήσω ότι η λογική μου θόλωσε, προσέχοντας να μην εκθέσω τα συναισθήματά μου. Όχι ότι η αγάπη είναι δικαιολογία. Απλώς όταν αγαπάς, σκέφτομαι, είναι ακόμα πιο δύσκολο να δεις καθαρά. Μετά θα βάλω μια τελεία σε όλο αυτό και θα συνεχίσω τη ζωή μου. Θα βρω μια δουλειά, ένα καινούργιο διαμέρισμα και θα ξεκινήσω από το μηδέν.

Θέλω να μιλήσουμε πληκτρολογώ ένα μικρό μήνυμα και του το στέλνω πριν το σκεφτώ καλά και ο εγωισμός μου πρυτανεύσει ως συνήθως.

Δεν απαντάει αμέσως και με πνίγει ο πόνος. Τον σκέφτομαι αγκαλιά με κάποια καλλονή, να γελάνε μαζί με το μήνυμά μου.

Δε νομίζω ότι έχουμε να πούμε κάτι στέλνει αυστηρά εκείνος. Κοιτάω την οθόνη ρουφώντας το κοφτό μήνυμα. Πρέπει να προσπαθήσω κι άλλο. Έχω σφάλει. Πολύ και ανεπανόρθωτα. Αλλά αν επιμείνω ίσως τον πείσω.

Εγώ νομίζω ότι έχουμε. Πες μου μέρος και ώρα γράφω αποφασισμένη και περιμένω. Ένα, δύο, τρία, πέντε λεπτά. Πού να είναι άραγε; Στην Αγγλία; Στο εξωτερικό; Δουλεύει ή ξεκουράζεται;

Επικοινώνησα με τον Χάρντι. Ξέρω τι έγινε. Όλα καλά. Δε χρειάζεται να μου πεις τίποτα. Καλή ζωή απαντάει. Σφίγγω τις γροθιές μου. Άκου καλή ζωή. Δε με αφήνει καν να του ζητήσω συγγνώμη. Το κάνει για να μη με φέρει σε δύσκολη θέση επειδή ξέρει πόσο δυσκολεύομαι να παραδεχτώ την ήττα μου ή απλά αδιαφορεί τόσο πολύ;

Έχω δικαίωμα να απολογηθώ πριν καταδικαστώ. Περιμένω του γράφω σε μια ύστατη προσπάθεια να τον πείσω. Η απάντησή του είναι άμεση.

Είμαι εκτός. Όταν γυρίσω ίσως τα πούμε.

Δεν ξέρω τι να απαντήσω. Κοιτάω την οθόνη σαν χαζή και κουκουλώνομαι. Δεν μπορεί, κάποια λύση θα υπάρχει σε όλο αυτό το μπλέξιμο. Τον έχω χάσει, αλλά θέλω να του εξηγήσω. Κι ας είναι μόνο για να τον ξαναδώ.